Βυζάντιο & Α’ Σταυροφορίες….5ο μέρος (τελευταίο)

Άλωση της Ιερουσαλήμ

Το 1098 το Ισλάμ ήταν διηρεμένο σε δυο θρησκευτικές παρατάξεις…..το χαλιφάτο των Αββασιδών της Βαγδάτης (Σουνίτες) και το χαλιφάτο των Φατιμιδών του Καΐρου (Σιίτες) εκ των οποίων το πρώτο αναγνωριζόταν από τους Τούρκους και το δεύτερο από το αραβικό βασίλειο της Αιγύπτου. Αυτό το θρησκευτικό σχίσμα συνδυαζόταν από τήν αντίθεση δύο φυλών………τους Αραβες εναντίον των Τούρκων καί ένα από τα κυριότερα σημεία της έριδας ανάμεσα στους δυο αντιπάλους ήταν η Παλαιστίνη. Η Κυβέρνηση της Αιγύπτου δέν συγχωρούσε στους Τούρκους το γεγονός, ότι της είχαν αποσπάσει αυτή την επαρχία. Όταν τους είδε απασχολημένους με τη φράγκικη εισβολή στο μέτωπο της Αντιόχειας, έκρινε τη στιγμή κατάλληλη για να τους επιτεθεί εκ των όπισθεν, από την πλευρά του ισθμού του Σουέζ και να καταλάβει ξανά την διαφιλονικούμενη ζώνη. Έτσι, τό καλοκαίρι του 1098 μετά από ξαφνική επίθεση από την πλευρά της Παλαιστίνης, ο Μεγάλος Βεζίρης του Καΐρου, Σαχ αν-Σαχ αλ-Αφντάλ, πήρε την Ιερουσαλήμ από τά χέρια των Τούρκων.

Τόν Ιανουάριο του 1099, οι σταυροφόροι ξεκίνησαν γιά τόν αντικειμενικό τους στόχο πού ήταν η Ιερουσαλήμ. Ο Αλέξιος αισθανόταν προδομένος αφού δέν του παρέδωσαν τήν πόλη της Αντιόχειας, όπως είχαν δεσμευθεί μέ τούς όρκους στήν Κωνσταντινούπολη, αλλά καί οι σταυροφόροι θεωρούσαν τίς συμφωνίες άκυρες αφού ο αυτοκράτορας δέν είχε συνδράμει μέ στρατιωτικές δυνάμεις όταν τόν είχαν ανάγκη. Ειδικά όμως η Αντιόχεια είχε μεγάλη στρατηγική αλλά καί πνευματική σημασία γιά τήν αυτοκρατορία, δεδομένου ότι η Εκκλησία της ήταν από τίς παλαιότερες καί αποτελούσε ένα από τά πέντε Πατριαρχεία της χριστιανοσύνης. Η Ιερουσαλήμ εθεωρείτο δύσκολο νά ανακτηθεί καί γι’αυτό οι βυζαντινοί αυτοκράτορες διαπραγματεύονταν μέ τούς Φατιμίδες της Αιγύπτου γιά νά πετύχουν ειδικά προνόμια στόν Πανάγιο Τάφο.

Τό Μάϊο, οι Λατίνοι έφθασαν στήν Τρίπολη του Λιβάνου όπου ο εμίρης τούς προμήθευσε μέ τρόφιμα καί όλα τά αναγκαία εφόδια γιά τό στρατό καί στή συνέχεια πέρασαν από τή Βηρυτό καί τήν Τύρο. Στίς 6 Ιουνίου, ο Tancred και ο Baldwin de Le Bourg έσπευσαν μέ ένα μικρό απόσπασμα από ιππότες προς τη Βηθλεέμ. Έφθασαν τα μεσάνυχτα και οι τρομαγμένοι κάτοικοι νόμισαν στην αρχή ότι ήταν Τούρκοι ή Αιγύπτιοι. Όταν ξημέρωσε και αναγνώρισαν τους ιππότες, ολόκληρη η πόλη πού κατοικείτο από Ελληνες καί Σύριους βγήκε με τα ιερά λείψανα και με τους σταυρούς της Εκκλησίας της Γεννήσεως, να υποδεχθούν τους σωτήρες τους. Είχε ανατείλει λοιπόν η ανέλπιστη μέρα του θριάμβου του Σταυρού πάνω στην Ημισέληνο! Όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι, ύστερα από τέσσερις αιώνες καταπίεσης, φιλούσαν κλαίγοντας τα χέρια των τραχιών ιπποτών. Ο σταυροφόρος Fulcher de Chartres περιγράφει τίς στιγμές εκείνες: «Quod cum Christiani, qui inibi conversabantur, comperirent, Graeci videlicet et Syri, Francos illuc advenisse, gravisi sunt gaudio magno valde. Ignorabant tamen primitus quae gens essent, putantes eos vel Turcos vel Arabe esse.»

Τήν Τρίτη, 7 Ιουνίου 1099, ολόκληρος ο φράγκικος στρατός έβλεπε επιτέλους τους τρούλους της Αγίας Πόλης. «Όταν άκουσαν το όνομα Ιερουσαλήμ, δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα δάκρυά τους και πέφτοντας γονατιστοί, ευχαρίστησαν το Θεό που τους επέτρεψε να φτάσουν στο τέρμα του προσκυνήματός τους, στην Αγία Πόλη, όπου ο Κύριός μας ευδόκησε να σώσει τον κόσμο. Τι συγκινητικό ν’ ακούς τότε τ’ αναφιλητά που ανέβαιναν απ’ όλο αυτό το πλήθος! Προχώρησαν ακόμα ώσπου τα τείχη και οι πύργοι της πόλης να ξεχωρίσουν περισσότερο. Ύψωναν τα χέρια προς τον ουρανό, ευχαριστώντας, και φιλούσαν ταπεινά τη γη.»

Η άμυνα της πόλεως ήταν στα χέρια του Φατιμίδη κυβερνήτη Ιφτιχάρ αλ-Δαουλά. Τα τείχη ήταν σε καλή κατάσταση και είχε μια ισχυρή φρουρά από Άραβες και Σουδανούς στρατιώτες. Στην είδηση της προσεγγίσεως των Φράγκων, ο εμίρης φρόντισε να βουλώσει ή να δηλητηριάσει τα πηγάδια έξω από την πόλη και να συγκεντρώσει τα κοπάδια και τις αγέλες που ήταν γύρω από την πόλη, σε ασφαλές μέρος. Κατόπιν διέταξε τον χριστιανικό πληθυσμό της πόλεως, ορθόδοξους και αιρετικούς, να φύγουν έξω από τα τείχη. Στους Εβραίους, ωστόσο, επέτρεψε να μείνουν μέσα.

Οι σταυροφόροι αρχηγοί μοιράστηκαν τους τομείς της επίθεσης: ο Ροβέρτος της Νορμανδίας ανέλαβε το βόρειο τομέα, απέναντι στην «Πύλη του Ηρώδη», ο Ροβέρτος της Φλάνδρας έλαβε θέση απέναντι στήν «Πύλη του Αγίου Στεφάνου», ο Γοδεφρείδος του Μπουγιόν και ο Ταγκρέδος ανέλαβαν το δυτικό τομέα, απέναντι στην «Πύλη της Γιάφας» και τέλος ο Ραϋμόνδος του Σαιν-Ζιλ ανέλαβε το νότιο τομέα στο όρος της Σιών. Μέσα Ιουνίου επικρατούσε αφόρητη ζέστη. το νερό έλειπε, το ίδιο και τα εφόδια μέχρι πού έφτασε στη Γιάφα μια γενοβέζικη μοίρα φέρνοντας τρόφιμα και πολεμικό υλικό. Ο Γουλιέλμος του Σαμπράν με μερικές ίλες πήγε νά αποκαταστήσει επαφή μαζί της και μπόρεσαν να φτιάξουν τεράστιες σκάλες και ξύλινους κινητούς πύργους από όπου δέσποζαν πάνω από τα τείχη. Ο Γάστων της Βεάρνης διακρίθηκε μ’ αυτή την ευκαιρία σαν μηχανικός. Τη νύχτα της 9ης Ιουλίου, ο Γοδεφρείδος, ο Ροβέρτος της Φλάνδρας και ο Ροβέρτος της Νορμανδίας μετέφεραν τις μηχανές τους απέναντι στο βορειοανατολικό τομέα, από την πύλη του Αγίου Στεφάνου ως το χείμαρρο των Κέδρων.

Ο Ιφτιχάρ ήταν καλά εφοδιασμένος με τρόφιμα και με νερό. Ο οπλισμός του ήταν καλύτερος από τον οπλισμό των Φράγκων και ήταν σε θέση να ενισχύσει τους πύργους με σάκους γεμάτους βαμβάκι και χόρτο που τους επέτρεπε να αντέχουν στην κρούση των βολών των φραγκικών μαγγάνων. Αν μπορούσε να κρατήσει ώσπου να φανεί ο στρατός από την Αίγυπτο, θα ξοφλούσε με τη Σταυροφορία. Αλλά παρ’ όλο που η φρουρά ήταν μεγάλη, δεν επαρκούσε να επανδρώσει όλα τα τείχη. Οι σταυροφόροι, από τη δική τους πλευρά πολύ σύντομα συνάντησαν δυσκολίες με την ύδρευσή τους. Τα μέτρα του Ιφτιχάρ υπήρξαν αποτελεσματικά. Η μόνη πηγή με καθαρό νερό που διέθεταν οι πολιορκητές ήταν η δεξαμενή του Σιλωάμ κάτω από τα νότια τείχη, η οποία ήταν επικίνδυνα εκτεθειμένη στη βολή από την πόλη. Για να συμπληρώνουν το νερό που χρειάζονταν έπρεπε να ταξιδεύουν έξι μίλια ή και περισσότερο. Ξέροντας αυτό η φρουρά, μπορούσε να στέλνει έξω μικρά τμήματα να στήνουν ενέδρες στους δρόμους προς τις πηγές.

Στις 10 Ιουλίου οι ξύλινοι πολιορκητικοί πύργοι ήταν έτοιμοι και κύλισαν προς τις θέσεις τους, ο ένας απέναντι στο βόρειο τείχος και ο άλλος στο Όρος Σιών. Ένας άλλος λίγο μικρότερος, κατασκευάστηκε για να κινηθεί κατά της βορειοδυτικής γωνίας των αμυντικών έργων. Η εργασία της κατασκευής είχε εκτελεσθεί με προσοχή μακριά από τις όψεις των στρατιωτών της φρουράς, οι οποίοι έμειναν κατάπληκτοι και ανησύχησαν που είδαν τέτοιους πύργους απέναντί τους. Ο διοικητής Ιφτιχάρ έσπευσε να ενισχύσει τα πιο αδύνατα τμήματα της αμυντικής περιμέτρου. Εναντίον των πύργων εξαπολύθηκε συνεχής βομβαρδισμός με πέτρες, για να εμποδιστούν να πλησιάσουν τα τείχη.

Μία ξαφνική επίθεση ξεκίνησε τό πρωΐ της 15ης Ιουλίου. Ο Γοδεφρείδος μπόρεσε να πλησιάσει τα τείχη με τον ξύλινο πύργο του, που τον είχε σκεπάσει με φρεσκογδαρμένα τομάρια για να προστατέψει τα δοκάρια από τη φωτιά. Είχε πάρει θέση στο πάνω πάτωμα με τον μικρότερό του αδερφό, τον Ευστάθιο της Βουλώνης. Κατά το μεσημέρι, κατάφερε να ρίξει μια γέφυρα στο τείχος. Μαζί με τον Ευστάθιο όρμησαν και δυο ιππότες από το Τουρναί. Ταυτόχρονα οι σκάλες, στημένες παντού, πρόσφεραν πέρασμα σε πολλούς Φράγκους στρατιώτες, έτσι που το τείχος από αυτή την πλευρά καταλήφθηκε ολόκληρο, ενώ οι υπερασπιστές τρέπονταν σε φυγή προς το τέμενος του Ελ-Ακσά, το Ναό του Σολομώντος, όπου οχυρώνονταν. Η κατάχτηση του τεμένους πραγματοποιήθηκε ύστερα από μια καινούργια μάχη, πιο λυσσαλέα ακόμα στην οποία «βυθιζόταν κάποιος στο αίμα ως τον αστράγαλο».

Ο Ταγκρέδος και ο Γάστων της Βεάρνης έσπευσαν να καταλάβουν το γειτονικό μουσουλμανικό ιερό, το Κούβετ-ες-Σάχρα ή τέμενος του Ομάρ. Εκεί είχαν καταφύγει άλλα πλήθη μουσουλμάνων, που ζητούσαν αμάν (έλεος). Ιπποτικός νικητής ο Ταγκρέδος πήρε αυτούς τους δυστυχισμένους υπό την προστασία του, αφήνοντάς τους το ίδιο του το λάβαρο, εγγύηση προστασίας. Δυστυχώς τη νύχτα, καινούργια κύματα επιτιθέμενων Φράγκων κατέσφαξαν αυτούς τους αιχμαλώτους. Οι Αιγύπτιοι, στριμωγμένοι ανάμεσα στις φράγκικες μάζες, έτρεχαν εδώ και κει σαν χαμένοι. «Η πόλη παρουσίαζε μια τέτοια εικόνα σφαγής, μια τέτοια εικόνα αιματοχυσίας, που και οι ίδιοι οι νικητές ένιωσαν φρίκη και αηδία». Εκείνος που μιλάει έτσι δεν είναι άλλος από τον αρχιεπίσκοπο Γουλιέλμο της Τύρου, που του είναι αδύνατο να κρύψει την αποδοκιμασία του σαν χριστιανός, και τη μομφή του σαν πολιτικός.

Τήν επομένη, οι φοβεροί νικητές της 15ης Ιουλίου, συνήλθαν κι άρχισαν να φέρονται σαν χριστιανοί. Το ίδιο βράδυ αυτής της μέρας, ανέβηκαν στον Πανάγιο Τάφο. «Έπλυναν τα χέρια και τα πόδια τους, πέταξαν τα ματωμένα ρούχα τους, έβαλαν καινούργια και ξυπόλητοι πήγαν στους Αγίους Τόπους». Η ορμή της μάχης είχε σβήσει. Στους τραχείς αυτούς ανθρώπους, ύστερα από τόσες δοκιμασίες και κινδύνους, δεν απέμενε πια παρά μια απέραντη θρησκευτική συγκίνηση. Συνωστίζονταν, χύνοντας δάκρυα, σέ όλο το μήκος του Δρόμου του Μαρτυρίου κι «ασπάζονταν κατανυχτικά τον τόπο όπου ο Σωτήρας του Κόσμου είχε αφήσει τα ίχνη των βημάτων του». Οι ντόπιοι χριστιανοί, που είχαν βγει σε λιτανεία να τους προϋπαντήσουν, τους οδήγησαν στον Πανάγιο Τάφο με δοξαστικούς ύμνους. Εκεί, όλοι έπεσαν με το πρόσωπο στη γη, με τα χέρια ανοιχτά σε σταυρό.

Το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ

Ο Γοδεφρείδος πέθανε λίγο μετά τήν άλωση καί ο αδελφός του, Βαλδουίνος της Βουλώνης, κόμης της Έδεσσας, γινόταν ο πρώτος βασιλιάς της Ιερουσαλήμ. Αφού κατετρόπωσε όσoυς εχθρούς βρέθηκαν στόν δρόμο του, έφθασε στά τείχη της Αγίας Πόλης, όπου οι κάτοικοι βγήκαν έξω να τον καλωσορίσουν με μεγάλες εκδηλώσεις χαράς. Οχι μόνο οι νεοφερμένοι Φράγκοι, αλλά καί Έλληνες, Σύροι και Αρμένιοι τον συνάντησαν έξω από τα τείχη και τον συνόδευσαν τιμητικά στον Πανάγιο Τάφο, ψέλνοντας «Κύριε Ελέησον» (Kyrie eleison). Ομως οι Φράγκοι έδιωξαν καί από τήν Αντιόχεια καί από τήν Ιερουσαλήμ τούς Ελληνες Πατριάρχες καί τοποθέτησαν Λατίνους στή θέση τους κάτι το οποίο θά παγίωνε τή ρήξη μεταξύ της Ανατολικής καί της Δυτικής Εκκλησίας. Εκτοτε οι Ελληνορθόδοξοι των Ιεροσολύμων (Αγιοταφική Αδελφότητα) θα διεκδικήσουν  τήν πρωτοκαθεδρία τους στόν Πανάγιο Τάφο καί στά υπόλοιπα προσκυνήματα όπως ο Τάφος του Χριστού, ο Γολγοθάς, το σπήλαιο της Γέννησης κ.α.

Σύμφωνα με την χιλιόχρονη παράδοση τό Αγιον Φώς εμφανίζεται στό ναό της Αναστάσεως, μόνο παρουσία του Ελληνορθόδοξου Πατριάρχη καί έχουμε καί τήν μαρτυρία του λατίνου χρονογράφου Fulcher, πού συμμετείχε στήν Α’ Σταυροφορία, σύμφωνα με τήν οποία, τό Αγιον Φως ενεμφανίσθη, μόνο όταν αποχώρησε ο λατίνος Πατριάρχης με τους κληρικούς του καί έμειναν στο εσωτερικό του Ναού οι Ελληνες καί Σύριοι ορθόδοξοι ιερείς: «Pendant que les notres prient ainsi dans le temple du Seigneur, les Grecs et les Syriens, restes dans le monastere du saint sepulcre, ne montrent pas moins de zele, font, processionnellement le tour du tombeau du Sauveur, se livrent a l’oraison, et, dans l’exces de leur chagrin, se meurtrissent les joues, et s’arrachent les cheveux en poussant des cris lamentables. Lorsque les notres apres avoir termine leurs prieres dans le temple du Seigneur, reviennent a l’eglise du saint sepulcre, et avant qu’ils en aient franchi les portes, on accourt annoncer au patriarche et a tous les autres que le feu tant souhaite est enfin descendu du ciel, que, graces a Dieu il s’est allume dans une lampe devant Je saint tombeau…»

Ο αδίστακτος Βοημούνδος, πού διεκδικούσε καί αυτός τόν θρόνο της Αγίας Πόλης, βρισκόταν αιχμάλωτος στο βάθος κάποιου φρουρίου της Μικράς Ασίας, ύστερα από μάχη μέ τούς Τούρκους στήν Μελιτηνή. Στη Βόρεια Συρία, ο Ταγκρέδος, είχε αναλάβει την αντιβασιλεία του πριγκιπάτου της Αντιόχειας μετά τήν αιχμαλωσία του Βοημούνδου καί σταθεροποίησε το νορμανδικό πριγκιπάτο με νικηφόρες εκστρατείες ενάντια στο τουρκικό βασίλειο του Χαλεπιού καί καταλαμβάνοντας το μεγάλο λιμάνι της Λαοδίκειας (1102) από τούς Βυζαντινούς. Ο κόμης της Τουλούζης, Ραϋμόνδος του Σαιν-Ζιλ, μετά την απογοήτευση που είχε δοκιμάσει βλέποντας να δίνονται σε άλλους η Αντιόχεια και η Ιερουσαλήμ είχε φύγει για την Κωνσταντινούπολη, για να συνεννοηθεί με τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό. Εκείνος του ανέθεσε να οδηγήσει μέσα από τη Μικρά Ασία τούς νέους Σταυροφόρους που κατέφθαναν από τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία.

Αυτές οι ενισχύσεις είχαν άδοξο τέλος. Από τήν Κωνσταντινούπολη έφθασαν στην Άγκυρα την 23 Ιουνίου έτους 1101 και χάθηκαν μέσα στίς ερημιές. Τό ιππικό των Τουρκομάνων παρενοχλούσε αδιάκοπα τους σταυροφόρους, που πέθαιναν από την κούραση και την πείνα. Έβλεπαν να τους τοξεύουν από μακριά, χωρίς να μπορούν να δώσουν μάχη σώμα με σώμα. Λίγο πριν από την Αμάσεια, οι Τούρκοι, κρίνοντας πως η φράγκικη φάλαγγα είχε χάσει αρκετά το ηθικό της, της έφραξαν το δρόμο. Οι Λομβαρδοί τράπηκαν σε φυγή. Ο Ραϋμόνδος της Τουλούζης με τους Γάλλους και τους Γερμανούς, αντιστάθηκε ως τη νύχτα, έπειτα έχασε κι αυτός το θάρρος του και τράπηκε σε φυγή προς τη Μαύρη Θάλασσα μαζί με τους Βυζαντινούς οδηγούς του. Καλπάζοντας έφτασε στο πρώτο λιμάνι που βρήκε, από όπου μπάρκαρε για την Κωνσταντινούπολη. Όταν έγινε γνωστή η φυγή του, ο πανικός γενικεύτηκε. Απ’ τους 150.000 τουλάχιστον σταυροφόρους, μονάχα μερικές χιλιάδες μπόρεσαν να φτάσουν στη Σινώπη. Οι υπόλοιποι σφάχθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους (Αύγουστος 1101).

Τό 1103 ενώ ο Νορμανδός ιππότης Βοημούνδος βρισκόταν φυλακισμένος, οι Τούρκοι αρχηγοί φιλονίκησαν μεταξύ τους σχετικά με τα ενδεχόμενα λύτρα του. Αυτά τα λύτρα, ο δεσμοφύλακάς του εμίρης της Σεβάστειας (Σίβας) Γκουμουχτεκίν, εννοούσε να τα κρατήσει μονάχα για τον εαυτό του. Ο Σελτζουκίδης σουλτάνος του Ικονίου, αυθέντης του Γκουμουχτεκίν, ήθελε κι αυτός το μερίδιό του κι άρχισε τις απειλές. Τότε ο Βοημούνδος υποσχέθηκε να καταβάλει στον εμίρη ολόκληρο το ποσό της εξαγοράς του, αλλά ακόμα νά είναι πιστός του σύμμαχος και να τον βοηθήσει να καταλάβει τη σελτζουκίδικη Ανατολία. Αφέθηκε λοιπόν ελεύθερος καί γύρισε στην Αντιόχεια.

Στίς μάχες πού ακολούθησαν, ο Βοημούνδος καί ο ανηψιός του Ταγκρέδος, ηττήθηκαν από τούς Τούρκους του Χαλεπιού, οι οποίοι αποσπάσανε από τον βασιλιά της Αντιόχειας τις περισσότερες από τις κτήσεις του, ανατολικά του Ορόντη ποταμού, ενώ οι Βυζαντινοί επωφελήθηκαν για νά πάρουν πίσω τό πολύτιμο λιμάνι γι’αυτούς, τη Λαοδίκεια. Κάτω από τη διπλή αυτή αντεπίθεση, ο Βοημούνδος έβλεπε το έργο του να καταρρέει. Για να το ξαναρχίσει απ’ την αρχή, αποφάσισε να πάει στη Δύση να ζητήσει βοήθεια. Ο Ραούλ της Καν μας μεταδίδει το νόημα του λόγου που έβγαλε στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου της Αντιόχειας, στους πιστούς του: «Η θύελλα που ξεσηκώθηκε εναντίον μας είναι τέτοια που αν δεν αντιδράσουμε, είμαστε χαμένοι. Είμαστε κυκλωμένοι. Στην Ανατολή, από το εσωτερικό η τουρκική εισβολή. Στη Δύση, από τη θάλασσα η απόβαση των Ελλήνων. Δεν είμαστε παρά μια φούχτα άνθρωποι, που όσο πάει και θα λιγοστεύουμε. Χρειαζόμαστε μεγάλες ενισχύσεις από τη Γαλλία. Από κει θα μας έρθει η σωτηρία, από πουθενά άλλου. Αυτές τις ενισχύσεις θα πάω να φέρω». Εμπιστεύτηκε στον Ταγκρέδο τη διοίκηση της Αντιόχειας και τους τελευταίους μήνες του 1104 μπαρκάρισε για την Ιταλία.

