James Joyce…….ο πολυταξιδεμένος μοντερνιστής (1882 – 1941)

στις

γράφει ο Ιωάννης Τζάνος πτυχ. Φιλοσοφικής Α.Π.Θ.

Ο James Augustine Aloysius Joyce (Ιρλανδικό όνομα Séamas Seoighe) υπήρξε Ιρλανδός συγγραφέας και ποιητής, θεωρούμενος ως η φιγούρα που μετέφερε τους «σπόρους» του κινήματος του μοντερνισμού. Συγκριτικά με τον Pablo Picasso στις εικαστικές τέχνες και τον Igor Stravinsky στη μουσική, o Joyce έφερε την επανάσταση στο μυθιστόρημα ως ένα καλλιτεχνικό μέσο για να διερευνήσει τις πολυπλοκότητες και την ψυχολογική «παραφωνία» της μοντέρνας ζωής.

Η πειραματική χρήση της γλώσσας και η άμεση διερεύνηση της συνείδησης σε έργα όπως ο «Οδυσσέας» (Ulysses, 1922) και «Η Αγρύπνια του Φίννεγκαν» (Finnegan’s Wake, 1939) που όμως «χαιρετίστηκαν» αρνητικά από τους εκδότες, με την απόκρυψη τους από τους λογοκριτές και την αδυναμία κατανόησης από τους αναγνώστες, άσκησαν έντονη επίδραση στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα ενδεχομένως περισσότερο από οιονδήποτε συγγραφέα.

Πορτραίτο του Fyodor Dostoyevsky

O Joyce έφτασε στα άκρα την τεχνική της «ροής της συνείδησης» όπου πρωτοπόρησαν συγγραφείς όπως ο Fyodor Dostoevsky και ο Knut Hamsun, σβήνοντας κάθε ίχνος κοινότοπης – συμβατικής αφηγηματικής φωνής. Η αδιήθητη εισχώρηση στις διαδικασίες της σκέψης ενός χαρακτήρα, που περιγράφονται ως απλά φαινόμενα, ήταν ένα σταθμός-ορόσημο στην εξέλιξη της μετά-μοντέρνας λογοτεχνίας, η οποία βασιζόταν στην απουσία του νοήματος κα στη σχετικότητα όλων των πεποιθήσεων και των εμπειριών. Μετά τον Joyce, συγγραφείς όπως οι Jean Genét και Louis-Ferdinand Céliné, καθώς και αναρίθμητοι ελάσσονες συγγραφείς, δραματουργοί και σκηνοθέτες, είχαν την ευκαιρία να διερευνήσουν τις σκοτεινές ακόμη και τις διεφθαρμένες πλευρές της ανθρώπινης συνείδησης, απομακρύνοντας το καλλιτεχνικό εγχείρημα από τον εξευγενισμένο του ρόλο, γνωστού από τον Αριστοτέλη, προς μία εντελώς απαθή και συχνά εχθρική στάση προς τις στοιχειώδεις αξίες.

Ως Ιρλανδός πολίτης που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο κοσμοπολίτικο Παρίσι και την Ελβετία, o Joyce, πολύ περισσότερο σαν τον Henry James, διατήρησε αναλλοίωτο το ενδιαφέρον στην πατρίδα του κατά τον Γολγοθά των Ιρλανδών. Κατά την διάρκεια της συγγραφής του έργου «Ulysses», o Joyce, όντας ευρέως γνωστός, έγραφε σε φίλους του που διέμεναν στο Δουβλίνο, όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημα, ρωτώντας για λεπτομέρειες όπως πόσο ψηλά (σε ίντσες) το κράσπεδο των πεζοδρομίων της πόλης ανασηκωνόταν από το έδαφος.

Οι ολοένα και περισσότερες πολύπλοκες γραφές του Joyce και συγκεκριμένα το τελευταίο του μυθιστόρημα «Finnegan’s Wake» παρουσιάζουν την ανθρώπινη εμπειρία αποσπασματική και διαιρεμένη σε επεισόδια. Τα πειράματά του με την γλώσσα, η χρήση λογοπαιγνίων και ασυνήθιστων λέξεων και οι δύσκολες ιστορικές και θρησκευτικές αναφορές φαίνονται σχεδόν αξεπέραστα εμπόδια για τον «κοινό» αναγνώστη. Ενώ ορισμένοι κριτικοί της λογοτεχνίας θεωρούν το έργο ένα αριστούργημα, βρίσκεται μεταξύ των πλέον απαιτητικών και συνεπώς μη αναγνωσμένων, σύγχρονων έργων. «Η μόνη απαίτηση που έχω από τον αναγνώστη μου» είπε κάποτε ο Joyce σ’ έναν δημοσιογράφο «είναι το ότι πρέπει να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του να διαβάσει τα έργα μου»

Βιογραφία

Δουβλίνο, 1882-1904 (Dublin)

Ο James Augustine Joyce γεννήθηκε σε μια Καθολική οικογένεια στο Δουβλινέζικο προάστιο του Rathgar το 1882. Ήταν το μεγαλύτερο από τα δέκα επιζώντα παιδιά, αφού δύο από τα αδέρφια του πέθαναν από τυφοειδή πυρετό. Ο πατέρας του και ο παππούς του είχαν παντρευτεί μέσα σε εύπορες οικογένειες. Το 1887, ο πατέρας του, John Stanislaus Joyce, είχε επιλεγεί για την θέση του εισπράκτορα (χρεών) από την Δουβλινέζικη τοπική αυτοδιοίκηση. Ακολούθως η οικογένεια του μετακινήθηκε στο μοντέρνο νέο προάστιο του Bray. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα ο Joyce δέχτηκε επίθεση από ένα σκυλί, γεγονός που του προκάλεσε εφ’ όρου ζωής φόβο για τα σκυλιά, σε συνδυασμό με τον φόβο του για τις καταιγίδες, τις οποίες ο βαθιά θρησκευόμενος θείος του ερμήνευε ως σημάδι της οργής του Θεού.

To 1891, o Joyce έγραψε ένα ποίημα με τίτλο «Et tu Healy» για τον θάνατο του Ιρλανδού εθνικιστή Charles Stewart Parnell. Ο πατέρας του το τύπωσε και έστειλε αντίγραφο στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, o John Joyce συμπεριλήφθηκε στο Stubbs Gazette, έναν επίσημο κατάλογο χρεοκοπιών και τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Το 1893 απολύθηκε παίρνοντας μία σύνταξη. Aυτή ήταν η αρχή μιας διολίσθησης προς την ένδεια για την οικογένεια, κυρίως λόγω του αλκοολισμού του πατέρα του και της γενικότερης κακής οικονομικής διαχείρισης.

