εξώφυλλο: Φανταστική απεικόνιση του διπλωματικού «Μπρα ντε φερ» ΗΠΑ Δανίας για τον έλεγχο της Γροιλανδίας από τον Δημήτριο Σχορτσανίτη μέσω τεχνητής νοημοσύνης.
copyright © γράφει ο Δημήτριος Σχορτσανίτης
Εισαγωγή
Η Γροιλανδία αποτελεί ένα απέραντο νησί δύο εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων κατέχοντας στρατηγική γεωπολιτική θέση μεταξύ Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης, ελέγχοντας το θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ Γροιλανδίας, Ισλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου (GUIK GAP από τα αρχικά Greenland, Iceland και United Kingdom), που συνδέει την Αρκτική με τον Ατλαντικό Ωκεανό. To καθοριστικό αυτό πέρασμα διαμόρφωσε τη ναυτική στρατηγική, τόσο για την προστασία των συμμαχικών γραμμών ανεφοδιασμού και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους όσο και ως πρώτη γραμμή στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο του Ψυχρού Πολέμου. Αν και η σημασία του μειώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, το GIUK GAP αποκτά νέα σημασία εν μέσω της αυξανόμενης ρωσικής ναυτικής δραστηριότητας, της επέκτασης στην Αρκτική και των αναδυόμενων υβριδικών απειλών, καθιστώντας το για άλλη μια φορά ένα ναυτικό σημείο φραγμού στρατηγικής σημασίας. Επιπρόσθετα η υπερθέρμανση του πλανήτη με την σταδιακή συρρίκνωση των παγετών σε ολόκληρη την πολική περιοχή, καθιστά το εσωτερικό της Γροιλανδίας πιο προσβάσιμο και τις θαλάσσιες οδούς στην Αρκτική πλωτές, γεγονός που επιτρέπει σύντομα την οικονομικά βιώσιμη εκμετάλλευση των εκεί αποθεμάτων πρώτων υλών. Δεν αποτελεί συνεπώς παράλογο το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την απόκτηση της νήσου με τις προσπάθειες να χρονολογούνται ήδη από το 1867.

Η Αποστολή του Χανς Έγκεδε (1721) και η Κατοχή της Γροιλανδίας από την Δανία
Η Γροιλανδία είχε συνδεθεί με τον ευρωπαϊκό κόσμο ήδη από τον 10ο αιώνα, όταν Νορβηγοί άποικοι υπό τον Έρικ τον Ερυθρό εγκαταστάθηκαν στο νότιο και δυτικό τμήμα του νησιού. Οι οικισμοί αυτοί, γνωστοί ως Ανατολικός και Δυτικός Οικισμός, διατηρούσαν επαφή με τη Νορβηγία και την Ισλανδία για αρκετούς αιώνες. Ωστόσο, γύρω στον 15ο αιώνα, οι ευρωπαϊκές αυτές κοινότητες εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς, πιθανόν λόγω κλιματικών αλλαγών, οικονομικής απομόνωσης και συγκρούσεων ή αλληλεπιδράσεων με τους αυτόχθονες πληθυσμούς. Παρά την εξαφάνιση των Βίκινγκς, η Γροιλανδία θεωρούνταν τυπικά μέρος του βασιλείου της Νορβηγίας και, μετά την ένωση Δανίας–Νορβηγίας, πέρασε στη σφαίρα επιρροής του δανικού στέμματος.
Τον 17o αιώνα ο λουθηρανός ιερέας Χανς Έγκεδε (Hans Egede) επηρεασμένος από την ιδέα της ιεραποστολής και της διάδοσης της «αληθινής πίστης», διαθέτοντας αυξημένες γνώσεις του για τη μεσαιωνική ιστορία της Γροιλανδίας, αποφάσισε να αναζητήσει τους απόγονους των χαμένων Βικινγκς και να τους επαναφέρει στη σωστή εκκλησιαστική τάξη. Η σκέψη του Έγκεδε δεν ήταν αποκομμένη από την πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Η Δανία–Νορβηγία, όπως και άλλα ευρωπαϊκά κράτη, επιδίωκε να επεκτείνει την επιρροή της και να κατοχυρώσει εδάφη με στρατηγική και οικονομική σημασία. Τα κίνητρα της αποστολής του Χανς Έγκεδε μπορούν να διακριθούν σε τρεις βασικές κατηγορίες:
α. Σε θρησκευτικό επίπεδο, ο Έγκεδε πίστευε ότι οι απόγονοι των Βίκινγκς είχαν αποκοπεί από την Εκκλησία και κινδύνευαν πνευματικά. Η αποστολή του παρουσιαζόταν ως πράξη σωτηρίας ψυχών, σύμφωνη με το λουθηρανικό καθήκον του κηρύγματος.
β. Σε πολιτικό επίπεδο, η επανεγκατάσταση Ευρωπαίων στη Γροιλανδία θα ενίσχυε τις εδαφικές αξιώσεις της Δανίας–Νορβηγίας και θα απέτρεπε πιθανές διεκδικήσεις από άλλες δυνάμεις.
γ. Σε οικονομικό επίπεδο, υπήρχαν προσδοκίες για εκμετάλλευση φυσικών πόρων, όπως το κυνήγι φαλαινών, οι φώκιες και το εμπόριο ελεφαντόδοντου.
Το 1721 ο Χανς Έγκεδε έφτασε στη δυτική ακτή της Γροιλανδίας μαζί με την οικογένειά του και μια μικρή ομάδα αποίκων. Εκεί ίδρυσε τον οικισμό Αποικία της Ελπίδας (Haabets Koloni), κοντά στη σημερινή πόλη Νουούκ. Οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες με το ακραίο κλίμα, τους περιορισμένοι πόροι και την πλήρη άγνοια του τοπικού περιβάλλοντος να συνηγορούν για την αποτυχία της αποστολής. Επιπλέον καθώς κατέστη έγινε φανερό ότι οι Νορβηγοί άποικοι του Μεσαίωνα δεν υπήρχαν πια, ο Έγκεδε ήρθε σε επαφή με τους Ινουίτ, οι οποίοι είχαν προσαρμοστεί πλήρως στις αρκτικές συνθήκες και διέθεταν βαθιά γνώση του περιβάλλοντος.

