Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ (6 – 26 Οκτ. 1973)

στις

εξώφυλλο: Άνω: Ισραηλινά τανκς που διασχίζουν το κανάλι του Σουέζ – Ισραηλινή παραλλαγή Νέσερ του μαχητικού αεροσκάφους Μιράζ V που πετά πάνω από τα Υψίπεδα του Γκολάν.  Μέση:  – Αιγύπτιοι στρατιώτες υψώνουν πορτραίτο του προέδρου Σαντάτ – Ισραηλινός στρατιώτης προσεύχεται στη χερσόνησο του Σινά. ΚάτωΑιγυπτιακά στρατεύματα υψώνουν τη σημαία της Αιγύπτου σε πρώην Ισραηλινή θέση στο Σινά – Ισραηλινοί στρατιώτες μεταφέρουν τραυματία.  Avi Simchoni, CC BY-SA 3.0 , via Wikimedia Commons

© copyright μετάφραση – επιμέλεια Χείλων

Ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, ήταν ο 4ος από τους Αραβο-Ισραηλινούς πολέμους στον οποίον συμμετείχαν κυρίως η Αίγυπτος με τη Συρία, οι οποίες επιτέθηκαν στο Ισραήλ στις 6 Οκτωβρίου 1973, την Εβραϊκή ιερή ημέρα του Γιόμ Κιπούρ (εορτή του Εξιλασμού) ταυτόχρονα με το Ραμαζάνι, τον ιερό μήνα νηστείας στο Ισλάμ.

Ο πόλεμος, ο οποίος παρέσυρε σε έμμεση αντιπαράθεση τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση, λόγω υπεράσπισης των συμμάχων τους, ξεκίνησε με διπλωματικό στόχο να πείσει το τιμωρημένο αλλά αήττητο Ισραήλ να διαπραγματευτεί με όρους ευνοϊκότερους για τις Αραβικές χώρες.

Αριστερά: Γκόλντα Μέιρ πρωθυπουργός Ισραήλ, δεξιά: Ανουάρ Σαντάτ πρόεδρος Αιγύπτου. via Wikimedia Commons

Γεγονότα πριν την σύγκρουση

Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών (1967), τον προηγούμενο Αραβο-Ισραηλινό πόλεμο, όπου το Ισραήλ κατέλαβε και κατείχε Αραβικά εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της χερσονήσου του Σινά και των υψωμάτων του Γκολάν, ακολούθησαν σποραδικές μάχες που διήρκεσαν αρκετά χρόνια. Ο Ανουάρ Σαντάτ, ο οποίος ανέλαβε πρόεδρος της Αιγύπτου λίγο μετά το τέλος του Πολέμου Φθοράς (1969-70) έκανε ανοίγματα για την επίτευξη ειρηνικής διευθέτησης εφόσον, σύμφωνα με το ψήφισμα 242 των Ηνωμένων Εθνών, το Ισραήλ επέστρεφε τα εδάφη που είχε καταλάβει. Το Ισραήλ απέρριψε τους όρους και οι μάχες εξελίχθηκαν σε πόλεμο πλήρους κλίμακας το 1973.

Τέσσερις μήνες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ο Κίσινγκερ έκανε μια προσφορά στον Ισμαήλ, τον απεσταλμένο του Σαντάτ. Ο Κίσινγκερ πρότεινε την επιστροφή της χερσονήσου Σινά στον Αιγυπτιακό έλεγχο και την αποχώρηση του Ισραήλ από όλο το Σινά, εκτός από ορισμένα στρατηγικά σημεία. Ο Ισμαήλ είπε ότι θα επέστρεφε με την απάντηση του Σαντάτ, αλλά δεν το έκανε ποτέ. Ο Σαντάτ ήταν ήδη αποφασισμένος να πάει σε πόλεμο. Μόνο η Αμερικανική εγγύηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υποστήριζαν ολόκληρο το Αραβικό πρόγραμμα σε σύντομο χρονικό διάστημα μπορούσε να αποτρέψει τον Σαντάτ.

Ο Σαντάτ δήλωσε ότι η Αίγυπτος ήταν έτοιμη να «θυσιάσει ένα εκατομμύριο Αιγύπτιους στρατιώτες» για να ανακτήσει το χαμένο έδαφος της. Από τα τέλη του 1972, η Αίγυπτος άρχισε μια συγκεντρωμένη προσπάθεια για τη ενίσχυση των δυνάμεών της, λαμβάνοντας μαχητικά αεριωθούμενα MiG-21, αντιαεροπορικούς πυραύλους SA-2, SA-3, SA-6 και SA-7 , Τ-55 και Τ-62 άρματα μάχης , αντιαρματικά όπλα RPG-7 και τον αντιαρματικό κατευθυνόμενο πύραυλο AT-3 Sagger από τη Σοβιετική Ένωση και βελτιώνοντας τις στρατιωτικές της τακτικές, με βάση τα Σοβιετικά δόγματα στο πεδίο της μάχης. Επιπλέον οι στρατηγοί, που ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνοι για την καταστροφή το 1967, αντικαταστάθηκαν με ικανούς.

Οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ελάχιστες τις πιθανότητες νίκης του Σαντάτ σε οποιονδήποτε πόλεμο. Προειδοποίησαν ότι οποιαδήποτε απόπειρα διάβασης της βαριά οχυρωμένης διώρυγας του Σουέζ θα είχε τεράστιες απώλειες. Τόσο οι Σοβιετικοί όσο και οι Αμερικάνοι επιδίωκαν εκείνη την εποχή την ύφεση και δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον να δουν τη Μέση Ανατολή αποσταθεροποιημένη. Σε μια συνάντηση τον Ιούνιο του 1973 με τον Αμερικανό Πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον, ο Σοβιετικός ηγέτης Λεονίντ Μπρέζνιεφ είχε προτείνει το Ισραήλ να αποσυρθεί στα σύνορα του 1967. Ο Μπρέζνιεφ είπε ότι εάν το Ισραήλ δεν το έκανε, «θα δυσκολευτούμε να εμποδίσουμε τη στρατιωτική κατάσταση να φουντώσει» – ένδειξη ότι η Σοβιετική Ένωση δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα σχέδια του Σαντάτ.

Ο Ασράφ Μαρουάν (2 Φεβρουαρίου 1944 – 27 Ιουνίου 2007) ήταν Αιγύπτιος δισεκατομμυριούχος που εργαζόταν ως κατάσκοπος για την Ισραηλινή Μοσάντ. Raafat, Public domain, via Wikimedia Commons

Μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου 1973, ο Αιγυπτιακός στρατός πραγματοποίησε στρατιωτικές ασκήσεις κοντά στα σύνορα και ο Ασράφ Μαρουάν (κατάσκοπος Αιγυπτιακής καταγωγής) προειδοποίησε το Ισραήλ λανθασμένα ότι η Αίγυπτος και η Συρία θα εξαπέλυαν αιφνιδιαστική επίθεση στα μέσα Μαΐου. Ο Ισραηλινός Στρατός κινητοποιήθηκε, ως απάντηση τόσο στις προειδοποιήσεις όσο και στις ασκήσεις, με σημαντικό κόστος. Αυτές οι ασκήσεις οδήγησαν ορισμένους Ισραηλινούς να αμελήσουν τις πραγματικές πολεμικές προετοιμασίες και να θεωρήσουν την προειδοποίηση του Μαρουάν, ως άσκηση.

Την εβδομάδα που προηγήθηκε του Γιομ Κιπούρ, ο Αιγυπτιακός Στρατός οργάνωσε εβδομαδιαία εκπαιδευτική άσκηση δίπλα στη Διώρυγα του Σουέζ. Η Ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών, εντοπίζοντας μεγάλες κινήσεις στρατευμάτων προς το κανάλι, τις απέρριψε ως απλές ασκήσεις εκπαίδευσης. Εντοπίστηκαν επίσης κινήσεις Συριακών στρατευμάτων προς τα σύνορα, όπως και ακύρωση αδειών και κλήση εφέδρων στον Συριακό στρατό. Αυτές οι δραστηριότητες θεωρήθηκαν αινιγματικές, αλλά όχι απειλή, επειδή οι Ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες θεωρούσαν ότι οι Σύριοι δεν θα επιτεθούν χωρίς την Αίγυπτο και η Αίγυπτος δεν θα επιτεθεί μέχρι να πάρει τον οπλισμό που ήθελε. Παρά την πεποίθηση αυτή, το Ισραήλ έστειλε δυνάμεις στα Υψίπεδα του Γκολάν, οι οποίες επρόκειτο να αποδειχθούν κρίσιμες κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου.

Μεταξύ 27 έως 30 Σεπτεμβρίου, κλήθηκαν από τον Αιγυπτιακό Στρατό δύο σειρές εφέδρων  για να συμμετάσχουν σε αυτές τις ασκήσεις. Δύο ημέρες πριν το ξέσπασμα του πολέμου, στις 4 Οκτωβρίου, η Αιγυπτιακή διοίκηση ανακοίνωσε δημόσια την αποστρατεία μέρους των εφέδρων που κλήθηκαν στις 27 Σεπτεμβρίου για να καθησυχάσει τις υποψίες του Ισραήλ. Περίπου 20.000 στρατιώτες αποστρατεύτηκαν και στη συνέχεια δόθηκε άδεια σε μερικούς για να πραγματοποιήσουν την Ούμρα (προσκύνημα) στη Μέκκα.

