Η Παλαιοντολογία και η Ιστορία της

στις

Η Παλαιοντολογία και η Ιστορία της – Μέρος του συγγράμματος (σελ.1-6): 
Κωστόπουλος, Δ., Κουφός, Γ., 2015. Η εξέλιξη του έμβιου κόσμου: χορδωτά.  Αθήνα:Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών.
Διαθέσιμο στο: http://hdl.handle.net/11419/1909

Επιμέλεια παρουσίασης, προσθήκη φωτογραφιών-σχολίων-επισημάνσεων: Πυθεύς
Φωτογραφία εξωφύλλου: Conodont structures/wikibooks (link)

Η ιστορία των επιστημών και ιδιαίτερα των φυσικών δεν ακολουθεί μία γραμμική χρονολογική πορεία. Πρωτόλειες, υπερφυσικές αντιλήψεις της πρώιμης ανθρώπινης σκέψης αλληλεπικαλύπτονται με κατοπινές φιλοσοφικές θεωρήσεις για τον κόσμο, που κι αυτές με τη σειρά τους συμπλέκονται και συμπορεύονται με νεότερες επιστημονικές ιδέες, βασισμένες στην παρατήρηση και το πείραμα. Επιπλέον, οι πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις κάθε εποχής και τόπου δημιουργούν ένα πολυποίκιλο καμβά, πάνω στον οποίο παλιές και νέες ιδέες αλληλοσυγκρούονται.

Η ιστορία της Παλαιοντολογίας, μάλλον, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς άρχισε ο άνθρωπος να ενδιαφέρεται για τα απολιθώματα. Μαρτυρίες από ταφές νεαντερντάλιων, νεολιθικούς οικισμούς και αρχαίους πολιτισμούς υποδεικνύουν την πιθανή χρήση των απολιθωμάτων ως διακοσμητικά ή/και θρησκευτικά-μαγικά αντικείμενα, χωρίς ωστόσο να υπάρχει αναφορά στην πραγματική φύση και σημασία τους (Mayor 2001).

Η υπερφυσική αυτή διάσταση των απολιθωμάτων φαίνεται να κυριαρχεί και στην κοινή αντίληψη των πρώτων ιστορικών χρόνων. Τιτάνες, Γίγαντες, Κύκλωπες και Αμαζόνες φαίνεται να σχετίζονται, άμεσα ή έμμεσα, με την παρουσία και ανεύρεση απολιθωμάτων (Mayor 2001, Δερμιτζάκης 2002, Κουφός 2004).

Ο πυθαγόρειος φιλόσοφος Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (495-435 π.Χ.) ερμηνεύει τα απολιθωμένα οστά νάνων ιπποπόταμων της Σικελίας, από όπου κατάγεται, ως υπολείμματα Γιγάντων. Ο ιστορικός Πλούταρχος (45-120 μ.Χ.) συνδέει τα εκτεθειμένα απολιθωμένα οστά που αποκαλύπτονται ως σήμερα στην τοποθεσία Πάναιμα (Μυτιληνιοί) της Σάμου με τα οστά των Αμαζόνων που έπεσαν στη μάχη εναντίον του θεού Διόνυσου. Ο περιηγητής Παυσανίας (2ος αιώνας μ.Χ.) αναφέρει ότι σε ένα ιερό του παίδα Ασκληπιού στη Μεγαλόπολη υπάρχουν αφιερωμένα κάποια τεράστια οστά, που λέγεται ότι ανήκουν σε έναν από τους γίγαντες που προσέλαβε ο Οπλάδαμος, για να προστατεύουν τη Ρέα, όταν κυοφορούσε τον Δία.

Την ίδια περίπου περίοδο στην αρχαία Περσία (Σκυθία) οι αποκαλύψεις απολιθωμένων σκελετών πρωτοκεράτωπων δεινοσαύρων (Protoceratops) στις περιοχές εξόρυξης χρυσού του όρους Αλτάι θα αποτελέσουν πιθανόν τη βάση των μυθικών Γρυπών με σώμα, ουρά και άκρα λιονταριού και κεφάλι και φτερά αετού. Ακόμη πιο ανατολικά, τα απολιθώματα, ως «οστά δράκων» (dragon bones) με μαγικές-ιαματικές ιδιότητες, θα χρησιμοποιηθούν στην παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων της παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής (Geer & Dermitzakis 2010).

Οστά μαντείας (oracle bones, το παλαιότερο γνωστό τεκμήριο κινεζικής γραφής) επί δυναστείας Shang πιστεύεται ότι ξεθάβονταν κατά καιρούς από τους ντόπιους αγρότες σχεδόν από την εποχή των δυναστειών Sui και Tang και ίσως ξεκινούσαν ήδη από τη δυναστεία των Χαν, αλλά οι ντόπιοι κάτοικοι δεν καταλάβαιναν τι ήταν και συνήθως τα έθαβαν ξανά. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, χωρικοί που έσκαβαν τα χωράφια τους στην περιοχή,  ανακάλυψαν έναν αριθμό οστών και τα χρησιμοποίησαν ως «οστά δράκων» [Κινέζικα: 龍骨; pinyin: lóng gǔ], με αναφορά στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική πρακτική της αλέσεως των απολιθωμάτων για την παραγωγή τονωτικών ή καταπλασμάτων. Για την καταπολέμηση της ελονοσίας χρησιμοποιούσαν τρίμματα από κελύφη  χελώνας ενώ για την επούλωση τραυμάτων από μαχαίρι χρησιμοποιούσαν σκόνη από οστά άλλων ζώων. _wikipedia

