Αρχαίες ανακαλύψεις απολιθωμάτων και ερμηνείες

στις

Ancient Fossil Discoveries and Interpretations

Adrienne Mayor  

Oxford Handbook of Animals in Classical Thought and Life
Ed. Gordon Linsay Campbell (Oxford, 2014)

Επιμέλεια παρουσίασης, μετάφραση, προσθήκη εικόνων-σχολίων: Πυθεύς

Εικόνα εξωφύλλου:
Ξεθάβοντας τον πρώτο Μαστόδοντα στην Αμερική
1806, ζωγραφική  Charles Willson Peale_wikipedia

 

Παρατηρήσεις απολιθωμάτων, από πετροποιημένα όστρακα και ίχνη από πατημασιές σε πέτρες έως τους τεράστιους σκελετούς δεινοσαύρων και μαμούθ, επηρέασαν τους μύθους των αρχαίων χρόνων και τις κοινές πεποιθήσεις για παράξενα πλάσματα που ευδοκίμησαν και στη συνέχεια εξαφανίστηκαν στο μακρινό παρελθόν. 

Ανάλυση λογοτεχνικών τεκμηρίων από τον Όμηρο και τον Ηρόδοτο στον Παυσανία και τον Αυγουστίνο, φανερώνει ότι οστά, χαυλιόδοντες και δόντια αξιοσημείωτου μεγέθους και σχήματος, εκτέθηκαν εξαιτίας διάβρωσης του εδάφους, σεισμών ή ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε όλο τον Μεσογειακό κόσμο και την κεντρική Ασία.

Θρύλοι των Σκυθών για γρύπες-φύλακες χρυσού ενδέχεται να προέκυψαν από την προσπάθεια των χρυσοθήρων να δικαιολογήσουν τους απανταχού καλοδιατηρημένους απολιθωμένους σκελετούς Πρωτοκεράτοπων δεινοσαύρων. Καλλιτεχνικά και αρχαιολογικά τεκμήρια της αρχαιότητας  σπανίζουν, αλλά υποστηρίζουν ωστόσο τις λογοτεχνικές καταγραφές. Έλληνες και Ρωμαίοι αναγνώρισαν σε μεγάλο αριθμό απολιθωμάτων πολύ καιρό εξαφανισμένων σπονδυλωτών, λείψανα γιγάντων, τεράτων και μυθικών ηρώων. Συνέλεξαν, μέτρησαν και παρουσίασαν εντυπωσιακά απολιθώματα κι έκαναν υποθέσεις για την εμφάνιση, τη συμπεριφορά και τον λόγο που εξαφανίστηκαν αυτά τα καταπληκτικά πλάσματα τα οποία ουδέποτε αντίκρισαν ζωντανά. Οι αρχαίες ερμηνευτικές προσπάθειες της εμφάνισης των αναπάντεχων απολιθωμένων ευρημάτων ξεθαμμένων από καιρικές συνθήκες και γεωλογικά φαινόμενα, προκάλεσαν μερικές εκπληκτικά οξυδερκείς, λογικές αντιλήψεις για την ιστορία της Γης και των περασμένων μορφών ζωής —παρά τη σιωπή των φυσικών φιλοσόφων.  

Τεράστια απολιθωμένα οστά από μαστόδοντα ή μαμούθ δεν είναι πιθανό να βρίσκονται στην νοητή εικόνα που έχει οποιοσδήποτε για την κλασική αρχαιότητα. Όμως για τους Έλληνες και τους γείτονές τους, ίχνη μυστηριωδών, αξιοπερίεργων πλασμάτων του μακρινού παρελθόντος αποτελούσαν σημαντικά κομμάτια φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος.

γένος Μαστόδον _wikipedia

Εκατομμύρια χρόνια πριν την εμφάνιση των πρώτων ανθρώπων, η λεκάνη της Μεσογείου δεν ήταν θάλασσα, αλλά στεριά που ένωνε Ευρώπη, Αφρική και Ασία. Κατά την διάρκεια της εποχής από το Μειόκαινο προς το Πλειστόκαινο (από τα 23 εκατομμύρια στα 10.000 χρόνια πριν) η γη εκείνη ήταν κατοικία προϊστορικών ελεφάντων, μαστοδόντων, ρινόκερων, καμηλοπαρδάλεων, σπηλαίων αρκούδων και άλλων τεράστιων ζώων. Εκείνα τα υπερμεγέθη ζώα αφανίστηκαν την τελευταία περίοδο των παγετώνων· κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες οι σκελετοί τους ανοργανοποιήθηκαν και παρέμειναν βυθισμένοι σε βράχια και χώμα.

Σε Ιταλία, Ελλάδα, νησιά του Αιγαίου, βόρεια Αφρική και Μικρά Ασία, σκόρπια απολιθωμένα λείψανα των προϊστορικών εκείνων ζώων έρχονται συνεχώς στην επιφάνεια εξαιτίας διαβρώσεων, πλημμυρών, καταιγίδων, σεισμών και ανθρωπίνων δραστηριοτήτων όπως ανασκαφές ή όργωμα (βλ. Mayor, 2011: Appendix 1 για κατάλογο απολιθωμάτων από μεγάλα θηλαστικά που έχουν βρεθεί σε τέτοιες περιοχές).

Την εποχή που πρωτοεμφανίστηκαν προφορικοί θρύλοι για γίγαντες και θηρία, τα μεγαλύτερα χερσαία ζώα γνωστά στους Έλληνες ήταν το άλογο ή το βόδι· οι ελέφαντες ήταν άγνωστοι μέχρι λίγο μετά τις εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου στην Ινδία τον 4ο αι. ΠΚΕ. Κατά τη διάρκεια των εποχών του  Μειόκαινου και του Πλειστόκαινου, τεκτονικές και ηφαιστειακές δυνάμεις δημιούργησαν τους σημερινούς εδαφικούς σχηματισμούς της Μεσογείου. Η περιοχή υπόκειται ακόμη σε ισχυρούς σεισμούς καθώς συγκρούονται οι ηπειρωτικές πλάκες της Αφρικής και της Ασίας.  Αυτές οι σεισμικές αναστατώσεις πτυχώνουν το έδαφος και διαλύουν τους απολιθωμένους σκελετούς, ανακατεύοντας τα οστά. Τα κρανία των προβοσκιδωτών είναι ιδιαίτερα εύθραυστα. Συχνά διαλύονται αφήνοντας στους Έλληνες και άλλους αρχαίους λαούς, να περιεργάζονται τα πιο ανθεκτικά και οικεία στην εμφάνιση οστά όπως τα μηριαία και της ωμοπλάτης.

Αντιθέτως, στην κεντρική Ασία, πολύ παλαιότεροι, εξαιρετικά διατηρημένοι σκελετοί Μεσοζωικών δεινοσαύρων  (πριν από περίπου 215 έως 65 εκατομμύρια χρόνια) ξεπρόβαλαν συνεχώς εξαιτίας των καιρικών φαινομένων μέσα από σχηματισμούς βράχων από ψαμμίτη κατά μήκος των εμπορικών δρόμων τριγύρω από τα αποθέματα χρυσού στους πρόποδες των οροσειρών Τιέν Σαν και Αλτάι. Οι ξασπρισμένοι, καλοδιατηρημένοι, πλήρως αρθρωμένοι σκελετοί τετράποδων ραμφοφόρων δεινοσαύρων ήταν (και είναι) πολύ εμφανείς εξαιτίας της χρωματικής τους αντίθεσης με τα κόκκινα ιζηματογενή πετρώματα και θα πρέπει να είχαν γίνει αντιληπτά από τους πρώτους κατοίκους και ταξιδιώτες.

