εξώφυλλο: Η Έξοδος του Μεσολογγίου σε πίνακα του Θεόδωρου Βρυζάκη στην Εθνική Πινακοθήκη στον οποίο φαίνονται οι γέφυρες που κατασκεύασε ο Μιχαήλ ΚοκκίνηςTheodoros Vryzakis, Public domain, via Wikimedia Commons
συγγραφή – επιμέλεια: Δημήτριος Σχορτσανίτης
Οι Μεσολογγίτες, με την κήρυξη της Επανάστασης στην πόλη τους (20 Μαΐου 1821) αντιλαμβανόμενοι την επείγουσα ανάγκη οχύρωσής της και πρωτοστατούντος του εκλεγμένου αρχηγού των «Εντοπίων Αρμάτων» Αθανασίου Ραζηκότσικα, προέβησαν από την 1η Ιουνίου 1821 έως 8 Αυγούστου του ιδίου έτους στην κατασκευή πρόχειρης οχύρωσης, η οποία περιέβαλε την πόλη από βορρά και ανατολή. Ας ληφθεί υπ’ όψη ότι οι Μεσολογγίτες κατασκεύασαν αυτήν την οχύρωση χωρίς οικονομική ενίσχυση από την Κεντρική Διοίκηση, αλλά με εράνους μεταξύ τους και προσωπική εργασία σύμπαντος του πληθυσμού. Η ολοκλήρωση της οχύρωσης από τον Χιώτη τειχοποιό Μιχαήλ Π. Κοκκίνη το 1824 παρά τις μεγάλες δυσκολίες, χαρακτηρίστηκε ως ένα θαύμα που ενίσχυσε την θέληση των Μεσολογγιτών για τον αγώνα.

Η εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά που τυπωνόταν στην πόλη περιγράφει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε:
«Eυφραίνεται η ψυχή ενός Έλληνος, όταν πλησιάζη εις τα τείχη του Mεσολογγίου. Πόσαι ιδέαι του διεγείρονται εις τον νουν, όταν βλέπη εξ οργυιάς χανδάκι να κατασταίνη νησί το Mεσολόγγι, εκεί όπου προ δύο χρόνων δεν ήτο παρά εν ασύμμετρον αυλάκι, το οποίον ημπορούσε να πηδήση ένας άνθρωπος! Όταν βλέπη κανονιοστάσια λιθόκτιστα με πέντε και δέκα κανόνια το καθένα εκεί όπου δεν ήταν παρά πεντέξη πλίνθοι κολλημένοι ένας επάνω εις τον άλλον, πεντέξη πέτρες μια επάνω εις την άλλην και μερικές κόφες με χώμα!
Ποίος μονάρχης επρόσταξε, ποίος βασιλικός θησαυρός εξώδευσε δια να γίνη αυτό το τόσον αναγκαίον, το τόσον σωτηριώδες εις την Eλλάδα έργον; Όποιος ξένος εμβαίνει εις την πόλιν, ερωτά και τον αποκρίνονται: H κοινή θέλησις, από το ένα μέρος, και τα κοινά εισοδήματα, ενωμένα με τας αυτοπροαιρέτους συνεισφοράς ολίγων φιλογενών, από το άλλο, ωχύρωσαν, καθώς βλέπεις, το Mεσολόγγι»
Το τείχος της Α΄ Πολιορκίας
Πριν την επανάσταση του 1821 το Μεσολόγγι ήταν μια ατείχιστη πεδινή πολιτεία στον εδαφικό βραχίονα που σχηματίζεται μεταξύ της ομώνυμης λιμνοθάλασσας και της λιμνοθάλασσας της Κλεισόβας. Εδαφικά η βορινή πλευρά της πόλης διέθετε ελεύθερη πρόσβαση με την ενδοχώρα και μπορούσε να καταληφθεί με ιδιαίτερη ευκολία από οποιαδήποτε εχθρική προσβολή. Η σημαία της επανάστασης υψώθηκε στην πόλη στις 20 Μαΐου 1821, ενώ οι κάτοικοι της πόλης εξέλεξαν ως πολιτικό και στρατιωτικό αρχηγό τους τον ευφυέστατο Αθανάσιο Ραζή – Κότσικα πραγματοποιώντας παράλληλα έρανο για την κατασκευή ενός οχυρώματος για την προστασία της ελευθερίας τους. Ως πρώτο μέλημα των κατοίκων και παρά τις αντίθετες απόψεις του Μαυροκορδάτου ανοίχτηκε μια ημικυκλική τάφρος (μήκους 1600 μέτρων – πλάτους 3 μέτρων – βάθους 1,5 μέτρου)1 η οποία γέμισε με νερό από την ένωση των λιμνών της Κλείσοβας και της Πλώσταινας. Παράλληλα το χώμα της εκσκαφής τοποθετήθηκε στο πρανές της τάφρου προς την πόλη, δημιουργώντας ένα χωμάτινο ανάχωμα ύψους 2,5 μέτρων, πάνω στο οποίο θεμελιώθηκε ένα πέτρινο τείχος με τυφεκιοθυρίδες και εξοπλισμένο με 14 παλιά κανόνια.
