Η ζωή των αγαλμάτων

στις

Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών
Δημόσια Συνεδρία της 16ης Δεκεμβρίου 2014
Ομιλία του κ. Άγγελου Χανιώτη

The Life of Statues [Ἡ ζωὴ τῶν ἀγαλμάτων],
Proceedings of the Academy of Athens 89, 2014, 246-297
Αρχείο pdf Η ζωή των αγαλμάτων

Φωτογραφία εξωφύλλου: Η Αφροδίτη της Κνίδου _ wikimedia commons
Για την διευκόλυνση της ανάγνωσης, οι παραπομπές έχουν ενσωματωθεί στο κείμενο

Το παρόν δοκίμιο φιλοξενείται στη βιβλιοθήκη Χείλων με την άδεια του συγγραφέα τον οποίο ευχαριστούμε και εκτιμούμε ιδιαίτερα για την ουσιαστική συνεισφορά του στον διαρκή αγώνα της σύγχρονης ιστορικής επιστήμης ενάντια στην απειλή της λήθης και του κατακερματισμού της συνέχειας του πολιτισμού μας.

Η Ζωή των Αγαλμάτων

Ἕνας πολιτισμὸς ἀγαλμάτων

Ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμὸς εἶναι ἕνας πολιτισμὸς ἀγαλμάτων, κάτι ποὺ σίγουρα δὲν μποροῦμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε γιὰ τὸν σύγχρονο πολιτισμό. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι μιὰ θρησκεία μὲ μακρόχρονη παράδοση, βάθος καὶ πολυπλοκότητα, ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ θρησκεία, προσδιορίζεται μὲ ἕναν ὅρο –εἰδωλολατρεία– ποὺ ἀπομονώνει τὴ χρήση ἀγαλμάτων. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀπέδιδαν ἰδιαίτερη σημασία στὰ ἀγάλματα ὄχι μόνο ὡς καλλιτεχνικὲς δημιουργίες καὶ πηγὲς αἰσθητικῆς ἀπόλαυσης, ἀλλὰ καὶ ὡς θεματοφύλακες μνήμης, συστατικὰ στοιχεῖα τελετουργιῶν καὶ ὑποδείγματα συμπεριφορᾶς. Ἡ καθημερινὴ καὶ ἑορταστικὴ ζωὴ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὄχι μόνο στὰ ἀστικὰ κέντρα ἀλλὰ καὶ στὴν ὕπαιθρο, κυριαρχοῦνταν ἀπὸ τὴ φυσικὴ παρουσία ἀγαλμάτων ἀπὸ διάφορα ὑλικὰ καὶ σὲ διάφορα μεγέθη, ἀνεγερμένα σὲ χώρους δημόσιους καὶ ἰδιωτικούς, ἱεροὺς καὶ λαϊκούς. Ἀγάλματα ἐγείρονταν γιὰ νὰ τιμήσουν δημόσιους ἄνδρες, στρατηγοὺς καὶ ρωμαίους ἀξιωματούχους, εὐεργέτες καὶ εὐεργέτιδες, ἱερεῖς καὶ ἱέρειες, βασιλεῖς καὶ βασίλισσες, αὐτοκράτορες καὶ τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν τους, ἀθλητές, καλλιτέχνες καὶ ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων· τὰ ἐπιτύμβια ἀγάλματα κρατοῦσαν ζωντανὴ τὴ μνήμη τῶν νεκρῶν· τὰ ἀναθηματικὰ ἀγάλματα ἦταν μέσο ἐπικοινωνίας μεταξὺ θνητῶν καὶ ἀθανάτων, ἔκφραση εὐγνωμοσύνης συνάμα καὶ ἐλπίδας· τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν ἦταν ἀποδέκτες καὶ ὄργανα λατρευτικῶν πράξεων, μέχρι ποὺ ἡ κριτικὴ τῶν χριστιανῶν ἀπολογητῶν τὰ παρέδωσε στὸν βανδαλισμὸ τοῦ ἀπαίδευτου ὄχλου.

Εἰκ. 1: Ἄνδρας μπροστὰ σὲ ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς. Ἀττικὴ οἰνοχόη ἀπὸ τὴ Σικελία (περ. 460 π.Χ.). Ὁμάδα τοῦ Βερολίνου 2514. Νέα Ὑόρκη. Metropolitan Museum of New York, 08.258.25. © The Metropolitan Museum of Art. Πηγή: Art Resource, NY, ἀρ. φωτ. ART447680.

Τὰ ἀγάλματα κατασκευάζονταν γιὰ νὰ ἰδωθοῦν καὶ νὰ συζητηθοῦν, εἴτε ὅταν ἦταν τοποθετημένα σὲ δημόσιους χώρους εἴτε ὅταν βρίσκονταν, ἐνίοτε προστατευμένα ἀπὸ κιγκλιδώματα, σὲ ναούς [Mylonopoulos 2011]. Τόσο παραστάσεις σὲ ἀγγεῖα ὅσο καὶ φιλολογικὲς πηγές, π.χ. οἱ Ἀσκληπιάζουσαι τοῦ Ἡρώδα, δὲν ἀφήνουν καμμιὰ ἀμφιβολία ὅτι ἀρχαῖα ἀγάλματα ἦταν ἀντικείμενο προσε­κτικῆς παρατήρησης. Σὲ μιὰ ἐρυθρόμορφη οἰνοχόη στὸ Μητροπολιτικὸ Μουσεῖο τῆς Νέας Ὑόρκης (γύρω στὸ 460 π.Χ., εικ.1) διακρίνουμε ἕναν ἄνδρα νὰ στέκεται μπροστὰ σὲ ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς καὶ νὰ ὑψώνει τὸ χέρι του στὴ χαρακτηριστικὴ χειρονομία τῆς δείξης [Ἀττικὴ οἰνοχόη ἀπὸ τὴ Σικελία ποὺ ἀποδίδεται στὴν ὁμάδα τοῦ Βερολίνου 2514 (Metropolitan Museum of New York, 08.258.25). Βλ. Mylonopoulos 2014 σ. 342, μὲ τὴ σχετικὴ βιβλιογραφία. Γιὰ τὴ χειρονομία τῆς δείξης πρβ. Neumann 1965, σ. 17­22]. Ἡ κεφαλὴ τῆς θεᾶς στρέφεται στὰ ἀριστερά, πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ ἄνδρα, ἐνῶ ἀντίθετα τὸ ἀριστερό της πόδι εἶναι στραμμένο πρὸς τὰ δεξιά. Ἂν καὶ δὲν εἶναι σαφὲς ἂν ὁ μέτριος ζωγράφος προσπαθεῖ νὰ ἀποδώσει τὸ ἄγαλμα σὲ στάση τριῶν τετάρτων ἢ ἂν ὄντως θέλει νὰ δείξει τὴ θεὰ νὰ ἀντιδρᾶ στὴν παρουσία τοῦ ἄνδρα στρέφοντας τὸ κεφάλι της πρὸς τὸ μέρος του, εἶναι βέβαιο ὅτι ἀπεικονίζει μιὰ σκηνὴ «ἐπικοινωνίας» θεατῆ καὶ ἀγάλματος.

Στὶς Ἐρυθρὲς ἢ Κλαζομενὲς τὸ ἄγαλμα τοῦ τυραννοκτόνου Φιλίτου, ποὺ εἶχε ἀρχικὰ ἀνατεθεῖ ὡς σύμβολο ἐλευθερίας, εἶχε γίνει σὲ τέτοιο βαθμὸ ἐπίκεντρο πολιτικῶν συζητήσεων στὰ χρόνια ἑνὸς ὀλιγαρχικοῦ καθεστῶτος στὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου π.Χ. αἰώνα, ποὺ οἱ ἐκπρόσωποί του ἀναγκάσθηκαν νὰ ἀφοπλίσουν κυριολεκτικῶς τὸν ἀνδριάντα, γιατὶ ἡ στάση του, μὲ ὑψωμένο τὸ ξίφος, τοὺς προκαλοῦσε φόβο καὶ θεωροῦνταν ἀπειλή (νομίζοντες καθόλου τὴν στάσιν καθ ̓ αὐτῶν εἶναι). Μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας ὁ ἀνδριάντας ἀπέκτησε πάλι τὸ ξίφος του καὶ παρέμεινε ὑπόδειγμα ἀρετῆς [I.Erythrai 503: ἐπειδὴ οἱ ἐν τῆι ὀλιγαρχίαι τῆς εἰκόνος τῆς Φιλίτου τοῦ ἀποκτείναντος τὸν τύραννον τοῦ ἀνδριάντος ἐξεῖλον τὸ ξῖφος, νομίζοντες καθόλου τὴν στάσιν καθ ̓ αὐτῶν εἶναι…· ἐγδοῦναι τὸ ἔργον διαστολὴν ποιησαμένους μετὰ τοῦ ἀρχιτέκτονος, καθ ̓ ὅτι συντελεσθήσεται ὡς πρότερον εἶχεν· … ὅπως δὲ καθαρὸς ἰοῦ ἔσται ὁ ἀνδριὰς καὶ στεφανωθήσεται ἀεὶ ταῖς νουμηνίαις καὶ ταῖς ἄλλαις ἑορταῖς, ἐπιμελεῖσθαι τοὺς ἀγορανόμους. Βλ. Gauthier 1982· Ma 2013, σ. 60, 306.]:

«Ἐπειδὴ τὸ ὀλιγαρχικὸ καθεστὼς ἀφαίρεσε τὸ ξίφος ἀπὸ τὸ εἰκο­νιστικὸ ἄγαλμα τοῦ Φιλίτου, ποὺ εἶχε φονεύσει τὸν τύραννο, θεω­ρώντας ὅτι ἡ στάση του στρέφεται ἐντελῶς ἐναντίον τους … νὰ ἀνατεθεῖ μέσῳ μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ, μετὰ ἀπὸ συνεννόηση μὲ τὸν ἀρχιτέκτονα, τὸ ἔργο τῆς ἀποκατάστασης τοῦ ἀγάλματος στὴν πρότερη μορφή του. … Οἱ ἀγορανόμοι νὰ λαμβάνουν μέτρα ὥστε ὁ ἀνδριάντας νὰ μένει καθαρὸς ἀπὸ σκουριὰ καὶ νὰ στεφα­νώνεται κάθε πρωτομηνιὰ καὶ κατὰ τὶς ὑπόλοιπες γιορτές».

Εἰκ. 2: Τὸ σύνταγμα τῶν τυραννοκτόνων Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονα. Ρωμαϊκὸ ἀντίγραφο ἔργου τῶν Κριτίου καὶ Νησιώτη (477/76 π.Χ.). Νάπολι. Museo Archeologico Nazionale di Napoli. Πηγή: Album / Art Resource, NY, ἀρ. φωτ. orz054336.

Τὸ γλυπτὸ σύνταγμα τῶν Ἀθηναίων τυραννοκτόνων (εικ.2) μᾶς δίνει μιὰ ἰδέα γιὰ τὴ σήμερα χαμένη παράσταση [Ἡ πιὸ πρόσφατη μελέτη γιὰ τὰ ἀγάλματα τῶν τυραννοκτόνων καὶ τὴν ἐπίδρασή τους στὴ μεταγενέστερη τέχνη εἶναι τοῦ Azoulay 2014]. Ἡ συναισθηματικὴ ἐπενέργεια ἀγαλμάτων, ὅπως σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, καθιστοῦσε τὴν ἄψυχη ὕλη ὑπό­ δειγμα συμπεριφορᾶς. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Λουκιανός, καὶ μόνη ἡ παρατήρηση τῆς μορφῆς ποὺ εἶχαν τὰ ἀρχαῖα ἀγάλματα τοῦ Ἡγησία, τοῦ Κριτίου καὶ τοῦ Νησιώτη, ἀπεσφιγμένα καὶ νευρώδη καὶ σκληρά, ἀποκάλυπτε τὴν ἀναγ­καιότητα τῆς σκληραγωγίας καὶ τοῦ λιτοῦ βίου [Ῥητόρων διδάσκαλος 9. Βλ. καὶ τὶς παρατηρήσεις τοῦ Ma 2005 γιὰ τὸν ἀνδριάντα τοῦ Εὐγνώτου στὴν Ἀκραιφία]. Τόσο ἰσχυρὴ ἦταν ἡ ἐπίδραση ποὺ ἀσκοῦσαν τὰ τιμητικὰ ἀγάλματα καὶ τόσο αἰσθητὸς ὁ συμβολισμός τους ποὺ στὴ ρητορικὴ τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐποχῆς καὶ τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας νὰ ἐπαινοῦνται ἄτομα γιὰ τὶς ἀρετές τους ὡς ἔμψυχοι ἀνδριάντες [Francis 2003].

Γιὰ τοὺς κατοίκους μιᾶς ἀρχαίας πόλης τὰ ἀγάλματα ἦταν σημεῖα ἀναφορᾶς καὶ προσανατολισμοῦ, ἀκόμη καὶ κατάλληλες κρυψῶνες γιὰ πολύτιμα ἀντικείμενα. Ἡ γνωστότερη ἱστορία εἶναι ἡ σχετικὴ μὲ κάποιον στρατιώτη ποὺ φύλαξε τὰ χρήματά του μέσα στὰ χέρια τοῦ ἀνδριάντα τοῦ Δημοσθένη, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ μόνη. Λένε πώς, ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος κατέ­σκαψε τὶς Θῆβες, κάποιος ἔκρυψε τὰ χρήματά του μέσα σὲ ἕνα κοίλωμα τοῦ ἀγάλματος τοῦ Πινδάρου καὶ τὰ βρῆκε ἐκεῖ τριάντα χρόνια ἀργότερα [Τὸ ἄγαλμα τοῦ Δημοσθένη: Πλούταρχος, Δημοσθένης 30. Τὸ ἄγαλμα τοῦ Πινδάρου: Aθήναιος, Δειπνοσοφισταὶ 1.19. Βλ. ἐπίσης μιὰ ἀπὸ τὶς ἀφηγήσεις στὰ ἰάματα τῆς Ἐπιδαύρου: ἕνας θησαυρὸς θάφτηκε ἐκεῖ ποὺ πέφτει ἡ σκιὰ τοῦ ἀγάλματος ἑνὸς λιονταριοῦ τὸν μήνα Θαργηλιῶνα: IG IV2.1.123 ἀρ. XLVI. Σχε­τικά: Stramaglia 1992]. Τὸ ποῦ θὰ στηθοῦν ἀγάλματα ἀπασχολοῦσε τὶς ἀρχὲς καί, ὅπου ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ θέση, τὸν δημόσιο ἀρχιτέκτονα. Παλιὰ ἀγάλματα ἐπισκευάζονταν καὶ στήνονταν πάλι, μερικὲς φορὲς γιὰ τὴ συμβολική τους σημασία [Π.χ. I.Ephesos 519 (ἀποκατάσταση ἀγαλμάτων, αὐτοκρατορικὴ ἐποχή)· IAph2007 12.402 καὶ 13.116 (ἀποκατάσταση ἀρχαίων ἀγαλμάτων, σχετιζόμενων μὲ τὴν ἱστορία τῆς οἰκογένειάς του, ἀπὸ τὸν Καλλικράτη στὴν Ἀφροδισιάδα, 1ος μ.Χ. αἰ.)· IAph2007 4.308 (ἐπισκευὴ ἀγαλμάτων τοῦ Κύκλωπα στὴν Ἀφροδι­σιάδα, ἀρχὲς 2ου μ.Χ. αἰ.)· SEG XLIV 938 (ἀποκατάσταση τοῦ ἀνδριάντα τοῦ Γαΐου Ἰουλίου Ἐπικράτη στὴ Μίλητο, περ. 50 μ.Χ.)· IG X.2.2.336 (ἐπισκευὴ ἀγαλμάτων σὲ ναὸ στὰ Στύβερρα, 126 μ.Χ.). Πρβ. τὴν ἀνεύρεση καὶ ἀνάθεση τοῦ εἰκονιστικοῦ πορτραίτου τοῦ Κικέρωνα ἀπὸ τὸν ρήτορα Πολύβιο στὶς Σάρδεις (περ. 150 μ.Χ.): Merkelbach καὶ Stauber 1998, ἀρ. 04/02/05]. Ἀγάλματα ἀπεικονίζονταν ἀπὸ ζωγράφους σὲ ἀγγεῖα [Oenbrink 1997], ἀπὸ γλύπτες σὲ ἀνάγλυφα καὶ ἀπὸ χαράκτες σὲ νομίσματα. Ἦταν συνηθισμένο ἀντικείμενο διαλογισμοῦ καὶ διαλόγου γιὰ τοὺς φιλοσόφους, περιγραφῆς γιὰ τοὺς περιηγητές, πηγὴ ἔμπνευσης γιὰ ποιητὲς καὶ ρήτορες [Ἐνδεικτικά: borG 2004· sMith 1999α· platt 2007]. Ὡς τέτοιο ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς ζωῆς, τόσο στὴν καθημερινότητα ὅσο καὶ στὴ γιορτή, τὰ ἀγάλματα πρέπει νὰ ἀπασχολοῦν τὴν ἀρχαιογνωστικὴ ἔρευνα ὄχι μόνο ὡς ἔργα τέχνης, ἀλλὰ ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ ὑλικοῦ πολιτισμοῦ τῶν ὁποίων τὸ νόημα καὶ ἡ λει­τουργία διαρκῶς ἀναπροσδιοριζόταν.

Ἡ ζωὴ τῶν ἀγαλμάτων: ὀφθαλμαπάτη, βίος, ἐνέργεια

Ὁ τίτλος τῆς ὁμιλίας μου ξενίζει. Συνδέουμε τὸ ἄγαλμα μὲ τὴν ἀκι­νησία καὶ τὸ ἀμετάβλητο τῆς ὕλης. Ἐκφράσεις ὅπως «στεκόταν βουβὸς σὰν ἄγαλμα» ἢ «ἦταν ἀκίνητος σὰν ἄγαλμα» στεροῦν τὸ ἄγαλμα ἀπὸ λειτουργίες ποὺ συσχετίζουμε μὲ τὴ ζωή: τὴν κίνηση καὶ τὴν ὁμιλία. Ἀλλὰ καὶ ἡ παρο­μοίωση πὼς κάποιος εἶναι «ὡραῖος σὰν ἄγαλμα» ἀποστασιοποιεῖ τὸ ἄγαλμα ἀπὸ τὶς ἀναπόφευκτες ἀτέλειες τῆς πραγματικῆς ζωῆς. Ἡ ἴδια ἀντίληψη ὑπῆρχε καὶ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα [Kassel 1983, σ. 1­2· Steiner 2001, σ. 136]. Ἐπίθετα ποὺ χαρακτηρίζουν τὰ ἀγάλματα εἶναι ἀκίνητος, ἀπαθής, ἄφωνος, ἀναίσθητος. Ἀνδριάντα γαργαλίζεις εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες παροιμιώδεις ἐκφράσεις γιὰ τὴ ματαιοπονία [Corpus Paroemiographorum Graecorum I, σ. 347, edd. Leutsch-Schnei-Dewin]. Ἀκόμα καὶ ὅταν ἕνας γλύπτης θαυμάζεται γιὰ τὸν τρόπο ποὺ ἡ τέχνη του μιμήθηκε τὴ ζωή, ὁ θαυμασμὸς συνδέεται ἀναπόφευκτα μὲ τὴ διαπίστωση ὅτι καὶ ὁ μεγαλύτερος τεχνίτης συναντᾶ τὰ ὅριά του, ὅταν ἀδυνατεῖ νὰ δώσει ζωὴ στὰ ἔργα του [Γιὰ τὴν ἀπάτη, τὴ δημιουργία τῆς ψευδαίσθησης ὅτι τὰ ἀγάλματα εἶναι ζωντανὰ βλ. Steiner 2001, σ. 44­-50]. Ἕνα ἀπὸ τὰ 36 ποιήματα τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας ποὺ γρά­φτηκαν γιὰ τὴν ἀγελάδα τοῦ Μύρωνα, ἕνα ἀπὸ τὰ περιφημότερα ἔργα τῆς κλασικῆς τορευτικῆς [Παλατινὴ Ἀνθολογία 9.713­-742 καὶ 793­-798], παρατηρεῖ χαρακτηριστικά: «Ἀλοίμονο, Μύρωνα, δὲν πρόφτασες νὰ ὁλοκληρώσεις τὸ ἔργο τῆς πλαστικῆς. Πρὶν τοῦ δώσεις ψυχὴ σὲ πρόφτασε ὁ χαλκὸς ποὺ στερεοποιήθηκε» (Φεῦ σὺ Μύρων σὺ πλάσας οὐκ ἔφθασας· ἀλλά σε χαλκὸς | πρὶν ψυχὴν βαλέειν, ἔφθασε πηγνύμενος) [Παλατινὴ Ἀνθολογία 9.736]. Τὰ ἀγάλματα τῶν μεγάλων γλυπτῶν μπορεῖ νὰ μοιάζουν ἔμπνοα καὶ ἔμψυχα, ὡστόσο τοὺς λείπει ἡ ὁμιλία καὶ ἡ κίνηση [Π.χ. Λουκιανός, Φάλαρις 1.11: μυκηθμοῦ ἔδει μόνον πρὸς τὸ καὶ ἔμ­ψυχον εἶναι δοκεῖν· Παλατινὴ Ἀνθολογία 12.56: ἔμψυχον ἄγαλμα· 12.57: ἔμψυχα μαγεύων … ἔπλασεν ἐν κραδίᾳ. Βλ. ἐπίσης Απολλόδωρος 2.6.3. Βλ. καὶ σημ. 14 γιὰ τὰ ἐπιγράμματα ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἀγελάδα τοῦ Μύρωνα].