Ο πλούτος των απολιθωμένων αποθεμάτων σε Ελλάδα και Ασία έγινε αντιληπτός από τη σύγχρονη επιστήμη μόλις κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα.  Οι παλαιοντολόγοι μελετώντας αυτά τα λείψανα δεν συνειδητοποίησαν ότι τα εμφανή απολιθώματα ήταν αντικείμενα μεγάλου ενδιαφέροντος για τους Έλληνες και άλλους αρχαίους πολιτισμούς. Οι περισσότεροι κλασικιστές, από την πλευρά τους, αγνόησαν ότι οι τεράστιοι σκελετοί θα μπορούσαν εύκολα να παρατηρηθούν από έναν κοινό άνθρωπο σε ‘κείνες τις περιοχές. Εντούτοις, δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι αρχαίες περιγραφές για «οστά γιγάντων στη γη» λογίζονταν για πολύ καιρό απλά σαν φαντασιώσεις ή θρησκευτικές δεισιδαιμονίες. Σε τελική ανάλυση, οι πλέον σεβαστές αυθεντίες της αρχαιότητας, Θουκυδίδης και Αριστοτέλης, ουδέποτε ανέφεραν ανακαλύψεις γιγάντιων ή αφύσικων οστών. Η σιωπή τους όμως, δε θα πρέπει να μας αποπροσανατολίσει ώστε να σκεφτούμε ότι οι Έλληνες δεν αντιλήφθηκαν τα τεράστια απολιθωμένα λείψανα. 

Τα θαλάσσια απολιθώματα  σε βουνά (βλ. κογχυλιάτης λίθος) και ερήμους ήταν άλλο θέμα. Εξαιτίας της ομοιότητας των πετροποιημένων κελυφών με υπαρκτά θαλάσσια πλάσματα, καθημερινοί άνθρωποι και φιλόσοφοι όπως ο Ξενοφάνης (περ. 750 π.κ.ε.) εύκολα οδηγήθηκαν σε μια πρώιμη αναγνώριση του ότι οι περιοχές αυτές κάποτε καλύπτονταν από θάλασσες (Ηρόδοτος 2.2, Πλούταρχος Ίσις και Όσιρις 40, Στράβων 1.3.4, 16.2.17, 17.1-3). 

Κογχυλιάτης λίθος [σύνδεσμος]

Αντίθετα, η παρουσία τεράστιων ή παράδοξα σχηματισμένων οστών και δοντιών ανοίκειων ζώων θαμμένων στο έδαφος έμοιαζαν να υποδηλώνουν ότι κάποιες μορφές ζωής των περασμένων αιώνων είχαν εκλείψει. Το τεκμήριο αυτό αγνοήθηκε διότι έθετε δίλημμα στους αρχαίους φιλοσόφους, όπως ο Αριστοτέλης, οι οποίοι περιορίζονταν από την πίστη τους στην ιδέα της σταθερότητας των ειδών (Leddra, 2010: 173-74; Mayor, 2011: 192-220). Η ιδέα αυτή δεν δοκιμάστηκε επιστημονικά μέχρι τον Διαφωτισμό. Ωστόσο, παρά τη μη συμμετοχή της ελίτ ιστορικών και φιλοσόφων στην ερμηνεία της μετατροπής τεράστιων οστών σε πέτρα, πολλές αφηγήσεις που σώζονται σε Ελληνικές και Λατινικές πηγές αποκαλύπτουν ότι ευρήματα απολιθωμάτων προκάλεσαν ενθουσιασμό και λογικούς προβληματισμούς.

Ήταν ευρύτερα αποδεκτό ότι γίγαντες και τέρατα ζούσαν την εποχή που δεν είχε ολοκληρωθεί ο σχηματισμός των ορεινών όγκων και ότι αφανίστηκαν στο μακρινό παρελθόν σε μάχες μεταξύ θεών και ηρώων που κλόνιζαν συθέμελα τη γη  ή σε άλλα ολέθρια γεγονότα.  Στην αρχαία φαντασία, οι σπουδαίοι ήρωες και ηρωίδες ήταν επίσης γίγαντες —θα πρέπει να υψώνονταν σαν πύργοι μπροστά στους μικροκαμωμένους άνδρες και γυναίκες του σήμερα.  Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί αν η ιδέα των γιγάντων και των ηρώων που δρασκέλιζαν το αρχαίο τοπίο οφειλόταν στις παρατηρήσεις των τεράστιων οστών από μαστόδοντα και μαμούθ.  Παραμένει αναπόδεικτο αλλά μοιάζει ευλογοφανές, δεδομένου ότι τα μηριαία οστά και αυτά της ωμοπλάτης των εξαφανισμένων ελεφάντων και άλλων μεγάλων σπονδυλωτών μοιάζουν πράγματι με γιγάντια μέρη ανθρώπινης ανατομίας. Ήταν κοινή σκέψη ότι οι μυθικοί ήρωες είχαν το τριπλάσιο μέγεθος των απλών ανθρώπων· αυτό ταιριάζει με το γεγονός ότι  το μηριαίο οστό ενός αρχαίου ελέφαντα έχει περίπου τρεις φορές το μέγεθος αυτού ενός ενήλικου ανθρώπου (Mayor, 2011: 77-82).

Απολιθωμένα ίχνη εξαφανισμένων πλασμάτων προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των πρώιμων ανθρώπων από τότε που συνέλεγαν μικρά πέτρινα κελύφη και άλλα φορητά απολιθώματα για θρησκευτικές και διακοσμητικές χρήσεις (Oakley, 1975; McNamara, 2011). Ωστόσο, εκτός των περιστασιακών εικασιών από ολιγάριθμους φυσιοδίφες και κλασικιστές (Cuvier, 1806: 4-5, 14, 54; Erman, 1834: 9-11; Brown, 1926; Huxley, 1979), οι επαφές των αρχαίων με απολιθώματα παρέμειναν αδιερεύνητες μέχρι το 2000 όταν δημοσιεύτηκε η πρώτη εκτεταμένη γραμματειακή, καλλιτεχνική και αρχαιολογική έρευνα τεκμηρίων για ανακαλύψεις και ερμηνείες απολιθωμάτων σε Ελληνικές και Ρωμαϊκές πηγές. Η Mayor συνέλεξε και ανέλυσε σχεδόν εκατό αφηγήσεις τριάντα και περισσότερων αρχαίων συγγραφέων από τον Ηρόδοτο του 5ου αι. ΠΚΕ στον Αυγουστίνο του 5ου αι. ΚΕ. Αυτές οι  παραμελημένες για μεγάλο χρονικό διάστημα πηγές, φανερώνουν ότι αξιοσημείωτα λείψανα, από κελύφη ξεχασμένα στα βουνά και πατημασιές σε βράχια, μέχρι τεράστια κόκαλα δεινοσαύρων και μαμούθ, αιχμαλώτισαν την προσοχή και την φαντασία των αρχαίων λαών και οδήγησαν σε  εντυπωσιακές ιδέες (Mayor, 2011: παράρτημα 2 για αρχαίες καταθέσεις)

Περιέργεια και γλαφυρές συζητήσεις προκαλούνταν όταν εκπληκτικού μεγέθους κόκαλα αποκαλύπτονταν από διαβρώσεις, καταιγίδες, πλημμύρες, σεισμούς ή ανθρώπινες δραστηριότητες όπως το όργωμα ή το σκάψιμο. Αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι συνέλεξαν, μέτρησαν, συνέκριναν και εξέθεσαν εντυπωσιακά απολιθώματα σε ναούς σαν κειμήλια του ένδοξου παρελθόντος. Η Mayor παρουσίασε επίσης, αγνοημένα,  καλλιτεχνικά και αρχαιολογικά στοιχεία σε υποστήριξη των αρχαίων λογοτεχνικών καταγραφών. Παρότι αδύνατον να προσδιοριστεί πιο εμφανίστηκε πρώτο, εικόνες μεγάλων απολιθωμένων οστών ή μύθοι γιγάντων και τεράτων θαμμένων στη γη,  οι ενδείξεις της γραμματείας καταδεικνύουν ότι οι παρατηρήσεις απολιθωμάτων μεγάλων σπονδυλωτών, σίγουρα επηρέασαν ορισμένους μύθους και λαϊκές δοξασίες.

Σε όλη την Μεσόγειο, εντυπωσιακά οστά από μηρούς και ωμοπλάτες μαστόδοντων και άλλων εξαφανισμένων θηρίων, λατρεύτηκαν σαν λείψανα γιγάντων, τεράτων και ηρώων από τις ένδοξες ημέρες των μύθων (Boardman, 2002: 33-43; Lane Fox, 2009: 305-11). Στο μεταξύ στην κεντρική Ασία, οι άφθονοι απολιθωμένοι σκελετοί ραμφοφόρων Πρωτοκεράτοπων δεινοσαύρων φαίνεται να σχετίζονται με αρχαίους θρύλους και συμβολισμούς των Σκυθών για υπέροχους γρύπες, φύλακες του χρυσού που κατοικούσαν «πέρα απ’ την χώρα των Ισσηδόνων» και την οροσειρά Αλτάι (Mayor, 2011: 22-52; Boardman 2002: 127-32).

