Η εκστρατεία της Καλλίπολης και η θέση της Ελλάδας (1915)

Στις αρχές Ιανουαρίου 1915 η Ρωσία, πιεζόμενη στον Καύκασο από τους Τούρκους, ζήτησε Αγγλο Γαλλική βοήθεια. Μετά απ’ αυτό, αλλά και την σταθερή απόφαση της Ελλάδας να μείνει ουδέτερη, ο Βρετανός Υπουργός Ναυτικών Ουΐνστον Τσώρτσιλ εισηγήθηκε την εκβίαση των Στενών των Δαρδανελίων από το Βρετανικό Στόλο, διότι εκτιμούσε ότι με τον κατάπλου στην Κωνσταντινούπολη θα κατέρρεε η Τουρκική αντίσταση και τα Βαλκανικά Κράτη θα προσχωρούσαν στους Συμμάχους.

Στις 28 Ιανουαρίου 1915 το Βρετανικό Πολεμικό Συμβούλιο αποφάσισε την πραγματοποίηση αυτής της ενέργειας, καθώς και την αποστολή, αμέσως μετά, εκστρατευτικού σώματος για την κατάληψη της χερσονήσου της Καλλιπόλεως και την επιτυχή ολοκλήρωση της εκστρατείας.

Η ναυμαχία της Γιουτλάνδης (1916)

Η ναυμαχία της Γιουτλάνδης πραγματοποήθηκε την 31 Μαΐου 1916 στην ομώνυμη χερσόνησο (μεταξύ Δανίας και Γερμανίας) και ήταν η μεγαλύτερη ναυτική μάχη κατά την διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου. Στην εν λόγω μάχη αντιπαρατέθηκαν το Βρετανικό βασιλικό ναυτικό και το Γερμανικό αυτοκρατορικό ναυτικό.

Η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και η θέση της Ελλάδος

Το 1914 βρήκε την Ευρώπη διαιρεμένη σε δύο αντίπαλους συνασπισμούς, την Τριπλή Συμμαχία των Κεντρικών Δυνάμεων (Αυστροουγγαρία, Γερμανία και Ιταλία) και την Τριπλή Συνεννόηση ή Αντάντ (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ρωσία). Η πρώτη από τις συμμαχίες αυτές υπεγράφη στη Βιέννη στις 20 Μαρτίου 1882 και ανανεώθηκε προς το τέλος του 1912. Η θέση όμως της Ιταλίας στην Τριπλή Συμμαχία φαινόταν μάλλον αμφίβολη, λόγω της παραμονής ακόμη υπό Αυστροουγγρικό ζυγό των επαρχιών του Τρεντίνου, του Μπολτζάνο και της Τεργέστης που κατοικούνταν από Ιταλούς, αλλά και των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων των δύο χωρών στα Βαλκάνια.

Οι «Άγγελοι της Μονς»

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου επικρατούσε στη Βρετανία μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι κάποια μορφή υπερφυσικής παρέμβασης έσωσε τα Συμμαχικά στρατεύματα κατά την υποχώρηση από την Mons.

Το γεγονός αυτό, γνωστό ως «Οι Άγγελοι της Μονς» χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως ως απόδειξη υπερφυσικής παρέμβασης σε μάχη, ή παράδειγμα συλλογικής παραίσθησης, ή απλώς ως αστικός μύθος. Η πιο κοινότοπη εξήγηση είναι ότι οι άγγελοι δεν ήσαν τίποτα περισσότερο από μια παρερμηνεία περίεργων σχηματισμών νεφών τα οποία παρατηρήθηκαν από τα ήδη ταλαιπωρημένα στρατεύματα. Στο μόνο σημείο που οι περισσότερες θεωρίες συμφωνούν είναι ότι κάτι παράξενο συνέβη κατά την υποχώρηση από την Μονς τον Αύγουστο του 1914 και αυτό αποδεικνύεται από μαρτυρίες Βρετανών και πιθανώς Γερμανών στρατιωτών. Ωστόσο, μια εκ νέου εξέταση των στοιχείων θέτει ακόμη και αυτό το βασικό σημείο σύγκλισης υπό αμφισβήτηση, εγείροντας την πιθανότητα η ιστορία του αγγέλου να οφείλεται περισσότερο σε στρατιωτικές σκοπιμότητες, παρά στην θεία πρόνοια.

Ιστορικές παρερμηνείες

O απόηχος των ιστορικών γεγονότων δεν επηρεάζει μόνον αυτούς που τα έζησαν αλλά και αυτούς που τα μελετούν. Με την πάροδο του χρόνου ακόμη και γνωστοί πόλεμοι ή συμβάντα δεν παύουν να διέπονται από σκοτεινές πτυχές, με αποτέλεσμα να υφίστανται αλλοιώσεις και να προκαλούνται παρανοήσεις.

Μάτα Χάρι (1876-1917) κατάσκοπος ή θύμα ;

Η Μαργαρίτα Γερτρούδη Ζέλε γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1876 στην πόλη Leeuwarden της Ολλανδίας. Κατήγετο από μικροαστική οικογένεια και ο πατέρας της Άνταμ Ζέλε ήταν ευκατάστατος πιλοποιός (κατασκεύαζε καπέλα) ενώ η μητέρα της Antje van der Meulen ήταν Ινδονησιακής καταγωγής. Την οικογένειά της συμπλήρωνε ο αδελφός της.

Ενδεικτικά την εποχή που γεννήθηκε η Μαργαρίτα………….ο Βίνσεντ Βαν Γκόγκ ήταν 23 ετών ……….βασιλιάς της Ολλανδίας ήταν ο Γουίλιαμ ο 3ος και πρωτεύουσα ήταν η Χάγη, η οποία ήταν πλημμυρισμένη από αποικιακούς στρατιώτες προερχόμενους από τις Ολλανδικές δυτικές Ινδίες (Ολλανδική αποικία μέχρι το 1949) σήμερα γνωστές ως Ινδονησία.

Τον Ιανουάριο του 1889 ο πατέρας της χρεοκοπεί.

Τον Σεπτέμβριο του 1890 οι γονείς της χωρίζουν.

Τον Μάιο του 1891 η μητέρα της πεθαίνει……..τα αδέλφια χωρίζουν και η 15χρονη Μαργαρίτα δίδεται σε συγγενείς.

Τον Νοέμβριο του 1892 παρακολουθεί μαθήματα διδασκαλίας σε κολλέγιο στο Leiden, από το οποίο όμως φεύγει λόγω του ότι συνήψε σχέση με τον διευθυντή και μετακομίζει στην Χάγη για να ζήσει με τον θείο της.

Τον Μάρτιο του 1895 η Μαργαρίτα απαντά στην αγγελία γνωριμίας του αξιωματικού Rudolph MacLeod, συνταγματάρχη του Ολλανδικού στρατού, ο οποίος ήταν τοποθετημένος στις Ολλανδικές δυτικές Ινδίες και βρισκόταν σε άδεια για να επισκεφθεί το πατρικό του. Η οικογένειά του ήταν Σκωτικής καταγωγής και είχε μεταναστεύσει στην Ολλανδία.

Τον Ιούλιο του 1895 η Μαργαρίτα σε ηλικία 19 ετών παντρεύεται τον MacLeod και μετακομίζουν στο Άμστερνταμ.

Τον Ιανουάριο του 1897 γεννά τον γιό τους Norman-John.

Τον Μάιο του 1897 η οικογένεια μετακομίζει στην Ινδονησία λόγω μετάθεσης του MacLeod στην Ιάβα – Σουμάτρα όπου παραμένουν μέχρι το 1902.