Απεικόνιση του Αγ. Θωμά Ακινάτη από το Πολύπτυχο Demidoff του Κάρλο Κριβέλλι_http://www.ime.gr/.

Ο James Joyce αρχικά δέχτηκε εκπαίδευση από Ιησουίτες στο Clongowes Wood College, ένα οικοτροφείο στην Κομητεία Kildare, όπου εισήχθη το 1888 αλλά αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το 1892 καθώς ο πατέρας του δεν μπορούσε πλέον να καταβάλλει τα δίδακτρα. Έκτοτε μελετούσε στο σπίτι και στην Συνάθροιση Χριστιανών Αδελφών (Congregation of Christian Brothers) στο Δουβλίνο, μέχρι που του προσφέρθηκε μια θέση στο Δουβλινέζικο Κολλέγιο Belvedere που τελούσε υπό την διεύθυνση Ιησουιτών. Η προσφορά έγινε, εν μέρει τουλάχιστον, με την ελπίδα ότι θα ανακάλυπτε ένα λειτούργημα και θα γινόταν μέλος του Τάγματος. O Joyce, ωστόσο, αρνήθηκε τον Καθολικισμό σε ηλικία 16 ετών, ενώ η φιλοσοφία του αγίου Θωμά Ακινάτη θα παρέμενε μία ισχυρή επιρροή για τον ίδιο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Το 1898 εγγράφηκε στο πρόσφατα εγκαθιδρυμένο Κολλέγιο του Δουβλίνου University College Dublin όπου σπούδασε σύγχρονες γλώσσες, κυρίως αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Επίσης, δραστηριοποιήθηκε στους θεατρικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Η κριτική του στο έργο New Drama του Henrik Ibsen δημοσιεύτηκε το 1900 και είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί ευχαριστήριο γράμμα του ίδιου του Νορβηγού δραματουργού. Ο Joyce έγραψε πλειάδα άλλων άρθρων και τουλάχιστον δύο θεατρικά έργα (χαμένα ακόμη) κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Πολλοί από τους φίλους του από το University College θα εμφανίζονταν ως χαρακτήρες στα «γραπτά» του Joyce.

Μετά την αποφοίτηση του το 1903, έφυγε στο Παρίσι, φαινομενικά για να σπουδάσει, ενώ στην πραγματικότητα σπαταλούσε χρήματα της οικογένειας του που με το ζόρι μπορούσαν να διαθέσουν για χάσιμο. Ύστερα από λίγους μήνες επέστρεψε στην Ιρλανδία, καθώς η μητέρα του διαγνώστηκε με καρκίνο. O Joyce αρνήθηκε να προσευχηθεί στο προσκέφαλό της, αλλά αυτό φαίνεται ότι είχε να κάνει περισσότερο με τον αγνωστικισμό του ιδίου παρά με τις προστριβές του με τη μητέρα του. Μετά τον θάνατο της, εξακολούθησε να πίνει σε υπερβολικό βαθμό και η κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι γινόταν αφόρητη. Τα έβγαζε πέρα πενιχρώς γράφοντας κριτικές για βιβλία, διδάσκοντας και τραγουδώντας.

James Joyce & Nora Barnacle

Στις 7 Ιανουαρίου το 1904, μια τυπική μέρα έγραψε το έργο «Το πορτραίτο του καλλιτέχνη» (A portrait of the artist) ένα μυθιστορηματικό δοκίμιο σχετικά με την αισθητική, το οποίο όμως απορρίφθηκε από το φιλελεύθερο περιοδικό Dana. Έτσι αποφάσισε, στα 22α γενέθλια του, να αναθεωρήσει την ιστορία και να το μετατρέψει σ’ ένα μυθιστόρημα που σχεδίαζε να το αποκαλέσει «Stephen Hero» (Στήβεν ο Ήρωας). Τον ίδιο χρόνο συνάντησε την Nora Barnacle, μια νεαρή γυναίκα από την Connemara, από την Κομητεία Galway, η οποία εργαζόταν ως καμαριέρα. Στις 16 Ιουνίου του 1904, βγήκαν το πρώτο τους ραντεβού, ένα γεγονός που θα γιορτάζονταν καθώς προσέφερε την ημέρα στην οποία τοποθετείται η δράση στο έργο «Ulysses».

Ο Joyce παρέμεινε στο Δουβλίνο για λίγο ακόμη χρονικό διάστημα, καταναλώνοντας υπερβολικές ποσότητες αλκοόλ. Ύστερα από μία από αυτές τις κραιπάλες, ενεπλάκη σ’ έναν καυγά λόγω μιας παρεξήγησης με έναν άνδρα στο Phoenix Park, από όπου τον «μάζεψε» ένας απλός γνωστός του πατέρα του, ο Alfred H. Hunter, ο οποίος τον μετέφερε στο σπίτι για να περιποιηθεί τα τραύματά του. O Hunter φημολογούνταν ότι ήταν Εβραίος και ότι είχε μία άπιστη σύζυγο, ενώ o ίδιος θα χρησίμευε ως ένα από τα πρότυπα για τον Leopold Bloom, τον βασικό πρωταγωνιστή του «Ulysses».

Oliver St. John Gogarty

Στην συνέχεια συγκατοίκησε με έναν φοιτητή της ιατρικής, τον Oliver St. John Gogarty, ο οποίος απετέλεσε έμπνευση για τον χαρακτήρα Buck Mulligan στο έργο «Ulysses». Αφού διέμεινε στο Martello Tower (=μικρά αμυντικά οχυρά, τα οποία είχαν κτιστεί κατά μήκος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας τον 19ο αιώνα) του Gogarty για έξι ολόκληρες νύχτες, έφυγε εν τω μέσω της νυκτός έπειτα από λογομαχία, κατά την οποία ο Gogarty, απ΄ ότι φαίνεται, μετήλθε ένα όπλο, στραμμένο προς τον Joyce. Επιστρέφει και πάλι στο Δουβλίνο για να περάσει τη νύχτα με συγγενείς του και την επαύριον έστειλε έναν φίλο του να πακετάρει τα «μπαγκάζια» του. Αμέσως μετά έφυγε (κρυφά) με την Νόρα στην Ευρώπη.