Βέβαια όλοι οι μύθοι γιγάντων ή θηρίων δεν προέκυψαν από απολιθώματα και ούτε το υπέδαφος της Μεσογείου περιέχει απολιθώματα σε όλη του την έκταση (το μεγαλύτερο μέρος του, περιέχει μάρμαρο η άλλο στέρφο πέτρωμα (Higgins and Higgins, 1996). Ωστόσο, σύγχρονες παλαιοντολογικές ανασκαφές φανερώνουν τον πλούτο απολιθωμάτων, εποχής από Μειόκαινο προς Πλειστόκαινο,  σε πολλές τοποθεσίες που οι θρύλοι και οι κλασικοί συγγραφείς θέλουν γιγάντια οστά να βρίσκονται θαμμένα στη γη. 

Παρατηρήσεις γιγάντιων οστών κατά την αρχαιότητα _A.Mayor

Τα αφηγήματα της γραμματείας που ακολουθούν είναι κάποιες από τις πιο πρώιμες περιγραφές για ανακαλύψεις απολιθωμάτων μεγάλων θηλαστικών στον κόσμο. Εστιάζοντας με προσοχή στις λεπτομέρειες των ιστοριών και ερευνώντας τις με τη ματιά της σύγχρονης παλαιοντολογίας, είμαστε σε θέση να ανακτήσουμε τον χαμένο κόσμο της αρχαίας αναζήτησης απολιθωμάτων. 

Ο Ηρόδοτος (1.67-68, cf. Παυσανίας 3.3.6-7) διέσωσε την πλέον πρόδρομη περιγραφή και καταγεγραμμένη μέτρηση μεγάλου απολιθωμένου σκελετού που ανακαλύφθηκε στην Ελλάδα.  Περί το 560 ΠΚΕ, δελφικός χρησμός συμβουλεύει τους Σπαρτιάτες να βρουν τα κόκαλα του μυθικού ήρωα Ορέστη. Εκείνοι, αφού πληροφορούνται ότι κάποιος σιδηρουργός σκάβοντας πηγάδι στην Τεγέα έχει ξεθάψει ένα τεράστιο σκελετό, μήκος περίπου 10 ποδών, ανακοινώνουν την ανακάλυψη των οστών του Ορέστη και τα ενταφιάζουν με μεγάλες τιμές σε περίτεχνο τάφο. Η Τεγέα βρίσκεται σε βυθό λίμνης του Πλειστόκαινου, της οποίας τα  ιζήματα περιέχουν υπολείμματα μαμούθ και άλλων θηρίων της Εποχής των Παγετώνων.

Παρομοίως, πλούσια αποθέματα λειψάνων βρίσκονται σε άλλες κοιλάδες της Αρκαδίας στη νότια Ελλάδα, ειδικότερα κατά μήκος του ποταμού Αλφειού, πλησίον της Ολυμπίας και στα περίχωρα της Μεγαλόπολης, αποδίδοντας τεράστια κόκαλα ελεφάντων και γομφίους μαστόδοντων που μοιάζουν με γιγάντιων ανθρώπων. Μεγάλου μήκους μεμονωμένοι χαυλιόδοντες είναι επίσης συνήθη ευρήματα. Το 1994, για παράδειγμα, εργάτες της οδοποιίας κοντά στη θέση της αρχαίας Ολυμπίας ξέθαψαν ένα ζεύγος χαυλιόδοντων μήκους περίπου 10 ποδών. Το ευθύ σχήμα τους σημαίνει ότι το πιθανότερο είναι να ανήκουν σ’ έναν προγονικό ελέφαντα ύψους 13 ποδών του Πλειστόκαινου, Παλαιολοξόδων ή Αρχαϊκός Ελέφας, συνήθη λείψανα στην Αρκαδία. Οι μακρύτεροι απολιθωμένοι χαυλιόδοντες που βρέθηκαν ποτέ στην Ελλάδα ανακαλύφθηκαν από την Ευαγγελία Τσουκαλά του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου το 2009· πάνω από 16 πόδια μήκος, ανήκαν σε Μαστόδοντα του Μειόκαινου (Mayor, 2011: xx, 99-101).

Σύγχρονα ευρήματα όπως αυτά, προσδίνουν άλλη διάσταση στους ελληνικούς μύθους για υπερμεγέθη ζώα, όπως ο πελώριος Καλυδώνιος Κάπρος που σκοτώθηκε από την Αταλάντη και τον Μελέαγρο.  Οι αρχαίοι άνθρωποι, οι οποίοι ουδέποτε είχαν αντικρίσει ελέφαντα με τεράστιους χαυλιόδοντες, θα μπορούσαν να  δημιουργήσουν την εικόνα ενός γιγάντιου αγριόχοιρου, του μόνου χαυλιοδοντοφόρου ζώου που γνώριζαν. Σύμφωνα με τον Παυσανία (8.46.1), οι υπέροχοι χαυλιόδοντες μήκους 3 ποδών του Καλυδώνιου κάπρου φυλάχτηκαν σ’ ένα ιερό στην Τεγέα.

Το 31 ΠΚΕ, ο μελλοντικός αυτοκράτορας Αύγουστος, απέσπασε τα τρόπαια αυτά από την Τεγέα για να τα εκθέσει στη Ρώμη. Αρκετούς αιώνες αργότερα, ο Προκόπιος (De Bello Gothico III 5.15.8) είδε ένα διαφορετικό ζεύγος ελεφαντόδοντων με την ένδειξη  «Καλυδώνιος Κάπρος» στο Μπενεβέντο της Ιταλίας. Εκείνα τα ελεφαντόδοντα ήταν καμπυλωμένα σε σχήμα ημισελήνου και είχαν περιφέρεια τριών εκτεταμένων χεριών, πληροφορίες που μας οδηγούν σε μαλλιαρό μαμούθ του οποίου οι μεγάλοι χαυλιόδοντες είχαν χαρακτηριστική καμπυλότητα.

Αποκατάσταση μαλλιαρού μαμούθ στο Βασιλικό Μουσείο Βρετανικής Κολούμπια, Βικτόρια, Βρετανική Κολούμπια. (WolfmanSF/Wikimedia Commons)_Smithsonian.com

Η ανακάλυψη των οστών του Ορέστη από τους Σπαρτιάτες στην Τεγέα του 6ου αι. π.κ.ε.,  προκάλεσε πανελλαδική έξαρση κυνηγιού οστών.  Με τη βοήθεια χρησμών, οι ελληνικές πόλεις άρχισαν συνειδητά να αναζητούν εντυπωσιακά οστά στα οποία θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τους δικούς τους γιγάντιους μυθικούς ήρωες. Για παράδειγμα, το 476 π.κ.ε., ο Κίμων αναζήτησε τα λείψανα του ήρωα των Αθηνών, Θησέα, στο νησί της Σκύρου όπου βρήκε κάποια δεόντως ευμεγέθη οστά  να διαβρώνονται σε κάποιο ανάχωμα. Ο Κίμων μετέφερε τα οστά στην Αθήνα όπου και έγιναν δεκτά με τιμές ήρωα (Pausanias 1.17.6; Plutarch, Kimon 8). Τα κόκαλα που αναγνωρίστηκαν σαν να ήταν του Θησέα, έρχονται από ιζήματα του Μειόκαινου στη Σκύρο, τα οποία περιέχουν απολιθώματα μαστόδοντων, ρινόκερων και γιγάντιων καμηλοπαρδάλεων.