Με το τέλος της πρώτης πολιορκίας (25 Οκτωβρίου έως 31 Δεκεμβρίου 1822) και την αποτυχία του Ομέρ Βρυώνη να καταλάβει το Μεσολόγγι, τον Φεβρουάριο του 1823 έφτασε στην πόλη ο Χιώτης μηχανικός – τειχοποιός Μιχαήλ Πέτρου Κοκκίνης. Αν και δεν υφίστανται επαρκή στοιχεία για τα πρώτα χρόνια της ζωής του, γνωρίζουμε ότι μιλούσε πέντε γλώσσες (Ελληνικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά και Ρουμανικά), ενώ σπούδασε στρατιωτικός μηχανικός κατά πάσα πιθανότητα στην Γαλλία2. Το 1810 βρέθηκε στη Bλαχία στην Ανώτερη Ελληνική Σχολή του Βουκουρεστίου να διδάσκει μαθηματικά, γεωδαισία, σχέδιο και Γερμανικά, ενώ εντάχθηκε στην Φιλική Εταιρεία λαμβάνοντας μέρος στην επανάσταση του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Με την άφιξη του στο Μεσολόγγι και κατόπιν εντολής του Μαυροκορδάτου, ο Κοκκίνης ξεκίνησε τη μελέτη για την ενίσχυση της οχύρωσης με βοηθό τον Μεσολογγίτη αρχιτέκτονα Σταύρο Κουτζούκη.

Σχεδίαση & κατασκευή της νέας οχύρωσης
Η κατασκευή της νέας οχύρωσης ξεκίνησε την 7 Μαρτίου 1823 ακολουθώντας τα χνάρια της παλιάς οχύρωσης στο βόρειο τομέα και αποκλίνοντας στο νότιο τομέα κατά 200 βήματα από την πόλη για την μείωση της περιμέτρου της οχύρωσης. Στο Νότιο τμήμα δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό ένα κενό μεταξύ παλιάς και νέας οχύρωσης εμβαδού περίπου 64.000 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο κατά την διάρκεια της εξόδου. Σε αντίθεση με την παλαιότερη ημικυκλική διάταξη, ο Κοκκίνης χρησιμοποιώντας τις εξελίξεις της οχυρωματικής τέχνης σχεδίασε τον οχυρωματικό περίβολο με γνώμονα την δημιουργία προβόλων ως ένα κανονικό επτάγωνο, ονομάζοντας με ενθουσιασμό Ελληνικό Επτάγωνο αριθ. 1 το σχέδιο των οχυρώσεών του.
Κατά την εκτέλεση των εργασιών ανέκυψαν δυσκολίες κυρίως λόγω απειρίας των τεχνητών, των εδαφικών ανωμαλιών και της ανάγκης ενσωμάτωσης εντός των τειχών των εκκλησιών του Αγίου Νικολάου και της Παναγιάς, οι οποίες τον ανάγκασαν να τροποποιήσει το σχέδιό του δημιουργώντας μικρότερα ευθύγραμμα τμήματα και γωνίες, τα οποία ενισχύθηκαν αρχικά από 18 και μετέπειτα από 23 οχυρωμένους προμαχώνες (ντάπιες)3 διαθέτοντας συνολικά 48 σιδερένια κανόνια και 4 λουμπάρδες (βομβοβόλα). Ο Κοκκίνης έδωσε στους προμαχώνες ονόματα εθνικών ηρώων, φιλελλήνων και επιφανών Ελλήνων και ξένων. Συγκεκριμένα, όπως σημειώνει ο ίδιος οι προμαχώνες από ανατολικά προς τα δυτικά έλαβαν αντίστοιχα τις παρακάτω ονομασίες:
1 – Κανονοστάσιο Σαχτούρης (προς τιμή του Υδραίου ναυάρχου). Ο προμαχώνας αυτός βρισκόταν επί της νησίδας Μαρμαρού στο Βορειοδυτικό άκρο του χερσαίου τείχους.
2 – Βαταρία Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (προς τιμή του γενναίου αρχηγού των Μανιατών που φονεύθηκε κατά την μάχη της Σπλάντζας και τάφηκε στο Μεσολόγγι) αποτελώντας τον δυτικό προμαχώνα του χερσαίου τείχους.
3 – Πύργωμα Κοστσιούσκο (προς τιμή του Άντζεϊ Ταντέους Μποναβεντούρα Κοστσιούσκο ήρωα της Πολωνίας, της Λιθουανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, γνωστού για την συμβολή του τόσο στον αγώνα για την ανεξαρτησία των Η.Π.Α. όσο και στην εξέγερση της Πολωνίας κατά των Ρώσων και Πρώσων το 1794, γνωστή ως η εξέγερση Kουστσιούσκο).
4 – Πύργωμα Γουλιέλμος Tέλλος (προς τιμή του εθνικού ήρωα της Ελβετίας, γνωστού για τη γενναιότητα και την αντίστασή του ενάντια στην τυραννία, αποτελώντας σύμβολο ελευθερίας και ανεξαρτησίας).
5 – Κανονοστάσιο Θόκολυ (προς τιμή του Έμερικ Θόκολυ Ούγγρου ευγενή και στρατιωτικού που ηγήθηκε εξέγερσης εναντίον των Αψβούργων την περίοδο 1678–1685).
