Οι «Συριακοί» πόλεμοι…..μέρος 1o

Στο εξώφυλλο χάρτης περιοχών διαδόχων Μεγ. Αλεξάνδρου_πηγή wikipedia

Οι Συριακοί πόλεμοι έλαβαν χώρα μεταξύ των διαδόχων – επιγόνων του Μεγ. Αλεξάνδρου. Διήρκεσαν από το 276 π.Χ έως το 168 π.Χ και διεξήχθησαν σε έξι περιόδους.

Α’ Συριακός πόλεμος (276 – 272 π.Χ)

Ο Α’ Συριακός πόλεμος διεξήχθη μεταξύ του βασιλείου της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου και της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, αφού είχε προηγηθεί ένταση μεταξύ των δύο αντιπάλων αναφορικά με το καθεστώς της νότιας Συρίας, όπως προέκυψε μετά την μάχη της Ιψούς (301 π.Χ). Στη συνθήκη (303 π.Χ) που είχε υπογράψει ο νικηφόρος συνασπισμός στην Ιψό, αρχικά προβλεπόταν να δοθεί ολόκληρη η Συρία στον Πτολεμαίο Α’, αλλά λόγω του ότι δεν έστειλε στρατεύματα στην Ιψό, τελικά δόθηκε στον Σέλευκο.

Πτολεμαίος Α' ο Σωτήρ_μαρμάρινη προτομή_μουσείο Λούβρου
Πτολεμαίος Α’ ο Σωτήρ ιδρυτής της δυναστείας των Πτολεμαίων_μαρμάρινη προτομή_μουσείο Λούβρου

Ο Πτολεμαίος αντέδρασε το 301 π.Χ καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο τμήμα της Συρίας νότια της Δαμασκού, καθώς και μεγάλο μέρος της Φοινίκης. Οι Πτολεμαίοι αργότερα διεκδίκησαν τη Συρία μέχρι την Δαμασκό. Αυτό ήταν μια πάγια Αιγυπτιακή τακτική και είχε ως στόχο την διασφάλιση της Αιγυπτιακής ενδοχώρας. Την ίδια στιγμή οι Σελευκίδες διεκδίκησαν όλη την νότια Συρία για τους ίδιους λόγους, καθότι η αυτοκρατορία τους εκτεινόταν πέριξ της βόρειας Συρίας και της ανατολικής Μικράς Ασίας.

Σέλευκος Α' ο Νικάτωρ ιδρυτής της δυναστείας των Σελευκιδών_μουσείο Νάπολης
Σέλευκος Α’ ο Νικάτωρ ιδρυτής της δυναστείας των Σελευκιδών_μουσείο Νάπολης

Όσο διάστημα ευρίσκοντο εν ζωή ο Πτολεμαίος και ο Σέλευκος ο πόλεμος είχε αποφευχθεί, αλλά το 283 π.Χ ο Πτολεμαίος πεθαίνει από φυσικά αίτια (ο μοναδικός εκ των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου που είχε φυσικό θάνατο) και το 280 π.Χ δολοφονείται ο Σέλευκος. Οι πρώτες συγκρούσεις που ακολούθησαν σχεδόν αμέσως (πόλεμος της Δαμασκού, 280-279 π.Χ) έλαβαν χώρα στην Ιωνία και γύρω από την πόλη της Μιλήτου.

Ο διάδοχος του Σέλευκου ο Αντίοχος Α’ ο Σωτήρ την συγκεκριμένη χρονική περίοδο αντιμετώπιζε πολλούς εχθρούς. Ήταν σε πόλεμο με τον Αντίγονο, αντιμετώπιζε μια εξέγερση στην Σελευκίδα, την πατρίδα της οικογένειάς του και το 279 π.Χ οι Γαλάτες εισέβαλαν στην Μακεδονία πριν προχωρήσουν στην Ελλάδα και στη συνέχεια σε Μικρά Ασία, περί το 277 π.Χ. Ενόψει της Γαλατικής απειλής ο Αντίοχος και ο Αντίγονος συνάπτουν ειρήνη (πιθανώς 279 π.Χ), και με συμφωνημένες σφαίρες επιρροής – ο Αντίγονος θα είχε την Μακεδονία και την Ελλάδα και ο Αντίοχος την Θράκη και τις περιοχές ανατολικά.