Από αριστερά: Βασιλιάς Χουσείν της Ιορδανίας – Χαφέζ αλ Άσαντ Πρόεδρος Συρίας. via Wikimedia Commons

Σύμφωνα με τον Αιγύπτιο στρατηγό Ελ-Γκαμάσι: «Με πρωτοβουλία του επιτελείου επιχειρήσεων, εξετάσαμε την κατάσταση στο πεδίο και αναπτύξαμε ένα πλάνο για τη σχεδιαζόμενη επιθετική επιχείρηση. Μελετήσαμε τα τεχνικά χαρακτηριστικά της διώρυγας του Σουέζ, την άμπωτη και τις παλίρροιες, την ταχύτητα των ρευμάτων και την κατεύθυνσή τους, ώρες σκότους και σεληνόφωτος, καιρικές συνθήκες και συναφείς συνθήκες στη Μεσόγειο και την Ερυθρά Θάλασσα». Εξήγησε περαιτέρω λέγοντας: «Το Σάββατο 6 Οκτωβρίου 1973 ήταν η ημέρα που επιλέχθηκε για το διάστημα Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου. Οι συνθήκες για τη διάβαση ήταν ευνοϊκές, αφού ήταν μέρα νηστείας στο Ισραήλ και το Ραμαζάνι, διαρκούσε από τη δύση του ηλίου μέχρι τα μεσάνυχτα». Ο πόλεμος συνέπεσε εκείνο το έτος με τον μουσουλμανικό μήνα του Ραμαζανιού, κατά το οποίο πολλοί μουσουλμάνοι στρατιώτες νηστεύουν. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι η επίθεση εξαπολύθηκε στο Γιομ Κιπούρ μπορεί να βοήθησε το Ισραήλ να απομακρύνει ευκολότερα τις εφεδρείες από τα σπίτια και τις συναγωγές τους, επειδή οι δρόμοι και οι γραμμές επικοινωνίας ήταν σε μεγάλο βαθμό ανοιχτές, διευκολύνοντας την κινητοποίηση και τη μεταφορά του στρατού.

Παρά την άρνησή του να συμμετάσχει, ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας είχε συναντηθεί με τον Σαντάτ και τον Άσαντ στην Αλεξάνδρεια πριν δύο εβδομάδες. Δεδομένης όμως της καχυποψίας που επικρατούσε μεταξύ των Αράβων ηγετών, ήταν απίθανο να του είχαν γνωστοποιήσει συγκεκριμένα πολεμικά σχέδια, αλλά ήταν πιθανό να είχαν εγείρει την προοπτική ενός πολέμου εναντίον του Ισραήλ με γενικότερους όρους προκειμένου να ενισχύσουν την πιθανότητα συμμετοχής της Ιορδανίας»

Το βράδυ της 25ης Σεπτεμβρίου, ο Χουσεΐν πέταξε κρυφά στο Τελ Αβίβ προκειμένου να προειδοποιήσει την πρωθυπουργό Γκόλντα Μέιρ για επικείμενη επίθεση της Συρίας. Η Ισραηλινή πρωθυπουργός ρώτησε αν η Συρία θα πάει σε πόλεμο χωρίς τους Αιγύπτιους και ο βασιλιάς απάντησε ότι δεν το νομίζει λέγοντας: «Νομίζω ότι [η Αίγυπτος] θα συνεργαστούν.» Αυτή η προειδοποίηση αγνοήθηκε και οι Ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών ανέφεραν ότι ο Χουσεΐν δεν είπε κάτι που δεν ήταν ήδη γνωστό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου, το Ισραήλ έλαβε έντεκα προειδοποιήσεις για πόλεμο από καλά πληροφορημένες πηγές. Ωστόσο, ο Γενικός Διευθυντής της Μοσάντ Ζβι Ζαμίρ συνέχισε να επιμένει ότι ο πόλεμος δεν ήταν επιλογή των Αράβων, ακόμη και μετά την προειδοποίηση του Χουσεΐν. Ο Ζαμίρ θα έλεγε αργότερα ότι: «Απλώς δεν τους θεωρήσαμε ικανούς [για πόλεμο]».

αριστερά: Ζβι Ζαμίρ Γενικός Διευθυντής της Μοσάντ, δεξιά: Γιεχουσούα Σαγκί Ισραηλινός αξιωματικός στρατιωτικών πληροφοριών via Wikimedia Commons

Μία ημέρα πριν τον πόλεμο, ο αξιωματικός στρατιωτικών πληροφοριών Γιεχουσούα Σαγκί, παρουσίασε στον στρατηγό Άριελ Σαρόν αεροφωτογραφίες και άλλες πληροφορίες. Ο Σαρόν παρατήρησε ότι η συγκέντρωση των Αιγυπτιακών δυνάμεων κατά μήκος του καναλιού ήταν πολύ περισσότερες ​​από προηγούμενες ασκήσεις και ότι οι Αιγύπτιοι είχαν συγκεντρώσει όλο τον εξοπλισμό διέλευσης κατά μήκος του καναλιού. Στη συνέχεια κάλεσε τον στρατηγό Σμουέλ Γκονέν, ο οποίος τον είχε αντικαταστήσει ως επικεφαλής της Νότιας Διοίκησης και εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι επέκειτο πόλεμος.

