Δομισμός – Structuralism

στις

μετάφραση – επιμέλεια – διασκευή: Ιωάννης Τζάνος πτυχ. Φιλοσοφικής Α.Π.Θ

Ο όρος δομισμός (Structuralism = Στρουκτουραλισμός) αφορά στις θεωρίες των φιλολογικών – κοινωνικών και οικονομικών επιστημών, οι οποίες υποστηρίζουν ότι οι δομικές σχέσεις των εννοιών μεταξύ διαφορετικών γλωσσών, μπορούν να αποσαφηνισθούν και να διερευνηθούν.

O δομισμός στην γλωσσολογία υποστηρίζει ότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα στοιχείων και όχι μια απλή συμπαράθεση· συγκροτείται, δηλαδή, από μονάδες σε διάφορα επίπεδα (φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, σημασία) οι οποίες βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση μεταξύ τους.

H αναγνώριση του συστηματικού χαρακτήρα της γλώσσας:

α. Αντικαθιστά την ατομιστική προσέγγιση της γλώσσας του 19ου αιώνα (μελέτη μεμονωμένων στοιχείων χωρίς την αναγνώριση αλληλεξαρτήσεων).

β. Αναδεικνύει την συγχρονική αυτάρκεια της γλώσσας – επειδή η γλώσσα κάθε στιγμή αποτελεί ένα σύστημα επικοινωνίας, η περιγραφή και η μελέτη της δεν απαιτεί το ιστορικό παρελθόν. Το ιστορικό παρελθόν μιας γλώσσας απλά προσφέρει την ερμηνεία για την ανάδειξη ενός γλωσσικού συστήματος μέσω από προγενέστερων συστημάτων.

H εν λόγω παραδοχή ουσιαστικά αντανακλά την εμπειρία του ομιλούντα, ο οποίος ενεργεί ως ομιλητής και χρήστης με βάση την γνώση της μητρικής του γλώσσας και όχι βάσει του ιστορικού της γλώσσας.

Ακριβέστερα δύναται να περιγραφεί ως μία μέθοδος των θεωρητικών κλάδων, η οποία διερευνά τις σχέσεις μεταξύ θεμελιωδών στοιχείων στην γλώσσα, την λογοτεχνία και άλλα πεδία, βάσει των οποίων έχουν «δομηθεί» ανώτερες πνευματικές, γλωσσικές, κοινωνικές και πολιτισμικές «δομές» και «δομικά δίκτυα». Μέσω αυτών των δικτύων το νόημα εκφράζεται από ένα συγκεκριμένο άτομο, σύστημα, ή πολιτισμό, διαμορφώνοντας τις ενέργειες των εν λόγω ατόμων, ή ομάδων.

Η βασική κίνηση του δομισμού είναι να βρεθούν οι εσωτερικές ιδιότητες, ή κοινώς οι βασικές σχέσεις των πραγμάτων που κατά κάποιο τρόπο λανθάνουν (είναι κρυφές) και τις οποίες ο μελετητής, ή ο αναγνώστης καλείται να διακρίνει.

Ο δομισμός ως πεδίο ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος ξεκίνησε περί το 1958 και κορυφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με αρχές δεκαετίας του 1970.

Ιστορικό

Ο δομισμός εμφανίστηκε στους ακαδημαϊκούς κύκλους για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα και επανεμφανίστηκε το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα, οπότε κατέστη μία από τις δημοφιλέστερες προσεγγίσεις των θεωρητικών πεδίων, που ασχολούνται με την ανάλυση της γλώσσας, του πολιτισμού και της κοινωνίας. Το έργο του Ferdinand de Saussure «Στην επιστήμη της γλωσσολογίας» θεωρείται κατά γενική ομολογία, ως απαρχή του δομισμού του 20ου αιώνα.

Claude Levi – Strauss

Ο όρος «δομισμός» αυτός καθαυτός, έκανε την εμφάνισή του στα έργα του Γάλλου ανθρωπολόγου Claude Levi – Strauss και πυροδότησε στην Γαλλία, την «Στρουκτουραλιστική κίνηση», η οποία έδωσε ώθηση στα έργα στοχαστών που ανήκουν σε διαφορετικά πεδία, όπως ο ιστορικός Michel Foucault, ο πολιτικός επιστήμων Louis Althusser, ο ψυχαναλυτής Jacques Lacan και ο Nicos Poulantzas.

Ο δομισμός είναι στενά συνδεδεμένος με την σημειωτική (semiotics). Ο μεταδομισμός (post-structuralism) επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την χρήση της δομικής μεθόδου. Η αποδόμηση (deconstruction) ήταν μια απόπειρα απομάκρυνσης από την δομιστική λογική. Ορισμένοι διανοούμενοι, όπως για παράδειγμα η Julia Kristeva, στην αρχή «φλέρταραν» με τον Στρουκτουραλισμό και τον Ρωσικό Φορμαλισμό, για να καταστούν μετέπειτα εξέχουσες μορφές του μεταδομισμού. Ο δομισμός επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την κοινωνιολογία και σχεδόν καθόλου τις οικονομικές επιστήμες.

Ο Δομισμός στην ψυχολογία (19ος αιώνας) [Structuralism in psychology (19th century])

Στην καμπή του 19ου αιώνα ο «πατέρας» της πειραματικής ψυχολογίας Wilhelm Wundt προσπάθησε να επαληθεύσει την υπόθεση ότι η συνειδητή «ψυχική ζωή» μπορεί να διασπαστεί σε θεμελιώδη στοιχεία, τα οποία στην συνέχεια σχηματίζουν πολυπλοκότερες ψυχικές δομές. Ταυτόχρονα την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, οι ερευνητές παρουσίασαν σημαντικές εξελίξεις στην χημεία και την φυσική διασπώντας σύνθετες χημικές ενώσεις (μόρια) στα επιμέρους στοιχεία (άτομα).