Αυτή η συμμαχία αποτελούσε απειλή για την Πτολεμαϊκή Αίγυπτο και τις φιλοδοξίες της. Ο Πτολεμαίος Β’ διαθέτοντας τον ισχυρό Αιγυπτιακό στόλο, είχε βλέψεις για τη δημιουργία μιας θαλάσσιας αυτοκρατορίας στο Αιγαίο, έχοντας ήδη συμμάχους στη Μίλητο. Ο πρώτος Συριακός πόλεμος ξέσπασε το 276 π.Χ. Ο Αντίοχος είχε καταστείλει την εξέγερση στην Σελευκίδα και στη συνέχεια κινήθηκε δυτικά για να ασχοληθεί με την Γαλατική απειλή. Είχε περάσει το χειμώνα του 277-276 π.Χ στις Σάρδεις της Λυδίας, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την εκστρατεία κατά των Γαλατών. Το σχέδιο αυτό, χρειάστηκε να αναβληθεί, όταν την άνοιξη του 276 π.Χ ο Πτολεμαίος Β’ ξεκίνησε εισβολή στην Κεντρική Συρία, πολιορκώντας την Δαμασκό και την κοιλάδα του Μαρσύα (βόρεια της Δαμασκού).

Ο Αντίοχος απάντησε σθεναρά. Βάδισε ανατολικά στην Συρία, νίκησε τους Αιγυπτίους και ανακατέλαβε τη Δαμασκό. Αυτός επίσης φαίνεται ότι ξεκίνησε πολιορκία της Μιλήτου, διά ξηράς και θαλάσσης, ενδεχομένως υπό τη διοίκηση του γιου του Σέλευκου, που είχε εγκαταστήσει στη Μικρά Ασία. Το ναυτικό στοιχείο ότι πολιορκίας διεκόπη από τον Αιγυπτιακό στόλου υπό τον Καλλικράτη της Σάμου (περί το 275 π.Χ) αλλά η πολιορκία δια ξηράς συνεχίσθηκε και ίσως τελικά επέτυχε (σε κάθε περίπτωση χάθηκε κατά τον Ευμένιο πόλεμο).

Χρυσό νόμισμα με αναπαράσταση του Αντιόχου Α' του Σωτήρα_275 π.Χ
Χρυσό νόμισμα με αναπαράσταση του Αντιόχου Α’ του Σωτήρα_275 π.Χ

Το 275 π.Χ ο Αντίοχος επιστρέφει για να αντιμετωπίσει τους Γαλάτες. Η εξέγερση στην Σελευκίδα είχε προκαλέσει την απώλεια των πολεμικών ελεφάντων και έτσι εστράφη ανατολικά. Η αυτοκρατορία του η οποία εκτεινόταν μέχρι την Ινδία, του παρείχε την δυνατότητα να αναπληρώσει τους ελέφαντες από την Βακτριανή, γεγονός το οποίο και έπραξε. Οι ελέφαντες έφτασαν στην Συρία την άνοιξη του 275 π.Χ και κατόπιν ο Αντίοχος διέσχισε την Μικρά Ασία και νικά τους Γαλάτες στην μάχη των Ελεφάντων. Αυτό τερμάτισε την Γαλατική απειλή για το βασίλειό του, αν και οι Γαλάτες παρέμειναν στη Μικρά Ασία και εγκαταστάθηκαν στην Γαλάτεια. Αυτό ήταν το σημαντικότερο σημείο για τον Αντίοχο, καθότι απέκτησε το προσωνύμιο «Σωτήρ» και δοξάσθηκε για την αποκατάσταση της ειρήνης.

Όμως ένα νέο πρόσωπο εμφανίζεται στο προσκήνιο, η Αρσινόη B’, χήρα του Λυσίμαχου της Μακεδονίας και για σύντομο χρονικό διάστημα σύζυγος του Πτολεμαίου Κεραυνού. Αφού προδόθηκε από τον Κεραυνό, φεύγει στη Σαμοθράκη και στη συνέχεια στην αυλή του Πτολεμαίου B’ στην Αίγυπτο, τον οποίον παντρεύεται το 276 π.Χ και κατόπιν αυτή υιοθετεί τον γιο του Πτολεμαίο Γ’ και αυτός τον γιό της Πτολεμαίο. Ο εν λόγω γάμος (αμφιλεγόμενος και περιπεπλεγμένος κατά πολλούς) σύντομα αποδεικνύεται μεγάλη επιτυχία. Η Αρσινόη γίνεται συνδιαχειρίστρια της Αιγύπτου και μετά το θάνατό της την εντάσσεται στο πάνθεον των Αιγυπτιακών θεοτήτων. Επίσης φαίνεται ότι μέχρι το τέλος (275 π.Χ) είχε αναλάβει τον έλεγχο του πολέμου.

Αρσινόη Β'_χρυσό νόμισμα 250 π.X
Αρσινόη Β’_χρυσό νόμισμα 250 π.X

Ο Αντίοχος το 274 π.Χ σχεδίαζε να εισβάλει στην Αίγυπτο. Παντρεύει την κόρη του με τον Μάγα τον Κυρηναίο ο οποίος είναι ετεροθαλής αδερφός του Πτολεμαίου και κυβερνήτης της Κυρηναϊκής, δυτικά της Αιγύπτου. Ο Μάγας αφού ανεξαρτητοποιείται από την Αίγυπτο, το 274 π.Χ ξεκινά εισβολή όπου παρ’ ολίγον να καταλάβει την Αλεξάνδρεια, βοηθούμενος από μια ανταρσία μεταξύ των Γαλατών μισθοφόρων του Πτολεμαίου. Η Αρσινόη απάντησε ενθαρρύνοντας μια Λιβυκή εισβολή στην Κυρηναϊκή, η οποία ανάγκασε τον Μάγα να επιστρέψει δυτικά για να εξασφαλίσει την δική του περιοχή. Εν τω μεταξύ οι Γαλάτες μισθοφόροι παγιδεύτηκαν σε ένα νησί και κατεστάλη η εξέγερσή τους.

Το πραγματικό κλειδί για τη νίκη της Αιγύπτου ήταν ο στόλος τους. Το 274 π.Χ ο εν λόγω στόλος εστάλη για να επιτεθεί στην ακτή της Μικράς Ασίας, απειλώντας άμεσα τον Αντίοχο στην ενδοχώρα της Κιλικίας. Οποιαδήποτε ελπίδα είχε ο Αντίοχος για βοήθεια από τη Μακεδονία έληξε όταν ο Πτολεμαίος και η Αρσινόη χρηματοδοτούν μια εισβολή στην Μακεδονία από τον Πύρρο βασιλέα της Ηπείρου.

Η Αιγυπτιακή εισβολή στην Μικρά Ασία απετέλεσε μεγάλη επιτυχία. Ο Καλλικράτης κατέλαβε ένα μεγάλο μέρος της ακτής, αναγκάζοντας τον Αντίοχο να παραδεχτεί την ήττα. Η Αίγυπτος κέρδισε την δυτική Κιλικία και μια σειρά εδαφών που περιελάμβαναν την νότια Λυκία, Καύνο, Αλικαρνασσό, Μύνδο και Κνίδο. Ο Πτολεμαίος τερματίζει τον πόλεμο με την κατοχή της Μιλήτου. Στη Συρία απέκτησε ολόκληρη την Φοινίκη και την κοιλάδα του Μαρσύα, αλλά όχι την Δαμασκό.

Την επαύριον του πολέμου, η Αρσινόη άρχισε να σχεδιάζει μια επίθεση στην Μακεδονία, όπου ο γιος της Πτολεμαίος διεκδικούσε τον θρόνο. Ωστόσο, πριν υλοποιήσει τα σχέδιά της πεθαίνει (270 π.Χ). Ο προκύπτων Χρεμωνίδειος πόλεμος έληξε με νίκη για τον Αντίγονο και συμμαχία μεταξύ του Αντιγόνου και του Αντιόχου εναντίον του Πτολεμαίου.

Β’ Συριακός πόλεμος (260 – 255 π.Χ)

Ο Β’ Συριακός πόλεμος, είναι ο ελλιπέστερος εξ’ όλων των πολέμων της Ελληνιστικής περιόδου, όσον αφορά στην ιστορική τεκμηρίωση. Τα αίτια έναρξης είναι ασαφή και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει τεκμηριωμένη καταγραφή των γεγονότων. Υπάρχει ακόμη και κάποια αβεβαιότητα ως προς την ημερομηνία της κύριας μάχης του πολέμου. Γνωρίζουμε ποια ήταν τα αποτελέσματα του πολέμου και υπάρχει καταγραφή ορισμένων γεγονότων. Αυτά τα γεγονότα υποδηλώνουν ότι ήταν ένας μεγάλος πόλεμος, που αφορούσε στα τρία από τα κύρια διάδοχα κράτη – Μακεδονία, Αίγυπτο και την αυτοκρατορία των Σελευκιδών -με θέατρο μαχών την Μικρά Ασία, το Αιγαίο, την Συρία, την Βόρεια Αφρική και ενδεχομένως την Ελλάδα.