Εἰκ. 3: Ἄγαλμα πολεμιστῆ (περ. 460­-450 π.Χ.) ἀπὸ ναυάγιο κοντὰ στὸ Riace. Reggio Calabria, Museo Archeologico Nazionale. Πηγή: Scala / Art Resource, NY, ἀρ. φωτ. ART7396.

Ὅπως ἔχει πειστικὰ ὑποστηριχθεῖ, τὸν 5ο π.Χ. αἰώνα οἱ γλύπτες ἐκμε­ταλλεύτηκαν τὶς προόδους τῆς ἀρχαίας ἰατρικῆς γιὰ νὰ ἐπιτείνουν ἀκόμα περισσότερο τὴν ἐντύπωση ὅτι τὰ ἀγάλματα ἀναπνέουν [Métraux 1995]. Χαρακτηριστικὰ παραδείγματα εἶναι οἱ χάλκινοι πολεμιστὲς ἀπὸ τὸ Riace (εικ.3). Τὸ ἀνοικτὸ στόμα, οἱ ὁρατὲς φλέβες, ἡ ἐλαφρὰ ἐξογκωμένη κοιλιακὴ χώρα μεταφέρουν στὸν θεατὴ τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ χαλκὸς ἀναπνέει. Ὅμως τὰ μόνα ἀγάλματα ποὺ ὀφείλουν τὴν κίνηση καὶ τὴν ὁμιλία τους σὲ ἀνθρώπινη τέχνη κι ὄχι σὲ θεϊκὴ παρέμβαση [Steiner 2001, σ. 116­-117, 139, μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἡσίοδο. Βλ. καὶ Corso 1999] ἀνήκουν στὸν χῶρο τοῦ μύθου. Εἶναι τὰ ἀγάλματα ποὺ δημιούργησε ὁ θρυλικὸς Δαίδαλος, ἀνοίγοντας τὰ μάτια τους καὶ παριστώντας τα σὲ διασκελισμό [Οἱ σχετικὲς πηγὲς στὴ Muller-Dufeu 2002, σ. 36­-41· βλ. καὶ Donohue 1988, σ. 179-­183], μὲ ἀποτέλεσμα, ὅπως γράφει ὁ Πλάτων νὰ χρειαστεῖ νὰ δεθοῦν γιὰ μὴ δραπετεύσουν ἀπὸ τὰ βάθρα τους [Πλάτων, Μένων 97 d 6­-10· πρβ. Δίων Χρύσοστομος 37.9].

Ἡ ζωὴ τῶν ἀγαλμάτων ὡς ὀφθαλμαπάτη δὲν εἶναι τὸ σημερινό μου θέμα. Τὸ ἀντικείμενό μου εἶναι ἡ ζωὴ τῶν ἀγαλμάτων ὑπὸ μεταφορικὴ καὶ κυριολεκτικὴ ἔννοια. Τὰ ἀγάλματα ἔχουν βίους, βιογραφίες, καὶ ὡς πρὸς τὴν πρόσληψή τους καὶ ὡς πρὸς τὰ πάθη καὶ τὶς περιπέτειές τους [Τὴν ἔννοια τοῦ «βίου ἀγαλμάτων» χρησιμοποιοῦν π.χ. οἱ Smith 2007, Mylonopoulos 2010, σ. 12­-18 καὶ Petrovic 2010]. Τὰ ἀγάλματα σὲ ὁρισμένες περιστάσεις θεωρεῖται ὅτι δὲν μιμοῦνται ἁπλῶς τὴ ζωή, ἀλλὰ ἔχουν ζωτικὲς λειτουργίες εἴτε ἄμεσα, ἀποκτώντας κίνηση καὶ φωνή, εἴτε ἔμμεσα, ὡς δράστες καὶ ὑποκείμενα ἐνεργειῶν. Ἂν καὶ τὰ θέματα αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ ἐξεταστοῦν χωριστά, εἶναι ἀλληλένδετα καὶ συμβάλλουν στὴν κατανόηση τῆς θέσης τῶν ἀγαλμάτων τῶν θεῶν καὶ προσώπων τοῦ μύθου καὶ τῶν ἀνδριάντων τῶν θνητῶν στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πολιτισμό, περίπου ἀπὸ τὸν Ὅμηρο καὶ τὴν ἐμφάνιση μνημειώδους πλαστικῆς στὴν Ἑλλάδα τὸν 7ο π.Χ. αἰώνα ἕως τὴν ἀρχὴ τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας, ὅταν ἡ νίκη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔθεσε τέλος στὴ χρήση ἀγαλμάτων στὴ λατρεία, χωρὶς ὡστόσο νὰ περιορίσει τὴν ἀπόδοση τιμῶν σὲ ἀνώτατους ἀξιωμα­ τούχους τῆς αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ἀνέγερση ἀνδριάντων στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα.

Βίοι ἀγαλμάτων

Ὑπὸ μεταφορικὴ ἔννοια, ἡ ζωὴ τῶν ἀγαλμάτων εἶναι οἱ βίοι τῶν ἀγαλμάτων –βίοι μὲ τὴν ἀρχαία ἔννοια–, οἱ χρήσεις καὶ τὰ πάθη, οἱ περιπέ­τειες καὶ τὰ ταξίδια τους, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐγκαταλείπουν τὸ ἐργαστήριο τοῦ γλύπτη ἢ τὸ χυτήριο τοῦ τορευτῆ γιὰ νὰ ξεκινήσει ἡ ἄλλοτε σύντομη κι ἄλλοτε μακραίωνη πορεία τους στὸν κόσμο τῶν ἐφήμερων ἀνθρώπων. Μερικὲς τέτοιες ἱστορίες ἀναφέρθηκαν ἤδη, ἄλλες θὰ ἀναφερθοῦν στὴ συνέχεια. Στὴν πορεία αὐτή, τὰ ἀγάλματα ὡς ὕλη ἄψυχη, ἀκίνητη, ἀναί­σθητη καὶ ἄφωνη εἶναι ἀντικείμενα καὶ ἀποδέκτες ἐνεργειῶν ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴ βούληση τῶν ἀνθρώπων ἢ ὑπαγορεύονται ἀπὸ τὴν παράδοση.