1904-1920: Τεργέστη και Ζυρίχη (Trieste and Zürich)

O Joyce και η Nora υποβλήθηκαν σε μια αυτο-επιβαλλόμενη εξορία, μετακινούμενοι πρώτα στη Ζυρίχη, όπου θεωρητικά είχε καταλάβει μια θέση για την διδασκαλία των Αγγλικών στη σχολή Berlitz μέσω ενός κρατικού εκπροσώπου στην Αγγλία. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο Άγγλος εκπρόσωπος είχε εξαπατηθεί, αλλά ο διευθυντής της σχολής έστειλε τον Joyce στην Τεργέστη, την Ιταλόφωνη πόλη-λιμάνι που τότε ανήκε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Για ακόμη μια φορά, αντιλήφθηκε πως εκεί δεν υπήρχε θέση γι’ αυτόν, αλλά με τη βοήθεια του Almidano Artifoni, διευθυντή της σχολής Berlitz στην Τεργέστη, όπου εν τέλει εξασφάλισε μια θέση διδασκαλίας στην Πόλα, τμήμα τότε της Αυστροουγγαρίας (σήμερα της Κροατίας) Εκεί έμεινε από τον Οκτώβριο του 1904 έως το Μάρτιο του 1905, όταν οι Αυστριακοί ανακάλυψαν μία συμμορία κατασκοπίας και απέλασαν όλους τους ξένους. Με την βοήθεια του Artifoni, επέστρεψε στην Τεργέστη και ξεκίνησε να διδάσκει Αγγλικά. Εκεί θα παρέμενε για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Λίγο αργότερα τον ίδιο χρόνο (27 Ιουλίου 1905) η Nora έφερε στη ζωή το πρώτο τους παιδί (Georgio) Έπειτα ο Joyce έπεισε τον αδελφό του, Stanislaus, να έρθει μαζί του στην Τεργέστη, εξασφαλίζοντας μια θέση διδασκαλίας στη σχολή. Φαινομενικά επιθυμούσε να έχει την συντροφιά του αδελφού του και να του προσφέρει μια πολύ περισσότερο ενδιαφέρουσα ζωή από το ταπεινό επάγγελμα του υπαλλήλου στο Δουβλίνο. Στην πραγματικότητα, ήλπιζε ν’ αυξήσει το πενιχρό εισόδημα της οικογενείας του με τα έσοδα του αδερφού του. O Stanislaus και ο Joyce είχαν τεταμένες σχέσεις καθ’ όλη τη διάρκεια που ζούσαν μαζί στην Τεργέστη και οι περισσότερες διαφωνίες προέρχονταν από το πόσο επιπόλαια ο Joyce διαχειριζόταν τα χρήματα και από τις αλκοολικές του συνήθειες.

Με την «παθολογική» του επιθυμία για ταξίδι ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ο Joyce είχε εξαγριωθεί με τη ζωή στην Τεργέστη και μετακινήθηκε στη Ρώμη στα τέλη του 1906, έχοντας εξασφαλίσει θέση εργασίας σε μία τράπεζα στην πόλη. Εντούτοις, δυσαρεστήθηκε έντονα από τη Ρώμη και κατέληξε να επιστρέψει στην Τεργέστη στις αρχές του 1907. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου γεννήθηκε η κόρη του Lucia.

Ο επονομαζόμενος δίσκος James-Joyce στην συμβολή των ποταμών Sihl και Limmat στη Ζυρίχη, όπου ο Joyce χαλάρωνε_wikipedia

Το καλοκαίρι του 1909 ο Joyce επέστρεψε στο Δουβλίνο με τον Giorgio, για να επισκεφτεί τον πατέρα του, να του δείξει τον γιο του και να δουλέψει με σκοπό την έκδοση του έργου του «Dubliners» («Δουβλινέζοι») Επισκέφτηκε την οικογένεια της Nora στο Galway, όπου τους συναντούσε για πρώτη φορά. Ήταν μια επιτυχημένη επίσκεψη προς ανακούφιση του. Καθώς ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην Τεργέστη αποφάσισε να πάρει μαζί του μία από τις αδερφές του, την Eva, για να βοηθήσει την Nora στην φροντίδα του σπιτιού. Θα περνούσε μόνο ένα μήνα πίσω στην Τεργέστη προτού επιστρέψει και πάλι στο Δουβλίνο, αυτή την φορά ως αντιπρόσωπος κάποιων ιδιοκτητών κινηματογράφων με σκοπό να εγκαθιδρύσει ένα κλασικό cinema στο Δουβλίνο.

Το εγχείρημα στέφθηκε από επιτυχία αλλά γρήγορα κατέρρευσε λόγω της απουσίας του και επέστρεψε στην Τεργέστη τον Ιανουάριο του 1910 φέρνοντας μαζί του άλλη μία από τις αδερφές του, την Eileen. Καθώς η Eva νοσταλγούσε τρομερά την πατρίδα της, το Δουβλίνο, όπου κι επέστρεψε λίγα χρόνια αργότερα, η Eileen πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Ευρώπη, όπου τελικά παντρεύτηκε έναν Τσέχο τραπεζικό ταμία, τον Frantisek Schaurek.

O Joyce επέστρεψε για λίγο στο Δουβλίνο το καλοκαίρι του 1912 με αφορμή την μακροχρόνια διαμάχη του με τον Δουβλινέζο εκδότη του, George Roberts, σχετικά με την έκδοση των «Δουβλινέζων». Το ταξίδι του ήταν για μία ακόμη φορά ατελέσφορο και κατά την επιστροφή του έγραψε το ποίημα «Gas from a Burner» με ένα ελαφρώς συγκαλυμμένο προσβλητικό περιεχόμενο απευθυνόμενος στον Roberts. Αυτό ήταν το τελευταίο του ταξίδι στην Ιρλανδία και ποτέ ξανά δεν ήρθε πιο κοντά στο Δουβλίνο από το Λονδίνο, παρά τις πολλές ικεσίες του πατέρα του και τις προσκλήσεις του συναδέλφου Ιρλανδού συγγραφέα William Butler Yeats. O Joyce θα περνούσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ευρώπη.