6 – Κανονοστάσιο Λόρδος Bύρων (προς τιμή του μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα, ο οποίος πέθανε το 1824 στο Μεσολόγγι, έχοντας χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος των οχυρώσεων της πόλης).
7 – Πύργωμα Φραγκλίνος (προς τιμή του θεμελιωτή της ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής) ή Tερίμπιλι (λόγω των σκληρότατων μαχών που έγιναν εκεί κατά την διάρκεια της πολιορκίας).
8 – Κανονοστάσιο Νόρμαν (προς τιμή του φιλέλληνα Γερμανού στρατηγού Νόρμαν που τραυματίστηκε στη μάχη του Πέτα την 4 Ιουλίου 1822 και απεβίωσε στο Μεσολόγγι).
9 – Πύργωμα Κανονοστάσιο Μιαούλης (προς τιμή του ένδοξου Υδραίου ναυάρχου, ο οποίος ανεφοδίαζε με προμήθειες το Μεσολόγγι).
10 – Κανονοστάσιο Κουτσοναίικων (τοπωνύμιο οικιών).
11 – Πύργωμα Kοραής (προς τιμή του Αδαμάντιου Κοραή σπουδαίου δάσκαλου του Γένους και ιδεολογικού προπάτορα της Επανάστασης) ή Αγίου Νικολάου (από την ομώνυμη εκκλησία που ήταν πλησίον στο τείχος)- .
12 – Προτείχισμα Mάρκος Mπότσαρης (προς τιμή του φονευθέντος το 1823 στρατηγού Μάρκου Μπότσαρη, ο οποίος τάφηκε στο Μεσολόγγι) ή Μεγάλη Ντάπια (η ονομασία προέρχεται από την Τουρκική λέξη tabya και σημαίνει προμαχώνας, οχυρωματικό έργο, πυροβολείο. Η Μεγάλη Ντάπια αποτέλεσε το κυριότερο σημείο άμυνας κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου από τους Οθωμανούς και τους Αιγυπτίους, διαθέτοντας ισχυρά κανόνια που κάλυπταν μεγάλο μέρος της προσπέλασης από ξηρά και λιμνοθάλασσα).

13 – Κανονοστάσιο Ιγνάτιος (προς τιμή του μητροπολίτη Άρτας και πρώην Ουγγροβλαχίας, ο οποίος ανέπτυξε σημαντική δράση και ενίσχυσε οικονομικά το Μεσολόγγι) ή Παναγία (από την ομώνυμη εκκλησία που ήταν κοντά στο τείχος).
14 – Προτείχισμα Mακρής (προς τιμή του ηρωικού αρματολού Δημήτριου Μακρή).
15 – Κανονοστάσιο Kεραυνοβόλος (λόγω του ισχυρού πυρός και της ευστοχίας των πυροβολητών).
16 – Πρόφραγμα Γουλιέλμος της Oράγγης (προς τιμή του ελευθερωτή της Ολλανδίας και μετέπειτα Βασιλέα της Αγγλίας κατόπιν επιθυμίας του λόρδου Μάρρει, ο οποίος διέθεσε 110 χρυσά τάλιρα για την οχύρωση) ή Λο- υνέττα (λόγω του σχήματος της που έμοιαζε με μισοφέγγαρο, η ονομασία προέρχεται από τη Γαλλική λέξη lunette, που σημαίνει «μικρό φεγγάρι»).
17 – Κανονοστάσιο Pήγας (προς τιμή του Ρήγα Φεραίου πρωτοπόρου της ιδέας της ελευθερίας και της επανάστασης στα Βαλκάνια).
18 – Κανονοστάσιο Αντώνιος Kοκκίνης (προς τιμή του θείου και ευεργέτου του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη, ο οποίος κάλυψε τα έξοδα σπουδών του).
19 – Κανονοστάσιο Mονταλεμπέρ (προς τιμή του Μαρκήσιου Μονταλεμπέρ επιφανούς Γάλλου στρατιωτικού μηχανικού, στις αρχές του οποίου ο Κοκκίνης βάσισε την οχύρωση της πόλης).
20 – Κανονοστάσιο Λόρδου Σέφφιλντ (προς τιμή του λόρδου Σέφφιλντ, ο οποίος διέσωσε τον Κοκκίνη και 71 επιπλέον Έλληνες κατά την διάρκεια Αγγλικού ελέγχου στο ταξίδι από την Ιταλία προς την Ελλάδα).
21 – Πύργωμα Σκεντέρμπεης (προς τιμή του γνωστού Αλβανού ήρωα Γεώργιου Καστριώτη, ο οποίος πολέμησε σθεναρά την Οθωμανική αυτοκρατορία).
22 – Πύργωμα Kανάρης (προς τιμή του ένδοξου Ψαριανού ναυάρχου).
23 – Πύργωμα Δρακούλης (προς τιμή του λόγιου καθηγητή Σπυρίδωνα Δρακούλη από την Ιθάκη που δίδασκε στο Βουκουρέστι και που πολέμησε πεθαίνοντας ηρωικά στη μάχη του Δραγατσανίου το 1821, ως μέλος του Ιερού Λόχου).
Εκτός των 23 προμαχώνων του χερσαίου τείχους, ο Κοκκίνης μερίμνησε και για την προστασία της πόλης από την μεριά της θάλασσας, με την οχύρωση των κυριότερων νησίδων της λιμνοθάλασσας κατασκευάζοντας τις παρακάτω οχυρώσεις:
-
Η νησίδα Βασιλάδι, η οποία βρίσκεται βορειοδυτικά του Μεσολογγίου οχυρώθηκε με πυροβολεία, πρόχειρες τάφρους και παρατηρητήρια.
-
Η νησίδα Ντολμάς, η οποία βρίσκεται νοτιοδυτικά της πόλης στο στόμιο της λιμνοθάλασσας ενισχύθηκε με την κατασκευή πρόχειρου αναχώματος με χώμα ξύλα και πέτρες λειτουργώντας ως προκεχωρημένο φυλάκιο.
-
Η νησίδα Κλείσοβα, η οποία βρίσκεται νότια της πόλης και κοντά στην έξοδο προς Αιτωλικό και ενισχύθηκε με μικρό φυλάκιο και κανονιοστάσια.
-
Η νησίδα Προκοπάνιστρο, δυτικά του Μεσολογγίου, στην οποία με προσωπικά έξοδα του λόρδου Βύρωνα (πλήρωσε για την κατασκευή 600 χρυσά τάλιρα) οχυρό, το οποίο ονομάστηκε «οχυρό του Λόρδου Βύρωνα», το οποίο λειτούργησε ως ενδιάμεσος σταθμός για κινήσεις και ανεφοδιασμό των επαναστατών, ενώ με τα πυρά του δημιουργούσε απώλειες και σύγχυση κατά τις Τουρκικές επιθέσεις.

Παράλληλα με την κατασκευή των οχυρώσεων, ο Κοκκίνης μετέβη και στην πόλη του Αιτωλικού βελτιώνοντας τις οχυρώσεις της πόλης με την κατασκευή χαμηλών προμαχώνων στην ανατολική και δυτική είσοδο της πόλης πέριξ των δύο γεφυρών που την συνέδεαν. Επιπρόσθετα την ενίσχυσε περιμετρικά με την προσθήκη παρατηρητηρίων και θέσεων πυροβολικού κοντά στις όχθες. Επιπλέον μετά την εγκατάλειψη του φρουρίου του Προκοπανίστρου και την πτώση του Βασιλαδίου ενίσχυσε τις παραθαλάσσιες οχυρώσεις του Μεσολογγίου κατασκευάζοντας χαμηλού ύψους παράκτιο τείχος τοποθετώντας επάκτια πυροβολεία κανονιοστάσια σε πέντε θέσεις, οι οποίες από Νότια προς Δυτικά ήταν:
-
Στο Λητροβιό, πολύ μικρή τότε νησίδα, πλησιέστατα στην ξηρά στη Ν.Α. πλευρά του Μεσολογγίου.
-
Στον Aνεμόμυλο, νησίδα πλησιέστατα στην ξηρά νοτίως του Μεσολογγίου, παρά τη συνάντηση της σημερινής οδού Τουρλίδας και της παλαιάς Περιμετρικής οδού.
-
Στο Mπούρμπαχη, στο δυτικό τμήμα της πόλης, ανατολικώς της σημερινής πλατείας Τρικούπη.
-
Στη Δουγάνα, βορειότερα του προηγούμενου παρά τη θέση, όπου η οικία διαμονής του Λόρδου Βύρωνα.
-
Στου Γιαξίμη, ακόμη βορειότερα στη θέση στη συνάντηση περίπου των σημερινών οδών Σταμ. Λεβίδη και Χαρ. Τρικούπη.
Οι εργασίες ξεκίνησαν με την εκσκαφή και εκβάθυνση της τάφρου, ώστε αυτή να έχει πλάτος 9 μέτρων και βάθος 2,50 μέτρων. Τα προϊόντα εκσκαφής χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση του παλαιού τείχους δημιουργώντας ανάχωμα ύψους 4 μέτρων, το οποίο ενισχύθηκε με την τοποθέτηση ξύλινων πασσάλων εντός του εδάφους για προστασία από διάβρωση και αύξηση της αντοχής του στους κανονιοβολισμούς. Πάνω στο ανάχωμα κατασκευάστηκε λίθινος περίβολος ύψος 1,5 μέτρων για την προστασία των αγωνιστών. Το σύνολο των εκσκαφών ανήλθε σε 66.126 κυβικά μέτρα χώματος και άμμου (8.936 κυβικές οργιές), που αναλογούσαν σε περίπου 11 κυβικά μέτρα ανά άτομο σε μια απόσταση περίπου 500 μέτρων σε διάστημα 69 ημερών.
Η οχύρωση ενισχύθηκε με δεύτερη οχυρωματική γραμμή με την διάνοιξη μικρής τάφρου (πρόταφρο) πλάτους 2,5 έως 3 μέτρων και βάθους 1 μέτρου, ενώ τοποθέτησε τα προϊόντα εκσκαφής στην εξωτερική πλευρά της τάφρου προς τον εχθρό δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα επιπλέον ανάχωμα ύψους 1 μέτρου. Μεταξύ της τάφρου και της προτάφρου ο Κοκκίνης δημιούργησε έναν προφυλακτήριο δρόμος πλάτους 2 μέτρων, που επέτρεπε στους μαχητές να συγκεντρωθούν για την εκτέλεση αιφνιδιαστικών επιθέσεων (γιουρούσι) στις εχθρικές οχυρώσεις. Ενώ για την κάλυψη των μαχητών και την ασφαλή μετακίνηση τους μεταξύ των δύο οχυρώσεων, ο Κοκκίνης μερίμνησε για την κατασκευή σε κατάλληλες θέσεις στο ανάχωμα κάτω από το κύριο τείχος, μικρών λαγουμιών και ξύλινων αποσπώμενων γεφυρών, που δεν γίνονταν εύκολα αντιληπτά από τις Τουρκικές δυνάμεις.

Δυσκολίες ολοκλήρωσης του έργου
Οι δυσκολίες για την ολοκλήρωση του έργου ήταν φοβέρες και πραγματοποιούνταν υπό την διαρκή πίεση των Τουρκικών δυνάμεων, χωρίς να διατίθενται τα απαραίτητα υλικά και το εξειδικευμένο προσωπικό. Για την οικοδόμηση του φρουρίου εργάστηκαν το σύνολο της φρουράς αξιωματικοί και στρατιώτες ο Kασομούλης στα απομνημονεύματά του την οικοδόμηση του τείχους αναφέρει: «H φρουρά, συνήθισε να βαστά το τσαπί, το φτυάρι και το ντουφέκι στο χέρι και ήταν σαν να τρέχει από τον πόλεμον εις την εργασίαν και από την εργασίαν εις τον πόλεμον».
Καθημερινά μέρος της φρουράς απασχολούνταν σε 4 εκατονταρχίες, σε συνεργία εκσκαφής τα οποία ήταν ενισχυμένα από 30 εργάτες επιφορτισμένους με την τοποθέτηση των πασσάλων στο έδαφος. Εκτός από την φρουρά εργάστηκε αγόγγυστα το σύνολο του άμαχου πληθυσμού για το οποίο παρατίθεται χαρακτηριστικά το απόσπασμα από τα «Eλληνικά Xρονικά» 4.10.1824 εφημερίδα που εκδιδόταν στο Πολιορκημένο Mεσολόγγι:
«Aλλες φορές ήσαν εορταίς και σχόλαις, τότε ούτε εορταίς ούτε σχόλαις ήσαν διά του Mεσολογγίτας, εις τοιούτας ημέρας μάλιστα έβλεπε τινάς, ταις γυναίκαις όλαις, χωρίς εξαίρεσιν, στολισμέναις να διαβαίνουν κατά σειράν, από την αγοράν, χωρίς πλέον να συστέλλωνται από τον κόσμον, και να κουβαλούν με τους ώμους, και με ταις μασχάλαις των πέτραις εις το Tείχος τούτο εγένετο πάντοτε έως ότου είδαν τα αναγκαιότερα κανονοστάσια τελειωμένα».
Η έλλειψη οικοδομικών υλικών και κυρίως πετρών καλύφθηκαν από την κατεδάφιση σπιτιών και αποθηκών ακόμη και ιερών, ενώ πολλοί κάτοικοι έσπευσαν να προσφέρουν τα σπίτια τους για να ενισχυθούν οι οχυρώσεις. Επιπρόσθετα χρησιμοποιήθηκαν ως υλικό καλαμιές από την ευρύτερη περιοχή και ξυλεία από δέντρα της περιοχής, αλλά και από κατασχεμένα ή ναυαγισμένα πλοία για την ενίσχυση των επάλξεων και των πυροβολείων.
Ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Κοκκίνης αφορούσε την χρηματοδότηση των οχυρώσεων. Με βάση το διάταγμα της 7 Μαρτίου 1823 του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, για την χρηματοδότηση των οχυρώσεων επιβλήθηκε φόρος ενός παρά (νόμισμα) σε κάθε οκά από τα πωλούμενα και εξαγόμενα προϊόντα σιταριού και αραβόσιτου που διακινούνταν από τις πόλεις του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Σημαντικό οικονομικό έσοδο κατά τις αρχικές εργασίες αποτέλεσαν η εκούσια εισφορά των Μεσολογγιτών, η πώληση της λείας πολέμου από την πρώτη πολιορκία, καθώς και οικονομικές εισφορές από άλλα μέρη της Ελλάδας, ιδίως των Επτανήσων.

Τους χειμερινούς όμως μήνες του 1823 με 1824 ο ρυθμός χρηματοδότησης ελαττώθηκε σημαντικά προκαλώντας καθυστερήσεις στην οχύρωση. Την άνοιξη του 1824 η προσφορά 1000 χρυσών τάλιρων από τον Λόρδο Βύρωνα και 110 χρυσών τάλιρων του Λόρδου Τσαρλς Μάρεϊ, καθώς και η χορήγηση από το πρώτο εξωτερικό Αγγλικό δάνειο (δάνειο της ανεξαρτησίας) συνολικού ποσού 6000 χιλιάδων χρυσών τάλιρων (4000 χιλιάδες για την οχύρωση της πόλης και 2000 χιλιάδες για την οχύρωση του Αιτωλικού). Οι κυριότερες δαπάνες αφορούσαν:
-
Την αμοιβή του Κοκκίνη και των επιστατών του έργου με 200 και 80 γρόσια μηνιαίως αντίστοιχα.