Σε αποτέλεσμα του Α’ Συριακού πολέμου, ο Πτολεμαίος Β’ Φιλαδελφος είχε κερδίσει την κατοχή μεγάλων τμημάτων στα Μικρασιατικά παράλια, δίνοντας στην Αίγυπτο μια ισχυρή βάση στο Αιγαίο. Αυτές οι νίκες επετεύχθησαν σε μεγάλο βαθμό σε βάρος του Αντιόχου Α’ της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, ο οποίος πέθανε το 261 π.Χ και τον διαδέχθηκε ο νεότερος γιος του, Αντίοχος Β’ Θεός. Ο Β’ Συριακός πόλεμος μπορεί να ξεκίνησε ως μια προσπάθεια του Αντιόχου Β΄ να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη.

Ο Πτολεμαίος Β΄, εικόνα χαραγμένη σε κόκκινο γρανίτη, μουσείο Μπρούκλιν
Ο Πτολεμαίος Β΄, εικόνα χαραγμένη σε κόκκινο γρανίτη, μουσείο Μπρούκλιν

Μια άλλη πιθανή αιτία ήταν η εξέγερση από τον Πτολεμαίο, τον γιό του Λυσιμάχου και της Αρσινόης και θετό γιο του Πτολεμαίου Β’, ο οποίος διεκδικούσε τον θρόνο της Μακεδονίας, ελπίζοντας στην βοήθεια του Πτολεμαίου, αλλά το 260 π.Χ ήταν πλέον βέβαιο ότι αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί. Ως αντίδραση ο Πτολεμαίος επαναστάτησε εναντίον του Πτολεμαίου Β’ από μια βάση στην Έφεσο. Αρχικά ο Αντίοχος επικροτεί την εξέγερση και στέλνει στον Πτολεμαίο μια δύναμη Θρακικού στρατού και πιθανώς την υποστήριξη του διοικητή της Μιλήτου, ο οποίος ονομαζόταν Τίμαρχος και ήταν Αιτωλικής καταγωγής. Φαίνεται όμως ότι ο Πτολεμαίος και ο Τίμαρχος σύντομα ξέφυγαν από κάθε έλεγχο. Ο Πτολεμαίος δολοφονήθηκε, πιθανώς το 259 π.Χ και ο Αντίοχος κατέλαβε την Έφεσο. Ο Τίμαρχος στη συνέχεια αυτοανακηρύχθηκε τύραννος της Μιλήτου και ο Αντίοχος αναγκάζεται να βαδίσει κατά του Τιμάρχου, τον οποίον καθαιρεί το 258 π.Χ και αποκαθιστά το καθεστώς της Μιλήτου. Οι κα΄τοικοι κατόπιν από ευγνωμοσύνη του προσέδωσαν το προσωνύμιο Θεός

Αντίοχος Β' Θεός
Αντίοχος Β’ Θεός

Η κύρια μάχη του πολέμου ήταν μια ναυμαχία στην Κω, περί το 258 π.Χ. Ο Πτολεμαίος είχε τον ισχυρότερο στόλο και ήταν σε συμμαχία με την Ρόδο, την ισχυρότερη ναυτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο.

Ανησυχώντας από την επιθετικότητα του Πτολεμαίου, η Ρόδος αποφάσισε να τεθεί στο πλευρό του Αντιόχου και του Αντιγόνου. Ο στόλος της συμμετείχε στην κατάληψη της Εφέσου και στην ναυμαχία της Κω, η οποία διεξήχθη μεταξύ του Αιγυπτιακού και του Μακεδονικού στόλου, που στην πραγματικότητα ήταν υπό τις διαταγές του βασιλέα Αντιγόνου Β’. Η ημερομηνία της μάχης δεν είναι απολύτως ασφαλής, αλλά είναι βέβαιο ότι διεξήχθη κατά τη διάρκεια των Ισθμίων, τα οποία ελάμβαναν χώρα κάθε δύο χρόνια, προσδιοριζόμενη περί το 258 ή 256 π.Χ. Η Αίγυπτος είχε τον μεγαλύτερο στόλο, αλλά οι Μακεδόνες είχαν καλύτερη τακτική και κέρδισαν μια σημαντική νίκη.