Wilhelm Wundt

Αυτές οι επιτυχημένες έρευνες ενθάρρυναν τους ψυχολόγους να αναζητήσουν στοιχεία από τα οποία συντίθενται πολυπλοκότερες ψυχικές εμπειρίες. Εφόσον ο χημικός σημείωσε πρόοδο διασπώντας την ένωση του νερού σε οξυγόνο και υδρογόνο, ο ψυχολόγος ενδεχομένως μπορεί να σημειώσει πρόοδο θεωρώντας μια αίσθηση (π.χ. την γεύση της λεμονάδας) ως ένα «μόριο» της συνειδητής εμπειρίας, το οποίο μπορεί να διασπαστεί σε επιμέρους στοιχεία (π.χ. γλυκό, ξινό, κρύο, ζεστό, πικρό, ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να γίνει αντιληπτό μέσω της ενδοσκόπησης=μέθοδος που σχετίζεται με την λεπτομερή εξέταση και περιγραφή της συνειδητής εμπειρίας).

Σημαντικός θιασώτης αυτής της προσέγγισης ήταν ο Edward B. Titchener, ο οποίος εκπαιδεύτηκε από τον Wundt κι εργάστηκε στο Cornell University. Καθώς είχε ως στόχο να προσδιορίσει τις δομές του νου, ο Titchener χρησιμοποίησε την λέξη «δομισμός» για να περιγράψει αυτόν τον κλάδο της ψυχολογίας. Ο δομισμός του Wundt παραμερίστηκε γρήγορα διότι οι στόχοι του, οι συνειδητές εμπειρίες, δεν υπόκεινται εύκολα στον ελεγχόμενο πειραματισμό με τον ίδιο τρόπο που υπόκειται η συμπεριφορά.

Γλωσσολογικός Δομισμός (Structuralism in Linguistics)

O Ferdinand de Saussure ήταν ο «πρωτεργάτης» της επανεμφάνισης του δομισμού στον 20ο αιώνα και η απόδειξη βρίσκεται στο έργο «Course in General Linguistics (Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας)» το οποίο συνέγραψαν οι συνάδελφοί του μετά τον θάνατό του και βασίζεται σε σημειώσεις φοιτητών. Ο Saussure δεν εστίασε στην χρήση της γλώσσας (ή του λόγου/parole) αλλά στο κρυφό σύστημα της γλώσσας (langue) ονομάζοντας την θεωρία του σημειολογία (semiology).

Ferdinand de Saussure

Ωστόσο, o εντοπισμός του κρυφού συστήματος έπρεπε να γίνει μέσω της εξέτασης του λόγου (parole) θεωρώντας ότι ο γλωσσολογικός δομισμός στην πραγματικότητα αποτελεί μια αρχική μορφή της συνολικής επιστήμης της γλωσσολογίας (ποσοτικοποίηση). Αυτή η προσέγγιση εστίασε περισσότερο στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο συνδέονται τα στοιχεία της γλώσσας ως ένα σύστημα σημείων, αυτό δηλαδή που ονομάζουμε «συγχρονία», παρά στον διαχρονικό τρόπο εξέλιξης, δηλαδή στην «διαχρονία». Τελικά ο Saussure κατέληξε στην άποψη ότι το γλωσσικό σημείο αποτελείται από δύο μέρη, το σημαίνον (signifier) (το ηχητικό μοτίβο μιας λέξης, είτε ως ψυχική διεργασία – όπως όταν απαγγέλουμε στίχους από ένα ποίημα – είτε ως πραγματική, φυσική διεργασία της γλωσσικής πράξης) και το σημαινόμενο (signified=η ιδέα ή το νόημα μιας λέξης).

Οι λέξεις είναι τα «σημαίνοντα» που συνδέονται με τα «σημαινόμενα»: δηλαδή η κάθε λέξη σημαίνει κάτι, έχει μια σημασία. Αλλά η σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου χαρακτηρίζεται ως «αυθαίρετη»: Δεν υπάρχει κάποιος εκ των προτέρων έμφυτος λόγος για μία λέξη (δηλαδή ένα σύνολο ήχων) να σημαίνει αυτό́ που σημαίνει, γι’ αυτό́ εξάλλου διαφορετικές γλώσσες έχουν άλλα σημαίνοντα (λέξεις) για τα ίδια σημαινόμενα. «K α ρ έ κ λ α» ή «chair» ή «chaise» είναι διαφορετικά́ σημαίνοντα που σημαίνουν όλα το ίδιο, στην Ελληνική, την Αγγλική και την Γαλλική γλώσσα.

Πρέπει να επισημάνουμε πως το σημαίνον είναι η έννοια «καρέκλα» που έχουμε στο μυαλό μας, όχι το αντικείμενο. Το «αναφερόμενο», δηλαδή το αντικείμενο καρέκλα είναι εκτός του γλωσσικού́ σημείου. Έτσι, πολύ́ απλά́, τα σημεία δεν είναι τα πράγματα. Επομένως, «το γλωσσικό σημείο δεν ενώνει ένα πράγμα με ένα όνομα, αλλά μία έννοια με μια ακουστική εικόνα» (Saussure, Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας, 1979, Αθήνα). Η γλώσσα και η λογοτεχνία στον δομισμό́ αντιμετωπίζονται ως συστήματα σημείων που λειτουργούν, σε μεγάλο βαθμό́, ανεξάρτητα και αυτόνομα από́ την πραγματικότητα.