Εἰκ. 4: Νόμισμα μὲ ἀπεικόνιση συντάγματος ἀγαλμάτων μὲ τὸν Ἄρη, τὸν Ἑρμῆ καὶ τὴ Δίκη. Σύεδρα. Πηγή: G.E. Bean, T.B. Mitford, Journeys in Rough Cilicia in 1962 and 1963, Βιέννη 1965, σ. 21­23, ἀρ. 26.

Παραδείγματος χάριν τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν πλένονταν, ἀλείφονταν μὲ ἀρωματικὲς οὐσίες, ἐνδύονταν –μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ στὴν καθολικὴ ἐκκλησία ἐνδύονται τὰ ἀγάλματα τῶν ἁγίων–, περιφέρονταν σὲ πομπές, δέχονταν προσφορὲς τροφῆς (τραπεζώματα) καὶ συμβόλιζαν τὴν παρουσία τοῦ θεοῦ σὲ τελετὲς ὅπως ἡ ἱερογαμία καὶ τὰ θεοξένια [Οἱ τελετουργίες ποὺ συνδέονται μὲ ἀγάλματα θεῶν ἔχουν γίνει συχνὰ ἀντι­κείμενο εἰδικῶν μελετῶν. Βλ. Scheer 2000, σ. 54-­66· Bettinetti 2001· Steiner 2001, σ. 105­-120· Montel 2014· πρβ. Mylonopoulos 2010, σ. 7-­8. Γιὰ τὰ θεοξένια βλ. Jameson 1994. Γιὰ τὰ τραπεζώματα βλ. Gill 1974. Γιὰ περιφορὰ ἀγαλμάτων σὲ πομπὲς βλ. Broder 2008. Γιὰ τελετὲς ἱερογαμίας βλ. Avagianou 1991] . Ὑπῆρχαν ἐπίσης ἀγάλματα μὲ δυνάμεις ἀποτροπαϊκὲς καὶ θεραπευτικές, ὅπως ἕνα σύνταγμα ἀγαλμάτων ποὺ στήθηκε στὰ Σύεδρα τῆς Παμφυλίας γιὰ νὰ ἀποτρέψει τὴν ἐπίθεση πειρατῶν, μετὰ ἀπὸ χρησμὸ τοῦ Κλαρίου Ἀπόλλωνα, τὸν 1ο π.Χ. αἰώνα (εικ.4) [Faraone 1992, σ. 75-­78]. Τὸ σύμπλεγμα ἀπεικόνιζε τὸν Ἄρη, σύμβολο τοῦ πολέμου, νὰ τὸν κρατᾶ δέσμιο ὁ Ἑρμῆς μὲ σιδερένια δεσμά. Δίπλα στὸν Ἄρη ἀπεικονιζόταν ἡ Δίκη νὰ δικάζει τὸν αἱμοσταγὴ θεὸ ποὺ ἀποδίδονταν σὲ στάση ἱκεσίας. Μπροστὰ στὰ ἀγάλματα οἱ Συεδρεῖς ἔπρεπε νὰ προ­σφέρουν θυσίες [Κατ ̓ ἄλλη ἑρμηνεία τῆς ἔκφρασης θύσθλα ἔρδειν ἔπρεπε νὰ μαστιγώνουν τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἄρη]. Ὁ Ἀπόλλων ὑποσχόταν μὲ τὴν τελετουργία αὐτὴ εἰρήνη καὶ εὐημερία, ἀλλὰ δὲν παρέλειψε στὸ τέλος τοῦ χρησμοῦ νὰ συμβουλεύσει τοὺς Συεδρεῖς νὰ πάρουν καλοῦ κακοῦ κι οἱ ἴδιοι τὰ ὅπλα κατὰ τῶν πει­ρατῶν –ἕνα ὡραῖο παράδειγμα τοῦ γνωμικοῦ σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῖρα κίνει. Ἡ τελετουργία αὐτὴ θὰ μᾶς φαινόταν ἀπίστευτη ἂν ὁ χρησμὸς δὲν σωζόταν σὲ ἐπιγραφὴ καὶ ἂν τὰ νομίσματα τῶν Συεδρέων δὲν ἀπεικόνιζαν αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μνημεῖο, ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι κι ἄλλες μαρτυρίες ἀρχαίων συγγραφέων γιὰ ἁλυσοδεμένα ἀγάλματα [Faraone 1992, σ. 74­-81· Corso 1999, σ. 99· Steiner 2001, σ. 160­-168].

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὰ τιμητικὰ ἀγάλματα τῶν θνητῶν, κι αὐτὰ εἶχαν τὸν δικό τους τελετουργικὸ βίο, ἀφοῦ στεφανώνονταν σὲ γιορτὲς ἢ στὰ γενέθλια τοῦ τιμώμενου προσώπου. Εἰδικὴ περίπτωση εἷναι ἡ ἀπόδοση τιμῶν στὰ ἀγάλματα τῶν ρωμαίων αὐτοκρατόρων [Price 1984, σ. 170-­206· Pékary 1985]. Ἀλλὰ ἐξίσου συνηθισμένες ἦταν οἱ περιπέτειές τους, ὅπως ἡ damnatio memoriae, δηλαδὴ ἡ καταστροφὴ ἀγαλ­μάτων μισητῶν τυράννων καὶ βασιλέων καὶ δολοφονημένων αὐτοκρατόρων [Γιὰ τὴν Ἑλλάδα βλ. π.χ. Διόδωρος 20.93.6 (συζήτηση στὴν Ἀθήνα γιὰ τὴν καταστροφὴ ἢ ὄχι ἀγαλμάτων τοῦ Ἀντιγόνου Μονόφθαλμου καὶ Δημητρί­ου Πολιορκητῆ). Γιὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ βλ. Savalli-Lestrade 2009. Γιὰ τὴ Ρώμη βλ. Varner 2004 (μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία)]. Οἱ ἀρχαῖες πηγὲς ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι κατέστρεψαν πάνω ἀπὸ 300 (κατὰ ἄλλους 1.500) ἀνδριάντες τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, ποὺ κυβέρνησε τὴν Ἀθήνα ὡς ὄργανο τοῦ Κασσάνδρου ἀπὸ τὸ 317 ἕως τὸ 307 π.Χ. [Στράβων 9.1.20 C 398· Πλούταρχος, Πολιτικὰ Παραγγέλματα 27.13· Δίων Χρυσόστομος 37.41]

Κομμάτι τῆς ζωῆς ἑνὸς ἀνδριάντα ἦταν καὶ ἡ ἐπαναχρησιμοποίησή του γιὰ νὰ τιμήσει ἕνα ἐντελῶς διαφορετικὸ πρόσωπο [Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενο τοῦ Ροδιακοῦ λόγου τοῦ Δίωνος Χρυσοστόμου (31). Σχετικὰ βλ. Jones 1978, σ. 26­-34· Platt 2007. Γενικὰ γιὰ τὸ φαινόμενο τῆς ἐπαναχρησιμοποίησης ἀγαλμάτων βλ. Blanck 1969]. Γιὰ παράδειγμα στὴν Κῶ τοῦ 1ου μ.Χ. αἰώνα μιὰ ἀνώνυμη ποιήτρια τιμήθηκε μὲ τὴν ἀνάθεση ἀνδριάντα ποὺ δὲν εἰκόνιζε τὴν ἴδια, ἀλλὰ τὴν κατὰ δύο καὶ πλέον αἰῶνες ἀρχαιότερη ποιήτρια Δελφίδα: ἁ εἰκὼν Δελφίδος τᾶς Πραξαγόρα Κώιας ἐλεγειογράφου ἔγραφε ἡ τιμητικὴ ἐπιγραφή [SEG LIV 787· IG XII.4.845. Κατ ̓ ἀνάλογο τρόπο ὁ ρήτορας Πολύβιος στὶς Σάρδεις ἔστησε πορτραῖτο τοῦ Κικέρωνα, συσχετίζοντας τὴ δική του ρητορι­κὴ δεινότητα μὲ ἐκείνη τοῦ Ῥωμαϊκῶν προκρίτου]. Προφανῶς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ ἰδιότητες τῆς διάσημης τοπικῆς ποιήτριας ἀποδόθηκαν στὴ νεώτερη ὁμότεχνό της. Ἕνα ἀνάλογο φαινόμενο συναντᾶμε στὴν Ἀθήνα τῶν ὕστερων ἑλληνιστικῶν καὶ ρωμαϊκῶν χρόνων, ὅταν γιὰ νὰ τιμηθοῦν ρωμαῖοι ἀξιωματοῦχοι χρησιμοποιοῦνταν συνειδητὰ βάσεις ἀγαλμάτων ποὺ εἶχαν φιλοτεχνηθεῖ ἀπὸ διάσημους γλύπτες ἢ ἀπεικόνιζαν φημισμένα πρόσωπα [Shear 2007· Keesling 2010]. Πίσω ἀπὸ αὐτὰ τὰ φαινόμενα βρίσκεται ἡ ἴδια νοοτροπία ποὺ ὁδηγοῦσε τοὺς δημιουργοὺς ἐπιτύμβιων μνημείων στὴ Μακεδονία τῶν αὐτοκρατορικῶν χρόνων νὰ μὴν τὰ κοσμοῦν μὲ ἀνάγλυφες παραστάσεις τῶν νεκρῶν ἀλλὰ μὲ παραστάσεις θεῶν, κυρίως τῆς Ἀφροδίτης [Π.χ. I.Beroia 214, 244, 284, 354, 508].

Ἀγάλματα ποὺ ἐκτιμοῦνταν ὡς ἔργα τέχνης ἦταν ἀντικείμενα συναλ­ λαγῶν καὶ συλλεκτικῆς μανίας [Cicero, Ad Atticum 1.6.2· 1.8.2· 1.9.2· 1.10.3· 1.4.3· 1.1.5· Plinius,Naturalis historia 36.33. Βλ. Pandermalis 1971· Bratman 1991· Warden καὶ Romano 1994· Neudecker 1998], θύματα κλοπῆς, λαφυραγωγίας καὶ μετοι­κεσίας [Γιὰ κλοπὴ ἀγαλμάτων βλ. π.χ. SEG XLII 273 bis (Ἄργος, 1ος μ.Χ. αἰ.): περὶ τοῦ ἀπολω[λό]τος ἀφίσματος τοῦ Ἁφαίστου ἐκ τ[οῦ ν]αοῦ. Charneux 1992· I.Laodikeia 72: [τ]ῷ ἔρωτα ὑφερεθῆνα[ι ὑπὸ] κλοπέων καὶ τοῦ[τον] ἀνέστησεν ἐκ τῶν ἰδίων (Λαοδίκεια Λύκου, 254 μ.Χ.). Λαφυραγώγηση ἀγαλμάτων θεῶν σὲ πο­λέμους: Scheer 2000, σ. 201­-229], εἴτε γιὰ τὴ συμβολική τους σημασία, ὅπως τὸ σύμπλεγμα τῶν τυραννοκτόνων Ἁρμόδιου καὶ Ἀριστογείτονα, ἔργο τοῦ Ἀντήνορα, ποὺ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸν Ξέρξη στὴν Περσία [Παυσανίας 1.8.5· Αρριανός, Ἀνάβασις 3.16.7· 7.129.2], εἴτε γιὰ τὴν αἰσθητική τους ἀξία. Τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἔρωτα, ἔργο τοῦ Πραξιτέλη, εἶχε ἰδιαίτερα περιπε­ τειώδη ζωή, ἀφοῦ πρῶτα μεταφέρθηκε ἀπὸ τὶς Θεσπιὲς στὴν Ἀθήνα, μᾶλλον τὸ 146 π.Χ. ἀπὸ τὸν ρωμαῖο στρατηγὸ Λεύκιο Μούμμιο, καὶ τοποθετήθηκε στὸ θέατρο κοντὰ στὸ ἄγαλμα τῆς Νίκης τοῦ ἴδιου γλύπτη, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὶς Θεσπιές, μᾶλλον πάλι μὲ ἐνέργειες ἑνὸς ρωμαίου στρατηγοῦ, τοῦ Σύλλα [Knoepfler 1997]. Ἕνα ἄλλο ἄγαλμα τοῦ Ἔρωτα, ἀφιέρωμα τοῦ Καίσαρα στὴν Ἀφροδίτη στὴν Ἀφροδισιάδα, ἔπεσε θύμα λαφυραγώγησης ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ Λαβιηνοῦ τὸ 40 π.Χ. καὶ ἀφιερώθηκε στὴν Ἐφεσία Ἀρτέμιδα. Τὴν ἐπιστροφή του στὴν Ἀφροδισιάδα ζήτησε ὁ Ὀκταβιανός, ἐνισχύοντας τὸ αἴτημά του μὲ τὴν πνευματώδη παρατήρηση ὅτι τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἔρωτα εἶναι ἀκατάλληλο δῶρο γιὰ τὴν (ἀνέραστη) Ἀρτέμιδα: οὐ χαρίεν ἀνάθημα Ἔρως Ἀρτέμιδι [Reynolds 1982, ἀρ. 12· IAph2007 8.31 (39/38 π.Χ.)].

Μιὰ ἄλλη χαρακτηριστικὴ περίπτωση ἀφορᾶ σὲ ἄγαλμα τοῦ Ἡρακλῆ, ποὺ βρέθηκε στὴ Σελεύκεια τοῦ Τίγρη, τὴν παλιὰ πρωτεύουσα τῶν Σελευκιδῶν καὶ μετέπειτα νότια πρωτεύουσα τῶν Πάρθων [Bernard 1990· SEG XXXVII 1403· XXXIX 1561]. Τὸ ἄγαλμα τὸ μετέφερε ἐκεῖ ὁ βασιλιὰς τῶν Πάρθων Βολογαίσης Δ ́ τὸ 151 μ.Χ., μετὰ ἀπὸ ἐκστρατεία του κατὰ τοῦ Μιθραδάτη, βασιλιᾶ στὴ Μεσσήνη στὴ νότια Μεσοποταμία. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ μιὰ δίγλωσση ἐπιγραφή, τὸ ἄγαλμα τοποθετήθηκε στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνα Προπυλαίου καὶ ὡς ὑπενθύμιση τῆς νίκης, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἀποτροπαϊκὲς ἰδιότητες τοῦ Ἡρακλῆ ὡς φύλακα τῶν πυλῶν (εἰκόνα ταύτην χαλκῆν Ἡρακλέους θεοῦ, τὴν μετενεχθεῖσαν ὑπ ̓ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς Μεσσήνης, ἀνέθηκεν ἐν ἱερῷ τῷδε θεοῦ Ἀπόλλωνος τοῦ χαλκῆς πύλης προκαθημένου).

Ἀγάλματα ποὺ ζωντανεύουν

Πέραν ἀπὸ τοὺς βίους τῶν ἀγαλμάτων, ὑπῆρχε στὴν ἀρχαιότητα ἡ ἀντίληψη ὅτι ἐνυπάρχει ζωὴ στὰ ἀγάλματα μὲ κυριολεκτικὴ ἔννοια, δηλαδὴ ἡ ἀντίληψη ὅτι κάποια ἀγάλματα ὑπὸ συγκεκριμένες συνθῆκες ἐπιτελοῦν ζωτικὲς λειτουργίες: μιλοῦν, κινοῦνται, δακρύζουν, ἰδρώνουν. Στὸ Ἀδρανὸ τῆς Σικελίας, ὅταν ἐπιτέθηκε στὴν πόλη ὁ Τιμολέων τὸ 343/2 π.Χ., οἱ κάτοικοι εἶδαν μὲ τρόμο νὰ ἀνοίγουν ἀπὸ μόνες τους οἱ πύλες τοῦ ναοῦ τοῦ τοπικοῦ θεοῦ Ἀδρανοῦ καὶ τὸ ἄγαλμά του, μὲ κάθιδρο πρόσωπο, νὰ σείει τὸ δόρυ του [Πλούταρχος, Τιμολέων 12.9: μετὰ φρίκης καὶ θαύματος ἀπαγγέλλοντες, ὡς ἐνισταμένης τῆς μάχης οἱ μὲν ἱεροὶ τοῦ νεὼ πυλῶνες αὐτόματοι διανοιχθεῖεν, ὀφθείη δὲ τοῦ θεοῦ τὸ μὲν δόρυ σειόμενον ἐκ τῆς αἰχμῆς ἄκρας, τὸ δὲ πρόσωπον ἱδρῶτι πολλῷ ῥεόμενον]. Ὁ Ἡρόδοτος διηγεῖται ὅτι ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι ἐπιχείρησαν νὰ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν Αἴγινα τὰ πανάρχαια ἀγάλματα τῆς Δαμίας καὶ τῆς Αὐξησίας, αὐτὰ φάνηκαν νὰ πέφτουν στὰ γόνατά τους [Ηρόδοτος 5.86.3: οὐ δυναμένους δὲ ἀνασπάσαι ἐκ τῶν βάθρων αὐτὰ οὕτω δὴ περιβαλομένους σχοινία ἕλκειν, ἐς οὗ ἑλκόμενα τὰ ἀγάλματα ἀμφότερα τὠυτὸ ποιῆσαι, ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες, ἄλλῳ δὲ τεῷ: ἐς γούνατα γάρ σφι αὐτὰ πεσεῖν, καὶ τὸν ἀπὸ τούτου χρόνον διατελέειν οὕτω ἔχοντα]. Τὰ κολοσσιαῖα ἀγάλματα ποὺ εἶχε ἀναγείρει ὁ φαραὼ Ἀμένωφις Γ ́στὶς Θῆβες καὶ θεω­ροῦνταν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ὡς ἀγάλματα τοῦ Μέμνωνα καὶ τῆς μητέρας του Ἠοῦς παρῆγαν ἕναν ἦχο καὶ εἶχαν γίνει γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο συχνὸς προορισμὸς ἐπισκεπτῶν τῆς Αἰγύπτου στὴν αὐτοκρατορικὴ ἐποχή [Théodoridés 1989· Corso 1999, σ. 107. Βλ. καὶ Steiner 2001, σ. 182, μὲ πρόσθετα παραδείγματα].

Ἀνάλογες ἀφηγήσεις θαυμάτων εἶναι γνωστὲς καὶ ἀπὸ ἄλλες ἐποχὲς καί, ὅταν δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐπινοήσεις, ἐπιδέχονται ὀρθολογικὲς ἐξηγήσεις. Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1985 δεκάδες ἄτομα σὲ τριάντα διαφορετικὰ σημεῖα τῆς Ἰρλανδίας ἰσχυρίσθηκαν ὅτι εἶδαν ἀγάλματα τῆς Θεοτόκου καὶ ἁγίων νὰ κινοῦνται, προκαλώντας κοσμοσυρροὴ σὲ αὐτὲς τὶς τοποθεσίες. 100.000 ἄτομα ἐπισκέφθηκαν μόνο μιὰ ἀπὸ αὐτές, τὸ Ballinspittle. Ἐνῶ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία ἀπέδωσε αὐτὲς τὶς μαρτυρίες σὲ ὀφθαλμαπάτη, κατὰ τὴν ἄποψη ψυχολόγων τοῦ University College Cork τὸ γεγονὸς ὀφείλεται στὴν ἐπίμονη καὶ πολύωρη παρατήρηση τῶν ἀγαλμάτων στὸ λυκόφως [Ryan καὶ Kirakowski 1985].

Ἀντιλήψεις ὅπως οἱ παραπάνω ἐγείρουν ἕνα θεμελιῶδες ἐρώτημα: Ποιά εἶναι ἡ σχέση ἀνάμεσα στὸν εἰκονιζόμενο καὶ τὴν ἀπεικόνιση; Ταυτίζεται τὸ ἀγάλμα μὲ τὸν θνητὸ ἢ τὸν θεὸ ποὺ ἀπεικονίζει; Ἔχει τὶς ἰδιότητες καὶ τὴ δύναμή του; Μολονότι οἱ πηγὲς εἶναι ἀσαφεῖς καὶ συχνὰ ἀντιφατικὲς καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὑπῆρχαν ποικίλες ἀντι­ λήψεις ποὺ διαφέρουν ἀνάλογα μὲ τὸν χρόνο, τὸν τόπο καὶ τὶς θρησκευτικὲς ἢ φιλοσοφικὲς ἀντιλήψεις, διακρίνουμε ὡστόσο κάποιες γενικὲς τάσεις [Βλ. Jones 1998· Gladigow 1985/86·Sscheer 2000, σ. 44­-130· Steiner 2001, σ. 79­-134· Francis 2003· Hölscher 2007, σ. 117-­118· Guggisberg 2013].

Ἀγάλματα ὡς δοχεῖα καὶ σύμβολα θεϊκῆς δύναμης

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάποιες ἐκφράσεις δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωση ὅτι τὸ ἄγαλμα ταυτίζεται μὲ τὸ ἀπεικονιζόμενο πρόσωπο. Σὲ ἀρχαῖες ἐπιγραφὲς ὅταν γίνεται ἀναφορὰ σὲ θεὸ ἢ θεὰ πολὺ συχνὰ ἐννοεῖται τὸ ἄγαλμά τους. Στὴ Μαντίνεια λόγου χάριν τιμήθηκε μιὰ ἱέρεια ἐπειδὴ «πρόσφερε σὲ κάθε περί­σταση τὶς ὑπηρεσίες της στὴν Κόρη καὶ συμμετεῖχε στὴ διακόσμησή της» [IG V.2.265 (64-­61 π.Χ.): [τὰν δὲ Κ]ό[ρ]αν ἐμ παντὶ καιρῶι θεραπεύουσα καὶ συνευκ[ο]σμ[οῦ]σα]. Πρβ. SEG XLVIII 1104: ποτὶ τὰν τῶν θεῶν ἐπικόσμησιν (Κῶς, περ. 200 π.Χ.)· IG II2 1277 στ. 8­-9: ἐπεκόσμησαν δὲ κα [ὶ] τ [ὴ]ν θεόν (Ἀθή­να, 278 π.Χ)]. Μὲ τὴν Κόρη ἐννοεῖται καὶ ἡ θεὰ καὶ τὸ ἄγαλμά της. Στὴν Ἀφροδισιάδα τὸ πρό­στιμο γιὰ τὴν παραβίαση ἑνὸς τάφου ἦταν πληρωτέο στὴ θεὰ Ἀφροδίτη «γιὰ τὴ διακόσμησή της» , δηλαδὴ γιὰ τὴ διακόσμηση τοῦ ἀγάλματος [MAMA VIII 577 (2ος/3ος μ.Χ. αἰ.): προστείμῳ τῇ ἱερωτάτῃ θεῷ Ἀφροδείτῃ εἰς κόσμον αὐτῆς]. Στὴν Ἔφεσο τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀρτέμιδος τέθηκε ἐπικεφαλῆς μιᾶς πρεσβείας τῶν Ἐφεσίων πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Καρακάλλα. Ἡ ἔκφραση ποὺ χρησιμοποιεῖται στὴ σχετικὴ ἐπιγραφὴ εἶναι προεπρέσβευεν ἡ πάτριος ἡμῶν θεὸς Ἄρτεμις [SEG XXXI 955· I.Ephesos 2026 (περ. 200­-205 μ.Χ.): προεπρέσβευεν ἡ πάτριος ἡμῶν θεὸς Ἄρτεμις]. Ἐδῶ ἡ θεὰ ταυτίζεται μὲ τὸ ἄγαλμά της. Τὰ σχετικὰ παραδείγματα μποροῦν νὰ πολ­λαπλασιασθοῦν. Ἀλλὰ καὶ στὴν περίπτωση ἀνδριάντων θνητῶν, οἱ συνοδευτικὲς τιμητικὲς ἐπιγραφὲς μερικὲς φορὲς ἐμφανίζουν τὸν ἀνδριάντα τοῦ τιμώμενου προσώπου νὰ μιλᾶ στὸ πρῶτο πρόσωπο καὶ νὰ ἀποκαλύπτει τὴν ταυτότητά του [Π.χ. IG IV 682: [Παν]τακλῆς μ’ ἀνέθηκεν· ἀδελφεός εἰμι δ’ ἐκείν[ου Πυθο]κλέης (Ἑρμιόνη, αὐτοκρατορικὴ ἐποχή)· τὰ ἀγάλματα ποὺ μιλοῦν εἶναι σπά­νια μετὰ τὴν κλασσικὴ ἐποχή. Γενικὰ γιὰ oggetti parlanti βλ. Burzachechi 1962]. Κι ὅταν μιὰ πόλη, ἕνα σωματεῖο ἢ ἕνας ἰδιώτης ἀναθέτει τὸν ἀνδριάντα κάποιου προσώπου, χρησιμοποιεῖται ἡ ἔκφραση ἀνέστησεν τὸν δεῖνα [Π.χ. SEG LVII 189: Διονύσιος Σίμου Κυδωνιάτη [ς] πρόξενος ἀνέθη­κ<ε>ν Λάμπων<α>· ὁ δῆμος Γάιον Αἴλιον Γάλλον ἀρετῆς ἕνεκα. Σχετικὰ βλ. Mama 2007 καὶ 2013, σ. 24­-30. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ διατύπωση σὲ ψήφισμα συλ­λόγου στὴν Ἀθήνα: φροντίσαι δὲ τοὺς ὀργεῶνας ὅπως ἀφηρωϊσθεῖ Δι[ο]νύσιος καὶ ἀ[ν]ατεθεῖ ἐν τῶι ἱερῶι παρὰ τὸν θεόν, ὅπου κα[ὶ] ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ἵνα ὑπάρχει κάλ­ λιστον ὑπόμνημα αὐτοῦ (IG II2 1326 στ. 45­47)].

Οἱ ἐκφράσεις αὐτὲς εἶναι ὡστόσο παραπλανητικές. Ἴσως ὁ περίφημος πίνακας τοῦ René Magritte La trahison des images, ποὺ εἰκονίζει μιὰ πίπα ἀλλὰ ἔχει τὸν τίτλο «Αὐτὸ δὲν εἶναι μιὰ πίπα» (Ceci n’est pas une pipe), μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὶς κατανοήσουμε [Foucault 1973· Platt 2007, σ. 247­-249]. Ὁ τίτλος εἶναι ἀπόλυτα δικαιολογημένος: Φυσικὰ καὶ «αὐτὸ δὲν εἶναι μιὰ πίπα», ἀφοῦ ὁ πίνακας στερεῖται τῶν βασικῶν ἰδιοτήτων μιᾶς πίπας· δὲν προσφέρεται γιὰ κάπνισμα. Μὲ ἀνάλογο τρόπο θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε γιὰ ἕναν ἀνδριάντα τοῦ Δημοσθένη ὅτι «Αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Δημοσθένης», ἀφοῦ μάταια θὰ περιμένουμε νὰ ρητορεύσει, καὶ γιὰ ἕνα ἄγαλμα τοῦ Ἡρακλῆ ὅτι «αὐτὸς δὲν εἶναι ὁ Ἡρακλῆς», ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτελέσει κανέναν ἄθλο.

Τί συμβαίνει ὅμως μὲ τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν; Πίστευαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ὅτι ἀποκτοῦν μὲ τὴν ἀνάθεσή τους θεϊκὲς δυνάμεις; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀρνητική. Ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἀρχαία Μεσοποταμία καὶ τὴν Αἴγυπτο ἔχουμε πληθώρα πληροφοριῶν γιὰ τελετουργίες σχετικὲς μὲ τὴν ἀνά­ θεση ἀγαλμάτων καὶ μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἱερεῖς ἐμφυσοῦσαν ζωὴ στὸ ἄγαλμα, π.χ. ἀλείφοντάς το μὲ μεῖγμα βουτύρου καὶ μελιοῦ, δένοντας ταινίες μαλλιοῦ γύρω ἀπὸ τὸν λαιμό, προσφέροντάς του τροφή, ψιθυρίζοντας τελετουργικὲς φράσεις στὸ αὐτί του, πλένοντας τὰ μάτια του μὲ ζεστὸ νερὸ καὶ ἐπιτελώντας μιὰ τελετουργία ποὺ ὀνομάζεται ