Η «Σιδηρά Χείρ» του Αρχιμήδη

Πριν είκοσι τρεις αιώνες, ο Έλληνας μαθηματικός Αρχιμήδης κλήθηκε από τον βασιλέα των Συρακουσών Ιέρωνα Β’ να σχεδιάσει πολεμικές μηχανές που θα μπορούσαν να αποκρούσουν τους εχθρούς της Ελληνικής αποικίας. Μεταξύ των πολυάριθμων μηχανών που σχεδιάστηκαν, ήταν η περιώνυμη Σιδηρά Αρπάγη, ή Σιδηρά Χείρα, μια συσκευή τόσο αποτελεσματική που απετέλεσε το φόβητρο των Ρωμαίων και το κύριο μέσο άμυνας των Συρακουσών κατά την ναυτική πολιορκία από τον Ρωμαϊκό στόλο το 213 π.Χ.

Διόδωρος Σικελιώτης Ιστορική Βιβλιοθήκη [4-79.1] Ο Κώκαλος και ο θάνατος του Μίνωα

Ο Μίνωας, βασιλέας των Κρητών και κυρίαρχος των θαλασσών εκείνη την εποχή, όταν έμαθε ότι ο Δαίδαλος είχε διαφύγει στη Σικελία, αποφάσισε να εκστρατεύσει εκεί. Αφού συγκέντρωσε υπολογίσιμη ναυτική δύναμη απέπλευσε από την Κρήτη και πάτησε τη γη του Ακράγαντα, σ’ ένα τόπο ο οποίος για το λόγο αυτό ονομάστηκε Μινώα. Εκεί αποβίβασε τα στρατεύματά του κι απέστειλε αγγελιοφόρους στον βασιλέα Κώκαλο απαιτώντας την απέλαση του Δαιδάλου για να τιμωρηθεί. _Πυθεύς

B’ Καρχηδονιακός πόλεμος (218 – 201 π.Χ)……μέρος 2ο

Οι Κάννες υπήρξαν το κομβικό σημείο στην εκστρατεία του Αννίβα, η οποία διήρκεσε επιπλέον δεκατρία χρόνια και σημείωσε πολλές επιτυχίες πριν τελικά επιστρέψει στην Αφρική. Το σχέδιό του παρέμεινε το ίδιο – να επιφέρει ήττες στο Ρωμαϊκό στρατό ελπίζοντας να διασπάσει το σύστημα των συμμαχιών και να τους αναγκάσει να συνθηκολογήσουν. Αυτό είχε αποδώσει καρπούς στο βόρειο τμήμα της Ιταλίας, όπου ο Αννίβας είχε τη δυνατότητα να στρατολογεί Κελτικά στρατεύματα και μετά τις Κάννες άρχισε να αποδίδει στη νότια Ιταλία, όπου μια σειρά από πόλεις άλλαξε στρατόπεδο, με σημαντικότερη την Κάπουα, η οποία ακολούθησε τον Αννίβα αμέσως μετά τις Κάννες.

Α’ Καρχηδονιακός πόλεμος (264 – 241 π.Χ)

Τα κράτη της Μεσογείου πριν την έναρξη των Καρχηδονιακών πολέμων τελούσαν ακόμη υπό την «σκιά του Μεγ. Αλεξάνδρου» μετά το θάνατο του οποίου (323 π.Χ) η αυτοκρατορία κατέρρευσε και οι στρατηγοί «έδιναν μάχες για λάφυρα». Τότε εμφανίσθηκαν τρία μεγάλα διάδοχα κράτη, η Αίγυπτος, η Συρία και η Μακεδονία, ενώ οι Ελληνικές πόλεις επανέκτησαν την ανεξαρτησία τους και η Ελλάδα περιελάμβανε αποικίες στη Νότια Ιταλία, Σικελία και στις νότιες ακτές της Γαλλίας και της Ισπανίας. Η ενδοχώρα της Γαλλίας και της Ισπανίας κυριαρχείτο από φυλετικές ομάδες κυρίως Κέλτες (Γαλάτες και Ίβηρες) οι οποίοι ήσαν ακόμα σε μεγάλο βαθμό πολεμοχαρείς, αν και η Ελληνική επιρροή είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή σε ορισμένους τομείς.

Η μάχη της Ιμέρας (Σεπτέμβριος 480 π.Χ)

Οι Καρχηδόνιοι, έχοντας συμφωνήσει με τους Πέρσες να προσπαθήσουν την ίδια εποχή να καταβάλουν τους Έλληνες της Σικελίας, πραγματοποίησαν μεγάλες προπαρασκευές ως προς τα χρειώδη του πολέμου. Όταν ετοιμάστηκαν τα πάντα όπως έπρεπε, εξέλεξαν στρατηγό τον Αμίλκα, προτιμώντας τον άνθρωπο που εκτιμούσαν περισσότερο. Αυτός, αφού παρέλαβε μεγάλες δυνάμεις πεζικού και ναυτικού, απέπλευσε από την Καρχηδόνα, έχοντας δύναμη πεζικού όχι μικρότερη από τριακόσιες χιλιάδες άντρες και περισσότερα από διακόσια πολεμικά πλοία, χώρια το πλήθος των φορτηγών πλοίων που μετέφεραν εφόδια, τα οποία ήταν περισσότερα από τρεις χιλιάδες. Αφού διέσχισε το Λιβυκό πέλαγος, έπεσε σε τρικυμία με αποτέλεσμα να χάσει τα πλοία που μετέφεραν τους ιππείς και τα άρματα. Όταν κατέπλευσε στη Σικελία στο λιμάνι του Πανόρμου είπε ότι είχε τελειώσει με τον πόλεμο, διότι είχε φοβηθεί πως η θάλασσα θα έσωζε τους Σικελιώτες από τους κινδύνους της μάχης.