Η ανησυχία του Ζαμίρ αυξήθηκε στις 4–5 Οκτωβρίου, καθώς εντοπίστηκαν πρόσθετες ενδείξεις επίθεσης. Συγκεκριμένα Σοβιετικοί σύμβουλοι και οι οικογένειές τους έφυγαν από την Αίγυπτο και τη Συρία, μεταφορικά αεροσκάφη που πιστεύεται ότι ήταν φορτωμένα με στρατιωτικό εξοπλισμό προσγειώθηκαν στο Κάιρο και τη Δαμασκό και οι αεροφωτογραφίες αποκάλυψαν ότι οι Αιγυπτιακές και Συριακές συγκεντρώσεις αρμάτων μάχης, πεζικού και πυραύλων εδάφους-αέρος (SAM) ανέρχονταν σε πρωτοφανείς αριθμούς. Σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένα έγγραφα από την Επιτροπή Αγκρανάτ, ο ταξίαρχος Ισραέλ Λιό (στρατιωτικός γραμματέας/ακόλουθος της Μέιρ) ισχυρίστηκε ότι η Μοσάντ γνώριζε από τον Μαρουάν ότι επρόκειτο να γίνει επίθεση υπό το πρόσχημα στρατιωτικής άσκησης μια εβδομάδα πριν συμβεί, αλλά απέτυχε η διαβίβαση των πληροφοριών στο γραφείο της πρωθυπουργού .

Τελικά, ο Ζβι Ζαμίρ μετέβη προσωπικά στην Ευρώπη για να συναντηθεί με τον Ασράφ Μαρουάν, τα μεσάνυχτα της 5ης-6ης Οκτωβρίου 1973. Ο Μαρουάν τον πληροφόρησε πως επέκειτο άμεσα, από κοινού επίθεση Συρίας-Αιγύπτου, εναντίον του Ισραήλ. Αυτή η συγκεκριμένη προειδοποίηση, συνδυασμένη με άλλες παρόμοιες, ώθησαν τελικά την Ισραηλινή ανώτατη στρατιωτική διοίκηση να αναλάβει δράση. Λίγες ώρες πριν αρχίσει η επίθεση, εκδόθηκαν διαταγές για μερική κατάταξη των Ισραηλινών εφέδρων. Τελικά, η κλήση των εφέδρων αποδείχτηκε εύκολη, αφού σχεδόν όλοι οι στρατιώτες ήταν στις συναγωγές ή στα σπίτια τους για τη μεγάλη Εβραϊκή γιορτή.

Από αριστερά: Μοσέ Νταγιάν ( υπουργός Άμυνας) – Νταβίντ Ελαζάρ (αρχηγός ΓΕΕΘΑ) – Χένρι Κίσινγκερ (υπουργός Εξωτερικών ΗΠΑ) via Wikimedia Commons

Ισραηλινές προετοιμασίες

Η Ισραηλινή στρατηγική στο μεγαλύτερο της μέρος, βασιζόταν στη γενική αρχή πως αν επίκειται πόλεμος, το Ισραήλ θα εξαπέλυε προληπτικό χτύπημα. Είχε υπολογιστεί πως οι υπηρεσίες αντικατασκοπίας του Ισραήλ θα έδιναν, στη χειρότερη περίπτωση, προειδοποίηση περίπου 48 ωρών πριν μια Αραβική επίθεση.

Η πρωθυπουργός Γκόλντα Μέιρ, ο υπουργός Άμυνας Μοσέ Νταγιάν, και ο Ισραηλινός στρατηγός και Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Νταβίντ Ελαζάρ, συναντήθηκαν στις 8:05 το πρωινό του Γιόμ Κιπούρ, έξι ώρες πριν αρχίσει ο πόλεμος. Ο Νταγιάν άνοιξε τη συνάντηση υποστηρίζοντας πως δεν ήταν βέβαιος ο πόλεμος. Ο Ελαζάρ ακολούθως παρουσίασε τη διαφωνία του, υπερθεματίζοντας για προληπτική επίθεση εναντίον των Συριακών δυνάμεων ως εξής: κατά των αεροδρομίων νωρίς το μεσημέρι, εναντίον των πυραυλικών βάσεων στις 15:00 και εναντίον των κυρίως ενόπλων δυνάμεων στις 17:00. «Όταν ολοκληρώθηκαν οι παρουσιάσεις, η πρωθυπουργός αφού δίστασε για λίγα λεπτά, μετά κατέληξε σε καθαρή απόφαση. Δεν θα γινόταν προληπτική επίθεση. Το Ισραήλ ίσως να χρειαζόταν Αμερικανική βοήθεια σύντομα και έπρεπε να μην κατηγορηθεί πως άρχισε τον πόλεμο. “Αν χτυπήσουμε πρώτοι, δεν θα πάρουμε βοήθεια από κανέναν”, είπε». Τα Ευρωπαϊκά κράτη, υπό την απειλή εμπορικού μποϋκοτάζ και Αραβικού πετρελαϊκού εμπάργκο που θα εκτίναζε στα ύψη τις τιμές του πετρελαίου, είχαν σταματήσει να τροφοδοτούν το Ισραήλ με πολεμοφόδια. Συνεπώς, το Ισραήλ εξαρτάτο αποκλειστικώς από τις Ηνωμένες Πολιτείες για το στρατιωτικό του ανεφοδιασμό και είχε καταστεί ιδιαιτέρως ευαίσθητο σε οτιδήποτε μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο αυτή τη σχέση. Αφότου η Μέιρ πήρε την απόφαση της, πληροφόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες πως το Ισραήλ δεν σκόπευε να ενεργήσει πρώτο και ζήτησε όπως οι προσπάθειες των ΗΠΑ να κατευθυνθούν στην αποτροπή του πολέμου. Αργότερα έφτασε ένα μήνυμα από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ, το οποίο έλεγε: «Μην ενεργήσετε πρώτοι». Την ίδια ώρα, ο Κίσινγκερ προέτρεψε τους Σοβιετικούς να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους για να αποτρέψουν τον πόλεμο, επικοινώνησε με την Αίγυπτο αναφέροντας ότι το Ισραήλ δεν θα ενεργούσε πρώτο και έστειλε μηνύματα σε άλλες Αραβικές κυβερνήσεις για τη βοήθειά τους στον μετριοπαθή χειρισμό της καταστάσεως. Αυτές οι προσπάθειες έγιναν την τελευταία στιγμή και ήταν μάταιες. 

Ο Νταβίντ Ελαζάρ πρότεινε την κινητοποίηση ολόκληρης της Αεροπορίας και τεσσάρων τεθωρακισμένων μεραρχιών, συνολικά 100.000 με 120.000 άντρες, ενώ ο Νταγιάν ήταν υπέρ την κινητοποίησης της Αεροπορίας και δύο τεθωρακισμένων μεραρχιών, συνολικά περίπου 70.000 άντρες. Η Μέιρ τάχθηκε υπέρ της πρότασης του Ελαζάρ και ξεκίνησε η επιστράτευση.

Η επίθεση των Αιγυπτίων στο κανάλι του Σουέζ Ondrejk, Public domain, via Wikimedia Commons

Πόλεμος

Το απόγευμα της 6ης Οκτωβρίου η Αίγυπτος και η Συρία επιτέθηκαν στο Ισραήλ ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα. Με το στοιχείο του αιφνιδιασμού προς όφελός τους, οι Αιγυπτιακές δυνάμεις διέσχισαν επιτυχώς τη διώρυγα του Σουέζ με μεγαλύτερη ευκολία από ό, τι αναμενόταν, έχοντας ελάχιστες απώλειες, ενώ οι Συριακές δυνάμεις ήταν έτοιμες να ξεκινήσουν επίθεση εναντίον Ισραηλινών θέσεων και να περάσουν στα Υψίπεδα του Γκολάν.

Η ένταση των Αιγυπτιακών και Συριακών επιθέσεων, σε αντίθεση με την επικρατούσα κατάσταση το 1967, άρχισε γρήγορα να εξαντλεί τα αποθέματα πυρομαχικών του Ισραήλ. Η Ισραηλινή πρωθυπουργός Γκόλντα Μέιρ στράφηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για βοήθεια, ενώ το Ισραηλινό γενικό επιτελείο σχεδίασε βιαστικά μια στρατηγική μάχης. Η απροθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών να βοηθήσουν το Ισραήλ άλλαξε σύντομα όταν η Σοβιετική Ένωση εκδήλωσε προσπάθεια ανεφοδιασμού προς την Αίγυπτο και τη Συρία. Ο πρόεδρος των Η.Π.Α Ρίτσαρντ Νίξον αντέδρασε δημιουργώντας γραμμή εφοδιασμού έκτακτης ανάγκης στο Ισραήλ, παρόλο που οι Αραβικές χώρες επέβαλαν ένα δαπανηρό εμπάργκο πετρελαίου και διάφοροι σύμμαχοι των Η.Π.Α αρνήθηκαν να διευκολύνουν τις αποστολές όπλων.

Όταν τέθηκε σε ισχύ η κατάπαυση του πυρός, το Ισραήλ έχασε εδάφη στην ανατολική πλευρά της διώρυγας του Σουέζ από την Αίγυπτο – αλλά κέρδισε εδάφη δυτικά της διώρυγας και στα Υψίπεδα του Γκολάν. Raul654, CC BY-SA 2.5 via Wikimedia Commons

Με τις ενισχύσεις καθ’ οδόν, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις ανέτρεψαν γρήγορα την εις βάρος του κατάσταση. Το Ισραήλ κατάφερε να εξουδετερώσει τμήματα της Αιγυπτιακής αεράμυνας, γεγονός που επέτρεψε στις Ισραηλινές δυνάμεις υπό τη διοίκηση του στρατηγού Αριέλ Σαρόν να διασχίσουν τη διώρυγα του Σουέζ και να περικυκλώσουν την Αιγυπτιακή 3η Στρατιά.

Στο μέτωπο του Γκολάν, τα Ισραηλινά στρατεύματα, με βαρύ κόστος, απώθησαν τους Σύριους και προχώρησαν στα όρια του οροπεδίου του Γκολάν στο δρόμο προς τη Δαμασκό. Στις 22 Οκτωβρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε το ψήφισμα 338, το οποίο ζητούσε άμεσο τερματισμό των μαχών. Παρά το γεγονός αυτό ωστόσο, οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν για αρκετές ημέρες, ωθώντας τον ΟΗΕ να επαναλάβει την έκκληση για κατάπαυση του πυρός με τα ψηφίσματα 339 και 340. Με τη διεθνή πίεση να αυξάνεται, ο πόλεμος τελικά σταμάτησε στις 26 Οκτωβρίου. Το Ισραήλ υπέγραψε επίσημη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός με την Αίγυπτο στις 11 Νοεμβρίου και με τη Συρία στις 31 Μαΐου 1974.

Αιγυπτιακές δυνάμεις διασχίζουν τη Διώρυγα του Σουέζ See page for author, Public domain, via Wikimedia Commons

Ο πόλεμος δεν άλλαξε αμέσως τη δυναμική της Αραβο-Ισραηλινής σύγκρουσης, αλλά είχε σημαντικό αντίκτυπο στην προοπτική μιας ενδεχόμενης ειρηνευτικής διαδικασίας μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, η οποία κορυφώθηκε με την επιστροφή ολόκληρης της χερσονήσου του Σινά στην Αίγυπτο με αντάλλαγμα διαρκή ειρήνη.

Ο πόλεμος αποδείχθηκε δαπανηρός για το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τη Συρία, έχοντας προκαλέσει σημαντικές απώλειες και έχοντας απενεργοποιήσει ή καταστρέψει μεγάλες ποσότητες στρατιωτικού εξοπλισμού. Επιπλέον, αν και το Ισραήλ είχε αποτρέψει κάθε προέλαση της Αιγύπτου για την ανακατάληψη της χερσονήσου του Σινά κατά τη διάρκεια του πολέμου, ουδέποτε αποκατέστησε τις φαινομενικά αδιαπέραστες οχυρώσεις του κατά μήκος της διώρυγας του Σουέζ που η Αίγυπτος είχε καταστρέψει στις 6 Οκτωβρίου. Τα αποτελέσματα της σύγκρουσης ώθησαν τις δύο χώρες να συντονίσουν τις ενέργειές τους για βραχυπρόθεσμη απεμπλοκή και κατέστησαν αμεσότερη την ανάγκη για μια μόνιμη διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων στις συνεχιζόμενες διαφορές τους.

Σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί η κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Αιγύπτου, υπογράφηκε στις 18 Ιανουαρίου 1974 συμφωνία απεμπλοκής, που προέβλεπε ότι το Ισραήλ θα αποσύρει τις δυνάμεις του στο Σινά, δυτικά των περασμάτων Μίτλα και Γκίντι και η Αίγυπτος θα μειώσει το μέγεθος των δυνάμεών της στην ανατολική όχθη της διώρυγας. Επιπλέον εγκαταστάθηκε ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε) δημιουργώντας μια ουδέτερη ζώνη μεταξύ των δύο στρατών.

Η συμφωνία Ισραήλ-Αιγύπτου συμπληρώθηκε από μια ακόμη που υπογράφηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1975, η οποία περιλάμβανε πρόσθετη απόσυρση δυνάμεων και επέκταση της ουδέτερης ζώνης του ΟΗΕ. Στις 26 Μαρτίου 1979, το Ισραήλ και η Αίγυπτος έγραψαν ιστορία υπογράφοντας στο Κάμπ Ντέιβιντ μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία που οδήγησε στην πλήρη απόσυρση του Ισραήλ από τη χερσόνησο του Σινά και την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Από αριστερά: Ρίτσαρντ Νίξον πρόεδρος ΗΠΑ – Λεονίντ Μπρέζνιεφ πρόεδρος Σοβιετικής Ένωσης . via Wikimedia Commons

Πυρηνικός συναγερμός

Εν τω μεταξύ, ο Μπρέζνιεφ στα μέσα της νύχτας της 23ης-24ης Οκτωβρίου έστειλε μια επιστολή στον Νίξον, όπου πρότεινε να σταλούν Αμερικανικά και Σοβιετικά αποσπάσματα για να διασφαλιστεί πως και οι δύο πλευρές θα τιμούσαν την κατάπαυση του πυρός. Επίσης απείλησε αναφέροντας: «Θα το πω ξεκάθαρα πως αν το βρείτε αδύνατον να δράσετε από κοινού με εμάς σ’ αυτό το ζήτημα, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με την αναγκαιότητα να μελετήσουμε επειγόντως τη λήψη των απαραίτητων βημάτων μονομερώς. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε την αυθαιρεσία εκ μέρους του Ισραήλ». Εν συντομία, οι Σοβιετικοί απειλούσαν να επέμβουν στον πόλεμο υπέρ της Αιγύπτου.

Οι Σοβιετικοί έθεσαν σε συναγερμό επτά αεροπορικές μεραρχίες και οργανώθηκε μια αερομεταφορά για να τους μεταφέρει στη Μέση Ανατολή. Στήθηκε δε ένα αεροπορικό αρχηγείο στη νότια Σοβιετική Ένωση. Επίσης πολλές αεροπορικές μονάδες τέθηκαν σε συναγερμό. Οι αναφορές επίσης έδειχναν πως τουλάχιστον μια από τις μεραρχίες και μια μοίρα μεταγωγικών αεροπλάνων είχαν μετακινηθεί από τη Σοβιετική Ένωση σε μια αεροπορική βάση στη Γιουγκοσλαβία». Επίσης οι Σοβιετικοί είχαν αναπτύξει εφτά αμφίβια πολεμικά σκάφη με περίπου 40.000 ναυτικό πεζικό στη Μεσόγειο.

Το μήνυμα έφτασε αφότου ο Νίξον είχε πέσει για ύπνο. Ο Κίσινγκερ συγκάλεσε αμέσως σύσκεψη των κύριων αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και ο Υπουργός Άμυνας Τζέημς Σλέσινγκερ, ο Διευθυντής της CIA Ουίλιαμ Κόλμπυ, και ο Επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Αλεξάντερ Χαίηγκ. Το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ είχε φτάσει στο απόγειο του και ο Νίξον ήταν τόσο ταραγμένος και συγχυσμένος ώστε αποφάσισαν να χειριστούν την υπόθεση χωρίς αυτόν.

Όταν ο Κίσινγκερ ρώτησε τον Χαίηγκ αν έπρεπε να τον ξυπνήσουν (τον Νίξον), ο Επιτελάρχης του Λευκού Οίκου απάντησε κάθετα «Όχι». Ο Χαίηγκ μοιραζόταν ξεκάθαρα τα αισθήματα του Κίσινγκερ πως ο Νίξον δεν βρισκόταν σε κατάσταση για να πάρει κρίσιμες αποφάσεις.

Αποτέλεσμα της σύσκεψης ήταν μια συμβιβαστική απάντηση που στάλθηκε στον Μπρέζνιεφ (με το όνομα του Νίξον). Την ίδια ώρα, αποφασίστηκε να αυξηθεί η Κατάσταση Άμυνας (DEFCON) από τέσσερα σε τρία. Τέλος, ενέκριναν να σταλεί μήνυμα στον Σαντάτ (πάλι με το όνομα του Νίξον) ζητώντας του να παραιτηθεί από το αίτημά του για Σοβιετική βοήθεια, απειλώντας πως αν επενέβαιναν οι Σοβιετικοί, θα επενέβαιναν και οι ΗΠΑ.

Οι Σοβιετικοί εντόπισαν γρήγορα την αυξανόμενη Αμερικανική κατάσταση άμυνας και έμειναν έκπληκτοι και μπερδεμένοι με την απάντηση. «Ποιός θα μπορούσε να φανταστεί πως οι Αμερικάνοι θα φοβόντουσαν τόσο εύκολα», είπε ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιέτ Νικολάι Ποντγκόρνι. «Δεν είναι λογικό να μπεις σε πόλεμο με τις ΗΠΑ εξαιτίας της Αιγύπτου και της Συρίας», είπε ο πρωθυπουργός Αλεξέι Κοσύγκιν, ενώ ο αρχηγός της Κα Γκε Μπε Γιούρι Αντρόποφ πρόσθεσε πως «Δεν θα ξεκινήσουμε Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο». Στο τέλος, οι Σοβιετικοί συμβιβάστηκαν με μια Αραβική ήττα. Το γράμμα από το Αμερικανικό υπουργικό συμβούλιο έφτασε κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Ο Μπρέζνιεφ αποφάσισε πως οι Αμερικάνοι ήταν πολύ ταραγμένοι και πως η καλύτερη πορεία δράσης θα ήταν να περιμένουν να απαντήσουν. Το επόμενο πρωί, οι Αιγύπτιοι συμφώνησαν με την Αμερικανική πρόταση και απέσυραν το αίτημά τους για βοήθεια από τους Σοβιετικούς, τερματίζοντας την κρίση.

Εγκαταλελειμμένα ή κατεστραμμένα Αιγυπτιακά τεθωρακισμένα περισυλλέγονται από προσωπικό του IDF, 12 Οκτωβρίου 1973 David Weisfish / Photographer: Israel Press and Photo Agency (I.P.P.A.) / Dan Hadani collection, National Library of Israel / CC BY 4.0, CC BY 4.0, via Wikimedia Commons

Απώλειες

Το Ισραήλ κατέγραψε περί τους 2.800 νεκρούς στη μάχη, ενώ τραυματίστηκαν 7.250 έως 8.800 στρατιώτες και περίπου 293 Ισραηλινοί αιχμαλωτίστηκαν. Περίπου 400 ισραηλινά άρματα μάχης καταστράφηκαν ενώ άλλα 600 υπέστησαν ζημιές, αλλά επέστρεψαν στην υπηρεσία μετά από επισκευές. Ένα σημαντικό Ισραηλινό πλεονέκτημα, που επισημάνθηκε από πολλούς παρατηρητές, ήταν η ικανότητά τους να επισκευάζουν γρήγορα κατεστραμμένα άρματα μάχης.

Η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία (I.A.F) έχασε 102 αεροπλάνα: 32 F-4, 53 A-4, 11 Μιράζ και 6 Σούπερ Μυστέρ ενώ χάθηκαν δύο ελικόπτερα, ένα Μπέλ 205 και ένα CH-53, . Σύμφωνα με τον υπουργό Άμυνας Μοσέ Νταγιάν, σχεδόν τα μισά από αυτά καταρρίφθηκαν κατά τη διάρκεια των 3 πρώτων ημερών του πολέμου. Οι απώλειες της Ισραηλινής Αεροπορίας ανά έξοδο μάχης ήταν λιγότερες από ό, τι στον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967.

Οι Αραβικές απώλειες ήταν πολύ μεγαλύτερες από αυτές του Ισραήλ. Τα ακριβή στοιχεία είναι δύσκολο να εξακριβωθούν, καθώς η Αίγυπτος και η Συρία δεν αποκάλυψαν ποτέ επίσημα στοιχεία. Η χαμηλότερη εκτίμηση θυμάτων είναι 8.000 (5.000 Αιγύπτιοι και 3.000 Σύριοι) νεκροί και 18.000 τραυματίες. Η υψηλότερη εκτίμηση είναι 18.500 (15.000 Αιγύπτιοι και 3.500 Σύριοι) νεκροί. Οι περισσότερες εκτιμήσεις βρίσκονται κάπου μετα-ξύ των δύο, με την ομάδα Insight των Sunday Times του Λονδίνου να υπολογίζει τις συνδυασμένες Αιγυπτιακές και Συριακές απώλειες σε 16.000 νεκρούς. Μια άλλη πηγή αναφέρει περίπου 15.000 νεκρούς και 35.000 τραυματίες. Οι εκτιμήσεις των Η.Π.Α τοποθετούν τις Αιγυπτιακές απώλειες σε 13.000 στρατιώτες. Το Ιράκ κατέγραψε 278 νεκρούς και 898 τραυματίες, ενώ η Ιορδανία είχε 23 νεκρούς και 77 τραυματίες ενώ σκοτώθηκαν 170 Μαροκινοί. Περίπου 8.372 Αιγύπτιοι, 392 Σύριοι, 13 Ιρακινοί και 6 Μαροκινοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι.

Οι απώλειες των Αραβικών αρμάτων ανήλθαν σε 2.250, εκ των οποίων 400 περιήλθαν σε Ισραηλινά χέρια σε καλή κατάσταση λειτουργίας και ενσωματώθηκαν στην Ισραηλινή υπηρεσία. Καταρρίφθηκαν από 341 έως 514 Αραβικά αεροσκάφη. Σύμφωνα με τον Χέρτσογκ, 334 από αυτά καταρρίφθηκαν από την I.A.F σε αερομαχίες, έναντι μόνο 5 Ισραηλινών αεροσκαφών. Η ομάδα Sunday Times Insight αναφέρει απώλειες 450 Αραβικών αεροσκαφών. Στο ναυτικό 19 βυθίστηκαν Αραβικά πλοία, συμπεριλαμβανομένων 10 πυραυλακάτων, χωρίς αντίστοιχες Ισραηλινές απώλειες.

Ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Ανουάρ Σαντάτ και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μεναχέμ Μπεγκίν χειροκροτούνται κατά τη διάρκεια κοινής συνόδου του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον, όπου ο Πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ ανακοίνωσε τα αποτελέσματα των Συμφωνιών του Καμπ Ντέιβιντ στις 18 Σεπτεμβρίου 1978. Leffler, Warren K., photographer. Work for hire made for U.S. News and World Report, Public domain, via Wikimedia Commons

Συνέπειες

Ο πόλεμος είχε τεράστιες συνέπειες σε όλο τον κόσμο. Ο Αραβικός κόσμος, ο οποίος είχε ταπεινωθεί από τη συντριπτική ήττα στον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ένιωσε ψυχολογικά δικαιωμένος από τις διαδοχικές νίκες στην αρχή της σύγκρουσης. Αυτή η δικαίωση άνοιξε τον δρόμο για την ειρηνευτική διαδικασία που ακολούθησε και οδήγησε σε φιλελευθεροποιήσεις στην πολιτική της “infitah” («ανοιχτής πόρτας») από την Αίγυπτο. Οι Συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ, που ήρθαν λίγο αργότερα, οδήγησαν σε ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ – η πρώτη φορά που ένα Αραβικό κράτος αναγνώρισε το Ισραήλ. Η Αίγυπτος, που είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από τη Σοβιετική Ένωση, αποκόπηκε ολοκληρωτικά από την Σοβιετική επιρροή.

Ο πόλεμος έληξε με στρατιωτική νίκη του Ισραήλ, που ακολουθήθηκε από μακροσκελείς διαπραγματεύσεις, καταλήγοντας στο Συνέδριο της Γενεύης όπου υπογράφηκε Συνθήκη Ειρήνης τον Μάιο του 1974. Το Ισραήλ εξαρχής επιθυμούσε ειρήνη γι’ αυτό και συμφώνησε σε υποχωρήσεις.

 

Πηγές

1. Jerry Asher,  Eric Hammel (1987). Duel for the Golan: the 100-hour battle that saved Israel. New York: William Morrow and Company, Inc.

2. Hassan el Badri (1979). The Ramadan War, 1973. Fairfax, VA: T. N. Dupuy Associates Books

3. Ahron Bregman (2002). Israel’s Wars: A History Since 1947. London: Routledge..

4. https://en.wikipedia.org/wiki/Yom_Kippur_War

 

 

Το έργο με τίτλο Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ από τον δημιουργό Χείλων διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές.