Βυζάντιο & Α’ Σταυροφορίες….3ο μέρος

Έναρξη Α’ Σταυροφορίας – Ουρβανός ο Β’

Η κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά το Μαντζικέρτ και η αδράνεια του Βυζαντίου στην κατάληψη της Μικράς Ασίας από τούς Τούρκους, δημιούργησαν στη Δύση την πεποίθηση πως σε μια τέτοια κατάπτωση, τα δυτικά έθνη έπρεπε να επέμβουν για να σώσουν την Ευρώπη που βρισκόταν υπό άμεση απειλή. Διαβάζουμε στό βιβλίο του ιστορικού Rene Grousset ότι:

«Ο Γουλιέλμος της Τύρου θα δει στην καταστροφή του Μαντζικέρτ τον ΠΛΗΡΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΩΣ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣΥΝΗΣ, την ιστορική δικαίωση της προβολής των Φράγκων, για νά αντικαταστήσουν τους συντρόφους τους, που είχαν τεθεί εκτός μάχης. Πραγματικά, ήταν καιρός να σκεφτούν πως θά αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Το Ισλάμ, από τη Νίκαια όπου είχε εδραιωθεί, μπορούσε κάθε στιγμή να αιφνιδιάσει την Κωνσταντινούπολη.

Η καταστροφή του 1453 μπορούσε να συμβεί από τα τέλη κιόλας του ενδέκατου αιώνα. Όπως επρόκειτο να διακηρύξει ο Ουρβανός Β’, αυτό υπήρξε μια από τις αιτίες που τον έκαναν νά αποφασίσει, δεκατέσσερα χρόνια μετά την κατάληψη της Νίκαιας, να επιχειρήσει το κήρυγμα της πρώτης Σταυροφορίας. Η αίσθηση που είχε ο Ουρβανός για τα καθήκοντά του, ως οδηγός και υπερασπιστής της χριστιανοσύνης, φτάνει για να φωτίσει την πολιτική του, που από το ύψος του παπικού θρόνου, που είχε στηθεί στο Κλερμόν-Φεράν, αγκάλιαζε τόσο την Ιερουσαλήμ, όπου οι πόλεμοι ανάμεσα σε Αιγυπτίους και Σελτζουκίδες είχαν καταλήξει σε καινούργιες σφαγές χριστιανών, όσο και το πρόβλημα του Ελλησπόντου, «τα Στενά του Αγίου Γεωργίου», όπως τα έλεγαν τότε, που βρίσκονταν πάντα κάτω από την απειλή μίας τουρκικής επίθεσης.»Γιά τήν κατάσταση πού επικρατούσε στούς Αγίους Τόπους παραμονές των σταυροφοριών μας καταθέτει καί τή δική του γνώμη ο ιστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος:

«Τό Ανατολικόν Κράτος δέν ήρχεν αυτόθι ειμή της επέκεινα του Ευφράτου κειμένης Εδέσσης καί καί χριστιανοί Αρμένιοι κατείχον τά πρός βορράν της Συρίας όρη. Πάσα όμως η λοιπή χώρα ήτο εις χείρας των μωαμεθανών, καίτι αδιακόπως μετέβαλλε κυριάρχας. Αι δέ ποικίλαι αύται μεταβολαί καί η εις αυτάς ανάμιξις της θηριώδους των Τουρκομάνων φυλής επήγαγον συμφοράς δεινοτάτας εις τε τούς χριστιανούς της Συρίας κατοίκους και εις τούς ευλαβείς ανθρώπους όσοι προσήρχοντο εξ Ευρώπης εις προσκύνησιν του Αγίου Τάφου και των άλλων ιερών της χώρας ταύτης τόπων. Οι Τούρκοι ιδίως ελήστευον καί εφόνευον ανηλεώς εισήρχοντο κραυγάζοντες καί μαινόμενοι εις τούς ναούς, τελουμένης της θείας μυσταγωγίας, εκάθηντο επί των ιερών βημάτων καί πολυειδώς περιύβριζον καί εκακοποίουν τούς ιερείς.

Αι περί των δεινοπαθημάτων τούτων αγγελίαι εκόμιζοντο υπό των επιστρεφόντων προσκυνητών Ευρώπης, ενώ τά πνεύματα ήσαν παραδόξως ήδη παρασκευασμένα εις τό να παροργισθώσιν εκ της τοιαύτης πρός τήν θείαν του Χριστού θρησκείαν ασεβείας καί νά ορμήσωσιν εις εκδίκησιν αυτής. Η εν Ισπανία πρό πολλών αιώνων διεξαγομένη πάλη των ιθαγενών κατά των Αράβων οίτινες είχον κατακτήσει τήν χώραν ταύτην από της ογδόης εκατονταετηρίδος παρήγαγε, του καιρού προϊόντος, εις τήν Δύσιν τοσούτον ενθουσιασμόν κατά των πολεμίων εκείνων του Σωτήρος ώστε ήρχισε νά λογίζεται ως κοινός της χριστιανοσύνης κατά του μωαμεθανισμού αγών.»

Στις 27 Νοεμβρίου 1095, στή σύνοδο του Κλερμόν, ο Ουρβανός Β’ κάλεσε τη χριστιανοσύνη σε συναγερμό, με την έκκληση για υπεράσπιση της πίστης, που την απειλούσε η καινούργια μουσουλμανική εισβολή, έκκληση μιας ευρωπαϊκής αρχής για τη σωτηρία της Ευρώπης ενάντια στους Ασιάτες κατακτητές, διαδόχους του Αττίλα και προδρόμους του Μωάμεθ Β’ του κατακτητή.

Η κραυγή: «Deus le Volf» (Το θέλει ο Θεός) επαναλήφθηκε από τον Ουρβανό, που την έκανε γενικό σύνθημα και ζήτησε από τους μελλοντικούς στρατιώτες του Χριστού να φέρουν όλοι το σήμα του σταυρού. Η «Σταυροφορία» ιδέα εν πορεία που θα εξακόντιζε άρχοντες και πλήθη ως τα βάθη της Ανατολής, είχε αρχίσει. Παρατίθεται αυτούσιο από τό The Internet Medieval Sourcebook τό παρακάτω απόσπασμα της ομιλίας του Πάπα:         

«From the confines of Jerusalem and from the city of CONSTANTINOPLE a grievous report has gone forth and has – repeatedly been brought to our ears; namely, that a race from the kingdom of the Persians, an accursed race, a race wholly alienated from God, violently invaded the lands of those Christians and has depopulated them by PILLAGE AND FIRE. They have led away apart of the captives into their own country, and a part have THEY HAVE KILLED BY CRUEL TORTURES. They have either destroyed the churches of God or appropriated them for the rites of their own religion. They destroy the altars, after having defiled them with their uncleanness….THE KINGDOM OF THE GREEKS is now dismembered by them and has been deprived of territory so vast in extent that it could be traversed in two months’ time. (Regnum Graecorum jam ab eis ita emutilatum est et suis usibus emancipatum quod transmeari non potest itinere duorum mensium). This royal city, however, situated at the center of the earth, is now held captive by the enemies of Christ and is subjected, by those who do not know God, to the worship the heathen. She seeks, therefore, and desires to be liberated and ceases not to implore you to come to her aid. From you especially she asks succor, because as we have already said, God has conferred upon you above all other nations great glory in arms. Accordingly, undertake this journey eagerly for the remission of your sins, with the assurance of the reward of imperishable glory in the kingdon of heaven.»

Η έκκληση του Ουρβανού Β’ για την ευρωπαϊκή επιστράτευση του 1095 ήλθε στην κατάλληλη στιγμή διότι ενώ ο Ουρβανός όρθωνε την Ευρώπη ενάντια στην Ασία, ο Σελτζουκίδης σουλτάνος Μελίκ-Σαχ μόλις είχε πεθάνει και η αυτοκρατορία του είχε μοιραστεί ανάμεσα στους γιούς καί τους ανιψιούς του. Οι γιοι του Μεγάλου Σουλτάνου δεν είχαν διατηρήσει παρά την Περσία. Οι ανιψιοί του είχαν γίνει βασιλιάδες της Συρίας, ο πρώτος στο Χαλέπι, ο δεύτερος στη Δαμασκό. Η Μικρά Ασία τέλος, από τη Νίκαια ως το Ικόνιο, αποτελούσε, κάτω από έναν νεότερο Σελτζουκίδη, ένα τέταρτο τουρκικό βασίλειο. Όλοι αυτοί οι ηγεμόνες, μέ όλη τους τη συγγένεια, ήταν τόσο διαιρεμένοι που δεν μπορούσαν να συνασπιστούν ενάντια σέ έναν εξωτερικό κίνδυνο. Ετσι ο Ουρβανός πέρασε στήν Ιστορία αφού μέ τήν ιδέα του το τουρκικό Ισλάμ πού είχε διώξει σχεδόν ολότελα τους Έλληνες από την Ασία καί ετοιμαζόταν να περάσει στην Ευρώπη, θά δέχονταν ένα αποφασιστικό κτύπημα. Δέκα χρόνια αργότερα, όχι μόνο η Κωνσταντινούπολη θα έχει απαλλαγεί από την πίεση και η μισή Μικρά Ασία θα έχει αποδοθεί στον Ελληνισμό, αλλά και η παραθαλάσσια Συρία και η Παλαιστίνη θα έχουν γίνει φράγκικες αποικίες. Η καταστροφή του 1453, που επικρεμόταν από τα 1090 θα καθυστερήσει τρείς αιώνες και όλα αυτά θα είναι το ηθελημένο και συνειδητό έργο του Ουρβανού Β’.

Μην μπορώντας να εγκαταλείψει τη Ρώμη, ο Πάπας σκέφτηκε ως οδηγό της εκστρατείας έναν ιερωμένο, που έχοντας πάει σαν προσκυνητής στους Αγίους Τόπους, γνώριζε καλά τα πράγματα της Ανατολής, τον επίσκοπο Αντεμάρ του Μοντέιγ (Adhemar de Monteil). Σωστή επιλογή διότι όπως θα δούμε η σοφία του Αντεμάρ επρόκειτο να διατηρήσει την απαραίτητη συνοχή ανάμεσα στους ταραχοποιούς φεουδάρχες. Ο πρώτος από αυτούς που ζήτησε να μετάσχει στην εκστρατεία ήταν ο κόμης της Τουλούζης Ραϋμόνδος (Raymond de Toulouse). Ο Ραϋμόνδος, με την ευσέβειά του και το σεβασμό του απέναντι στις εκκλησιαστικές αρχές, ανταποκρίθηκε με ζήλο στην πρόσκληση του ποντίφικα. Ακολούθησαν οι Νορμανδοί τυχοδιώκτες πού είχαν αποσπάσει τήν Κάτω Ιταλία από τούς Βυζαντινούς. Μάλιστα ο Νορμανδός αρχηγός τους Ροβέρτος Γυϊσκάρδος (Robert Guiscard), είχε κατορθώσει να εκδιώξει καί τους μουσουλμάνους Αραβες από το Palermo (Πάνορμος). Οι Νορμανδοί λοιπόν αντιπροσώπευαν εδώ την πρωτοπορία της λατινοσύνης, τόσο ενάντια στον άπιστο όσο και στον Έλληνα αιρετικό καί ο Ουρβανός μέ χαρά είδε τόν γιό του Γυϊσκάρδου, Βοημούνδο (Bohemond) νά ράβει τόν κόκκινο σταυρό στά στρατιωτικά του ρούχα.

Ο Ουρβανός Β’ είχε στην Ιταλία και άλλους έτοιμους υποστηριχτές…….την Πίζα και τη Γένουα. Η ζωή αυτών των δυο ναυτικών πόλεων ήταν εδώ και δυο αιώνες, ένας καθημερινός αγώνας ενάντια στους αραβικούς στόλους. Η Πίζα είχε λεηλατηθεί δυο φορές από Αραβες κουρσάρους. Με τη βοήθεια των Γενουήσιων, οι κάτοικοι της Πίζας είχαν σώσει τήν πόλη τους. Θα δούμε τι αποφασιστική υποστήριξη που θα προσφέρουν οι στόλοι της Πίζας, της Γένουας και της Βενετίας στη Σταυροφορία, εφοδιάζοντας τους στρατούς της, στις ακτές της Συρίας και βοηθώντας την να καταχτήσει τα λιμάνια. Αλλά ο συγκλονισμός που προκάλεσε το κήρυγμα της Σταυροφορίας, ξεπέρασε τίς προσδοκίες του Αρχηγού της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Στη Βόρεια Γαλλία, ορκίστηκε στό Σταυρό ο κόμης του Βερμαντουά Ούγος ο Μέγας (Hugh de Vermandois), αδερφός του βασιλιά της Γαλλίας Φιλίππου Α’, ο δούκας της Νορμανδίας Ροβέρτος Κουρτ – Χεζ (Robert de Normandie), γιος του Γουλιέλμου του Καταχτητή, ο κόμης της Φλάνδρας Ροβέρτος Β’ (Robert II of Flanders). Ακολούθησε ο δούκας της Κάτω Λωραίνης, Γοδεφρείδος του Μπουγιόν (Godfrey de Bouillon), και ο αδερφός του, Βαλδουίνος της Βουλώνης (Baldwin). Ο αριθμός των σταυροφόρων σύντομα αυξήθηκε τόσο πολύ που αναγκάστηκαν να οργανωθούν σε τέσσερις ξέχωρες στρατιές, κατά τοπικές ομάδες. Εξάλλου, ο ενθουσιασμός των μαζών επρόκειτο να προκαλέσει ανάμεσά τους μιαν απειθάρχητη εξόρμηση, και πολύ πριν ετοιμαστούν ταχτικά στρατεύματα, να εξακοντίσει προς την Κωνσταντινούπολη μια λαϊκή σταυροφορία, που θα μείνει συνδεμένη με τό όνομα του Πέτρου του Ερημίτη (Pierre l’Ermite) καί του Ουαλτέρου του ακτήμονος (Gautier-sans-Avoir).

Ο Πέτρος ο Ερημίτης ήταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που είχε γεννηθεί στην Αμιένη. Είχε επιχειρήσει να κάνει το προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ λίγα χρόνια πρωτύτερα, αλλά είχε υποστεί κακομεταχείριση από τους Τούρκους και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. Ήταν κοντός μελαχρινός με μακρύ αγένειο πρόσωπο, που έμοιαζε τρομερά με τον γάιδαρο που πάντοτε καβαλούσε και που οι άνθρωποι σέβονταν σχεδόν τόσο όσο και αυτόν τον ίδιο. Πήγαινε ξυπόλυτος και τα ρούχα του ήσαν πάντα βρώμικα. Δεν έτρωγε ψωμί ούτε κρέας, αλλά ψάρια και έπινε κρασί. Παρά την ευτελή εμφάνισή του είχε τη δύναμη να παρασύρει ανθρώπους. Ξεκίνησε από τή Γαλλία καί όταν έφθασε στην Κολωνία η ακολουθία του υπολογίσθηκε σε 15000 άτομα, και πολλοί ενώθηκαν μαζί του στη Γερμανία.

Το 1096 η βυζαντινή Αυτοκρατορία απολάμβανε επί μερικούς μήνες ένα σπάνιο ενδιάμεσο διάστημα αναπαύσεως. Ο αυτοκράτωρ είχε πρόσφατα νικήσει μια εισβολή Κουμάνων στα Βαλκάνια. Στη Μικρά Ασία χάρη στους εμφυλίους πολέμους, που είχε ενθαρρύνει η βυζαντινή διπλωματία, η σελτζουκική αυτοκρατορία είχε αρχίσει νά αποσυντίθεται. Ο Αλέξιος ήλπιζε νά αναλάβει σύντομα επιθετική ενέργεια εναντίον της, αλλά ήθελε να διαλέξει αυτός τον κατάλληλο καιρό. Χρειαζόταν κάποιο χρονικό διάστημα για αναδιοργανώσει τα καταπονημένα μέσα του. Η Αννα Κομνηνή στήν «Αλεξιάδα» περιγράφει τίς ανησυχίες του πατέρα της σχετικά μέ τήν επικείμενη άφιξη των Φράγκων πολεμιστών τούς οποίους τούς θεωρούσαν λιγότερο ως συμμάχους καί περισσότερο ως απειλή γιά τήν ασφάλεια της «Οικουμένης», όπως έλεγαν τότε τό βυζαντινό κράτος: «Ούτω δέ μικρόν εαυτόν αναπαύσας λογοποιουμένην ηκηκόει απείρων φραγκικών στρατευμάτων επέλευσιν. Εδεδίει μέν ούν τήν τούτην έφοδον γνωρίσας αυτών τό ακατάσχετον της ορμής. τό της γνώμης άστατον καί ευάγωγον καί τάλλα οπόσα η των Κελτών φύσις ως ιδία ή παρακολουθήματα τινα έχει διά παντός καί όπως επί χρή μασι κεχηνότες αεί διά τήν τυχούσαν αιτίαν τάς σφων συνθήκας ευκόλως ανατρέποντες φαίνονται…»

Ο αυτοκράτωρ Αλέξιος άρχισε με ηρεμία να κάνει τις προετοιμασίες του. Οι φραγκικές στρατιές θα έπρεπε να τραφούν όταν θα διέσχιζαν την αυτοκρατορία και έπρεπε να ληφθούν μέτρα να τους εμποδίσουν να λεηλατήσουν τη χώρα και να ληστέψουν τους κατοίκους. Συσσωρεύτηκαν αποθέματα από τρόφιμα σε κάθε μεγάλο κέντρο από το οποίο θα περνούσαν και είχε ορισθεί μια αστυνομική δύναμη που θα συναντούσε κάθε απόσπασμα όταν θα έμπαινε στα σύνορα της αυτοκρατορίας και θα το συνόδευε ως την Κωνσταντινούπολη. Υπήρχαν δύο μεγάλοι δρόμοι που διέσχιζαν τη Βαλκανική Χερσόνησο, ο βόρειος δρόμος που περνούσε τα σύνορα στο Βελιγράδι και κατευθυνόταν νοτιο-ανατολικά δια της Ναϊσού, της Σόφιας της Φιλιππουπόλεως και της Αδριανουπόλεως, μέχρι τήν πρωτεύουσα και η Εγνατία οδός, πού ξεκινούσε από το Δυρράχιο καί δια της Αχρίδος, της Εδέσσης, της Θεσσαλονίκης και κατόπιν της Μοσυνουπόλεως και της Σηλυβρίας τερμάτιζε στην Κωνσταντινούπολη.

Λαϊκή Σταυροφορία

Εν’όψει αυτής  της κατάστασης ο Ελληνας αυτοκράτορας έστειλε πρώτα εφόδια στο Δυρράχιο και στις ενδιάμεσες πόλεις. Ο διοικητής του Δυρραχίου καί ανιψιός του Ιωάννης Κομνηνός, πήρε την εντολή να υποδεχθεί με εγκαρδιότητα τους Φράγκους αρχηγούς αλλά να φροντίσει ώστε αυτοί και τα στρατεύματά τους να επιβλέπονται συνεχώς από τη στρατιωτική αστυνομία. Ανώτεροι αξιωματούχοι επρόκειτο να σταλούν από την Κωνσταντινούπολη για να χαιρετήσουν τον κάθε αρχηγό με τη σειρά του. Στο μεταξύ ο ναύαρχος Νικόλαος Μαυροκατακαλών βγήκε με ένα στολίσκο στην Αδριατική για να επιτηρεί την ακτή και να δώσει ειδοποίηση για την προσέγγιση των φραγκικών μεταγωγικών. Ο ίδιος ο αυτοκράτωρ έμεινε στην Κωνσταντινούπολη, περιμένοντας νέες ειδήσεις. Ξέροντας ότι ο πάπας είχε ορίσει την 15η Αυγούστου ως την ημερομηνία που θα ξεκινούσε η εκστρατεία δε βιαζόταν για τις προετοιμασίες, οπότε, ξαφνικά, κατά τα τέλη Μαΐου του 1096, έφθασε ένας μαντατοφόρος από το βορρά για να του πει ότι ο πρώτος φραγκικός στρατός είχε κατέβει δια μέσου της Ουγγαρίας και είχε μπει στο έδαφος της αυτοκρατορίας στο Βελιγράδι.

Ο στρατιωτικός διοικητής του Βελιγραδίου Νικήτας αιφνιδιάστηκε από τό μεγάλο πλήθος των οπαδών του Πέτρου του Ερημίτη καί του Ουαλτέρου του Ακτήμονος. Οι ανοργάνωτοι σταυροφόροι είχαν καταφύγει στήν λαφυραγωγία καί στήν ληστεία των χωριών της υπαίθρου καί ήρθαν σέ σύγκρουση μέ τούς Πετσενέγους μισθοφόρους πού τούς συνόδευαν στήν πορεία τους. Οι Σταυροφόροι έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη την 1η Αυγούστου 1096. Σύμφωνα μέ τήν «Αλεξιάδα», ο Αλέξιος κάλεσε τον Πέτρο σε ακρόαση στην αυλή, όπου του δόθηκαν χρήματα και συμβουλές. Ο αυτοκράτορας βλέποντας τόν συρφετό, συμβούλεψε τόν Πέτρο νά μήν διεκπεραιωθεί στήν απέναντι ακτή, διότι ο χαμός τους εθεωρείτω σίγουρος. Ενα χρονικό της Δύσης όμως τό «Gesta Francorum», παρουσιάζει τήν εκδοχή ότι μόλις οι Λατίνοι άρχισαν νά λεηλατούν τά προάστια της «Constantinopolim» ο «imperator Alexius» τούς διεκπεραίωσε άρον – άρον στήν απέναντι ακτή του Βοσπόρου. Από την ασιατική ακτή προχώρησαν με μεγάλη αταξία, λεηλατώντας σπίτια και εκκλησίες κατά μήκος της ακτής της Προποντίδας, μέχρι τη Νικομήδεια, η οποία είχε εγκαταλειφθεί από τούς Ελληνες μετά την καταστροφή της από τους Τούρκους. Επειτα προχώρησαν προφυλακτικά σε εδάφη που κατείχαν οι Τούρκοι, αρπάζοντας τις συγκομιδές και ληστεύοντας τους χωρικούς που ήσαν όλοι Ελληνες: «A CONSTANTINOPE, Pierre rejoint finalement Gautier, ainsi que des pelerins venus d’Italie. Le BASILEUS ALEXIS le recut cordialement et lui suggera fortement d’attendre les armees des barons. Par contre, ses partisans s’alienerent la population par toutes sortes d’actes de violence. Face au grand nombre de croises et a leur indiscipline, LE BASILEUS decida de leur faire traverser le BOSPHORE immediatement, soit le 6 aout 1096. Les croises se dirigerent vers NICOMEDIE, desertee, commettant des atrocites sur la population GRECQUE en cours de route…» (Marc Carrier POST-DOCTORAT EN HISTOIRE MΕDIΕVALE) Στα μέσα Σεπτεμβρίου πολλές χιλιάδες από τους Φράγκους αναθάρρησαν καί προχώρησαν ως τις πύλες της Νίκαιας, της πρωτεύουσας του Σελτζούκου σουλτάνου Kilidj Arslan Ibn-Σουλεϊμάν. Λεηλάτησαν τα χωριά στα προάστια, έπιασαν τις αγέλες και τα κοπάδια που βρήκαν και βασάνισαν και έσφαξαν τους χριστιανούς κατοίκους, με φρικώδη αγριότητα.

Τόν Οκτώβριο κυκλοφόρησε η φήμη ότι οι Τούρκοι πλησίαζαν με πολλές δυνάμεις προς τό χωριό Κιβωτό, πού είχαν οχυρώσει οι Γάλλοι καί Γερμανοί Σταυροφόροι. Στις 21 Οκτωβρίου τα χαράματα, ολόκληρος ο στρατός των Σταυροφόρων, που αριθμούσε 20000 άνδρες, βγήκε από την Κιβωτό, αφήνοντας πίσω του μόνο γέρους, γυναίκες και παιδιά καθώς και τους άρρωστους. Τρία μονάχα μίλια από το στρατόπεδο, εκεί όπου ο δρόμος προς τη Νίκαια έμπαινε σε μία στενή, δασωμένη κοιλάδα, κοντά σέ ένα χωριό με το όνομα Δράκων, οι Τούρκοι είχαν στήσει ενέδρα. Οι σταυροφόροι βάδιζαν με θόρυβο και αταξία, με τους ιππότες επικεφαλής. Ξαφνικά μια βροχή από βέλη μέσα από το δάσος σκότωσε ή τραυμάτισε τα άλογα και ενώ αυτά έριχναν τους αναβάτες τους και προκαλούσαν σύγχυση, οι Τούρκοι έκαναν επίθεση. Το ιππικό, κυνηγημένο από τους Τούρκους, οπισθοχώρησε και έπεσε απάνω στο πεζικό. Πολλοί από τους ιππότες πολέμησαν γενναία, αλλά δεν μπορούσαν να σταματήσουν τον πανικό που κατέλαβε το στρατό. Μέσα σε λίγα λεπτά ολόκληρο το στράτευμα έφευγε με φοβερή αταξία προς την Κιβωτό.

Στο στρατόπεδο μόλις είχε αρχίσει η καθημερινή ρουτίνα, την ώρα εκείνη μια ορδή τρομοκρατημένων φυγάδων χύθηκε μέσα στο φρούριο κυνηγημένη κατά πόδας από τον εχθρό.

Δεν υπήρξε καμιά αντίσταση, στρατιώτες, γυναίκες και ιερείς σφάχτηκαν πριν προφθάσουν να κινηθούν. Μερικοί κατέφυγαν στα γύρω δάση, άλλοι στη θάλασσα. Αλλοι υπερασπίστηκαν τον εαυτό τους για ένα διάστημα ανάβοντας φωτιές που ο άνεμος φυσούσε στα πρόσωπα των Τούρκων. Από τη σφαγή γλίτωσαν μόνο νεαρά αγόρια και κορίτσια των οποίων η εμφάνιση άρεσε στους Τούρκους.

Όταν έπεσε το σούρουπο, κάποιος Έλληνας κατόρθωσε να βρει μια βάρκα και έπλευσε στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να ειδοποιήσει τον αυτοκράτορα για τη μάχη. Με την άφιξη της βυζαντινής πολεμικής μοίρας οι Τούρκοι έλυσαν την πολιορκία του φρουρίου και αποτραβήχτηκαν στο εσωτερικό. Οι επιζώντες επιβιβάσθηκαν στα πλοία και μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί τους στέγασαν στα περίχωρα. Τους πήραν όμως τα όπλα. Η Σταυροφορία του λαού είχε τελειώσει. Στοίχισε αρκετές χιλιάδες ζωές, είχε φέρει σε δύσκολη θέση την υπομονή του αυτοκράτορα και των υπηκόων του και είχε διδάξει ότι η πίστη χωρίς σοφία και πειθαρχία, δεν θα άνοιγε το δρόμο προς την Ιερουσαλήμ. Ακολουθεί απόσπασμα από τό χρονογράφημα της εποχής «Gesta Francorum», το οποίο περιγράφει τήν σφαγή των Φράγκων από τούς Τούρκους:

«Audientes denique TURCI quod PETRUS Heremita et GUUALTERIUS Sinehabere fuissent in CYUITO, quae supra NICENAM urbem est, uenerunt illuc cum magno gaudio ut occiderent illos et eos qui cum ipsis erant. Cumque uenissent obuiauerunt GUUALTERIO cum suis, quos TURCI mox occiderunt. PETRUS uero Heremita paulo ante ierat CONSTANTINOPOLIM, eo quod nequibat refrenare illam diuersam gentem, quae nec illum nec uerba eius audire uolebat. Irruentes uero TURCI super eos occiderunt multos ex eis; alios inuenerunt dormientes, alios nudos, quos onmes necauerunt, cum quibus quemdam sacerdotem inuenerunt missam celebrantem, quem statim super altare martirizauerunt. Illi uero qui euadere potuerunt CYUITO fugerunt; alii precipitabant se in mare, alii latebant in siluis et montanis.»

Οι Ιππότες στή Μικρά Ασία

Ενώ η Λαϊκή Σταυροφορία υποκινούμενη από ανίκανους καί ανάξιους αρχηγούς, κατέληξε στην αξιοθρήνητη αυτή αποτυχία, η Σταυροφορία των Φεουδαρχών, οργανωμένη σε μεγάλες τακτικές στρατιές, ξεκινούσε για την Ιερουσαλήμ. Αρχηγός της πρώτης ομάδας ήταν ο δούκας της Κάτω Λωρραίνης, ο Γοδεφρείδος του Μπουγιόν (Godfrey de Bouillon). 

Η μεγάλη φρόνηση του Γοδεφρείδου του Μπουγιόν φάνηκε από τότε ακόμα που οι σταυροφόροι διέσχιζαν την Ουγγαρία. Οι Ούγγροι ήταν ακόμα εξοργισμένοι από τις λεηλασίες της Λαϊκής Σταυροφορίας. Ο Γοδεφρείδος ήρθε σέ επαφή με το βασιλιά τους και η πορεία πραγματοποιήθηκε χωρίς επεισόδια. Με τους Βυζαντινούς όταν οι σταυροφόροι θά έμπαιναν στη χώρα τους, οι σχέσεις θα γίνονταν πιο λεπτές και όχι μονάχα εξαιτίας του δογματικού χάσματος που χώριζε την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία από τη Ρωμαϊκή. Βέβαια ο Ρωμηός αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός, ένας από τους πιο ικανούς πολιτικούς εκείνης της εποχής, διέταξε να υποδεχτούν ευγενικά στα σύνορα το στρατό του Γοδεφρείδου και τον εφοδίασε, καθώς διέσχιζε την αυτοκρατορία του. Ακόμα κι όταν μερικά τμήματα, ξεφεύγοντας από τον έλεγχο του αρχηγού τους, λεηλάτησαν τη Σηλυβρία, στη θάλασσα του Μαρμαρά, δυτικά από την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας, χωρίς να θυμώσει, κάλεσε τον Γοδεφρείδο να κατασκηνώσει κάτω από τα τείχη της «Βασιλεύουσας», όταν αυτός έφτασε εκεί στις 23 του Δεκέμβρη του 1096. Αν ο Αλέξιος Κομνηνός δεχόταν τόσο καλά τους σταυροφόρους, αυτό το έκανε γιατί έβλεπε σ’ αυτούς πρόθυμους στρατιώτες, που έρχονταν να τον βοηθήσουν να ξαναπάρει από τους Τούρκους τις χαμένες του επαρχίες, από τη Νίκαια ως την Αντιόχεια. Τα παλιά χριστιανικά εδάφη, που πήγαιναν αυτοί οι σταυροφόροι να απελευθερώσουν στη Μικρά Ασία, στη Συρία και στην Παλαιστίνη, μήπως δεν ήταν, είτε σέ ένα μακρινό παρελθόν, όπως η Ιερουσαλήμ, είτε σέ ένα πρόσφατο, όπως η Αντιόχεια και η Έδεσσα, τμήματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας; Όλη αυτή η πολιτική του Αλεξίου Κομνηνού, με τις εναλλαγές της κολακείας και των εκβιασμών απέναντι στους σταυροφόρους, δεν είχε λοιπόν άλλο σκοπό παρά να θέσει τη Σταυροφορία στην υπηρεσία του. Μέ αυτό το πνεύμα, αξίωσε σύμφωνα μέ τήν Αννα Κομνηνή τον «συνήθη όρκο πίστης των Λατίνων», από τον Γοδεφρείδο του Μπουγιόν, ότι «όποιες πόλεις, χώρες ή φρούρια θά κατελάμβαναν στό μέλλον, τά οποία κάποτε ανήκαν στή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, θά τά παρέδιδαν στόν αξιωματούχο πού θά όριζε ο αυτοκράτορας..».

Καί ο Αραβας χρονογράφος από τή Δαμασκό, Ibn al-Qalanisi βεβαιώνει τή συμφωνία των Φράγκων μέ τό βασιλιά των Ελλήνων, σχετικά μέ τήν τύχη των πόλεων πού θά ελευθέρωναν από τούς μουσουλμάνους: «Nun hatten aber die FRANKEN bei ihrem ersten Auftauchen mit dem KONIG DER GRIECHEN einen Vertrag geschlossen und hatten ihm versprochen, dass sie ihm die erste Stadt, die sie einnehmen sollten, ubereignen wurden….»

Ο Γοδεφρείδος αρνιόταν για πολύ καιρό καί μάλιστα ήρθε σέ πολεμική σύρραξη μέ τά βυζαντινά στρατεύματα, έξω από τά τείχη της «Βασιλεύουσας» καί μία μικρή γεύση γιά αυτή τή σύρραξη μάς δίνει η Αννα Κομνηνή: «Καί πάντες μέν είχον τόξα καί εύστοχα καί ευθύβολα, νεανίαι γάρ ήσαν σύμπαντες ουχ ήττους του Ομηρικού Τεύκρου εις τοξικόν εμπειρίαν. Τό δέ τόξον του Καίσαρος Απόλλωνος ην άρα τόξον αυτόχρημα, ουδέ γάρ κατ’ εκείνους τούς Ομηρικούς Ελληνας νευρήν μέν μαζώ, τόξω δέ σίδηρον ηγέ τε καί εφήρμοττε κυνηγετών αρετήν ενδεικνύμενος κατ’ εκείνους, αλλ’ ώσπερ τις Ηρακλής εξ αθανάτων τόξων θανασίμους απέπεμπεν οϊστούς καί ούπερ αν στοχάσαιτο κατευστοχών ήν, ει μόνον θελήσειε».

Πρίγκιπας της Αγίας Αυτοκρατορίας, που είχε ξεκινήσει υπακούοντας στον πάπα, μπορούσε να μπει στην υπηρεσία του Γραικού αιρετικού αυτοκράτορα; Ο Γοδεφρείδος όμως για το συμφέρον της Σταυροφορίας, υποχώρησε. Πήγε επίσημα στα ανάκτορα των Βλαχερνών και κει, στη μεγάλη αίθουσα των ακροάσεων, μπροστά στον Ελληνα αυτοκράτορα, που καθόταν μεγαλόπρεπα στο θρόνο του, γονάτισε τού φίλησε τό πόδι καί έδωσε τον όρκο που του είχαν ζητήσει. Αναλάμβανε προκαταβολικά την υποχρέωση να παραδώσει στους Βυζαντινούς όλες τις περιοχές που τους ανήκαν άλλοτε και που θα μπορούσε να ξανακατακτήσει από το Ισλάμ. Τότε ο Αλέξιος έσκυψε, τον φίλησε και δήλωσε πως τον υιοθετούσε. Μεγαλόπρεπα δώρα, που δόθηκαν από τον «πατέρα» στον «γιο» – πολυτελή επίσημα ενδύματα, μεταξωτά υφάσματα, κασελίτσες γεμάτες χρυσά υπέρπυρα, άλογα αξίας καί πολλά άλλα ακριβά μπροστά στά μάτια των ηγεμόνων της φεουδαρχικής Δύσης.

Στο μεταξύ αποβιβάστηκε στην Ήπειρο μια δεύτερη στρατιά σταυροφόρων, η στρατιά των Νορμανδών της Νότιας Ιταλίας, με αρχηγό τον Βοημούνδο (Bohemund). Τους σταυροφόρους αυτούς, ο Αλέξιος Κομνηνός τους ήξερε πολύ καλά διότι είχε αναγκαστεί να διεξαγάγει εναντίον τους τόν φοβερό πόλεμο από το 1081 ως το 1085. Ο Βοημούνδος ήταν εκείνος που πριν δεκαπέντε χρόνια με τον πατέρα του Ροβέρτο Γυϊσκάρδο, είχε εισβάλει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, καταλαμβάνοντας ένα μέρος της Μακεδονίας καί είχε απειλήσει άμεσα την Κωνσταντινούπολη. Μεγάλη ήταν η ταραχή στη «Βασιλεύουσα», όταν μαθεύτηκε πως, με την πρόφαση της Σταυροφορίας, αυτοί οι κληρονομικοί εχθροί ξαναεμφανίζονταν. Όμως ο Νορμανδός δούκας του Τάραντα όταν έφθασε στή «Βασιλεύουσα», χωρίς αντιρρήσεις, έδωσε τόν όρκο καί αποκόμισε δώρα αξίας τά οποία γέμισαν ένα ολόκληρο δωμάτιο του Κοσμιδίου. Ο Ραϋμόνδος του Σαιν-Ζιλ (Raymond IV de Saint-Gilles) καί ο Ούγος του Βερμαντουά (Hugh de Vermandois) ένωσαν καί αυτοί τίς δυνάμεις τους καί ένας μεγάλος στρατός πλέον βρισκόταν σέ ετοιμότητα γιά νά ξεχυθεί στήν Μικρά Ασία καί νά αντιμετωπίσει τούς φοβερούς Μογγόλους πολεμιστές. Στήν «Ιστορία των Σταυροφοριών» του Sir Steven Runciman διαβάζουμε:

«Οι δυτικοί άρχοντες ήσαν μεμψίμοιροι και ανυπότακτοι. Ένας από αυτούς πήγε και κάθισε στο θρόνο του αυτοκράτορα.

Κατόπιν τούτου ο Baldwin τον επέπληξε αυστηρά, υπενθυμίζοντάς του ότι λίγο πριν είχε γίνει υποτελής του αυτοκράτορα λέγοντάς του να τηρεί τις συνήθειες του τόπου. Ο δυτικός μουρμούρισε θυμωμένος ότι ήταν αγένεια εκ μέρους του αυτοκράτορα να κάθεται ενώ τόσοι γενναίοι αρχηγοί στέκονταν όρθιοι. Ο Αλέξιος που άκουγε την παρατήρηση και έβαλε να του τη μεταφράσουν, ζήτησε να μιλήσει με τον ιππότη και όταν ο τελευταίος άρχισε να καυχιέται για τα αήττητα κατορθώματά του σε μονομαχίες, ο Αλέξιος του συνέστησε με ευγένεια να δοκιμάσει άλλη τακτική, όταν θα πολεμούσε τους Τούρκους.

Το επεισόδιο τυποποιεί τις σχέσεις μεταξύ του αυτοκράτορα και των Φράγκων. Οι άξεστοι ιππότες από τη Δύση είχαν αναπόφευκτα εντυπωσιαστεί από τη λαμπρότητα του παλατιού και από την εύρυθμη, προσεκτική εθιμοτυπία του και τους ήρεμους, ευγενικούς τρόπους των αυλικών. Αλλά όλ’ αυτά τους πείραζαν. Η πληγωμένη υπερηφάνειά τους τους έκανε αναιδείς και βάναυσους, σαν άτακτα παιδιά.

Οι σταυροφορικοί στρατοί έμειναν κατάπληκτοι από θαυμασμό για την ομορφιά και τη λαμπρότητα της πόλεως, απόλαυσαν την ανάπαυση και τις ανέσεις που τους προσέφερε. Ήσαν ευγνώμονες για τη διανομή χρημάτων και μεταξωτών ενδυμάτων εκ μέρους του αυτοκράτορα και για τα τρόφιμα και τα άλογα που τους διέθεσε. Οι αρχηγοί τους έδωσαν αμέσως τον όρκο υποτέλειας στον αυτοκράτορα και ανταμείφθηκαν με μεγαλοπρεπή δώρα.

Ο Stephen of Blois, γράφοντας τον επόμενο μήνα στη γυναίκα του Adela, κόρη του William του Κατακτητή, με την οποία είχε τακτική αλληλογραφία, ήταν σε έκσταση για την υποδοχή που του είχε κάνει ο αυτοκράτωρ. Έμεινε δέκα μέρες στο παλάτι όπου ο αυτοκράτωρ τον περιποιήθηκε σαν γιο του, δίνοντάς του, πολλές καλές συμβουλές και πολλά υπέροχα δώρα και προσφέροντάς του να εκπαιδεύσει τον μικρότερο γιο του. Στον Στέφανο έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η γενναιοδωρία του αυτοκράτορα προς όλους ανεξαρτήτως τους άνδρες του σταυροφορικού στρατού και για την άφθονη και καλά οργανωμένη χορήγηση εφοδίων στα στρατεύματα που βρίσκονταν ήδη στην εκστρατεία. «Ο πατέρας σου, αγάπη μου» έγραφε, εννοώντας τον William τον Κατακτητή, «έκανε μεγάλα και σπουδαία δώρα, αλλά δεν ήταν σχεδόν τίποτα συγκρινόμενος με αυτόν τον άνθρωπο, γιατί δεν υπάρχει κανείς κάτω από τόν ουρανό πού νά είναι σαν καί αυτόν. In veritate tibi dico, hodie talis vivens homo non est sub caelo. Ipse enim omnes principe nostros largissime ditat, milites cunctos donis relevat, pauperes omnes dapibus recreat.»

Ο στρατός έμεινε δεκαπέντε μέρες στην Κωνσταντινούπολη πριν μεταφερθεί στην Ασία. Ακόμα και η διάβαση του Βοσπόρου άρεσε στον Στέφανο του Μπλουά , ο οποίος είχε ακούσει ότι ο πορθμός ήταν επικίνδυνος, αλλ’ αυτόν δεν τον βρήκε περισσότερο επικίνδυνο από το Μάρνη ή το Σηκουάνα. Βάδισαν κατά μήκος του κόλπου της Νικομήδειας, πέρασαν την ίδια τη Νικομήδεια για να ενωθούν με τα κύρια σταυροφορικά στρατεύματα που είχαν ήδη αρχίσει την πολιορκία της Νίκαιας. Ο Αλέξιος μπόρεσε πάλι νά αναπνεύσει. Είχε ζητήσει μισθοφόρους από τη Δύση. Αντί γι’ αυτούς του έστειλαν μεγάλους στρατούς, τον καθένα με τους δικούς του αρχηγούς. Καμιά κυβέρνηση, στην πραγματικότητα, δεν ενδιαφέρεται να βρει πολυάριθμες ανεξάρτητες συμμαχικές δυνάμεις να εισβάλλουν στο έδαφός της, ιδιαιτέρως όταν είναι κατώτερου πολιτιστικού επιπέδου. Έπρεπε να διατεθούν τρόφιμα, έπρεπε να προληφθούν λεηλασίες.

Η πραγματική δύναμη των σταυροφορικών στρατών μονάχα κατά συμπέρασμα μπορεί να προσδιοριστεί. Οι μεσαιωνικές εκτιμήσεις είναι πάντοτε υπερβολικές αλλά ο συρφετός του Πέτρου του Ερημίτη, μαζί με τους πάρα πολλούς άμαχους, πιθανόν πλησίαζε τις είκοσι χιλιάδες. Οι κύριοι σταυροφορικοί στρατοί, του Raymond, του Godfrey και των βορείων Γάλλων, ο καθένας τους αριθμούσε περί τις δέκα χιλιάδες μαζί με τους αμάχους. Του Bohemund ήταν λίγο μικρότερος, και υπήρχαν και άλλες μικρότερες ομάδες. Αλλά στο σύνολο από εξήντα έως εκατό χιλιάδες άτομα πρέπει να μπήκαν στην αυτοκρατορία από την Δύση μεταξύ του καλοκαιριού του 1096 και της άνοιξης του 1097. Στο σύνολο, τα μέτρα του αυτοκράτορα για την αντιμετώπισή τους, πέτυχαν. Κανένας από τους σταυροφόρους δεν υπέφερε από έλλειψη τροφής όταν περνούσαν τη Βαλκανική.

Στην Κωνσταντινούπολη ο Αλέξιος είχε πετύχει να πάρει όρκο υποτέλειας από όλους τους ηγεμόνες εκτός από τον Raymond, με τον οποίον ήρθε σε ιδιαίτερη συνεννόηση. Δεν είχε ψευδαισθήσεις για την πρακτική αξία του όρκου ούτε και για τη φερεγγυότητα των ανθρώπων που τον είχαν δώσει. Αλλά τουλάχιστον αυτός του έδινε ένα νομικό πλεονέκτημα που θα μπορούσε ν’ αποδειχθεί σημαντικό. Το αποτέλεσμα δεν ήταν εύκολο να επιτευχθεί. Επειδή, παρ’ όλο που οι συνετότεροι αρχηγοί, όπως ο Bohemund, και έξυπνοι παρατηρητές, όπως ο Fulcher de Chartres, είδαν την αναγκαιότητα της συνεργασίας με το Βυζάντιο, οι κατώτεροι ιππότες και οι οπλίτες θεώρησαν ότι ο όρκος ήταν μια ταπείνωση κι ακόμα μια προδοσία της εμπιστοσύνης. Είχαν προδιατεθεί εναντίον των Βυζαντινών από την ψυχρή υποδοχή που τους είχε κάνει ο πληθυσμός της υπαίθρου, τον οποίον νόμισαν ότι είχαν έρθει για να σώσουν.

Η Κωνσταντινούπολη, αυτή η μεγάλη λαμπρή πόλη, με όλον της τον πλούτο, τον πολυάσχολο πληθυσμό της από εμπόρους και βιοτέχνες, τους αυλικούς της ευγενείς με τις πολιτικές τους ενδυμασίες και τις πλούσια ντυμένες, βαμμένες, μεγάλες δέσποινες με την ακολουθία τους από ευνούχους και δούλους, τους προκαλούσε περιφρόνηση ανακατωμένη με μία στενόχωρη αίσθηση κατωτερότητας. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη γλώσσα ούτε τα έθιμα της χώρας, ακόμη και οι λειτουργίες στις εκκλησίες ήταν ξένες γι’ αυτούς. Οι Βυζαντινοί τους ανταπέδιδαν την αντιπάθειά των. Για τους πολίτες της πρωτεύουσας, αυτοί οι άξεστοι, άνομοι ληστές, στρατοπεδευμένοι για τόσον καιρό στα προάστιά τους ήταν μια απερίγραπτη ενόχληση. Η έναρξη της Σταυροφορίας δεν προοιώνιζε καλά πράγματα για τις σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσεως.»

Τον Μάϊο του 1097 ο ενωμένος στρατός των Λατίνων στρατοπέδευε μπροστά στά τείχη της Νίκαιας, η οποία βρισκόταν στά τουρκικά χέρια από τό 1078. Η πόλη είχε οχυρωθεί ισχυρά από τον τέταρτο αιώνα, και τα τείχη της, που είχαν ανάπτυγμα περί τα τέσσερα μίλια, με τους διακόσιους σαράντα πύργους τους, επισκευάζονταν συνεχώς από τους Βυζαντινούς. Βρισκόταν στο ανατολικό άκρο της Ασκανίας λίμνης με τα δυτικά της τείχη να προβάλλουν μέσα από τα ρηχά νερά και να σχηματίζουν ένα ακανόνιστο πεντάγωνο. Ο Γοδεφρείδος (Godefroy de Bouillon) στρατοπέδευσε έξω από το βόρειο τείχος και ο Τανκρέδος Tancred έξω από το ανατολικό τείχος. Το νότιο τείχος αφέθηκε για το στρατό του Raymond. Ο Σελτζούκος σουλτάνος, Kilidj Arslan Ι, μέ μία αιφνιδιαστική επίθεση, στίς 21 Μαΐου, προσπάθησε νά διασπάσει τόν κλοιό. Απέτυχε καί αποτραβήχτηκε στά βουνά.

Η νίκη έδωσε χαρά στίς καρδιές των Λατίνων. Μεταξύ των νεκρών Τούρκων βρήκαν τα σχοινιά που είχαν φέρει για να δέσουν τους αιχμαλώτους που ο σουλτάνος ήλπιζε να πιάσει. Για να ρίξουν το ηθικό της πολιορκημένης φρουράς, έκοψαν τα κεφάλια πολλών πτωμάτων του εχθρού και τα έριξαν επάνω από τα τείχη ή τα κάρφωσαν σε λόγχες και τα περιέφεραν μπροστά στις πύλες. Μέ τίς πολιορκητικές μηχανές πού τούς εφοδίασε ο Ελληνας Βασιλιάς, συνέχισαν την πολιορκία, αλλά η τουρκική φρουρά εφοδιαζόταν από τη λίμνη Ασκανία. Οταν βυζαντινός στολίσκος μεταφέρθηκε διά ξηράς από τή θάλασσα καί απέκλεισε τήν πόλη από τή μεριά της λίμνης, η φρουρά παραδόθηκε στόν Ελληνα στρατηγό Μανουήλ Βουτουμίτη. Στίς 19 Ιουνίου 1097, μόλις χάραξε η μέρα, οι σταυροφόροι είδαν τη σημαία του αυτοκράτορα να κυματίζει επάνω στους πύργους της πόλεως.

Οι οπλίτες των σταυροφόρων είχαν ελπίσει ότι θα λεηλατούσαν τα πλούτη της Νίκαιας και για αυτό είχαν την αίσθηση ότι τους είχαν στερήσει τη λεία που λογάριαζαν νά αποκομίσουν. Αντ’ αυτής τους επέτρεψαν να μπουν κατά μικρές ομάδες στην πόλη υπό την άμεση επιτήρηση της αυτοκρατορικής φρουράς. Είχαν ελπίσει ότι θα έπαιρναν λύτρα για τους ευγενείς Σελτζούκους που θα αιχμαλώτιζαν. Αντ’ αυτού, τους είδαν να κατευθύνονται υπό συνοδεία, με όλα τα κινητά τους υπάρχοντα, στην Κωνσταντινούπολη ή προς τον αυτοκράτορα πού βρίσκονταν στο Πελεκάνο. Η δυσαρέσκειά τους μετριάσθηκε από την γενναιοδωρία του αυτοκράτορα. Ο Αλέξιος διέταξε αμέσως να δοθούν ως δώρο τρόφιμα σε κάθε σταυροφόρο στρατιώτη, ενώ κάλεσε τους αρχηγούς καί τους έδωσε δώρα από χρυσάφι και κοσμήματα από τους θησαυρούς του σουλτάνου. Ο Stephen of Blois, που είχε πάει εκεί μαζί με τον Raymond of Toulouse, έμεινε κατάπληκτος από το βουνό το χρυσάφι που ήταν το μερίδιό του.

Επιστρέφουμε στό Μεσαίωνα καί διαβάζουμε από τόν Marc Carrier γιά τήν πτώση της Νίκαιας:
«Pendant ce temps, les differentes armees de croises se rassemblaient en Asie Mineure. GODEFROI de Bouillon se dirigea vers NICOMEDIE ou TANCREDE vint le rejoindre avec l’armee de BOHEMOND. Ce dernier se trouvait a CONSTANTINOPLE pour negocier le ravitaillement des troupes. Pendant ce bref sejour, entre le 1 et le 3 mai 1097, PIERRE l’Ermite et les survivants de son expedition se joignirent aux croises, ainsi qu’un petit detachement d’ingenieurs byzantins sous le commandement de MANUEL BOUTOUMITES.

Des eclaireurs et des ingenieurs furent detaches du corps principal afin de frayer une route vers NICEE, puis le 4 mai, Godefroi, Tancrede, Robert de Flandres et Hugues de Vermandois quitterent NICOMEDIE. Ils passerent par CIVITOT et atteignirent NICEE le 6 mai. Godefroi campa au nord, Tancrede a l’est et le sud fut reserve a l’armee provencale (a l’ouest se trouvait le lac). Bohemond revint de la capitale peu de temps avant les premiers combats.

Le siege commenca le 14 mai 1097 par une premiere attaque des croises. Deux jours plus tard, l’armee de Raymond arriva, completant le blocus terrestre de la ville juste a temps pour repousser les premieres troupes de Kilidj Arslan venues renforcer la garnison. Le 21 mai, le sultan lui-meme parvenait devant NICEE et les negociations entreprises par les citadins avec les Byzantins furent rompues. Il attaqua les soldats de Raymond, qui furent en difficulte un moment, car Godefroi et Bohemond n’osaient pas quitter leur section du mur sans defense. Finalement, le contingent flamand vint a leur aide. La bataille dura toute la journee. Face a de telles forces, le sultan abandonna la ville a son sort.

Apres ce premier affrontement avec les Turcs, les croises s’apercurent rapidement que la ville etait ravitail-lee du cote du lac ASCANIUS. Alors, les chefs demanderent au BASILEUS de leur fournir des navires pour effectuer un blocus naval, ce qu’il fit. Une petite flottille fut transportee sur le lac et MANUEL BOUTOUMITES en recut le commandement. Les navires furent mis a flot pendant la nuit du 17-18 juin. Comme le sultan Kilidj Arslan avait dit a la garnison de faire ce qu’elle croyait le mieux, lorsque celle-ci vit les vaisseaux BYZANTINS charges de troupes, elle retablit rapidement les negociations avec le COMMANDANT GREC. NICEE ouvrit sa porte donnant sur le lac a BOUTOUMITES et a ses troupes durant la nuit du 18-19 juin. (… όταν η φρουρά είδε τούς βυζαντινούς δρόμωνες γεμάτους οπλίτες, ξανάρχισε τίς διαπραγματεύσεις μέ τόν Ελληνα δοικητή. Η Νίκαια άνοιξε τίς θύρες της στόν Βουτουμίτη καί στα στρατεύματά του τή νύκτα της 18ης Ιουνίου).»

Μετά την πτώση της Νίκαιας, οι σταυροφόροι άρχισαν να κινούνται κατά μήκος της παλιάς βυζαντινής οδού που διέσχιζε τη Μικρά Ασία. Η οδός από την Χαλκηδόνα (Kadikoy) και τη Νικομήδεια (Izmit) συνα-ντούσε την οδό από την Ελενούπολη (Yalova) και τη Νίκαια (Iznik) στις όχθες του ποταμού Σαγγαρίου (Sakarya) καί συνέχιζε πρός τό Δορύλαιο (Εσκί Σεχήρ). Σε ένα χωριό που το έλεγαν Λεύκη, οι αρχηγοί έκαναν συμβούλιο. Αποφασίστηκε να χωρισθεί ο στρατός σε δύο τμήματα. Το πρώτο τμήμα αποτελούσαν οι Νορμανδοί με τους άνδρες των κόμηδων της Φλάνδρας και του Blois και τους Βυζαντινούς οι οποίοι παρείχαν τους οδηγούς. Το δεύτερο τμήμα περιλάμβανε τους νότιους Γάλλους και τους Λωρραινούς με τους άνδρες του κόμη de Vermandois. Αρχηγοί του πρώτου τμήματος ήταν ο Bohemund μέ τόν ανηψιό του Ταγκρέδο και τον Ροβέρτο Κουρτ-Χεζ και του δευτέρου ο Raymond της Τουλούζης και ο Γοδεφρείδος του Μπουγιόν.

Η απώλεια της Νίκαιας ανησύχησε τόν σουλτάνο και η απώλεια του εκεί θησαυρού του ήταν σοβαρή. Αλλά οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να είναι νομάδες. Η πραγματική πρωτεύουσα του σουλτάνου ήταν η σκηνή του. Τις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου ξαναγύρισε προς δυσμάς με όλα στρατεύματα του. Την 1η Ιουλίου, το πρωί στο Δορύλαιο, μία βροχή από βέλη έπεφτε πάνω στούς σταυροφόρους του Βοημούνδου. Η επίθεση ήταν τόσο κεραυνοβόλα ώστε οι πάντες αιφνιδιάστηκαν. Σύμφωνα με την ταχτική των νομάδων προγόνων τους, οι τουρκικές ίλες πλησίαζαν σε απόσταση βολής, άδειαζαν τις φαρέτρες τους, καί έπειτα έκαναν μεταβολή παραχωρώντας τη θέση τους σέ άλλες ομάδες καβαλάρηδων τοξοτών. Μάταια οι Φράγκοι, που αποδεκατίζονταν από αυτό το χαλάζι των βελών, εφορμούσαν για να έρθουν σέ επαφή με τον αντίπαλο. Αυτός, αποφεύγοντας την επαφή, υποχωρούσε κάθε φορά.

Όμως ο Βοημούνδος, πριν κυκλωθεί, είχε προφτάσει να ειδοποιήσει το άλλο φράγκικο τμήμα για τον κίνδυνο όπου βρισκόταν. Επί τέλους, κατά το μεσημέρι, οι απελπισμένοι σταυροφόροι είδαν τους συντρόφους τους να καταφθάνουν, με επικεφαλής τον Γοδεφρείδο του Μπουγιόν και τον Ούγο του Βερμαντουά. Οι Τούρκοι δεν είχαν αντιληφθεί ότι δεν είχαν παγιδεύσει ολόκληρο τον σταυροφορικό στρατό. Όταν είδαν τους νεοερχομένους δίστασαν και έπεσαν σε αμηχανία. Ο δισταγμός τους μετεβλήθη σε πανικό από την ξαφνική εμφάνιση του επισκόπου του Le Puy και ενός αποσπάσματος από σιδερόφραχτους ιππείς επάνω στα υψώματα πίσω τους. Ο Adhemar είχε ο ίδιος σχεδιάσει αυτόν τον ελιγμό και βρήκε Ελληνες οδηγούς να τον πάνε από ορεινά μονοπάτια. Η επέμβασή του εξασφάλισε το θρίαμβο των σταυροφόρων. Οι Τούρκοι έσπασαν τις γραμμές τους και σε λίγο έφευγαν προτροπάδην προς ανατολάς. Στη βιασύνη τους εγκατέλειψαν το στρατόπεδό τους άθικτο και οι σκηνές του σουλτάνου και των εμίρηδων έπεσαν, με όλους τους θησαυρούς τους, στα χέρια των Χριστιανών.

Η μάχη του Δορυλαίου (Eskisehir) έλυσε για περισσότερο από έναν αιώνα το πρόβλημα της ισχύος στην Εγγύς Ανατολή. Από τη μάχη του Μαντζικέρτ (Μαλασκέρδη ή Malazgirt) και τη σύλληψη ενός βυζαντινού αυτοκράτορα από έναν Τούρκο σουλτάνο, στα 1071 η τουρκική δύναμη κυριαρχούσε στην Ανατολή. Η μάχη της 1ης Ιουλίου του 1097 ανήγγειλε στον κόσμο ότι είχε γεννηθεί μια καινούργια δύναμη, η φράγκικη δύναμη, που θα κυριαρχούσε από τώρα και στο εξής. Από αυτή τη μάχη θα προκύψουν δυο αιώνες ευρωπαϊκής ηγεμονίας στην Ανατολή, δυο αιώνες που στη διάρκειά τους ο τουρκικός επεκτατισμός θα υποχωρήσει όχι μονάχα μπροστά στη φράγκικη κατάχτηση στη Συρία και στην Παλαιστίνη, αλλά και μπροστά στη βυζαντινή επανάκτηση της Μικράς Ασίας.

Ζωντανές εντυπώσεις μας δίνει ο χρονογράφος του «Gesta Francorum»: «Πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε τα στρατιωτικά προτερήματα και τη γενναιότητα των Τούρκων. Νόμιζαν πως θα μας τρομάξουν με το χαλάζι των βελών τους, όπως είχαν τρομάξει τους Άραβες, τους Αρμένιους, τους Σύρους και τους Έλληνες. Αλλά με τη χάρη του Θεού δε θα μας επιβληθούν! Αληθινά αναγνωρίζουν από την πλευρά τους πως κανείς, έξω απ’ τους Φράγκους και αυτούς, δεν έχει το δικαίωμα να λέγεται ιππότης». (Quis unquam tam sapiens aut doctus audebit describere prudentiam militiamque et fortitudinem Turcorum? Qui putabant terrere gentem Francorum minis suarum sagittarum, sicut terruerunt ARABES, SARACENOS, et HERMENIOS, SURANIOS et GRECOS. Sed si Deo placet nunquam tantum ualebunt, quantum nostri. Verumtamen dicunt se esse de Francorum generatione, et quia nullus homo naturaliter debet esse miles nisi Franci et illi. Veritatem dicam quam nemo audebit prohibere).

Ακολουθεί αφήγηση της μάχης του Δορυλαίου, του Άραβα χρονικογράφου Ibn al-Qalanisi (1070 – 1160) από τή Δαμασκό:

«When he had thus killed a great number, they turned their forces against him, defeated him, and scattered his army, killing many and taking many captive, and plundered and enslaved. The Turkmens, having lost most of their horses, took to flight. The KING OF THE GREEKS bought a great many of those whom they had enslaved, and had them transported to CONSTANTINOPLE. When the news was received of this shameful calamity to the cause of Islam, the anxiety of the people became acute and their fear and alarm increased. The date of this battle was the 20th of Rajab (4th July, 1097).»

Παρατίθεται καί τή σχετική αφήγηση της Κομνηνής η οποία στην διήγησή της, δεν παραλείπει καί αναφορές στήν «Ιλιάδα» του Ομήρου:
«Μάχης ουν καρτεράς γενομένης, εκ πολλών χειρών καί δυνάμεων καί μηδέ θατέρου μέρους τά νώτα θατέρω διδόντος, επεί θαρραλεώτερον οι Τούρκοι τοις εναντίοις εμάχοντο, τούτο θεασάμενος ο Βαϊμούντος του δεξιού κέρως εξάρχων, του λοιπού στρατεύματος διαιρεθείς κατ’ αυτού του Κλιτζιασθλάν σουλτάν ιταμώς εξώρμησε, λέων ορεσίτροφος, αλκι πεποιθώς, βοσκομένης αγέλης βούς αρπάση, κατά τόν Όμηρον.»

πηγή: www.agiasofia.com/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s