Τα σημεία παράγουν νόημα όχι επειδή αναφέρονται στα πράγματα αλλά επειδή διαφέρουν από άλλα σημεία που ανήκουν στην ίδια τάξη π.χ η καρέκλα, η πολυθρόνα κι ο καναπές είναι έπιπλα. Ωστόσο, η λέξη καρέκλα έχει το νόημα που έχει επειδή ακριβώς διαφέρει από τα άλλα δύο σημεία (λέξεις) την πολυθρόνα και τον καναπέ. Τα σημεία «κόρη», «γυναίκα», «σύζυγος», «γεροντοκόρη», έχουν νόημα επειδή μπορούν να συγκριθούν και να συσχετισθούν μεταξύ τους. Το νόημα αποδίδεται πάντοτε στα αντικείμενα από́ το ανθρώπινο μυαλό που σκέφτεται μέσω της γλώσσας που έχει μάθει.

Ως απλώς ειπείν:

α. το αυθαίρετο του γλωσσικού σημείου σημαίνει ότι οι σχέσεις μεταξύ των σημείων είναι εντελώς συμβατικές. Για παράδειγμα, οι Άγγλοι το τραπέζι το λένε «table», οι Γάλλοι «table». Γίνεται, λοιπόν αντιληπτό, πως ονομάζεται έτσι κατόπιν γενικής συνεννόησης και ο ομιλητής είναι υποχρεωμένος να μάθει Αγγλικά, Γαλλικά κ.λπ. για να μπει στο σύστημα.

β. το σημαίνον είναι ο ήχος που ακούγεται κατά την άρθρωση μιας λέξης, ενώ το σημαινόμενο είναι το νόημα, δηλαδή η σημασία της λέξης. Συνεπώς, το σημαίνον δεν περιλαμβάνει το νόημα – σημασία μιας λέξης, παρά μόνο το ηχητικό άκουσμα. Αυτή ήταν μία διαφορετική προσέγγιση από τις προγενέστερες, οι οποίες επικεντρώνονταν στην σχέση μεταξύ των λέξεων και στα νοήματα που δηλώνουν ανά τον κόσμο.

Οι ανθρωπολόγοι μελετητές των μύθων και οι δομιστές φιλόλογοι παρατηρήσαν ότι η γλώσσα παράγει νόημα με βάση τα λεγόμενα αντιθετικά δίπολα, ήτοι αντιθετικά ζεύγη εννοιών όπως: τέχνη/ζωή, άντρας/γυναίκα, συγγενής/ξένος, πολιτισμός/φύση, κ.α. Αυτές οι δομές «αντιθέτων» θεωρούνται από́ τους δομιστές θεμελιώδεις στον τρόπο που αντιλαμβάνονται και οργανώνουν οι άνθρωποι την πραγματικότητα.

Η μεταδομιστική προσέγγιση της λογοτεχνίας (ο μεταδομισμός αποτελεί εξέλιξη του δομισμού, άλλωστε το δηλώνει το πρώτο συνθετικό της λέξης) συχνά́ προσπαθεί́ να περιθωριοποιήσει αυτά τα δίπολα. Ένα κεντρικό́ πρόβλημα του δομισμού́ και του μεταδομισμού αφορά, ακριβώς στο ζήτημα του «υποκειμένου», όπου εγείρονται τα ακόλουθα ερωτήματα: αν «μας φτιάχνει» η γλώσσα μήπως τελικά́ δεν είμαστε υποκείμενα αλλά «αντικείμενά» της; Έρμαια των κυρίαρχων λόγων; Αν «κατασκευαζόμαστε» από́ τους λόγους που στηρίζουν και συναποτελούν τους θεσμούς όπως το σχολείο, η εκκλησία, η οικογένεια, κ.λπ., από́ πού αντλείται η πρωτοβουλία, η βούληση, η θέληση, οι προσωπικές μας επιλογές, κ.λπ.;

Έννοιες – κλειδιά στον Γλωσσολογικό Δομισμό είναι οι έννοιες του παραδείγματος, του συντάγματος και της αξίας, οι οποίες όμως δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί πλήρως στην σκέψη του Saussure. Ένα δομικό παράδειγμα (paradigm) είναι ουσιαστικά μια σειρά από γλωσσικές ενότητες/μονάδες (ένα λέξημα, ένα μόρφημα, ή κανονικές δομές) των οποίων η ύπαρξη είναι δυνατή σε μια σταθερή θέση σ’ ένα ορισμένο γλωσσικό περιβάλλον (όπως σε μια συγκεκριμένη πρόταση) το οποίο είναι το σύνταγμα (syntagm). Ο διαφορετικός λειτουργικός ρόλος καθενός από αυτά τα μέλη του παραδείγματος ονομάζεται αξία (value ή valeur).

Τα Μαθήματα του Saussure άσκησαν επίδραση σε πολλούς γλωσσολόγους κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Α’ και Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην Αμερική, για παράδειγμα, ο Leonard Bloomfield ανέπτυξε την δική του εκδοχή για τον γλωσσολογικό δομισμό, όπως ακριβώς έπραξε ο Louis Hjelmslev στη Δανία κι ο Alf Sommerfelt στη Νορβηγία. Στη Γαλλία ο Antoine Meillet κι ο Émile Benveniste θα συνέχιζαν το προγραμματικό σχέδιο του Saussure. Ωστόσο, σημαντικότερα μέλη της Γλωσσολογικής Σχολής της Πράγας όπως ο Roman Jakobson κι ο Nikolai Trubetzkoy διεξήγαγαν έρευνα, η οποία θα αποδεικνυόταν ιδιαίτερα σημαντική.