Italo Svevo

Ο ίδιος επινόησε πολλές επικερδείς μηχανορραφίες κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου του βίου του, όπως η προσπάθεια να γίνει μεγαλοεπιχειρηματίας στο χώρο του κινηματογράφου στο Δουβλίνο καθώς επίσης και το πολυσυζητημένο αλλά ανεπιτυχές σχέδιο να εισάγει Ιρλανδικά τουίντς (μάλλινο ύφασμα) στην Τεργέστη. Η τάση του να δανείζεται χρήματα από τους φίλους του τον προφύλαξε από το να καταστεί εντελώς άπορος. Το εισόδημά του επανήλθε μερικώς από τη θέση του στο Berlitz και κάνοντας κατ’ οίκον διδασκαλία σε μαθητές. Ορισμένοι από τους γνωστούς των προσωπικών του μαθητών αποδείχτηκαν πολύτιμοι σύμμαχοι κατά τη διάρκεια των δυσκολιών του να φύγει από την Αυστροουγγαρία και να εισέλθει στην Ελβετία το 1915.

Ένας από τους φοιτητές του στην Τεργέστη ήταν ο Ettore Schmitz, περισσότερο γνωστός με το ψευδώνυμο Italo Svevo. Συναντήθηκαν το 1907 και έγιναν στενοί φίλοι και με κοινή πορεία στην κριτική. Ο Schmitz ήταν Εβραίος και απετέλεσε το πρωταρχικό πρότυπο για τον Leopold Bloom. Οι περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την Εβραϊκή πίστη που περιλαμβάνονται στον «Ulysses» προέρχονται από τον Schmitz ως απάντηση στα ερωτήματα του Joyce. Ενώ βρισκόταν στην Τεργέστη ο Joyce αρχικώς άρχισε να ταλαιπωρείται από μειζόνος σημασίας οφθαλμολογικά προβλήματα, τα οποία θα οδηγούσαν σε περισσότερα από μια ντουζίνα χειρουργεία προτού πεθάνει.

Joyce & Ezra Pound

Το 1915 πήγε στη Ζυρίχη προκειμένου ν’ αποφύγει τις εν ζωή περιπλοκές στην Αυστροουγγαρία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Ζυρίχη συνάντησε έναν από τους πιο μακρόχρονους και σημαντικούς φίλους του, τον Frank Budgen, του οποίου τη γνώμη ζητούσε διαρκώς ο Joyce κατά τη διάρκεια της συγγραφής του «Ulysses» και του «Finnegan’s Wake». Εκεί ήταν που ο Ezra Pound τον βοήθησε να τραβήξει την προσοχή της Αγγλίδας φεμινίστριας και εκδότριας, Harriet Shaw Weaver, η οποία θα γινόταν χορηγός του Joyce, παρέχοντάς του χιλιάδες λίρες για τα επόμενα 25 χρόνια και απαλλάσσοντάς τον από το φορτίο της διδασκαλίας προκειμένου να εστιάσει στην συγγραφή του.

Μετά την λήξη του πολέμου επέστρεψε για λίγο στην Τεργέστη, αλλά βρήκε την πόλη αλλαγμένη. Επιπροσθέτως, οι σχέσεις του με τον αδελφό του, ο οποίος είχε κλειστεί σε Αυστριακό στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά το περισσότερο χρόνο του πολέμου λόγω της υποστήριξης εκ μέρους του της Ιταλικής πολιτικής, ήταν περισσότερο τεταμένες από ποτέ. O Joyce επισκέφθηκε το Παρίσι για μια βδομάδα περί το 1920 έπειτα από πρόσκληση του Ezra Pound, αλλά κατέληξε να ζήσει εκεί για τα επόμενα 20 χρόνια.

1920 -1941: Παρίσι και Ζυρίχη

Ο Joyce ταξίδευε συχνά στην Ελβετία για οφθαλμολογικές επεμβάσεις και θεραπείες για την κόρη του Lucia, η οποία έπασχε από σχιζοφρένεια. Στο Παρίσι, οι Maria και Eugene Jolas περιέθαλπαν τον Joyce κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης συγγραφής του «Finnegans Wake». Εάν δεν υφίστατο η σταθερή στήριξή τους σε συνδυασμό με την αδιάκοπη οικονομική υποστήριξη από μέρους της Harriet Shaw Weaver, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα τα βιβλία του να μην είχαν ολοκληρωθεί ή εκδοθεί ποτέ. Στο θρυλικό τους λογοτεχνικό περιοδικό Transition, οι Jolases σταθερά εξέδιδαν διάφορα τμήματα από το μυθιστόρημα του Joyce υπό τον τίτλο «Work in progress» («ἔργον ἑν προόδῳ»).

Τάφος του James Joyce στην Ζυρίχη

Επέστρεψε στη Ζυρίχη να ζήσει μετά την κατοχή της Γαλλίας το 1939 από τους Ναζί, όπου κι έζησε ήσυχα για τα επόμενα δύο χρόνια. Στις 11 Ιανουαρίου του 1941 υποβλήθηκε σε χειρουργείο για διάτρητο έλκος στομάχου. Ενώ, αρχικά, η κατάσταση του είχε βελτιωθεί, υποτροπίασε την επόμενη ημέρα και παρά τις μεταγγίσεις, έπεσε σε κώμα. Ξύπνησε στις 13 Ιανουαρίου του 1941 στις 2 π.μ. και ζήτησε από μία νοσοκόμα να καλέσει την σύζυγό του και τον γιο του προτού απωλέσει ξανά τη συνείδησή του. Εκείνοι βρίσκονταν στο δρόμο όταν εκείνος κατέληξε 15 λεπτά αργότερα. Τάφηκε στο νεκροταφείο Fluntren κοντά στη φωλιά του λιονταριού στο ζωολογικό κήπο της Ζυρίχης. Η σύζυγός του Νόρα, την οποία παντρεύτηκε στο Λονδίνο το 1931, έζησε δέκα χρόνια παραπάνω από τον Joyce. Τάφηκε δίπλα του, όπως και ο γιός τους Georgio, ο οποίος πέθανε το 1976.

Ο βίος του Joyce εορτάζεται κάθε χρόνο στις 16 Ιουνίου, ημέρα γνωστή ως «Bloomsday», στο Δουβλίνο και σ’ έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό πόλεων παγκοσμίως.