Μέσα στο γενικό κλίμα δεισιδαιμονικών και μυθολογικών θεωρήσεων για τη φύση, μία νέα αντίληψη του κόσμου αρχίζει να διαμορφώνεται, ήδη από το 700 π.Χ., στην αρχαία Ιωνία. Εκεί, Έλληνες φιλόσοφοι θέτουν τους θεμέλιους λίθους της επιστήμης. Πρεσβεύουν πως το σύμπαν κυβερνάται από νόμους, οι οποίοι μπορούν να ανιχνευθούν με την παρατήρηση των φυσικών φαινομένων. Κάποιοι από αυτούς, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος (640-550 π.Χ.), ο Αναξίμανδρος (610-545 π.Χ.), ο Πυθαγόρας (580-500 π.Χ.), ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.) και ο Ηρόδοτος (484-425 π.Χ.) θα αναγνωρίσουν την οργανική προέλευση των απολιθωμάτων (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002, Παυλίδης 2007). Γι’ αυτούς, τα απολιθωμένα όστρακα σε διάφορες περιοχές της ενδοχώρας του τότε γνωστού κόσμου αποτελούν μαρτυρίες της αλλοτινής παρουσίας της θάλασσας εκεί. Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) στη Μετεωρολογία του θα ενστερνιστεί αυτές τις απόψεις, θεωρώντας ότι τα απολιθωμένα όστρακα υπήρξαν κάποτε ζώντες οργανισμοί. Ο Αριστοτέλης, ωστόσο, πίστευε πως οι οργανισμοί μπορούσαν να προκύψουν αυτόματα από «σπόρους ζωής» θαμμένους στα πετρώματα ή την ιλύ και ότι τα απολιθώματα δεν ήταν παρά ατελή παραδείγματα αυτής της διεργασίας (Γεωργιάδου-Δικαιούλια et al. 2003, Hodge 2009).

Παρόμοιες παρανοήσεις επικρατούν μέχρι και τον Μεσαίωνα (500-1450 μ.Χ.), συνδυάζοντας δύο αντιθετικές αντιλήψεις για την ιστορία της Γης και της Ζωής: την αριστοτέλεια φιλοσοφία αφενός, που θεωρεί τον κόσμο, τα φυτά και τα ζώα αιώνια, αδημιούργητα και αμετάβλητα και την αναδυόμενη και διαχεόμενη στον δυτικό κόσμο βιβλική διδασκαλία αφετέρου, που θεωρεί το σύμπαν και τα περιεχόμενά του δημιουργήματα του Θεού και ότι η ηλικία της πλάσης ανάγεται σε μερικές χιλιάδες χρόνια (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002).

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, τα απολιθώματα αντιμετωπίζονται ως έργα του Θεού ή του Διαβόλου, ιδιοτροπίες της φύσης, υπολείμματα του κατακλυσμού του Νώε ή αποτέλεσμα της «πλαστικής δύναμης» (vis plastica), μίας ακαθόριστης ενδογενούς διεργασίας της Γης, που εγκαταλείφθηκε ως ιδέα μόλις τον 18ο αιώνα. Για τον Γερμανό μεταλλουργό Georgius Agricola (1494-1555), για παράδειγμα, τα απολιθώματα έχουν γεωλογική αλλά όχι βιολογική προέλευση, ενώ για τον Άγγλο φυσιοδίφη R. Plot (1640-1696), τα απολιθώματα αμμωνιτών προέρχονται από τη σπειροειδή αλληλεπίδραση δύο αλάτων μέσα στο πέτρωμα.

Τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις αξίζει να αναφερθούν για την εποχή αυτή: του Κινέζου αστρονόμου Shen Kuo (1031-1091) της Δυναστείας Song, του Πέρση ιατροφιλόσοφου Αβικέννα και του πολυσχιδούς αναγεννησιακού ζωγράφου Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452-1519) (Kuban 2000, Δερμιτζάκης 2002 και διαδικτυακές πηγές). Ο Shen Kuo αναγνώρισε ότι τα υπολείμματα που αποκαλύφθηκαν σε μία παραποτάμια κατολίσθηση της επαρχίας Yanshou αποτελούσαν λιθοποιημένες ρίζες και βλαστούς μπαμπού, ένα φυτό που πλέον δεν φυόταν στη συγκεκριμένη περιοχή, οδηγώντας τον, έτσι, να συμπεράνει ότι το κλίμα ήταν κάποτε πολύ διαφορετικό εκεί απ’ ό,τι στις μέρες του. Την ίδια εποχή ο Αβικένννας στο έργο του Βιβλίο Θεραπείας του 1027 μ.Χ. αναφέρει:

«…εάν ό,τι λέγεται αναφορικά με τη λιθοποίηση ζώων και φυτών είναι αλήθεια, τότε η αιτία του φαινομένου είναι μία ισχυρή ορυκτοποιητική και λιθοποιητική δύναμη που εμφανίζεται σε ορισμένα πετρώματα ή ξεπηδά άξαφνα από τη Γη κατά τους σεισμούς και τις κατολισθήσεις και λιθοποιεί ό,τι έρχεται σε επαφή μαζί της»