Στην αρχαία Ολυμπία η τεράστια πτερυγοειδής ωμοπλάτη του τοπικού ήρωα Πέλοπα, φυλάχτηκε σε ειδικό ιερό. Το έδαφος γύρω από την Ολυμπία περιέχει  μεγάλου μεγέθους απολιθώματα  του Πλειστόκαινου όπως του πρωτογενούς ή νότιου μαμούθ (Mammuthus primigenius ή  meridionalis). Η ωμοπλάτη τους μετράει περίπου 2 με 3 πόδια, πολλές φορές το μέγεθος της αντίστοιχης ανθρώπινης αλλά έχει το ίδιο σχήμα.  Σύμφωνα με τον Παυσανία  (5.13.1-7), τα περίφημα αυτά οστά του Πέλοπα συντέλεσαν στο να κερδηθεί ο θρυλικός Τρωικός Πόλεμος. Τα οστά του Πέλοπα υποτίθεται ότι μεταφέρθηκαν από την Ολυμπία στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Τροία. Μετά τη νίκη, στο ταξίδι της επιστροφής τους στην Ελλάδα, χάνονται στη θάλασσα πλησίον της Εύβοιας.  Ο Παυσανίας αφηγείται ότι αρκετούς αιώνες αργότερα κάποιος ψαράς από την  Εύβοια έπιασε στο δίχτυ του ένα τεράστιο οστό ωμοπλάτης. Το Μαντείο των Δελφών αναγνώρισε στο οστό αυτό την από πολύ καιρό χαμένη πτερυγοειδή ωμοπλάτη του Πέλοπα και σχεδίασε την επανατοποθέτησή του σε ιερό στην Ολυμπία.  Ειδικά η Εύβοια ήταν κάποτε μέρος της γης του Μειόκαινου.  Τα ρηχά νερά καλύπτουν ιζηματογενή τεκτονικά βυθίσματα του Μειόκαινου που περιέχουν απολιθώματα ρινόκερων, μαστόδοντων και χαλικοθήριων (μεγαλόσωμο, αλλόκοτο, φυτοφάγο με μεγάλα νύχια).   

Νύχι Χαλικοθήριου _wikipedia

Δεν είναι σπάνιο να ανασύρονται στην επιφάνεια προϊστορικά κόκαλα με αλιευτικά δίχτυα σε απολιθωματοφόρους θαλάσσιους βυθούς: συμβαίνει καθημερινά στη Μάγχη (English Channel) και άλλα παραδείγματα έχουν αναφερθεί στην Ελληνική Ανθολογία (6.222-23). Τον 7ο αι. π.κ.ε., Iερό αφιερωμένο στον ήρωα Πέλοπα οικοδομήθηκε στα ερείπια παλαιότερου ναού της Εποχής του Χαλκού στην Ολυμπία, ίσως για να φιλοξενήσει τα οστά του Μειόκαινου που αλιεύθηκαν στα ευβοϊκά νερά και αναγνωρίστηκαν ως τα χαμένα οστά του Πέλοπα.

Εκατοντάδες χρόνια αργότερα, ο περιηγητής Παυσανίας βρήκε το τέμπλο κατεστραμμένο και οι ιερείς τον πληροφόρησαν ότι τα οστά του σπουδαίου Πέλοπα είχαν θρυμματιστεί. Απογοητευμένος, αλλά όχι έκπληκτος, ο Παυσανίας σχολίασε την πολύ μεγάλη ηλικία των σεβάσμιων οστών, τα καταπονητικά ταξίδια τους και τους αιώνες παραμονής τους στο βυθό της θάλασσας από τον Τρωικό Πόλεμο. Πράγματι, τα οστά με τα οποία αντικαταστάθηκαν αυτά του Πέλοπα που αλιεύθηκαν στα Ευβοϊκά νερά, θα πρέπει να ήταν εκατομμύρια χρόνια παλαιότερα από τα απολιθώματα του Πλειστόκαινου που αρχικά λατρεύτηκαν σαν οστά του Πέλοπα από την Εποχή του Χαλκού.

Ιθαγενής της Μικράς Ασίας, ο Παυσανίας κατέγραψε πολυάριθμες αφηγήσεις αυτομαρτύρων σχετικά με ευρήματα γιγάντιων οστών στην περιοχή (1.35.3-6; 8.29.1-4), τα οποία εκτέθηκαν εξαιτίας καταρρακτωδών βροχών, πλημμυρών, σεισμών, θαλάσσιας διάβρωσης ή από ανθρώπινες εκσκαφές.  Στην Μίλητο, για παράδειγμα, τμήμα κάποιου μικρού νησιού αποσπάστηκε ξαφνικά, αποκαλύπτοντας έναν κολοσσιαίο σκελετό. Οι Μιλήσιοι πίστεψαν ότι τα οστά ανήκαν στον Αστέριο, έναν γίγαντα γιο του θρυλικού ιδρυτή της πόλης Άνακτα, έναν γίγαντα «παιδί της γης». Οι διαστάσεις και η τοποθεσία, στην ακτή όπου ξεβράζονταν συνέχεια απολιθώματα του Μειόκαινου, υποδεικνύουν ότι η πραγματική ταυτότητα του γίγαντα ήταν αυτή ενός Μαστόδοντα ή άλλου εξαφανισμένου μεγαθήριου. 

 [35.6] …. ἔστι δὲ Μιλησίοις πρὸ τῆς πόλεως Λάδη νῆσος, ἀπεῤῥώγασι δὲ ἀπ᾽ αὐτῆς νησῖδες· Ἀστερίου τὴν ἑτέραν ὀνομάζουσι καὶ τὸν Ἀστέριον ἐν αὐτῇ ταφῆναι λέγουσιν, εἶναι δὲ Ἀστέριον μὲν Ἄνακτος, Ἄνακτα δὲ Γῆς παῖδα· ἔχει δ᾽ οὖν ὁ νεκρὸς οὐδέν τι μεῖον πηχῶν δέκα.

Ερείπια αρχαίου ναού και μαντείου αφιερωμένου στον θεό Απόλλωνα στην Κλάρο –περιοχή  στα Ιωνικά παράλια της Μικράς Ασίας (σημερινή Τουρκία)._wikipedia

Την εποχή που γίνονταν εργασίες για την εκτροπή των νερών του ποταμού Ορόντη στη Συρία, ένας τεράστιος σκελετός εμφανίστηκε στη αποστραγγισμένη κοίτη του. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο γίγαντας είχε μήκος 11 πήχεων, πάνω από 15 πόδια. Ο Χρησμός της Κλάρου δήλωνε ότι επρόκειτο για τον Ορόντη, ηρωικό γίγαντα της Ινδίας, όμως άλλοι πίστευαν ότι ήταν ο Αρυάδης, ένας αφρικανός γίγαντας.  Ο γίγαντας πιθανότατα ήταν ένα φοβερό μαμούθ στέπας, γένους του οποίου λείψανα βρίσκονταν συχνά στην κοιλάδα του Ορόντη. Οι μετρήσεις του Παυσανία είναι ρεαλιστικές, δεδομένου ότι αυτά τα μεγαθήρια είχαν ύψος 14 ποδών. Στην Λυδία, ο Παυσανίας αντίκρυσε έναν ακόμη τεράστιο σκελετό ξεθαμένο από κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις στον ποταμό ΎλλοΑπό το σχήμα τους θα σκεφτόσουν ότι τα κόκαλα ήταν ανθρώπινα, αλλά το μέγεθός τους ήταν απίστευτο, αναφέρει ο Παυσανίας. 

 [35.7] τὸ δ᾽ ἐμοὶ θαῦμα παρασχόν, Λυδίας τῆς ἄνω πόλις ἐστὶν οὐ μεγάλη Τημένου θύραι· ἐνταῦθα παραραγέντος λόφου διὰ χειμῶνα ὀστᾶ ἐφάνη τὸ σχῆμα παρέχοντα ἐς πίστιν ὡς ἔστιν ἀνθρώπου, ἐπεὶ διὰ μέγεθος οὐκ ἔστιν ὅπως ἂν ἔδοξεν. αὐτίκα δὲ λόγος ἦλθεν ἐς τοὺς πολλοὺς Γηρυόνου τοῦ Χρυσάορος εἶναι μὲν τὸν νεκρόν, εἶναι δὲ καὶ τὸν θρόνον· καὶ γὰρ θρόνος ἀνδρός ἐστιν ἐνειργασμένος ὄρους λιθώδει προβολῇ· καὶ χείμαῤῥόν τε ποταμὸν Ὠκεανὸν ἐκάλουν καὶ βοῶν ἤδη κέρασιν ἔφασάν τινας ἐντυχεῖν ἀροῦντας, διότι ἔχει λόγος βοῦς ἀρίστας θρέψαι τὸν Γηρυόνην. [35.8] ἐπεὶ δέ σφισιν ἐναντιούμενος ἀπέφαινον ἐν Γαδείροις εἶναι Γηρυόνην, οὗ μνῆμα μὲν οὔ, δένδρον δὲ παρεχόμενον διαφόρους μορφάς, ἐνταῦθα οἱ τῶν Λυδῶν ἐξηγηταὶ τὸν ὄντα ἐδείκνυον λόγον, ὡς εἴη μὲν ὁ νεκρὸς Ὕλλου, παῖς δὲ Ὕλλος εἴη Γῆς, ἀπὸ τούτου δὲ ὁ ποταμὸς ὠνομάσθη· Ἡρακλέα δὲ διὰ τὴν παρ᾽ Ὀμφάλῃ ποτὲ ἔφασαν δίαιταν Ὕλλον ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ καλέσαι τὸν παῖδα

[p. 138] ἔτι, σεισμῷ δὲ τῆς γῆς διασχούσης θαῦμα τοῖς περὶ Λυδίαν ὤφθη ποιμέσιν, οἷς ἅμα ὁ Γύγης ἐθήτευσεν. ἐς γὰρ κοῖλον τὸν ἵππον θυρίδας ἐν ἑκατέρᾳ πλευρᾷ ἔχοντα νεκρὸς ἀπέκειτο μείζων ἢ ἀνθρώπου δόξαι. εἰ δὲ ταῦτα οἷα ἀπιστεῖσθαι διὰ τὸν χρόνον, ἀλλὰ τοῖς γε ἐφ᾽ ἡμῶν οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι ἀντερεῖς. Ἀρυάδην γάρ, ὃν οἱ μὲν Αἰθίοπα, οἱ δὲ Ἰνδὸν ἔφασαν, τριακοντάπηχυν ἐν τῇ Ἀσσυρίων γῇ κείμενον οὐ πάλαι ἀνέφηνεν ἡ τοῦ Ὀρόντου ποταμοῦ ὄχθη σχισθεῖσα, τουτὶ δὲ τὸ Σίγειον πρὸ πεντήκοντα οὔπω ἐτῶν ἐν προβολῇ τοῦ ἀκρωτηρίου σῶμα ἀνέδειξε γίγαντος, ὃν αὐτὸς Ἀπόλλων ἀπεκτονέναι φησὶν ὑπὲρ Τροίας αὐτῷ μαχόμενον, καὶ εἶδον, ξένε, πλεύσας ἐς τὸ Σίγειον αὐτό τε τὸ πάθος τῆς γῆς καὶ τὸν γίγαντα, ὅσος ἦν. ἔπλεον δὲ καὶ Ἑλλησποντίων πολλοὶ καὶ Ἰώνων καὶ νησιῶται πάντες καὶ τὸ Αἰολικὸν ἅπαν, ἐπὶ γὰρ μῆνας δύο μέγας ἐν μεγάλῳ ἀκρωτηρίῳ προὔκειτο παρέχων ἄλλον ἄλλῳ λόγον οὔπω δηλοῦντος αὐτὸν τοῦ χρησμοῦ.

Ο Ηρακλής μεταφέρει τα βόδια του Γηρυόνη_ National Gallery of Art

Θα πίστευε κανείς από το σχήμα τους ότι τα κόκαλα ήταν  ανθρώπινα αλλά το μέγεθός τους ήταν απίστευτο, αναφέρει ο Παυσανίας. Οι ντόπιοι αναγνώρισαν σε αυτά τον σκελετό του Γηρυόνη, τερατόμορφου γίγαντα που φονεύθηκε από τον Ηρακλή.  Ο Γηρυόνης είχε εκθρέψει τεράστια βόδια. Οι πάντες γνώριζαν κάποιον που βρήκε μεγάλα κέρατα ενώ όργωνε στην περιοχή κι αυτά πρέπει να ήταν απομεινάρια του υπέροχου κοπαδιού του Γηρυόνη, σχολιάζει ο Παυσανίας.

Το έδαφος της Λυδίας περιέχει λείψανα Μαστόδοντων του Μειόκαινου, ρινόκερων, γιγαντόσωμων βοδιών και καμηλοπαρδάλεων. Ο Παυσανίας ερεύνησε επίσης εντυπωσιακές ανακαλύψεις απολιθωμάτων πλησίον της Τροίας. Κατά την διάρκεια του κυνηγιού των οστών που ξεκίνησε από την Σπάρτη, οι Θηβαίοι προσπάθησαν να βρουν τα λείψανα του Έκτορα στην Τροία (Pausanias 9.18.4).  Η Τρωάδα είναι μια προσχωματική πεδιάδα (αλλουβιακό πεδίο) όπου εμφανίζονται διαρκώς απολιθώματα του Μειόκαινου και του Πλειστόκαινου, ειδικότερα κατά μήκος του Ελλήσποντου. 

Τον 2ο αι. κ.ε. εκβράστηκε γιγάντιος ξασπρισμένος σκελετός από τη θάλασσα στα παράλια της περιοχής που πίστευαν ότι ήταν θαμμένος ο Έλληνας ήρωας Αίαντας. Πλήθη μαζεύτηκαν να θαυμάσουν τα τεράστια κόκαλα, συμπεριλαμβανομένου του αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος τα έθαψε σε περίτεχνο μνημείο στην Τροία  (Philostratus, On Heroes 7.9).

ἄκουε δή· πάππος ἦν μοι, ξένε, πολλὰ τῶν ἀπιστουμένων ὑπὸ σοῦ γιγνώσκων, ὃς ἔλεγε διαφθαρῆναι μέν ποτε τὸ τοῦ Αἴαντος σῆμα ὑπὸ τῆς θαλάσσης, πρὸς ᾗ κεῖται, ὀστᾶ δὲ ἐν αὐτῷ φανῆναι κατὰ ἑνδεκάπηχυν ἄνθρωπον, καὶ ἔφασκεν Ἀδριανὸν βασιλέα περιστεῖλαι αὐτὰ ἐς Τροίαν ἐλθόντα καὶ τὸν νυνὶ τάφον περιαρμόσαι τῷ Αἴαντι ἔστιν ἃ καὶ προσπτυξάμενον τῶν ὀστῶν καὶ φιλήσαντα. [σ.137]

Σύμφωνα με τον Παυσανία (1.35.3), μάρτυρας εκτίμησε ότι  οι επιγονατίδες του ήρωα είχαν το μέγεθος του δίσκου που έριχναν οι νεαροί δισκοβόλοι στο πένταθλο. Ειδικότερα, ο πληροφοριοδότης προσπάθησε να είναι ακριβής αποφεύγοντας την υπερβολή. Η διάμετρος του δίσκου ρίψης ήταν περίπου 5 ίντσες, πληροφορία που μας επιτρέπει να μαντέψουμε ότι ο Αδριανός έθαψε οστά μαστόδοντα ή μαμούθ στον τάφο του Αίαντα στην Τροία, δεδομένου ότι το αντίστοιχο οστό τους μετράει κοντά στις 5 ίντσες.

[κφ ΛΕ΄ π 5]…καί με τοῦ νεκροῦ τὸ μέγεθος τεκμαίρεσθαι τῇδε ἐκέλευε· πεντάθλου γὰρ παιδὸς εἶναί οἱ κατὰ δίσκον μάλιστα τὰ ἐπὶ τοῖς γόνασιν ὀστᾶ, καλουμένας δὲ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν μύλας….

Ο Φιλόστρατος (Ηρωικά 8.3-14) παρέχει μια ρεαλιστική αφήγηση ενός ακόμα μεγάλου απολιθωμένου συμπλέγματος που διαβρωνόταν σ’ έναν ασταθή βράχο στις ακτές της Τροίας. Αφού κάποιοι ψαράδες εντόπισαν γιγάντιο σκελετό να προεκβάλλει από ένα ακρωτήριο, χρησμός τον ταύτισε με τον σπουδαίο ήρωα Αχιλλέα. Απορημένοι άνθρωποι ταξίδεψαν στο σημείο για να δουν από κοντά το έκθεμα, ορατό για 60 ημέρες, προτού τα οστά γκρεμιστούν στη θάλασσα. 