Σημαντικά έργα του Joyce

Dubliners (Δουβλινέζοι)

Η αλησμόνητη Ιρλανδική κληρονομιά και οι εμπειρίες του Joyce είναι ζωτικής σημασίας για την συγγραφική του παραγωγή και παρέχουν όλο το «σκηνικό» για την φαντασία του και το μεγαλύτερο μέρος του θεματικού υλικού των έργων του. Ο «πρώιμος» τόμος των διηγημάτων του υπό τον τίτλο «Dubliners», αποτελεί μία διεισδυτική ανάλυση στην τελμάτωση και στην παράλυση στης Δουβλινέζικης κοινωνίας. Τα διηγήματα συμπεριλαμβάνουν επιφοιτήσεις – μία λέξη που χρησιμοποιείται ιδιαίτερα από τον Joyce – με την οποία εννοούσε την ξαφνική επίγνωση της ουσίας ενός πράγματος. Ωστόσο, πολλά από τα έργα του αποτυπώνουν την πλούσια παράδοση της Καθολικής εκκλησίας ενώ το διήγημα υπό τον τίτλο «Araby» (Αραβία) δείχνει την δυσαρέσκεια και την απώλεια της πίστης του. Το τελευταίο και πιο γνωστό διήγημα της συλλογής, το οποίο φέρει τον τίτλο «The Dead» (Οι νεκροί) μεταφέρθηκε στη «μεγάλη οθόνη» και σκηνοθετήθηκε από τον John Huston ως το τελευταίο χαρακτηριστικό του έργο ολοκληρωμένο το 1987.

A Portrait of the Artist as a Young Man (Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία)

Το πορτραίτο του καλλιτέχνη είναι μία σχεδόν ολοκληρωμένη αναδιατύπωση του «εγκαταλελειμμένου» μυθιστορήματος «Stephen Hero», του οποίου το πρωτότυπο χειρόγραφο είχε μερικώς καταστραφεί σε μια στιγμή έκρηξης θυμού κατά τη διάρκεια ενός καυγά με την Νora. Ένα künstlerroman ή αλλιώς μια ιστορία της διάπλασης ενός καλλιτέχνη (ένας τύπος του αποκαλούμενου bildungsroman ή αλλιώς μυθιστόρημα μαθητείας) είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό και δείχνει την διαδικασία, μέσα από την οποία φτάνει κανείς στην ωριμότητα και στην αυτοσυνειδησία, κάτι το οποίο προβάλλεται μέσα από τα μάτια ενός χαρισματικού νεαρού άνδρα.

Ο βασικός χαρακτήρας ακούει στο όνομα Stephen Dedalus, ο οποίος αποτελεί μία αναπαράσταση του ίδιου του Joyce. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα, ορισμένα ψήγματα των μεταγενέστερων τεχνικών του Joyce είναι εμφανή, όπως η χρήση του εσωτερικού μονολόγου και το ενδιαφέρον για την ψυχική παρά για την εξωτερική πραγματικότητα.

Exiles and Poetry (Οι εξόριστοι και η Ποίηση)

Παρά το γεγονός ότι είχε εκφράσει από νωρίς το ενδιαφέρον του για το θέατρο, ο Joyce εκδίδει ένα μόνο θεατρικό έργο, τους Εξόριστους, το οποίο άρχισε λίγο μετά το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914 και το δημοσίευσε το 1918. Το έργο αφορά στην μελέτη της σχέσης μεταξύ ενός αντρόγυνου, είναι στραμμένο προς τα πίσω στην τελευταία ιστορία των Dubliners, δηλαδή στο διήγημα με τον τίτλο «The Dead» αλλά και προς το μέλλον, εννοώντας το έργο του «Ulysses», το οποίο είχε ξεκινήσει να γράφει ο Joyce κατά τον χρόνο συγγραφής του θεατρικού.

Ο Joyce εκδίδει επίσης και έναν αριθμό βιβλίων με ποιητικό περιεχόμενο. Το πρώτο του ώριμο δημοσιευμένο έργο ήταν ένα ποίημα με σατυρικό επιθετικό περιεχομένο που έφερε τον τον τίτλο «The Holy Office» (1904), στο οποίο ανακήρυττε τον εαυτό του ως ανώτερο από πολλά επιφανή μέλη της Κελτικής Αναγέννησης. Η πρώτη μεγάλου μήκους ποιητική του συλλογή «Chamber Music» (αναφερόμενη, εξηγεί ο Joyce, στον ήχο που κάνουν τα ούρα καθώς χτυπούν στο πλάι ενός δοχείου νυκτός) αποτελούμενο από 36 σύντομους στίχους. Αυτή η δημοσίευση του οδήγησε στην συμπερίληψή του στο «Imagist Anthology» (Ανθλογία Εικονιστών) την οποία επιμελήθηκε ο Ezra Pound, ένθερμος θιασώτης των έργων του Joyce.

Τα λοιπά ποιήματα που δημοσίευσε ο Joyce κατά τη διάρκεια της ζωής του συνίστανται στο «Gas from a Burner» (1912) «Pomes Penyeach» (1927) και το «Ecce Puer» γραμμένο περί τα 1932 για να «σημειώσει» την γέννηση του εγγονού του και τον πρόσφατο χαμό του πατέρα του. Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Collected Poems» (1936)

Ulysses ( Οδυσσέας )

Περι το 1906 καθώς ολοκλήρωνε την συγγραφή των «Dubliners», o Joyce σκέφτηκε να συγγράψει μία ακόμη ιστορία με κεντρικό θέμα έναν Εβραϊκής διαφήμισης ψηφοθήρα εν ονόματι Leopold Bloom υπο τον γενικό τίτλο «Ulysses». Η ιστορία δεν είχε γραφεί ακόμη αλλά η ιδέα παρέμενε στο μυαλό του Joyce και το 1914 ξεκίνησε να «δουλεύει» πάνω σ΄ ένα μυθιστόρημα χρησιμοποιώντας και τον τίτλο και την βασική υπόθεση, ολοκληρώνοντας την συγγραφή του τον Οκτώβριο του 1921. Έμεναν ακόμη τρεις μήνες προτού ο Joyce θα σταματούσε να δουλεύει πάνω στο βιβλίο, αφού διέκοψε τη συγγραφή του λόγω της αυτό-επιβαλλόμενης καταληκτικής ημερομηνίας, τα 40α γενέθλιά του, στις 2 Φεβρουαρίου 1922.

Χάρη στον Ezra Pound, οι διαδοχικές δημοσιεύσεις του μυθιστορήματος στο περιοδικό The Little Review ξεκίνησαν το 1918. Την επιμέλεια του περιοδικού είχαν αναλάβει οι Margaret Anderson και Jane Heap με την οικονομική υποστήριξη του John Quinn, ενός Νεοϋορκέζου δικηγόρου με έντονο ενδιαφέρον στην σύγχρονη πειραματική τέχνη και λογοτεχνία. Δυστυχώς, η διαδοχική δημοσίευση ήρθε αντιμέτωπη με το ζήτημα της λογοκρισίας στις Η.Π.Α. και οι επιμελητές του καταδικάστηκαν με την κατηγορία της δημοσίευσης χυδαιολογιών, έχοντας ως αποτέλεσμα την λήξη της δημοσίευσης του μυθιστορήματος. Το μυθιστόρημα παρέμεινε απαγορευμένο στις Η.Π.Α. έως το 1933.

Τουλάχιστον μερικώς εξαιτίας αυτής της διαμάχης, καθίστατο δύσκολο για τον Joyce να βρει εκδότη να δεχτεί το βιβλίο του, αλλά τελικά εκδόθηκε το 1922 από τη Sylvia Beach στο ευρέως γνωστό καλλιτεχνικό βιβλιοπωλείο, «Shakespeare and Company«. Μία Αγγλική έκδοση που πραγματοποιηθήκε τον ίδιο χρόνο από την χορηγό του, Harriet Shaw Weaver, ήρθε αντιμέτωπη με τις αρχές των Η.Π.Α., ενώ 500 αντίγραφα που είχαν αποσταλεί στην Αμερική κατασχέθηκαν κι ενδεχομένως καταστράφηκαν. Τον επόμενο χρόνο, o John Rodker εκτύπωσε πεντακόσια επιπλέον αντίγραφα σκοπεύοντας ν’ αντικαταστήσει τα χαμένα χειρόγραφα, αλλά κι αυτά κάηκαν κατά τα Αγγλικά έθιμα στο Folkestone. Μία ακόμη συνέπεια από την αμφιλεγόμενη νομική υπόσταση του μυθιστορήματος ως απαγορευμένου βιβλίου ήταν ότι ήρθε στο προσκήνιο ένας αριθμός παράνομων εκδόσεων και ειδικά ένας αριθμός πειρατικών εκδόσεων από τον εκδότη Samuel Roth. To 1928 πάρθηκαν νομικά ασφαλιστικά μέτρα κατά του Roth και οι πειρατικές εκδόσεις σταμάτησαν.

Το έτος 1922 αποτέλεσε σταθμό ορόσημο στην ιστορία του Αγγλικού λογοτεχνικού μοντερνισμού, καθώς ήρθαν στο προσκήνιο τόσο ο «Ulysses» όσο και το ποίημα του T. S. Eliot «The Waste Land», ή «Η Έρημη Χώρα» όπως το μετέφρασε αργότερα ο Γ. Σεφέρης. Στον Ulysses, o Joyce μετέρχεται την ροή της συνείδησης, την παρωδία, τα αστεία και ουσιαστικά οιανδήποτε άλλη λογοτεχνική τεχνική για να παρουσιάσει τους χαρακτήρες του. Η δράση του μυθιστορήματος – η οποία λαμβάνει χώρα μια συνηθισμένη μέρα στις 16 Ιουνίου 1904-τοποθετεί τους χαρακτήρες και τα γεγονότα της Οδύσσειας του Ομηρου στο μοντέρνο Δουβλίνο και αντιστοιχεί τον Οδυσσέα (Ulysses) την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο στους χαρακτήρες του Leopold Bloom, της συζύγου του Molly Bloom και τον Stephen Dedalus,οι οποίοι κάπως παρωδούμενοι αντιπαραβάλλονται με τα ευγενή πρότυπά τους.

Το βιβλίο εξετάζει ποικίλες πτυχές της ζωής στο Δουβλίνο, εστιάζοντας στην μιζέρια και τη μονοτονία της. Εντούτοις, αποτελεί μία στοργικά λεπτομερή μελέτη της πόλης κι ο Joyce, ισχυριζόταν πως εάν το Δουβλίνο γκρεμιζόταν από μια καταστροφή, θα μπορούσε να ανοικοδομηθεί τούβλο προς τούβλο χρησιμοποιώντας το έργο του σαν μοντέλο. Προκειμένου να καταστεί όσο πιο ακριβής δύναται, ο Joyce χρησιμοποίησε την έκδοση του Thom’s Directory-ενός έργου που κατέγραφε τους ιδιοκτήτες ή/και τους απλούς ενοίκους κάθε αστικής και εμπορικής ιδιοκτησίας στην πόλη. Ο Joyce, επίσης, «βομβάρδισε» τους φίλους του που έμεναν ακόμη εκεί με ερωτήματα για πληροφορίες και διευκρινίσεις.

Το έργο αποτελείται από 18 κεφάλαια, που το καθένα τους καλύπτει περίπου μία ώρα της ημερας, η οποία αρχίζει γύρω στις 8 π.μ. και τελειώνει κάποια στιγμή μετά τις 2 π.μ. το επόμενο πρωί. Καθένα από τα 18 κεφάλαια του μυθιστορήματος εμφανίζει μία διαφοροποίηση ως προς το λογοτεχνικό ύφος. Κάθε κεφάλαιο, επίσης, αναφέρεται σε ένα συγκερκριμένο επεισόδιο της Οδύσσειας του Ομήρου κι έχει κάθε φορά ένα συγκεκριμένο χρώμα, μια τέχνη η επιστήμη και σωματικά όργανα, τα οποία συνδέονται μαζί του. Αυτός ο συνδυασμός της καλειδισκοπικής γραφής με την υπερβολικά λογική, σχηματική δομή αποτυπώνει ίσως την πιο σημαντική συμβολή του βιβλίου στην εξέλιξη της μοντερνιστικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα.

Άλλες συνεισφορές του περιλαμβάνουν την χρήση της κλασικής μυθολογίας ως «σκελετό» του έργου και τον συνδυασμό της σχεδόν εμμονικής εστίασης στην εξωτερική λεπτομέρεια ενώ η περισσότερο σημαντική δράση λαμβάνει χώρα στο μυαλό των χαρακτήρων. Παρ’ όλα αυτά, ο Joyce παραπονέθηκε λέγοντας ότι «ίσως έχω οργανώσει με υπερβολικά συστηματικό τρόπο τον Ulysses» κι έπειτα υποβάθμισε τις μυθικές αντιστοιχίες εξαλείφοντας τους τίτλους των κεφαλαίων που πάρθηκαν από τον Όμηρο.

Finnegans Wake (Η Αγρύπνια του Φίννεγκαν)

Έχοντας ολοκληρώσει τη συγγραφή του Ulysses, ο Joyce αισθάνθηκε ότι είχε περατώσει το έργο της ζωής του, αλλά σύντομα ανέλαβε να γράψει ένα ακόμη πιο μεγαλόπνοο μυθιστόρημα. Στις 10 Μαρτίου του 1923, ξεκίνησε να δουλεύει ένα κείμενο που αρχικά θα ήταν γνωστό ως « Work in Progress» και μετέπειτα ως «Finnegan’s Wake». Ως το 1926 είχε ολοκληρώσει τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου. Τον ίδιο χρόνο, είχε την τύχη να συναντήσει τους Eugene και Maria Jolas, οι οποίοι προσφέρθηκαν να το δημοσιεύσουν σε συνέχειες στο περιοδικό τους transition.

Για τα επόμενα λίγα χρόνια, ο Joyce δούλευε ταχύτατα πάνω στο νέο του βιβλίο, αλλά κατά τη δεκαετία του 1930 η εξέλιξη της συγγραφής επιβραδύνθηκε αρκετά εξαιτίας μιας πλειάδας παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου του πατέρα του το 1931, την ανησυχία του για την πνευματική υγεία της κόρης του Lucia καθώς και την επιδείνωση της όρασής του και τα προβλήματα υγείας του. Μεγάλο μέρος του έργου του περατώθηκε με τη βοήθεια νέων θαυμαστών, συμπεριλαμβανομένου του Samuel Beckett. Για μερικά χρόνια, ο Joyce ταλανιζόταν με την εκκεντρική ιδέα να δώσει to βιβλίο του στον φίλο του James Stephens να το ολοκληρώσει, λόγω του ότι ο James είχε γεννηθεί στο ίδιο νοσοκομείο, στο οποίο γεννήθηκε ο James ακριβώς μια βδομάδα αργότερα και μοιράστηκαν το μικρό τους όνομα τόσο ως Joyce όσο και ως το φανταστικό άλλο εγώ του( αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα των πολυάριθμων προλήψεων του Joyce)

Οι αντιδράσεις στα πρώτα τμήματα του έργου που έκαναν την εμφάνισή τους στο περιοδικό transition ήταν ανάμεικτες, καθώς συμπεριλάμβαναν κι αρνητικά σχόλια από παλιούς υποστηρικτές των έργων του Joyce, όπως ο Pound και ο αδερφός του συγγραφέα, Stanislaus Joyce. Προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί αυτή η εχθρική υποδοχή του έργου του, ένα βιβλίο δοκιμίων από τους υποστηρικτές του νέου του έργου, συμπεριλαμβανομένου του Beckett, του William Carlos Williams κι άλλων σχεδιάστηκε και εκδόθηκε το 1929 υπό τον γενικό τίτλο «Our Exagmination Round His Factification for Incamination of Work in Progress». Στα 47α γενέθλια του στο πάρτι που έλαβε χώρα στο σπίτι των Jolas, o Joyce αποκάλυψε τον οριστικό τίτλο του έργου του και το «Finnegan’s Wake» δημοσιεύτηκε υπό την μορφή βιβλίου στις 4 Μαϊου το 1939.

Lewis Carroll 1863

Ο Joyce στο έργο αυτό χρησιμοποίησε κατά κόρον λογοτεχνικούς υπαινιγμούς, την μέθοδο ροής της συνείδησης και ελεύθερους ονειρικούς συνειρμούς, εγκαταλείποντας όλες τις συμβατικές μεθόδους πλοκής και κατασκευής των χαρακτήρων. To μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε ιδιόρρυθμη και δυσανάγνωστη γλώσσα, βασισμένη κυρίως σε πολυσύνθετα πολυεπίπεδα λογοπαίγνια. Αυτή η στρατηγική είναι όμοια, αλλά περισσότερο εκτεταμένη από αντίστοιχη που χρησιμοποίησε ο Lewis Carroll στο έργο του «Jabberwocky».

Εάν ο Ulysses είναι μια μέρα από τη ζωή μιας πόλης, ο Wake είναι μία νύχτα καθώς και «κομμάτια» από τη λογική των ονείρων, οδηγώντας πολλούς αναγνώστες και κριτικούς να κάνουν λόγο για το γεγονός ότι ο Joyce μνημονεύει συχνά περιγραφές από τον Ulysses μέσα στον Wake, αναφερόμενοι στο «Finnegan’s Wake» ως το δικό του «ανώφελα δυσανάγνωστο ημερολόγιο της Εκκλησίας». Παρ’ όλα αυτά, οι αναγνώστες κατάφεραν να καταλήξουν σε μια ομοφωνία ως προς το βασικό cast των χαρακτήρων και τη γενικότερη πλοκή.

Το μεγαλύτερο μέρος των λογοπαιγνίων στο βιβλίο προέρχονται από τη χρήση λογοπαιγνίων που απαντούν σε ένα ευρύ φάσμα γλωσσών. Ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Beckett κι άλλοι βοηθοί συνίστατο και στο ότι έφτιαχναν ένα κολλάζ λέξεων από αυτές τις γλώσσες πάνω σε κάρτες που έστελναν στον Joyce για να τις χρησιμοποιήσει και καθώς η όραση του Joyce χειροτέρευε, έγραφαν το κείμενο καθ’ υπαγόρευση του συγγραφέα.

Η οπτική, σύμφωνα με την οποία η ιστορία αποτυπώνεται σ’ αυτό το κείμενο, είναι έντονα επηρεασμένη από τον Giambattista Vico καθώς κι η μεταφυσική του Giordano Bruno από τη Nola είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αλληλεπίδραση των χαρακτήρων. Ο Vico διατύπωσε μία κυκλική οπτική της ιστορίας, όπου ο πολιτισμός εγείρεται από το χάος, διέρχεται από θεοκρατικές, αριστοκρατικές και δημοκρατικές φάσεις κι έπειτα καταλήγει πάλι στο χάος. Το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα της επιρροής της κυκλικής θεωρίας της ιστορίας του Vico βρίσκεται στις εναρκτήριες και στις καταληκτικές προτάσεις του βιβλίου. Το έργο « Finnegans Wake» ξεκινάει με τις εξής λέξεις: «riverrun, past Eve and Adam’s, from swerve of shore to bend of bay, brings us by a commodius vicus of recirculation back to Howth Castle and Environs….» (with vicus a pun on Vico) and ends, «A way a lone a last a loved a long the.»

Με άλλα λόγια, η πρώτη πρόταση αρχίζει στην τελευταία σελίδα και η τελευταία πρόταση στην πρώτη σελίδα, μετατρέποντας έτσι το βιβλίο σε έναν τεράστιο κύκλο. Πράγματι, ο Joyce είπε ότι ο ιδανικός αναγνώστης του Wake θα έπρεπε να υποφέρει από «ιδανική» αυπνία και κατά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου, θα έπρεπε να γυρίσει στην πρώτη σελίδα και ν’ αρχίσει ξανά την ανάγνωση και ούτω καθεξής σε έναν ατέρμονα κύκλο ανάγνωσης.

Η «κληρονομιά» του Joyce

Με τα πειραματικά του μυθιστορήματα Ulysses και Finnegan’s Wake, ο Joyce άλλαξε το λογοτεχνικό τοπίο. Το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα καλλιεργήθηκε κυρίως από τους Άγγλους Ρομαντικούς και τους Γάλλους και Ρώσους Ρεαλιστές, αλλά με την άνοδο του μοντερνισμού τον 20ο αιώνα οι συγγραφείς άρχισαν να πειραματίζονται με νέες τεχνικές. Πιο συγκεκριμένα, ο μοντερνισμός οδήγησε σε μία αλλαγή μετατοπίζοντας την έμφαση από την εστίαση στον χαρακτήρα και στην πλοκή στα στοιχεία της ίδιας της γλώσσας, κατά τον ίδιο τρόπο που οι μοντέρνοι ζωγράφοι όπως ο Claude Monet άρχισαν να πειραματίζονται με τη χρώμα και την υφή.

Το έργο του Joyce αποτέλεσε θέμα που οδήγησε τους ακαδημαϊκούς στο να ρίξουν μια πιο διερευνητική ματιά πάνω του. Άσκησε, επίσης, σημαντική επίδραση σε συγγραφείς τόσο ιδιαίτερους όπως οι Samuel Beckett, Jorge Luis Borges, Flann O’Brien, Máirtín Ó Cadhain, Salman Rushdie, Thomas Pynchon , William Burroughs, Robert Anton Wilson και Joseph Campbell. Ο Γάλλος φιλόσοφος και αποδομιστής Jacques Derrida έγραψε ένα βιβλίο για την χρήση της γλώσσας στον Ulysses, αλλά κι ο Αμερικανός φιλόσοφος Donald Davidson έγραψε με παρόμοιο τρόπο πάνω στο έργο Finnegan’s Wake φέρνοντας το σε σύγκριση με τον Lewis Carroll.

Vladimir_Nabokov_1973

Πολυάριθμοι κριτικοί του περασμένου αιώνα ισχυρίζονταν πως το έργο του Joyce επιδρά δυσμενώς στο μοντέρνο και μετα-μοντέρνο μυθιστόρημα, καθώς δημιουργούνται γενιές συγγραφέων που αποφεύγουν την κανονική αφήγηση, τους καθιερωμένους γραμματικούς κανόνες, αδιαφορούν για την συνοχή του κειμένου και συνεπώς υποβαθμίζουν την δυνατότητα προσέγγισης του μυθιστορήματος ως τέχνη. Ορισμένοι λόγιοι, ιδιαιτέρως ο Vladimir Nabokov, έχει υποστηρίξει ένθερμα κάποια από τα έργα του Joyce, ενώ χαρακτήρισε ακατάλληλα κάποια άλλα. O Nabokov έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για τον Ulysses, συγκαταλέγοντας το μαζί με το έργο «The Metamorphosis» του Franz Kafka ως ένα από τα σπουδαιότερα πεζά έργα του 20ου αιώνα. Εντούτοις, ο Nabokov, ήταν κάτι λιγότερο από ευχαριστημένος με το «Finnegan’s Wake», μία στάση που ενστερνίστηκε κι ο Jorge Luis Borges.

To 2004, ένα απλό γράμμα που είχε γραφεί για τη Nora Barnacle πουλήθηκε σ’ ένα πλειστηριασμό για 445.000$. Το ερωτικό αυτό γράμμα, γραμμένο το 1909, αγοράστηκε από κάποιον ανώνυμο πλειοδότη στην υψηλότερη τιμή που προτάθηκε ποτέ για αυτόγραφο γράμμα του 20ου αιώνα.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το 18ο κεφ. του Ulysses που φέρει τον τίτλο «Πηνελόπη». Παρακολουθούμε την Molly Bloom σ’ έναν ατελείωτο μονόλογο, όπου ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου (μία ατελεύτητη ροή σκέψεων και ελεύθερων συνειρμών σαν σε όνειρο, σαν να μιλάει το υποσυνείδητο) που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Joyce στο έργο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο στίξης!

«….τούς ξεπερνάει όλους σάς τό λέω κάποιος θά έπρεπε νά τον βάλει στήν εφημερίδα και μόνο τά μισά νά θυμηθώ από όσα μού έχει καμωμένα καί νά γράψω ένα βιβλίο γι’ αυτά τά κατορθώματα τού κυρίου Πόλντυ ναί κι είναι τόσο απαλότερο τό δέρμα μία ώρα τά βύζαινε μέ τό ρολόι είμαι βέβαιη έτσι σάν ένα μεγάλο μωρό πού είχα πάνω μου τά θέλουν όλα στό στόμα τους όλη τήν ευχαρίστηση πού οί άντρες παίρνουν από μία γυναίκα μπορώ νά νιώσω τό στόμα του Ώ Κύριε πρέπει νά τεντωθώ μακάρι νά ήταν εδώ αυτός ή κάποιος άλλος ν’ αφεθώ μαζί του καί νά ικανοποιηθώ έτσι νιώθω μέσα μου γεμάτη φωτιά ή νά μπορούσα να τό δώ στ’ όνειρό μου [….] οί φουκαράδες οί άντρες πού είναι υποχρεωμένοι νά ξενυχτάνε μακριά από τίς γυναίκες τους καί τίς οικογένειές τους μέσα σ’ αυτούς τούς φούρνους αποπνικτική ζέστη είχε σήμερα πολύ τό ευχαριστήθηκα πού έκαψα τις μισές από εκείνες τίς παλιές εφημερίδες καί τά παλιά περιοδικά παρατάει τά πράγματα όπου τύχει γίνεται τόσο απρόσεχτος καί τίς υπόλοιπες τίς πέταξα στήν άκρη τού καμπινέ ….»

Πηγές

http://www.newworldencyclopedia.org/entry/James_Joyce

https://www.scribd.com/document/318106970/

Advertisements