Γεώργιος Σουρής……επίκαιρες ρήσεις

στις

Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και ο πατέρας του ήθελε να γίνει ιερέας. Όταν η οικογένειά του χρεοκόπησε, οι γονείς του τον έστειλαν υπάλληλο στο κατάστημα ενός θείου του που ήταν σιτέμπορος στη Ρωσία. Ο Σουρής όμως ξεκίνησε να γράφει κρυφά στίχους και μετά από δύο μήνες έφυγε και όταν επέστρεψε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, δεν κατόρθωσε να πάρει πτυχίο αφού απερρίφθη από τον καθηγητή Σιμτέλο στο μάθημα της μετρικής, ή κατ’ άλλους στα Λατινικά, γεγονός που του στοίχισε όπως διαπιστώνεται στους εκδικητικούς του στίχους. Για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.

Όπως σημείωνε τότε ο Σπύρος Μελάς, ο Σουρής είχε πλούσια πνευματικά προσόντα και πλούτο γνώσεων με συνέπεια να καταστεί εξαίρετος δημοσιογράφος της έμμετρης σάτιρας των γεγονότων της εποχής. Οι πρώτοι σατιρικοί του στίχοι δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά «Ασμοδαίος«, «Μή χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη και «Ραμπαγάς«.

Ρωμηός

Στις 2 Απριλίου 1883, σε ηλικία 30 ετών εκδίδει το πρώτο φύλλο της εφημερίδας του, την οποία ο Γεώργιος Δροσίνης την ονόμασε «Ο Ρωμηός» και ήταν  έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει, στην μετρική. Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως τις 17 Νοεμβρίου 1918 (τελευταίο φύλλο), λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα. Το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, σε έμμετρη απόδοσή του. Έγραψε αρκετές έμμετρες κωμωδίες, οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής.

Το 1897 ο Σουρής διώχθηκε ποινικά, για το ποίημά του «Ο Φασουλής συνομιλεί με την κυρίαν Φασουλήν», που δημοσιεύτηκε στις 25 Ιανουαρίου στον «Ρωμηό». Η Εισαγγελία Αθηνών, εξέδωσε ένταλμα σύλληψης του ποιητή και ένταλμα κατάσχεσης του συγκεκριμένου τεύχους, θεωρώντας ότι περιείχε υβριστικούς υπαινιγμούς για το θεσμό της Βασιλείας γενικά και της Βασίλισσας Όλγας ιδιαίτερα. Οι επίμαχοι στίχοι, που ενόχλησαν τους δικαστικούς λειτουργούς ήταν οι παρακάτω : «…Κυρά Γιώργαινα γυρίστρα, κυρά Γιώργαινα μπεκρού θα γενείς πομπή του κόσμου του μεγάλου και μικρού, κυρά Γιώργαινα να λείψουν τα μεθύσια τα πολλά, κυρά Γιώργαινα σου λέω δεν στεκόμαστε καλά», αφού σε αυτούς γινόταν αναφορά στην φημολογούμενη αγάπη της Βασίλισσας στο αλκοόλ. Του απαγγέλθηκε κατηγορία «επί εξυβρίσει του ιερού προσώπου της Βασιλίσσης» και κάθισε στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Αθωώθηκε όμως καθώς στην απολογία του είπε πως σατίριζε τη γυναίκα του. Η εφημερίδα «Ακρόπολις» σχολίασε το γεγονός ως εξής: «…Αλλά πως να παραδεχτή τις τόση επιπολαιότηταν αφού τα συνήθη κυνικολογήματα τα οποία ανταλλάσσονται μεταξύ Φασουλή και Φασουλίνας (μεταξύ Σουρή και Σουρίνας) μεταξύ Κυρ Γιώργη (Γιώργης γαρ ο Σουρής καλείται) και κυρά Γιώργαινας ανταλλάσσονται από καταβολής τώρα Ρωμιού, ερμηνεύθησαν τόσον ασεβώς ώστε να αποδοθούν εκεί που πως ήτο δυνατόν να αποδοθούν και να γεννηθή ούτω έγκλημα από τα αστεία. …η καταδιώκουσα αρχή αποπειρωμένη εις τον πολύν ζήλον της δημιουργία ύβρεων κατ’ εκείνων που δεν υπάρχει λόγος, που δεν υπάρχει ίχνος να υποπτευθούν τοιαύται. Δια τούτο εξακολουθούμεν να νομίζωμεν ότι κάποια παρεξήγησις θα συνέβη επί του προκειμένου…». 
Σημειωτέον ότι ο ποιητής είχε επίσης διωχτεί το 1896, όταν σατίρισε τον βασιλιά Γεώργιο με αφορμή το ταξίδι του στο Παρίσι και την γνωριμία του με την Σάρα Μπερνάρ.

