Η επιδρομή του Βάσου Βεργή στο Αγαθονήσι (17–18 Νοεμβρίου 1940) Μια άγνωστη ελληνική καταδρομική επιχείρηση στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα

στις

εξώφυλλο: Απεικόνιση της επιδρομής στο Αγαθονήσι την νύχτα 17 προς 18 Νοεμβρίου του 1940 πηγή karpathos.net

copyright © γράφει ο Δημήτριος Σχορτσανίτης

Εισαγωγή

Η ιστορία του Ελληνοϊταλικού Πολέμου έχει επικεντρωθεί, δικαιολογημένα, στις επιχειρήσεις της Ηπείρου και της Βορείου Ηπείρου. Οι μάχες της Πίνδου, η ελληνική αντεπίθεση και η προέλαση προς την Κορυτσά κυριάρχησαν τόσο στην ιστοριογραφία όσο και στη συλλογική μνήμη. Σχεδόν απαρατήρητα έμειναν γεγονότα που εξελίχθηκαν στο Αιγαίο, ιδιαίτερα στα Δωδεκάνησα, τα οποία εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό ιταλική κυριαρχία από το 1912. Εκεί, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την 28η Οκτωβρίου 1940, μια μικρή ομάδα εθελοντών αποφάσισε να μεταφέρει τον πόλεμο στο ίδιο το έδαφος της ιταλικής κατοχής.

Η επιχείρηση δεν οργανώθηκε από το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο ούτε από κάποια ειδική στρατιωτική υπηρεσία. Αντιθέτως, αποτέλεσε ιδιωτική πρωτοβουλία του Βάσου Βεργή, ο οποίος χρηματοδότησε προσωπικά την αποστολή και στρατολόγησε τους περισσότερους συμμετέχοντες από τη Σάμο και την Κάρπαθο. Η ιδιαιτερότητα αυτή εξηγεί τόσο την αρχική επιφυλακτικότητα της ελληνικής κυβέρνησης όσο και την ιδιαίτερη δημοσιότητα που έλαβε το γεγονός στον ελληνικό και ξένο τύπο.

Η ιταλική κατοχή της Δωδεκανήσου (1912–1943)

Η κατάληψη των Δωδεκανήσων από την Ιταλία πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1912 κατά τον Ιταλοτουρκικό Πόλεμο. Αρχικά η Ρώμη παρουσίαζε την κατοχή ως προσωρινό μέτρο μέχρι την οριστική διευθέτηση του Ανατολικού Ζητήματος. Οι προσδοκίες των κατοίκων για ένωση με την Ελλάδα παρέμειναν ζωντανές καθ’ όλη τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923) ανέτρεψε οριστικά αυτές τις προσδοκίες, αναγνωρίζοντας την ιταλική κυριαρχία στα νησιά. Από τη δεκαετία του 1920 και ιδιαίτερα μετά την άνοδο του φασισμού, η διοίκηση της Δωδεκανήσου απέκτησε σαφώς αποικιακό χαρακτήρα.

Οι Ιταλοί κυβερνήτες επιδίωξαν:

  • την πολιτισμική αφομοίωση των κατοίκων,
  • την ενίσχυση της ιταλικής παιδείας,
  • τον περιορισμό της ελληνικής γλώσσας,
  • τον έλεγχο της Ορθόδοξης Εκκλησίας,
  • την εγκατάσταση στρατιωτικών υποδομών.

Παράλληλα πραγματοποιήθηκαν σημαντικά δημόσια έργα —οδικά δίκτυα, διοικητικά κτίρια και λιμενικές εγκαταστάσεις— τα οποία όμως εντάσσονταν στη συνολική πολιτική εδραίωσης της ιταλικής παρουσίας στο νοτιοανατολικό Αιγαίο. Η αντίσταση των Δωδεκανησίων δεν υπήρξε πάντοτε ένοπλη. Χιλιάδες εγκατέλειψαν τα νησιά, δημιουργώντας ισχυρές παροικίες στην Αθήνα, την Αίγυπτο, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία, όπου ίδρυσαν συλλόγους με αποκλειστικό στόχο τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας και την προώθηση της Ένωσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώθηκε και η πολιτική δράση του Βάσου Βεργή.