Το εναργέστερο και σημαντικότερο παράδειγμα δομισμού της Σχολής της Πράγας έγκειται στη «φωνημική». Αντί να συντάξουν απλά έναν κατάλογο με τους ήχους που τυχαίνει να υπάρχουν σε μία γλώσσα, η Σχολή της Πράγας επεδίωξε να εξετάσει τον τρόπο σύνδεσης/συσχετισμού μεταξύ τους. Οι ίδιοι αποφάσισαν πως ο κατάλογος καταγραφής των ήχων μιας γλώσσας μπορούσε να εξεταστεί με βάση μια σειρά αντιθέσεων. Συνεπώς, στα Αγγλικά οι ήχοι /p/ και /b/ αναπαριστούν ξεχωριστά φωνήματα, καθώς υπάρχουν περιπτώσεις (ελάχιστα ζεύγη) όπου η αντίθεση μεταξύ των δύο είναι και η μόνη διαφορά μεταξύ δύο ξεχωριστών λέξεων (π.χ. ‘pat’ και ‘bat’).

Εξετάζοντας ήχους με βάση τ’ αντιθετικά τους χαρακτηριστικά ανοίγεται επίσης ο δρόμος για συγκριτικές παρατηρήσεις – είναι σαφές για παράδειγμα, ότι η δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι Γιαπωνέζοι ομιλητές στο να διακρίνουν το /r/ και το /l/ στην Αγγλική γλώσσα οφείλεται στο γεγονός πως οι συγκεκριμένοι ήχοι δεν είναι αντιθετικοί στα Ιαπωνικά. Ενώ αυτή η προσέγγιση είναι συνηθισμένη σήμερα στη γλωσσολογία, εκείνη την χρονική περίοδο υπήρξε καινοτόμος. Η φωνολογία θα γινόταν η παραδειγματική βάση για τον δομισμό με μια πλειάδα διαφορετικών μορφών.

Για τον δομισμό́, λοιπόν, η γλώσσα σε μεγάλο βαθμό́ συνιστά́ τον κόσμο, δεν καταγράφει απλώς πράγματα που προϋπάρχουν αυτής. Εν ολίγοις, θα λέγαμε, ότι ο δομισμός εντοπίζει και περιγράφει τους κανόνες και τις συμβάσεις των διαφόρων εκδηλώσεων και εκφάνσεων του πολιτισμού́ (π.χ. κοινωνικές δομές, θεσμούς, αλλά́ και γλώσσα, λογοτεχνία, κ.λπ. ενώ ο μεταδομισμός εστιάζει στην θέση του υποκειμένου μέσα στη δομή και στη σχέση του με τη δομή. Προσπαθεί να επιφέρει αλλαγές και στα δύο.

Ο Δομισμός στην ανθρωπολογία και κοινωνιολογία (structuralism in anthropology and sociology)

Σύμφωνα με την δομική θεωρία στην ανθρωπολογία και την κοινωνική ανθρωπολογία, το νόημα παράγεται κι αναπαράγεται εντός ενός πολιτισμού δια μέσου ποικίλων πρακτικών, φαινομένων και δραστηριοτήτων που λειτουργούν ως συστήματα εννοιών. Ένας δομιστής μελετά δραστηριότητες τόσο ποικιλόμορφες όσο η προετοιμασία ενός φαγητού κι η εκτέλεση ενός τελετουργικού, οι θρησκευτικές τελετές, τα παιχνίδια, λογοτεχνικά και μη λογοτεχνικά κείμενα κι άλλες μορφές ψυχαγωγίας για ν’ ανακαλύψει τις βαθιές δομές μέσα από τις οποίες το νόημα παράγεται κι αναπαράγεται μέσα σ’ έναν πολιτισμό.

Για παράδειγμα, ένας πρώιμος και επιφανής υποστηρικτής του δομισμού, ο ανθρωπολόγος και εθνογράφος Claude Lévi-Strauss κατά την δεκαετία του 1950, εξέταζε πολιτισμικά φαινόμενα της μυθολογίας της συγγένειας (η θεωρία της Συμμαχίας και η απαγορευμένη πράξη της αιμομιξίας) και της προετοιμασίας του φαγητού. Πέραν αυτών των μελετών, στράφηκε σε γραπτά εστιασμένα στην γλωσσολογία, όπου εφήρμοσε την διάκριση μεταξύ γλώσσας και λόγου (langue – parole) στην έρευνά του για τις θεμελιώδεις νοητικές δομές του ανθρώπινου νου, υποστηρίζοντας πως οι δομές που σχηματίζουν «τους κυρίαρχους γραμματικούς κανόνες» της κοινωνίας προέρχονται από το μυαλό και λειτουργούν ασυνείδητα.

Ο Levis Strauss εμπνεύστηκε από την θεωρία πληροφορίας και τα μαθηματικά και δανείστηκε μία ιδέα από την γλωσσολογική Σχολή της Πράγας, όπου o Roman Jakobson και άλλοι εξέταζαν ήχους βασιζόμενοι στην παρουσία ή απουσία σταθερών γνωρισμάτων (όπως τα άηχα ή ηχηρά σύμφωνα). Ο Levi-Strauss συμπεριέλαβε αυτήν την διεργασία στην δική του αντίληψη σχετικά με τις καθολικές δομές του νου, την οποία επρόκειτο να εφαρμόσει βασιζόμενος σε αντιθετικά ζεύγη εννοιών όπως θερμό – κρύο, αρσενικό – θηλυκό, πολιτισμός – φύση, μαγειρεμένο – ωμό, γυναίκα κατάλληλη για γάμο και μη.

