Η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και η θέση της Ελλάδος

Πολιτικοστρατιωτική Κατάσταση στην Ευρώπη το 1914

Το 1914 βρήκε την Ευρώπη διαιρεμένη σε δύο αντίπαλους συνασπισμούς, την Τριπλή Συμμαχία των Κεντρικών Δυνάμεων (Αυστροουγγαρία, Γερμανία και Ιταλία) και την Τριπλή Συνεννόηση ή Αντάντ (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ρωσία).  Η πρώτη από τις συμμαχίες αυτές υπεγράφη στη Βιέννη στις 20 Μαρτίου 1882 και ανανεώθηκε προς το τέλος του 1912. Η θέση όμως της Ιταλίας στην Τριπλή Συμμαχία φαινόταν μάλλον αμφίβολη, λόγω της παραμονής ακόμη υπό Αυστροουγγρικό ζυγό των επαρχιών του Τρεντίνου, του Μπολτζάνο και της Τεργέστης που κατοικούνταν από Ιταλούς, αλλά και των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων των δύο χωρών στα Βαλκάνια.

Τριπλή Συμμαχία Κεντρικών Δυνάμεων
Τριπλή Συμμαχία Κεντρικών Δυνάμεων

 

Τριπλή Συμμαχία Αντάντ
Τριπλή Συμμαχία Αντάντ & Σύμμαχοι

Η δεύτερη, η Τριπλή Συνεννόηση, απαίτησε πολύ χρόνο για να υλοποιηθεί. Προηγήθηκε η υπογραφή συμφωνίας συμμαχίας μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας στην Πετρούπολη, στις 18 Αυγούστου του 1892, σε αντιστάθμισμα της Τριπλής Συμμαχίας. Ακολούθησε η συμφωνία του Λονδίνου με την εγκάρδια συνεννόηση της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, στις 8 Απριλίου του 1904, με την οποία επιλύονταν όλες οι μεταξύ τους διαφορές στα θέματα των αποικιών τους. Τέλος ολοκληρώθηκε με τη συνθήκη Αγγλο – Ρωσικής φιλίας της Πετρουπόλεως, στις 31 Αυγούστου του 1907, με την οποία διακανονίζονταν οι απαιτήσεις των δύο χωρών στην Άπω Ανατολή. Οι συνθήκες όμως αυτές δε δέσμευαν τη Μεγάλη Βρετανία σε περίπτωση ευρωπαϊκής συρράξεως.

Στο μεταξύ οι διαφορές που χώριζαν τα κράτη της Ευρώπης ήταν πολλές και σοβαρές. Η Γαλλία διεκδικούσε τις επαρχίες της Αλσατίας και της Λωρραίνης, τις οποίες είχε απωλέσει κατά το Γαλλογερμανικό Πόλεμο του 1870. Η Ρωσία επιδίωκε να διασφαλίσει τα απειλούμενα από τις Κεντρικές Δυνάμεις συμφέροντά της στα Βαλκάνια. Επίσης κατά τον πόλεμο με την Ιαπωνία τα έτη 1904 – 1905, με αφορμή τα ζητήματα που αφορούσαν στην Άπω Ανατολή, είχε υποστεί σοβαρότατες απώλειες σε άντρες και έχασε ολόκληρο σχεδόν τον πολεμικό της στόλο.

Η Ιταλία, μετά την αποτυχία ικανοποιήσεως των βλέψεών της στην Τύνιδα το 1883 και την ήττα της στην Αιθιοπία το 1896, στράφηκε κατά της τουρκοκρατούμενης Τριπολίτιδας και την 14 Δεκεμβρίου του 1900 υπέγραψε συμφωνία με τη Γαλλία, με την οποία οι δύο χώρες αναγνώριζαν αμοιβαία τις βλέψεις τους στην Τριπολίτιδα και το Μαρόκο, αντίστοιχα. Επιπλέον, στις αρχές του έτους 1902, η Γαλλία πέτυχε την εξασφάλιση της ουδετερότητας της Ιταλίας, σε περίπτωση επιθέσεως τρίτης χώρας εναντίον της. Η Γερμανία, επιδιώκοντας να θέσει υπό δοκιμασία τη Γαλλο – Ρωσική συμμαχία, προσπάθησε να δημιουργήσει πρόβλημα στη Γαλλία για το Μαρόκο, απέτυχε όμως, γιατί η Διεθνής Διάσκεψη στην Αλχεθίρα της Νότιας Ισπανίας, τον Ιανουάριο του 1906, δικαίωσε τη Γαλλία, η οποία εγκατέστησε στο Μαρόκο Γαλλικό Προτεκτοράτο.

Η Αυστροουγγαρία εξάλλου, εκμεταλλευόμενη τις αδυναμίες της Ρωσίας, προσάρτησε πραξικοπηματικά στις 22 Σεπτεμβρίου – 5 Οκτωβρίου 1908 τις κατεχόμενες από την Τουρκία επαρχίες της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Η Σερβία αντέδρασε στην ενέργεια αυτή, λόγω του εκεί Σέρβικου στοιχείου, αλλά υποχρεώθηκε σε υποταγή και παραίτηση των αξιώσεών της. Παρέμεινε ωστόσο η πικρία του Σέρβικου λαού που επηρέασε σημαντικά τα γεγονότα του 1914.

Μετά την εγκατάσταση του Γαλλικού Προτεκτοράτου στο Μαρόκο το 1906, η Ιταλία, με την άδεια των Μεγάλων Δυνάμεων, αξίωσε να αναπτύξει οικονομικά την Τριπολίτιδα, αλλά αντέδρασε ο Σουλτάνος και οι Ιταλοί επιτέθηκαν και κατέλαβαν την Τριπολίτιδα και την ενδοχώρα. Επιπλέον, κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα και βομβάρδισαν τα Δαρδανέλια. Έτσι, εξανάγκασαν την Τουρκία να δεχτεί διαπραγματεύσεις ειρήνης, οι οποίες όμως παρατάθηκαν για αρκετούς μήνες, οπότε κηρύχθηκε ο πόλεμος Τουρκίας – Χριστιανικών Βαλκανικών Κρατών και η Τουρκία υποχρεώθηκε να υπογράψει στις 18 Οκτωβρίου 1912 στο Ουσύ της Λωζάνης (Ελβετία) προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης, με την οποία δεχόταν τις αξιώσεις των Ιταλών. Σημαντική επίσης ήταν η υποχρέωση της Ιταλίας να εκκενώσει τα Δωδεκάνησα, μόλις οι Τούρκοι θα έφευγαν εντελώς από την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή. Η εκεί όμως συνεχιζόμενη αντίσταση των ιθαγενών έδωσε την πρόφαση στους Ιταλούς να αναβάλουν επ’ αόριστο την εκκένωση της Δωδεκανήσου.

Τα Βαλκανικά Κράτη εξάλλου, επιδίωκαν τη λύτρωσή τους από την Τουρκική κυριαρχία. Ο αναβρασμός στην Αλβανία από το 1911 και η ήττα της Τουρκίας στον Ιταλο – Τουρκικό Πόλεμο δημιούργησαν την ευκαιρία για ένοπλη επέμβαση. Έτσι, στις 13 Μαρτίου του 1912 υπογράφηκε μυστική συνθήκη μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας, η οποία εκτός των άλλων προέβλεπε και τη διανομή μετά τον πόλεμο των απελευθερωμένων εδαφών. Η Βουλγαρία θα έπαιρνε τα εδάφη ανατολικά της Ροδόπης και του Στρυμόνα, ενώ η Σερβία τα εδάφη βόρεια και δυτικά του όρους Σκάρδου (ορεινός όγκος στα δυτικά των Σκοπίων). Η ζώνη όμως των εδαφών πλάτους περίπου 60 χλμ. εκατέρωθεν του Αξιού θα ήταν στη διαιτησία του Τσάρου. Στις 29 Μαΐου 1912 υπογράφηκε στη Σόφια αμυντική συνθήκη και μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, χωρίς σ’ αυτή να γίνεται μνεία για την τύχη των εδαφών που θα απελευθερώνονταν. Το Μαυροβούνιο, έχοντας βλέψεις στην πεδιάδα και τη λίμνη της Σκόδρας, ήρθε σε προφορική συνεννόηση και συμφωνία με τις άλλες Βαλκανικές Κυβερνήσεις.

Στις 8 Οκτωβρίου 1912 πρώτο το Μαυροβούνιο κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Ακολούθησαν στις 4 – 17 Οκτωβρίου η Σερβία και η Βουλγαρία και αμέσως την επομένη η Ελλάδα. Μέσα σε λίγο χρόνο τα Χριστιανικά Βαλκανικά Κράτη πέτυχαν να συντρίψουν σχεδόν τον όγκο των τουρκικών δυνάμεων και να απελευθερώσουν το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών εδαφών της Τουρκίας. Προέκυψαν όμως δύο σοβαρά προβλήματα, εκείνο της τύχης της Κωνσταντινουπόλεως και το άλλο της εξόδου της Σερβίας στην Αδριατική. Η Ρωσία επιθυμούσε την Σουλτανική κυριαρχία στην Κωνσταντινούπολη για να μην εισέλθουν σ’ αυτή οι Βούλγαροι και να μην περάσει ο Ελληνικός Στόλος τα στενά. Η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία επίσης επιδίωκαν τη δημιουργία μεγάλου Αλβανικού κράτους για να μη φτάσουν οι Σέρβοι στις δαλματικές ακτές και οι Έλληνες στο στόμιο της Αδριατικής. Οι δύο χώρες στις 31 Δεκεμβρίου 1912 υπέγραψαν συμφωνία ιδρύσεως της Αλβανικής Ηγεμονίας, αναγνωρίζοντας αμοιβαία τις ζώνες επιρροής τους σ’ αυτή.

Βενιζέλος

Στις 3 Δεκεμβρίου 1912 η Βουλγαρία, εκ μέρους των Συμμάχων πλην της Ελλάδας, υπέγραψε ανακωχή δεκαπέντε ημερών με την Τουρκία, ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία των Ιωαννίνων, της Αδριανουπόλεως και της Σκόδρας. Η Ελλάδα δεν συμμετείχε στην ανακωχή για να μη διακοπεί ο αποκλεισμός των τουρκικών ακτών και καταστεί δυνατή η ενίσχυση των τουρκικών δυνάμεων από τη Μικρά Ασία.

Το Δεκέμβριο 1912 συγκλήθηκαν δύο συνδιασκέψεις στο Λονδίνο, μία με αντιπροσώπους των πέντε εμπολέμων και μία με τους Πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων. Η δεύτερη έπρεπε να καθορίσει το μελλοντικό καθεστώς στα Βαλκάνια.

Στο μεταξύ επαναλήφθηκαν οι εχθροπραξίες. Η Ιταλία ήθελε τα μεσημβρινά σύνορα της Αλβανίας να επεκταθούν νοτιότερα και να μη συζητηθεί το θέμα της Δωδεκανήσου, γιατί επιθυμούσε την παραχώρησή της στην Τουρκία, σύμφωνα με τη μεταξύ τους προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης του Ουσύ της Λωζάνης. Η Τουρκία από την πλευρά της διεκδικούσε τη Χίο και τη Λέσβο, προβάλλοντας λόγους ασφαλείας των ακτών της.

Στις 30 Μαΐου 1913 ή Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη στο Λονδίνο κατέληξε σε συνθήκη ειρήνης με την οποία η Τουρκία παραχωρούσε στα Βαλκανικά Κράτη τα εδάφη δυτικά της γραμμής Αίνου – Μήδειας στην Ανατολική Θράκη, καθώς και την Κρήτη. Κάθε σύμμαχος υποχρεωνόταν να συνάψει ιδιαίτερη συνθήκη με τη Τουρκία για τα μεταξύ τους θέματα.

Η συνθήκη του Λονδίνου, ωστόσο, άφηνε εκκρεμή τα σύνορα της Αλβανίας, την τύχη των νησιών του Αιγαίου και τη διανομή των εδαφών στους νικητές. Η Βουλγαρία με την ενθάρρυνση της Αυστροουγγαρίας είχε υπερβολικές αξιώσεις, έφερε βαρέως την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Έλληνες και του Μοναστηρίου από τους Σέρβους και αξίωνε απειλητικά την προσάρτηση των περιοχών του Κοσσόβου και του Μοναστηρίου, καθώς και των κοιλάδων κοντά στη Θεσσαλονίκη. Μπροστά στη νέα απειλή η Ελλάδα και η Σερβία, στις 1 Ιουνίου 1913, συνήψαν δεκαετή συμμαχία που εγγυόταν τις εδαφικές τους κατακτήσεις, καθώς και την απόκτηση κοινών συνόρων δυτικά του Αξιού.

Τσάρος Βουλγαρίας Φερδινάνδος Ι
Τσάρος Βουλγαρίας Φερδινάνδος Ι

Οι Βούλγαροι, κλιμακώνοντας τις προκλήσεις τους, δημιουργούσαν συνεχώς μεθοριακά επεισόδια και τη νύχτα 17 Ιουνίου 1913 επιτέθηκαν με σκοπό να απωθήσουν τους Έλληνες προς τη θάλασσα και τους Σέρβους προς τα Σκόπια. Έτσι, εξερράγη ο δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος που κατέληξε στην ολοσχερή ήττα των Βουλγάρων. Οι Ρουμάνοι πέρασαν και αυτοί τα σύνορα στις 10 Ιουλίου και προέλασαν προς τη Σόφια, ενώ οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση, κατέλαβαν χωρίς μάχη την Αδριανούπολη. Κατόπιν της εξελίξεως αυτής ο βασιλέας της Βουλγαρίας Φερδινάνδος Ι έκανε έκκληση προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, με την επέμβαση των οποίων υπογράφηκε στις 30 Ιουλίου ανακωχή μεταξύ των εμπόλεμων, για να ακολουθήσει στις 10 Αυγούστου η υπογραφή συνθήκης ειρήνης στο Βουκουρέστι. Με αυτή καθορίστηκαν τα σύνορα της Βουλγαρίας προς τη Ρουμανία, τη Σερβία και την Ελλάδα, στην οποία παραχωρήθηκε η περιοχή της Μακεδονίας μέχρι το Νέστο ποταμό μαζί με το λιμάνι της Καβάλας, μετά από απαίτηση της Γερμανίας και παρά την αντίδραση της Αυστροουγγαρίας.

Τα προβλήματα των συνόρων της Αλβανίας και της τύχης των νησιών του Αιγαίου εξακολούθησαν να παραμένουν άλυτα, ενώ δεν υπογράφηκαν αμέσως συνθήκες των Βαλκανικών Κρατών με την Τουρκία. Η πρώτη απ’ αυτές υπογράφηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1913 στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ της Τουρκίας και της Βουλγαρίας, η οποία αναγνώρισε την Τουρκική κυριαρχία στην Ανατολική Θράκη, συμπεριλαμβανομένης και της Αδριανουπόλεως. Η συνθήκη Τουρκίας – Σερβίας υπογράφηκε στις 14 Μαρτίου του 1914 στην Κωνσταντινούπολη και η μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας στις 14 Νοεμβρίου 1914 στην Αθήνα, χωρίς και πάλι να καθορίζεται η τύχη των νησιών του Αιγαίου που με τη συνθήκη του Λονδίνου αφηνόταν στις Μεγάλες Δυνάμεις να αποφασίσουν. Η οριστική παραχώρηση των νησιών αυτών έγινε τελικά, στις 24 Ιουλίου 1923, με τη συνθήκη της Λωζάνης.

Στις 29 Ιουλίου του 1913 η πρεσβευτική συνδιάσκεψη των Μεγάλων Δυνάμεων στο Λονδίνο ανακήρυξε αυτόνομη ηγεμονία την Αλβανία, υπό κληρονομικό ηγεμόνα, με την υπόδειξη και εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Στις 8 Αυγούστου 1913 η συνδιάσκεψη καθόρισε τα νότια σύνορα της Αλβανίας, που θα περιλάμβαναν τις περιοχές Κορυτσάς και Αργυροκάστρου και την ακτή μέχρι το ακρωτήριο της Φτελιάς. Τα σύνορα μεταξύ Κορυτσάς και Φτελιάς θα καθόριζε Διεθνής Επιτροπή, με βάση τα εθνολογικά δεδομένα; τις γεωγραφικές συνθήκες και τη γλώσσα. Η Επιτροπή όμως αυτή μεταβαίνοντας εκεί, το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1913, δεν έλαβε υπόψη της τη θρησκεία, την εθνική συνείδηση, την παιδεία και τη γλώσσα. Αγνόησε έτσι, ότι στο Αργυρόκαστρο, το Δέλβινο, τους Αγίους Σαράντα και τη Χειμάρρα οι κάτοικοι μιλούσαν μόνο την ελληνική, ενώ στην Κορυτσά και το Λεσκοβίκι μιλούσαν και τις δύο γλώσσες την Ελληνική και την Αλβανική.

Η Επιτροπή ξανασυνήλθε στη Φλωρεντία στις 17 Δεκεμβρίου του 1913 και με πρωτόκολλο αποφάσισε ότι ολόκληρη η Βόρεια Ήπειρος θα περιλαμβανόταν στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, στις 13 Φεβρουαρίου του 1914, γνώρισαν στην Ελληνική Κυβέρνηση ότι θα παραχωρούνταν στην Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου πλην Ίμβρου, Τενέδου και Καστελλόριζου την ημέρα που ο Ελληνικός Στρατός θα αποχωρούσε από τη Βόρεια Ήπειρο. Η Κυβέρνηση υπέκυψε στον εκβιασμό και με αίτησή της ζήτησε προνόμια για τον πληθυσμό της Βόρειας Ηπείρου.

Γουλιέλμος του Βηδ Πρίγκηπας Αλβανίας
Γουλιέλμος του Βηδ Πρίγκηπας Αλβανίας

Αρχές Μαρτίου του 1914 αποβιβάστηκε στο Δυρράχιο ο ηγεμόνας της Αλβανίας Γερμανός Πρίγκιπας Γουλιέλμος του Βηδ, ενώ η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση αναρχίας από τους φυλετικούς ανταγωνισμούς. Η Ελληνική Κυβέρνηση πιστή στις υποχρεώσεις της, άρχισε να εκκενώνει τα εδάφη της Βόρειας Ηπείρου, ο πληθυσμός της οποίας όμως εξεγέρθηκε, ανακήρυξε αυτονομία και σχημάτισε Προσωρινή Κυβέρνηση υπό το Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο με την εντολή να προβάλει ένοπλη αντίσταση. Έτσι, οργανώθηκε στρατός, τον οποίο στελέχωσαν πολλοί Έλληνες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί και συγκροτήθηκαν αποσπάσματα Ιερολοχιτών, από άντρες και γυναίκες, για την ανακατάληψη του εθνικού εδάφους από τη Χειμάρρα μέχρι την Κορυτσά.

Κατά τις πρώτες συγκρούσεις επικράτησαν οι Αλβανοί, αλλά μετά τον Απρίλιο οι Βορειοηπειρώτες πέτυχαν πολλές νίκες και ανακατέλαβαν τα εδάφη που είχε εγκαταλείψει ο Ελληνικός Στρατός, φτάνοντας και πέρα από το Βεράτι. Για να σταματήσει η αναρχία επενέβη η Διεθνής Επιτροπή στην Προσωρινή Κυβέρνηση και με το πρωτόκολλο που υπογράφηκε στην Κέρκυρα, στις 17 Μαΐου του 1914, παραχωρήθηκαν στους Βορειοηπειρώτες προνόμια διοικήσεως, παιδείας, θρησκείας, περιουσίας και προσωπικής ασφάλειας. Οι ταραχές όμως συνεχίστηκαν.
Με την υποκίνηση της Ιταλίας, ο Εσσάτ Πασάς με τους Μουσουλμάνους επαναστάτησε κατά του Γουλιέλμου που υποστηριζόταν από την Αυστροουγγαρία και τις ορεσίβιες φυλές των Μελισσόρων και Μιρδιτών με αποτέλεσμα η Αλβανία να διαιρεθεί σε δύο στρατόπεδα.

Γεώργιος Ζωγράφος

Η θέση της Ελλάδας

Η δεκαετής αμυντική συμμαχία μεταξύ της Ελλάδας και της Σερβίας της 1ης Ιουνίου του 1913, που επικυρώθηκε στις 21 Ιουνίου του 1913, κυρίως προέβλεπε:
– Αμοιβαία βοήθεια σε περίπτωση προσβολής της από άλλη χώρα.
– Συγκέντρωση από την Ελλάδα, με την έναρξη των εχθροπραξιών, 90.000 αντρών στην ευρεία περιοχή της Θεσσαλονίκης και του στόλου της στο Αιγαίο, ενώ η Σερβία θα συγκέντρωνε 150.000 άντρες στα νότια σύνορά της προς την Ελλάδα και τη Βουλγαρία.
– Απαγόρευση μειώσεως των δυνάμεων αυτών παρά μόνο κατόπιν γραπτής συμφωνίας των Γενικών Επιτελείων των δύο σύμμαχων κρατών. Σε περίπτωση που η Ελλάδα βρισκόταν στην ανάγκη να αμυνθεί εναντίον άλλης χώρας, πλην της Βουλγαρίας, είχε την υποχρέωση να βοηθήσει τη Σερβία αν η τελευταία εμπλεκόταν με τη Βουλγαρία, εφόσον το επέτρεπαν οι δυνατότητές της. Η Σερβία αν βρισκόταν στην ανάγκη να αμυνθεί κατά άλλης χώρας, πλην της Βουλγαρίας, και η Ελλάδα δεχόταν επίθεση απ’ αυτή, η Σερβία ήταν υποχρεωμένη να βοηθήσει την Ελλάδα με δυνάμεις που οι δύο χώρες θα συμφωνούσαν μεταξύ τους. Οι όροι αυτοί είχαν μεγάλη σημασία και έγιναν αιτία διαφωνιών του πολιτικού κόσμου της Ελλάδας για την ακολουθητέα γραμμή στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις 13 Φεβρουαρίου 1914 οι Μεγάλες Δυνάμεις με απόφασή τους παραχώρησαν στην Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου, τα οποία είχε απελευθερώσει ο Ελληνικός Στόλος στην αρχή ακόμη του Βαλκανο Τουρκικού Πολέμου 1912 – 13. Η Ελλάδα αποδέχθηκε την απόφαση, αλλά η Τουρκία αρνήθηκε, λόγω της εγγύτητας προς τα στενά και τις μικρασιατικές ακτές. Η Τουρκία, στο μεταξύ, είχε πετύχει να της παραχωρηθεί από τη Βραζιλία το θωρηκτό «Rio de Zaneiro» και είχε αναθέσει στα Αγγλικά ναυπηγεία τη ναυπήγηση ενός ακόμη με χρόνο παραδόσεως το φθινόπωρο του 1914.

Αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς
Αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς

Βλέποντας αυτά ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος ανησύχησε και προσπάθησε, μέσω της Γερμανικής Κυβερνήσεως, να έρθει σε κάποια συνεννόηση με την Τουρκία. Αυτή όμως την απέρριψε και άρχισε τους διωγμούς των Ελλήνων της Τουρκίας, με αποτέλεσμα να πλημμυρίσουν η Καβάλα και τα νησιά από πρόσφυγες. Έτσι, άρχισε να φαίνεται νέα απειλή πολέμου και η Επιτελική Υπηρεσία του Στρατού υπέβαλε στον Πρωθυπουργό έκθεση με τις δυνατότητες πολεμικών επιχειρήσεων κατά της Τουρκίας που συνέταξε ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Μεταξάς, ως Διευθυντής της Α’ Διευθύνσεως.

Η έκθεση προσδιόριζε τους αντικειμενικούς σκοπούς και ανέλυε τους παράγοντες, τη στάση των Βαλκανικών Κρατών, τη ναυτική υπεροχή των αντιπάλων και το βαθμό προπαρασκευής για υπερπόντια εκστρατεία. Η ανάμιξη των Μεγάλων Δυνάμεων θεωρούνταν απίθανη. Η στάση της Βουλγαρίας, λόγω της εδαφικής παρεμβολής της μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, είχε σημασία αλλά οπωσδήποτε θα επηρεαζόταν από τη στάση της Ρουμανίας και της Σερβίας. Η Ρουμανία δεν ήθελε αναταραχή στη Βαλκανική και υποχρεώσεις έναντι της Ελλάδας. Η Σερβία αν και σύμμαχος, λόγω του νοτιοσλαβικού ζητήματος με την Αυστροουγγαρία, δεν συνέδραμε την Ελλάδα.

Η έκθεση παρουσίαζε ως πιθανή μια Τουρκο Βουλγαρική συμφωνία κατά της Ελλάδας και απέκλειε ανάληψη αποβατικών επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία. Το να βασιστεί η Ελλάδα στη θέληση της Ρουμανίας και της Σερβίας να συγκρατήσουν τη Βουλγαρία κρινόταν ως ολέθριο σφάλμα. Σύμφωνα με την έκθεση, η ναυτική υπεροχή της Ελλάδας ήταν χρήσιμη για τον εφοδιασμό της Χώρας με τρόφιμα, πολεμικό υλικό, την ασφάλεια των νησιών και των ελληνικών ακτών, καθώς και την ανάληψη αποβατικών επιχειρήσεων. Εκβίαση ή αιφνιδιαστική διάβαση των Στενών των Δαρδανελίων ήταν ανώτερη των δυνάμεων του Ελληνικού Στόλου.

Η Ελληνική Κυβέρνηση με έντονη διακοίνωσή της για τους διωγμούς των Ελλήνων στην Τουρκία, τόνιζε ότι η συνέχισή τους θα την εξανάγκαζε να φτάσει στα έσχατα. Αλλά και οι Μεγάλες Δυνάμεις έκαναν συστάσεις. Έτσι, προσωρινά η Τουρκία σταμάτησε τους διωγμούς.

Στις 20 Μαΐου του 1914 ο Τούρκος επιτετραμμένος στην Αθήνα εξέθεσε στον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο ότι θα ήταν πλεονέκτημα και για τις δύο χώρες αν γινόταν ανταλλαγή των πληθυσμών. Ο Πρωθυπουργός ζήτησε διευκρινίσεις και σε δύο ημέρες είχε το σχέδιο ανταλλαγής του πληθυσμού της περιφέρειας της Σμύρνης με τους Μουσουλμάνους της Μακεδονίας. Ο Βενιζέλος ενέκρινε το σχέδιο, αλλά οι Τούρκοι ξανάρχισαν τους διωγμούς με αγριότητα και πλημμύρισαν πάλι τα νησιά με πρόσφυγες. Η σκληρότητά τους ήταν τέτοια που το Πατριαρχείο προέβη στο κλείσιμο των εκκλησιών στη Μικρά Ασία και κήρυξε την Ορθόδοξη Εκκλησία σε διωγμό.

 

Θωρηκτό Λήμνος
Θωρηκτό Λήμνος

Η κατάσταση έγινε πολύ σοβαρή και ο πόλεμος φαινόταν αναπόφευκτος. Η Ελληνική Κυβέρνηση στις 11 Ιουνίου του 1914 με έντονη διακοίνωσή της στην Υψηλή Πύλη απαιτούσε να σταματήσουν αμέσως οι διωγμοί και να διασφαλισθεί η ζωή και η περιουσία των Ελλήνων στην Τουρκία. Ειδοποίησε επίσης τον Πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη να αποχωρήσει και να διακόψει τις σχέσεις με τη Τουρκία, αν αυτή δε συμμορφωνόταν με τη διακοίνωση. Ταυτόχρονα η Ελλάδα αγόρασε από την Αμερική δύο θωρηκτά τα «Idaho» και «Mississipi» που μετονομάστηκαν σε «Λήμνος» και «Κιλκίς» αντίστοιχα.

Η Κυβέρνηση στις 12 Ιουνίου του 1914 με διακοίνωση και προς τη σύμμαχο Σερβία, την ενημέρωνε για τους διωγμούς του Ελληνισμού και τη διακοίνωσή της προς τη Τουρκία, τονίζοντας ταυτόχρονα την απόφασή της να φτάσει στα άκρα αν η Τουρκία δε συμμορφωνόταν. Επιπλέον, ζητούσε την πλήρη ηθική συμπαράστασή της.

Στις 16 Ιουνίου 1914 η Σέρβική Κυβέρνηση απάντησε στην Ελληνική διακοίνωση, ότι η Σερβία επιθυμούσε τη διατήρηση της ειρήνης, ότι η οικονομία της δεν είχε ανορθωθεί και το πολεμικό της υλικό δεν είχε αναπληρωθεί, ενώ η Βουλγαρία και η Αλβανία καραδοκούσαν να εκμεταλλευθούν την κατάσταση. Επίσης ανέφερε ότι η Τριπλή Συνεννόηση ήθελε ηρεμία στη Βαλκανική και παρακαλούσε να αποφευχθούν οι ακρότητες.

Στις 18 Ιουνίου 1914 απάντησε στην Ελληνική διακοίνωση και η Τουρκία, αρνούμενη την αλήθεια των κατηγοριών περί διωγμών και ισχυριζόμενη ότι οι ολίγοι, που απομακρύνθηκαν, έφυγαν στα πλαίσια της συμφωνίας περί ανταλλαγής των πληθυσμών. Τέλος, ζητούσε τη σύσταση μικτής Ελληνο Τουρκικής επιτροπής που θα επόπτευε την ανταλλαγή πληθυσμών και περιουσιών. Κατόπιν αυτού επήλθε κάποια χαλάρωση και συμφωνήθηκε να συναντηθεί ο Πρωθυπουργός με το Μεγάλο Βεζύρη τον Ιούλιο στις Βρυξέλλες και να συζητήσουν για την ανταλλαγή των πληθυσμών και τα νησιά του Αιγαίου.

Στις 19 Ιουλίου 1914 η Επιτελική Υπηρεσία του Στρατού υπέβαλε στον Πρωθυπουργό νέο υπόμνημα, εκθέτοντας τον ενδεδειγμένο τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων κατά της Τουρκίας. Σ’ αυτό τονιζόταν ότι η Ελλάδα είχε συμφέρον να προκαλέσει τον πόλεμο μόνο όταν θα είχε απόλυτη υπεροχή στη θάλασσα, χωρίς να εμπλακεί σε μακροχρόνιες και δαπανηρές ναυτικές επιχειρήσεις. Η Ελλάδα έπρεπε να πλήξει την Τουρκία καίρια, γρήγορα και αποφασιστικά και αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με απόβαση ολόκληρου του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία και την εκεί καταστροφή των Τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Η ενέργεια αυτή είχε πολλές πιθανότητες επιτυχίας, αποκλειόταν όμως πολιτικά, εξαιτίας της εχθρικής στάσεως της Βουλγαρίας, καθώς και της αμφίβολης υποστηρίξεως της Σερβίας και της Ρουμανίας. Η Επιτελική Υπηρεσία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η σωστή λύση θα ήταν η απόβαση μιας ενισχυμένης μεραρχίας, κυρίως στην Καλλίπολη και δευτερευόντως στις Μικρασιατικές ακτές, με σκοπό να καταστρέφει τα πυροβολεία των Στενών, για να διέλθει ο Στόλος και να απειλήσει την Κωνσταντινούπολη. Οι ενέργειες έπρεπε να γίνουν χωρίς κήρυξη πολέμου και εντελώς μυστικά, ώστε να εξαναγκαστεί η Τουρκία σε συνθηκολόγηση.

Βιβλιογραφία

Αρχείο ΔΙΣ/ΓΕΣ, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Τόμος ΙΔ
Σπ. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828 – 1964, Τόμος Γ’, Αθήνα 1966.
I. Πολιτάκου, Στρατιωτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, Αθήνα 1980.
Αλ. I. Δεσποτόπουλου, η Συμβολή της Ελλάδος στην έκβαση των δύο Παγκόσμιων Πολέμων, Αθήνα 1992.
The Times History of the war (Τόμοι 21), Printing House Square, – London, 1915.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s