Σύγχρονα πρότυπα

διάττοντας ο [δiátondas] : (αστρον.) μετέωρο που παρουσιάζεται ξαφνικά στη γήινη ατμόσφαιρα και που, αφού διανύσει με μεγάλη ταχύτητα τον ουρανό σχηματίζοντας μια φωτεινή γραμμή, εξαφανίζεται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα από την εμφάνισή του: Bροχή διαττόντων, ταυτόχρονη εμφάνιση πολλών διαττόντων. || (ως επίθ.): Έπεσε βροχή από διάττοντες αστέρες. (έκφρ.) (εμφανίστηκε / έλαμψε / πέρασε κτλ. σαν) ~ αστέρας,για κπ. του οποίου η ξαφνική δόξα ή προβολή κράτησε ελάχιστα και έσβησε χωρίς να αφήσει ίχνη.