Marcel Mauss

Μία τρίτη επίδραση προέρχεται από τον Marcel Mauss, ο οποίος έγραψε για τα συστήματα ανταλλαγής δώρων. Στηριζόμενος στον Mauss, για παράδειγμα, ο Levi-Strauss υποστήριξε ότι τα συστήματα συγγένειας βασίζονται στην ανταλλαγή γυναικών μεταξύ των οικογενειακών ομάδων (κατάσταση γνωστή ως «θεωρία της Συμμαχίας») καθώς αντιτίθεται στην «θεωρία καταγωγής» που υποστήριξαν οι Edward Evans-Pritchard και Meyer Fortes.

Καθώς ανέλαβε την έδρα του Marcel Mauss στο Ecole Pratique des Hautes Etudes, η γραφή του Levi-Strauss έγινε ευρέως δημοφιλής κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970 και λειτούργησε ως εναρκτήριο λάκτισμα του όρου «στρουκτρουραλισμός».». Στην Βρετανία, συγγραφείς όπως οι Rodney Needham και Edmund Leach επηρεάσθηκαν έντονα από τον δομισμό. Στην Γαλλία, συγγραφείς όπως οι Maurice Godelier and Emmanuel Terray συνδύασαν τον Μαρξισμό με την δομιστικήδομική ανθρωπολογία. Στις Η.Π.Α., συγγραφείς όπως οι Marshall Sahlins and James Boon στάθηκαν στον δομισμό για να δώσουν την δική τους ανάλυση της ανθρώπινης κοινωνίας. Η δομιστική ανθρωπολογία βρέθηκε στο περιθώριο ήδη από τις αρχές του 1980 για διάφορους λόγους.

Roy D’ Andrande

Ο Roy D’ Andrade (1995) υποστηρίζει πως ο δομισμός στο πεδίο της ανθρωπολογίας βρέθηκε τελικά στο περιθώριο, διότι προέβη σε μη επαληθεύσιμες υποθέσεις για τις καθολικές δομές του ανθρώπινου νου. Συγγραφείς όπως ο Eric Wolf υποστήριξαν πως η πολιτική οικονομία και αποικιοκρατία, θα έπρεπε να βρισκόταν περισσότερο στην πρώτη γραμμή των ζητουμένων της ανθρωπολογίας. Ακόμη γενικότερα, η κριτική που ασκήθηκε στον δομισμό από τον Pierre Bourdieu έστρεψε το ενδιαφέρον στο πως οι πολιτισμικές και κοινωνικές δομές άλλαξαν με την ανθρώπινη παρέμβαση και πρακτική, μία τάση που ο Sherry Ortner αποκαλούσε «θεωρία της πρακτικής».

Μερικοί θεωρητικοί του κλάδου, ενώ θεώρησαν εντελώς εσφαλμένη την εκδοχή του Levi-Strauss για τον δομισμό, δεν απομακρύνθηκαν από την θεμελιώδη δομική βάση στην οποία στηρίζεται ο ανθρώπινος πολιτισμός. Οι θιασώτες του Βιογενετικού Δομισμού υποστηρίζουν πως πρέπει να υπάρχει κάποιο είδος δομικής βάσης στο οποίο να στηρίζεται ο πολιτισμός, διότι όλοι οι άνθρωποι κληρονομούν το ίδιο σύστημα εγκεφαλικών δομών.

Πρότειναν, λοιπόν, ένα είδος «Νευροανθρωπολογίας», η οποία θα έθετε τα θεμέλια για μια πιο ολοκληρωμένη επιστημονική εξήγηση της πολιτισμικής ομοιογένειας και ετερογένειας καθιστώντας επιτακτική την ενοποίηση της πολιτισμικής ανθρωπολογίας και νευροεπιστήμης – ένα «όραμα» το οποίο ενστερνίστηκαν ορισμένοι θεωρητικοί όπως ο Victor Turner.

Ο δομισμός στη φιλοσοφία των μαθηματικών (Structuralism in the philosophy of mathematics)

Ο δομισμός στα μαθηματικά ορίζεται ως η μελέτη του ορισμού των δομών (μαθηματικά αντικείμενα = αφηρημένες μορφές, οι οποίες μελετώνται στην φιλοσοφία των μαθηματικών) και του πως η οντολογία τους μπορούσε να καταστεί κατανοητή. Αυτή είναι μία φιλοσοφία που αναπτύσσεται στο πεδίο των μαθηματικών και φυσικά, οι κριτικές που τους ασκούνται συνυφαίνονται.

Paul Benacerraf

Το άρθρο του Paul Benacerraf με τίτλο «What Numbers Could Not Be» (1965) είναι εξαιρετικής σημασίας για τον μαθηματικό δομισμό κατά έναν ανορθόδοξο τρόπο, αφού ενέπνευσε την κριτική, στην οποία το κίνημα οφείλει την γέννηση του. O Benacerraf εισήγαγε την ιδέα στα μαθηματικά για να αντιμετωπίσει τους μαθηματικούς κώδικες, όπου σε μια τέτοια περίπτωση είμαστε δεσμευμένοι σε μια αφηρημένη, αέναη σφαίρα των μαθηματικών αντικειμένων. Το δίλημμα του Benacerraf έχει να κάνει με το πώς θα γνωρίζουμε αυτά τα αντικείμενα εάν δεν σταθούμε στις αιτιατές τους σχέσεις, αφού θεωρούνται δικαιολογημένα αδρανή στον κόσμο.

Ένα άλλο πρόβλημα που εγείρεται από την θεωρία του Benacerraf σχετίζεται με τις υπάρχουσες θεωρίες συνόλων, εξαιτίας των οποίων είναι πιθανός ο περιορισμός της στοιχειώδους θεωρίας αριθμών στα σύνολα. O Benacerraf το 1965 κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι αριθμοί δεν είναι αντικείμενα και σ’ αυτό ακριβώς το συμπέρασμα έδωσε την απάντησή του ο Mark Balaguer με την εισαγωγή του στον «καθαρόαιμο» Πλατωνισμό (είναι ουσιαστικά η άποψη πως σε μια λογική βάση υπάρχουν όλα τα πιθανά μαθηματικά αντικείμενα). Σύμφωνα με τον «καθαρόαιμο» πλατωνισμό, δεν έχει σημασία ποια συνολο-θεωρητική κατασκευή των μαθηματικών εφαρμόζεται, ούτε πώς καταλήξαμε να γνωρίζουμε την ύπαρξή τους, εφόσον κάθε σταθερή μαθηματική θεωρία υπάρχει και αποτελεί μέρος της ευρύτερης πλατωνικής σφαίρας.

Η απάντηση στους αρνητικούς ισχυρισμούς του Benacerraf είναι πως ο δομισμός κατέστη ένα βιώσιμο φιλοσοφικό πρόγραμμα εντός του πεδίου των μαθηματικών. Ο δομιστής απαντά σ’ αυτούς τους ισχυρισμούς λέγοντας πως η ουσία των μαθηματικών αντικειμένων έγκειται στις σχέσεις των αντικειμένων μέσω της δομής.

Σημαντική, όσον αφορά στο δομισμό στο πεδίο των μαθηματικών, υπήρξε η συμβολή του Nicolas Bourbaki, καθώς επίσης και του γενετικού επιστημολόγου Jean Piaget, ο οποίος, σε συνεργασία με τον μαθηματικό E.W. Beth, διαμόρφωσαν την έννοια των «μητρικών δομών», βάσει των οποίων όλοι οι μαθηματικοί σχηματισμοί λογίζονται ως μετασχηματισμοί.

Ο δομισμός στην λογοτεχνική θεωρία και κριτική (Structuralism in literary theory and literary criticism)

Στη λογοτεχνική θεωρία ο δομισμός είναι η προσέγγιση εκείνη, της οποίας βασικός σκοπός είναι η ανάλυση του αφηγηματικού υλικού μέσα από την διερεύνηση των λανθανόντων σταθερών δομών. Για παράδειγμα, ένας κριτικός της λογοτεχνίας που εφαρμόζει την δομιστική λογοτεχνική θεωρία θα έλεγε ενδεχομένως πως οι συγγραφείς του West Side Story δεν έγραψαν τίποτε «κυριολεκτικά» καινούριο, διότι το έργο τους είχε την ίδια δομή με αυτή του έργου Romeo and Juliet του Shakespeare. Σε αμφότερα τα έργα, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι ερωτεύονται (μία «φόρμουλα» (λογό[τυπος] με συμβολική χροιά για την μεταξύ τους σχέση θα μπορούσε να είναι Αγόρι+Κορίτσι) παρά το γεγονός πως ανήκουν σε δύο οικογένειες που εχθρεύονται η μία για την άλλη (η οικογένεια του «Αγοριού – η οικογένεια του «Κοριτσιού» ή οι « αντίπαλες δυνάμεις») και αυτή η διαμάχη λαμβάνει τέλος με τον θάνατό τους.

H πολυλειτουργικότητα του δομισμού είναι τέτοια, ώστε ένας κριτικός της λογοτεχνίας μπορούσε να προβεί στον ίδιο ακριβώς ισχυρισμό σχετικά με την ιστορία δύο αγαπημένων οικογενειών (η οικογένεια του Αγοριού – η οικογένεια του Κοριτσιού) οι οποίες σχεδιάζουν το γάμο των παιδιών τους παρά το γεγονός πως τα παιδιά τους μισιούνται θανάσιμα (το αγόρι και το κορίτσι) κι έπειτα αυτά οδηγούνται στην αυτοχειρία για να γλιτώσουν από το γάμο που έχει σχεδιαστεί παρά την βούλησή τους. Η αιτιολόγηση αυτού του ισχυρισμού έγκειται στο ότι η δομή της δεύτερης ιστορίας αποτελεί «αντιστροφή» της δομής της πρώτης: η σχέση μεταξύ της σημασίας του έρωτα και των δύο εμπλεκομένων ζευγαριών έχει αντιστραφεί.