Η ιδέα των ορυκτοποιητικών υγρών του Αβικέννα αναπτύχθηκε και διαδόθηκε ευρύτατα στον δυτικό κόσμο τον 14ο αιώνα από τον Αλβέρδο της Σαξονίας. Ο ντα Βίντσι, απ’ την άλλη μεριά, παρατηρώντας απολιθώματα στα ιζήματα της Λομβαρδίας, όπου κατοικούσε, σημειώνει: «πάνω από τις πεδιάδες της Ιταλίας, όπου σήμερα πετούνε σμήνη πουλιών, κολυμπούσαν κάποτε κοπάδια από ψάρια». Επιπλέον, διαπιστώνει ότι οι διάφοροι ορίζοντες απολιθωμάτων αντιστοιχούν σε διαφορετικούς χρόνους δημιουργίας/καταστροφής, αμφισβητώντας με τεκμήρια την ευρύτατα διαδεδομένη αντίληψη πως όλα προέρχονται από τον βιβλικό Κατακλυσμό και αναγνωρίζει τη διαχρονική αλληλουχία των στρωμένων πετρωμάτων, προοιωνίζοντας τον νόμο της υπέρθεσης του Νίκολα Στένο.

Ο Νικόλαος Στένο (Δανικά: Niels Steensen, Λατινικά: Nicolaus Steno ή Nicolaus Stenonius, 11 Ιανουαρίου 1638 – 5 Δεκεμβρίου 1686. Δανός επιστήμονας, πρωτοπόρος στην ανατομία και στην γεωλογία. Αρχή της υπέρθεσης: «Την εποχή που σχηματίστηκε ένα συγκεκριμένο στρώμα, υπήρχε κάτω από αυτό μια άλλη ουσία η οποία εμπόδισε την περαιτέρω κάθοδο της θρυμματισμένης ύλης και έτσι κατά τη στιγμή που σχηματίστηκε το χαμηλότερο στρώμα ή κάτω από αυτό, ή αν υπήρχε κάποιο υγρό εκεί, τότε δεν ήταν μόνο διαφορετικού χαρακτήρα από το ανώτερο υγρό, αλλά και βαρύτερο από το στερεό ίζημα του ανώτερου υγρού.» _wikipedia

Ο Ντα Βίντσι σηματοδοτεί την είσοδο στην περίοδο του πολιτιστικού κινήματος της Αναγέννησης (14ος -17ος αιώνας), κατά την οποία αναπτύσσεται η σύγχρονη επιστημονική μέθοδος που θα αλλάξει οριστικά τον τρόπο μελέτης του κόσμου. Είναι η εποχή του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα, του Ντεκάρτ, του Μπέικον. Οι δημόσιες διαλέξεις του Γάλλου κεραμοποιού και μηχανικού Bernard Palissy (1510-1589) στα τέλη του 16ου αιώνα, σε πείσμα των λόγιων της εποχής, υποστηρίζουν την πραγματική φύση και προέλευση των απολιθωμάτων, οδηγώντας τον στις φυλακές της Βαστίλης και τελικά στον θάνατο (Γεωργιάδου-Δικαιούλια et al. 2003).

Το 1667 ο Δανός επιστήμονας και μετέπειτα επίσκοπος Niels Stensen, γνωστός ως Νίκολας Στένο (1638-1686), συγκρίνει τις γλωσσόπετρες –λίθινα αντικείμενα που έμοιαζαν με γλώσσες ερπετών και χρησιμοποιούνταν ως φυλακτά– με τα δόντια σύγχρονων καρχαριών και διαπιστώνει ότι πρόκειται για ομόλογα υπολείμματα απολιθωμένων οργανισμών, των οποίων η χημική σύσταση άλλαξε χωρίς να αλλοιωθεί η μορφή τους (Hodge 2009). Δύο χρόνια αργότερα, διατυπώνει τις τρεις βασικές αρχές, πάνω στις οποίες θα θεμελιωθεί η σύγχρονη στρωματογραφία. Την ίδια εποχή οι Βρετανοί John Ray (1627-1705), φυσιοδίφης και Robert Hooke (1625-1703), φυσικός και αρχιτέκτονας, αναγνωρίζουν επίσης την πραγματική φύση των απολιθωμάτων και αρχίζουν να τα μελετούν διεξοδικά, με τον δεύτερο να χρησιμοποιεί ένα πρωτόλειο μικροσκόπιο προκειμένου να συγκρίνει τη δομή σύγχρονων και απολιθωμένων ξύλων και οστράκων. Εντούτοις, η ηλικία των απολιθωμάτων και της Γης παραμένουν αμφιλεγόμενα.