Φωτογραφία του Βάσου Βεργή πηγή wikipedia

Το Αγαθονήσι και η στρατηγική του σημασία

Το Αγαθονήσι, γνωστό κατά την περίοδο της ιταλοκρατίας και ως Γάιδαρος (Gaidaro), βρίσκεται στο βορειότερο άκρο των Δωδεκανήσων, απέναντι από τη Σάμο. Παρά τη μικρή του έκταση, η θέση του ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Το νησί αποτελούσε:

  • σημείο ελέγχου των θαλάσσιων οδών μεταξύ Σάμου, Πάτμου και Λέρου,
  • προωθημένο φυλάκιο επιτήρησης του ανατολικού Αιγαίου,
  • μέρος του αμυντικού συστήματος που είχε οργανώσει η Ιταλία γύρω από τη ναυτική βάση της Λέρου.

Η απόστασή του από τη Σάμο είναι μικρή, γεγονός που καθιστούσε εφικτή μια αιφνιδιαστική νυχτερινή επιδρομή με μικρό μηχανοκίνητο σκάφος. Η στρατιωτική αξία του νησιού δεν προερχόταν από το μέγεθός του αλλά από τη γεωγραφική του θέση. Ένα ελληνικό πλήγμα εναντίον του μπορούσε να αποδείξει ότι η ιταλική κυριαρχία στα Δωδεκάνησα δεν ήταν απρόσβλητη. Αυτός ο συμβολισμός φαίνεται ότι βάρυνε περισσότερο στις αποφάσεις του Βεργή από οποιοδήποτε καθαρά στρατιωτικό όφελος.

Χάρτης των Ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων από το περιοδικό National Geographic του έτους 1941

Ο Βάσος Βεργής

Οι διαθέσιμες πηγές συμφωνούν ότι ο Βάσος (ή Βασίλειος) Βεργής καταγόταν από την Κάρπαθο και ασκούσε το επάγγελμα του χειρουργού στην Αθήνα. Το περιοδικό TIME τον χαρακτηρίζει λανθασμένα «chemist» (χημικό ή φαρμακοποιό), ενώ όλες οι ελληνικές πηγές τον παρουσιάζουν ως ιατρό και χειρουργό. Η ανακρίβεια αυτή πιθανότατα οφείλεται σε λανθασμένη μετάδοση της πληροφορίας από τον ξένο ανταποκριτή και όχι σε ουσιαστική διαφωνία ως προς την ιδιότητά του.

Ο Βεργής είχε εγκαταλείψει την ιδιαίτερη πατρίδα του μετά την ιταλική κατάληψη των Δωδεκανήσων και ανέπτυξε έντονη εθνική δράση υπέρ της απελευθέρωσης των νησιών. Σύμφωνα με τις ελληνικές πηγές, δραστηριοποιήθηκε επίσης στις ελληνικές παροικίες της Αμερικής και της Νότιας Αφρικής, επιδιώκοντας τη διεθνοποίηση του Δωδεκανησιακού ζητήματος. To χαρακτηριστικό που διακρίνει τον Βεργή από άλλες προσωπικότητες της εποχής είναι ότι δεν περιορίστηκε στην πολιτική ή προπαγανδιστική δράση. Με την κήρυξη του πολέμου θεώρησε ότι είχε δημιουργηθεί μοναδική ευκαιρία να μεταφερθεί ο αγώνας και στα κατεχόμενα νησιά. Χωρίς να διαθέτει κρατική χρηματοδότηση, στρατιωτική μονάδα ή επίσημη εντολή, ανέλαβε προσωπικά την οργάνωση μιας επιχείρησης υψηλού κινδύνου, η οποία συνδύαζε στοιχεία καταδρομής, συμβολικής ενέργειας και ψυχολογικού πολέμου.

Η απόφαση αυτή εξηγεί γιατί το όνομά του έγινε γνωστό διεθνώς περισσότερο από την ίδια την επιχείρηση. Το TIME δεν παρουσίασε απλώς μια μικρή στρατιωτική επιδρομή· επέλεξε να προβάλει την ιστορία ενός εξηντάχρονου Δωδεκανήσιου γιατρού που επέστρεψε στα υπό κατοχή νησιά για να πλήξει τους κατακτητές τους, συγκρίνοντας εμμέσως την αποστολή του με τις περιπέτειες του Οδυσσέα.

