Βυζάντιο & Α’ Σταυροφορίες….2ο μέρος

Παρακμή (1071 – 1081)

Παρ’ όλη τη στρατιωτική οργάνωση, τόν πλούτο, τις τεχνικές γνώσεις, τή θαλάσσια υπεροχή καί τήν υψηλή διπλωματία, η εσωτερική διαφθορά καί απληστία της αριστοκρατίας έφεραν τήν ύφεση και στό τέλος τήν καταστροφή του μεσαιωνικού κράτους των Ελλήνων. Οι Βυζαντινοί ήταν σέ αριθμό και τεχνικό εξοπλισμό ικανοί νά αναχαιτήσουν τίς εχθρικές επιθέσεις, αλλά η δiαφθορά καί οι ραδιουργίες έφεραν τήν καταστροφή, η οποία ξεκίνησε μέ τήν τραγικότερη  μάχη της ρωμιοσύνης στό Μαντζικέρτ τό έτος 1071.

Οι χρονογράφοι αφηγούνται τις λεπτομέρειες της πορείας του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ’ προς ανατολάς κατά μήκος του μεγάλου βυζαντινού στρατιωτικού δρόμου, καθότι ο Ρωμανός ο Διογένης ήταν ο μόνος πού κατάλαβε τόν κίνδυνο πού εγκυμονούσε η εμφάνιση των Σελτζούκων στά ανατολικά σύνορα. Όμως βιάστηκε νά τούς αντιμετωπίσει πρίν απαλλαχθεί από εσωτερικούς εχθρούς, οι οποίοι ήταν περισσότερο επικίνδυνοι. Δέν ακολούθησε το παράδειγμα του Βασιλείου του Β’, ο οποίος αντιμετώπισε τήν βουλγαρική απειλή, αφού είχε εξοντώσει τούς δυνατούς γαιοκτήμονες. Η πρόθεση του Καππαδόκη αυτοκράτορα ήταν να καταλάβει τα αρμενικά φρούρια πριν ο τουρκικός στρατός φθάσει από τον νότο όπου βρισκόταν. Ο Σελτζούκος σουλτάνος Αλπ Αρσλάν βρισκόταν στη Συρία κοντά στο Χαλέπι και όταν πληροφορήθηκε την βυζαντινή προέλαση, αντιλαμβανόμενος την πρόκληση, έσπευσε προς βορρά να συναντήσει τον αυτοκράτορα. Ο Ρωμανός εισήλθε στην Αρμενία συνοδευόμενος από τεράστιο στράτευμά και κοντά στο Manzikert μοίρασε τις δυνάμεις του. Ο ίδιος προχώρησε προς το Manzikert ενώ έστειλε τους Φράγκους και Κουμάνους μισθοφόρους να καταλάβουν το φρούριο του Ακχλάτ στις όχθες της λίμνης Βαν. Στο Manzikert ενημερώθηκε ότι ο Αλπ Αρσλάν πλησίαζε και τότε έστρεψε νοτιο-δυτικά για να συγκεντρώσει τον στρατό πριν επιτεθούν οι Τούρκοι. Οι Φράγκοι μισθοφόροι όμως τόν εγκατέλειψαν χωρίς νά τό γνωρίζει, ενώ η οπισθοφυλακή τήν οποία διοικούσε ο πολιτικός του αντίπαλος Ανδρόνικος Δούκας, παρέμεινε καθηλωμένη, χωρίς πρόθεση νά συνδράμει τόν αυτοκράτορα. Ο ίδιος ο Ρωμανός προέλασε μέ τήν εμπροσθοφυλακή καί κατεδίωξε τούς αντιπάλους του. Ο Αρσλάν, βλέποντας ότι ο Ρωμανός είχε αποκοπεί από τίς υπόλοιπες δυνάμεις διέταξε τούς ιππείς του νά αντεπιτεθούν. Το βράδυ ο Βυζαντινός στρατός είχε καταστραφεί και ο Ρωμανός ήταν τραυματισμένος και αιχμάλωτος.

Οι Τουρκικές εισβολές στη Μικρά Ασία συνεχίστηκαν ανενόχλητα και ο διάδοχος του Αλπ Αρσλάν, Σουλεϊμάν ήθελε να ιδρύσει ένα σουλτανάτο στήν εύφορη Μικρά Ασία. Νομάδες Τουρκομάνων μετανάστευαν ολοένα και πιό δυτικά, ήταν ελαφρά οπλισμένοι, αλλά άριστοι τοξότες καί ικανότατοι ιππείς. Οι Χριστιανοί έφευγαν  αφήνοντας πίσω τα χωριά τους για να τα κάψουν οι εισβολείς και τα κοπάδια και τις αγέλες των για να τις αρπάξουν. Οι Τουρκομάνοι απέφευγαν τις πόλεις, αλλά η παρουσία και οι καταστροφές που προκαλούσαν διέκοψαν τις συγκοινωνίες σέ ολόκληρη τη χώρα και ανάγκασαν τους επαρχιακούς κυβερνήτες νά απομονωθούν. Η αυτοκρατορική κυβέρνηση έχασε κάθε έλεγχο καί δυστυχώς οι διάδοχοι του Ρωμανού ήταν ανάξιοι νά ανταπεξέλθουν στήν κρίση.

Τό 1071 χάθηκε  η Βάρη (Bari) από τούς Νορμανδούς, με αποτέλεσμα να απωλέσει η Αυτοκρατορία τίς ελληνικές επαρχίες της Καλαβρίας και Απουλίας της Νότιας Ιταλίας. Ο Μιχαήλ Ζ’ Δούκας ο Παραπινάκιος (1071-1078) καθοδηγούμενος από τον Μιχαήλ Ψελλό, τόν καίσαρα Ιωάννη Δούκα και τόν λογοθέτη Νικηφορίτζη δεν οργάνωσε την άμυνα κατάλληλα, διότι αντί νά στρατολογήσει μαχητές από τούς ντόπιους πληθυσμούς , παρέχοντάς τους ανταλλάγματα μέ αγροκτήματα, μέτρο πού είχε δοκιμαστεί πάντοτε μέ επιτυχία, εμπιστεύθηκε τή μοίρα του Βυζαντινού κράτους σέ τυχοδιώκτες μισθοφόρους υπό τίς διαταγές του Ρουσέλιου (Roussel), ο οποίος μάλιστα είχε προηγούμενα προδώσει τόν Ρωμανό. Ο Ρουσέλιος προτίμησε νά λεηλατήσει τίς βυζαντινές επαρχίες οι οποίες υπέφεραν τά πάνδεινα καί από τούς Τούρκους εισβολείς. Έτσι άρχισε η πρώτη έξοδος των Ελλήνων από τή Μικρά Ασία, οι οποίοι συνέρρεαν κατά χιλιάδες στίς μεγάλες πόλεις καί στή  Κωνσταντινούπολη γιά νά σωθούν. Σύμφωνα με τόν Σκυλίτση ο Μιχαήλ Ζ’ ήταν: «πρός άπαν έργον αδέξιος καί άπρακτος».