Η λογοτεχνική κριτική του Δομισμού υποστηρίζει πως «η καινοτόμος αξία του λογοτεχνικού κειμένου» έγκειται αποκλειστικά στη νέα δομή, παρά στις λεπτομέρειες που σχετίζονται με την διάπλαση του αφηγηματικού χαρακτήρα και φωνής, μέσα των οποίων η δομή αποκτά έκφραση. Ορισμένα «παρακλάδια» του λογοτεχνικού Δομισμού, όπως ο Φροϋδισμός, ο Μαρξισμός και η μετασχηματιστική γραμματική, θέτουν ως αρχή την ύπαρξη τόσο μιας βαθιάς όσο και μιας επιφανειακής δομής. Σύμφωνα με μια Φροϋδική λογοτεχνική ερμηνεία το λογοτεχνικό κείμενο βασίζεται σε μια βαθιά δομή, η οποία με την σειρά της βασίζεται τόσο στο ένστικτο της ζωής, όσο και εκείνο του θανάτου. O αναγνώστης ενός μαρξιστικού κειμένου θα ερμηνεύσει την πάλη των τάξεων που προβάλλεται στο κείμενο ως μια σύγκρουση, της οποίας οι ρίζες εντοπίζονται στην βαθιά δομή της οικονομικής «βάσης».

Ο λογοτεχνικός στρουκτουραλισμός συνήθως ακολουθεί το παράδειγμα του Vladimir Propp, συγγραφέα του έργου «Η μορφολογία του παραμυθιού», καθώς και το παράδειγμα του Claude Levi-Strauss, οι οποίοι αναζητούν τα θεμελιώδη βαθιά στοιχεία στις αφηγήσεις και τους μύθους, τα οποία συνδυάζονται με ποικίλους τρόπους προκειμένου να παράγουν διάφορες εκδοχές της αρχικής αφήγησης, ή του αρχικού μύθου (ur-story/ur-myth). Όπως στον Freud και τον Marx, αλλά αντίθετα προς την μετασχηματιστική γραμματική, αυτά τα βασικά στοιχεία χαρακτηρίζονται από νοηματική συνάφεια.

Έχει παρατηρηθεί αξιοσημείωτη ομοιότητα ανάμεσα στην στρουκτουραλιστική λογοτεχνική θεωρία και στην αρχετυπική κριτική του Northrop Frye, στον οποίο οφείλουμε την μελέτη των μύθων από ανθρωπολογική σκοπιά. Ορισμένοι κριτικοί έχουν αποπειραθεί κατά καιρούς να εφαρμόσουν την θεωρία σε μεμονωμένα έργα, αλλά η προσπάθεια να βρουν μοναδικές/ξεχωριστές δομές σε μεμονωμένα λογοτεχνικά έργα αντίκειται στα ζητούμενα του Δομισμού κι συνδέεται στενά με την Νέα Κριτική.

Το άλλο «παρακλάδι» του λογοτεχνικού στρουκτουραλισμού είναι η σημειωτική (semiotics), η οποία έχει ως βάση το έργο του Ferdinand de Saussure.

Ο δομισμός μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Structuralism after World War II)

Τις δεκαετίες του 1940 και του 1960 ο υπαρξισμός, έτσι όπως εκφράσθηκε από τον Jean-Paul Sartre, αποτελούσε την κυρίαρχη τάση. Ο στρουκτουραλισμός στην Γαλλία έφτασε στο ζενίθ μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και ειδικότερα κατά την δεκαετία του 1960. H πρωτοφανής απήχησή του στην Γαλλία οδήγησε στην παγκόσμια εξάπλωσή του και οι κοινωνικές επιστήμες (κοινωνιολογία) είχαν επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό.

Jean-Paul Sartre

Ο Δομισμός απέρριπτε την έννοια της ανθρώπινης ελευθερίας και επιλογής και αντ’ αυτού εστίαζε στον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η ανθρώπινη συμπεριφορά. To σημαντικότερο «πρωτότοκο» έργο που κινείται προς αυτή την κατεύθυνση είναι εκείνο του Claude Levi-Strauss με τίτλο «Elementary Structures of Kinship/Στοιχειώδεις Δομές Συγγένειας (1949)». O ίδιος γνώρισε τον Roman Jakobson, ένα πρώην μέλος της Ρωσικής φορμαλιστικής ομάδας με τ’ όνομα OPOJAZ και του Γλωσσολογικού κύκλου της Πράγας, όταν βρίσκονταν μαζί στη Νέα Υόρκη κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και επηρεάστηκε τόσο από τον δομισμό του, όσο κι από την Αμερικανική ανθρωπολογική παράδοση.

Στις Στοιχειώδεις Δομές ο Levi-Strauss εξέταζε τα συστήματα συγγένειας από μια στρουκτουραλιστική οπτική και απέδειξε πως οι εμφανώς διαφορετικές κοινωνικές οργανώσεις, ήταν στην πραγματικότητα διαφορετικές εκδοχές ορισμένων βασικών συγγενικών δομών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 εκδίδει το έργο Structural Anthropology/Δομική Ανθρωπολογία, μία συλλογή δοκιμίων που σκιαγραφεί την «προγραμματική πολιτική» που θ’ ακολουθήσει σχετικά με το δομισμό.

Από τις αρχές του 1960, ο Στρουκτουραλισμός έκανε την εμφάνιση του χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις και ορισμένοι πίστευαν ότι απετέλεσε μια ξεχωριστή ενιαία προσέγγιση της ανθρώπινης ζωής, η οποία περιελάβανε όλους τους επιστημονικούς κλάδους. Ο Roland Barthes κι ο Jacques Derrida εστίασαν την προσοχή τους στο τρόπο εφαρμογής του δομισμού στην λογοτεχνία.

