εξώφυλλο: Κέρινο ομοίωμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων Βερλής
copyright © γράφει ο Δημήτριος Σχορτσανίτης
Εισαγωγή
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αποτελεί μία από τις κορυφαίες μορφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Η στρατηγική του ικανότητα, η εμπειρία του στον πόλεμο και η ηγετική του φυσιογνωμία συνέβαλαν καθοριστικά στην επιτυχία του Αγώνα. Η πορεία του, ωστόσο, δεν ήταν τυχαία. Διαμορφώθηκε μέσα από δύσκολες εμπειρίες από τα πρώτα χρόνια της ζωής του και μέσα από μια σημαντική περίοδο στρατιωτικής εκπαίδευσης στα Επτάνησα και ιδιαίτερα στη Ζάκυνθο. Στο παρόν κείμενο εξετάζονται τα πρώτα χρόνια της ζωής του Κολοκοτρώνη και αναλύεται η στρατιωτική του εκπαίδευση στη Ζάκυνθο, καθώς και η συμβολή της στην Ελληνική Επανάσταση.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το 1770 στη Ραμαβούνι της Μεσσηνίας, σε μια περίοδο έντονης πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας, καθώς ο ελληνικός χώρος βρισκόταν υπό την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του καθορίστηκαν από τη συνεχή παρουσία της βίας, της καταπίεσης και της ανάγκης για επιβίωση, στοιχεία που διαμόρφωσαν τόσο τον χαρακτήρα όσο και τη μελλοντική του δράση. Η οικογένεια Κολοκοτρώνη είχε μακρά παράδοση ένοπλης αντίστασης. Ο πατέρας του, Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, και άλλοι συγγενείς του ήταν κλέφτες και αρματολοί, δηλαδή άτομα που ζούσαν ένοπλα στα βουνά και αντιστέκονταν στην οθωμανική εξουσία. Η μητέρα του, Ζαμπία, μεγάλωσε τον Θεόδωρο μέσα σε συνθήκες συνεχούς φόβου αλλά και έντονης πατριωτικής συνείδησης. Η οικογενειακή αυτή παράδοση επηρέασε καθοριστικά την παιδική του ηλικία, καθώς από μικρός ήρθε σε επαφή με τις έννοιες της αντίστασης, της θυσίας και της ελευθερίας.
Το 1780, όταν ο Θεόδωρος ήταν μόλις δέκα ετών, ο πατέρας του σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τουρκικό απόσπασμα. Το γεγονός αυτό υπήρξε καθοριστικό για την ψυχολογική του διαμόρφωση. Η απώλεια του πατέρα τον ανάγκασε να ωριμάσει πρόωρα και να αναλάβει ευθύνες που δεν αντιστοιχούσαν στην ηλικία του, ενώ παράλληλα, ενίσχυσε το μίσος του απέναντι στην οθωμανική καταπίεση και καλλιέργησε μέσα του το αίσθημα της εκδίκησης αλλά και της απελευθέρωσης της πατρίδας. Η απώλεια του πατέρα του τον ανάγκασε σε παιδική ηλικία να καταφύγει στα ορεινά της Πελοποννήσου, μετακινούμενος από τόπο σε τόπο συμμετέχοντας στις ένοπλες ομάδες κλεφτών ως βοηθητικό μέλος. Η διαρκής μετακίνηση του δεν του επέτρεψε να αποκτήσει συστηματική μόρφωση, αλλά απέκτησε βιωματικές εμπειρίες κυρίως στη γνώση του φυσικού περιβάλλοντός, ενώ αύξησε την αντοχή του στις κακουχίες και τον εξοικείωσε με την πείνα, τον φόβο και τον κίνδυνο. Ο ίδιος αργότερα ανέφερε ότι μεγάλωσε «μέσα στα άρματα», γεγονός που υποδηλώνει ότι η παιδική του ηλικία ταυτίστηκε με τον αγώνα.
Σε ηλικία 15 ετών είχε μάθει να χειρίζεται τον οπλισμό, να κινείται γρήγορα και αθόρυβα σε συνεργασία με τις υπόλοιπες μικρές ένοπλες ομάδες, χαρακτηριστικό ιδιαίτερα σημαντικό στον τρόπο που ενεργούσαν οι κλέφτες με την τακτική της ενέδρας. Η άτυπη αυτή στρατιωτική εκπαίδευση που έλαβε τα πρώτα χρόνια της ζωής του αποτέλεσε το θεμέλιο της μετέπειτα στρατιωτικής του δράσης, ενώ διαμόρφωσαν έναν άνθρωπο σκληραγωγημένο, πειθαρχημένο και αποφασιστικό, γνώστη της ελληνικής κοινωνίας και της υπαίθρου, με βαθιά πίστη στον αγώνα για την ελευθέρια.
Την ίδια χρονολογία λαμβάνει τον διορισμό του ως αρματολού εναντίον των κλεφτών που λυμαίνονταν την περιφέρεια του Λεονταρίου. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1790, παντρεύεται στον Άκοβο την κόρη προεστού του Ακόβου, Αικατερίνη Καρούτσου. Στον Άκοβο έζησε τα επόμενα 7 χρόνια, μέχρι το 1797, σαν οικογενειάρχης και νοικοκύρης, απέκτησε κτήματα, σπίτι και περιουσία. Μην αντέχοντας όμως τον τουρκικό ζυγό ξαναέφυγε για το βουνό. Το 1802 είχε γίνει τόσο επικίνδυνος στους κατακτητές, ώστε ο βοεβόδας της Πάτρας πέτυχε να εκδοθεί σουλτανικό φιρμάνι που τον καταδίκαζε σε θάνατο και ανάθετε την εκτέλεση στους προεστούς, οι οποίοι αν δεν κατόρθωναν να τον σκοτώσουν θα εκτελούνταν οι ίδιοι.

Οι διώξεις και η φυγή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στη Ζάκυνθο
Στις αρχές του 19ου αιώνα η κατάσταση στην Πελοπόννησο έγινε ιδιαίτερα δύσκολη για τους κλέφτες και τους αρματολούς. Καθώς η δράση τους αποτελούσε μόνιμη απειλή για την οθωμανική εξουσία, οδήγησε τους Οθωμανούς σε σκληρά κατασταλτικά μέτρα με την κορύφωση των διώξεων των ελληνικών ένοπλων ομάδων. Το 1806 οι Οθωμανοί, σε συνεργασία με ορισμένους τοπικούς προεστούς, προέβησαν σε εκτεταμένες επιχειρήσεις κατά των κλεφτών της Πελοποννήσου. Πολλοί αγωνιστές σκοτώθηκαν, ενώ άλλοι συνελήφθησαν ή αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Οι επιχειρήσεις αυτές είχαν στόχο να εξαλείψουν κάθε εστία αντίστασης και να αποτρέψουν μελλοντικές εξεγέρσεις.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, καθώς ήταν ήδη γνωστός για τη δράση του ως κλέφτης, βρέθηκε σε άμεσο κίνδυνο. Η παραμονή του στον Μοριά θα οδηγούσε σχεδόν βέβαια στη σύλληψη ή τον θάνατό του. Μπροστά σε αυτή την απειλή, ο Κολοκοτρώνης πήρε τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψει την πατρίδα του, περνώντας στα Επτάνησα, τα οποία βρίσκονταν εκτός οθωμανικής κυριαρχίας. Η φυγή του Κολοκοτρώνη δεν αποτέλεσε πράξη φυγομαχίας, αλλά κίνηση επιβίωσης και προετοιμασίας. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε ότι η προσωρινή απομάκρυνση από τον Μοριά ήταν αναγκαία για να συνεχιστεί ο αγώνας σε ευνοϊκότερες συνθήκες. Τελικός προορισμός του ήταν η Ζάκυνθος, νησί που εκείνη την περίοδο αποτελούσε ένα ασφαλές καταφύγιο για πολλούς Έλληνες αγωνιστές. Η Ζάκυνθος, υπό ξένη κυριαρχία (αρχικά ρωσογαλλική και στη συνέχεια βρετανική), προσέφερε σχετική ασφάλεια, αλλά και νέες δυνατότητες. Οι συγκεντρωμένοι Έλληνες μπόρεσαν στην Ζάκυνθο να έρθουν σε επαφή με τις ευρωπαϊκές ιδέες περί ελευθερίας, ενώ επιπλέον απέκτησαν στρατιωτική εμπειρία εντασσόμενοι στα εθελοντικά στρατιωτικά σώματα.

Η στρατιωτική εκπαίδευση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στη Ζάκυνθο
Η ρωσογαλλική κυριαρχία στα Επτάνησα αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο της νεοελληνικής ιστορίας, καθώς σηματοδότησε το τέλος της μακραίωνης ενετικής παρουσίας και την αρχή μιας περιόδου πολιτικών πειραματισμών και διεθνών ανταγωνισμών στον ελληνικό χώρο. Το 1797, με τη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, η Βενετία καταλύθηκε και τα Επτάνησα πέρασαν στη Γαλλία. Η γαλλική παρουσία, επηρεασμένη από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, προκάλεσε αρχικά ενθουσιασμό, αλλά σύντομα δυσαρέσκεια λόγω βαριάς φορολογίας και αυταρχικής διοίκησης. Το 1799, Ρωσία και Οθωμανική Αυτοκρατορία, επιδιώκοντας να περιορίσουν τη γαλλική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο, εκστράτευσαν από κοινού και εκδίωξαν τους Γάλλους από τα Επτάνησα. Ως επακόλουθο το 1800 ιδρύθηκε η Επτάνησος Πολιτεία, το πρώτο νεοελληνικό κρατικό μόρφωμα μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Το κράτος αυτό τελούσε υπό την προστασία της Ρωσίας, διέθετε δική του διοίκηση, Βουλή και Σύνταγμα, ενώ αναγνώριζε τυπικά την επικυριαρχία του Σουλτάνου.

Με τη Συνθήκη του Τιλσίτ (1807), η Ρωσία και η Γαλλία ήρθαν σε συμφωνία, και τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν εκ νέου στη Γαλλία του Ναπολέοντα. Οι Γάλλοι επανήλθαν με στρατεύματα και προσπάθησαν να οργανώσουν καλύτερα την άμυνα των νησιών, προβλέποντας την επερχόμενη σύγκρουση με τη Μεγάλη Βρετανία. Όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κατέφυγε στη Ζάκυνθο το 1806, τα Επτάνησα βρίσκονταν στο μεταίχμιο αυτής της ρωσογαλλικής περιόδου. Η περίοδος από 1806 έως 1809 στη Ζάκυνθο δεν χαρακτηρίζεται από μάχες ή στρατιωτικές διακρίσεις, αλλά από προετοιμασία. Ήταν το στάδιο στο οποίο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέρασε από τη ζωή του καταδιωκόμενου κλέφτη στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για οργανωμένο αγώνα.
Το 1809, στο πλαίσιο των Ναπολεόντειων Πολέμων, τα Επτάνησα περνούν σταδιακά από τη γαλλική στη βρετανική κυριαρχία. Η βρετανική παρουσία σήμανε σταθερότερη διοίκηση, ισχυρή στρατιωτική οργάνωση με την συγκρότηση τακτικών στρατιωτικών σωμάτων. Με την βρετανική κατάληψη των Ιονίων Νήσων, στις 9 Σεπτεμβρίου 1809, ο Ιρλανδός αξιωματικός Richard Church έλαβε εντολή να ιδρύσει το «Σώμα Ελληνικού Ελαφρού Πεζικού (Greek Light Infantry Corps)» αποτελούμενο από επτανήσιους και Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας, αναλαμβάνοντας την διοίκηση του φέροντας τον βαθμό του Ταγματάρχη. Στις αρχές του 1810 ο Church γνώρισε προσωπικά τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος εργαζόταν ως κρεοπώλης και ζωέμπορος για να επιβιώσει, αναγνωρίζοντας τις στρατιωτικές του αρετές και τις προσωπικές σχέσεις που διέθετε με παλιούς κλέφτες που είχαν καταφύγει στην Λευκάδα.
Τον Μάρτιο του 1810 οι Βρετανοί, κατόπιν εισήγησης του Church, πρότειναν στον Κολοκοτρώνη να καταταγεί στο Σύνταγμα με τον βαθμό του λοχαγού. Η πρόταση των Βρετανών ήταν ελκυστική για τον ίδιο, καθώς του δινόταν ο βαθμός αξιωματικού, μισθός και, κυρίως, η υπόσχεση ότι ο σχηματισμός αυτός θα μπορούσε μια μέρα να απελευθερώσει την υπόλοιπη Ελλάδα. Μαζί με τον Κολοκοτρώνη κατατάχθηκε και ένα πλήθος Πελοποννήσιων φυγάδων, που ενώ είχαν συνηθίσει στον άτακτο «κλεφτοπόλεμο» των βουνών, κλήθηκαν να φορέσουν στολή, να μάθουν πειθαρχία και να εκτελούν παραγγέλματα σε έναν τακτικό στρατό.

Η Επιχείρηση στη Λευκάδα (Μάρτιος – Απρίλιος 1810)
Μετά την κατάληψη της Ζακύνθου το επόμενο βήμα για την ολοκλήρωση της βρετανικής κυριαρχίας υπήρξε η Λευκάδα, η οποία παρέμενε υπό γαλλική κατοχή. Το κέντρο της γαλλικής ισχύος αποτελούσε το φρούριο της Αγίας Μαύρας, ένα ισχυρότατο και στρατηγικά τοποθετημένο κάστρο πλησίον της πόλης που έλεγχε τη μοναδική χερσαία είσοδο από την Ακαρνανία και την ναυσιπλοΐα στο κανάλι προστατεύοντας το νησί από επιθέσεις από τη στεριά. Το φρούριο διέθετε ισχυρή οχύρωση: ψηλά τείχη, προμαχώνες, βαθιά τάφρο και δυνατότητα ανεφοδιασμού από τη θάλασσα. Οι οχυρώσεις του είχαν ενισχυθεί διαδοχικά από Ενετούς, Οθωμανούς και Γάλλους, γεγονός που το καθιστούσε ιδιαίτερα δύσκολο στην άλωση χωρίς οργανωμένη πολιορκία και ισχυρό πυροβολικό. Για τον λόγο αυτό, η Αγία Μαύρα θεωρούνταν κλειδί για τον έλεγχο ολόκληρης της Λευκάδας. Το φρούριο κατείχε γαλλική φρουρά, αποτελούμενη από μερικές εκατοντάδες στρατιώτες, εκπαιδευμένους σύμφωνα με τις αρχές της ναπολεόντειας στρατιωτικής σχολής. Διέθεταν πυροβολικό, επαρκή οχύρωση και εμπειρία σε αμυντικό πόλεμο. Ωστόσο, η απομόνωση της Λευκάδας και η έλλειψη ουσιαστικής ενίσχυσης από τη Γαλλία καθιστούσαν τη θέση τους επισφαλή σε περίπτωση παρατεταμένης πολιορκίας.

Η συμμετοχή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην πολιορκία της Αγίας Μαύρας υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Οι ελληνικές δυνάμεις ανέλαβαν τον έλεγχο των γύρω περιοχών και των υψωμάτων. Ο Κολοκοτρώνης χρησιμοποίησε την ικανότητα των ανδρών του να ελίσσονται σε δύσβατα εδάφη και να στήνουν ενέδρες, εμποδίζοντας κάθε προσπάθεια ανεφοδιασμού ή εξόδου της γαλλικής φρουράς. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του περιγράφει με περηφάνια την επιχείρηση, αναφέροντας:
«...Έτσι ετραβήξαμεν εμπρός, επήραμε την χώρα... Όλα αυτά τα εκάμαμεν οι 500 Έλληνες, ο Τζούρτζ επικεφαλής».
Παράλληλα, υπό την ενίσχυση και την κάλυψη των πυρών του βρετανικού στόλου, οι Έλληνες πραγματοποιούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις και νυχτερινές παρενοχλήσεις, προκαλώντας φθορά και ψυχολογική πίεση στους αμυνόμενους. Η δράση των ελληνικών τμημάτων κατά τις επιθέσεις αυτές ήταν καταιγιστική, καθώς κατόρθωσαν να καταλάβουν το σύνολο των γαλλικών χαρακωμάτων έξω από το φρούριο. Ο ίδιος ο Church τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι κατά τη διάρκεια μιας εφόδου, και ο Κολοκοτρώνης ήταν εκείνος που αναλαμβάνοντας την ηγεσία κράτησε τη συνοχή των ελληνικών τμημάτων. Ο Κολοκοτρώνης περιγράφει στα απομνημονεύματά του την ορμητικότητα των Ελλήνων:
«Επήγαμε στη Λευκάδα... Οι Έλληνες ερρίχθηκαν με τα σπαθιά, επήραν τις κανονιοστοιχίες...»

Ύστερα από εβδομάδες πολιορκίας, η γαλλική φρουρά υπό τον στρατηγό Camus αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού και πτώσης του ηθικού, προχώρησε σε διαπραγματεύσεις και τελικά συνθηκολόγησε στις 16 Απριλίου 1810 μετά από έκρηξη που προκλήθηκε από οβίδα στην εκκλησία της Αγίας Μαύρας, που χρησιμοποιούταν ως αποθηκευτικός χώρος ζωοτροφών και πολεμοφοδίων. Η παράδοση έγινε με όρους που προέβλεπαν την ασφαλή αποχώρηση των γαλλικών δυνάμεων και την παράδοση του οπλισμού. Το Φρούριο της Αγίας Μαύρας πέρασε έτσι στον έλεγχο των Βρετανών, σηματοδοτώντας το τέλος της γαλλικής παρουσίας στη Λευκάδα. Η κατάληψη της Αγίας Μαύρας είχε πολλαπλές συνέπειες. Για τα Επτάνησα, σήμανε την πλήρη επικράτηση της Βρετανίας στο Ιόνιο, η οποία θα επισφραγιστεί λίγα χρόνια αργότερα με τη δημιουργία του κράτους των Ηνωμένων Πολιτειών των Ιονίων Νήσων (1815). Για τον ελληνικό χώρο, η πολιορκία αποτέλεσε ένα άτυπο «στρατιωτικό σχολείο». Πολλοί οπλαρχηγοί απέκτησαν εμπειρίες σε οργανωμένες επιχειρήσεις, γνώρισαν ευρωπαϊκές τακτικές και δημιούργησαν δίκτυα συνεργασίας.
Η συνεργασία του Κολοκοτρώνη με τους Βρετανούς του προσέφερε πολύτιμες εμπειρίες, καθώς εξοικειώθηκε με τη χρήση του πυροβολικού, τον συντονισμό μεταξύ τακτικού και άτακτου στρατού, ενώ κατανόησε την στρατηγική της φθοράς, την αξία της οργάνωσης, της εφοδιαστικής αλυσίδας και της σημασίας των οχυρώσεων. Τα στοιχεία αυτά αποδείχθηκαν κρίσιμα κατά την Επανάσταση του 1821, καθώς στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, εφάρμοσε αν αντίστοιχες μεθόδους που είχε δει στη Λευκάδα. Επιπλέον η αναγνώριση της αξίας του Κολοκοτρώνη με την προαγωγή του σε Ταγματάρχη, τον οποίο και έφερε μέχρι τη διάλυση του σώματος το 1816, τον οποίο και έφερε μέχρι τη διάλυση του σώματος το 1816, από μια παγκόσμια δύναμη όπως η Βρετανία του προσέδωσε τεράστιο κύρος ανάμεσα στους υπόλοιπους οπλαρχηγούς. Ενώ η σχέση εμπιστοσύνης που χτίστηκε με τον Richard Church, ο οποίος έγινε αργότερα αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων κατά την Επανάσταση, ήταν θεμελιώδης για τη μετέπειτα συνεργασία τους.

Επίλογος
Η στρατιωτική εκπαίδευση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη υπήρξε το αποτέλεσμα μιας μακράς και πολυδιάστατης πορείας, που ξεκίνησε από τα πρώτα του χρόνια στον κόσμο των κλεφτών και ολοκληρώθηκε με τη συστηματική του ένταξη σε τακτικά στρατιωτικά σώματα στα Επτάνησα. Η εμπειρία του στον άτακτο αγώνα τον δίδαξε την αξία της ευελιξίας, της γνώσης του εδάφους και της ψυχολογίας του αντιπάλου, ενώ η παραμονή του στη Ζάκυνθο και η υπηρεσία του στο Greek Light Infantry τού προσέφεραν πολύτιμες γνώσεις πειθαρχίας, οργάνωσης και ευρωπαϊκής στρατιωτικής τακτικής.
Ο συνδυασμός αυτών των δύο διαφορετικών μορφών πολέμου διαμόρφωσε έναν ηγέτη ικανό να προσαρμόζεται στις συνθήκες και να αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες των ανδρών του. Η στρατιωτική του εκπαίδευση δεν ήταν προϊόν σχολών, αλλά βιωμένη εμπειρία μέσα από αγώνες, διώξεις και συστηματική μάθηση. Έτσι, όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821, ο Κολοκοτρώνης δεν εμφανίστηκε απλώς ως αγωνιστής, αλλά ως ολοκληρωμένος στρατηγός, έτοιμος να καθοδηγήσει τον Αγώνα και να συμβάλει καθοριστικά στην απελευθέρωση της Ελλάδας.

Πηγές – βιβλιογραφία
Γιαννόπουλος, Νίκος. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Η Κορυφαία Φυσιογνωμία του Αγώνα για την Ελευθερία. Αθήνα: Historical Quest, 2021.
Καλλιβρετάκης Λεωνίδας Ένοπλα Ελληνικά σώματα στη δίνη των Ναπολεοντείων πολέμων (1798-1815) Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, Τόμος 1: Η Οθωμανική κυριαρχία, 1770-1821 Ελληνικά Γράμματα
Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος. Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836. Αθήνα
Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος. Απομνημονεύματα, επιμέλεια Γ. Τερτσέτη. Αθήνα: Εκδόσεις Εστία
Η Ιστορία του Κάστρου της Αγίας Μαύρας και της οχυρωματικής του εξέλιξης https://www.santamauracastle.gr/istoria/

Το έργο με τίτλο Η Στρατιωτική Εκπαίδευση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από τον δημιουργό Δημήτρη Σχορτσανίτη διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές.