Αυτή η αποδιοργάνωση έφερε τό 1078, τήν πτώση του Μιχαήλ του Ζ’, από τόν στασιαστή Νικηφόρο Βοτανειάτη, διοικητή του μεγάλου θέματος των Ανατολικών. Ο Βοτανειάτης για να εξασφαλίσει τη στρατιωτική δύναμη που χρειαζόταν στρατολόγησε μεγάλο αριθμό Τούρκων υπό τις σημαίες του και τους χρησιμοποίησε για φρουρές στις πόλεις που κατελάμβανε πηγαίνοντας προς την πρωτεύουσα Κύζηκο, τή Νίκαια, τή Νικομήδεια, τή Χαλκηδόνα και τή Χρυσούπολη. Η βασιλεία του υπέργηρου Νικηφόρου Γ’ ήταν επίσης περίοδος παρακμής καί συνοδεύτηκε από σπατάλες, απονομή τίτλων σέ αριστοκράτες, παραγραφή χρεών πρός το Δημόσιο καί δωρεές σέ μοναστήρια. Νέες στάσεις από τίς οικογένειες των Μελισσηνών καί των Παλαιολόγων οδήγησαν στήν πτώση του Βοτανειάτη καί στήν ανακήρυξη καί στέψη του Αλέξιου Κομνηνού, γενναίου στρατιώτη ο οποίος είχε διακριθεί σέ μάχες των αυτοκρατορικών στρατευμάτων.

Ο Αλέξιος Κομνηνός επρόκειτο να βασιλεύσει επί τριάκοντα επτά έτη και νά αποδειχθεί ο μεγαλύτερος πολιτικός της εποχής του. Αλλά το έτος 1081 φαινόταν βέβαιο ότι ούτε αυτός ούτε η αυτοκρατορία θα επιζούσαν. Παρότι νέος είχε πολυετή πείρα ως στρατηγός οι επιτυχίες του οποίου  οφείλονταν στην εξυπνάδα και τις ικανότητες στη διπλωματία. Η οικογένειά του με τους δεσμούς που είχε στη βυζαντινή αριστοκρατία, τον βοήθησε χωρίς καμιά αμφιβολία, να καταλάβει την εξουσία ενισχύοντας εισέτι τη θέση του μέσω του γάμου του με μια κυρία από την οικογένεια Δούκα. Χρήματα δεν υπήρχαν στο δημόσιο ταμείο καθότι οι τελευταίοι αυτοκράτορες υπήρξαν σπάταλοι και η απώλεια της Ανατολίας και Κάτω Ιταλίας είχαν μειώσει σημαντικά τους πόρους, το δε παλαιό σύστημα συλλογής των φόρων είχε καταρρεύσει. Η Αννα Κομνηνή κατηγορεί τό Νικηφόρο Βοτανειάτη ως εξής: «Τό δέ άτερ χρημάτων ουκ ενήν. Τά δέ ου παρήν των βασιλικών ταμιείων επί μηδενί δέοντι κενωθέντων υπό του προβεβασιλευκότος Νικηφόρου του Βοτανειάτου…» 

Ο Αλέξιος φορολογώντας τους υπηκόους του ως το έσχατο όριο, παίρνοντας δάνεια και δημεύοντας περιουσίες από μεγιστάνες κι από την Εκκλησία, πουλώντας προνόμια και αυξάνοντας τις βιομηχανίες του παλατιού, κατόρθωσε να ξοδεύει για μια μεγάλη διοικητική οργάνωση, την ανασυγκρότηση του στρατού – ναυτικού και συγχρόνως να διατηρεί μια πολυτελή αυλή και να δίνει πλούσια δώρα σε πιστούς υπηκόους και σε απεσταλμένους – ηγεμόνες που έρχονταν να τον επισκεφθούν. Διότι είχε αντιληφθεί ότι στην Ανατολή, το γόητρο στηριζόταν αποκλειστικά στη λαμπρότητα και γενναιοδωρία. Όμως ο Αλέξιος υπέπεσε σε δυο σφάλματα, καθότι ως αντάλλαγμα για άμεση ναυτική βοήθεια, παρεχώρησε εμπορικά προνόμια σε Ιταλούς εμπόρους εις βάρος των υπηκόων του και επιπλέον σε μια κρίσιμη στιγμή υποτίμησε το αυτοκρατορικό υπέρπυρο που επί επτά αιώνες ήταν τό μόνο σταθερό νόμισμα σέ έναν χαώδη κόσμο.

Στα εξωτερικά ζητήματα η κατάσταση ήταν ακόμα πιο απελπιστική, καθώς πολλοί εχθροί είχαν εισδύσει μέσα στην αυτοκρατορία. Στην Ευρώπη, ο αυτοκράτωρ διατηρούσε μια ασταθή κατοχή στη Βαλκανική χερσόνησο. Η τουρκική φυλή των Πετσενέγων, περιφερόμενη πέρα από τον Δούναβη, περνούσε συνεχώς τον ποταμό για επιδρομές. Στη Δύση, ο Ροβέρτος Γισκάρδος (Robert Guiscard) και οι Νορμανδοί είχαν κυριεύσει την Αυλώνα και πολιορκούσαν το Δυρράχιο τό οποίο βρισκόταν υπό τήν διοίκηση του Γεωργίου Παλαιολόγου. Στην Ασία είχαν απομείνει ελάχιστα στο Βυζάντιο εκτός από τις ακτές του Ευξείνου Πόντου, μερικές μεμονωμένες πόλεις στη νότια ακτή και η μεγάλη οχυρωμένη μητρόπολη, η Αντιόχεια, αλλά οι συγκοινωνίες με αυτές τις πόλεις ήσαν αβέβαιες και σπάνιες. Πολλές πόλεις στο εσωτερικό ήσαν ακόμα υπο βυζαντινή διοίκηση, αλλά οι κυβερνήτες των είχαν τελείως αποκοπεί από την κεντρική κυβέρνηση. Ο όγκος της χώρας βρισκόταν στα χέρια του Σελτζούκου σουλτάνου Σουλεϊμάν, ο οποίος κυβερνούσε από τη Νίκαια περιοχές που εκτείνονταν από το Βόσπορο ως τα σύνορα της Συρίας, αλλά το κράτος του δεν είχε οργανωμένη διοίκηση ούτε καθορισμένα σύνορα. Αλλες πόλεις βρίσκονταν στην εξουσία μικρότερων Τούρκων φυλάρχων όπως η Καισάρεια, η Σεβάστεια και η Αμάσεια, ενώ ο πιο επικίνδυνος από όλους, ο τυχοδιώκτης Τσάκα, είχε καταλάβει τη Σμύρνη.