Αντίγραφο του περιοδικού ΤΙΜΕ που αναφέρεται στην καταδρομή του Βάσου Βεργή στο Αγαθονήσι πηγή TIME MAGAZINE

Η προετοιμασία, η επιχείρηση και οι άμεσες συνέπειες

Στα μέσα Νοεμβρίου 1940 η στρατιωτική κατάσταση είχε αρχίσει να μεταβάλλεται υπέρ της Ελλάδας. Η επιτυχής αναχαίτιση της ιταλικής εισβολής στην Ήπειρο και η έναρξη της ελληνικής αντεπίθεσης είχαν δημιουργήσει έντονο ενθουσιασμό στην κοινή γνώμη. Για τους Δωδεκανησίους που ζούσαν στην ελεύθερη Ελλάδα, ο πόλεμος γεννούσε την ελπίδα ότι είχε φθάσει η στιγμή να τεθεί εκ νέου το ζήτημα της απελευθέρωσης των νησιών τους. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Βάσος Βεργής αποφάσισε να αναλάβει πρωτοβουλία χωρίς προηγούμενη εντολή της ελληνικής κυβέρνησης ή του Γενικού Στρατηγείου. Όπως προκύπτει από τις διαθέσιμες πηγές, χρηματοδότησε προσωπικά την αποστολή και συγκρότησε μικρή ομάδα εθελοντών, αποτελούμενη κυρίως από Σαμίους και Δωδεκανησίους. Το ακριβές μέγεθος της ομάδας δεν είναι απολύτως βέβαιο. Το άρθρο του TIME κάνει λόγο για δεκαπέντε Σαμίους πολίτες υπό τον Βεργή, ενώ μεταγενέστερες ελληνικές αφηγήσεις αναφέρουν δεκαεπτά ή δεκαοκτώ άνδρες. Η διαφορά αυτή είναι χαρακτηριστική των αποκλίσεων που συναντώνται στις αφηγήσεις της επιχείρησης και πιθανότατα οφείλεται στο αν στον συνολικό αριθμό συμπεριλαμβανόταν ή όχι ο ίδιος ο Βεργής

Η σημαντικότερη μαρτυρία για την επιχείρηση προέρχεται από τις πληροφορίες του Κωνσταντίνου Ανδρέου, γιου ενός από τους συμμετέχοντες στην επιχείρηση. Σύμφωνα με αυτήν, οι άνδρες του Βεργή είχαν πληροφορηθεί ότι στο Αγαθονήσι υπήρχαν δύο διακριτά ιταλικά τμήματα: ένα μικρό φυλάκιο Καραμπινιέρων και μία ισχυρότερη δύναμη πεζοναυτών, τα οποία εναλλάσσονταν στα δύο άκρα του νησιού. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Ανδρέου, ο αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης ήταν περισσότερο φιλόδοξος από ό,τι αφήνουν να εννοηθεί οι σύγχρονες εφημερίδες. Ο Βεργής δεν επεδίωκε απλώς τη σύλληψη ενός μικρού αποσπάσματος χωροφυλάκων, αλλά την αιφνιδιαστική προσβολή της κύριας στρατιωτικής δύναμης του νησιού. Κατά την αποβίβαση όμως οι εθελοντές διαπίστωσαν πως οι πληροφορίες τους δεν ήταν απολύτως ακριβείς και βρέθηκαν μπροστά στο φυλάκιο των Καραμπινιέρων αντί της ισχυρότερης δύναμης.

Η επιχείρηση άρχισε το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1940. Οι άνδρες επιβιβάστηκαν σε μικρό βενζινοκίνητο σκάφος στο Πυθαγόρειο της Σάμου. Σύμφωνα με αρκετές ελληνικές πηγές, το καΐκι έφερε τουρκική σημαία ώστε, σε περίπτωση εντοπισμού από ιταλικά αεροσκάφη ή περιπολικά, να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι επρόκειτο για ουδέτερο εμπορικό σκάφος. Η επιλογή αυτή φανερώνει τον προσεκτικό σχεδιασμό της επιχείρησης. Η Τουρκία παρέμενε ουδέτερη στον πόλεμο και κάθε πρόωρη αποκάλυψη της ελληνικής αποστολής θα οδηγούσε πιθανότατα στην αποτυχία της πριν ακόμη φθάσει στον στόχο. Οι καιρικές συνθήκες φαίνεται ότι ήταν δυσμενείς, γεγονός που συνέβαλε τόσο στην καθυστέρηση της προσέγγισης όσο και στην απόκρυψη του σκάφους κατά τη διάρκεια της νυχτερινής πλεύσης.