Σατιρικό σκίτσο από τον Ρωμηό του Σουρή, για τις πρόβες της «Αντιγόνης» από τον αρχαϊστή Μυστριώτη, κατά τις προετοιμασίες για τους Ολυμπιακούς του 1896.

Χαρακτηριστικά του έργου του

Το έργο του χαρακτηριζόταν από ποιητική γονιμότητα και πληθωρικότητα. Έγραφε πάντα καλοπροαίρετα σχολιάζοντας το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς, χωρίς ωστόσο να υβρίζει. Συχνά αυτοσαρκαζόταν και έξοχο δείγμα αυτοσαρκασμού είναι το ποίημα «Η ζωγραφιά μου». Η γλώσσα του είναι μικτή. Χρησιμοποιεί πολύ την δημοτική, αλλά συχνά στα ποιήματά του υπάρχουν αρκετές λόγιες λέξεις και φράσεις, για λόγους είτε μετρικούς είτε σατιρικούς. Είχε άλλωστε συγκρουστεί εντονότατα με τον Γιάννη Ψυχάρη και τους μαχητικούς δημοτικιστές των αρχών του 20ου αιώνα. Βεβαίως, κάποιοι τον είπαν στιχοπλόκο και κατηγόρησαν το έργο του υποστηρίζοντας πως στερείται ποιητικής αξίας, ή ότι είναι εντελώς επιφανειακό.

Ο Σουρής προτάθηκε 5 χρονιές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας:

– To 1907 από εννέα μέλη της Ένωσης Ελλήνων Καλλιτεχνών, τον καθηγητή Φιλολογίας και Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιο Χατζιδάκη, τον Πρόεδρο της Βουλής Νικόλαο Λεβίδη και 100 βουλευτές.

– Το 1908 (η πρόταση του 1908 φέρει δυσανάγνωστη υπογραφή).

– Το 1909, από τον Φιλολογικό Όμιλο Παρνασσό και τους Δημήτριο Πατσόπουλο και Παύλο Καρολίδη.

– Το 1911, από την Ελληνική Φιλολογική Εταιρεία (με έδρα την Κωνσταντινούπολη)

– Το 1912, ξανά από τον Γεώργιο Χατζιδάκη.

Οικογενειακή κατάσταση

Ο Σουρής παντρεύτηκε το 1881, σε ηλικία 28 ετών την Μαρί Κωνσταντινίδη από τη Χίο, με την οποία και πέρασε μια ευτυχισμένη ζωή αποκτώντας πέντε παιδιά. Η γυναίκα του επέμενε πως είχε έξι, συμπεριλαμβάνοντας και τον σύζυγό της που «καθώς ήταν αδέξιος και ανέμελος» είχε πραγματική ανάγκη μητρικής στοργής και φροντίδας.

Απεβίωσε το 1919 στο Νέο Φάληρο και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού. Από τα πέντε του παιδιά ο Κρίτων και η Αλεξάνδρα δεν απέκτησαν παιδιά. Η Έλλη έζησε στην Αγγλία όπου απέκτησε τρία παιδιά, την Μαρί, τον Χαράλαμπο και την Λητώ που απέκτησε μια κόρη την Jill που ζει στην Αγγλία. Η Ηρώ απέκτησε δύο παιδιά την Ναυσικά και τον Τάκη. Η Μυρτώ παντρεύτηκε τον Νικόλαο Δουμπιώτη, τον γνωστό Μακεδονομάχο Καπετάν Αμύντα (μετέπειτα στρατηγό). Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ιωάννη και την Ελισάβετ. Ο Ιωάννης κατετάγη εθελοντής στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο και «χάθηκε» στο Αλβανικό μέτωπο. Η Ελισάβετ απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτριο και τον Νικόλαο. (πηγή: wikipedia)

Ακολουθούν δύο χαρακτηριστικά σατυρικά ποιήματα με επίκαιρες προεκτάσεις….