Η πλειονότητα του Ελληνικού πληθυσμού μετακινήθηκε στις ακτές του Εύξεινου Πόντου και του Αιγαίου ενώ η φυγή των Αρμενίων είχε διαφορετική κατεύθυνση. Οι διάφοροι Αρμένιοι ηγεμόνες όταν είχαν χάσει τα εδάφη τους από τους Βυζαντινούς, πήραν ως αντάλλαγμα κτήματα στην Καππαδοκία, ειδικότερα προς το νότο προς την οροσειρά του Ταύρου. Πολλοί από τους κολίγους τους είχαν ακολουθήσει και όταν οι σελτζουκικές εισβολές άρχισαν στα σοβαρά, ένα συνεχές ρεύμα από Αρμένιους εγκατέλειπαν τις κατοικίες τους για να εγκατασταθούν στις νέες αυτές αποικίες, ώσπου σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Αρμενίας βρισκόταν σε κίνηση προς τα νότιο-δυτικά. Η τουρκική διείσδυση στην Καππαδοκία τους απώθησε πιο πέρα προς τα βουνά του Ταύρου και του Αντιταύρου και απλώθηκαν στην κοιλάδα του Μέσου Ευφράτη όπου οι Τούρκοι δεν είχαν έρθει ακόμα. Οι περιοχές τις οποίες είχαν εγκαταλείψει, γέμισαν από μωαμεθανούς Κούρδους από τα βουνά της Ασσυρίας και του βόρειο-δυτικού Ιράν.

Ο Κομνηνός, όταν ανήλθε στο θρόνο ήταν υποχρεωμένος νά αποφασίσει εναντίον ποίου από τους εχθρούς έπρεπε να εκστρατεύσει πρώτα. Υπολογίζοντας ότι οι Τούρκοι θα μπορούσαν νά απωθηθούν μόνο με μια μακρά και συνεχή εκστρατεία για την οποία δεν ήταν ακόμα έτοιμος και στο μεταξύ ήταν πιθανό να φιλονικούσαν μεταξύ τους, θεώρησε πιο επείγον νά αποκρούσει τη νορμανδική επίθεση. Αυτό χρειάστηκε πολύ περισσότερο χρόνο παρ’ ότι είχε υπολογίσει. Το καλοκαίρι του 1081 ο Ροβέρτος Γυισκάρδος (Robert Guiscard), συνοδευόμενος από την σύζυγό του Σιγκελγκάιτα του Salerno, και τον πρεσβύτερο γιο του Βοημούνδο (Bohemund), πολιόρκησε το Δυρράχιο. Τον Οκτώβριο, ο Αλέξιος, με έναν στρατό του οποίου το κύριο σώμα ήταν η Αγγλο-σαξονική φρουρά των Βαράγγων προχώρησε νά απαλλάξει το φρούριο όμως ο Αλέξιος υπέστη αποφασιστική ήττα τήν οποία περιγράφει ο Παπαρρηγόπουλος: 

«Συμβιβασθείς προχείρως πρός τούς Τούρκους καί συγκεντρώσας εις Κωνσταντινούπολιν άπαντα τα διαθέσιμα τάγματα της Ασίας, εξεστράτευσε εκ της πρωτευούσης περί τά τέλη Αυγούστου, μετά του γαμβρού αυτού Νικηφόρου Μελισσηνού. Της αυτοκρατορικής φρουράς ήρχεν ο Κωνσταντίνος Ωπος, των Μακεδόνων ο Αντίοχος, των Θετταλών ο Αλέξανδρος Καβάσιλας…. 

Μεσούντος του Οκτωβρίου επλησίασε εις τό Δυρράχιον, εστρατοπέδευσε επί λόφου εν διαστήματι τεσσάρων σταδίων από του φρουρίου, έχον αριστερόθεν μέν τήν θάλασσαν, δεξιόθεν δέ όρος υψηλόν. Ο συνετός του Δυρραχίου πρόμαχος Γεώργιος Παλαιολόγος πρότεινε νά αποκλεισθή πανταχόθεν ο Ροβέρτος, νά στεναχωρηθή δι’αδιαλείπτων ακροβολισμών, νά στερηθή των αναγκαίων τροφών καί ούτω νά βιασθή νά παραδώση τά όπλα. Τωόντι ο στρατός του Αλεξίου ήτο πολυαριθμότερος του εχθρικού περί τούς 70000 άνδρας, ενώ οι περί τόν Ροβέρτον δέν ήσαν πλειότεροι των 30000, αλλά εκ του συστάδην αγώνα οι τελευταίοι ούτοι ήσαν ασυγκρίτως επιτηδειότεροι…. 

Αλλά ο αυτοκράτωρ παρήκουσε τή φωνή της σύνεσης. Τό επιτελείον υπο του οποίου περιεστοιχίζετο, οι Δούκαι, οι Συναδηνοί, οι υιοί του Ρωμανού, νεανίαι φιλότιμοι καί φιλοκίνδυνοι, ηγανάκτησαν ακούσαντες τήν γνώμην της αφανούς του πολέμου διεξαγωγής, όθεν απεφασίσθη ο εκ του συστάδην αγών….

Ο αγών ούτος συνεκροτήθη παρά τήν παραλίαν αυτήν τήν περι τό Δυρράχιον τη 18η Οκτωβρίου 1081. Εν τοις πρώτοις έπεσεν ο γηραιός Νικηφόρος Παλαιολόγος. Αλλά καί άπαντες οι νεανίαι εκείνοι, οίτινες είχον παρασύρει τόν Αλέξιον έπεσον εκθύμως υπέρ του βασιλέως, υπέρ της τιμής του κράτους καί υπέρ της δόξης του ελληνικού ονόματος πολεμούντες. Ο Αλέξιος ερριψοκινδύνευσε ως ο έσχατος των στρατιωτών. Εκ των πολεμίων διέπρεψαν άπαντες οι Νορμαννοί ιππόται επί ανδρεία.»

Το Δυρράχιο κράτησε όλον τον χειμώνα αλλά έπεσε τον Φεβρουάριο του 1082 και έτσι επέτρεψε στον Γυισκάρδο να βαδίσει την άνοιξη κατά μήκος του μεγάλου δρόμου, της Εγνατίας οδού, προς την Κωνσταντινούπολη. Ο γιός του Βοημούνδος κατέκτησε τά Σκόπια, τα Μογλενά, τις ʼσπρες Εκκλησιές, τήν Καστοριά, τά Ιωάννινα, τήν Αρτα αλλά απέτυχε στήν Λάρισα, καθώς ο Στρατηγός Λέων Κεφαλάς αντέταξε ηρωική αντίσταση. Εξεγέρσεις όμως υποκινηθείσες από τόν Βυζαντινό αυτοκράτορα στήν Κάτω Ιταλία, απαίτησαν σύντομα την επάνοδό του Νορμανδού βασιλιά εκεί. Ο πόλεμος τελείωσε μόνον όταν ο Ροβέρτος Γισκάρδος πέθανε στην Κεφαλληνία τό 1085. Τό Φισκάρδο μάλιστα πήρε τό όνομά του γενναίου αυτού Νορμανδού κατακτητή.

Η εξουσία του αυτοκράτορα αποκαταστάθηκε επί τέλους στις ευρωπαϊκές επαρχίες, αλλά κατά την διάρκεια των τεσσάρων αυτών ετών οι ανατολικές επαρχίες είχαν χαθεί. Ηδη η Ιερουσαλήμ, η Δαμασκός καί ολόκληρη η Παλαιστίνη βρισκόταν στά χέρια του Τουρκομάνου Ατσίζ Ibn Αμπάκ, ενώ στις αρχές του 1085 η Αντιόχεια παραδόθηκε με προδοσία στον σουλτάνο Σουλεϊμάν μαζί με τις πόλεις της Κιλικίας. Τα ιερά εδάφη των χριστιανών καί κυρίως ο τόπος γεννήσεως του Ιησού ήταν πλέον υπό μωαμεθανικό έλεγχο.

Λατίνοι – Προετοιμασία σταυροφοριών 

Οι σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου και Ευρώπης, χαρακτηρίζονταν από καχυποψία καί δυσπιστία, η οποία οφείλονταν αφ’ενός μέν στήν διαφορετική πολιτισμική πραγματικότητα (culture) αφ’ ετέρου στίς αντιθέσεις μεταξύ Δυτικής καί Ανατολικής Εκκλησίας. Οι Βυζαντινοί τούς λαούς πού βρισκόταν κάτω από τήν πνευματική κυριαρχία της Καθολικής Εκκλησίας, τούς αποκαλούσαν «Λατίνους», ενώ οι Ευρωπαίοι τούς Βυζαντινούς τούς αποκαλούσαν «Γραικούς». Μία πετυχημένη σκιαγράφηση ανάμεσα στούς δύο κόσμους εκείνης της εποχής, δηλαδή των «Λατίνων» (Latins) καί των «Γραικών» (Grecs) μας δίνει στήν διδακτορική του διατριβή ο διδάκτωρ του Πανεπιστήμιου της Σορβόννης, M. CARRIER: 

«Nous avons vu precedemment que les denominations reciproques de «GRECS» et de «LATINS» pour differencier (διαφοροποιήσουμε) l’Orient et l’Occident chretiens refletaient non seulement une realite linguistique (γλωσσική), mais egalement culturelle (πολιτιστική) et religieuse (θρησκευτική), voire meme ideologique.

Ces termes n’etaient donc pas neutres, ni uniquement descriptifs, mais bien charges de considerations implicites qui etaient a la fois historiques, ethniques et, tout compte fait, identitaires. Dans le cas des Occidentaux, l’appellation de «Latins» servait en effet a designer l’ensemble des nations et des regions europeennes (Εθνη Ευρωπαϊκά) qui obeissaient a l’autorite et aux rites de l’eglise romaine (Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία), par opposition aux CHRETIENS ORIENTAUX (ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ) qui etaient sous l’influence de l’eglise byzantine (Βυζαντινή Εκκλησία). 

Le terme entendait egalement designer ces nations qui faisaient toujours usage de la langue latine (Λατινική γλώσσα) dans les spheres religieuses et erudites, et dont les langues et dialectes populaires en etaient generalement tributaires, a l’exception bien sur des regions professant une tradition plus germanique. Bien qu’anachronique, les denominations de Graeci et de Latini se voulaient avant tout un moyen de demarcation entre les Occidentaux et les Byzantins, et n’etaient generalement employees qu’a cet egard. οι όροι Γραικοί καί Λατίνοι αποτελούσαν διακριτικό όνομα των Βυζαντινών καί των Δυτικών

Lorsque le mot «Latins» n’etait pas employe par opposition a celui de «Grecs», les termes usuels employes par les chroniqueurs pour designer les croises etaient «les chretien », «les notres», «les pelerins», ou encore les appellations des differentes entites nationales auxquelles ils appartenaient. Robert de Clari, specifia a son public qu’«on appelle Latins ceux de la religion romaine» (Λατίνοι, οι πιστοί της Ρωμαϊκής Εκκλησίας), comme quoi l’appellation n’etait pas une evidence pour tous. 

Enfin, la denomination de Latini etait d’usage egalement chez les chroniqueurs byzantins, qui cherchaient tout autant a distinguer les leurs des Occidentaux. L’emploi du terme, en fait, ne devint systematique qu’a partir du XIIe siecle et remplaca les denominations plus traditionnelles de «Celtes», «Francs», «Allemands» ou «Germains».

L’appellation de «GRECS», en contrepartie, etait beaucoup plus repandue chez les chroniqueurs des croisades pour DESIGNER LES BYZANTINS. (Οι χρονικογράφοι της εποχής καλούσαν τούς Βυζαντινούς μέ τό όνομα «Ελληνες»). Le terme refletait davantage la realite linguistique du monde byzantin, ou le grec etait toujours en usage, bien qu’il faille distinguer entre le grec parle medieval et le grec attique qui constituait la langue d’ecriture des erudits byzantins. La denomination pose d’ailleurs certains problemes, dont celui de faire abstraction de la grande diversite ethnique qui caracterisa l’Empire byzantin tout au long de son histoire.

En effet, bien que la majorite de SES HABITANTS FUSSENT GRECS (η πλειονότητα των κατοίκων ήταν Έλληνες), Constantinople etait essentiellement cosmopolite et composee de nombreux peuples venus de regions qui etaient a certains moments sous le joug de l’empire ou limitrophes a celuici, et parfois meme de contrees fort eloignees. Au carrefour des grands axes de communication du monde medieval, Byzance avait de particulier d’etre polyglote et constituee de plusieurs groupes ethniques et religieux, ce qui en faisait une entite sociopolitique heterogene. 

L’emploi du terme «Grecs» etait pourtant fort courant chez les croises, pour qui le mot s’averait etre la seule facon de designer les Byzantins. Pour l’instant, il importe de constater le refus des Latins de designer les Byzantins par la denomination de «Romains», qui etait en fait le nom qu’ils employaient pour s’identifier eux-memes. (Οι Λατίνοι σταυροφόροι αρνιόνταν νά ονομάζουν τούς Βυζαντινούς μέ τόν όρο «Ρωμαίος» καί τούς ονόμαζαν μέ τόν όρο «Γραικός»). Il faut evidemment voir dans ce refus l’ancien contentieux lie a la translatio imperii du VIIIe siecle, refletant l’idee que le titre romain etait passe de l’Orient a l’Occident sous le regne de Charlemagne; il devenait donc approprie de designer desormais l’Empire d’Orient comme «L’EMPIRE DES GRECS» (ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ), afin de souligner cette nouvelle realite et pour preciser l’opposition linguistique, religieuse et culturelle que nous avons deja evoquee. Cette appellation se voulait neanmoins une grave insulte aux Byzantins, qui revendiquaient toujours le titre de Romains.»

Τήν Εκκλησία της Ρώμης είχε ιδρύσει ο Απόστολος Πέτρος καί προϋπήρχε της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Οπότε σύμφωνα μέ τούς Λατίνους επισκόπους, η Εκκλησία της Ρώμης ήταν η «Κεφαλή καί Μητέρα της Εκκλησίας» ή «caput et mater». Ο πάπας, διάδοχος του Αγίου Πέτρου κληρονόμησε τις δυνάμεις πού του μεταβίβασε ο Χριστός άρα είχε τήν πρωτοκαθεδρία σέ ολόκληρη τήν Εκκλησία. Αντίθετα, σύμφωνα μέ τούς Ορθόδοξους επισκόπους, η Ανατολική Εκκλησία ως Εκκλησία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μίας οικουμενικής αυτοκρατορίας μέ εξουσία πάνω από όλα τά υπόλοιπα κράτη, ήταν αυτή πού είχε τήν πρωτοκαθεδρία στήν χριστιανική Εκκλησία. Συνεπώς, οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών σε γενικές γραμμές δέν υπήρξαν εγκάρδιες καί φιλικές. Γιά θεολογικούς αλλά κυρίως γιά λόγους γοήτρου καί εξουσίας, υπήρξαν κατά διαστήματα έντονες διαφωνίες, αφορισμοί ακόμα καί ύβρεις μεταξύ της Ανατολικής καί της Δυτικής Εκκλησίας.

Τό 800 ο πάπας ο οποίος είχε στέψει τόν Καρλομάγνο (Charlemagne) ως Αυτοκράτορα των Ρωμαίων (Imperator Romanorum) προκάλεσε τήν σφοδρή αντίδραση του Γραικού Αυτοκράτορα αφού του αμφισβητούσε τά πρωτεία. Ομοίως ο Μιχαήλ Κηρουλάριος τό 1053 έγραψε μία επιστολή στόν Πάπα κατηγορώντας τον ότι επέβαλε μέσω των Νορμανδών πού κατείχαν τήν ελληνόφωνη Νότια Ιταλία, τό δυτικό εκκλησίασμα καί τήν λατινική γλώσσα στή Θεία Λειτουργία. Τό 1054, ο καρδινάλιος Umberto προσβλητικά επεχείρησε νά νουθετήσει τόν Πατριάρχη Κηρουλάριο, ως πρός την αυθεντία της Αγίας Ρωμαϊκής Έδρας καί μάλιστα άφησε μέσα στό ναό της Αγίας Σοφίας μία παπική βούλα αφορισμού. Ο Κηρουλάριος απάντησε αφορίζοντας τούς παπικούς απεσταλμένους οδηγώντας στό περίφημο σχίσμα των δύο Εκκλησιών τό έτος 1054. Ο Παπαρρηγόπουλος περιγράφει μέ τόν δικό του τρόπο τίς αντιθέσεις των δύο Εκκλησιών: 

«Αι πλησιέσταται της διαστάσεως αιτίαι, κατά τήν δεκάτην καί ενδεκάτην εκατονταετηρίδα, ήσαν η ίδρυσις της νέας δυτικής αυτοκρατορίας, τήν οποία η ανατολική δέν ήθελε νά αναγνωρίση καί η αδιάκοπος προσπάθεια της Εκκλησίας των Ρωμαίων να μεταβάλη τά πρωτεία αυτής εις κυριαρχίαν. Η παπική αρχή, ει καί μή δυναμένη νά επιβάλη αμέσως εις τήν Ανατολήν τήν απόλυτον αυτής θέλησιν, δέν έπαυσεν ούτε τότε επιδιώκουσα τόν προαιώνιον αυτής σκοπόν διά δύο εμμέσων τρόπων, τό μέν δηλητηριάζουσα τήν κοινήν της Ευρώπης γνώμην διά παντός είδος συκοφαντίας κατά της Ανατολής τό δέ αγωνιζομένη νά ανακτήση επι του παρόντος, αν όχι άλλο τουλάχιστον τήν κάτω Ιταλίαν καί τήν Σικελίαν, αίτινες όχι μόνο πολιτικώς αλλά καί εκκλησιαστικώς είχον αποσπασθή απ’αυτής. 

Μέχρι κάποιου βαθμού οι λειτουργοί της Δυτικής Εκκλησίας προσεπάθουν νά διαδώσωσιν εις τήν Ευρώπην τήν καθ’ημών ύβριν, χλεύην καί περιφρόνησιν, ο αναγνώστης τό ηξεύρει ήδη εκ των διαβοήτων εκθέσεων του επισκόπου Κρεμώνης Λουιτπράνδου, όστις ήλθεν επί Νικηφόρου εις Κωνσταντινούπολιν ως πρέσβυς του αυτοκράτορος της Δύσεως Όθωνος Α’. Εν δέ τή κάτω Ιταλία οι πάπαι αντέταξαν εις τούς ημετέρους πρώτον μέν τούς εγχωρίους έπειτα δέ τούς αυτοκράτορας της Δύσεως καί επί πάσι τούς Νορμαννούς, πρός ούς κατ’ αρχάς αμφιβόλως πολιτευόμενοι συνεμάχησαν επί τέλους, κατορθώσαντες δι’ αυτών νά καταλύσωσι τό της ανατολικής βασιλείας κράτος εν όλη τή χερσονήσω. Ταύτα δέ πάντα δέν ήτο δυνατόν ειμή νά ερεθίσωσι τά πνέυματα εν Κωνσταντινουπόλει καί νά προκαλέσωσιν επί τέλους τήν ανανέωσιν της πάλης.»

Mία επίσης ενδιαφέρουσα ανάλυση, σχετικά μέ τήν αρνητική γνώμη των Λατίνων γιά τούς Ελληνες του Μεσαίωνα, διαβάζουμε στήν ιστοσελίδα του καθηγητή Marc Carrier. Εκεί διαπιστώνει ότι η αντιπαλότητα αυτή πού ξεκινάει από τά βάθη της Αρχαιότητος, επιδεινώθηκε μέ τίς σταυροφορίες καί κορυφώθηκε με τήν Αλωσι της Κωνσταντινουπόλεως τό 1204: 

«Even though the ANTAGONISM BETWEEN GREEKS AND LATINS can be traced as far back as Antiquity, the 12th century remains a crucial phase in the deterioration of relations between both cultures. The crusades brought Western Europe into vital contact with its Eastern counterpart, with the hope of renewing the ties of Christian fraternity and, most of all, of finding an ally against Islam. Instead, the first crusaders who set foot in Byzantium found a society and a culture that were alien to their own, and that were in fact quite far from sharing the same goals and ideals. Throughout the 12th century, this contact not only revived old disputes and rivalries, but also brought the animosity down to a popular level. Although the schism between the Eastern and the Western churches already had a foundation in the previous century, it was only when countless throngs of pilgrims from all groups and social backgrounds clashed with the Byzantines that the rupture really took root, as much on a religious level than a cultural one. The sack of Constantinople by the crusaders in 1204 was the culmination of this unfortunate conflict, leading us in fact to believe that the crusades are better characterized by the failure of Greeks and Latins to find a common understanding than by the actual confrontation between Christians and Muslims themselves. 

This representation of the Greeks was not new to the crusaders, since its origin can be traced as far back as Antiquity. Classical literature offers many examples of this anti-Greek sentiment, although one famous passage is often cited more than others: Virgil’s «Φόβου τούς Δαναούς καί δώρα φέροντες» which denounces the treachery of the Greeks who captured Troy by means of a wooden horse. We should also mention other passages from authors who emphasized the effeminate nature of the Greeks, due to their decadent way of life and many other vices. Τhe crusaders considered the Greeks to be the antithesis of knightly values and were therefore deceitful and effeminate. These concepts of shame and dishonor consequently shaped the Western image of Greeks, an image that was spread mainly by the Normans who were constantly at heads with Byzantium throughout the 12th century».

Η τριβή μεταξύ των δύο Εκκλησιών όμως θεωρείται αμελητέα, συγκριτικά  με την πάλη καί μίσος πού υπήρχε μεταξύ των δύο κυρίαρχων θρησκευτικών ιδεολογιών της εποχής εκείνης, πού ήταν η πάλη μεταξύ μωαμεθανισμού καί χριστιανισμού. Τό Ισλάμ είχε αναδυθεί πριν από τετρακόσια έτη καί μέ ηγέτη του τόν προφήτη Μωάμεθ κατάφερε νά κυριαρχήσει στήν Αραβία, Περσία, Μεσοποταμία, Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική ακόμα καί στήν Ισπανία. Τό «Υγρό Πύρ» των Βυζαντινών, γνωστό διεθνώς ως «Greek fire», σταμάτησε τούς βαρβάρους στά τείχη της Κωνσταντινουπόλως σώζοντας τό χριστιανικό κράτος από τήν καταστροφή, αλλά διασώζοντας ταυτόχρονα καί τήν κληρονομιά πού θά διαμόρφωνε τήν Ευρώπη, όπως τήν γνωρίζουμε σήμερα. Οι Αρχαίοι Ελληνες είχαν σταματήσει τούς Ασιάτες Πέρσες στήν Σαλαμίνα καί οι Μεσαιωνικοί Ελληνες σταμάτησαν τούς Ασιάτες Αραβες στά «Θεοδοσιανά Τείχη».

Τό έτος 638 ο χαλίφης Ομάρ εισήλθε θριαμβευτής στην Ιερουσαλήμ επικεφαλής πολυάριθμου στρατού. Ο Ομάρ μετέβη στην τοποθεσία του Ναού του Σολομώντοςζητώντας να δει τους ναούς των Χριστιανών. Ο πατριάρχης τον οδήγησε στην εκκλησία του Παναγίου Τάφου και ενώ ήταν μέσα στην εκκλησία. όταν ήρθε η ώρα της μουσουλμανικής προσευχής ο χαλίφης ρώτησε που μπορούσε νά απλώσει το χαλί της προσευχής. Ο Σωφρόνιος τον παρεκάλεσε να μείνει εκεί που ήταν αλλά ο Ομάρ βγήκε έξω στον Πυλώνα του Μαρτυρίου από φόβο, μήπως οι ζηλωτές οπαδοί του διεκδικήσουν για το Ισλάμ τη θέση όπου είχε προσευχηθεί……όπως και έγινε αφού οι μωαμεθανοί πήραν τον Πυλώνα, αλλά η εκκλησία παρέμεινε το ιερότερο από τα τεμένη της Χριστιανοσύνης.

Η Ιερουσαλήμ τό λίκνο του Χριστιανισμού, χάνοταν οριστικά από τήν κυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καί περνούσε στήν εξουσία του Ισλάμ. Οι ειδωλολάτρες είχαν τήν επιλογή είτε νά ασπασθούν τον ισλαμισμό ή να θανατωθούν, αλλά οι λαοί της Βίβλου, οι χριστιανοί και οι ιουδαίοι θα μπορούσαν να διατηρήσουν τους τόπους της λατρείας τους και να τους χρησιμοποιούν χωρίς εμπόδιο, αλλά δεν θα μπορούσαν να προσθέσουν άλλους στον υπάρχοντα αριθμό, ούτε θα μπορούσαν να φέρουν όπλα ή να ιππεύουν σε άλογο. Επιπλέον θά έπρεπε να καταβάλλουν ένα ετήσιο κεφαλικό φόρο. Οι χριστιανοί της Ανατολής δέχτηκαν την κυριαρχία των απίστων κυρίων των. Αλλωστε δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο. Τώρα πια δεν υπήρχε πιθανότητα να σηκωθεί πάλι το Βυζάντιο, όπως τον καιρό των Περσών, για νά ανακτήσει τους Αγίους Τόπους. Οι ʼραβες, ναυπήγησαν σύντομα στόλο με βάση την Αλεξάνδρεια και απέσπασαν από τους Βυζαντινούς το πιο πολύτιμο πλεονέκτημά των, την κυριαρχία των θαλασσών.

Γιά τούς χριστιανούς της Δύσης δέν έμενε τίποτα άλλο παρά νά ταξιδεύουν ως απλοί ταξιδιώτες τούς Αγίους Τόπους καί νά προσκυνούν τόν τόπο πού μαρτύρησε ο Ιησούς ο Ναζωραίος γιά τήν σωτηρία του κόσμου. Το ταξίδι ήταν δαπανηρό και δύσκολο, και πολύ λίγος πλούτος είχε απομείνει στη δυτική Χριστιανοσύνη. Οι δυτικοί χριστιανοί εξακολουθούσαν να επισκέπτονται τους Αγίους Τόπους της Ανατολής από τόν 7ο αιώνα χωρίς διακοπή. Το 670, ο Φράγκος επίσκοπος Arnulf ξεκίνησε για την Ανατολή και κατόρθωσε να κάνει έναν πλήρη γύρο της Αιγύπτου, της Συρίας και της Παλαιστίνης και να επιστρέψει μέσω Κωνσταντινουπόλεως, αλλά το ταξίδι διήρκεσε αρκετά χρόνια κι αυτός ο ίδιος συνάντησε πολλές αντιξοότητες και υπέστη πολλές κακουχίες . Κατά την όγδοη εκατονταετηρίδα ο αριθμός των προσκυνητών αυξήθηκε. Έφθασαν μάλιστα και μερικοί από την Αγγλία, από τους οποίους ο πιο διάσημος υπήρξε ο Willibald, που πέθανε το 781 ως επίσκοπος του Eichstadt στη Βαυαρία. Ο Κάρολος ο Μεγάλος είχε αποκαταστήσει την τάξη και κάποια ευημερία στη Δύση και είχε συνάψει καλές σχέσεις με τον χαλίφη Αρούν αλ-Ρασίδ. Τα ξενοδοχεία που είχαν ανεγερθεί με τη βοήθειά του στους Αγίους Τόπους δείχνουν ότι στην εποχή του πρέπει να είχαν φθάσει πολλοί προσκυνητές στην Ιερουσαλήμ και γυναίκες μεταξύ των. Καλογριές από την χριστιανική Ισπανία είχαν σταλεί να υπηρετήσουν στον Πανάγιο Τάφο. Η μεγάλη εποχή του προσκυνήματος αρχίζει με τον δέκατο αιώνα. Ο Ράνσιμαν περιγράφει εκείνη τήν εποχή: 

«Οι Αραβες έχασαν τις τελευταίες πειρατικές φωλιές τους στην Ιταλία και τη νότια Γαλλία κατά την διάρκεια του αιώνα, και η Κρήτη είχε αποσπασθεί από αυτούς το 961, επι αυτοκράτορος Νικηφόρου του Γ’. Ήδη εκείνο τον καιρό, το βυζαντινό ναυτικό είχε για ένα διάστημα αρκετά την κυριαρχία στις θάλασσες ώστε να έχει τελείως αναζωογονηθεί το θαλάσσιο εμπόριο στη Μεσόγειο. Ελληνικά και ιταλικά εμπορικά πλοία έπλεαν ελεύθερα μεταξύ των λιμανιών της Ιταλίας και της αυτοκρατορίας και είχαν αρχίσει, με την καλή θέληση των μωαμεθανικών αρχών, νά ανοίγουν εμπόριο με την Συρία και την Αίγυπτο. Ήταν εύκολο για έναν προσκυνητή να εξασφαλίσει μια θέση κατ’ ευθείαν από τη Βενετία ή τή Βάρη για την Τρίπολη ή την Αλεξάνδρεια, αν και οι περισσότεροι ταξιδιώτες προτιμούσαν να σταματούν στην Κωνσταντινούπολη για να δουν τη μεγάλη συλλογή της από άγια λείψανα και κατόπιν να συνεχίζουν δια θαλάσσης ή από το δρόμο της ξηράς, τον οποίον οι πρόσφατες βυζαντινές στρατιωτικές επιτυχίες είχαν καταστήσει ασφαλή. Στην ίδια την Παλαιστίνη, οι μωαμεθανικές αρχές, είτε αββασίδικες, φατιμίδικες ή ισχίδικες, σπάνια δημιουργούσαν δυσκολίες, αλλά, μάλλον δέχονταν καλά τους ταξιδιώτες για τον πλούτο που έφερναν στην επαρχία.

Χρονογράφοι της εποχής μας λένε για προσκυνήματα στούς Αγίους Τόπους. Από τους μεγάλους άρχοντες και κυρίως της Δύσεως ήταν η Χίλντα, κόμισσα της Σουηβίας η οποία πέθανε στο ταξίδι της το 969, και η Ιουδίθ, δούκισσα της Βαυαρίας, γυναικαδέλφη του αυτοκράτορα Όθωνος Ι, της οποίας η περιήγηση έγινε το 970. Αν και υπήρχαν ακόμα πολλοί Γερμανοί μεταξύ των προσκυνητών του ενδέκατου αιώνα, όπως οι αρχιεπίσκοποι του Trier και του Mainz και ο επίσκοπος της Βαμβέργης, και πολλοί προσκυνητές από την Αγγλία, οι Γάλλοι και οι Λωρραινοί προσκυνητές τους ξεπερνούσαν τώρα κατά πολύ σε αριθμό. Ο τρομερός Fulk Nerra του Anjou πήγε στην Ιερουσαλήμ το 1002 και ξαναγύρισε αργότερα εκεί δύο φορές. Ο δούκας Richard III της Νορμανδίας έστειλε εκεί ελεημοσύνες και ο δούκας Robert ήταν επί κεφαλής μιας μεγάλης ομάδος που πήγε εκεί το 1035. Όλα αυτά τα προσκυνήματα έχουν πιστά καταχωρηθεί από τον Κλουνιακό ιστορικό, τον μοναχό Glaber. 

Οι Νορμανδοί ακολούθησαν το παράδειγμα των δουκών τους. Στα μισά του αιώνα αποτελούσαν τόσο μεγάλη και τόσο ένθερμη αναλογία των προσκυνητών της Παλαιστίνης, ώστε η κυβέρνηση της Κωνσταντινουπόλεως, θυμωμένη εναντίον των Νορμανδών για τις επιδρομές τους κατά της βυζαντινής Ιταλίας, άρχισε να δείχνει κάποια κακή θέληση προς την κίνηση των προσκυνητών . Οι εξάδελφοί τους από την Σκανδιναβία έδειχναν σχεδόν παρόμοιο ενθουσιασμό. Οι Σκανδιναβοί συνήθιζαν από πολύ καιρό να επισκέπτονται την Κωνσταντινούπολη, και ο πλούτος της τους έκαναν μεγάλη εντύπωση. Μιλούσαν στις βόρειες εστίες τους για την Micklegarth όπως ονόμαζαν τη μεγάλη πόλη, που κατά καιρούς ταύτιζαν με την Asgard, την κατοικία των θεών. Ήδη το 930 υπήρχαν άνθρωποι του βορρά στο στρατό του αυτοκράτορα. Στις αρχές του ενδέκατου αιώνα ήσαν τόσοι πολλοί απ’ αυτούς ώστε είχαν συγκροτηθεί ιδιαίτερα συντάγματα από Νορβηγούς, η περίφημη φρουρά των Βαράγγων. Οι Βαράγγοι απέκτησαν σε λίγο τη συνήθεια να περνούν την άδειά τους σέ ένα ταξίδι στην Ιερουσαλήμ. Το πρώτο που βρίσκουμε γραμμένο είναι το ταξίδι κάποιου Kolskeggr, που ήταν στην Παλαιστίνη το 992. Ο Χάραλδ Χαρδράδα, ο διασημότερος από τους Βαράγγους, ήταν εκεί το 1034. 

Ο Δανός Swein Godwinsson ξεκίνησε με ένα σώμα Αγγλων το 1051 για να εξιλεωθεί για έναν φόνο, αλλά πέθανε από το κρύο στα βουνά της Ανατολίας το επόμενο φθινόπωρο. Είχε πάει ξυπόλυτος εξ αιτίας των αμαρτιών του. Ο Lagman Gadrodsson, Νορβηγός βασιλεύς του Μαν, που είχε σκοτώσει τον αδελφό του, ζήτησε παρόμοια συγχώρηση από τον Θεό. Οι περισσότεροι Σκανδιναβοί προσκυνητές προτιμούσαν να κάνουν το γύρο ερχόμενοι από την θάλασσα δια μέσου των στενών του Γιβραλτάρ και επιστρέφοντας δια ξηράς μέσω της Ρωσίας.»

Το 1040, έξι αδελφοί, οι γιοι ενός Νορμανδού μικρο-ιππότη, του Tancred de Hauteville, κατέλαβαν την πόλη του Melfi στα βουνά της Apulia και ίδρυσαν εκεί ένα πριγκιπάτο. Οι τοπικές βυζαντινές αρχές δεν τους πήραν στα σοβαρά, αλλά ο δυτικός αυτοκράτωρ, Henry III, επιθυμώντας να πάρει υπό τον έλεγχό του την επαρχία για την οποία οι δύο αυτοκρατορίες ανταγωνίζονταν επί πολύ καιρό, και ο Γερμανός πάπας τον οποίον αυτός είχε ονομάσει, μη ανεχόμενος τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως να κυβερνά ιταλικές έδρες, έδωσαν και οι δύο την υποστήριξή τους στους Νορμανδούς. Μέσα σε δώδεκα χρόνια, οι γιοι του Tancred επέβαλαν την κυριαρχία τους στις λομβαρδικές ηγεμονίες. Είχαν απωθήσει τους Βυζαντινούς στην άκρη της Καλαβρίας και στην ακτή της Απουλίας. Απειλούσαν τις πόλεις της δυτικής ακτής και έκαναν επιδρομές δια μέσου της Campania προς βορρά ως τα περίχωρα της Ρώμης. Η βυζαντινή κυβέρνηση ανησύχησε. Ο κυβερνήτης της Απουλίας Μαριανός Αργυρός εκλήθη στην πρωτεύουσα νά αναφέρει και εστάλη πίσω με πλήρη εξουσιοδότηση νά αποκαταστήσει τα πράγματα. Στρατιωτικώς, ο Μαριανός δεν κατόρθωσε τίποτα. Οι Νορμανδοί απώθησαν με ευκολία τον μικρό στρατό του.

Διπλωματικά, ο Ελληνας αυτοκράτορας είχε μεγαλύτερη επιτυχία διότι ο πάπας, ο Λωρραινός Λέων ο IX, ήταν το ίδιο ανήσυχος. Οι νορμανδικές επιτυχίες υπήρξαν μεγαλύτερες παρ’ ό,τι αυτός και ο Henry ο III είχαν λογαριάσει. Ο Henry ήταν τώρα απασχολημένος με μια εκστρατεία στην Ουγγαρία, αλλά έστειλε βοήθεια στον πάπα. Το καλοκαίρι του 1053 ο Λέων κινήθηκε προς νότο με ένα στρατό από Γερμανούς και Ιταλούς, διακηρύσσοντας ότι αυτός ήταν ιερός πόλεμος. Ένα βυζαντινό στράτευμα επρόκειτο να ενωθεί μαζί του, αλλά ενώ το περίμενε έξω από τη μικρή πόλη της Απουλίας Τσιβιντάτε, οι Νορμανδοί του επιτέθηκαν. Ο στρατός του νικήθηκε κι ο ίδιος πιάστηκε αιχμάλωτος. Το 1059, στη Σύνοδο του Melfi, ο πάπας Νικόλαος II αναγνώρισε τον Robert Guiscard, «Ροβέρτο τη νυφίτσα», τον πρεσβύτερο από τους επιζώντες γιους του Tancred, ως «Δούκα της Απουλίας και της Καλαβρίας, ελέω Θεού και του Αγίου Πέτρου, και με τη βοήθειά των, της Σικελίας». Αυτή η αναγνώριση, επέτρεψε στους Νορμανδούς να ολοκληρώσουν την κατάκτησή τους. Οι ναυτικές δημοκρατίες πολύ σύντομα υποτάχθηκαν σέ αυτούς και το 1060 ό,τι απόμεινε στους Βυζαντινούς από την Ιταλία ήταν η πρωτεύουσά των, το παράλιο φρούριο της Βάρης. Στο μεταξύ, ο νεώτερος αδελφός τού Robert, Roger (Ρογήρος), άρχισε την αργή αλλά επιτυχή κατάκτηση της Σικελίας από τους Άραβες

Ο χριστιανός πολίτης είχε νά αντιμετωπίσει ένα βασικό πρόβλημα……….έχει δικαίωμα να πολεμήσει για τη χώρα του, μέ δεδομένο ότι ο πόλεμος σημαίνει σφαγή και καταστροφή; 

Για τους δυτικούς ιστορικούς οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι να θαυμάζουν την πολεμική ανδρεία, οι πράξεις πολλών Βυζαντινών πολιτικών φαίνονται άνανδρες, ή πονηρές, αλλά το κίνητρο ήταν πάντοτε η επιθυμία νά αποφευχθεί αιματοχυσία. Η πριγκίπισσα Άννα Κομνηνή, μια τυπική Βυζαντινή, το διευκρινίζει στην ιστορία της ότι όσο μεγάλο κι αν ήταν το ενδιαφέρον της για τα στρατιωτικά ζητήματα κι όσο κι αν εκτιμούσε τις επιτυχίες του πατέρα της στους πολέμους, θεωρούσε τον πόλεμο αισχρό και ως έσχατο μέσο όταν ο,τιδήποτε άλλο είχε αποτύχει…………πραγματικά μια ομολογία αποτυχίας.

Η δυτική άποψη ήταν διαφορετική, καθότι ο Άγιος Αυγουστίνος παραδεχόταν ότι μπορούσαν να διεξάγονται πόλεμοι κατ’ εντολή του Θεού. Ο κώδικας της ιπποσύνης που αναπτυσσόταν υποστηριζόμενος από τα λαϊκά έπη, παρείχε γόητρο στον στρατιωτικό ήρωα. Η Παπική Εκκλησία επιζήτησε να κατευθύνει την πολεμοχαρή ενεργητικότητα σε δρόμους που εξυπηρετούσαν τα δικά της συμφέροντα. Ο ιερός πόλεμος, δηλαδή ο πόλεμος για τα συμφέροντα της Εκκλησίας, έγινε επιτρεπτός και μάλιστα επιθυμητός. Ο πάπας Λέων ο IV, κατά τα μέσα του ένατου αιώνα, διεακήρυξε ότι οποιοσδήποτε πέθαινε στη μάχη υπερασπιζόμενος την Εκκλησία θα είχε ουράνια ανταμοιβή . Ο πάπας Ιωάννης VIII, λίγα χρόνια αργότερα, εξομοίωνε τα θύματα ενός ιερού πολέμου με τους μάρτυρες……………εφόσον πέθαιναν ένοπλοι στη μάχη οι αμαρτίες τους ήσαν συγχωρημένες…………..συνεχίζεται

πηγή: www.agiasofia.com/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s