Η συνάντηση με τους Ινουίτ αποτέλεσε καθοριστική στιγμή της αποστολής. Οι Ινουίτ αντιμετώπισαν αρχικά τους Ευρωπαίους με επιφυλακτικότητα αλλά και πρακτικό ενδιαφέρον, κυρίως λόγω των εμπορικών ανταλλαγών. Ο Έγκεδε αντιλήφθηκε ότι το αρχικό του σχέδιο έπρεπε να αλλάξει και στράφηκε πλέον στον εκχριστιανισμό των αυτόχθονων πληθυσμών. Προσπάθησε να μάθει τη γλώσσα τους και να μεταφράσει βασικές θρησκευτικές έννοιες, ένα έργο ιδιαίτερα δύσκολο λόγω των πολιτισμικών διαφορών. Ωστόσο, οι θρησκευτικές διδασκαλίες του Έγκεδε συχνά δεν γίνονταν κατανοητές ή απορρίπτονταν. Παρά τις δυσκολίες, η αποστολή του οδήγησε στη δημιουργία μόνιμης ευρωπαϊκής παρουσίας στη Γροιλανδία. Ο οικισμός εξελίχθηκε σταδιακά και αποτέλεσε τη βάση για τη μετέπειτα δανική διοίκηση.
Η Συνθήκη του Κιέλου του 1814
Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι (1799–1815) αποτέλεσαν μια περίοδο βαθιών ανακατατάξεων στην Ευρώπη. Τα περισσότερα κράτη της ηπείρου βρέθηκαν άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενα στις συγκρούσεις, με συμμαχίες που συχνά μεταβάλλονταν ανάλογα με τις στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις. Η Δανία–Νορβηγία επέλεξε να συμμαχήσει με τη Γαλλία του Ναπολέοντα, μια επιλογή που αποδείχθηκε καθοριστική για τη μετέπειτα τύχη της. Αντιθέτως η Σουηδία, μετά την απώλεια της Φινλανδίας από τη Ρωσία το 1809 επιδιώκοντας εδαφικές αποζημιώσεις προσχώρησε στο στρατόπεδο των αντιναπολεόντειων δυνάμεων.
Η ήττα του Ναπολέοντα κατά την Μάχη της Λειψίας, γνωστής και ως Μάχης των Εθνών (16 έως 19 Οκτωβρίου 1813) και η προέλαση των συμμαχικών δυνάμεων έφεραν τη Δανία σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Αντιμέτωπη με στρατιωτική πίεση και διπλωματική απομόνωση, η δανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με τη Σουηδία. Οι συνομιλίες κατέληξαν στη Συνθήκη του Κιέλου, η οποία υπογράφηκε στις 14 Ιανουαρίου 1814. Η συνθήκη δεν αποτέλεσε προϊόν ισότιμης διαπραγμάτευσης, αλλά μάλλον επιβεβαίωση της ήττας της Δανίας.
Ο κεντρικός όρος της συνθήκης ήταν η παραχώρηση της Νορβηγίας από τον βασιλιά της Δανίας στον βασιλιά της Σουηδίας. Με αυτόν τον τρόπο τερματιζόταν μια ένωση περίπου τεσσάρων αιώνων, η οποία είχε διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη της Νορβηγίας. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν οι εξαιρέσεις που προβλέπονταν στη συνθήκη. Η Γροιλανδία, η Ισλανδία και οι Νήσοι Φερόες δεν παραχωρήθηκαν στη Σουηδία, αλλά παρέμειναν υπό δανική κυριαρχία. Η πρόβλεψη αυτή κατοχύρωσε διεθνώς τη δανική εξουσία επί των ατλαντικών αυτών περιοχών και επηρέασε καθοριστικά τη μελλοντική τους πορεία. Ως αντάλλαγμα για την απώλεια της Νορβηγίας, η Δανία έλαβε τη Σουηδική Πομερανία και οικονομικές αποζημιώσεις.

Για τη Γροιλανδία, η Συνθήκη του Κιέλου είχε καθοριστική σημασία. Η ρητή εξαίρεσή της από την παραχώρηση της Νορβηγίας στη Σουηδία αποτέλεσε τη νομική βάση της δανικής κυριαρχίας στο νησί κατά τον 19ο και 20ό αιώνα. Από το 1814 και εξής, η Γροιλανδία συνδέθηκε αποκλειστικά με τη Δανία, γεγονός που διευκόλυνε τη σταδιακή ενσωμάτωσή της στο δανικό κράτος. Η συνθήκη χρησιμοποιείται έως σήμερα ως ιστορικό και νομικό επιχείρημα σε συζητήσεις σχετικά με το καθεστώς της Γροιλανδίας και τις σχέσεις της με τη Δανία.
Το Όραμα του Σιούαρντ: Η Επέκταση πέρα από την Αλάσκα (1867)
Το έτος 1867 υπήρξε ορόσημο για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, με τον τότε Υπουργό Εξωτερικών Γουίλιαμ Χ. Σιούαρντ (William H. Seward 1801–1872) να ολοκληρώνει την αγορά της Αλάσκας από τη Ρωσία. Ωστόσο, ο Σιούαρντ οπαδός της ιδέας του «Έκδηλου Πεπρωμένου» (Manifest Destiny), δεν σταμάτησε εκεί. Οραματιζόμενος έναν παγκόσμιο εμπορικό και στρατηγικό ρόλο για τις ΗΠΑ, που θα περιλάμβανε τον έλεγχο ολόκληρης της Βόρειας Αμερικής και των γύρω θαλασσών, έστρεψε το βλέμμα του προς την ανατολή, στοχεύοντας στις κτήσεις της Δανίας στον Βόρειο Ατλαντικό.

Για να στηρίξει το επιχείρημα του ο Σιούαρντ ανάθεσε στον μηχανικό ορυχείων Μπεντζαμίν Μιλλς Πιρς (Benjamin Mills Peirce) τη σύνταξη μιας αναλυτικής έκθεσης για τους πόρους των δύο νησιών. Η έκθεση υπογράμμιζε τα παρακάτω κύρια οφέλη για τις ΗΠΑ:
α. Ύπαρξη τεράστιου ορυκτού πλούτου (κυρίως κρυόλιθος και άνθρακας κυρίως στην Γροιλανδία) και πλούσια αλιευτικά πεδία.
β. Σημαντική στρατηγική θέση λειτουργώντας ως στρατηγικές γέφυρες προς την Ευρώπη εξασφαλίζοντας τον αμερικανικό έλεγχο στις βόρειες θαλάσσιες οδούς. Όπως σημειωνόταν ο πατριωτισμός των Ισλανδών θα καθιστούσε δύσκολη την προσάρτηση της Ισλανδίας, ενώ αντιθέτως για την Γροιλανδία ο μικρός αριθμός των Ευρωπαίων κάτοικων (383 άτομα σύμφωνα με την απογραφή του 1938) δεν θα δημιουργούσε προβλήματα.
γ. Η απόκτησή τους θα «περικύκλωνε» γεωγραφικά τον Καναδά, πιέζοντάς τον ενδεχομένως να δεχθεί να ενταχθεί στις ΗΠΑ.
Παρά το γεγονός ότι οι συζητήσεις με τη Δανία φέρονταν να βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (με το ποσό των 5,5 εκατομμυρίων δολαρίων σε χρυσό να αναφέρεται συχνά ως πιθανό τίμημα) η επίσημη πρόταση δεν κατατέθηκε ποτέ, καθώς συνάντησε σοβαρές πολιτικές αντιδράσεις. Η αγορά της Αλάσκας είχε ήδη δεχθεί σφοδρή κριτική ως «η τρέλα του Σιούαρντ» (Seward’s Folly) και «ο κήπος με τις πολικές αρκούδες του Άντριου Τζόνσον» (Andrew Johnson’s polar bear garden), με το Κογκρέσο να μην ήταν διατεθειμένο να ξοδέψει περισσότερα χρήματα για «παγόβουνα». Επιπρόσθετα η παραπομπή Άντριου Τζόνσον σε δίκη με το ερώτημα της καθαίρεσης (impeachment) το 1868 εμπόδισε κάθε νέα επεκτατική πρωτοβουλία.

Η Πρόταση Ανταλλαγής (1910)
Αν και η προσπάθεια του 1867 δεν καρποφόρησε, έθεσε τα θεμέλια για το διαχρονικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τη Γροιλανδία, το οποίο αναζωπυρώθηκε λίγο πριν την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1910, ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Δανία, Μόρις Φράνσις Έγκαν (Maurice Francis Egan) κατέθεσε μια εξαιρετικά «τολμηρή πρόταση» (audacious suggestion) για μια τριγωνική ανταλλαγή εδαφών, η οποία θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να αποκτήσουν τη Γροιλανδία χωρίς την καταβολή χρημάτων. Η πρόταση βασιζόταν στην επιθυμία της Δανίας να ανακτήσει εδάφη που είχε χάσει από τη Γερμανία το 1864 και περιλάμβανε τα εξής πολύπλοκα βήματα μεταξύ ΗΠΑ, Δανίας και Γερμανίας:
α. Οι HΠΑ θα παραχωρούσαν στη Δανία το νησί Μιντανάο (και πιθανώς το Παλαουάν) των Φιλιππίνων, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή τους μετά τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο.
β. Ως αντάλλαγμα, η Δανία θα παρέδιδε στις ΗΠΑ τη Γροιλανδία και τις Δανικές Δυτικές Ινδίες (σημερινές Παρθένες Νήσοι).
γ. Στη συνέχεια, η Δανία θα παραχωρούσε το Μιντανάο στη Γερμανία (η οποία αναζητούσε αποικίες στην Ανατολή).
δ. Σε αντάλλαγμα για το Μιντανάο, η Γερμανία θα επέστρεφε στη Δανία το Βόρειο Σλέσβιχ (Schleswig).

Παρά την πολυπλοκότητα και τη στρατηγική της λογική, η πρόταση κατέρρευσε γρήγορα, καθώς η κυβέρνηση της Δανίας δεν ήταν διατεθειμένη να εμπλακεί σε μια τόσο ριψοκίνδυνη διεθνή ανταλλαγή, ενώ υπήρχαν και εσωτερικές αντιδράσεις για την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Το κλίμα στην Ευρώπη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ήδη τεταμένο, καθιστώντας τέτοιες εδαφικές ανακατατάξεις εξαιρετικά επικίνδυνες. Επιπρόσθετα η μεταφορά πληθυσμών από τις Φιλιππίνες στη δανική και στη συνέχεια στη γερμανική κυριαρχία θεωρήθηκε ηθικά και πολιτικά προβληματική.
Η Συνθήκη για τις Δανικές Δυτικές Ινδίες (1917)
Η Δανία στην Καραϊβική από τον 17ο αιώνα διέθετε ως αποικίες Δανικές Δυτικές Ινδίες στις οποίες ανήκαν οι νήσοι Άγιος Θωμάς (St. Thomas), Άγιος Ιωάννης (St. John) και Άγιος Σταυρός (St. Croix) με την οικονομίας τους να βασίζεται κυρίως στην εμπορία ζάχαρης. Μετά την κατάργηση της δουλείας το 1848 και την πτώση της ζάχαρης το 1910, οι αποικίες έγιναν οικονομικά ζημιογόνες για τη Δανία, αναγκάζοντας την κυβέρνηση της χώρας να στέλνει συνεχή οικονομική βοήθεια για να κρατήσει τα νησιά όρθια.
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914–1918), η Δανία διατήρησε μια αυστηρή και επισφαλή ουδετερότητα, αποφεύγοντας την άμεση στρατιωτική σύγκρουση, αλλά επηρεάστηκε βαθύτατα τόσο διπλωματικά όσο και οικονομικά. Η ουδετερότητα δεν προστάτευσε πλήρως τον εμπορικό στόλο της Δανίας, καθώς περίπου 275 δανικά εμπορικά πλοία βυθίστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, παράλληλα στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση αντιμετώπισε δυσκολίες να διαχειριστεί τις ελλείψεις και τον πληθωρισμό.
Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζοντας τις συνέπειες του απεριόριστου υποβρύχιου πολέμου και φοβούμενες ότι τα νησιά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από εχθρικές ευρωπαϊκές δυνάμεις και να απειλήσουν τη ναυσιπλοΐα και τη Διώρυγα του Παναμά εκμεταλλεύτηκαν την οικονομική αδυναμία της Δανίας και κατάφεραν να αποκτήσουν την κυριαρχίας τους έναντι 25 εκατομμύρια δολάρια σε χρυσό. Παράλληλα η Δανία ζήτησε να συμπεριληφθεί ως παράρτημα στη συνθήκη πώλησης των Δανικών Δυτικών Ινδιών η επίσημη αμερικανική αναγνώριση της κυριαρχίας της σε ολόκληρη τη Γροιλανδία. Αυτός ο όρος ήταν κρίσιμος για τη Δανία, καθώς εξουδετέρωνε τις παλαιότερες αμερικανικές βλέψεις (από το 1867) και τις διεκδικήσεις άλλων δυνάμεων (όπως η Νορβηγία), ενώ παράλληλα άνοιξε τον δρόμο για την πλήρη αναγνώριση της κυριαρχίας της Γροιλανδίας από την Δανία από τα υπόλοιπα κράτη.

Η Υπόθεση της Ανατολικής Γροιλανδίας (1931–1933)
Η Ανατολική Γροιλανδία στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν μια ιδιαίτερα απομονωμένη και αραιοκατοικημένη περιοχή, χωρίς μόνιμο πληθυσμό και χωρίς εμφανή κρατική παρουσία σε καθημερινή βάση. Αυτό το γεγονός έδωσε στη Νορβηγία το 1931 τη βάση για να υποστηρίξει ότι η περιοχή αποτελούσε terra nullius (γη κανενός), προχωρώντας σε μονομερή ανακήρυξη κυριαρχίας σε τμήμα της Ανατολικής Γροιλανδίας, με την πρόφαση ότι η Δανία δεν είχε ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στην περιοχή. Η ενέργεια αυτή βασίστηκε κυρίως στη μακροχρόνια παρουσία Νορβηγών κυνηγών και παγιδευτών, καθώς και στην απουσία σαφών δανικών διοικητικών δομών στην περιοχή. Η Δανία αντέδρασε έντονα και προσέφυγε στο Μόνιμο Διεθνές Δικαστήριο.
Ένα από τα κεντρικά σημεία της υπόθεσης ήταν η έννοια της αποτελεσματικής άσκησης κυριαρχίας. Το Δικαστήριο κλήθηκε να κρίνει αν η κυριαρχία προϋποθέτει συνεχή και έντονη κρατική παρουσία ή αν αρκεί μια πιο ήπια μορφή άσκησης εξουσίας, ιδίως σε περιοχές με ακραίες κλιματικές συνθήκες. Το Δικαστήριο έκρινε ότι στην περίπτωση της Γροιλανδίας, η φύση του εδάφους και οι συνθήκες ζωής δικαιολογούσαν μια περιορισμένη μορφή κρατικής δραστηριότητας. Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η λεγόμενη «Δήλωση Ιλεν» του 1919, καθώς ο Νορβηγός Υπουργός Εξωτερικών Ιάκωβος Θουρμαν Ιλεν (Jacob Thurmann Ihlen) είχε δηλώσει ότι η Νορβηγία δεν θα πρόβαλλε αντιρρήσεις στις δανικές διεκδικήσεις επί της Γροιλανδίας.
Η διαφορά εκδικάστηκε από το Μόνιμο Διεθνές Δικαστήριο και εκδόθηκε το 1933, σε μια περίοδο όπου τα ζητήματα αποικιακής κυριαρχίας και ελέγχου απομακρυσμένων περιοχών είχαν ιδιαίτερη σημασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η δήλωση αυτή, παρότι προφορική και χωρίς τυπική συνθήκη, δημιουργούσε νομικές δεσμεύσεις για τη Νορβηγία. Με αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο αναγνώρισε για πρώτη φορά με σαφήνεια ότι οι μονομερείς δηλώσεις κρατών μπορούν να παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα στο διεθνές δίκαιο. Η απόφαση υπέρ της Δανίας στηρίχθηκε επίσης στο γεγονός ότι η χώρα είχε επιδείξει συνεχή πρόθεση να ασκεί κυριαρχία επί ολόκληρης της Γροιλανδίας, μέσω διοικητικών πράξεων, διεθνών συμφωνιών και διεθνούς αναγνώρισης από άλλα κράτη. Η παρουσία Νορβηγών πολιτών κρίθηκε ανεπαρκής για τη θεμελίωση κυριαρχίας, καθώς δεν συνοδευόταν από κρατική εξουσία.

Οι ΗΠΑ μια υπερδύναμη που λειτουργούσε ως ισχυρή ένδειξη διεθνούς αναγνώρισης της δανικής κυριαρχίας έσπευσαν να υιοθετήσουν σαφή και σταθερή στάση υπέρ της Δανίας στην Υπόθεση της Ανατολικής Γροιλανδίας, καθώς συνδεόταν και με μακροπρόθεσμα στρατηγικά τους συμφέροντα. Η στάση των ΗΠΑ ευθυγραμμιζόταν με την αρχή της καλής πίστης στις διεθνείς σχέσεις, καθώς η Νορβηγία γνώριζε ότι η διεθνής κοινότητα, και ιδίως οι ΗΠΑ, θεωρούσαν τη Γροιλανδία ενιαίο έδαφος υπό δανική κυριαρχία. Με τον τρόπο αυτό, αποδυναμώθηκε το βασικό νομικό επιχείρημα της Νορβηγίας και ενισχύθηκε η θέση της Δανίας ενώπιον του Μόνιμου Διεθνούς Δικαστηρίου.
H Συνθήκη Κάουφμαν (1941)
Όταν η Γερμανία εισέβαλε στη Δανία τον Απρίλιο του 1940, η δανική κυβέρνηση και ο Βασιλιάς Χριστιανός Ι’ παρέμειναν στη χώρα, υπογράφοντας μια συμφωνία συνεργασίας με τους Ναζί ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν μια σχετική εσωτερική αυτονομία. Αντιθέτως ο Δανός πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον Χένρικ Κάουφμαν (Henrik Jauffmann) αρνήθηκε να ακολουθήσει τις εντολές της κατεχομένης κυβέρνησης του αυτοανακηρυσσόμενος εκπρόσωπος μιας «ελεύθερης Δανίας» λαμβάνοντας τον έλεγχο των δανικών εδαφών εκτός της Ευρώπης. Η Γροιλανδία, αποκομμένη από τη μητροπολιτικό κορμό βρέθηκε στο επίκεντρο του πολέμου στον Ατλαντικό, λόγω της στρατηγικής θέσης. Η στρατηγική αξία της Γροιλανδίας ήταν τριπλή. Πρώτον, αποτέλεσε κρίσιμο κρίκο στη γραμμή ανεφοδιασμού του Βόρειου Ατλαντικού, συνδέοντας τη Βόρεια Αμερική με τη Βρετανία. Δεύτερον, φιλοξένησε μετεωρολογικούς σταθμούς, οι οποίοι παρείχαν ζωτικής σημασίας δεδομένα για τις πολεμικές επιχειρήσεις· για τον λόγο αυτό, οι Γερμανοί επιχείρησαν να εγκαταστήσουν μυστικούς σταθμούς στη βόρεια Γροιλανδία. Τρίτον, στη Γροιλανδία εξορυσσόταν κρυόλιθος, απαραίτητο υλικό για την παραγωγή αλουμινίου, το οποίο ήταν κρίσιμο για την αεροπορική βιομηχανία των Συμμάχων.

Οι τοπικές αρχές για να αποτρέψουν το ενδεχόμενου γερμανικού ελέγχου της νήσου συνεργάστηκαν στενά με τις ΗΠΑ, οι οποίες ανέλαβαν στην αρχή ανεπίσημα την προστασία της. Την 9η Απριλίου 1941 (ακριβώς έναν χρόνο μετά τη γερμανική εισβολή στη Δανία), o Κάουφμαν δηλώνοντας ότι εφόσον η κυβέρνηση στην Κοπεγχάγη ήταν αιχμάλωτη των Ναζί και δεν μπορούσε να ασκήσει τα κυριαρχικά της καθήκοντα στη Γροιλανδία υπέγραψε με τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών Κόρντελ Χούλ (Cordell Hull) υπό το πρίσμα του δόγματος Μονρόε την «Συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Δανίας σχετικά με την άμυνα της Γροιλανδίας». Οι βασικοί της όροι ήταν οι εξής:
α. Οι ΗΠΑ αναγνώρισαν και σεβάστηκαν πλήρως τη συνεχιζόμενη κυριαρχία του Βασιλείου της Δανίας επί της Γροιλανδίας.
β. Η συμφωνία παραχωρούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το δικαίωμα να κατασκευάσουν, να διατηρήσουν και να λειτουργούν στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί, συμπεριλαμβανομένων αεροδρομίων, ραδιοφωνικών σταθμών και μετεωρολογικών σταθμών.
γ. Ο επίσημος στόχος της συμφωνίας ήταν η άμυνα της Γροιλανδίας από την πιθανότητα να μετατραπεί σε «σημείο επίθεσης εναντίον εθνών της Αμερικανικής ηπείρου» από μη αμερικανικές δυνάμεις (δηλαδή τη ναζιστική Γερμανία).
δ. Η συμφωνία είχε προσωρινή ισχύ. Προέβλεπε, ότι η αμερικανική κατοχή θα συνεχιζόταν μέχρι να συμφωνηθεί από κοινού ότι οι κίνδυνοι έχουν περάσει, οπότε και μπορούσε να τερματιστεί με ειδοποίηση 12 μηνών από οποιοδήποτε μέρος.
ε. Οι αμυντικές εγκαταστάσεις θα ήταν διαθέσιμες σε αεροσκάφη και σκάφη όλων των αμερικανικών εθνών για σκοπούς κοινής άμυνας του Δυτικού Ημισφαιρίου.

Η κατεχόμενη κυβέρνηση στην Κοπεγχάγη, υπό την πίεση της Γκεστάπο, ανακήρυξε τη συμφωνία άκυρη, απέλυσε τον Κάουφμαν και πάγωσε την περιουσία του. Ωστόσο, οι τοπικοί κυβερνήτες στη Γροιλανδία τάχθηκαν με το μέρος του, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να αναλάβουν de facto τον έλεγχο. Μετά τον πόλεμο, η απελευθερωμένη Δανία αναγνώρισε τον Κάουφμαν ως εθνικό ήρωα και επικύρωσε την συνθήκη του ομόφωνα, εκφράζοντας όμως την επιθυμία για σύντομο τερματισμό της, θεωρώντας ότι ο κίνδυνος είχε εκλείψει.
Η Αμυντική Συμφωνία του 1951
Το 1946 και 1947, η Δανία ζήτησε επίσημα την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων. ωστόσο, οι ΗΠΑ αρνήθηκαν, υποστηρίζοντας ότι οι «κίνδυνοι» δεν είχαν περάσει λόγω της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου και της νέας απειλής από τη Σοβιετική Ένωση. Αντιθέτως στις 14 Δεκεμβρίου 1946 στην Νέα Υόρκη ο τότε Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Μπερνς (James Byrnes) κατέθεσε επίσημη, αν και μυστική, πρόταση για την αγορά της Γροιλανδίας στον Δανό ομόλογο του προσφέροντας 100 εκατομμύρια δολάρια σεχρυσό για την απόκτηση ολόκληρου του νησιού. Στις συζητήσεις είχε εξεταστεί ακόμη και η πιθανότητα ανταλλαγής εδαφών, με την παραχώρηση τμημάτων της Αλάσκας (περιοχή Πόιντ Μπάροου) στη Δανία ως αντάλλαγμα για στρατηγικά σημεία της Γροιλανδίας. Παρά τις συνεχόμενες αμερικανικές πιέσεις η κυβέρνηση της Δανίας δεν υπέκυψε.
Η ίδρυση του ΝΑΤΟ στις 4 Απριλίου του 1949 αποτέλεσε την βάση για την σύναψη της «Συμφωνίας για την Άμυνα της Γροιλανδίας» που υπογράφηκε στις 27 Απριλίου του 1951 μεταξύ Δανίας και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και οι δύο χώρες αποτελούσαν ιδρυτικά του μέλη. Η συμφωνία βασίστηκε στην εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στη συμφωνία του 1941, έχοντας ως κύριο στόχο την συλλογική άμυνα του Βόρειου Ατλαντικού απέναντι στη σοβιετική απειλή. Τα κύρια σημεία της συμφωνίας περιλάμβαναν:
α. Την ρητή αναγνώριση από τις ΗΠΑ της κυριαρχίας του Βασιλείου της Δανίας στην Γροιλανδίας, παρά τις εκτεταμένες διευκολύνσεις.
β. Επιτράπηκε στις ΗΠΑ να δημιουργήσουν και να λειτουργούν στρατιωτικές εγκαταστάσεις) στη Γροιλανδία. Η σημαντικότερη από αυτές είναι η Βάση της Θουλής (σήμερα γνωστή ως Pituffik Space Base). Κρίσιμη για τον έλεγχο της Αρκτικής και του εναέριου χώρου της και για την έγκαιρη προειδοποίηση επερχόμενων πυραυλικών επιθέσεων.
γ. Παραχωρήθηκε στις αμερικανικές δυνάμεις το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης και κίνησης μεταξύ των βάσεων σε ξηρά, θάλασσα και αέρα, ενώ το αμερικανικό προσωπικό και οι εργολάβοι απαλλάχθηκαν από τη δανική φορολογία για δραστηριότητες που σχετίζονται με τη συμφωνία.
δ. Η συμφωνία δεν είχε ημερομηνία λήξης, γεγονός που έδινε στις ΗΠΑ μια ημι-μόνιμη παρουσία στο νησί, εφόσον το ΝΑΤΟ παρέμενε ενεργό.

Η συμφωνία ενίσχυσε τον στρατηγικό ρόλο της Γροιλανδίας, αλλά προκάλεσε και έντονες αντιδράσεις από τους κατοίκους της περιοχής. Η μη ύπαρξη δημοκρατικής εκπροσώπησης της τοπικής κυβέρνησης και του πληθυσμού κατά την υπογραφή της συμφωνίας θεωρήθηκε σύμβολο αποικιοκρατικής συμπεριφοράς και έλλειψη διαφάνειας και σεβασμού προς τους αυτόχθονες. Επιπρόσθετα ορισμένοι πληθυσμοί Ινουίτ αναγκάστηκαν να μετεγκατασταθούν βίαια χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς να αποζημιωθούν σε βορειότερες εκτάσεις. Οι αυτόχθονες εκτός από την απώλεια των πατρογονικών τους εκτάσεις απώλεσαν και σημαντικό μέρος των οικονομικών δραστηριοτήτων, καθώς η περιοχή που εγκαταστάθηκε η αμερικανική βάση παραδοσιακό κυνηγότοπο για εκατονταετίες.

Η Συμφωνία του Ιγκαλίκου (2004)
Η «Συμφωνία του Ιγκαλίκου» (Igaliku Agreement) υπογράφηκε το 2004 στο χωριό Ιγκαλίκου της νότιας Γροιλανδίας και αποτελεί σημαντικό σταθμό στη σταδιακή ενίσχυση της αυτονομίας της Γροιλανδίας στο πλαίσιο του Βασιλείου της Δανίας. Η συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ της κυβέρνησης της Δανίας και της Αυτόνομης Κυβέρνησης της Γροιλανδίας (Home Rule). Κεντρικός στόχος της συμφωνίας ήταν η αναδιάρθρωση των σχέσεων Δανίας και Γροιλανδίας με βάση την αρχή της συνεργασίας και του αμοιβαίου σεβασμού, καθώς και η προετοιμασία για βαθύτερη αυτοδιοίκηση. Η συμφωνία αναγνώρισε ότι η Γροιλανδία διαθέτει ξεχωριστή πολιτική και πολιτισμική ταυτότητα, ενώ υπογράμμισε το δικαίωμα του γροιλανδικού λαού να αποφασίζει για το μέλλον του. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από τη Δανία στη Γροιλανδία, στη διαχείριση φυσικών πόρων και στην ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας της Γροιλανδίας σε ζητήματα που την αφορούν άμεσα.

Η «Συμφωνία του Ιγκαλίκου» αποτελεί έναν ιστορικό σταθμό καθώς μετέτρεψε τη διμερή αμυντική συνεργασία (ΗΠΑ και Δανίας) σε τριμερή, συμπεριλαμβάνοντας επίσημα και την Κυβέρνηση της Γροιλανδίας. Οι βασικοί πυλώνες της συμφωνίας είναι:
α. Η αναβάθμιση της βάσης της Θουλής με τον εκσυγχρονισμό του ραντάρ της βάσης για την ένταξή του στο αμερικανικό σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας.
β. Η θέσπιση μιας Κοινής Επιτροπής (Joint Committee) για την προώθηση της συνεργασίας σε τομείς όπως η ενέργεια, το περιβάλλον, η υγεία, ο τουρισμός και η εκπαίδευση.
γ. Η δέσμευση από τις ΗΠΑ να τηρούν τα περιβαλλοντικά πρότυπα της Γροιλανδίας στις στρατιωτικές περιοχές.
δ. Η υποχρέωση των ΗΠΑ να διαβουλεύονται και να ενημερώνουν τη Δανία και τη Γροιλανδία για οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στη στρατιωτική τους παρουσία στο νησί.
Η συμφωνία αυτή θεωρείται κομβική για την αυτοδιάθεση της Γροιλανδίας, καθώς αναγνώρισε την τοπική κυβέρνηση ως ισότιμο εταίρο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας που την αφορούν άμεσα.

Ο Νόμος περί Αυτοδιοίκησης (2009)
Η 21η Ιουνίου 2009 αποτελεί την «Ημέρα Ανεξαρτησίας» για τη Γροιλανδία εντός του Βασιλείου της Δανίας, καθώς ο Νόμος περί Αυτοδιοίκησης (Self-Government Act) άλλαξε ριζικά το status quo της νήσου, αναγνωρίζοντας επίσημα τους Γροιλανδούς ως ξεχωριστού λαού βάσει του διεθνούς δικαίου. Η κυβέρνηση της Γροιλανδίας απέκτησε τον πλήρη έλεγχο των πλούσιων κοιτασμάτων της (πετρέλαιο, χρυσός, σπάνιες γαίες), τα οποία παλαιότερα διαχειριζόταν η Κοπεγχάγη με την Δανία να διατηρεί τον έλεγχο στην εξωτερική πολιτική, την άμυνα και τη νομισματική πολιτική. Παράλληλα το άρθρο 21 του νόμου ορίζει ρητά ότι η απόφαση για πλήρη ανεξαρτησία ανήκει αποκλειστικά στον λαό της Γροιλανδίας μέσω δημοψηφίσματος, που θα διενεργηθεί μετά την κατάρτιση του συντάγματος της χώρας.
Η πρώτη Συνταγματική Επιτροπή συστάθηκε το 2017 με εντολή από το Γροιλανδικό Κοινοβούλιο (Inatsisartut) να συντάξει ένα κείμενο που θα ισχύει για μια μελλοντική ανεξάρτητη Γροιλανδία. Τον Απρίλιο του 2023 παρουσιάστηκε το πρώτο προσχέδιο Συντάγματος της Γροιλανδίας το οποίο περιλαμβάνει 49 άρθρα. Το προσχέδιο ορίζει τη Γροιλανδία ως κυρίαρχο κράτος, καθιερώνει τα Γροιλανδικά ως επίσημη γλώσσα και προβλέπει τη δημιουργία δικού της δικαστικού συστήματος και αρχηγού κράτους.
Μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γιένς Φρέντρι Νίλσεν (Jens-Frederik Nielsen) τον Απρίλιο του 2025, η συζήτηση για το Σύνταγμα εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο «σταδιακής ανεξαρτησίας», με την κυβέρνηση να επικεντρώνεται στη μεταφορά των τελευταίων αρμοδιοτήτων από την Κοπεγχάγη (όπως η δικαιοσύνη και η αστυνόμευση). Καθώς οι γεωπολιτικές πιέσεις (ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας) μεγαλώνουν, το Σύνταγμα της Γροιλανδίας δεν αποτελεί απλώς ένα νομικό κείμενο, είναι το εργαλείο με το οποίο η κυβέρνηση στο Νούουκ απαντά, δηλώνοντας ότι η κυριαρχία επί των φυσικών πόρων και της γης ανήκει αποκλειστικά στον λαό της Γροιλανδίας. Επιπρόσθετα το νέο Σύνταγμα της Γροιλανδίας ορίζοντας το νησί μετά την επικείμενη ανεξαρτησία, ως κυρίαρχο κράτος, θα καταστήσει την συνθήκη του 1951 (που υπογράφηκε από τη Δανία) νομικά κενή, δίνοντας στη Γροιλανδία το δικαίωμα να διαπραγματευτεί η ίδια απευθείας με τις ΗΠΑ, επιδιώκοντας οικονομικά ανταλλάγματα ή μεγαλύτερο έλεγχο στις στρατιωτικές της δραστηριότητες.

Επίλογος
Από τον Ιανουάριο του 2026 βρίσκεται σε εξέλιξη ένας εκτεταμένος δημόσιος διάλογος στις τοπικές κοινότητες. Το κύριο ερώτημα είναι αν το Σύνταγμα θα τεθεί σε δημοψήφισμα ως «εσωτερικό έγγραφο» εντός του Βασιλείου της Δανίας ή αν θα ενεργοποιηθεί μόνο τη στιγμή της επίσημης απόσχισης. Πιστές στις προσπάθειες απόκτησης της νήσου σε κάθε αλλαγή του status quo, oι ΗΠΑ υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ θέτοντας ως πρόσχημα την ασφάλεια της χώρας τους προσπαθούν να πιέσουν για την εξαγορά ή την προσάρτηση της Γροιλανδίας πριν την επίσημη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της. Παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ, το αίσθημα στη Γροιλανδία παραμένει υπέρ της αυτοδιάθεσης. Δημοσκόπηση του 2025 έδειξε ότι το 85 τοις εκατό των Γροιλανδών απορρίπτει την ιδέα να γίνει η χώρα μέρος των ΗΠΑ. Εν κατά κλειδί, το Σύνταγμα της Γροιλανδίας μετατρέπει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ από μια «αυτονόητη» συμφωνία με τη Δανία σε ένα «διπλωματικό παζάρι» όπου η Γροιλανδία θα έχει τον τελευταίο λόγο.

Βιβλιογραφία – Πηγές
Berry, Dawn Alexandrea. 2012. «The Monroe Doctrine and the Governance of Greenland’s Security.» International Journal 67, no. 4: 1039–61. SAGE Journals.
Berg, Roald. “Denmark, Norway and Sweden in 1814: A Geopolitical and Contemporary Perspective.” Scandinavian Journal of History 39, no. 3 (2014): 265–286.
Constitutional Commission of Greenland. Draft Constitution for Greenland. Nuuk: Government of Greenland, 2023. Naalakkersuisut Official.
Egede, Hans. A Description of Greenland. Translated by James Grieg. London: Edward Cave, 1745.
Feldbæk, Ole. “Denmark and the Treaty of Kiel 1814.” Scandinavian Journal of History 15, no. 3–4 (1990): 259–268.
Gad, Finn. The History of Greenland. 3rd ed. London: C. Hurst & Company, 2004.
Government of Greenland. «Joint Statement on Sovereignty and Defense Relations with the United States.» January 5, 2026. Greenlandic Government Press Office.
Marquardt, Ole. “Missionaries, Traders, and the Danish Colonization of Greenland.” Scandinavian Journal of History 28, no. 1 (2003): 1–24.
Thisted, Kirsten. “Colonial Encounters and the Construction of Greenlandic Identity.” Arctic Anthropology 39, no. 2 (2002): 45–61.
U.S. Department of State. 1917. Treaty between the United States and Denmark for the Cession of the Danish West Indies. Signed August 4, 1916. Treaty Series 621. Office of the Historian.

Το έργο με τίτλο «150 Χρόνια Διπλωματικού «Μπρα ντε φερ» Δανίας – ΗΠΑ για τον Έλεγχο της Γροιλανδίας» από τον δημιουργό Δημήτρη Σχορτσανίτη διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές.