Σε μία ακόμα από τις φυσικές περιγραφές του, ο Φιλόστρατος εξιστορεί ότι ένας σεισμός αποκάλυψε γιγάντιο σκελετό στο πατρώο νησί του, τη Λήμνο.  Η ραχοκοκαλιά του ήταν κομματιασμένη και τα πλευρά παραμορφωμένα, χωριστά από τους σπονδύλους. Εξετάζοντας ολόκληρο τον σκελετό και τα μεμονωμένα κόκαλα, είχε την εντύπωση του τεράστιου μεγέθους, αδύνατο να περιγραφεί. Παρατηρητές μέτρησαν τον όγκο του κρανίου γεμίζοντάς το με νερό δύο κρητικών αμφορέων. Αυτή η συγκεκριμένη μέτρηση που ισοδυναμεί με 40-50 λίτρα κατά προσέγγιση, ταιριάζει με την τυπική χωρητικότητα  του κρανίου ενός προϊστορικού ελέφαντα. (Mayor, 2011: 118-19).

[p. 139] … ὁ δὲ ἐν Λήμνῳ φανείς, ὃν Μενεκράτης ὁ Στειριεὺς εὗρε, μέγιστός τε ἦν καὶ εἶδον αὐτὸν πέρυσιν ἐξ Ἴμβρου πλεύσας, δι᾽ ὀλίγου γὰρ ἦν ἐς τὴν Λῆμνον. τὰ μὲν οὖν ὀστᾶ οὐκέτι ἐν κόσμῳ ἑωρᾶτο, καὶ γὰρ οἱ σπόνδυλοι ἀπ᾽ ἀλλήλων ἔκειντο σεισμοῖς, οἶμαι, διενεχθέντες, καὶ τὰ πλευρὰ ἐξήρμοστο τῶν σπονδύλων, ἐνθυμουμένῳ δὲ αὐτὰ ὁμοῦ τε καὶ κατὰ ἕν, φρικῶδες ἐδόκει τὸ μέγεθος καὶ οὐ ῥᾴδιον ἀνατυποῦσθαι. τὸ γοῦν κράνιον ἐμφορησάντων ἡμῶν ἐς αὐτὸ οἶνον οὐδὲ ὑπὸ δυεῖν ἀμφορέοιν ἐνεπλήσθη τῶν ἐκ Κρήτης. 

Ακόμα ένα περιστατικό εξιστορείται από τον Φιλόστρατο. Αγρότες που σκάβουν τα αμπέλια τους σ’ ένα νησί μακριά από την Εύβοια ξέθαψαν γιγάντιο σκελετό τον οποίο εκτίμησαν σε μήκος 18 πόδια. Ένας σκελετός διασκορπισμένος στο έδαφος φαίνεται μακρύτερος από ότι είναι στην πραγματικότητα, αλλά αυτός ο αριθμός μπορεί να είναι μόνο στο ελάχιστο φουσκωμένος. Είναι πιθανό οι αγρότες να βρέθηκαν μπροστά στον απολιθωμένο σκελετό κάποιου τεράστιου Δεινοθήριου, παράξενου προγονικού ελέφαντα που μέχρι τον ώμο του υψωνόταν για πάνω από 15 πόδια.  Η ερμηνεία που έδινε ένας χρησμός ήταν ότι ο σκελετός ανήκε σε τρομερό γίγαντα που σκοτώθηκε στην Γιγαντομαχία.

[p. 139] …  ἐν Κῷ γὰρ τῇ νήσῳ, κέκτηται δὲ αὐτὴν μόνος, ἔτυχε μὲν ὀρύττων ἀμπέλους, ἡ γῆ δὲ ὑπήχησε τοῖς ὀρύττουσιν οἷον κενή. διανοίξαντες οὖν δωδεκάπηχυς μὲν ὁ νεκρὸς ἔκειτο, τὸ δέ γε κράνιον ᾤκει δράκων.

Δύο τοποθεσίες στην Ελλάδα είχαν τόσο πυκνές συγκεντρώσεις τεράστιων οστών που ήταν γνωστές σαν πεδία μαχών στα οποία ο Δίας είχε εξολοθρέψει στρατιές γιγάντων και τους είχε θάψει στη γη. Η περιοχή γύρω από την αρχαία Μεγαλόπολη (μεγάλη πόλη) στην Πελοπόνησσο είχε χαρακτηριστεί σαν πεδίο Γιγαντομαχίας που ακόμα σιγοκαίει (Παυσανίας 8.29.1; 8.32.5), ενώ η Παλλήνη  (Χερσόνησος της Κασσάνδρας, Χαλκιδική, Βόρεια Ελλάδα) λεγόταν ότι ήταν το αρχηγείο των Γιγάντων. Σύμφωνα με τον Σολίνο (9.6),  «προτού υπάρξουν άνθρωποι στην Παλλήνη, γινόταν μάχη μεταξύ θεών και γιγάντων. Ίχνη του αφανισμού των γιγάντων εξακολουθούν να είναι ορατά και σήμερα, όποτε πλημμυρίζουν χείμαρροι … άνθρωποι βρίσκουν κόκαλα αμέτρητων τεράτων στις χαράδρες». 

Πρόσφατες ανασκαφές από την Ευαγγελία Τσουκαλά στη χερσόνησο της Κασσάνδρας έφεραν στο φως απολιθώματα μαστόδοντων και άλλων μεγαθήριων. Νωρίτερα, το 1902, Έλληνες παλαιοντολόγοι ανακάλυψαν κοντά στη Μεγαλόπολη, μεγάλη ποικιλία απολιθωμάτων από σπονδυλωτά της Εποχής των Παγετώνων θαμμένων σε λιγνίτη (τύρφη, μαλακός άνθρακας) ο οποίος χρωμάτισε τα οστά πολύ σκούρα, προσδίδοντάς τους καμένη όψη.  Πράγματι, εφόσον ο εύφλεκτος λιγνίτης πυροδοτηθεί από δασική πυρκαγιά ή κεραυνό μπορεί να καίει και να καπνίζει για πολλά χρόνια (παρόμοια αποθέματα μαλακού άνθρακα υπάρχουν στην Παλλήνη, επίσης γνωστά ως Φλέγρα, «φλεγόμενα πεδία». Αυτά τα φυσικά γεγονότα —η παρουσία γιγάντιων απολιθωμάτων σε καιγόμενο έδαφος— ενίσχυσαν την αρχαία εικόνα χιλιάδων γιγάντων να αφανίζονται από τους κεραυνούς του Δία. 

Περί το 200 ΠΚΕ, ο Ευφορίων (απόσπασμα στον Αιλιανό, Περὶ ζῴων ἰδιότητος 16.39) μίλησε για τεράστια αρχέγονα θηρία αποκαλούμενα Νηάδες, τα οποία κατοικούσαν την Σάμο προτού εμφανιστούν οι άνθρωποι στο νησί.  Τα πελώρια πετροποιημένα κόκαλά τους, ήταν εκτεθειμένα στη θέα των ταξιδιωτών της αρχαιότητας.  Ειδικά αυτή η πρώιμη λαϊκή ερμηνεία για τα απολιθώματα της Σάμου αναθεωρήθηκε αφότου έγινε πασίγνωστη η παρουσία των ελεφάντων στον Μεσογειακό κόσμο. Τον 1ο αι. της Κοινής Εποχής, ο Πλούταρχος (Greek Questions, 56) υποστηρίζει ότι τα γιγάντια απολιθωμένα οστά της Σάμου αναγνωρίζονταν σαν αντίστοιχα από ελέφαντες τους οποίους ίσως έφερε από την Ινδία ο θεός Διόνυσος την εποχή της μυθολογίας (Solounias and Mayor, 2005). Ξεκινώντας από τα τέλη του 19ου αι., Ευρωπαίοι παλαιοντολόγοι ανακάλυψαν πολυάριθμα αποθέματα απολιθωμένων σπονδυλωτών του Μειόκαινου στη Σάμο, αρκετά από τα οποία εκθέτονται στο σύγχρονο μουσείο παλαιοντολογίας του νησιού (Mayor, 2011: 54-60, 180-83).

