Η σύγκρουση του Αλεξάνδρου με τους Μακεδόνες στην Όπιδα & η δυσμένεια του Αντιπάτρου.

Μετά τα μέσα καλοκαιριού του 324 π.Χ., όταν βρισκόταν στην Όπιδα (αρχαία πόλη της Μεσοποταμίας πλησίον του ποταμού Τίγρη) ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε τους Μακεδόνες και τους ανακοίνωσε ότι αποστράτευε και έστελνε στην πατρίδα όλους τους ηλικιωμένους και τραυματίες απόμαχους, ενώ σε όσους έμεναν σκόπευε να δώσει τέτοιες παροχές, που θα τις ζήλευαν όλοι. Δεν άφησε την επιλογή σε όσους το ήθελαν να εποικίσουν κάποιες πόλεις, διότι βρίσκονταν στις πολιτισμένες περιοχές της αυτοκρατορίας, δηλαδή στις χώρες, που ήταν αστικοποιημένες και οι λαοί τους μπορούσαν να ελεγχθούν ευκολότερα. Επίσης οι λαοί εκείνοι είχαν πανάρχαιο, εξαιρετικά ανεπτυγμένο πολιτισμό και πολύ δύσκολα θα αποδέχονταν τον Ελληνικό. Οι απόμαχοι λοιπόν δεν του ήταν χρήσιμοι, αντίθετα ήσαν επικίνδυνοι για τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας, επειδή είχαν τον Ελληνικό ρατσισμό και πίστευαν στη «συνταγματική» μοναρχία

Μέγας Αλέξανδρος… η σύγκρουση με τον Καλλισθένη

Η θεωρία της θεϊκής καταγωγής του Αλεξάνδρου είχε αρχικά διατυπωθεί από τη μητέρα του, την Ολυμπιάδα, πριν ακόμη τον συλλάβει, η οποία είχε αναφέρει ότι κάποιο βράδυ, κατά την προετοιμασία του γάμου της και πριν κοιμηθεί για πρώτη φορά με τον Φίλιππο, είδε ένα όνειρο. Σε αυτό άκουσε πρώτα μία βροντή, μετά έπεσε στην κοιλιά της ένας κεραυνός και ξέσπασε σε φλόγες, που έσβησαν διασκορπιζόμενες στο χώρο. Εφόσον αυτή είναι αυθεντική διήγηση της Ολυμπιάδας και δεν της αποδόθηκε εκ των υστέρων, είναι σαφής η επιδίωξή της. Το παιδί, που θα έφερνε στον κόσμο ανήκε στον θεό, που είχε χαρακτηριστικά την βροντή και τον κεραυνό, δηλαδή τον Δία και όχι στον θνητό σύζυγό της.