-
Την πληρωμή των χτιστών, οι οποίοι αποτελούνταν κυρίως από τους μαχητές του Μεσολογγίου και αμείβονταν με ένα γρόσι και ένα καρβέλι ψωμί ημερησίως.
-
Την πληρωμή του βοηθητικού προσωπικού (γυναίκες και παιδιά) με 20 παράδες για την εκτέλεση διάφορων συμπληρωματικών εργασιών.
-
Την αγορά 20.000 πασσάλων και λοιπού υλικού (σανίδες, δοκούς, καρφιά) για την ενίσχυση του αναχώματος, των οχυρώσεων και την κατασκευή των γεφυρών).

Τείχη του Μεσολογγίου κατά την 2η πολιορκία – Συμπληρωματικά έργα
Η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου ξεκίνησε τον Απρίλιο 1825 με την άφιξη των στρατευμάτων του Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά (Κιουταχή) και την έναρξη των Τουρκικών επιθέσεων εναντίον της πόλης. Ο Κοκκίνης με την έναρξη της πολιορκίας βρισκόταν καθημερινά στις επάλξεις μεταβαίνοντας συχνά με κίνδυνο της ζωής του εκτός του φρουρίου για να επιθεωρήσει τις ζημιές που προξενούσαν ο βομβαρδισμός και οι εχθρικές ενέργειες, ενώ παράλληλα διεύθυνε τις απαραίτητες επισκευές και συμπληρώσεις του τείχους. Οι Τούρκοι χρησιμοποιώντας την τεχνική των χαρακωμάτων κατάφεραν να πλησιάσουν σε μικρή απόσταση από την πόλη κατασκευάζοντας αναχώματα έναντι των Ελληνικών οχυρώσεων, ενώ σε αρκετά σημεία κατάφεραν να επιχωματώσουν την τάφρο. Το σημαντικότερο πρόβλημα των πολιορκημένων αφορούσε την δημιουργία Τουρκικού αναχώματος απέναντι από το κανονιοστάσιο του Φραγκλίνου, το οποίο ο Κοκκίνης ονόμασε Ύψωμα Ενώσεως και διέθετε μεγαλύτερο ύψος από το αντίστοιχο Ελληνικό καθιστώντας αδύνατη την υπεράσπιση του.
Ο μηχανικός εργαζόμενος διαρκώς κατάφερε συγκεντρώνοντας υλικά από την πόλη να ενισχύσει το τείχος κατασκευάζοντας 5 νέα κανονιοστάσια πλέον των 18 αρχικών, ενώ παράλληλα δημιούργησε μια επιπλέον εσωτερική γραμμή τείχους εκτεινόμενη από τις ντάπιες του Mονταλεμπέρ, του Ρήγα και του Μακρή, του Κοραή, του Φραγκλίνου, του Γουλιέλμου Τέλλου, του Κουστσιόσκου και του Λόρδου Βύρωνος στα σημεία που τα Τουρκικά αναχώματα απειλούσαν την Ελληνική διάταξη. Στις 21 Ιουλίου 1825 οι Τούρκοι εξαπέλυσαν την κύρια επίθεση καταφέρνοντας να κυριεύσουν τον προμαχώνα του Φραγκλίνου, αλλά αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς στην δεύτερη οχυρωματική γραμμή που είχε προνοήσει να κατασκευάσει ο Κοκκίνης, ενώ η Ελληνική αιφνιδιαστική νυχτερινή αντεπίθεση τρεις μέρες αργότερα προκάλεσε σοβαρές απώλειες στους Τούρκους αναγκάζοντας τους να αναστείλουν τις επιθέσεις τους.

Ο Κοκκίνης μετά την απόκρουση της Τουρκικής επιθέσεως έσπευσε να ονομάσει την περιοχή γύρω από τον προμαχώνα του Φραγκλίνου Πλατεία Νίκης, ενισχύοντας το φρόνημα των πολιορκημένων για την ανακατάληψη του χαμένου εδάφους.
Η ενίσχυση των πολιορκημένων από τον Ελληνικό στόλο τον Αύγουστο 1825 επέτρεψε την ανακατάληψη και ανοικοδόμηση του προμαχώνα, ενώ παράλληλα σκαπανείς υπό τις οδηγίες του Κοκκίνη κατάφεραν να υπονομεύσουν και να ανατινάξουν μεγάλο μέρος του Υψώματος της Ένωσης μειώνοντας την πίεση που ασκούσαν οι Τούρκοι στο συγκεκριμένο σημείο. Την 1η Οκτωβρίου 1825 εκτελέστηκε μεγάλη Ελληνική αντεπίθεση αναγκάζοντας τον Κιουταχή να αποσυρθεί στις γύρω υπώρειες και κατά διαστήματα να βομβαρδίζει την πόλη, αναμένοντας την ενίσχυση από τον Ιμπραήμ χωρίς να ασκεί την πίεση των πρώτων μηνών.
Μετά την απόσυρση του Κιουταχή σε ικανή απόσταση οι κάτοικοι της πόλης ξεκίνησαν την επισκευή και ενίσχυση των τειχών, καθώς σύμφωνα με τις αναφορές του Κοκκίνη οι Τούρκοι βομβάρδιζαν το Μεσολόγγι κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας με 10.000 βλήματα τον μήνα έχοντας προκαλέσει σημαντικές ζημιές στους εξωτερικούς προμαχώνες σε σημείο αυτοί να καταστούν βατοί από την εχθρική πλευρά, καθώς η κλίση του εδάφους μειώθηκε κάτω από τις 45 μοίρες. Σημαντικό μέρος του υλικού και ιδιαίτερα της ξυλείας για την επισκευή του αναχώματος του τείχους προήλθε από την καταστροφή των Τουρκικών χαρακωμάτων με την αφαίρεση των σανίδων και την τοποθέτηση τους στο τείχος.
Τον Δεκέμβριο του 1825 μετά την άφιξη των Αιγυπτιακών τμημάτων του Ιμπραήμ, ο Κοκκίνης ζήτησε με επιστολή του την αποστολή χρηματικού ποσού 4.000 χρυσών τάλιρων για την επέκταση των οχυρώσεων. Οι κύριες βελτιώσεις αφορούσαν στην κατασκευή λουνετών (ενισχυτικών ημικυκλίων) στα ευθύγραμμα τμήματα μεταξύ των προμαχώνων με σκοπό την ενίσχυση της αντοχής τους από τα εχθρικά πυρά των πυροβόλων, ενώ έκρινε απαραίτητη την οχύρωση των μικρών νήσων Μαρμαρού και Μύλους για την ενίσχυση της προστασίας της πόλεως από την πλευρά της θάλασσας.

Οι νέες βελτιώσεις δεν μπόρεσαν τελικά να πραγματοποιηθούν λόγω της στενής πολιορκίας της πόλης και της έλλειψης επαρκών οικοδομικών υλικών, καθώς τα διαθέσιμα υλικά χρησιμοποιούνταν για την επισκευή των υπαρχόντων οχυρώσεων.
Οι Αιγύπτιοι σε αντίθεση με τους Τούρκους διέθεταν ικανό αριθμό Γάλλων μηχανικών, οι οποίοι εργάστηκαν μεθοδικά για την καταστροφή των οχυρώσεων. Ο Κοκκίνης σε επιστολή του αναφέρει ότι με την καθοδήγηση των Γάλλων μηχανικών οι πολιορκητές:
-
Ανέπτυξαν σε καίριες θέσεις κανονιοστάσια εκτοξεύοντας έως 2.000 κανονιοβολισμούς ημερησίως εναντίον των τειχών προκαλώντας σοβαρές ζημιές.
-
Δημιούργησαν χαρακώματα, τα οποία απέκοψαν την χερσαία επικοινωνία της πόλης.
-
Καθοδήγησαν σκαπανείς για την δημιουργία υπονομεύσεων στα τείχη προκαλώντας την ανατίναξη σημαντικού τους μέρους.
-
Επισήμαναν την στρατηγική αξία στον Ιμπραήμ των οχυρωμένων νησίδων για τον ανεφοδιασμό των Ελληνικών δυνάμεων.
Η έκταση των ζημιών κατά την 2η φάση της πολιορκίας ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο Κοκκίνης για την επισκευή των τειχών και για να αντιμετωπίσει την έλλειψη υλικών διέταξε την κατεδάφιση 500 σπιτιών, χωρίς όμως να μπορέσει να συγκεντρώσει την απαραίτητη ποσότητα και να αναγκαστεί να προβεί μόνο σε επιχωμάτωση κάποιων σημείων.
Ο ίδιος αναφέρει σε επιστολή του «..περισσότερα παρά πεντακόσια σπίτια κατεδαφίσθησαν και η ανάγκη του φρουρίου δεν απηντήθη..», αντιστοίχως ο Σπυρομήλιος σημειώνει «..δεν είχον άλλο πλεον ειμή όσα σπίτια δεν είχε φθάσει πλέον το Τουρκικό κανόνι, πλην επειδή δια την επισκευήν του φρουρίου δεν είχομεν άλλην ύλην επρόσφεραν τα σπίτια των να τα κρημνίσωμεν δια να πάρωμεν την αναγκαίαν ύλην..».

Γέφυρες εξόδου και θάνατος του Κοκκίνη
Ο Κοκκίνης εργαζόμενος διαρκώς στην επισκευή των τειχών ανάγκασε τον Ιμπραήμ να αλλάξει στρατηγική και να λυγίσει τους πολιορκημένους με την πείνα. Σύντομα η απώλεια των οχυρωμένων νησίδων και η αδυναμία του Ελληνικού στόλου να ανεφοδιάσει την πόλη προκάλεσαν παντελή έλλειψη τροφίμων. Στις αρχές Απριλίου 1826 οι πολιορκημένοι έλαβαν την απόφαση της εξόδου. Ο Κοκκίνης ανέλαβε ως τελευταίο καθήκον την κατασκευή των γεφυρών και την προπαρασκευή των θέσεων που θα τοποθετούνταν.
Γνωρίζοντας, ότι ο καλυμμένος χώρος μεταξύ του αυλακιού του Ομέρ και της περιτάφρου επέτρεπε να χωρέσει μπρούμυτα και με ασφάλεια από τους εχθρικούς πυροβολισμούς το σύνολο της φρουράς και όλοι οι πολιορκημένοι, κατασκεύασε με μεγάλη μυστικότητα στην αυλή της κατοικίας του αρχηγού Νότη Μπότσαρη 4 ξύλινες γέφυρες4 χρησιμοποιώντας το σύνολο της διαθέσιμης ξυλείας για την κάλυψη της περιτάφρου.
Οι πολιορκημένοι ακολουθώντας το σχέδιο των Στρατηγών εξήλθαν την νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826 και σκυφτά σύρθηκαν μπρούμυτα στο χώρο αναμένοντας να εξέλθουν όλοι και να δοθεί το σύνθημα για το μεγάλο γιουρούσι της εξόδου προς την ελευθερία. Ενδεικτικά η Γενική Εφημερίς5 σημειώνει «διά τεσσάρων γεφυρών και να συνταχθώσιν αντίκρυ των κανοστασίων του Ρήγα, του Μονταλεμπέρτ κ.λπ. εις την αυτήν πλευράν κειμένων, όπου πλαγιασμένοι κατά γης να περιμένωσι το σημείον».

Η προδοσία του σχεδίου εξόδου είχε ως αποτέλεσμα οι Τούρκοι και οι Αιγύπτιοι να τάξουν τις δυνάμεις τους σε ημικύκλιο αναμένοντας τους πολιορκημένους να συγκεντρωθούν στον ατείχιστο χώρο. Ο πανικός και ο συνωστισμός που προκλήθηκε από τα εχθρικά πυρά κατά την έξοδο του τρίτου σώματος είχε ως αποτέλεσμα οι ξύλινες γέφυρες που είχαν στηθεί πάνω από τις τάφρους να μην αντέξουν και να καταρρεύσουν. Ο Κοκκίνης πρωταγωνιστώντας στην έξοδο βρήκε ηρωικό θάνατο ανάμεσα στο μαχόμενο πλήθος την ίδια νύχτα της πτώσης του Μεσολογγίου με την ανατίναξη των υπονόμων του τείχους και της πυριτιδαποθήκης στην οικία του Χρήστου Καψάλη.
Παραπομπές
1 Η τάφρος μετά το πέρας της πρώτης πολιορκίας ονομάστηκε «τάφρος του Ομέρ».
2 Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει καθώς το σχέδιο της οχύρωσης της πόλης είναι συνταγμένο με την χρήση Γαλλικών τεχνικών όρων.
3 Από τους 23 προμαχώνες οι 18 ανήκαν στο αρχικό σχέδιο του Κοκκίνη και κατασκευάστηκαν κατά τα έτη 1823 και 1824, ενώ οι υπόλοιποι πέντε (Θόκολι, Νόρμαν, Μιαούλης, Κουτσοναίικα και Κεραυνοβόλος) κατασκευάστηκαν κατά την διάρκεια της πολιορκίας από Μάϊο μέχρι και Αύγουστο του 1825.
4 Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Κασομούλη κατασκευάστηκαν 4 γέφυρες από τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν μόνο οι τρεις σύμφωνα με τη διαταγή εκτέλεσης της εξόδου.
5 Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδας ήταν η πρώτη επίσημη κρατική εφημερίδα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους και ένα από τα βασικά έντυπα του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1824 στο Μεσολόγγι από τον Ελβετό γιατρό Ιωάννη Ιάκωβο Μάγιερ από το τυπογραφείο του Δημήτριου Μεσθενέως, τυπώνοντας 106 φύλλα το 1824, 105 το 1825 και 15 φύλλα μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου του 1826. Μετά την έξοδο το τυπογραφείο μεταφέρθηκε στην Αίγινα, όπου και συνέχισε την έκδοσή της και το έτος 1826, σε συνθήκες πολέμου.
Πηγές – βιβλιογραφία
Κατσαβός Ιωάννης «Η στρατηγική αξία του φρουρίου του Μεσολογγίου 15 Μάϊου 2024» https://iaitoloakarnania.gr/2024/05/i-stratigiki-axia-toy-froyrioy-i-kastroy-tis-ieris-polis-mesologgioy/
Μακαρονάς Γεώργιος «Τα οχυρά του Μεσολογγίου 21 Νοεμβρίου 2017» https://iaitoloakarnania.gr/2017/11/ta-ochyra-tou-mesolongiou/
Ντούλης Πάνος «Ο μηχανικός Μιχαήλ Πέτρου Κοκκίνης και τα τείχη του Μεσολογγίου. Η συμβολή του στην άμυνα της πόλης 1823-1826» μελέτη Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
![]()
Το έργο με τίτλο Ο Φράκτης (τείχος) του Μεσολογγίου από τον δημιουργό Δημήτριο Σχορτσανίτη διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές


