Η μάχη του Γκρούνβαλντ (Grunwald) 15 Ιουλίου 1410

στις

Γράφει ο Χείλων

Η μάχη του Γκρούνβαλντ (Πράσινο Δάσος) ή αλλιώς πρώτη μάχη του Τάννενμπεργκ, ή μάχη του Ζαλγκίρις διεξήχθη το 1410, μεταξύ της Πολωνο – Λιθουανικής συμμαχίας και των Τευτόνων Ιπποτών με αρχηγούς αντίστοιχα τον Βλαντισλάβ Β’ Γιαγκέλο/Vladislaus II Jagiello (Πολωνία) – Βιτάουτας τον Μέγα/Vytautas the Great (Λιθουανία) και Μέγα Μάγιστρο Ούλριχ φον Γιούνγκινγκεν/Ulrich von Jungingenν (Τεύτονες).

Τεύτονες Ιππότες

Οι Τεύτονες Ιππότες (λατινικά: Ordo domus Sanctæ Mariæ Theutonicorum Hierosolymitanorum), ήταν αποστρατιωτικοποιημένο (αρχικά) Γερμανικό Ιπποτικό τάγμα, το οποίο είλκε την καταγωγή του από τους Ναΐτες Ιππότες. Ωστόσο η αφορμή για τη δημιουργία του, ήταν παρόμοια με αυτή των Ιωαννιτών, αφού το τάγμα δημιουργήθηκε το 1190 κατά την περίοδο της Γ’ Σταυροφορίας ως προσωπικό νοσοκομείου που στήθηκε στην Άκρα (πόλη της Δυτικής Γαλιλαίας στο βόρειο Ισραήλ) από Γερμανούς εμπόρους της Βρέμης, για να προσφέρει υπηρεσίες περίθαλψης και ξεκούρασης στους τραυματίες και ταλαιπωρημένους Γερμανούς που μετείχαν στην πολιορκία της πόλης. Το 1198 αναγνωρίζεται από τον Πάπα Ιννοκέντιο ΙΙΙ και το 1199 καθιερώνονται στολές αποτελούμενες από λευκό μανδύα με μαύρο σταυρό που θα αποτελέσει μετέπειτα σύμβολο μάχης.

Μέγας Μάγιστρος Ούλριχ φον Γιούνγκινγκεν

Χάρη στην εύνοια του Φρειδερίκου και του Πάπα, μαζί με την έγκριση του Κόνραντ, δούκα της Μασοβίας, οι Τεύτονες Ιππότες εγκαταστάθηκαν πρώτα στο Κούλμ, τα ειδωλολατρικά εδάφη της Πρωσίας και κατόπιν λόγω του αυξανόμενου αριθμού οπαδών και των περιουσιακών στοιχείων, κατέστησαν κυρίαρχοι της περιοχής, καθιστώντας υποτελείς τους ανοργάνωτους και υπανάπτυκτους τοπικούς πληθυσμούς. Τα χρόνια που ακολούθησαν οι επεκτάσεις στα εδάφη της Βαλτικής αυξήθηκαν, αφού πόλεις όπως οι Ντάνζιγκ, Κόνιγκσμπεργκ και το Βρανδεμβούργο έγιναν Τευττονικές.

Προσαρτήθηκαν επίσης ολόκληρες περιοχές όπως η Ανατολική Πομερανία και η Εσθονία, αλλά οι περισσότερες ήσαν απλώς εδαφικές κατακτήσεις, συνθέτοντας έτσι τις Δυτικές Καθολικές συμμαχίες, το μόνο σύστημα που παρέμεινε για την επιβίωση του τάγματος, χρησιμοποιώντας την δύναμη των όπλων. Οι ιππότες που ήρθαν από όλη την Ευρώπη στο Τάννενμπεργκ, είχαν πλήρη επίγνωση της ελάχιστης «συμπάθειας» που τους ακολουθούσε κατά την εκστρατεία, αλλά συμμετείχαν στη μάχη με περισσότερο ζήλο από ποτέ, αφού τελικά σκοτώθηκαν 200 και ανάμεσά τους ο Μέγας Μάγιστρος Ούλριχ, ενώ όσοι επέζησαν οδηγήθηκαν στην φυλακή, ή εξαναγκάσθηκαν σε απολογητική συγχώρεση.

Το κράτος των Τευτόνων περιέπεσε σε πλήρη παρακμή και τέθηκε υπό την επιτροπεία των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, μέχρι το 1454, οπότε και εγκαταλείφθηκε η πρωτεύουσα Marienburg. Τα εναπομείναντα εδάφη υπό Τευτονική επήρεια κατακτήθηκαν από τον Ιβάν τον τρομερό. Ωστόσο, η φήμη του τάγματος, παρέμεινε μέχρι σήμερα και ο απόηχος των στρατιωτικών κατορθωμάτων των Ιπποτών είναι ακόμα ζωντανός, στις περιοχές που κυβέρνησαν.

Władysław II Jagiełło King of Poland

Βλαδίσλαβος Β’ Γιαγκέλο (Vladislaus II Jagiello) (περ. 1350 – 1434)

Ο Βλαδίσλαβος Β’ Γιαγκέλο ήταν ο ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων κατά την μάχη. Υπήρξε γιος του Μεγάλου Δούκα της Λιθουανίας Άλγκιρντας και ανήλθε στην εξουσία το 1377 όταν στην Λιθουανία επικρατούσε ο Παγανισμός. Παντρεύτηκε την Γιαντβίγκα της Πολωνίας (Judwiga D’ Anjou) ενοποιώντας τα δύο κράτη (Λιθουανία & Πολωνία) και το 1385, βαπτίσθηκε Καθολικός όπως και οι υπήκοοί του (νόμος του Kreva). Αυτό ήταν μια έξυπνη κίνηση, λαμβανομένου υπόψιν ότι έτσι αποκτούσε αναγνώριση από την εκκλησία της Ρώμης και απήλλασσε το τάγμα από την έμμεση κατάκτηση των εδαφών του μέσω των «ιεραποστολών». Αυτή η κίνηση όμως ουδόλως αποθάρρυνε τους «ομόθρησκους», οι οποίοι εισέβαλαν στα ήδη Τευτονικά εδάφη της Ντομπρίν και της Σαμογιτίας στην Λιθουανία, μέρος της βασιλείας του εξαδέλφου του Βίτου (Vitold) αναγκάζοντας τον Βλαδίσλαβο να δώσει την μάχη στο Γκρούνβαλντ.

Μετά την νίκη και την επακόλουθη ειρήνη του Τορούν το 1411 η Σαμογιτία παρέμεινε στην Λιθουανική επικράτεια και ο Βλαδίσλαβος μπορούσε πλέον να επικεντρωθεί στην ενοποίηση και πολιτιστική ανάπτυξη του βασιλείου του, όπως η αναμόρφωση του Πανεπιστημίου της Κρακοβίας. Στον πολιτικό τομέα η Πολωνία αύξησε το κύρος, αφού στην σφαίρα επιρροής της προστέθηκε και τα κράτη της Μολδαβίας, Βλαχίας και Βεσσαραβίας που αναγνώρισαν την Πολωνική κυριαρχία. Εν κατακλείδι, ο Βλαδίσλαβος κατάφερε να εκμεταλλευτεί την στρατιωτική νίκη του Γκρούνβαλντ και να υλοποιήσει ένα σχέδιο, όχι μόνο εδαφικής επέκτασης και διεθνούς κύρους, αλλά και εκχριστιανισμού στις Ανατολικές στέπες. Η επέκταση και η επιρροή των Βλαδίσλαβου έφτασε στο Κίεβο και την Μαύρη θάλασσα, καθιστώντας την Πολωνία κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολική Ευρώπη.

Ιδιαιτερότητες του Τευτονικού Τάγματος

Οι υποστηρικτές – συνακόλουθοι των Τευτόνων Ιπποτών προήρχοντο γενικά από αριστοκρατικές οικογένειες ανά την Ευρώπη. Αυτοί ήσαν πιστοί σε μια υγιή και λιτή ζωή, όπως και τα άλλα θρησκευτικά τάγματα, χωρίς να απεμπολούν αξίες και ιδανικά που διέπαν τους ευγενείς πολεμιστές, όπως άλλωστε είχαν εκπαιδευτεί παιδιόθεν. Αλλά πάνω από όλα, δεν ξεχνούσαν την «υπερηφάνεια της κάστας», από την οποία προήρχοντο, ούτε τις στρατιωτικές ικανότητες, τις οποίες έθεταν στην υπηρεσία του Τάγματος, βάσει του ισχύοντος καταστατικού.

Έμβλημα Τευτονικού Τάγματος

Το καταστατικό του Τάγματος προέβλεπε την κατασκευή εκκλησιών, νοσοκομείων και ξενώνων για τους προσκυνητές, αλλά κάθε κτίριο είχε την μορφή ισχυρού οχυρού, όπως επί παραδείγματι ο ναός του Παρισιού. Είναι πασίγνωστο ότι κατά την εκπλήρωση του ιεραποστολικού έργου και την υπεράσπιση των Χριστιανών, δεν απέρριπταν την χρήση όπλων σε περίπτωση που απαιτείτο. Η δε στρατιωτική οργάνωση, κατά την μάχη του Γκρούνβαλντ, παρέμεινε αναλλοίωτη καθ’ όλη την εποχή της φεουδαρχίας.

Το εφεδρικό ιππικό αποτελούνταν από Γερμανούς εποίκους, ιππότες και υπαξιωματικούς ελαφρά οπλισμένους. Οι αγρότες έπρεπε να παρέχουν ένα στρατιωτικό άλογο ανά κάθε έξι hufen (ένα hufen αντιστοιχεί περίπου με 40 στρέμματα) και συνήθως η αναλογία του ελαφρού και βαρέος ιππικού ήταν 4 προς 1. Ωστόσο, φαίνεται ότι το ποσοστό αυτό στην μάχη του Γκρούνβαλντ ανατράπηκε, αφού οι βαρείς ιππότες ήσαν ελαφρώς περισσότεροι.

Ιστορικό πλαίσιο

Μεταξύ 12ου και 15ου αιώνα, συνέβησαν στην Ευρώπη γεγονότα τεράστιας σημασίας όπως οι Σταυροφορίες, οι οποίες καθιέρωσαν τον Δυτικό πολιτισμό και όσον αφορά στον στρατιωτικό τομέα το ιππικό αναδείχθηκε σε όπλο αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της μάχης.

Η εν λόγω περίοδος διέπετο από ισχυρές Γερμανικές και Λατινικές παραδόσεις, όσον αφορά στην δομή της κοινωνίας και ιδιαίτερα στις τέχνες και την οργάνωση. Η κοινωνία ήταν απλοποιημένη και διαιρείτο σε τρείς κατηγορίες πολιτών:

Κλήρο (oratores)

Ιππότες (bellatores)

Αγρότες – βιοτέχνες (laboratores)

Εξετάζοντας το Γερμανικό πρότυπο του ιππότη, οι νεαροί πολεμιστές προέρχονταν από οικογένειες ευγενών και έδιδαν όρκο να πολεμήσουν και να πεθάνουν για τον αρχηγό τους και να χρησιμοποιήσουν την δύναμή τους για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και την τιμή του λαού και της οικογενείας τους.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ο τύπος του βίαιου πολεμιστή, να γίνει αποδεκτός από τις Χριστιανικές αρχές και οι ιππότες να καταστούν πρότυπο. Τελικά η εκεχειρία, το Παπικό δόγμα του St. Alban (να γίνεται χρήση του ξίφους ως άμυνα για τις χήρες, τα ορφανά, τις εκκλησίες και τους πιστούς) και το τέλος των Σταυροφοριών συνέβαλαν στον εξαγνισμό του ιπποτικού σχήματος και τον μετριασμό της αγριότητας, σύμφωνα με τα ιδανικά της Χριστιανικής κατάνυξης.

Αναπαράσταση Τεύτονα Ιππότη

Στρατιωτικά Τάγματα

Μετά τις σταυροφορίες, δημιουργήθηκαν τα μοναστικά – ιπποτικά τάγματα, τα οποία εξελίχθηκαν σε ιδιόμορφα θεσμικά όργανα της Ευρώπης. Τα μέλη των ταγμάτων έπρεπε να δίδουν όρκο αγνότητας, υπακοής και λιτότητας και όχι μόνο, αφού υπήρχε και όρκος που τους δέσμευε να πολεμήσουν και να πεθάνουν για τον Σταυρό και να προσφέρουν βοήθεια στους προσκυνητές των Αγίων Τόπων. Το 1113 ο Πάπας Πασχάλης ΙΙ, αναγνωρίζει το Τάγμα των Νοσηλευτών Ιπποτών του αγίου Ιωάννη (γνωστοί ως Ιππότες της Μάλτας) το 1119 ο Hugh Payens που ίδρυσε το Τάγμα των Ναϊτών, προκαλεί τον ενθουσιασμό του Bernard της Clairvaux και το 1198 το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών πρωταγωνιστεί στην μάχη του Γκρούνβαλντ, καθώς και άλλες συγκρούσεις στην περιοχή της Βαλτικής.

Οπλισμός

Η μάχη του Γκρούνβαλντ, ίσως ήταν μία από τις πρώτες μάχες στην οποία χρησιμοποιήθηκαν τα πρώτα υποτυπώδη πυροβόλα όπλα, αφού νωρίτερα το 1325, στη Γερμανία είχαν κατασκευασθεί τα λεγόμενα «φλογισμένα στόματα». Στην πραγματικότητα ήταν ειδικά διαμορφωμένες μεταλλικοί σωλήνες οι οποίοι εκτόξευαν βελάκια. Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, αυτά τα υποτυπώδη πυροβόλα όπλα τελειοποιήθηκαν και δημιουργήθηκε το πρώτο πυροβολικό πολιορκίας αποτελούμενο από κανόνια (οβιδοβόλα). Το μειονέκτημα αυτών των όπλων, ήταν ότι απαιτούσαν τεράστιους χώρους για τον στρατωνισμό και ήσαν πολύ δυσκίνητα.

Στην ουσία από στρατιωτικής άποψης αυτό αποτελούσε επανάσταση, επειδή «ανακούφιζε» σε μεγάλο βαθμό το ιππικό. Ακόμη και το «απλούστερο» πεζικό εφόσον διέθετε ένα οβιδοβόλο ήταν σε θέση να θέσει εκτός μάχης ένα καλά εκπαιδευμένο τμήμα βαρέων Ιπποτών, παρόλο που ο εξοπλισμός βρισκόταν ακόμη σε πειραματικό χαρακτήρα, αφού δεν ήσαν σπάνιες οι φορές που εκρήγνυντο σκοτώνοντας τους χειριστές, ενώ όσον αφορά στην εμβέλεια, μετά βίας ξεπερνούσε τα 250 μέτρα.

Εν κατακλείδι, η πραγματική κρίση του βαρέος ιππικού, προκλήθηκε όχι μόνο από το πυροβολικό, αλλά περισσότερο από τα διάσημα τμήματα των Longbow (μεγάλο τόξο) τα οποία καθ’ όλη την διάρκεια του Εκατονταετούς πολέμου, προκάλεσαν κρίση στο Γαλλικό φεουδαρχικό ιππικό, όπως και οι Ελβετοί δορατοφόροι (Swiss Pikemen).

Τευτονικό πεζικό

Πεζικό

Το πεζικό είχε επίσης υποστεί μεγάλες αλλαγές εκείνα τα χρόνια. Η αυξημένη χρησιμοποίηση μισθοφόρων ως δορατοφόροι, τοξότες, οι βελτιωμένες τεχνικές οχυρώσεων, όπως φράχτες, χαντάκια, επιχώματα και η ολοένα και μεγαλύτερη ικανότητα ελιγμών του πεζικού, προσέδωσε μια διαφορετική εικόνα στα στρατεύματα.

Κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα η γενική εικόνα παράταξης ήταν σχεδόν δεδομένη….. εξοπλισμένοι σχηματισμοί, αναπτύσσονταν στο πεδίο της μάχης με σκοπό την υποστήριξη του βαρέος ιππικού. Αλλά με τον καιρό, τα συμπαγή και ευέλικτα πεζοπόρα τμήματα, σε συνδυασμό με μια αποτελεσματική δύναμη πυρός μπορούσαν να επισκιάσει την δύναμη του βαρέος ιππικού. Η μάχη του Γκρούνβαλντ αποτελεί την τελευταία περίπτωση που η χρησιμοποίηση του ιππικού (ελαφρύ & βαρύ) αποδείχθηκε καθοριστική.

Πολεμικές τακτικές

H στρατιωτική τέχνη και τακτική εκείνης της εποχής ήταν κλασική. Αναπτύξεις Γραμμικού Τύπου (κατά μήκος) ενώ βασικό όπλο ήταν το ιππικό, που αν δεν επικρατούσε κατά την πρώτη σύγκρουση, τότε εμπλεκόταν σε ατομικές μάχες με το αντίπαλο πεζικό, με σκοπό να αποδεκατίσει τον αντίπαλο. Η τακτική και οι ελιγμοί ήταν πολύ περιορισμένοι, επειδή όλοι επικεντρώνονταν στις μονάδες Ιπποτών, ενώ υπήρχε μόνο ένας τρόπος να αποκτήσει κάποιος το τακτικό πλεονέκτημα και αυτός ήταν η αρχική έφοδος. Από την άλλη πλευρά τα εδάφη που επιλέγονταν έπρεπε να είναι κατάλληλα για τους Ιππότες (πεδιάδες) ώστε να υπάρχει ανοικτός χώρος για να ελίσσονται οι ιππείς και τα άλογα.

Παρόλο που υπάρχουν στοιχεία για την αντίσταση του πεζικού έναντι των ιπποτών, εν τούτοις οι δυνάμεις υποστήριξης, καθώς και το πυροβολικό δεν διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην τελική έκβαση της μάχης. Εν ολίγοις, η μάχη του Γκρούνβαλντ παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου πρωταγωνίστησε το σώμα των ιπποτών, εν αντιθέσει με το Κρεσί (Crécy) το 1346 και το Αζινκούρ (Agincourt) το 1415, όπου το αποφασιστικό όπλο (για τα Αγγλικά στρατεύματα) ήταν το πεζικό.

Η επίθεση των εφίππων τμημάτων γινόταν ανά «κύματα»…. πρώτα επιτίθετο η εμπροσθοφυλακή, κατόπιν τα πιο «βαριά» τμήματα και ακολουθούσε το επόμενο κύμα από ελαφρείς ιππότες. Πίσω από αυτούς ήσαν σχηματισμοί πεζικού από δορατοφόρους και τοξότες, ως δυνάμεις υποστήριξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις υιοθετείτο σχηματισμός σφήνας, όπου στο κέντρο τοποθετείτο το λιγότερο βαρύ ιππικό και στα πλάγια το βαρύτερο ιππικό .

Οι ιππότες ανασυγκροτούνταν στις συνήθεις μονάδες, που αποτελούντο από ένα μεταβλητό αριθμό ιππέεων (βαρείς ιππότες, ακόλουθους, υπηρέτες και ενδεχομένως ορισμένους τοξότες). Αυτές οι μονάδες αποτελούσαν τις «ομάδες», οι οποίες με την σειρά τους συνέθεταν τους «λόχους».

Χάρτης Τευτονικών περιοχών το 1410_wikipedia

Αίτια

Στο τέλος του 14ου αιώνα, η γεωστρατηγική κατάσταση των κρατών της Βαλτικής αντιμετώπισε μια αναπάντεχη πρόκληση. Όταν τα βασίλεια της Δανίας, Νορβηγίας και Σουηδίας συγκεντρώθηκαν υπό τον Ερρίκο XIII, οι Χανσεατικές πόλεις (εμπορικός συνασπισμός πόλεων της Βορ. Γερμανίας-Βαλτικής) ανησύχησαν από την άνοδο του το νέου ισχυρού άνδρα και ζήτησαν προστασία, μέσω της σύνδεσης με την Τευτονική Τάξη (ο Μέγας Μάγιστρος των Ιπποτών έφερε τον τίτλο του προστάτη της συμμαχίας). Με την επικρατούσα κατάσταση, πολλές πόλεις της Βαλτικής έχαναν «αξία» έναντι των Χανσεατικών, θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία στην περιοχή. Για να αποτρέψουν μια κοινωνικο-οικονομική κρίση, οι ιππότες προσπάθησαν να κατακτήσουν και πάλι την Λιθουανική Σαμογιτία …. μια λωρίδα γης που χώριζε το ανατολικό από το δυτικό τμήμα της επικράτειας το οποίο ανήκε στο Τευτονικό Τάγμα.

Portrait of Grand Duke of Lithuania Vytautas, 17th–18th c.

Το εγχείρημα της κατάκτησης επικαιροποιήθηκε το 1407, όταν εξελέγη Μέγας Μάγιστρος ο Ούλριχ φον Γιούνγκινγκεν και τελικά πραγματοποιήθηκε το 1409, όταν ο Τευτονικός στρατός κατέλαβε τα Πολωνικά εδάφη της Ντομπρίν και το ισχυρό αμυντικό κάστρο, το οποίο τα προστάτευε. Αυτός ο ελιγμός έγινε για να «εξασφαλίσουν» τα νώτα τους κατά την προέλασή τους προς τα Λιθουανικά εδάφη. Αλλά αυτή η επιθετική ενέργεια, είχε ως επακόλουθο την δημιουργία συμμαχίας εναντίον του Μεγάλου Μαγίστρου, μεταξύ του Δούκα της Λιθουανίας Βιτάουτας και του εξαδέλφου του Βλαδίσλαβου Β’ Γιαγκέλο, βασιλέα της Πολωνίας.

Ο Ούλριχ φον Γιούνγκινγκεν, εμφανίσθηκε στο προσκήνιο μόλις τρία χρόνια πριν την μάχη του Γκρούνβαλντ. Αφενός οι κατευθυντήριες γραμμές και οι πολιτικό – στρατιωτικές του δράσεις και αφετέρου οι ενέργειές του απέδειξαν ότι ήταν ένας αρχηγός που ζούσε στο παρελθόν ακολουθώντας τυφλά έναν ξεπερασμένο κώδικα τιμής.

Αναπαράσταση του βασιλέα Βλαδίσλαβου Β’ κατά την μάχη του Γκρούνβαλντ_2015_photo Arcadiusz Butkowski

Αμυντικός – επιθετικός οπλισμός

Η τεχνική πρόοδος στη μεταλλουργία άρχισε να έχει μεγάλο αντίκτυπο στην τέχνη του πολέμου. Τις τελευταίες δεκαετίες η διάσημη μεσαιωνική φολιδωτή πανοπλία, πολύ κοινή τον 12ο και 13ο αιώνα, είναι σχεδόν απαξιωθεί, όχι για λόγους δυσχρηστίας (ήταν πολύ πρακτική και ευπροσάρμοστη) αλλά διότι δεν προσέφερε αποτελεσματική προστασία από τις σφαίρες, ή τα αμβλεία όπλα. Σχεδόν όλες οι πανοπλίες, αποτελούνταν από θώρακα και σιδερένια πλάτη που ήσαν δεμένα πάνω από τους ώμους και συγκρατούνταν πλευρικά από ιμάντες. Υπήρχαν επίσης προστατευτικές πλάκες στο ύψος της καρδιάς (Brutschild) περιβραχιόνια που προστάτευαν τα άνω άκρα, μπότες και κολάν που προστάτευε τους μηρούς και τα πόδια.

Έχοντας υπόψη την μεγάλη προστασία που προσέφεραν οι πανοπλίες, οι ασπίδες είχαν γίνει πολύ μικρότερες και τα κράνη δεν ήσαν πλέον απλά προστατευτικός εξοπλισμός, αλλά εξελίχθηκαν, εξασφαλίζοντας πλήρη ορατότητα και αποτελεσματικότητα όπως τα περιώνυμα borgognotta.

Τα επιθετικά όπλα για το πεζικό, ήταν οι λόγχες και ξίφη, των οποίων το μήκος κυμαινόταν από 90 έως 150 εκ. Ιδιαίτερα τα τελευταία, καθιερώθηκαν τον 15ο αιώνα, με σκοπό να εξουδετερώνουν τους αντιπάλους δορατοφόρους (Pikemen). Οι πρώτοι ιππότες συμπλήρωναν τον οπλισμό με την χρήση όπλων όπως το ρόπαλο και την μάστιγα (γνωστό ως Μόργκενστερν = Αυγερινός). Αυτά αποτελούνταν από ένα ή περισσότερα αιχμηρά αντικείμενα προσαρμοσμένα στη λαβή με αλυσίδες και χρησιμοποιούνταν για να συνθλίβουν την πανοπλία και το κράνος του εχθρού με χτυπήματα που καλούνταν «soprammano» και φέρονταν συνήθως από εφίππους.

Αντίπαλοι – στρατηγικές

Για τα εδάφη του Ντομπρίν δεν ήταν αναγκαίο να υπάρχει μεγάλος στρατός, δεδομένου ότι από την άλλη πλευρά, δεν ήταν δυνατόν να πράξουν το ίδιο για την κατάκτηση ολόκληρης της Σαμογιτίας στην Λιθουανία. Ήταν όμως απαραίτητο για τον Μεγάλο Μάγιστρο, να περιμένει την άφιξη των ενισχύσεων, από τους Γερμανούς ιππότες που είχαν εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη και των μισθοφόρων.

Αυτή η προσδοκία «απέφερε» ένα στρατό περίπου 20.000 ανδρών αποτελούμενο από 700 Ιππότες, 11.000 από την επιστράτευση αγροτών και πολιτών και τουλάχιστον 8.000 από μισθοφόρους και «Σταυροφόρους» εθελοντές που συγκεντρώθηκαν από την Δυτική Ευρώπη.

Από την άλλη πλευρά οι Βλαδίσλαβος Β’ και Βιτάουστας επέλεξαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να επιτεθούν στους Ιππότες σε δύο μέτωπα. Η ένωση των δύο στρατών πραγματοποιήθηκε στην βόρεια όχθη του ποταμού Βιστούλα, ακριβώς βόρεια της Βαρσοβίας. Οι δυνάμεις της Πολωνο-Λιθουανικής συμμαχίας στόχευαν κατευθείαν στο Μάριενμπουργκ, την πρωτεύουσα των Τευτόνων. Αυτή η προώθηση «παρεμποδίσθηκε» από Ιππότες, οι οποίοι εξέτρεψαν την διαδρομή, αναγκάζοντας τις αντίπαλες δυνάμεις να διασχίσουν το ποταμό Ντρβέκα προκειμένου να κινηθούν με ασφάλεια.

Οι δυνάμεις που διέθεταν οι δύο βασιλείς υπερτερούσαν αριθμητικά των Ιπποτών αφού ανέρχονταν σε 30.000 άνδρες. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν Λιθουανοί, Πολωνοί, Βοήμιοι, Μαγυάροι (Ούγγροι), Μολδαβοί, Ρώσοι του Σμολένσκ και Τάταροι μισθοφόροι. Ξεχώριζε το Πολωνικό θωρακισμένο ιππικό, που εκτός του ότι ήταν τέλεια εξοπλισμένο, ήταν απόλυτα πιστό στον βασιλέα, ενώ τα άλλα στρατεύματα, ήσαν ομοιογενή όσον αφορά στην πιστότητα και τον οπλισμό.

Η μάχη του Γκρούντβαλντ σε πίνακα του Γιαν Ματέικο (1878).

Η μάχη

Οι δύο στρατοί στρατοπέδευσαν την 15 Ιουλίου 1410 μεταξύ των πόλεων Τάννενμπεργκ και Γκρούνβαλντ στην νότια Πολωνία. Με το πρώτο φως της ημέρας το Πολωνικό-Λιθουανικό στρατόπεδο εντόπισε πολύχρωμες σημαίες από το Βορρά, σημάδι ότι οι Τεύτονες είχαν αφιχθεί. Ο Βλαντισλάβος Β’ στη συνέχεια, μετακίνησε τα στρατεύματά του στο πεδίο μάχης, παρατάσσοντάς τους σε μέτωπο σχεδόν δυόμισι χιλιομέτρων. Ο στρατός της Πολωνο – Λιθουανικής συμμαχίας αποτελείτο από πολυάριθμο πεζικό, στο οποίο συμμετείχαν σχεδόν εξ ολοκλήρου αγρότες οι οποίοι είχαν επιθετικότητα, αλλά δεν ήσαν οργανωμένοι. Ο στρατός είχε αναπτυχθεί σε τρεις σειρές, με την δεξιά πτέρυγα να σχηματίζεται από Λιθουανούς, Ρώσους και Τατάρους υπό την ηγεσία του Βιτάουστας, και την αριστερή πτέρυγα με Πολωνούς, Βοήμιους και Μολδαβούς υπό την ηγεσία του Βλαδίσλαου Β’.

Οι Ιππότες, αρχικά παρατάχθηκαν με σχηματισμό σχεδόν κατοπτρικό των αντιπάλων, αλλά αριθμητικά υστερούσαν των Πολωνών. Ο Μέγας Μάγιστρος αναδιάταξε τα στρατεύματά του σε δύο πολύ μεγαλύτερες γραμμές, με το ιππικό στην πρώτη σειρά και το πεζικό με τους τοξότες στην δεύτερη. Η δεξιά πτέρυγα ανατέθηκε στον Γκροσσκομτούρ (Grosskomtur=Κόνραντ φον Λιχτενστάιν) η αριστερά στον Πρώσο Φρήντριχ φον Βάλλενροντ (Friedrich von Wallenrode) ενώ πίσω από τις δύο γραμμές τοποθετήθηκε μια δωδεκάδα από πεζούς και ιππότες για την προστασία του Μεγάλου Μαγίστρου. Αμφότερες οι δύο πλευρές δεν διέθεταν πυροβολικό, λαμβάνοντας υπόψη ότι η βροχή επηρέαζε την απόδοση και το έδαφος θα δυσχέραινε τους ελιγμούς.

Υπόχωρηση του Λιθουανικού ιππικού

Η υποχώρηση του Λιθουανικού ιππικού

Η μάχη ξεκίνησε στις 09:00 το πρωί.

Πρώτο κινήθηκε το Λιθουανικό ελαφρύ ιππικό, το οποίο υποχώρησε αμέσως καθώς δεν μπόρεσε να διασχίσει τις άτακτες και ανοργάνωτες συμμαχικές τάξεις των Ρώσων και Τατάρων. Η δεξιά πτέρυγα των Πολωνών ήταν τόσο εκτεθειμένη, ώστε ήταν αναγκαία η υποστήριξη του πεζικού, προκειμένου να ανακόψει την προέλαση των Τευτόνων.

Από την άλλη πλευρά οι Ιππότες, βλέποντας την ευνοϊκή κατάσταση στην αριστερή πλευρά, την ενίσχυσαν μετακινώντας στρατεύματα, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα την δεξιά πλευρά. Το σφάλμα αυτής της κίνησης, ήταν ότι το βαρύ Τευτονικό ιππικό δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τα ταχύτερα Λιθουανικά άλογα, τα οποία υποχώρησαν μέσα στο δάσος, ανασυγκροτούμενα μαζί με το Πολωνικό βαρύ ιππικό.

Εν τω μεταξύ, οι Ιππότες είχαν απωλέσει τον χώρο για να επιτεθούν ακόμη και εναντίον των εχθρικών πεζοπόρων τμημάτων, με αποτέλεσμα η προώθηση του Ρωσικού πεζικού να εγκλωβίσει τους Τεύτονες. Η στρατηγική υποχώρηση από τον Βλαδίσλαβο και η επινόηση του Βιτάουστας είχαν φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, αφού το Ιπποτικό ιππικό εγκλωβίσθηκε, το αντίπαλο πεζικό αποκάλυψε τις θέσεις του και η πλάστιγγα της μάχης έγειρε υπέρ των Πολωνών. Αλλά για να κερδίσουν, έπρεπε να επικρατήσουν έναντι του πεζικού του Μεγάλου Μαγίστρου και στην συνέχεια να επιτεθούν εκ των όπισθεν στο ιππικό σε μάχη εκ του συστάδην.

Το πολωνικό ιππικό διασπά τις γραμμές

Η Πολωνική αντίδραση

Σε εκείνο το σημείο ο Βλαδίσλαβος έκανε την επίθεση.

Παρότι υστερούσαν σε αριθμό, οι αδελφοί του Τάγματος, φωνάζοντας «Χριστός Ανέστη (Christ ist erstanden)» και καταβάλλοντας τιτάνια προσπάθεια κατάφεραν αποκρούσουν την επίθεση και να απωθήσουν το Πολωνικό ιππικό. Κατά την υποχώρηση οι Πολωνοί, είδαν να επανεμφανίζεται το εχθρικό βαρύ ιππικό, που στο μεταξύ, είχε απεμπλακεί από τον εγκλωβισμό και να κατευθύνεται κατά του Ρωσικού πεζικού. Το πλεονέκτημα που αποκτήθηκε αρχικά, καθώς και η ευνοϊκή συγκυρία για τους Πολωνούς είχε χαθεί.

Ο Πολωνός βασιλέας αποφάσισε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να πλαγιοκοπήσει τον εχθρό.

Αφού τίθεται επικεφαλής του ιππικού επιτίθεται κατά των Τευτόνων Ιπποτών, ενώ ταυτόχρονα βγαίνει από το δάσος όπου είχε βρεί καταφύγιο, το ελαφρύ ιππικό του Βιτάουστας, το οποίο επιτίθεται στην δεξιά πλευρά των Γερμανών, πριν προλάβουν να ενωθούν με τα στρατεύματα του Μεγάλου Μαγίστρου που έσπευδαν σε βοήθεια. Αλλά τα άλογα των Ιπποτών είχαν ήδη εξαντληθεί από τις συνεχόμενες μάχες και δεν ήταν σε θέση να αντεπιτεθούν, κατά των Πολωνών & Λιθουανών, με αποτέλεσμα να σφαγιασθούν.

Tadeusz Popiel and Zygmunt Rozwadowski, The Battle of Grunwald, 1910_Lviv History Museum

Λίγο μετά την σφαγή των Ιπποτών, ο Βλαδίσλαβος ήταν πλέον σε θέση να προωθήσει το Πολωνικό πεζικό, το οποίο μέχρι τότε ήταν ανενεργό, επιτρέποντας στο αντίστοιχο Ρωσικό να αναδιοργανωθεί, και ομού να επικεντρωθούν στις υπόλοιπες δυνάμεις πεζικού των Τευτόνων. Στο σημείο αυτό έχασαν τη ζωή τους σχεδόν όλοι οι ανώτεροι αξιωματικοί του Τάγματος. Σύμφωνα με διάφορες πηγές, περίπου 200 με 400 αδελφοί του Τάγματος σκοτώθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου Μαγίστρου Ούλριχ φον Γιούνγκιγκεν, του στρατάρχη Φρίντριχ φον Βάλλενροντ, του θησαυροφύλακα Τόμας φον Μερχάιμ, του συνταγματάρχη Άλμπερτ φον Σβάτσμπουργκ και δέκα διοικητών των Ιπποτών. Ο διοικητής Μάρκβαρντ φον Σάλντμπαχ και ο Χάινριχ Σάουμπουργκ, εκτελέστηκαν μετά τη μάχη με εντολή του Βιτάουτας. Τα σώματα των φον Γιούνγκινγκεν και άλλων υψηλόβαθμων ιπποτών μεταφέρθηκαν στο Μάριενμπεργκ τις 19 Ιουλίου. Τα σώματα των χαμηλόβαθμων Τευτόνων Ιπποτών και 12 Πολωνών ιπποτών θάφτηκαν στην εκκλησία του Τάννενμπεργκ. Οι υπόλοιποι νεκροί θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους. Ο πιο υψηλόβαθμος Τεύτονας αξιωματικός που επέζησε από τη μάχη ήταν ο Βέρνερ φον Τέτινγκερ, διοικητής του Έλμπινγκ.

Η μάχη διήρκεσε 9 ώρες, περιλαμβάνοντας πολύ βίαιες συγκρούσεις. Οι υπαξιωματικοί και τα πεζοπόρα τμήματα σφαγιάστηκαν, ενώ άλλοι αιχμαλωτίσθηκαν. Την επόμενη ημέρα ο Βλαδίσλαβος συγκέντρωσε από το πεδίο της μάχης 51 διακριτικά των αντιπάλων, τα οποία τοποθετήθηκαν στο παρεκκλήσι του αγίου Στανισλάβου (Stanislaus) στον Καθεδρικό Ναό της Κρακοβίας, αλλά με την πάροδο των ετών χάθηκαν. Συνολικά από τους Γερμανούς σκοτώθηκαν 8.000 στρατιώτες και άλλοι 14.000 αιχμαλωτίστηκαν, ενώ από τους Πολωνούς – Λιθουανούς σκοτώθηκαν 4000 – 5000 και 8000 τραυματίσθηκαν.

Συνέπειες

Η ήττα στο Γκρούνβαλντ, προκάλεσε σοβαρή κρίση στο Τάγμα, με αποτέλεσμα ο αριθμός των μισθοφόρων που προσελήφθησαν για να υπερασπισθούν τα Τευτονικά εδάφη, να αυξηθεί. Το 1511, εδραιώθηκε στα εδάφη του Τάγματος, ο Αλβέρτος του Βρανδεμβούργου, που ονομάσθηκε Μέγας Διδάσκαλος (Grand Master). Ο οίκος των Χοεντσόλερν (Hohenzollern) ο οποίος κληρονόμησε τα εδάφη, εγκαθίδρυσε τον Λουθηρανισμό (όπως και στην υπόλοιπη Πρωσία) και μετά τον πόλεμο της Ισπανικής διαδοχής κυβέρνησε την Γερμανία μέχρι το 1918.

Οι Τεύτονες επέζησαν και εγκαταστάθηκαν στην Βιέννη, όπου εδρεύουν μέχρι σήμερα. Οι Ιππότες του τάγματος πολέμησαν υπέρ του οίκου των Αψβούργων κατά την πολιορκία της Βιέννης (1683) και της Ζέντα (Zenta) το 1695. Ο Ναπολέων το 1809 διέλυσε το Τάγμα, αλλά αυτό ανασυντάχθηκε το 1840 και από το 1929 είναι υπό την προστασία του Βατικανού, ιδρύοντας παράρτημα στην Ρώμη.

Το πεδίο μάχης του Γκρούνβαλντ απετέλεσε επί αιώνες πεδίο τιμής για την Σλαβική και την Γερμανική εθνικιστική υπερηφάνεια. Αξίζει να τονισθεί ότι κατά την διάρκεια του 1ου Παγκόσμιου πολέμου ο Γερμανός στρατηγός φον Χίντενμπουργκ (Von Hindenburg) την 26 Αυγούστου 1914 νίκησε στο ίδιο πεδίο τον Ρώσο στρατηγό Σαμσόνοφ (Samsonov) ο οποίος από την ντροπή της ήττας αυτοκτόνησε, ενώ η Γερμανική προπαγάνδα παρουσίασε την νίκη ως «εκδίκηση» για την ήττα που υπέστη πριν από πέντε αιώνες.

Στον τόπο της μάχης, οι Γερμανοί ανήγειραν μνημείο, που καταστράφηκε από τους Πολωνούς, οι οποίοι χρησιμοποιώντας εκ νέου τις πέτρες ανήγειραν άλλο μνημείο στην Βαρσοβία αντιθέτου προσήμου. Εκτός από την συμμετοχή του Πολωνικού λαού στην αρχική μάχη, θα πρέπει να αναφερθεί ότι λόγω της δράσης του Τάγματος η Πολωνία κατέστη προπύργιο του Καθολικισμού, ως συνέπεια της έμμεσης αναγνώρισης από τους Πολωνούς των Τευτόνων Ιπποτών.

Η ήττα στο Γκρούνβαλντ σηματοδοτεί την ανάσχεση της διεύρυνσης των Τευτόνων προς Ανατολάς. Αν ο Βλαδίσλαβος έχανε σε αυτήν την μάχη, ο ηττημένος θα γινόταν μάρτυρας του αργού «αποικισμού» των Λιθουανικών και Πολωνικών εδαφών και την Γερμανοποίηση αυτών. Αλλά αυτό που πρέπει να τονισθεί είναι το γεγονός ότι η διαχωριστική γραμμή που χώριζε τότε τους Σλαβικούς από τους Γερμανικούς λαούς έπρεπε να μετακινηθεί περισσότερο προς Ανατολάς και Νότο, με πολύ σημαντικές συνέπειες για την σημερινή γεωγραφία, αφού τα σύνορα της Γερμανίας ήταν πολύ πιο εκτεταμένα από τα ήδη υπάρχοντα, εις βάρος της Πολωνίας.

Βιβλιογραφία

Lonnie Johnson (1996), «Central Europe: Enemies, Neighbors»

Mečislovas Jučas (2009) «The Battle of Grünwald, Vilnius: National Museum Palace of the Grand Dukes of Lithuania»

Zigmantas Kiaupa – Jūratė Kiaupienė – Albinas Kunevičius (2000) «The History of Lithuania before 1795»

Giedrė Mickūnaitė (2006) «Making a great ruler: Grand Duke Vytautas of Lithuania»

Advertisements