Μέγας Αλέξανδρος – Η πολιορκία των Σαγγάλων

Όσοι Γανδάριοι (κάτοικοι σημερινού Παντζάμπ στην Ινδία) ανατολικά του Υδραώτη δεν συνθηκολόγησαν εξ αρχής, ο Αλέξανδρος τους υπέταξε δια της βίας. Όταν πληροφορήθηκε ότι οι Καθαίοι, οι Μαλλοί και οι Οξυδράκες ή Συδράκες, που είχαν τη φήμη γενναίων πολεμιστών, ετοιμάζονταν για αντίσταση κινήθηκε γρήγορα εναντίον των Καθαίων (Κσατρίγια) οι οποίοι όπως ελέγετο έκαιγαν και τις γυναίκες μαζί με τους νεκρούς άντρες τους και αφού διέβη τον Υδραώτη έφτασε σε μία πόλη των Αδραϊστών (Αντρίστα) τα Πίμπραμα όπου οι κάτοικοι συνθηκολόγησαν και τον ακολούθησαν ως σύμμαχοι.

Η μάχη της Ισσού (333 π.Χ)

Ο Μέγας Αλέξανδρος ενώ βρισκόταν στον Μαλλό, έμαθε ότι ο Δαρείος στρατοπεδεύει με όλο του το στράτευμα στους Σώχους. Η περιοχή αυτή ανήκει στην Ασσυρία και απέχει από τις ασσυριακές πύλες περίπου δύο σταθμούς. Συγκέντρωσε λοιπόν τους εταίρους και τους ανακοίνωσε τα νέα για το Δαρείο και τη στρατιά του. Αυτοί πάλι τον προέτρεψαν να ξεκινήσει χωρίς καθυστέρηση. Τους επαίνεσε και διέλυσε τη σύσκεψη. Την επόμενη μέρα, ξεκίνησε να συναντήσει τον Δαρείο και τους Πέρσες. Μέσα σε δύο μέρες από τη στιγμή που πέρασε τις πύλες, στρατοπέδευσε κοντά στην πόλη Μυρίανδρο. Μέσα στη νύχτα ξέσπασε καταιγίδα με βροχή και δυνατό άνεμο και ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να μείνει στο στρατόπεδο.

Μέγας Αλέξανδρος………..η κατάληψη της Σογδιανής Πέτρας (άνοιξη 327 π.Χ)

Την άνοιξη του 327 π.Χ. ο Αλέξανδρος είχε υποτάξει σχεδόν όλη τη Σογδιανή (σημερινό Ουζμπεκιστάν) και προέλασε προς το τελευταίο ανθιστάμενο οχυρό. Η Σογδιανή Πέτρα, μια πολύ καλά οχυρωμένη φυσική τοποθεσία, ήταν ένας απότομος βράχος, απροσπέλαστος από παντού, όπου είχαν οχυρωθεί πολλοί επαναστάτες. Η κατάληψή της φαινόταν αδύνατη, αφού η πυκνή ανοιξιάτικη χιονόπτωση δυσκόλευε ακόμη περισσότερο την πρόσβαση, ενώ οι επαναστάτες είχαν συγκεντρώσει τρόφιμα, για να αντέξουν πολύχρονη πολιορκία, και είχαν άφθονο τρεχούμενο νερό. Ο Αλέξανδρος τους πρότεινε συνθηκολόγηση, να παραδώσουν το οχυρό και να φύγουν ανενόχλητοι για τα σπίτια τους, αλλά οι Σογδιανοί είχαν μεγάλη αυτοπεποίθηση λόγω τις οχυρής τοποθεσίας και των προετοιμασιών τους. Γέλασαν προσβλητικά και του είπαν περιπαιχτικά να βρει πρώτα ιπτάμενους στρατιώτες, διότι οι κοινοί θνητοί δεν μπορούσαν να του προσφέρουν τίποτα. Ο Αλέξανδρος δέχθηκε την πρόκληση, όχι μόνο διότι ο εγωισμός του δεν του άφηνε άλλη διέξοδο, αλλά και για λόγους τακτικής. Η Σογδιανή είχε επαναστατήσει ήδη δύο φορές και ακόμη δεν είχε υποταχθεί πλήρως. Δεν μπορούσε λοιπόν να αφήσει πίσω του εστίες αντίστασης, ούτε να δώσει δείγματα αδυναμίας στους ντόπιους.

Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (3ος αι. π.Χ. – 4ος αι. μ.Χ.)

Τα όρια της Αλεξάνδρειας σχεδίασε ο ίδιος ο Αλέξανδρος, εμπνευστής του φιλόδοξου ονείρου μιας πόλης με επιβλητικά ανάκτορα, πολυτελέστατα κτίρια, περίτεχνους ναούς και πολλούς πνεύμονες πράσινου. Ο Έλληνας στρατηλάτης επέλεξε το παραλληλόγραμμο σχήμα της μακεδονικής χλαμύδας με όρια τη λίμνη Μαρώτις στο νότο και τον Κανωπικό Βραχίονα. Ο αρχιτέκτονας Δεινοκράτης ο Ρόδιος ανέλαβε την πολεοδόμηση και την ανέγερση των βασιλικών κτιρίων, κατασκευάζοντας μια πόλη – πρότυπο για την εποχή εκείνη. Την χώρισε σε πέντε περιφέρειες, που ενώνονταν με φαρδείς δρόμους, ενώ σε όλο το μήκος των δύο κεντρικών λεωφόρων, πλάτους 22 μέτρων η καθεμιά, υπήρχαν στοές. Σημεία αναφοράς για τον επισκέπτη ήταν τα ανάκτορα, το θέατρο, η αγορά, ο ναύσταθμος με τις τεράστιες αποθήκες, οι βασιλικοί κήποι, το Μουσείο, το Σώμα, όπου για πολλούς βρισκόταν θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος, αλλά και η Βιβλιοθήκη και ο Φάρος.

Μέγας Αλέξανδρος………..η κατάληψη της Αόρνου Πέτρας (άνοιξη 326 π.Χ)

Η άλωση των Ώρων (η αρχαία πόλις Ώρα πιθανολογείται ότι βρισκόταν κάπου στη δυτική όχθη του Ινδού) ήταν σημαντική διότι οι υπερασπιστές των Βαζίρων αντελήφθησαν ότι ήταν σε δυσχερή θέση και αφού εγκατέλειψαν νύχτα την πόλη τους κατέφυγαν σε μία οχυρή τοποθεσία. Το ίδιο έπραξαν και άλλοι Ινδοί οι οποίοι εγκατέλειπαν μαζικά τις πόλεις τους και κατέφευγαν σε ένα φυσικό οχυρό, την Άορνο Πέτρα.

Η Ευρωπαϊκή εκστρατεία του Μεγ. Αλεξάνδρου

Αφού διασφάλισε τη θέση του στο Mακεδονικό θρόνο και την Ηγεμονία της Ελλάδος, ο Αλέξανδρος έπρεπε να αντιμετωπίσει τον τρίτο σε σοβαρότητα κίνδυνο, τους βαρβάρους των Βαλκανίων. Έπρεπε να διεξαγάγει προληπτικό πόλεμο εναντίον τους, διότι ήταν απόλυτα βέβαιο ότι δεν είχε τη νομιμοφροσύνη όλων των Μακεδόνων ευγενών, οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τους Ιλλυριούς, τους Παίονες και τους Θράκες, προκειμένου να υλοποιήσουν τις επιδιώξεις τους. Άλλωστε και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, όταν συγκρούσθηκε με τον πατέρα του, κατέφυγε στους Ιλλυριούς και όχι στους Μολοσσούς, τους συγγενείς της μητέρας του.

Η μάχη του Υδάσπη ποταμού (326 π.Χ)

Την άνοιξη του 326 π.Χ. ο Αλέξανδρος διέβη τον Ινδό ποταμό βαδίζοντας προς τα ενδότερα της Ινδίας. Tότε ο ισχυρός βασιλιάς της Ινδίας Πώρος θέλησε να του σταματήσει την προέλαση. Προς τούτο συγκέντρωσε μεγάλη στρατιωτική δύναμη με πολλούς ελέφαντες στις όχθες του Υδάσπη ποταμού (σημερινού Τζέλουμ) προκειμένου να εμποδίσει τη διάβαση του ποταμού από τον Αλέξανδρο. Ο μεγαλοφυής Μακεδόνας όμως με έξυπνα στρατηγήματα διέβη τον ποταμό και στη μάχη που συνήφθη στις όχθες του (Ιούλιος του 326 π.Χ.) νίκησε κατά κράτος τις δυνάμεις του Πώρου, καταγάγοντας μία από τις ενδοξότερες και δυσκολότερες νίκες του.

Η μάχη των Γαυγαμήλων (331 π.Χ)

Η μεγάλη μάχη με τον Δαρείο δεν έγινε, όπως γράφουν πολλοί, στα Άρβηλα, αλλά στα Γαυγάμηλα. Η λέξη στην τοπική γλώσσα σημαίνει σπίτι καμήλας, επειδή κάποιος από τους αρχαίους βασιλείς, ξεφεύγοντας από τους εχθρούς με καμήλα δρομάδα, την άφησε εδώ δίνοντας για τη φροντίδα της κάποια χωριά και εισοδήματα. Κατά τη διάρκεια του Βοηδρομιώνα (Σεπτέμβριο) έγινε έκλειψη Σελήνης, στην αρχή περίπου των μυστηρίων που τελούνταν στην Αθήνα και έντεκα νύχτες μετά την έκλειψη οι στρατοί ήλθαν αντιμέτωποι. Ο Δαρείος είχε οπλισμένη τη δύναμή του και περιφερόταν με λαμπάδες ανάμεσα στις στρατιωτικές τάξεις, ενώ ο Αλέξανδρος, καθώς κοιμούνταν οι Μακεδόνες, πέρασε τη νύχτα μπροστά στη σκηνή με το μάντη Αρίστανδρο, κάνοντας μυστικές τελετές και προσφέροντας θυσίες στο Φόβο.

Η μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ)

Η μάχη της Χαιρώνειας διεξήχθη στις 2 Αυγούστου του 338 π.Χ. μεταξύ του Μακεδονικού βασιλείου και των συνασπισμένων στρατευμάτων του Κοινού των Βοιωτών, ηγέτιδα του οποίου ήταν η Θήβα, της Αθήνας, της Κορίνθου και άλλων Ελληνικών πόλεων. Η συγκεκριμένη σύγκρουση υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα του ύστερου 4ου αιώνα π.Χ. Ο Φίλιππος Β’, μονάρχης της Μακεδονίας, κατόρθωσε μετά από πολλά έτη αιματηρών εκστρατειών και έντονων διπλωματικών διαβουλεύσεων να καθυποτάξει και τους τελευταίους πυλώνες αντίστασης στα σχέδια του για επικράτηση στον Ελλαδικό χώρο.

Η μάχη της Χαιρώνειας σηματοδοτεί ουσιαστικά την αφετηρία της Μακεδονικής κυριαρχίας στα πολιτικά δρώμενατης Ελλάδας για σχεδόν έναν αιώνα. Επίσης, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και από στρατιωτικής άποψης, αναδεικνύοντας ολοφάνερα την υπεροχή της Μακεδονικής φάλαγγας έναντι των προγενέστερων αντίστοιχων τύπων των πόλεων-κρατών, ιδιαίτερα της οπλιτικής φάλαγγας.