Κάρολος Λινναίος (Carl von Linné ή Linnaeus, 1707-1778)_wikipedia

Η κοινή αντίληψη αλλά και η μεγάλη μερίδα των λόγιων της εποχής πιστεύουν πως τα απολιθώματα προέρχονται από τον κατακλυσμό του Νώε ή άλλες καταστροφές που συνέβησαν λίγες μόλις χιλιάδες χρόνια πριν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα ευρήματα απολιθωμένων ερπετών της εποχής, τα οποία ερμηνεύονται ως άνθρωποι που βίωσαν τον Κατακλυσμό, και εκτίθενται ακόμη και σε εκκλησίες. Την ίδια αυτή περίοδο, στα τέλη του 17ου και αρχές του 18ου αιώνα, η επιστημονική επανάσταση θα οδηγήσει τη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες στον Διαφωτισμό της ανερχόμενης αστικής τάξης, του Βολταίρου, του Μοντεσκιέ, του Ντιντερό, του Ρουσσώ, του Τζων Λοκ. Ο Σουηδός βοτανολόγος, γιατρός και ζωολόγος Κάρολος Λινναίος (Carl von Linné ή Linnaeus, 1707-1778) εκδίδει από το 1735 ως το 1770 το έργο του Systema Naturae, με το οποίο εισάγει ένα νέο, καθολικό, ιεραρχικό σύστημα ταξινόμησης των φυτών και των ζώων (Hodge 2009). Με περισσότερα από 6000 ταυτοποιημένα ζωολογικά είδη, το σύστημα του Λινναίου είναι το πρώτο που καθιέρωσε τη μορφολογική περιγραφή, σύγκριση και ταξινόμηση των όντων και παραμένει σε χρήση.

George-Lοuis-Marie Leclerc de Buffon

Την ίδια εποχή (1749 ως 1788) στη Γαλλία ο George-Lοuis-Marie Leclerc de Buffon (1707-1788) εκδίδει τους 36 (!) τόμους της Φυσικής Ιστορίας του (Histoire Naturelle), στους οποίους, πέρα από κάθε λογική της εποχής και ενάντια στις βιβλικές διδαχές, υπολογίζει την ηλικία της Γης στα 70.000 χρόνια. Ισχυρίζεται ότι οι οργανισμοί προέκυψαν στιγμιαία από ανοργάνωτα οργανικά υλικά στους πρώτους θερμούς ωκεανούς και ότι τα είδη μπορεί να «βελτιώνονται» ή να «φθίνουν» μετά τη διασπορά τους από το κέντρο δημιουργίας τους. Παρότι περισσότερο οραματικό και λιγότερο βασισμένο στα επιστημονικά δεδομένα, το έργο του Buffon θα εμπνεύσει τις επερχόμενες γενιές, προφητεύοντας τα σημαντικά επιστημονικά επιτεύγματα του 19ου αιώνα.

Η Γαλλική Επανάσταση (1789-1799) θα φέρει μία ακόμη καινοτομία στις επιστήμες της φυσικής ιστορίας. Οι διατηρούμενες από την Αναγέννηση ιδιωτικές συλλογές αξιοπερίεργων αντικειμένων (συμπεριλαμβανομένων των απολιθωμάτων), γνωστές ως Cabinet de Curiosités ή Wunderkammer (Δωμάτια Αξιοπερίεργων ή Θαυμάτων) θα φύγουν από τα χέρια της εκπίπτουσας αριστοκρατίας του 18ου αιώνα, δημιουργώντας τα πρώτα δημόσια ευρωπαϊκά Μουσεία Φυσικής Ιστορίας. Την ώρα που ο Διαφωτισμός οδηγούσε τη Γαλλία στην επανάσταση, ο Σκωτσέζος φυσικός, χημικός και γεωλόγος James Hutton (1726-1797) περιέγραφε τον τρόπο σχηματισμού των πετρωμάτων και τον πετρολογικό κύκλο, εισήγαγε την έννοια του ομοιομορφισμού και καθιστούσε τη Γεωλογία μία σύγχρονη επιστήμη (Hodge 2009, Rainger 2009 και διαδικτυακές πηγές).

Georges Cuvier

Κυρίαρχη μορφή στη μελέτη της Φυσικής Ιστορίας κατά τον 19ο αιώνα αποτελεί αναμφισβήτητα ο Γάλλος φυσιοδίφης και ζωολόγος Georges Cuvier (1769-1832), ιδρυτής της σύγχρονης Παλαιοντολογίας Σπονδυλωτών (Rainger 2009). Το 1795 ο Cuvier έρχεται μετά τις σπουδές του στο Παρίσι και αναλαμβάνει υπηρεσία στο νεοϊδρυθέν Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Το 1796 ανακοινώνει και το 1800 δημοσιεύει την εργασία του Mémoires sur les Espèces d’ Éléphants Vivants et Fossils (μτφ. Απομνημονεύματα επί των Σύγχρονων και Απολιθωμένων Ειδών Ελεφάντων), στο οποίο, χρησιμοποιώντας τη συγκριτική ανατομική μορφολογία, συμπεραίνει ότι οι σύγχρονοι ινδικός και αφρικανικός ελέφαντας αποτελούν διαφορετικά είδη μεταξύ τους αλλά και σε σχέση με τα απολιθωμένα γνωστά μαμούθ της εποχής. Ο Cuvier συνάγει ότι τόσο το μαμούθ όσο και το λεγόμενο «ζώο του Οχάιο», ένας θρυλικός εκείνη την εποχή απολιθωμένος σκελετός, αποτελούν εξαφανισμένα είδη προβοσκιδωτών. Σε άλλο άρθρο του, του 1796, ο Cuvier επίσης ισχυρίζεται με βάση τη συγκριτική μορφολογία ότι ο απολιθωμένος σκελετός που ανακαλύφθηκε από τον Ισπανό εξερευνητή Manuel Torres το 1788 στις όχθες του ποταμού Luján της Αργεντινής και φυλάσσεται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Μαδρίτης αποτελεί έναν εξαφανισμένο συγγενή του σύγχρονου νοτιοαμερικανικού βραδύποδα, στον οποίο δίνει το όνομα Megatherium americanum. Ο Cuvier μαζί με τον καθηγητή χημείας στο Μουσείο του Παρισιού Α. Brongniart, και ανεξάρτητα ο W. Smith στην Αγγλία, θα θέσουν την ίδια εποχή τις βάσεις της βιοστρωματογραφίας (biostratigraphy), του χαρακτηρισμού, δηλαδή, και της σχετικής χρονολόγησης των στρωμένων πετρωμάτων με βάση το περιεχόμενό τους σε απολιθώματα (Rainger 2009).

Η έννοια της εξαφάνισης αποτελεί κυρίαρχο ζητούμενο για τον ίδιο τον Cuvier και τους συγχρόνους του, αλλά και σημείο έντονης επιστημονικής ‒και όχι μόνο‒ αντιπαράθεσης. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους, μεταξύ των οποίων και ο Buffon, ο Cuvier πιστεύει πως οι εξαφανίσεις οργανισμών είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Για τον Cuvier, όμως, κάθε οργανισμός συνιστά μία λειτουργική ακεραιότητα, ένα μοναδικό «όλον», που δεν επιδέχεται αλλαγές και τροποποιήσεις. Έτσι, ο μόνος τρόπος να εξαφανιστεί είναι κάποιου είδους παγκόσμια καταστροφή. Οι απόψεις του εκφράζονται με λεπτομέρεια στις Μελέτες επί των Απολιθωμένων Οστών Τετραπόδων του 1812 και στο Δοκίμιο για τη Θεωρία της Γης του 1813, όπου ισχυρίζεται πως νέα είδη δημιουργούνται έπειτα από περιόδους καταστροφικών πλημμυρών και ότι διαφορετικά καταστροφικά επεισόδια στην ιστορία της Γης οδήγησαν στη διαδοχική ανάδυση διακριτών πανίδων. Με το έργο του γίνεται ένας από τους κύριους εκφραστές της θεωρίας του καταστροφισμού (catastrofism).

Ο μαθητής του, Alcide d’Orbigny (1802-1857), ιδρυτής της Μικροπαλαιοντολογίας, θα επεκτείνει τις ιδέες του μέντορά του, προτείνοντας 27 εξαφανίσεις από καταστροφικά γεγονότα στην ιστορία της ζωής στη Γη. Μαζί με τον Cuvier, στο Μουσείο του Παρισιού εργάζονται δύο ακόμη νέοι καθηγητές, που αμφότεροι ενδιαφέρονται για τον έμβιο κόσμο και τις εξαφανίσεις των ειδών: ο Jean-Baptiste Pierre Antoine de Monet, Chevalier de Lamarck ή απλώς Λαμάρκ (1744-1829) και ο Étienne Geoffroy Saint-Hilaire (1772- 1844) (Hodge 2009, Rainger 2009). Μελετώντας τα απολιθωμένα μαλάκια της παρισινής λεκάνης, ο Λαμάρκ γρήγορα πείθεται πως οι οργανισμοί αλλάζουν δια μέσου του χρόνου και προσπαθεί να δομήσει μία αιτιολογική θεωρία. Στα μετέπειτα έργα του Recherches sur l’Organisation des Corps Vivants (μτφ. Μελέτες επί της Οργάνωσης των Έμβιων Σωμάτων) του 1802, Philosophie Zoologique (μτφ. Ζωολογική Φιλοσοφία) του 1809 και τους επτά τόμους της Histoire Naturelle des Animaux sans Vertèbres (μτφ. Φυσική Ιστορία των Ασπόνδυλων Οργανισμών) του 1815-1822, ο Λαμάρκ αναπτύσσει μία πρωτότυπη και πρωτοφανή θεωρία εξέλιξης, κατά την οποία όλοι οι οργανισμοί τείνουν να επιδείξουν πρόοδο, να μεταβούν δηλαδή από πιο απλές σε πιο πολύπλοκες μορφές, ενώ παράλληλα προσαρμόζονται σταδιακά στο ιδιαίτερο περιβάλλον τους, κληροδοτώντας επίκτητα χαρακτηριστικά στους απογόνους.

Ο Saint-Hilaire, άλλοτε φίλος και συνεργάτης του Cuvier, ενστερνίζεται τις απόψεις του Λαμάρκ και υποστηρίζει επιπλέον ότι όλα τα ζώα αποτελούνται από τα ίδια δομικά στοιχεία με τις ίδιες μεταξύ τους σχέσεις, διαφέροντας μόνο στη μορφή και στο μέγεθος των δομικών αυτών στοιχείων. Παράλληλα, σε αντιδιαστολή με τον Λαμάρκ, θεωρεί ότι το περιβάλλον είναι αυτό που επιδρά στον οργανισμό και, χρησιμοποιώντας τεκμήρια από τερατογενέσεις, ισχυρίζεται ότι η επίδραση του περιβάλλοντος στο έμβρυο ενός είδους μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο είδος. Η αντίδραση του Cuvier στις αντιλήψεις των συναδέλφων του είναι έντονα επικριτική και παραμένει θρυλική η σφοδρή δημόσια αντιπαράθεση Cuvier ‒ Saint-Hillaire ενώπιων της Ακαδημίας Επιστημών του Παρισιού το 1830.

Την ώρα που οι δύο τιτάνες της Γαλλικής επιστήμης λογομαχούν, στην απέναντι όχθη της Μάγχης ο Charles Lyell (1797-1875) αρχίζει να δημοσιεύει το τρίτομο συνθετικό έργο του Principles of Geology (μτφ. Αρχές της Γεωλογίας, 1830-1833), όπου εδραιώνει τις σχετικά άγνωστες απόψεις ομοιομορφισμού του Hutton και υποστηρίζει ότι οι γεωλογικές τροποποιήσεις οφείλονται σε σταθερή συσσώρευση μικρών αλλαγών για εξαιρετικά μεγάλες χρονικές περιόδους (Hodge 2009). Η έννοια της μεταβλητότητας (gradualism) απέκτησε έναν ισχυρό σύμμαχο έναντι του καταστροφισμού και το έργο του Lyell επηρέασε βαθιά τις επερχόμενες γενιές γεωλόγων και όχι μόνο.

Κάρολος Δαρβίνος (1809-1882)

Ο Κάρολος Δαρβίνος (Charles Darwin, 1809-1882) ξεκινά στις 27 Δεκεμβρίου 1831 σε ηλικία 22 ετών το πρώτο του ταξίδι με το εξερευνητικό πλοίο Beagle, έχοντας στα χέρια του τον πρώτο τόμο των Αρχών της Γεωλογίας. Την ίδια εποχή στην Αγγλία, o παλαιοντολόγος και συγκριτικός ανατόμος Richard Owen (1804-1892) οραματιζόταν το σύγχρονο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου και παράλληλα μελετούσε απολιθώματα που έρχονταν από τις απανταχού αποικίες του Στέμματος. Ο Owen ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα μεσοζωικά ερπετά και το 1842 εισήγαγε τον όρο «δεινοσαύρια» αλλά και ειδικούς όρους προκειμένου να περιγράψει μορφολογικές ομοιότητες μεταξύ διαφορετικών οργανισμών. Ο Owen αποδέχεται την ιδέα ενός αρχέτυπου σπονδυλωτού οργανισμού του Saint-Hilaire, αλλά θεωρεί πως πάνω σε αυτό το αρχέτυπο δρουν δύο δυνάμεις: μία πολωτική, που παράγει επαναλήψεις παρόμοιων δομών και μία εξειδικευμένη, που αναγκάζει τους οργανισμούς να προσαρμοστούν σε νέες συνθήκες περιβάλλοντος (Rainger 2009 και διαδικτυακές πηγές).

Ο Δαρβίνος, έπειτα από χρόνια παρατηρήσεων, συλλογών εξερευνήσεων και σχολαστικής έρευνας, θα δημοσιεύσει τελικά το 1859 το έργο του On the Οrigin of Species (μτφ. Επί της Καταγωγής των Ειδών), στο οποίο θα παρουσιάσει ένα νέο μοντέλο εξέλιξης, βασισμένο στον μηχανισμό της φυσικής επιλογής. Η ρηξικέλευθη θεωρία του Δαρβίνου απέκτησε γρήγορα ένθερμους υποστηρικτές και ισχυρούς πολέμιους, τόσο ανάμεσα στους επιστήμονες της εποχής όσο και στο ευρύ κοινό. Ο Owen θα εκδώσει το 1860 την Παλαιοντολογία του, όπου εκθέτει τη δική του εξελικτική ερμηνεία βασισμένος στα απολιθώματα. Εντούτοις, δύσκολα διακρίνει κανείς διαφορές από τη δαρβινική άποψη. Ο Δαρβίνος επανέρχεται με νέες μελέτες βασισμένες στη θεωρία του. Μεταξύ αυτών, το The Descent of Man, and Selection in Relation to Sex (μτφ. Η Καταγωγή του Ανθρώπου και η Σεξουαλική Επιλογή) του 1871, ένα έργο που η ουσία του μάλλον παρεξηγήθηκε από τη βικτωριανή συντηρητική κοινωνία και επέτεινε τις αρνητικές αντιδράσεις στο πρόσωπό του (Hodge 2009, Rainger 2009). Παρότι ο ίδιος ο Δαρβίνος δεν χρησιμοποίησε τα απολιθώματα για να εδραιώσει τη θεωρία του, το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και οι πρώτες δεκαετίες του 20ου χαρακτηρίζονται από έντονη ανασκαφική δραστηριότητα σε όλον τον κόσμο, φέρνοντας στο φως σημαντικά ευρήματα.

Ηρακλής Αν. Μητσόπουλος (1816 – 1892) Φυσικός, Αρχαιολόγος, Ορυκτολόγος και Γεωλόγος, καθώς και διαπρεπής Καθηγητής του Πανεπιστημίου στην Έδρα της Φυσιογραφίας. Υπήρξε συνιδρυτής του Φυσιογραφικού Μουσείου και Διευθυντής του Ζωολογικού του Τμήματος, ιδρυτής και ισόβιος Πρόεδρος του Ζωολογικού Μουσείου στη βόρεια πτέρυγα του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου, καθώς και ένας από τους πρώτους εισηγητές των ανασκαφών του Πικερμίου το 1853, από όπου έγινε διεθνώς γνωστός και δόθηκε το όνομά του σε ορισμένα παλαιοντολογικά είδη, όπως το «Ithyringotherium Mitsopuli» και ένα γένος παλαιοντολογικών οστράκων, το οποίο ονομάσθηκε προς τιμήν του «Mitzopolines» (Μητσοπολίτες)._ ΕΚΠΑ