Από την Ιταλία ο Βοημούνδος πέρασε στη Γαλλία, όπου έγινε δεκτός με επισημότητα από τον βασιλιά Φίλιππο Α’ (Σεπτέμβριος 1105) και οικογενειακοί δεσμοί επισφράγισαν τη φιλία τους. Μια από τις κόρες του βασιλιά της Γαλλίας, η πριγκίπισσα Κονστάνς, δόθηκε σε γάμο στον Νορμανδό πρίγκιπα, μια άλλη η Σεσίλ, στάλθηκε στον Ταγκρέδο. Τόν Οκτώβριο του 1107, όταν ο Βοημούνδος ξεκίνησε τήν εκστρατεία του, δέν είχε ως στόχο τούς Μουσουλμάνους εχθρούς των σταυροφορικών κρατών, αλλά τό Βασίλειο των Γραικών. Διέσχισε τήν Αδριατική καί άρχισε τήν πολιορκία του άριστα οχυρωμένου λιμανιού του Δυρραχίου.

Ο Αλέξιος ήρθε νά τόν προϋπαντήσει, αλλά δέν επανέλαβε τό νεανικό λάθος του 1081, νά επιτεθεί κατά μέτωπο στόν πανίσχυρο στρατό των Νορμανδών. Αυτή τή φορά τόν περικύκλωσε από στεριά καί μέ τό ναύαρχο Μαυροκατακαλών από τή θάλασσα. Μέ πολλά χρήματα ενέσπειρε τή διχόνοια στό φραγκικό στρατόπεδο καί πολλοί αυτομόλησαν στόν αυτοκρατορικό στρατό. Η βυζαντινή διπλωματία σέ όλο της τό μεγαλείο……….χωρίς νά γίνει καμμία σημαντική μάχη, μέ εξαίρεση αυτής της Δεάβολης, υπό τόν στρατηγό Μιχαήλ Κεκαυμένο, ανάγκασε τόν περήφανο ιππότη νά υποκύψει. Η Αννα Κομηνή διασώζει τήν συνθήκη της Διάβολης σύμφωνα μέ την οποία ο Βοημούνδος αποποιείται κάθε διεκδίκηση χωρών της Ρωμανίας (νέας Ρώμης), ενώ θεωρεί τόν εαυτό του υπήκοο του «αυτοκράτορα των Ρωμαίων»:«… λίζιον γενέσθαι του σκήπτρου σου άνθρωπον καί, ίνα σαφέστερον είποιμι καί φανερώτερον, οικέτην καί υποχείριον, επειδή και σύ υπό τήν σήν δεξιάν έλκειν εμέ βεβούλησαι καί άνθρωπον σου εθέλεις ποιήσασθαι λίζιον…. Ετι συμφωνώ, καί έσται των συμπεφωνημένων μάρτυς καί επήκοος ο Θεός, μηδεμίαν μηδέποτε χώραν τεταγμένην υπό τά ημέτερα σκήπτρα είτε νυν είτε πρότερον μήτε πόλιν ή νήσον κρατείν τε καί έχειν, καί απλώς, οπόσα η βασιλεία Κωνσταντινουπόλεως περιείχεν ή νύν κατέχει κατά τε τήν ανατολήν καί δύσιν, εκτός των ρητώς δεδωρηένων μοι παρά του θεοπροβλήτου κράτους υμων, ά καί κατ’ όνομα δηλωθήσεται εν τω παρόντι εγγράφω….. περί δέ των μηδέπω δεδουλευκότων τη Ρωμανία, ταύτα ενόρκως κατεπαγγέλλομαι ως ίνα τάς τε προσερχομένας μοι χώρας άνευ πολέμου ή καί μετά πολέμου καί μάχης καί ταύτας απάσας ως από της υμετέρας βασιλείας λογίζωμαι ….»

Ο παλαιός εχθρός είχε βάλει τή σφραγίδα του σέ ένα έγγραφο πού δήλωνε τήν ανώτερη φύση του βυζαντινού αυτοκρατορικού αξιώματος. Ο Βοημούνδος θά πέθαινε λίγο αργότερα καί τό μαυσωλείο του στόν καθεδρικό ναό της Κανόσα στήν Απουλία, θα σχεδιαζόταν μέ βάση τήν εκκλησία των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης. Η απειλητική επανεμφάνιση των Τούρκων στη Μικρά Ασία με την πολιορκία της Νίκαιας (1112) ανάγκασε τον Αλέξιο να αναλάβει νέα εκστρατεία εναντίον τους. Ο στρατηγός Ευμάθιος Φιλοκάλης τούς νίκησε στή Φιλαδέλφεια, ενώ ο δούξ της Νίκαιας Ευστάθιος Καμίτζης στό Αμόριο. Ακολούθησε νικηφόρος μάχη στο Φιλομήλιον της Φρυγίας τό 1116, μετά τήν οποία ο Αλέξιος παγίωσε τήν κυριαρχία στή δυτική Μικρά Ασία. Παράλληλα, για να περιορίσει το μονοπώλιο της Βενετίας, στο εμπόριο και τη ναυτική της κυριαρχία παραχώρησε ανάλογα προνόμια στη ναυτική δύναμη της Πίζας κάτι πού θά αποδεικνύοταν οδυνηρό γιά τήν βυζαντινή οικονομία.

Ως επίλογος στο αφιέρωμα στην Α’ σταυροφορία…..αναφέρεται ένα προφητικό κείμενο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου:«Ο ΑΛΕΞΙΟΣ ΑΣΧΟΛΗΘΗ ΕΙΣ ΤΟ ΝΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΝ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΠΙΒΟΥΛΗΣ, ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥΤΟ ΟΤΙ ΕΝ ΤΗ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙ ΤΟΥ, Η ΓΝΗΣΙΟΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΗΤΟ Η ΙΣΧΥΡΟΤΑΤΗ ΠΑΝΟΠΛΙΑ ΔΙ’ ΗΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΕΘΝΟΣ ΗΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΔΙΑΣΩΘΗ ΑΠΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΟΙΧΙΖΟΝΤΩΝ ΑΥΤΟ ΠΟΙΚΙΛΩΝ ΚΑΙ ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ.»

Τα προηγούμενα μέρη: 1ο2ο – 3ο  – 4ο

_________________________

πηγή: από το εξαιρετικό ιστολόγιο http://www.agiasofia.com

Βιβλιογραφία

-Άννα Κομνηνή «Αλεξιάς»
-Εκδοτική Αθηνών «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος
-Sir James Cochran Stevenson Runciman «Ιστορία των σταυροφοριών – Τόμος Ι,II,III»
-Sir James Cochran Stevenson Runciman «Βυζαντινός Πολιτισμός»
-Ελένη Γλυκάτζη – Αρβελερ «Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας«Jonathan Harris «Byzantium and the Crusades»Rene Grousset «Histoire des croisades»Marc Carrier «L’ IMAGE DESBYZANTINS SELON LES CHRONIQUEURS OCCIDENTAUX»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s