28  Εὐφορίων δὲ ἐν τοῖς Ὑπομνήμασι λέγει τὴν Σάμον ἐν τοῖς παλαιτάτοις χρόνοις ἐρήμην γενέσθαι· φανῆναι γὰρ ἐν αὐτῇ θηρία μεγέθει μὲν μέγιστα, ἄγρια δέ, καὶ προσπελάσαι τῳ δεινά, καλεῖσθαί γε μὴν νηάδας. ἅπερ οὖν καὶ μόνῃ τῇ βοῇ ῥηγνύναι τὴν γῆν. παροιμίαν οὗν ἐν τῇ Σάμῳ διαρρεῖν τὴν λέγουσαν ῾μεῖζον βοᾷ τῶν νηάδων.᾿ ὀστᾶ δὲ ἔτι καὶ νῦν αὐτῶν δείκνυσθαι μεγάλα ὁ αὐτός φησι.

56. From what does the place Panhaema on the island of Samos derive its name?

Is it because the Amazons sailed from the country of the Ephesians across to Samos when they were endeavouring to escape from Dionysus? But he built boats and crossed over and, joining battle, slew many of them near this place, which the spectators in amazement called Panhaema because of the vast quantity of blood shed there. And of the elephants some are said to have been slain near Phloeum, and their bones are pointed out there; but some relate that Phloeum also was cleft by them as they uttered a loud and piercing cry.

Πολυάριθμα παραδείγματα απολιθωμένων ζώων, φυτών και θαλάσσιων οργανισμών, τα οποία παρατηρήθηκαν, συλλέχθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν και εκτέθηκαν στο Μεσογειακό κόσμο, εμφανίζονται στον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο(πχ 2.226, 7.73-75, 8.31, 9.10-11, 28.34, 36.134, 36.134-35). Σύμφωνα με τον Σουητώνιο, ο Αύγουστος ίδρυσε το πρώτο παγκοσμίως παλαιοντολογικό μουσείο για τα κόκαλα των τεράτων της στεριάς και της θάλασσας, στην κατοικία του στο Κάπρι.  Ο Φλέγων ο Τραλλιανός (περ 130 ΚΕ, Marvels, 11-19) περιέγραψε ανακαλύψεις οστών τεραστίου μεγέθους σε Μεσσηνία, Ρόδο, Αθήνα, Δαλματία, Πόντο, Καρχηδόνα και Αίγυπτο. Ο Φλέγων, εξήγησε επίσης το πως ο αυτοκράτορας Τιβέριος παρήγγειλε την πλέον πρώιμη ανακατασκευή εξαφανισμένου πλάσματος από τα απολιθωμένα λείψανά του, ένα ορόσημο για την  παλαιοντολογία το οποίο παρέμεινε στην αφάνεια μέχρι το 2000.  Ο Τιβέριος καθοδήγησε κάποιον γλύπτη να φτιάξει μια ρεαλιστική γιγάντια προτομή βασισμένη στον τεράστιο γομφίο ενός σκελετού που αποκαλύφθηκε εξαιτίας κάποιου σεισμού κοντά στη Μαύρη Θάλασσα (Mayor, 2011: 145-46).

Ο Παυσανίας και άλλοι συγγραφείς μας πληροφορούν ότι οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι συνέλεγαν οστά γιγάντων και ηρώων και τα εξέθεταν σε ναούς ή τα έθαβαν ξανά σε  επιβλητικούς τάφους. Τότε, γιατί ανακτήθηκαν μόνο λίγα από τους αρχαιολόγους; Όπως διδάχθηκε ο Παυσανίας, όταν αναζητούσε τα οστά του Πέλοπα, τα απολιθώματα είναι ευαίσθητα αντικείμενα. Όμως ένας ακόμα λόγος είναι ότι, δυστυχώς, τα απολιθωμένα λείψανα ειδών που έχουν εκλείψει απορρίπτονταν συστηματικά από σύγχρονους αρχαιολόγους, ακόμα και μετά την πρόοδο της αρχαιοζωολογίας στα 1970. 

Λιγοστά, σπάνια απολιθώματα έχουν αναγνωριστεί σε αρχαιολογικές θέσεις του αρχαίου κόσμου (Mayor, 2011: 167-69), παρότι τα περισσότερα δεν έλαβαν την φροντίδα ή την ανάλυση που αξίζουν.  Ο Ερρίκος Σλήμαν ανέφερε την ανακάλυψη οστού εξαφανισμένου σπονδυλωτού στην αρχαία Τροία το 1870  (Mayor, 2011: 178-80). Το 1926, ο παλαιοντολόγος Μπάρνουμ Μπράουν ανέκτησε τον γομφίο ενός προϊστορικού ελέφαντα στα ερείπια του Ασκληπιείου της Κω. Γερμανοί αρχαιολόγοι στη Σάμο ανακάλυψαν τμήμα του μηριαίου οστού κάποιου εξαφανισμένου σπονδυλωτού (ενδεχομένως ενός προγονικού ελέφαντα)  ανάμεσα σε θησαυρό για την φυσική ιστορία, αφιερωμάτων στο Ναό της Ήρας (7ος αι. ΠΚΕ). Αυτό το σημαντικό εύρημα επιβεβαιώνει αρχαίες αναφορές για τεράστια κόκαλα που παρουσιάζονταν στο νησί (Kyrieleis, 1988; present whereabouts of the fossil unknown).

Ελληνορωμαϊκά, αναθηματικά απολιθώματα επίσης, αναφέρθηκαν από τον Raymond (2004). Τόνοι μαύρων απολιθωμένων οστών, γυαλισμένων από νερά ποταμών, ανασκάφτηκαν από τον  Sir Flinders Petrie σε συγκρότημα ταφικών μνημείων  στο Qau el-Kebir [Κάου ελ Κεμπί] της Αιγύπτου, κάποια από τα οποία παραμένουν ξεχασμένα από τα 1920 σε κλειστά κιβώτια  στο Λονδίνο (Mayor, 2011: xxiii, 177-79, a few of the Set fossils turned up in a museum in Bolton, UK). Στα 1970, αρχαιολογική αποστολή του Πανεπιστημίου της Μινεσότα στη Μεσσηνία  [Minnesota Messenia Expedition]  ανέσκαψε μέρος απολιθωμένου μηριαίου οστού ρινόκερου ή χαλικοθήριου του Πλειστόκαινου, το οποίο φυλασσόταν στην αρχαία ακρόπολη του οικισμού των Νιχωρίων στην Ελλάδα. Το λείψανο περιπλανήθηκε για δεκαετίες αλλά σήμερα βρίσκεται στο Τμήμα Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων του Ασμόλειου μουσείου [Ashmolean Museum] στην Οξφόρδη (Mayor, 2011, xvi, 184- 90).

Το 2007, ο παλαιοντολόγος  Mark McMenamin υποστήριξε ότι ο αμμωνίτης που εικονιζόταν σε Ελληνικό νόμισμα, κοπής 350-250 ΠΚΕ, ενδέχεται  να είναι το πλέον πρώιμο καλλιτεχνικό αποτύπωμα  ασπόνδυλου απολιθώματος.  Οι σκελετοί είναι σπάνιοι στην Ελληνική τέχνη, όμως κάτι  που φαίνεται να είναι απολίθωμα κρανίου, εξαφανισμένου πλάσματος, είχε ζωγραφιστεί σε Κορινθιακό κιονωτό κρατἠρα περί το 550 ΠΚΕ, κατά τη διάρκεια του κυνηγιού οστών που άρχισε από την Σπάρτη. Ο αμφορέας απεικονίζει τον μύθο του Ηρακλή να σκοτώνει το Τέρας της Τροίας, ένα τρομερό πλάσμα που εμφανίστηκε ξαφνικά στην ακτή της Τροίας (Mayor, 2000; Mayor, 2011: 157-62; Boardman, 2002: 36-38).

Κιονωτός κρατήρας, αρχαϊκός κορινθιακός μελανόμορφος, ύψος 31 εκ. 570 – 550 π.Χ., Βοστόνη, Μουσείο Καλών Τεχνών, 63.420

Ένας ηνίοχος στα άσπρα οδηγεί το άρμα του προς τα αριστερά· το άρμα σέρνουν ένα άσπρο άλογο και τρία μαύρα. Ο Ηρακλής, στο κέντρο, είναι στραμμένος προς τα δεξιά, προς το κήτος, έχοντας το τόξο του τεντωμένο και τοξεύοντας το κήτος. Δίπλα στον Ηρακλή, στραμμένη προς το κήτος, στέκεται η Ησιόνη, φορώντας έναν κεντημένο χιτώνα. Τα χέρια της, το πρόσωπό της και τα πόδια της είναι βαμμένα άσπρα. Δεξιά προβάλλει από μια μαύρη τρύπα το κήτος, με τη γλώσσα του να προεξέχει από το στόμα και με πολλά δόντια.

Σύμφωνα με τον μύθο η Ησιόνη ήταν κόρη του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα. Επειδή ο Λαομέδοντας αρνήθηκε να πληρώσει τη συμφωνημένη αμοιβή στον Απόλλωνα και τον Ποσειδώνα για το χτίσιμο των τειχών της Τροίας, οι θεοί θύμωσαν και του έστειλαν ένα θαλάσσιο τέρας, κήτος, που καταβρόχθιζε τους κατοίκους. Το μαντείο απάντησε στην ερώτηση του Λαομέδοντα ότι πρέπει να προσφερθεί στο τέρας η Ησιόνη. Την έδεσαν και περίμεναν. Την κατάλληλη στιγμή έφτασε ο Ηρακλής, σκότωσε το κήτος, αφού πρώτα συμφώνησε με τον Λαομέδοντα να του δώσει ως αμοιβή τα άλογά του. Τελικά ο Λαομέδοντας αρνήθηκε να πληρώσει την αμοιβή, γι’ αυτό και ο Ηρακλής μετά από πολλά χρόνια, αφού οργάνωσε εκστρατεία εναντίον της Τροίας, την κατέλαβε. Ο πρώτος που ανέβηκε στο τείχος ήταν ο Τελαμώνας και ο Ηρακλής ως ανταμοιβή του έδωσε για γυναίκα την Ησιόνη.

Στην άλλη πλευρά του αγγείου οκτώ άντρες με ιμάτια προχωρούν προς τα αριστερά. Προπορεύεται μια γυναίκα με άσπρο χιτώνα, παίζοντας αυλό.  Στην κάτω ζώνη εικονίζονται σειρήνες, γρύπες, ιπτάμενα πουλιά, υδρόβια πουλιά και πετεινοί.

Κιονωτός κρατήρας (οπίσθια όψη) αρχαϊκός κορινθιακός μελανόμορφος, ύψος 31 εκ. 570 – 550 π.Χ., Βοστόνη, Μουσείο Καλών Τεχνών, 63.420 πηγή

Ιστορικοί της Τέχνης είχαν συμπεράνει ότι το μεγάλο ασώματο κεφάλι, ήταν ελλιπής προσπάθεια απεικόνισης ενός κήτους, θαλάσσιου τέρατος, που ξεπροβάλλει από κάποιο σπήλαιο. Όμως οι παλαιοντολόγοι οι οποίοι εξέτασαν τη ζωγραφιά,  έμειναν έκπληκτοι από το αρθρωτό σαγόνι, γεμάτο πριονωτά δόντια, το εκτεταμένο πίσω μέρος του κρανίου και την κούφια κοιλότητα του ματιού.  Η σπασμένη ρινική κόγχη είναι μια ακόμα φυσική λεπτομέρεια ενός απολιθωμένου κρανίου. Το σχήμα και το μέγεθος του κρανίου συγκριτικά με τα ανθρώπινα, υποδηλώνει  ότι ένα μεγάλο σπονδυλωτό απολίθωμα του Μειόκαινου θα πρέπει να ήταν το μοντέλο του τέρατος. Υποψήφιο θα μπορούσε να είναι το Σαμοθήριο, σπονδυλωτό γένος καμηλοπαρδαλιδών του Μειόκαινου των οποίων το κρανίο έχει περίπου 2 πόδια μήκος και είναι πολύ κοινά απολιθώματα κατά μήκος των ακτών της Τουρκίας και της Ελλάδας. Σαν μία από τις αρχικές καλλιτεχνικές απεικονίσεις απολιθωμένων ζώων που σώζονται από την αρχαιότητα, ο αμφορέας με το τέρας της Τροίας, παρέχει ισχυρές ενδείξεις ότι τα λείψανα των προϊστορικών ζώων επηρέασαν τους αρχαίους μύθους αρχέγονων θηρίων.  

Αυτά τα παραδείγματα γραμματειακών, αρχαιολογικών και καλλιτεχνικών τεκμηρίων που αναφέρονται σε απολιθώματα, αντιπροσωπεύουν τις πλέον πρώιμες πληροφορίες της παλαιοντολογικής έρευνας. Αρχαίες Ελληνο-Ρωμαϊκές ερμηνείες συναντήσεων  με απολιθωμένα θαλάσσια πλάσματα, ζώα, φυτά ή ίχνη, οι οποίες εκφράστηκαν με τη γλώσσα της μυθολογίας πάνω από 2000 χρόνια πριν τον Δαρβίνο, ήταν αξιοσημείωτα οξυδερκείς για προ-επιστημονικούς πολιτισμούς. 

Κατά τη διάρκεια της κλασικής αρχαιότητας, οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν ότι οι πέτρες που είχαν σχηματιστεί από όστρακα μακριά από την θάλασσα, σήμαιναν ότι τα βουνά και οι έρημοι βρίσκονταν κάποτε κάτω νερά.  Αντίθετα με τους φυσικούς φιλοσόφους οι οποίοι αγνόησαν μεγάλα απολιθώματα σπονδυλωτών, καθημερινοί άνθρωποι αναγνώρισαν αξιοσημείωτα προϊστορικά λείψανα ζώων που ευημερούσαν όταν η γη ήταν νέα, όταν σχηματίζονταν τα βουνά, πολύ πριν εμφανιστούν οι άνθρωποι του τότε.  Συνειδητοποιώντας ότι τέτοιες θηριώδεις μορφές ζωής δεν ζούσαν πλέον, έκαναν υποθέσεις για την εμφάνιση, την συμπεριφορά, τις συνήθειες και  την εξαφάνισή τους. Συνέλαβαν με την φαντασία τους ότι οι γιγάντιες υπάρξεις είχαν αφανιστεί  σε κάποιο κατακλυσμό, από κεραυνό, πλημμύρα ή σεισμό. Οι ταφονομικές συνθήκες περιγράφηκαν με ακρίβεια και δημιουργήθηκαν ταξινομίες, γενεαλογίες και γεωγραφίες για μεγάλα, εξαφανισμένα πλάσματα. Το λιγότερο σε μία περίπτωση, στη Σάμο, οι παραδοσιακές ερμηνείες αναθεωρήθηκαν όταν μια νέα πληροφορία έγινε γνωστή. Οι αρχαίοι, όχι μόνο συνέλεγαν, μετρούσαν και παρουσίαζαν απολιθώματα, αλλά υπήρξαν προσπάθειες αναπαράστασης πλασμάτων που έχουν εκλείψει από απολιθωμένα λείψανα και καταγραφής παρατηρημένων ανωμαλιών ασύμφωνων με την ανθρώπινη ή την γνώριμη ανατομία των ζώων. 

Αυτή η συλλογή αξιοσημείωτων κατορθωμάτων σαφώς δεν ήταν τυπική επιστήμη, αλλά εκείνες οι ενοράσεις και οι ιδέες των αρχαίων συνιστούν τις προϋποθέσεις των μετέπειτα επιστημονικών παλαιοντολογικών ερευνών. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνες οι αντιλήψεις για την προϊστορία της γης δεν βασίζονταν στην πρόοδο της φυσικής φιλοσοφίας αλλά προέκυψαν από δημοφιλείς παρατηρήσεις στοιχείων από γενιά σε γενιά. Τόσο ακριβείς κατανοήσεις για το βάθος του χρόνου, την εξαφάνιση και την αλλαγή που επιφέρει ο χρόνος, βασισμένες σε καταγραφές απολιθωμάτων, χάθηκαν κατά τη διάρκεια της Χριστιανικής – Μεσαιωνικής εποχής και δεν εμφανίστηκαν ξανά μέχρι την Αναγέννηση. _  A.Mayor [pdf link]

 

♦♦♦