Ο Ελβετός φυσιοδίφης Ludwig Rütimeyer (1825-1895) είναι ένας από τους πρώτους που εφαρμόζουν την εξέλιξη στα απολιθωμένα θηλαστικά (Rainger 2009). Στην Ελλάδα της εποχής του Όθωνα, ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ηρακλής Μητσόπουλος (1816-1892), ο οποίος εισήγαγε την Παλαιοντολογία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πραγματοποιεί το 1853 την πρώτη Ελληνική ανασκαφή στην απολιθωματοφόρο θέση θηλαστικών του Πικερμίου της Αττικής. Τον διαδέχεται ο Γάλλος γεωλόγος και παλαιοντολόγος Jean Albert Gaudry (1827- 1908), που πραγματοποιεί εκτεταμένες ανασκαφές στο Πικέρμι μεταξύ 1853 και 1860, και εκδίδει τα αποτελέσματα της έρευνάς του στο έργο Animaux fossiles et géologie de l’Attique (μτφ. Απολιθωμένα Ζώα και Γεωλογία της Αττικής, 1862-1867), όπου επιχειρεί μεταξύ άλλων μία φυλογονία των απολιθωμένων ιπποειδών. Ο Gaudry στέλνει το έργο του στον Δαρβίνο και αλληλογραφεί μαζί του (Γεωργιάδου-Δικαιούλια 5 et al. 2003).

Ο Ρώσος Vladimir Onufrievich Kovalevskii (1842-1883) εφαρμόζει πλήρως τη δαρβινική λογική στη μελέτη των απολιθωμένων οπληφόρων θηλαστικών, εντοπίζει μεταβατικές μορφές και εξηγεί τις αλλαγές στις οστεολογικές δομές με λειτουργικούς και προσαρμοστικούς όρους σε σχέση με το ευρύτερο περιβάλλον (Rainger 2009). Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, δύο κυνηγοί απολιθωμάτων, ο νεολαμαρκιστής παλαιοντολόγος Edward Drinker Cope (1840-1897) της Ακαδημίας Φυσικών Επιστημών της Φιλαδέλφεια και ο δαρβινιστής παλαιοντολόγος Onthiel Charles Marsh (1831-1899) του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Peadoby στο Yale –πρώην φίλοι και συνεργάτες– επιδίδονται σε έναν ανελέητο ανταγωνισμό στην αμερικανική Δύση, γνωστό ως «πόλεμο των οστών» (bone wars). Συνολικά ανακαλύπτουν πάνω από 1500 νέα δείγματα δεινοσαύρων, τα περισσότερα από τα οποία αποτελούσαν άγνωστα ως τότε γένη και οικογένειες (Rainger 2009).

Θεόδωρος Γ. Σκούφος (1864 – 1938) Επιφανής Καθηγητής του Πανεπιστημίου στην Έδρα της Γεωλογίας & Παλαιοντολογίας. Το 1903 πραγματοποίησε ανασκαφές στη λεκάνη της Μεγαλόπολης οι οποίες έφεραν στο φως μεγάλη ποσότητα απολιθωμένων μεγάλων θηλαστικών (πλειστοκαινικής ηλικίας), όπως: ελέφαντες (οστά και χαυλιόδοντες μήκους 3,20m), ρινόκερους, ιπποπόταμους, μαμούθ (το νοτιότερο σημείο ευρέσεως στη γη), καθώς και άλλα ζώα._[ΕΚΠΑ _φωτο: wikipedia

Το 1903 ο γεωλόγος και παλαιοντολόγος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Θόδωρος Σκούφος (1864-1938), μετεκπαιδευμένος στη Γερμανία, στο Βέλγιο και στη Γαλλία, πραγματοποιεί παλαιοντολογικές ανασκαφές στις απολιθωματοφόρες θέσεις θηλαστικών της Σάμου, γνωστές από το 1887 από τον εκπατρισμένο Άγγλο Βοτανολόγο C.J. Forsyth-Major (Κουφός 2004). Στα τέλη του 19ου αιώνα η ανακάλυψη της ραδιοακτινοβολίας από τον Γάλλο επιστήμονα H. Becquerel και η εκ νέου ανακάλυψη των εργασιών επί της κληρονομικότητας του Αυστριακού μοναχού Γκρέγκορ Μέντελ (Gregor Mendel, 1822-1884) από τους H. de Vries, C. Correns και E. von Tschermak θα αποτελέσουν σταθμούς στην πορεία της Γεωλογίας και εξελικτικής Βιολογίας: η πρώτη προσφέροντας ένα εργαλείο υπολογισμού της απόλυτης ηλικίας των πετρωμάτων, απολιθωμάτων, αλλά και της ηλικίας της Γης μέσω της ραδιοχρονολόγησης και η δεύτερη αποδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο τα χαρακτηριστικά κληρονομούνται (Hodge 2009, Rainger 2009).

Όπως στις περισσότερες επιστήμες, η εντατικοποίηση της έρευνας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε συνδυασμό με την ολοένα μεγαλύτερη παραγωγή, διάχυση και επεξεργασία πληροφορίας, αλλά και την ραγδαία εξέλιξη των μηχανολογικών και, πιο πρόσφατα, των ηλεκτρονικών μέσων, είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή υποδιαίρεση της Παλαιοντολογίας σε επιμέρους τομείς, οι περισσότεροι από τους οποίους αποτελούν σήμερα διακριτούς κλάδους.

Έτσι, οι απολιθωμένοι εκπρόσωποι του φυτικού βασιλείου αποτελούν αντικείμενο μελέτης της Παλαιοβοτανικής (Paleobotany) και Παλυνολογίας (Palynology· εστιάζει στη μελέτη των γυρεόκοκκων), ενώ εκείνοι του ζωικού αντικείμενο της Παλαιοζωολογίας, με ιδιαίτερους τομείς την Μικροπαλαιοντολογία (Micropaleontology), Παλαιοντολογία Ασπονδύλων (Invertebrate Paleontology) και την Παλαιοντολογία Σπονδυλωτών (Vertebrate Paleontology).

Η τελευταία ασχολείται με τη μελέτη της εξέλιξης των Χορδωτών, στα οποία περιλαμβάνονται οι ιχθύες, τα αμφίβια, τα ερπετά, τα πτηνά και τα θηλαστικά και διακρίνεται, εκ νέου, σε επιμέρους υποκλάδους ανάλογα με την ιδιαίτερη ομάδα οργανισμών που μελετάται (π.χ. παλαιοερπετολογία, παλαιοϊχθυολογία, παλαιοορνιθολογία).

Ο George Gaylord Simpson επιχειρηματολόγησε κατά της αφελούς άποψης ότι η εξέλιξη όπως αυτή του αλόγου έλαβε χώρα σε μια «ευθεία γραμμή». Παρατήρησε ότι οποιαδήποτε γραμμή κι αν επιλεγεί η εξέλιξη είναι ένα μονοπάτι σε ένα πολύπλοκο δενδροδιάγραμμα, δίχως επιβεβλημένη κατεύθυνση.

Παρότι η Παλαιοντολογία παραδοσιακά κατατάσσεται στις λεγόμενες θεωρητικές ή περιγραφικές επιστήμες, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα θα δανειστεί και αναπτύξει πλειάδα σύγχρονων μεθοδολογιών και εφαρμογών, προσφέροντας ουσιαστικά με τα αποτελέσματά της σε άλλους κλάδους των γεω- και βιοεπιστημών.

Καθοριστική υπήρξε η επίδραση του Αμερικανού Παλαιοντολόγου G.G. Simpson (1902-1984), ενός από τους συντελεστές της Σύγχρονης Σύνθεσης (Modern Synthesis) της εξέλιξης, ο οποίος εισήγαγε τα μαθηματικά και τη στατιστική στην Παλαιοντολογία και υποστήριξε ότι η εξέλιξη των θηλαστικών, όπως αποτυπώνεται στο αρχείο απολιθωμάτων, συμφωνεί πλήρως με τους μηχανισμούς της πληθυσμιακής γενετικής (Rainger 2009). Συνεργάτες και μαθητές του, από το 1960, άρχισαν να αναφέρονται στο έργο τους ως Παλαιοβιολογία (Paleobiology), προκειμένου να το διακρίνουν από την κλασική περιγραφική-στρωματογραφική Παλαιοντολογία και να δηλώσουν την έμφασή του στη διερεύνηση οικολογικών και εξελικτικών ερωτημάτων.

Ακολουθώντας την ευρωπαϊκή κληρονομιά του 19ου αιώνα, οι παλαιοντολογικές σπουδές και έρευνες στην Ελλάδα συνδυάστηκαν εξ αρχής με εκείνες των γεωλογικών επιστημών, ένα καθεστώς που εξακολουθεί να ισχύει έως σήμερα. Σε πολλές από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, εντούτοις, άρχισε από τη δεκαετία του 1980 να υπερισχύει το πρότυπο των ΗΠΑ, με πολλούς σύγχρονους παλαιοντολόγους να έχουν καθαρά βιολογικό υπόβαθρο. Γεγονός, πάντως, παραμένει πως μόνο η συνδυαστική-ολιστική αντιμετώπιση των παλαιοντολογικών ερωτημάτων μπορεί να οδηγήσει σε ορθολογικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις.

Μέσα στον 20ο αιώνα η ελληνική παλαιοντολογική έρευνα θα πραγματοποιήσει αργά αλλά σημαντικά βήματα. Καθοριστική η συμβολή των κατά σειρά Καθηγητών Θ. Σκούφου, Μ. Μητσόπουλου, Π. Ψαριανού και Ν. Συμεωνίδη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και των Μ. Μαραβελάκη, Γ. Μαρίνου και κυρίως Ι. Μελέντη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Από το 1980 έως σήμερα η παλαιοντολογική ερευνητική δραστηριότητα αυξάνει σημαντικά, με πλειάδα ενεργών ανασκαφών σε σταθερή ετήσια βάση και εξειδικευμένους ερευνητές στα τρία πανεπιστημιακά ιδρύματα που θεραπεύουν το αντικείμενο, Εθνικό Καποδιστριακό, Αριστοτέλειο και Πατρών.

 

Η Παλαιοντολογία και η Ιστορία της – Μέρος του συγγράμματος (σελ.1-6): 
Κωστόπουλος, Δ., Κουφός, Γ., 2015. Η εξέλιξη του έμβιου κόσμου: χορδωτά.  Αθήνα:Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών.
Διαθέσιμο στο: http://hdl.handle.net/11419/1909

https://repository.kallipos.gr/handle/11419/1909

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.