Ὁ Ῥωμηός

Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,

τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,

καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,

κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.

Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,

τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ

ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο

τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !

ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,

κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,

καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.

Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,

καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,

καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω

τὸν ἴδιον ἑαυτό μου καὶ γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,

κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,

τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,

κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.

Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,

ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ…

Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,

κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.

Στὸν καφετζῆ ξεσπάω… φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.

Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,

τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,

καὶ τέλος… δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.

Ἀρχηγοί

Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,

κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·

ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃ

τὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.

Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,

μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.

Τί ἀρχηγῶν κατακλυσμός! … κι᾿ οἱ ἕλληνες ἐκεῖνοι,

ποὺ τὸν καφφέ των βερεσὲ εἰς τὰ Χαυτεῖα πίνουν,

ἂν ἀρχηγίαν ἔξαφνα κανένας τοὺς προτείνῃ,

δὲν θὰ διστάσουν βέβαια καὶ Ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν.

Κι᾿ αὐτὸς ὁ ἕσχατος Ρωμηὸς γιὰ ὅλα κάτι ξέρει,

ἕλληνος τράχηλος ποτὲ ζυγὸν δὲν ὑποφέρει.

Ἰδοὺ νταῆς φουστανελλᾶς μὲ φέσι καὶ σελάχι!

ποιὸς ξέρει ἂν Πρωθυπουργὸς δὲν γίνῃ καμμιὰ ᾿μέρα;

ποιὸς ξέρει πόσα σχέδια καὶ ἀπαιτήσεις θἄχη,

καὶ ἂν τὴν διπλωματικὴ δὲν συνταράξῃ σφαῖρα;

Ὤ! ναί! ποτὲ τὸν ἕλληνα μὴ θεωρῆτε πτῶμα…

᾿ς ὅλους θὰ ἔλθη ἡ σειρὰ νὰ κυβερνήσουν κόμμα.

Μᾶς λείπει ἕνας ἀρχηγός;… πενῆντα ξεφυτρόνουν,

τὸ ἕνα κόμμα χάνεται;… θὰ ἔβγουν ἄλλα δέκα·

ὅλοι γιὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχηγοῦ μαλλόνουν,

κι᾿ ἴσως ἀργότερα μᾶς βγῇ ᾿ς τὴ μέση καὶ γυναῖκα.

Ἀλλὰ κι᾿ ἐγὼ ὁ ἀφανὴς τῶν Ἀθηνῶν πολίτης

ἐλπίζω πὼς καμμιὰ φορὰ θὰ γίνω Κυβερνήτης.

Ἐμπρός! μὲ πόζα ἀρχηγοῦ καθένας ἂς προβάλλη,

ἀπ᾿ ὅλους ἂς κυβερνηθῆ ἡ προσφιλὴς Ἑλλάς·

ἂς γίνῃ ὁ Ἡμέτερος, ἂς γίνουν ὅμως κι᾿ ἄλλοι,

ἂς γίνῃ κι ὁ Κατσικαπῆς κι᾿ αὐτὸς ὁ Μπουλελᾶς.

Ἂς πλημμυρίσῃ μ᾿ ἀρχηγοὺς τὸ ἔθνος πέρα πέρα,

ἂς μᾶς σηκώσῃ ἔξαφνα καὶ ἡ Ροζοῦ παντιέρα.

Μονάχα ἕνας βασιλεὺς μὴ μένη ᾿ς τὸ Παλάτι,

πενῆντα δυὸ τουλάχιστον ἂς ἦνε βασιλεῖς,

ὅλοι ἂς ἔβγουν κύριοι ᾿ς τῶν ἄλλων τὸ γεινάτι,

κι᾿ ὀγδόντα πέντε Πρόεδροι ἂς γίνουν τῆς Βουλῆς.

Ὅλοι τρανοὶ πολιτικοί, κανένας ἰδιώτης,

ὅλοι ποζάτοι στρατηγοί, κανένας στρατιώτης.