Jacques Lacan

Συμπλέκοντας τον Sigmund Freud και τον Ferdinand de Saussure, ο Γάλλος (μετα)δομιστής Jacques Lacan εφάρμοσε το δομισμό στη ψυχανάλυση και ο Jean Piaget μ’ ένα διαφορετικό τρόπο, τον εφάρμοσε στην μελέτη της ψυχολογίας. Το βιβλίο του Michel Foucault με τίτλο The Order of Things/Η τάξη των πραγμάτων πραγματεύεται την ιστορία της επιστήμης προκειμένου να μελετηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι δομές της επιστήμης, διαμόρφωσαν την αντίληψη των ανθρώπων για την γνώση και το συνειδητό (παρόλο που ο Foucault αργότερα αρνείται ρητά κάθε σχέση με το κίνημα του στρουκτουραλισμού).

Περίπου με τον ίδιο τρόπο, ο Αμερικανός ιστορικός της επιστήμης Thomas Kuhn πραγματεύεται τους δομικούς σχηματισμούς της επιστήμης στο έργο του με τίτλο The Structure of Scientific Revolutions/ Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων – o ίδιος ο τίτλος καταδεικνύει μια αυστηρή στρουκτουραλιστική προσέγγιση. Παρότι το ενδιαφέρον του ήταν λιγότερο στραμμένο στην «επιστήμη», ο Kuhn επεσήμανε πως οι κύκλοι των επιστημών λειτουργούν κι εφαρμόζουν μια συμβατική πρακτική «κλασικής επιστήμης», παρεκκλίνοντας από ένα κλασσικό παράδειγμα σε περιπτώσεις ασύμβατων ανωμαλιών, οι οποίες θέτουν υπό αμφισβήτηση σημαντικό τμήμα του έργου τους.

Συμπλέκοντας τον Marx και τον δομισμό ένας άλλος Γάλλος θεωρητικός ονόματι Louis Althusser εισήγαγε το δικό του είδος δομικής κοινωνικής ανάλυσης, φέρνοντας στο προσκήνιο τον αποκαλούμενο «δομικό μαρξισμό». Άλλοι συγγραφείς στην Γαλλία και γενικότερα στο εξωτερικό επέκτειναν την δομική ανάλυση σε κάθε κλάδο.

Η σημασία του όρου «στρουκτουραλισμός» έχει επίσης μεταβληθεί ως αποτέλεσμα της απήχησής του. Καθώς η απήχησή του υφίστατο διακυμάνσεις, ορισμένοι συγγραφείς αυτοχαρακτηρίσθηκαν ως «δομιστές». Η σημασία του όρου διαφέρει ελαφρώς μεταξύ Αγγλικής και Γαλλικής γλώσσας. Στις Η.Π.Α. για παράδειγμα, ο Derrida θεωρείται εξέχουσα μορφή του μεταδομισμού ενώ στην Γαλλία χαρακτηρίζεται ως «δομιστής». Τελικά, ορισμένοι συγγραφείς μετήλθαν διαφορετικούς τρόπους γραφής, όπως ο Barthes, ο οποίος μεταξύ άλλων συνέγραψε ορισμένα βιβλία στο πνεύμα στου στρουκτουραλισμού.

Αντιδράσεις (Reactions to structuralism)

Σήμερα ο στρουκτουραλισμός είναι λιγότερο δημοφιλής από άλλες προσεγγίσεις όπως ο μεταδομισμός και η αποδόμηση. Οι αιτίες ποικίλουν. O δομισμός έχει δεχτεί κατά καιρούς αρνητικές κριτικές ως ιστορικά ατεκμηρίωτο κίνημα και ότι ευνοεί αιτιοκρατικές δομικές δυνάμεις, που αναχαιτίζουν κάθε δυνατότητα ατομικής ενέργειας. Ο εθνολόγος Robert Jaulin όρισε μίαν άλλη μέθοδο, η οποία αντιπαρατέθηκε στο δομισμό. Περί το 1980, η αποδόμηση (ακολουθεί αντίστροφη πορεία από τον δομισμό – αποσκοπώντας στην αποσταθεροποίηση του οργανωμένου λόγου) και η έμφαση στην θεμελιώδη αμφισημία της γλώσσας – αντί στην διαυγή λογική δομή – κατέστη ιδιαίτερα δημοφιλής.

Με το τέλος του αιώνα, ο δομισμός αντιμετωπίστηκε ιστορικά, ως μια σημαντική σχολή σκέψης, αλλά τελικά αυτό το οποίο μονοπώλησε το ενδιαφέρον ήταν η κίνηση, παρά αυτός καθαυτός ο στρουκτουραλισμός.

Πηγή

http://www.newworldencyclopedia.org/entry/Structuralism

Αναφορές

  • Caws, P. 1997. Structuralism: A Philosophy for the Human Sciences New York: Humanity Books. ISBN 9781573924283
  • D’ Andrade, R. 1995. The development of cognitive anthropology. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 9780521459761
  • Beth, E.W., and J. Piaget. 1974. Mathematical Epistemology and Psychology. Springer. ISBN 9789027700711
  • Francois Dosse. 1998. History of Structuralism (two volumes). University of Minnesota Press. ISBN 9780816622412
  • Kuper, A. 1988. The Invention of Primitive Society: Transformations of an Illusion. London: Routledge. ISBN 9780415009034
  • Laughlin, Charles D. and Eugene G. d’Aquili. 1974. Biogenetic Structuralism. New York: Columbia University Press. ISBN 9780231038171
  • Leach, E. 2006. Political Systems of Highland Burma. ACLS History E-Book Project. ISBN 9781597402606
  • Leach, E. 1980. Rethinking Anthropology. Humanities Pr. ISBN 9780391001466
  • Levi-Strauss, C. 1971. The Elementary Structures of Kinship. Beacon Press. ISBN 9780807046692


     

Advertisements