Κωνσταντίνος Κανάρης (περ. 1790 – 1877)

στις

εξώφυλλο: Κωνσταντίνος Κανάρης, λιθογραφία του Καρλ Κραζάισεν.Karl Krazeisen, Public domain, via Wikimedia Commons

επιμέλεια Χείλων

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης υπήρξε ηγετική μορφή της επανάστασης του 1821, στρατιωτικός και πολιτικός. Στις 7 Ιουνίου του 1822 πυρπόλησε τη ναυαρχίδα του Καπουδάν πασά (= μέγας ναύαρχος) Καρά Αλή, που ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 2.000 ναύτες και ο ίδιος ο Καρά Αλής. Το γεγονός αυτό έδωσε κουράγιο στο αγωνιζόμενο έθνος και ταυτόχρονα έκανε μεγάλη εντύπωση στην Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, της οποίας ο θαυμασμός για το κατόρθωμα του Κανάρη εξελίχθηκε σε ενεργό φιλελληνισμό.

Στις 28 Οκτωβρίου 1822 στο στενό μεταξύ Τενέδου και Τρωάδος ο Κανάρης ανατίναξε Τουρκικό δίκροτο με 800 ναύτες. Τα κατορθώματα του Κανάρη σκόρπισαν πανικό στους Οθωμανούς και επηρέασαν αποφασιστικά την πορεία του Αγώνα. Το 1824 βύθισε Τουρκική φρεγάτα με 600 ναύτες κοντά στη Σάμο, ενώ σχεδίασε και την πυρπόληση του Αιγυπτιακού στόλου στην Αλεξάνδρεια. Ο Κανάρης ανήλθε στα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας, διατελώντας ναύαρχος, γερουσιαστής, υπουργός και πρωθυπουργός (1848, 1864-65, 1877) και έγινε σύμβολο φιλοπατρίας και γενναιότητας.

Γενικά

Περί τα μέσα του 18ου αιώνα οι Ψαριανοί, οδηγημένοι από τις σκληρές και περιορισμένων δυνατοτήτων συνθήκες διαβίωσης στο άγονο νησί τους, εμφανίζονται στο ναυτικό προσκήνιο με υποτυπώδη – αρχικά – περιορισμένη ναυτιλιακή δράση, που τους εξασφάλιζε απλώς τα προς το ζην. Η πολύχρονη ωστόσο θαλασσινή εμπειρία τους έδωσε τη δυνατότητα κατασκευής μεγάλων σκαφών με τα οποία πρωταγωνίστησαν στα ναυτικά δρώμενα του πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) ενώ διέπρεψαν και ως καταδρομείς ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Ορλοφικών, δυσκολεύοντας συστηματικά σε κάθε περίπτωση τον επισιτισμό των Τούρκων.

Η έντονη σε όλους τους τομείς ναυτική δράση των Ψαριανών στάθηκε και η βασική αιτία δημιουργίας έμπειρου και ετοιμοπόλεμου στόλου που πρωταγωνίστησε με τους στόλους των άλλων νησιών στον Αγώνα, ενώ η αξιόλογη οικονομική δραστηριότητά τους ως ναυτιλομένων εμπόρων και ο γρήγορος πλουτισμός δημιούργησε ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης κοινοτικών θεσμών αυτοδιοίκησης που κατέληξαν στην ίδρυση του Κοινού των Ψαρών.

Πορτρέτο του Κωνσταντίνου Κανάρη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα. Dionysios Tsokos, Public domain, via Wikimedia Commons

Καταγωγή

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης γεννήθηκε το 1793 στα Ψαρά (αρχεία Ναυτικού) όπου και μεγάλωσε. Ήταν το μικρότερο παιδί του Ψαριανού Δημογέροντα Μιχαήλ (Μικέ) Κανάριου και της Μαρώς Μπουρέκα και αδελφός του ήταν ο Γεώργιος. Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα και έτσι άρχισε να δουλεύει σε πλοία συγγενών του, κυρίως σ’ αυτό του θείου του Μπουρέκα. Αρχικά το όνομά του ήταν «Κανάριος» και τελικά έγινε Κανάρης.

Το πραγματικό όνομα του Κανάρη ήταν Κωνσταντής Νικολάου Σπηλιωτέας. Η ετυμολογία του ονόματός του κατά μίαν άποψη προέρχεται από τη λέξη καρνάγιο (Ιταλικά: carenaggio = ναυπηγείο). Υπάρχει όμως και δεύτερη εκδοχή σύμφωνα με το ημερολόγιο του γιου του, πυρπολητή Αριστείδη Κανάρη «…απεκλήθη ο πατήρ μου Κάν-Άρης ή Κανάρης, λόγω του μειλιχίου και σώφρονος χαρακτήρος του, διότι αν και ριψοκίνδυνος, πολεμικός και αποφασιστικός, ενήργει πάντοτε κατόπιν περισκέψεως…». Η τρίτη εκδοχή υποστηρίζει ότι το επώνυμο προέρχεται από το καναρίνι, λόγω του μειλίχιου χαρακτήρα του.

Ως προς τη χρονολογία και τον τόπο γέννησης του Κανάρη, υφίστανται σημαντικές διαφορές. Σύμφωνα με μία εκδοχή γεννήθηκε στα Ψαρά το 1793 ή το 1790. Κατ’ άλλους γεννήθηκε στην Πάργα γύρω στο 1790. Ο ιστορικός Δημήτριος Γατόπουλος μελέτησε τα οικογενειακά αρχεία της οικογένειας Κανάρη και δημοσίευσε ιστορική μελέτη στην εφημερίδα Εστία, στο φύλλο της 14ης Ιουλίου 1937. Στα οικογενειακά αρχεία περιλαμβάνεται και το ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Κανάρη το οποίο άνοιξε ο δισέγγονός του, συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Θεμ. Κανάρης. Από αυτά ο συγγραφέας συμπεραίνει πως ο Κωνσταντίνος Κανάρης δεν είχε γεννηθεί στα Ψαρά αλλά στην Πάργα, το Σεπτέμβριο του 1790 και εγκαταστάθηκε κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους, στο νησί των Ψαρών.

Η σημαία των Ψαρών κατά την Ελληνική Επανάσταση 1821 Diafora, CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons

Ως προπάππος του πυρπολητού φέρεται ο Νικόλαος Σπηλιωτέας, παππούς του ο Θεμιστοκλής και πατέρας του ο Νικόλαος Σπηλιωτέας. Από τη μελέτη των ημερολογίων της οικογένειας Κανάρη διευκρινίζεται ότι η νεοελληνική οικογένεια Κανάρη υπήρξε συνέχεια της παλαιοελληνικής οικογενείας Σπηλιωτέα, κλάδου της οποίας τα μέλη, τιτλούχοι των Βενετών και Γενουησίων αρχόντων, απαντώνται εν δράσει περί το 1200.

Η επικρατούσα όμως άποψη θέλει τον Κανάρη γνήσιο Ψαριανό, καθότι υπάρχουν στοιχεία ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Ψαρά. Επιπλέον, το γεγονός ότι ήταν παντρεμένος με τη Δέσποινα Μανιάτη, γυναίκα από πλούσια και Ψαριανή οικογένεια αποτελεί ένα ακόμα στοιχείο για την καταγωγή του, αφού οι Ψαριανοί θεωρούσαν κατάντημα και ντροπή να παντρεύονται με ξένους, πόσω μάλλον μία αριστοκρατική οικογένεια των Ψαρών (αυτή της Δ. Μανιάτη). Επιπρόσθετα, υπάρχει και το αρχείο της νήσου Ψαρών στο οποίο υπάρχει το όνομα του Κανάρη.

Τέλος, δεν υπάρχει μαρτυρία όπου ο Κανάρης ονομάζει την Πάργα γενέτειρά του καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, αντίθετα η απάντησή του σε ξένους φιλέλληνες που τον ρωτούσαν για την ιστορία του και τα κατορθώματά του ήταν απλή: έδειχνε με το δάχτυλό του τον χάρτη των Ψαρών και έλεγε: «Αυτά είναι η ιστορία μου, για αυτά να γράψετε!». Συμπερασματικά, η καταγωγή του Κανάρη από την Πάργα, σύμφωνα με τα παραπάνω και η διατύπωση αυτής της θεωρίας πριν 70 περίπου χρόνια, δεν είναι πιθανή. Όσο για το σόι και την προέλευση της οικογένειάς του από την Ιταλία ο ίδιος ο Κανάρης έδωσε απάντηση λέγοντας «Το σόι μου αρχίζει από εμένα!» (Λισμάνης, 2014).

Τα πρώτα χρόνια

Περί το 1800 και σε ηλικία περίπου 10ετών ο Κανάρης υπηρετούσε σαν τζόβενο (μούτσος) στο εμπορικό σκάφος του θείου του Δημήτρη Μπουρέκα, το οποίο κληρονόμησε μετά το θάνατό του και σε ηλικία 20 ετών αναλαμβάνει καπετάνιος συνεχίζοντας τα μακρινά εμπορικά ταξίδια. O λιγόλογος, σοβαρός και μοναχικός νέος από τα Ψαρά, που προτιμούσε να διαβάζει τη «φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, που’χε μισολειώσει από το πολύ ξεφύλλισμα και το σάλιο…» (Γεώργιος Τερτσέτης «Άπαντα» Αθήνα 1953, τόμος β’, σελ. 275) θα εξελισσόταν στον μεγάλο ναυμάχο, τον φημισμένο μπουρλοτιέρη της περιόδου του Αγώνα και την μετέπειτα στιβαρή πολιτική φυσιογνωμία.

Το 1817 παντρεύτηκε την Δέσποινα Μανιάτη (κόρη του Ανδρέα Μανιάτη, Ψαριανού πλοιοκτήτη και ένθερμου αγωνιστή της Επανάστασης) με την οποία απέκτησε επτά παιδιά κατά σειρά τους: Νικόλαο, Θεμιστοκλή, Θρασύβουλο, Μιλτιάδη, Λυκούργο, Μαρία και Αριστείδη. Λάτρης της αρχαιότητας και των προγόνων ο Κανάρης, έδωσε στα παιδιά του ονόματα ως επί το πλείστον αρχαιοελληνικά σύμφωνα με το έθιμο της εποχής, τα βαθύτερα μηνύματα του οποίου διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Κοραής σε σχετικό σχόλιό του: «Ο Ελληνισμός αισθάνεται ώριμος για τα μεγάλα έργα, ικανός να ακολουθήσει τον δρόμο τον οποίο χάραξαν οι πρόγονοί του. Ο Αγώνας είναι «επί θύραις!..». 

Τα ταξίδια του Κωνσταντίνου Κανάρη και τα προσποριζόμενα κέρδη συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό σε όλους τους μεγάλους εμπορικούς σταθμούς της εποχής, από Μάλτα και Μασσαλία μέχρι τα μέρη του Βοσπόρου και της Μαύρης θάλασσας, ως την Οδησσό της Ρωσίας, όπου κυβερνήτης ιδιόκτητου μικρού εμπορικού σκαριού έφθασε για πρώτη φορά στα 1820.

Η πυρπόληση της Τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη. Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα (π. 1866-1870). Λάδι σε μουσαμά, 143 εκ. x 109 εκ. Πινακοθήκη Αβέρωφ, Μέτσοβο. Nikiforos Lytras, Public domain, via Wikimedia Commons

Ανατίναξη της Tούρκικης ναυαρχίδας

Τον Ιούνιο του 1822, αφού ο Ελληνικός στόλος δεν κατάφερε να σώσει τη Χίο από την Τουρκική σφαγή, ο Κανάρης ανέλαβε να βάλει μπουρλότο στη ναυαρχίδα του Καρά Αλή, επικεφαλής του στρατού που έσφαξε τους κατοίκους και έκαψε το νησί. Την επιχείρηση θα εκτελούσαν τα πυρπολικά του Κανάρη και του Ανδρέα Πιπίνου. Στο εγχείρημα βοήθησαν δύο παράγοντες: αφενός ότι η νύχτα ήταν πολύ σκοτεινή καθώς δεν είχε φεγγάρι και αφετέρου ότι στο κατάφωτο κατάστρωμα της ναυαρχίδας οι περίπου 2.000 Τούρκοι γιόρταζαν το Μπαϊράμι κι έτσι τα μέτρα φρούρησης ήταν ελλιπή. Η φωτιά απ’ το μπουρλότο μεταδόθηκε ταχύτατα στο καράβι. Πριν προλάβουν να απομακρυνθούν απ’ αυτό οι πρώτες σωστικές λέμβοι, η φωτιά έφτασε στην πυριτιδαποθήκη, η οποία ανατινάχθηκε. Ως αποτέλεσμα τα θύματα ήταν πάρα πολλά. Μεταξύ αυτών ο ναύαρχος Καρά Αλής, αξιωματικοί του και πολλοί ναύτες. Το πυρπολικό του Πιπίνου προσέγγισε την υποναυαρχίδα αλλά δεν κατάφερε να την καταστρέψει. Της προκάλεσε όμως αρκετές ζημιές.

«Εις τας 3 ώρας να ξημερώσει είμεθα κοντά εις την Χίον και ευθύς βλέπομεν φωτιαίς όπου έκαιον τα μπουρλότα και κανονιαίς έπεφταν πολλαίς, έπειτα μετά τρία τέταρτα της ώρας είδομεν μίαν μεγάλην λάμψιν έως τον ουρανόν και έπειτα ακούσαμεν ένα μέγαν βρόντον εν είδος κανονίου εξερχόμενον από την πυριτιδαποθήκην και εβεβαιωθήκαμεν ότι να ήτο ντελίνι καϋμένο. Μετά μίαν ώραν της ημέρας αράξαμεν εις τα Ψαρά…». Αναστάσιος Τσαμαδός, Ιστορικά ημερολόγια των Ελληνικών ναυμαχιών του 1821, Αθήναι 1886, σ. 74.

Η ανατίναξη της Τουρκικής ναυαρχίδας υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεγονότα του κατά θάλασσαν αγώνα και έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση στην Ευρώπη βοηθώντας επικοινωνιακά την Επανάσταση. Τόσο μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων όσο και μεταξύ των Ευρωπαίων, ο Κανάρης πλέον ήταν ήρωας.

Το εξαιρετικό κατόρθωμα του Κανάρη, το οποίο ο ίδιος «διηγείτο έπειτα εις κύκλους αφελών ηρώων χωρίς να δεικνύη καμμίαν υπερηφάνειαν δι’ αυτό…» υμνήθηκε σε όλη την Ευρώπη όπου ποιητές, ζωγράφοι και γλύπτες όπως ο Βίκτωρ Ουγκό, ο Βύρων, ο Βίλχελμ Μίλερ, Νταβίντ ντ’ Ανζέ, ο Δουμάς, ο Ιβάν Αϊβαζόφσκι και άλλοι καλλιτέχνες, εμπνεύσθηκαν από τον ηρωισμό του ανθρώπου ο οποίος εκτός της επιδεξιότητάς του στους ναυτικούς ελιγμούς και της ευφυΐας του στις μεθόδους εξαπάτησης του αντιπάλου, επέδειξε και καταπληκτική εξοικείωση με τη δύσκολη όσο και επικίνδυνη τεχνική της πυρπόλησης του εχθρικού στόχου. Στα Ψαρά πανηγυρική υπήρξε η υποδοχή του, όπου «εις τον αιγιαλόν ο λαός, ο κλήρος και οι ιερείς ενδεδυμένοι τας ιεράς στολάς, τους συνώδευσαν εν παρατάξει εις τον ναόν του Αγίου Νικολάου ένθα έψαλαν δοξολογίαν…».

Τομή πυρπολικού. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα. Τα πυρπολικά προέρχονταν από μετατροπή παλαιών ιστιοφόρων ως εξής: άνοιγαν κατά μήκος του καταστρώματος σε κάθε πλευρά κυκλικά ανοίγματα («ρούμπους») και κάτω από το καθένα έβαζαν πωματισμένα βαρέλια γεμάτα εκρηκτικά. Ακόμα και τα ιστία του πλοίου ήταν εμποτισμένα με πίσσα και νάφθα ώστε να μεταπηδήσει γρήγορα η φωτιά. Κατά μήκος των πλευρών του καταστρώματος και κάτω από αυτό κατασκευάζονταν αγωγοί γεμάτοι με εύφλεκτα μίγματα, ονομαζόμενοι «μίνες του μπαρουτιού» για τη μετάδοση της φωτιάς από συγκεκριμένο σημείο (τη «μίνα της φωτιάς») στη πρύμη του σκάφους όπου και το άνοιγμα του «άβακα» (πηδαλίου). Από αυτό το σημείο γινόταν και η διαφυγή του πληρώματος (20-25 άνδρες) και η επιβίβασή τους σε ρυμουλκούμενη λέμβο όταν ο κυβερνήτης παραμένοντας τελευταίος έθετε το «πυρ». Badseed, CC BY-SA 3.0 via Wikimedia Commons

Η δράση του συνεχίστηκε τη νύχτα της 28ης προς 29η Οκτωβρίου 1822, όταν πυρπόλησε επιτυχώς το δίκροτο του νεοδιορισθέντος Τούρκου ναυάρχου Κακλαμάν Μεχμέτ πασά, στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Τενέδου και Τρωάδος. Ο Ψαριανός Γεώργιος Βρατσάνος, που συνόδευε την αποστολή, με δεύτερο πυρπολικό δεν κατόρθωσε να κατακαύσει εχθρικό πλοίο, αφού το μπουρλότο του έγινε αντιληπτό από τους Τούρκους και αναγκάστηκε να απομακρυνθεί άμεσα. Μέσω της Σκύρου οι Κανάρης και Βρατσάνος επιστρέφουν στα Ψαρά όπου τους επιφυλάχθηκε νέα πανηγυρική υποδοχή, ενώ ο πλοίαρχος της Αγγλικής κορβέτας «Περσεύς» που παρέπλεε στο νησί «ιδών τον Κανάρην, έβγαλε την σπάθην του από την μέσην του οπού εφορούσε και την εχάρισε εις τον ρηθέντα εις σημείον της αυτού επιδεξιότητος…».

Από την δράση του έχασαν τη ζωή τους 800 μέλη του πληρώματος, Τούρκοι αλλά και Χριστιανοί ναύτες που υπηρετούσαν στον Οθωμανικό στόλο. Ο Κακλαμάν Πασάς Μεχμέτ σήκωσε άγκυρα και κατέφυγε με τη βοήθεια ούριου ανέμου στο Τσανάκ-Καλεσί, στα Δαρδανέλια.

Μετά την καταστροφή των Ψαρών. Πίνακας του Νικολάου Γύζη (π. 1842-1900). Λάδι σε μουσαμά, 133 εκ. x 188 εκ. Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Αθήνα. Nikolaos Gyzis, Public domain, via Wikimedia Commons

Το εγχείρημα της Αλεξάνδρειας

Τον επόμενο χρόνο, ο Κανάρης πραγματοποίησε επιθέσεις στα Μικρασιατικά παράλια, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία. Δεν μπόρεσε επίσης, να κάνει τίποτε όταν το 1824 ο Χοσρέφ Μεχμέτ Πασάς κατέστρεψε τα Ψαρά. Όμως, τον Αύγουστο του 1824 πυρπόλησε μια μεγάλη φρεγάτα του Χοσρέφ στη Σάμο και μια κορβέτα στην Μυτιλήνη. Η έλλειψη πόρων ωστόσο, αποσυντόνισε το ναυτικό των Ελλήνων. Οι ναύτες έπαιρναν τα πλοία, σήκωναν όποια σημαία ήθελαν και επιδίδονταν στην πειρατεία. O Κανάρης κατάφερνε να επιβάλλει την πειθαρχία στα δικά του πληρώματα, αλλά κι αυτός μέσα σ’ αυτό το καθεστώς αναρχίας παραλίγο να σκοτωθεί το 1826 στην Αίγινα την ίδια χρονική περίοδο που η Μπουμπουλίνα έχανε τη ζωή της στις Σπέτσες κατά τη διάρκεια οικογενειακής διαμάχης.

Το 1825 ο Κανάρης εισηγήθηκε στη Διοίκηση ένα παράτολμο εγχείρημα. Ο Μεχμέτ Αλή είχε συγκεντρώσει στην Αλεξάνδρεια περίπου 60 μεγάλα πολεμικά και τριπλάσια φορτηγά πλοία. Με αυτά προετοίμαζε το καλοκαίρι να στείλει στρατό στην επαναστατημένη Ελλάδα (χρησιμοποιήθηκε αργότερα στην άλωση του Μεσολογγίου). Το σχέδιο του Κανάρη προέβλεπε να πάνε κάποια Ελληνικά πλοία στην Αλεξάνδρεια και να κάψουν τον Αιγυπτιακό στόλο. Έτσι θα σταματούσε και το λαθρεμπόριο που έκαναν Γάλλοι, φίλοι του Μεχμέτ Αλή, σε βάρος του Ελληνικού αγώνα. Το σχέδιο εγκρίθηκε και η αρχηγία του Ελληνικού στόλου ανατέθηκε στον πλοίαρχο Μανόλη Τομπάζη.

Καπετάνιος Εμμανουήλ Τομπάζης (1784-1831), Λιθογραφία του Boehringer, περί το 1825, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Ελλάδας. Boehringer, Public domain, via Wikimedia Commons

Στις 10 Αυγούστου 1825, ο Τομπάζης και ο Αντώνιος Κριεζής, μαζί με τα πυρπολικά του Ανδρέα Μιαούλη, του Μανώλη Μπούτη και του Κανάρη, έφθασαν έξω από την Αλεξάνδρεια. Την έκτη εσπερινή ώρα που έφθασαν προ της Αλεξάνδρειας, έπλεε μεν ούριος άνεμος αλλά για να μπουν μέσα στο λιμάνι χρειάζονταν κάποιον οδηγό επειδή υπήρχαν πολλοί ύφαλοι.

Ο Κανάρης θεώρησε ότι έπρεπε να επιτεθεί άμεσα διότι ήταν τέτοια η διάταξη των Αιγυπτιακών πλοίων που με τον άνεμο ο οποίος φυσούσε, θα υφίσταντο πανωλεθρία σε μια επίθεση με πυρπολικά. Εξαπατώντας τον οδηγό, ύψωσε Ρωσική σημαία και μπήκε μόνος του στο λιμάνι. Προσπάθησε να πλησιάσει τον εχθρικό στόλο αλλά ο άνεμος έπεσε ξαφνικά, οπότε άρχισε να τριγυρνά μέσα στο λιμάνι, προσπαθώντας να φθάσει στον μυχό (βαθύτερο σημείο). Όταν βρέθηκε δίπλα στο Γαλλικό πολεμικό Μέλισσα/Abeille, κατάλαβε ότι είχε γίνει αντιληπτός. Έβαλε λοιπόν φωτιά στο πυρπολικό, μπήκε με τους ναύτες του στη βάρκα διαφυγής και προσπάθησε να βγει απ’ το λιμάνι, ενώ το πλήρωμα της Μέλισσας άρχισε να πυροβολεί το πυρπολικό και τη βάρκα του Κανάρη. Ο άνεμος δυνάμωσε και το πυρπολικό, καιόμενο, πλησίασε τον Αιγυπτιακό στόλο απειλητικά. Ο πλοίαρχος Αργκύς, κυβερνήτης της Μέλισσας έγραψε στην αναφορά του:

«Εάν το πλοίον αυτό προσκολλάτο κατά κακήν μοίραν εις την φρεγάταν της πρωτοπορίας, η σύγχυσις ήθελε εμπέσει εις τον υπόλοιπον στόλον, τα δε άλλα δύο πυρπολικά ήθελον προσδράμει, προσβάλλοντα έτερα πλοία. Η καταστροφή θα ήτο τρομερά, ολοκληρωτική δε η νίκη των Ελλήνων. Αλλά η Μέλισσα κατά κάποιον τρόπο τους παρεμπόδισε».

Ο Κανάρης, ενώ έβαλλαν εναντίον του τα πλοία και παράκτια πυροβολεία, κατάφερε να διαφύγει και να φθάσει στον Ελληνικό στόλο, ο οποίος είχε ήδη υψώσει Ελληνική σημαία. Ο Μεχμέτ Αλή πήρε μερικά πλοία και κυνήγησε τους Έλληνες μέχρι τις ακτές της Καραμανίας χωρίς αποτέλεσμα.

Η αποτυχία της αποστολής δεν οφείλεται σε λάθος του Κανάρη και ούτε μειώνει το μεγαλείο του εγχειρήματος. Οι επαναστατημένοι Έλληνες θεώρησαν την πράξη του Κανάρη πλήρη τόλμης και πατριωτισμού αλλά κάποιοι Ευρωπαίοι δυσαρεστήθηκαν και την είδαν σαν πειρατική πράξη λόγω της χρήσης ξένης σημαίας. Η Αγγλόφιλη Εφημερίς της Ύδρας, σε μια εποχή που υπήρχαν διαμάχες για το ζήτημα της βασιλικής υποψηφιότητας (κάθε μεγάλη δύναμη ήθελε ο νέος βασιλιάς των Ελλήνων να προέρχεται από τον δικό της βασιλικό οίκο) κατηγόρησε τους Γάλλους επειδή ο φιλοτουρκισμός τους έγινε αιτία να ματαιωθεί ένα μεγάλο απελευθερωτικό εγχείρημα.

Ανδριάντας του Κωνσταντίνου Κανάρη στην Κυψέλη, Αθήνα. Έργο του Λάζαρου Φυτάλη. Lazaros Fytalis, CC BY-SA 4.0 , via Wikimedia Commons

Κανάρης & Επανάσταση

Σχέση μεταξύ Κανάρη και Φιλικής Εταιρείας δεν αποδείχθηκε ποτέ και το πιθανότερο είναι ο μεγάλος αγωνιστής να μην εντάχθηκε ποτέ στους κόλπους της, παρά το γεγονός ότι η δράση της Φιλικής είχε ήδη δημιουργήσει στην καρδιά πολλών Ψαριανών άσβεστες εστίες επαναστατικού πόθου, αφού και ο αρχηγός της Δημήτριος Υψηλάντης, είχε διορίσει από το 1818 εφόρους της στο νησί τους Νικολή Αποστόλη και Δημήτρη Μαμούνη και ο Φιλικός Δημήτρης Θέμελης είχε κατηχήσει ήδη πολλούς Ψαριανούς. Η ημέρα του Πάσχα, 20 Απριλίου 1821, βρήκε την Ψαριανή επαναστατική σημαία να ανεμίζει στο νησί και τον στόλο των Ψαρών, υπό την αρχηγία του Νικολή Αποστόλη, ενωμένο με τον Υδραίικο και τον Σπετσιώτικο, σε μια κοινή προσπάθεια δημιουργίας της πρώτης μάχιμης ναυτικής δύναμης του Αγώνα. Το ξέσπασμα της Επανάστασης και η δημιουργία του πρώτου Ψαριανού στόλου προσέλκυσαν το νου και την καρδιά του Κανάρη που φλογισμένος από τον πόθο της ελευθερίας, δεν δίστασε να ενταχθεί σ’ αυτόν αρχικά ως απλός ναύτης.

Ο τολμηρός και ριψοκίνδυνος χαρακτήρας του σύντομα τον οδήγησαν σε έντονη επαναστατική δράση, αν και η πρώτη του μαχητική παρουσία είχε σημειωθεί αρκετά νωρίτερα, ήδη από το 1807, στην περιοχή της Λευκάδας, όπου την περίοδο εκείνη κατέφευγαν Έλληνες της Στερεάς κυνηγημένοι από τον Αλή πασά των Ιωαννίνων

«ότε ο Αλή πασάς επεχείρησε να την καταλάβη, Κωνσταντής ο Ψαριανός ήτο ο κυβερνήτης του πλοίου το οποίον από Πάργας εις Λευκάδαν μετέφερε στρατεύματα Σουλιωτών και άλλων Ηπειρωτών προς καταπολέμησιν του πολιορκούντος την νήσον Αλή». Διονύσιος Π. Καλογερόπουλος, Ο Κανάρης, Εν Αθήναις 1947, σ. 12.

Στις 27 Απριλίου 1821, έπειτα από πολλές διαπραγματεύσεις που αφορούσαν κυρίως στο δυσεπίλυτο οικονομικό πρόβλημα εξοπλισμού και συντήρησης του νεοσύστατου Ελληνικού στόλου, οι τρεις ενωμένες ναυτικές μοίρες συγκεντρώθηκαν τελικά στα Ψαρά, όπου, κατά τον Νικόδημο «ώπλιζε τότε έκαστος πλοίαρχος το πλοίον του εις πολεμικόν και επρόβλεπεν έκαστος Ψαριανός τα αναγκαία προς οπλισμόν του». Εκτός των άλλων, μεταξύ των πέντε πυρπολικών που συνόδευαν το στόλο συμμετείχε και εκείνο του Κωνσταντίνου Κανάρη.

Στη μεγάλη καταστροφή της Χίου το Μάρτιο του 1822, κατά την οποία 30.000 Χιώτες σκοτώθηκαν ή σύρθηκαν στην αιχμαλωσία από το στόλο του Καρά Αλή Πεπέ, «…ένας από εκείνους που ήρκουνταν με πιο μεγάλη προθυμία για να παίρνουν τους ανθρώπους ήταν, λέει, κι εκείνος που ήκαψεν ύστερα των Τούρκων φρεγάδα μέσα στο λιμάνι της Χώρας, ο Κανάρης μαθές…» σταλμένος με απόφαση της Βουλής των Ψαρών μαζί με τον Κωνσταντίνο Νικόδημο, με σκοπό τη διάσωση των επιζώντων Χιωτών και Σαμίων του Λυκούργου Λογοθέτη.

Η ασημένια λήκυθος όπου φυλάσσεται η καρδιά του Κανάρη, με επιγραφή «Χαίρε καρδία Ναυάρχου Κανάρη». Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα. Badseed, CC BY-SA 3.0 <http://creativecommons.org/licenses/by-sa/3.0/&gt;, via Wikimedia Commons

Κανάρης & Καποδίστριας

 Στα 1826 τοποθετήθηκε επιστάτης (κυβερνήτης) του ημιδικρότου «Ελλάς», αμέσως μετά τον κατάπλου του πλοίου στην Ελλάδα, ενώ την ίδια χρονιά εξελέγη αντιπρόσωπος των Ψαρών στην Εθνοσυνέλευση του Άργους και αργότερα και της Τροιζήνας. Στα 1828 διορίζεται φρούραρχος στη Μονεμβασία και το 1831 με την κατάρτιση του Ναυτικού Μητρώου των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού του απονέμεται ο βαθμός του πλοιάρχου Α’ τάξεως.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης συνέχισε τη δράση του και τα επόμενα χρόνια σε διάφορους, εκτός των ναυτικών αγώνων, τομείς. Ο Κυβερνήτης Iωάννης Καποδίστριας, του ανέθεσε την αρχηγία στολίσκου πυρπολικών, υπό τις εντολές του Ανδρέα Μιαούλη, με σκοπό την εξάλειψη της πειρατείας στο Αιγαίο.

Στον τομέα αυτό συνετέλεσε τα μέγιστα ο Κανάρης με τη συντονισμένη του δράση ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του 1826. Στα 1831 καθοριστική στάθηκε η ενεργός φιλοκυβερνητική συμμετοχή του στα θλιβερά γεγονότα της ανταρσίας που ξέσπασε στον Πόρο εναντίον του Καποδίστρια με επίκεντρο την Ύδρα. Παρά τις σύντονες προσπάθειές του, ως αρχηγός των επιχειρήσεων του εθνικού στόλου, δεν κατόρθωσε να ματαιώσει την καταστροφή του την αποφράδα ημέρα της 31ης Ιουνίου 1831, στην οποία ατυχώς πρωτοστάτησε ο Ανδρέας Μιαούλης.

Τον ίδιο χρόνο, αμέσως μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, ο Κανάρης παραιτείται από το Ναυτικό και καταφεύγει για να ιδιωτεύσει στην Ερμούπολη της Σύρου, τόπο εγκατάστασης πολλών Ψαριανών μετά την καταστροφή του νησιού τους στα 1824.

Πολιτική

Στο προσκήνιο του δημόσιου βίου θα εμφανιστεί αρκετά χρόνια αργότερα, το 1843, με τη συμμετοχή του στο κίνημα του Ρωσικού κόμματος. Ήταν η περίοδος κατά την οποία τα συγκρουόμενα συμφέροντα, οι κομματικές αντιπαραθέσεις, οι αλληλοσυγκρουόμενες φιλοτιμίες των Ελλήνων αγωνιστών είχαν δημιουργήσει πραγματικό αδιέξοδο στη διοίκηση του νεοσύστατου Eλληνικού κράτους. Την ίδια χρονιά, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και την παραχώρηση Συντάγματος από τον Όθωνα, έγινε υπουργός των Ναυτικών στη νέα κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μεταξά και αργότερα – όταν ο τελευταίος παραιτήθηκε – προσωρινός πρόεδρός της μέχρι τις 30 Μαρτίου 1844. Έκτοτε και μέχρι το τέλος της ζωής του αναμιγνύεται ενεργά στα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Επί κυβερνήσεως Iωάννη Κωλέττη ανέλαβε το υπουργείο των Ναυτικών, ενώ στα 1848 γίνεται πρωθυπουργός και υπουργός Ναυτικών μέχρι το Δεκέμβριο του 1849. Στα 1854, κατά τη διάρκεια της Αγγλογαλλικής κατοχής της Αθήνας και του Πειραιά, τον συναντάμε και πάλι υπουργό των Ναυτικών στην κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Αργότερα στα 1858 θα αποσύρει την υποστήριξή του από το Ρωσικό κόμμα, στο οποίο ήταν ενταγμένος ήδη από την εποχή Καποδίστρια, ενώ το 1861 η πολιτεία θα του απονείμει το βαθμό του αντιναυάρχου και την αντίστοιχη σύνταξη «εκ δραχμών 12.000» τα οποία θα αρνηθεί για λόγους αρχών.

Λαϊκή απεικόνιση της Τριανδρίας (Ρούφος, Βούλγαρης, Κανάρης) που ανέλαβε την εξουσία μετά την Έξωση του Όθωνα, 11 Οκτωβρίου 1862 (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη) Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σ.197.

Στα 1862 ο Όθων του αναθέτει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης την οποία ο Κανάρης δεν θα σχηματίσει ποτέ, με κύρια αιτία την άρνηση του Όθωνα να αποδεχθεί τον κατάλογο των υπουργών που ο ίδιος του πρότεινε. Λίγο αργότερα, εξαιτίας της αντιπαράθεσης αυτής, θα ενταχθεί στην αντιοθωνική τριανδρία (Δημητρίου ΒούλγαρηΚωνσταντίνου ΚανάρηΜπενιζέλου Ρούφου) και θα εξελιχθεί σε σφοδρό πολέμιο της πολιτικής του Όθωνα, την οποία ήδη θεωρούσε ιδιαίτερα αυταρχική και επιβλαβή για τα Ελληνικά δεδομένα. Οι εν γένει κινήσεις του συνέβαλαν ουσιαστικά στην έξωση του τελευταίου στα 1862, αμέσως μετά την οποία ο Κανάρης ανέλαβε προσωρινά την Αντιβασιλεία.

Την ίδια χρονιά, ως Έλληνας εκπρόσωπος, μετέβη στην Κοπεγχάγη όπου και πρόσφερε το στέμμα του Ελληνικού θρόνου στο δευτερότοκο γιο του Δανού βασιλέα Χριστιανού Α’, τον Γεώργιο Α’. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης που ψήφισε το Σύνταγμα του 1864, ανέλαβε μαζί με τον Δημήτριο Γρίβα την ηγεσία της προοδευτικής παράταξης των Ορεινών.

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Κανάρης Petros Moraïtes (1832 – 1898), Public domain, via Wikimedia Commons

Τον ίδιο χρόνο, στις 5 Μαρτίου, γίνεται πρωθυπουργός, αναγκάζεται όμως να παραιτηθεί σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Οι αλλεπάλληλοι θάνατοι ήδη πέντε εκ των παιδιών του έχουν συγκλονίσει τον μπουρλοτιέρη, ο ίδιος ωστόσο εξακολουθεί να δίνει το παρών όπου και όποτε το επιβάλλει η ανάγκη της πατρίδας.

Στο πλαίσιο αυτό θα αναλάβει ακόμη δύο φορές την πρωθυπουργία σε καταστάσεις κρίσιμες για τα Ελληνικά πράγματα, αρχικά από Ιούλιο-Μάρτιο 1865, απ’ όπου θα παραιτηθεί δυσαρεστημένος με την εκλογή του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη ως προέδρου της Εθνοσυνέλευσης και θα ιδιωτεύσει για πολύ καιρό στο σπίτι του στην περιοχή της Κυψέλης. Είναι το ίδιο σπίτι στο οποίο ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης είχε στα 1876, την τύχη σε μία επίσκεψή του, να ακούσει για ώρες πολλές τον ίδιο τον Κανάρη να του διηγείται τα φοβερά του κατορθώματα.

Υπογραφή Κωνσταντίνου Κανάρη

Δώδεκα χρόνια αργότερα, ευθύς μετά το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου, στη διάρκεια της Βαλκανικής κρίσης την οποία είχε προκαλέσει εν λόγω ο πόλεμος, αναλαμβάνει στις 26 Μαΐου 1877, έπειτα από πανελλήνια απαίτηση – δείγμα σεβασμού και εκτίμησης στο πρόσωπό του – την πρωθυπουργία της Οικουμενικής Κυβέρνησης που σχηματίστηκε.

Ο τάφος του Κωνσταντίνου Κανάρη στο πρώτο νεκροταφείο της Αθήνας.

Την κυβέρνηση στήριξαν ως υπουργοί οι Αλέξανδρος ΚουμουνδούροςΘρασύβουλος Ζαΐμης, Επαμεινώνδας ΔεληγιώργηςΧαρίλαος Τρικούπης, Θεόδωρος Δηλιγιάννης κ.ά. Η πρωθυπουργία του ωστόσο ήταν βραχύτατης διάρκειας, αφού στις 2 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, χτυπημένος από ημιπληγία, πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς στο σπίτι του στην Κυψέλη. Τάφηκε δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο.

«…Ο ένδοξος ναύαρχος και Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης προσβληβείς υπό ημιπληγίας την χθεσινήν πρωίαν απεβίωσε την 11 ώρ. και 45 μ.μ…» Κωνσταντίνος Άμαντος, «Λόγος πανηγυρικός κατά τα αποκαλυπτήρια ανδριάντα του Κ. Κανάρη εν Χίω τη 19η Ιουνίου 1927», Εκατονταετηρίς Κωνσταντίνου Κανάρη, Εν Αθήναις, σ. 32.

Πηγές – βιβλιογραφία

https://en.wikipedia.org/wiki/Constantine_Kanaris

Άρθρο της Κωνσταντίνας Αδαμοπούλου – Πούλου (αρχειονόμου, ιστορικού, προϊσταμένης Ιστορικού Αρχείου Μουσείου Ύδρας) που δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο Αργολική Βιβλιοθήκη

https://www.dimospsaron.gr/el/lefkoma/shmainouses-proswpikothtes.aspx

https://elinis.gr/ο-κανάρης-και-η-θάλασσα

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

Σπυρίδων Τρικούπης «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» τόμος Β΄, κεφ. Λ (σελ. 202, εκδόσεις Γιοβάνη).