Με την Αιγυπτιακή ναυτική κυριαρχία να έχει εξουδετερωθεί, ο Αντίγονος και ο Αντίοχος είχαν προβάδισμα στον πόλεμο. Ο Αντίοχος ήταν σε θέση να ανακτήσει τα περισσότερα από εδάφη που έχασε στον Α’ Συριακό πόλεμο στη Μικρά Ασία (απωθώντας τον Πτολεμαίο από την Κιλικία και Παμφυλία, καθώς και την βόρεια Φοινίκη μέχρι την Σιδώνα). Ο Αντίγονος απέκτησε τον έλεγχο των νήσων, αν και ο Πτολεμαίος διατήρησε την Θήρα (Σαντορίνη).

Η ειρήνη μεταξύ Αντιόχου και Πτολεμαίου εδραιώθηκε σύντομα με έναν γάμο μεταξύ του Αντιόχου και της κόρης του Πτολεμαίου της Βερενίκης της Σύρας. Για να γίνει αυτό όμως ο Αντίοχος έπρεπε προηγουμένως να αποκηρύξει την πρώτη του σύζυγο, Λαοδίκη. Αυτό οδήγησε σύντομα σε καταστροφή. Το 247 π.Χ ο Αντίοχος πέθανε και τον ακολούθησε το 246 π.Χ ο Πτολεμαίος Β’. Τότε η Βερενίκη και η Λαοδίκη διεκδίκησαν τον θρόνο των Σελευκιδών για τον γιο τους. Ο Πτολεμαίος Γ΄ παρενέβη υπέρ της αδελφής του, αλλά δολοφονήθηκε στη συνέχεια από τους υποστηρικτές της Βερενίκης. Το αποτέλεσμα ήταν ο Γ’ Συριακός πόλεμος.

Γ’ Συριακός πόλεμος (Λαοδίκειος πόλεμος) (246 -241 π.Χ)

Ο Γ’ Συριακός πόλεμος αφορούσε στον έλεγχο της Συρίας και των ακτών της Μικράς Ασίας και ορισμένα γεγονότα επρόκειτο να φέρουν πιο κοντά τις δύο αυτοκρατορίες. Μετά τον Β’ Συριακό πόλεμο, ο αυτοκράτορας των Σελευκιδών Αντίοχος Β’ είχε παντρευτεί την Βερενίκη, κόρη του Πτολεμαίου Β’. Για να γίνει αυτό είχε να αποκηρύξει την πρώτη του σύζυγο, Λαοδίκη (εξ’ ου και Λαοδίκειος πόλεμος). Η Λαοδίκη και τα παιδιά τους στάλθηκαν στην Έφεσο, ενώ η Βερενίκη την αντικατέστησε στην αυτοκρατορική αυλή γεννώντας έναν γιο.

Ο χωρισμός μεταξύ Λαοδίκης και Αντιόχου δεν ήταν ολοκληρωτικός……..το 247 π.Χ ο Αντίοχος πέθανε ενώ την επισκεπτόταν στην Έφεσο, ενώ ο αδελφός της Αλέξανδρος παρέμεινε στρατηγός της Λυδίας. Στον απόηχο του θανάτου του Αντιόχου, η Λαοδίκη ισχυρίστηκε ότι είχε ονομάσει τον γιο της Σέλευκο Β’, ως κληρονόμο του.

Χρυσό οκτάδραχμο του Πτολεμαίου Γ', το οποίο εξέδωσε ο γιος του, Πτολεμαίος Δ', προς τιμήν του θεοποιημένου πατέρα του.
Χρυσό οκτάδραχμο του Πτολεμαίου Γ’, το οποίο εξέδωσε ο γιος του, Πτολεμαίος Δ’, προς τιμήν του θεοποιημένου πατέρα του.

Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα πεθαίνει ο Πτολεμαίος Β’ και τον διαδέχεται ο γιος του Πτολεμαίος Γ΄ο Ευεργέτης αδελφός της Βερενίκης Φερνοφόρου. Ενώ η Λαοδίκη ήταν ισχυρή στη Μικρά Ασία, η Βερενίκη φαίνεται ότι διατηρούσε την επιρροή στην Αντιόχεια. Μια Αιγυπτιακή δύναμη προερχόμενη από την κοντινή Κύπρο αποβιβάζεται στην Σελεύκεια, το λιμάνι της Αντιόχειας, στη συνέχεια κατευθύνεται στην πρωτεύουσα των Σελευκιδών και μια εμπροσθοφυλακή φτάνει στην Αντιόχεια, αλλά δεν κατορθώνει να εμποδίσει τη δολοφονία της Βερενίκης και του γιού της από τους υποστηρικτές της Λαοδίκης.

Ο Πτολεμαίος Γ΄ καθυστερημένα καταφθάνει στην περιοχή κατορθώνοντας να κρατήσει το θάνατο της Βερενίκης μυστικό για κάποιο χρονικό διάστημα και καταλαμβάνει την Αντιόχεια, φτάνοντας το 246 π.Χ ως την Σελεύκεια στον ποταμό Τίγρη. Η ταχεία προέλαση του μέσα από την καρδιά της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών δείχνει ότι πιθανώς δεν συνάντησε αντίσταση, ενώ ταυτόχρονα υποκρινόταν ότι ενεργούσε στο όνομα της Βερενίκης.

Αυτές οι κατακτήσεις όμως ήσαν πρόσκαιρες. Το 245 π.Χ ο Πτολεμαίος Γ΄ έπρεπε να επιστρέψει στην Αίγυπτο για να αντιμετωπίσει μια εξέγερση στο Δέλτα του Νείλου. Τελικά διαρρέει η είδηση του θανάτου της Βερενίκης και αρχίζει η αμφισβήτηση στον πρόσωπό του.

Ο Σέλευκος Β’ λέγεται ότι διέσχισε τον ποταμό Ταύρο το 244 π.Χ και σε μικρό χρονικό διάστημα ανέκτησε το ανατολικό τμήμα του, το οποίο ενέταξε στην αυτοκρατορία. Η Αντιόχεια και η Δαμασκός ανακτήθηκαν σύντομα, αλλά η Σελεύκεια στην Πιερία παρέμεινε υπό Αιγυπτιακή κατοχή μέχρι το τέλος του πολέμου.

Η Αίγυπτος είχε μεγαλύτερη επιτυχία στη Μικρά Ασία, όπου μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον στόλο αποτελεσματικά. Η αντιπολίτευση εκεί καθοδηγείτο από τον ετεροθαλή αδερφό του Σέλευκου τον Αντίοχο Ιέρακα (Γεράκι) που είχε αναγορευθεί αντιβασιλέας των κτήσεων στη Μικρά Ασία όταν ο Σέλευκος επέστρεψε στη Συρία. Αυτός όμως δεν ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικός κατά των Αιγυπτίων, αφού τελείωσε τον πόλεμο, με την κατοχή της νότιας Ιωνίας και πιθανώς της Καρίας και Λυκίας. Η ακριβής έκταση των κατακτήσεων της Αιγύπτου κατά τον Γ’ Συριακό πόλεμο είναι ασαφής λόγω ελλείψεων λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με το Β’ Συριακό πόλεμο, γεγονός που καθιστά δύσκολη την επαλήθευση των εδαφών που κατακτήθηκαν και αυτών που παρέμειναν απλώς υπό Αιγυπτιακή κατοχή.

Ο πόλεμος τελείωσε το 241 π.Χ. Ο Σέλευκος πιθανώς επεδίωξε την ειρήνη, προκειμένου να αντιμετωπίσει άλλα προβλήματα. Ο Αντίοχος Ιέραξ είχε εγκατασταθεί ως ανεξάρτητος ηγεμών και τώρα διεκδικούσε ολόκληρη την αυτοκρατορία (ο προκύψας εμφύλιος πόλεμος είναι γνωστός ως ο πόλεμος των Αδελφών). Στην ανατολή η Βακτριανή – Σογδιανή σατραπεία επρόκειτο να εγκαταλείψει λόγω των Μακεδόνων σατραπών, που θεωρούσαν ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις επιδρομές των νομάδων, εφόσον παρέμεναν ανεξάρτητοι και αυτόνομοι.

Η αχανής αυτοκρατορία των Σελευκιδών κινδύνευε να διαλυθεί. ……………..συνεχίζεται

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s