Τα ξημερώματα της 18ης Νοεμβρίου οι εθελοντές αποβιβάστηκαν αθόρυβα στο Αγαθονήσι. Η αφήγηση του TIME παρουσιάζει μια γρήγορη καταδρομική επιχείρηση με κύριο χαρακτηριστικό τον απόλυτο αιφνιδιασμό των Ιταλών. Οι ελληνικές εφημερίδες, αντίθετα, περιγράφουν δύο διαδοχικές συγκρούσεις: πρώτα με το φυλάκιο των Καραμπινιέρων και στη συνέχεια με το ναυτικό φυλάκιο του νησιού. Η εφημερίδα Ακρόπολις αναφέρει ότι συνελήφθη ο διοικητής του σταθμού μαζί με τρεις Καραμπινιέρους, ενώ κατά τη δεύτερη σύγκρουση σκοτώθηκαν τρεις Ιταλοί, ανάμεσά τους και ο επικεφαλής του δεύτερου φυλακίου.

Άρθρο της εφημερίδας Ακρόπολις που αναφέρει την καταδρομή του Βάσου Βέργη

Αντίθετα, οι περισσότερες μεταγενέστερες ελληνικές ανασυνθέσεις περιορίζουν τους νεκρούς σε δύο Ιταλούς στρατιώτες και κάνουν λόγο για σύλληψη όλων των υπολοίπων μελών της φρουράς. Η διαφορά αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αποκλίσεις των διαθέσιμων πηγών. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η πρώτη δημοσιογραφική πληροφόρηση να ήταν ελλιπής ή να βασιζόταν σε πρόχειρες στρατιωτικές αναφορές. Από την άλλη πλευρά, αρκετές μεταγενέστερες αφηγήσεις φαίνεται ότι βασίζονται περισσότερο στην προφορική παράδοση παρά σε πρωτογενή τεκμήρια.

Ένα από τα πλέον εντυπωσιακά επεισόδια της επιχείρησης αφορά τη χρήση του ιταλικού ασυρμάτου. Σύμφωνα με αρκετές ελληνικές πηγές, ο Βεργής, γνωρίζοντας άριστα την ιταλική γλώσσα, επικοινώνησε ο ίδιος με τις ιταλικές αρχές και ανακοίνωσε ότι το φυλάκιο είχε καταληφθεί από ελληνική δύναμη. Η πληροφορία αυτή δεν επιβεβαιώνεται από το δημοσίευμα του TIME, ούτε έχει εντοπισθεί μέχρι σήμερα αντίστοιχη ιταλική στρατιωτική αναφορά. Ωστόσο, η παράδοση αυτή επαναλαμβάνεται σταθερά στις ελληνικές αφηγήσεις και πιθανότατα αποτυπώνει τον έντονο συμβολισμό που απέδωσαν οι συμμετέχοντες στην επιχείρηση.

Μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης οι εθελοντές επιβιβάστηκαν εκ νέου στο σκάφος τους, μεταφέροντας μαζί τους τους αιχμαλώτους και τον οπλισμό που είχαν καταλάβει. Η επιτυχής αποχώρηση αποτελεί ίσως το σημαντικότερο επιχειρησιακό επίτευγμα της αποστολής. Παρά τον αιφνιδιασμό που είχε πλέον χαθεί, οι Ιταλοί δεν κατόρθωσαν να εμποδίσουν τη διαφυγή των επιδρομέων προς τη Σάμο. Η ταχύτητα της επιχείρησης υπήρξε καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχία της.

Η ιταλική αντίδραση

Η αντίδραση των ιταλικών αρχών υπήρξε άμεση. Σύμφωνα με τις ελληνικές πηγές, αρχικά βομβαρδίστηκε το ίδιο το Αγαθονήσι, ενώ στη συνέχεια, όταν διαπιστώθηκε ότι οι δράστες είχαν διαφύγει στη Σάμο, πραγματοποιήθηκαν αεροπορικές επιδρομές κατά του Πυθαγορείου και της ευρύτερης περιοχής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ιταλικό πολεμικό ανακοινωθέν, το οποίο δημοσιεύθηκε στον ελληνικό Τύπο. Σε αυτό αναφερόταν ότι «ο εχθρός προσεπάθησε να καταλάβη αιφνιδίως την νήσον Γάιδαρος, χάρις όμως εις την ταχυτάτην αντίδρασιν των στρατιωτικών, ναυτικών και αεροπορικών μας δυνάμεων ετράπη εις φυγήν». Η διατύπωση αυτή επιχειρούσε εμφανώς να περιορίσει την εντύπωση που είχε προκαλέσει η επιτυχής ελληνική επιδρομή, αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά σε αιχμαλώτους ή απώλειες.

Η αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης – επίλογος

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία της υπόθεσης αφορά τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Ο Χρήστος Καζάζης, αξιοποιώντας τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Ανδρέου, αναφέρει ότι οι συμμετέχοντες συνελήφθησαν αρχικά από τις ελληνικές αρχές μόλις επέστρεψαν στη Σάμο, ακριβώς επειδή είχαν ενεργήσει χωρίς επίσημη διαταγή. Μόνο όταν η επιχείρηση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και έγινε ευρύτερα γνωστή η επιτυχία της, η στάση της κυβέρνησης μεταβλήθηκε. Οι άνδρες του Βεργή κλήθηκαν στην Αθήνα, όπου τιμήθηκαν δημόσια και έλαβαν εύφημη μνεία. Το επεισόδιο αυτό καταδεικνύει το δίλημμα που αντιμετώπιζε η ελληνική πολιτική ηγεσία: από τη μία πλευρά επιθυμούσε να αποφύγει ανεξέλεγκτες ιδιωτικές στρατιωτικές πρωτοβουλίες· από την άλλη όμως δεν μπορούσε να αγνοήσει μια ενέργεια που είχε προκαλέσει ενθουσιασμό στην ελληνική κοινή γνώμη και ευνοϊκή διεθνή δημοσιότητα.

Ο Βεργής στην Ραφήνα μετά την επιδρομή πηγή ertnews.gr

Βιβλιογραφία

«17–18 Νοεμβρίου 1940: Η καταδρομική ενέργεια στο Αγαθονήσι». Αναδημοσίευση ιστορικού υλικού, iefimerida.gr. https://www.iefimerida.gr/stories/1940-omada-komanto-katelabe-agathonisi-apo-italoys

«Η καταδρομική ενέργεια στο ιταλοκρατούμενο Αγαθονήσι». ERT News. https://www.ertnews.gr/anadromes/i-katadromiki-energeia-sto-italokratoumeno-agathonisi-ti-nyxta-17-pros-18-noemvriou-1940/

«Βάσος Βεργής: Ο λησμονημένος Καρπάθιος γιατρός». Μηχανή του Χρόνου. https://www.mixanitouxronou.gr/vasos-vergis-o-lismonimenos-karpathios-giatros-poy-xegelase-ton-italiko-stolo-sto-agathonisi-kai-egrapse-ton-athlo-ton-17-tis-samoy/

Καζάζης, Χρήστος. «17 Νοεμβρίου 1940: Μια πράξη αντίστασης τις πρώτες μέρες του Ελληνοϊταλικού πολέμου». Fractal. https://www.fractalart.gr/vassos-vergis/

Hellenic Parliament Foundation for Parliamentarism and Democracy. “The Italian Occupation of the Dodecanese (1912–1943).” https://foundation.parliament.gr

Presidency of the Hellenic Republic. “World War II – Greece 1940–41.” https://www.presidency.gr

Το έργο με τίτλο: «Η επιδρομή του Βάσου Βεργή στο Αγαθονήσι (17–18 Νοεμβρίου 1940) Μια άγνωστη ελληνική καταδρομική επιχείρηση στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα» από τον δημιουργό Δημήτρη Σχορτσανίτη διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.