Η ναυμαχία – μάχη της Μυκάλης (27 Αυγούστου 479 π.Χ)

Ταυτόχρονα (27 Αυγούστου 479 π.Χ) με την ήττα στις Πλαταιές οι Πέρσες υπέστησαν άλλη μια ήττα στη Μυκάλη της Ιωνίας. Ενώ ο Ελληνικός στόλος υπό τις διαταγές του Σπαρτιάτη Λεωτυχίδη, βρισκόταν στη Δήλο, έφτασαν από τη Σάμο τρεις άνδρες με ένα μήνυμα· οι άνδρες αυτοί ήταν ο Λάμπων, υιός του Θρασυκλή, ο Αθηναγόρας, υιός του Αρχεστρατίδη, και ο Ηγησίστρατος, υιός του Αρισταγόρα, οι οποίοι είχαν σταλεί από τους Σαμίους κρυφά από τους Πέρσες και το Θεομήστορα υιό του Ανδροδάμαντα, τον οποίο είχαν ορίσει οι Πέρσες ως τύραννο. Αυτοί λοιπόν παρουσιάστηκαν στους διοικητές του στόλου κι ο Ηγησίστρατος έκανε έκκληση με κάθε είδους επιχειρήματα, δηλώνοντας ότι η θέα και μόνο του ελληνικού ναυτικού θα ήταν αρκετή ενθάρρυνση, για να εξεγερθούν οι Ίωνες και οι Πέρσες δε θα τολμούσαν να αντισταθούν, ή αν το έκαναν, θα έδιναν στους Έλληνες ένα έπαθλο πιο πολύτιμο απ’ οποιοδήποτε είχαν ελπίδα να κερδίσουν ποτέ. Κατόπιν στο όνομα όλων των κοινών θεών, τους παρότρυνε να σώσουν τους Ίωνες, που είχαν ίδιο αίμα μ’ αυτούς, από τη σκλαβιά και να διώξουν τον ξένο. Και πρόσθεσε: «Θα είναι αρκετά εύκολο, διότι τα περσικά πλοία είναι αδέξια και πολύ κατώτερα από τα δικά σας. Επιπλέον, αν μας υποψιάζεστε για προδότες, είμαστε πρόθυμοι να σας παραδοθούμε ως όμηροι και να πλεύσουμε μαζί σας».

Καθώς ο ξένος από τη Σάμο εξακολουθούσε να τους πιέζει με την έκκλησή του, ο Λεωτυχίδης, είτε από θεϊκή συντυχία, είτε επειδή πραγματικά περίμενε ότι η απάντηση μπορεί να ήταν κάποιος οιωνός, τον ρώτησε το όνομά του. Κι εκείνος απάντησε «Ηγησίστρατος». Οπότε ο ναύαρχος δεν τον άφησε να συνεχίσει και φώναξε: «Σάμιε φίλε μου, δέχομαι τον οιωνό. Και τώρα, πριν φύγεις εσύ και οι δύο σύντροφοί σου, δώστε μας μια εγγύηση ότι θα έχουμε την αμέριστη υποστήριξη του λαού της Σάμου».

Αμέσως με τα λόγια προχώρησε στις πράξεις. Έτσι υπαγορεύτηκε ο όρκος· οι Σάμιοι τον έδωσαν αμέσως κι έγινε μια προφορική συμφωνία αμοιβαίας υποστήριξης. Οι δύο ξένοι έφυγαν και μετά ο Ηγησίστρατος, διατάχθηκε να πλεύσει με τον ελληνικό στόλο, αφού ο Λεωτυχίδης πίστευε ότι το όνομά του ήταν καλός οιωνός.

Μόλις οι οιωνοί από τις θυσίες φάνηκαν ευνοϊκοί, ο ελληνικός στόλος ξεκίνησε από τη Δήλο κι έπλευσε για τη Σάμο. Εδώ τα πλοία άραξαν κοντά στους Καλάμους— όπου υπάρχει το Ηραίο— κι άρχισαν να προετοιμάζονται για τη ναυμαχία. Οι Πέρσες, μόλις πληροφορήθηκαν την προσέγγισή τους, έδιωξαν τους Φοίνικες κι οι ίδιοι τράπηκαν με τα πλοία σε φυγή προς την ασιατική ακτή, διότι είχαν αποφασίσει μετά από συζήτηση, ότι αφού δεν ήταν αντάξιος αντίπαλος του ελληνικού στόλου, το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν ν’ αποφύγουν την αναμέτρηση. Έτσι έπλευσαν στη Μυκάλη, όπου θα είχαν την υποστήριξη των στρατευμάτων που σύμφωνα με διαταγές του Ξέρξη, είχαν αποσπαστεί από το κύριο σώμα του στρατού για να φρουρούν την Ιωνία. Αυτή η δύναμη είχε εξήντα χιλιάδες άνδρες και είχε στρατηγό τον Τιγράνη, τον πιο ευπαρουσίαστο άνδρα στον περσικό στρατό. Το σχέδιό τους ήταν να σύρουν τα πλοία στην ακτή, υπό την προστασία αυτού του στρατεύματος, και να χτίσουν ένα αμυντικό οχυρό γύρω τους, μέσα στο οποίο θα κατέφευγαν κι οι ίδιοι εφόσον υποχρεώνονταν από τον εχθρό. Έχοντας υπ’ όψιν αυτό το σχέδιο απέπλευσαν.

Αφού πέρασαν τον ναό των Ποτνίων, έφτασαν στη Γαίσωνα και στον Σκολοπόεντα της Μυκάλης όπου υπάρχει ναός αφιερωμένος στην Ελευσίνια Δήμητρα. Ο ναός είχε χτισθεί από τον Φίλιστο, υιό του Πασικλή, όταν συνόδευσε τον Νειλέα, υιό του Κόδρου, στην επιχείρηση για την ίδρυση της Μιλήτου. Εκεί έσυραν τα πλοία τους στην ξηρά κι ύψωσαν τείχος από πέτρες και ξύλα γύρω τους, κόβοντας τα οπωροφόρα δέντρα της περιοχής προσθέτοντας γύρω και πασσάλους και ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την πολιορκία.

Οι Έλληνες θύμωσαν, όταν ανακάλυψαν ότι οι Πέρσες είχαν φύγει για τα ηπειρωτικά, και δίστασαν για λίγο ν’ αποφασίσουν αν έπρεπε να γυρίσουν στην πατρίδα τους ή να πλεύσουν προς τον Ελλήσποντο. Τελικά κατέληξαν να ξεκινήσουν για την ήπειρο. Όλα τα απαραίτητα για ναυμαχία και οι αποβάθρες ήταν σε ετοιμότητα και ο Ελληνικός στόλος κατευθύνθηκε προς τη Μυκάλη. Κανένα εχθρικό πλοίο βγήκε να τους αντιμετωπίσει καθώς πλησίαζαν το στρατόπεδο. Λίγο μετά είδαν ότι όλα τα πλοία ήταν αραγμένα στην παραλία, προστατευμένα μέσα σε τείχος, και ότι ισχυρή δύναμη στρατού περίμενε συγκεντρωμένη στην ξηρά. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ο Λευτυχίδης πλησίασε όσο μπορούσε με το πλοίο του στην παραλία και καθώς περνούσε, έβαλε έναν κήρυκα να φωνάξει την ακόλουθη έκκληση στους Ίωνες: «Άνδρες της Ιωνίας, αν μ’ ακούτε, προσέξτε τι έχω να σας πω. Οι Πέρσες έτσι κι αλλιώς δεν θα καταλάβουν τίποτα. Όταν αρχίσει η μάχη θυμηθείτε όλοι σας την ελευθερία και το σύνθημά μας……….“Ήρα”. Όσοι μ’ ακούσατε πρέπει να μεταφέρετε το μήνυμά μου σ’ αυτούς που δεν άκουγαν». Αυτή η ενέργεια είχε ως σκοπό, είτε οι Πέρσες να μην μάθαιναν τι τους είπε και οι Ίωνες να τολμούσαν να ακολουθήσουν τη συμβουλή του, ή τα λόγια του να μεταφράζονταν στους Πέρσες, που μοιραία θα γίνονταν καχύποπτοι απέναντι στους Ίωνες.

Η μάχη

Αμέσως μετά από την έκκληση του Λεωτυχίδη, οι Έλληνες προσάραξαν τα πλοία τους στην ακτή κι οι άνδρες παρατάχθηκαν στην παραλία. Η πρώτη ενέργεια των Περσών, όταν είδαν τους Έλληνες να ετοιμάζονται για τη μάχη με παραινέσεις μάλιστα προς τους Ίωνες, ήταν να αφοπλίσουν τους Σαμίους, τους οποίους υποπτεύονταν για συμπάθεια προς το Ελληνικό ζήτημα· πράγματι, όταν μερικοί Αθηναίοι, πιάστηκαν από τους άνδρες του Ξέρξη, και μεταφέρθηκαν στα Περσικά πλοία αιχμάλωτοι, οι Σάμιοι τους ελευθέρωσαν και τους έστειλαν πίσω στην Αθήνα με προμήθειες για το ταξίδι τους. Το γεγονός ότι είχαν σώσει πεντακόσιους εχθρούς του Ξέρξη ήταν ο κυριότερος λόγος της καχυποψίας των Περσών. Μετά ο Πέρσης διοικητής διέταξε τους Μιλησίους να φρουρούν τα περάσματα που οδηγούν στα βουνά της Μυκάλης — φαινομενικά επειδή οι Μιλήσιοι γνώριζαν την περιοχή της χώρας τους αλλά στην πραγματικότητα για να τους απομακρύνει όσο γινόταν από το πεδίο της μάχης. Κατόπιν αφού έλαβαν αυτές τις προφυλάξεις ενάντι στους Ίωνες που υποψιάζονταν, άρχισαν να παίρνουν θέσεις μάχης —σε αμυντική παράταξη προστατευόμενοι πίσω από φράγμα από ασπίδων.

Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, κινήθηκαν ενάντια στον εχθρό αμέσως μόλις ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες τους. Στη διάρκεια της προέλασής τους, βρήκαν στην παραλία το σκήπτρο ενός κήρυκα και ταυτόχρονα, κυκλοφόρησε στις γραμμές η φήμη ότι οι Έλληνες είχαν νικήσει τον Μαρδόνιο στη Βοιωτία. Είναι πολλά τα γεγονότα που με ωθούν να πιστέψω ότι θεϊκό χέρι επεμβαίνει συχνά στις ανθρώπινες υποθέσεις, διότι πώς αλλιώς εξηγείται ότι η ήττα των Περσών στη Μυκάλη συνέβη την ίδια ακριβώς μέρα με την πανωλεθρία τους στις Πλαταιές, ή ότι μια τέτοια φήμη κυκλοφόρησε στους Έλληνες, δίνοντας σε όλους τους άνδρες διπλάσιο θάρρος και αποφασιστικότητα να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για την πατρίδα τους.

Άλλη μια παράξενη σύμπτωση συνέβη……..και οι δύο μάχες δόθηκαν κοντά σε ναούς της Ελευσίνιας Δήμητρας — αφού όπως ανέφερα ήδη και η μάχη των Πλαταιών έγινε πολύ κοντά στο Δημήτριο και το ίδιο ακριβώς συνέβη και στη Μυκάλη. Επιπλέον, η φήμη ότι οι άνδρες του Παυσανία είχαν νικήσει στις Πλαταιές ήταν απόλυτα ορθή, διότι η μάχη των Πλαταιών έγινε νωρίς το πρωί, ενώ η συμπλοκή στη Μυκάλη δεν έλαβε χώρα παρά το απόγευμα. Η σύμπτωση της ημερομηνίας και του μήνα αποδείχθηκε, όταν υπολόγισαν τις ημέρες προς τα πίσω λίγο αργότερα. Προτού πάρουν την αναφορά από τις Πλαταιές, οι άνδρες ανησυχούσαν πολύ, όχι τόσο για τους εαυτούς τους όσο για την τύχη των συμπατριωτών τους που θα αντιμετώπιζαν το Μαρδόνιο· μόλις, όμως έμαθαν τα ευχάριστα νέα, άρχισαν την επίθεση με πολύ υψηλότερο ηθικό και ζωηρό βηματισμό. Έτσι και οι δύο αντίπαλοι ανυπομονούσαν να συγκρουσθούν, γνωρίζοντας ότι αντικειμενικός σκοπός της αναμέτρησης ήταν ο έλεγχος του Ελλησπόντου και των νησιών του Αιγαίου.

Οι Αθηναίοι μαζί με αυτούς που ήταν παραταγμένοι δίπλα τους, σχεδόν μέχρι το κέντρο, βάδιζαν κατά μήκος της παραλίας, σε επίπεδο έδαφος, ενώ ο δρόμος των Λακεδαιμονίων κι αυτών δίπλα τους ανέβαινε κι έκλεινε από ψηλά βουνά. Κατά συνέπεια, οι Αθηναίοι είχαν εμπλακεί ήδη στη μάχη, όσο οι Λακεδαιμόνιοι έκαναν ακόμα τον κύκλο. Οι Πέρσες, όσο έμεναν ανέπαφα τα άκρα, απωθούσαν με επιτυχία όλες τις επιθέσεις και δεν ήταν σε τόσο δύσκολη θέση· από τη στιγμή, όμως, που οι Αθηναίοι και οι μονάδες που πολεμούσαν μαζί τους, προτιμώντας να αποσπάσουν οι ίδιοι τη δόξα της μάχης παρά να την παραχωρήσουν στους Σπαρτιάτες, έδωσαν το σύνθημα κι έγιναν πιο τολμηροί, όλα άλλαξαν. Έσπασαν την αμυντική γραμμή των ασπίδων και ξεχύθηκαν πάνω στον εχθρό με μια γενική επίθεση. Η αλήθεια είναι ότι προς στιγμή οι Πέρσες κατάφεραν να συγκρατήσουν την επίθεση, αλλά στο τέλος αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν πίσω από την ασφάλεια του οχυρού τους. Οι Αθηναίοι και με τη σειρά που ήταν παρατεταγμένοι οι άνδρες της Κορίνθου, της Σικυώνας και της Τροιζήνας, κατόρθωσαν να εισβάλουν πίσω ακριβώς από τον εχθρό. Αυτό ήταν το τέλος – διότι μόλις έπεσε το τείχος, ο εχθρός δεν προέβαλε άλλη αξιόλογη αντίσταση – αντίθετα όλοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή, εκτός από τους ίδιους τους Πέρσες, οι οποίοι σε άτακτες ομάδες, συνέχισαν να πολεμούν ενάντια στους Έλληνες που ακόμα εισέρρεαν στο οχυρό από την παραλία. Από τους Πέρσες ναυάρχους σώθηκαν μόνο δύο, ο Αρταΰντης, και ο Ιθαμίτρης, ενώ ο Μαρδόντης κι ο διοικητής του στρατού, Τιγράνης, σκοτώθηκαν στη μάχη.

Οι Λακεδαιμόνιοι έφτασαν με το υπόλοιπο στράτευμα που τους συνόδευε, ενώ οι Περσικές μονάδες αντιστέκονταν ακόμα, δίνοντάς τους έτσι την ευκαιρία να συμμετάσχουν κι αυτοί στην υπόλοιπη μάχη. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν επίσης σημαντικές, κυρίως ανάμεσα στους Σικυωνίους, των οποίων ο στρατηγός Περίλεως σκοτώθηκε. Οι Σάμιοι, που υπηρετούσαν υπό τις διαταγές των Μήδων και είχαν αφοπλιστεί νωρίτερα, βλέποντας από την αρχή ότι η έκβαση της μάχης ήταν αμφίβολη έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να βοηθήσουν τους Έλληνες – οι υπόλοιποι Ίωνες, ακολουθώντας το παράδειγμα τους στράφηκαν εναντίον των Περσών διοικητών τους.

Οι Μιλήσιοι, όπως αναφέρθηκε είχαν διαταχθεί να φρουρούν τα ορεινά περάσματα, ως μέτρο προφύλαξης των Περσών, οι οποίοι ήθελαν να έχουν οδηγούς που θα τους πήγαιναν σε ασφαλέστερα εδάφη, στην περίπτωση που θα είχαν μια κακοτυχία όπως αυτή που τους συνέβη. Παράλληλα, τους είχε ανατεθεί αυτός ο ρόλος και για έναν άλλο λόγο, δηλαδή να τους εμποδίσει να προκαλέσουν προβλήματα στον περσικό στρατό· αυτό που έκαναν στην πράξη ήταν ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι τους είχαν διατάξει· διότι όταν οι Πέρσες προσπαθούσαν να διαφύγουν, τους οδήγησαν σε λάθος δρόμο, από μονοπάτια που τους έφερναν ξανά αντιμέτωπους με τον εχθρό και τελικά πήραν μέρος στη σφαγή και αποδείχτηκαν οι χειρότεροι εχθροί τους. Έτσι αυτή η μέρα έφερε τη δεύτερη στάση των Ιώνων ενάντια στην Περσική κυριαρχία.

Σ.Σημ. Η νίκη των Ελλήνων στη Μυκάλη είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Ιωνίας από τον Περσικό ζυγό και την προστασία των έναντι της Ιωνίας νήσων των Αιγαίου.

Πηγές   

1. Ηροδότου Ιστορίαι, βιβλίο Θ’ Καλλιόπη
2. Απόδοση στα νεοελληνικά από το βιβλίο «Οι Έλληνες» των εκδόσεων Οδυσσέα Χατζόπουλου.
3. http://www.hellinon.net/

One Comment Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s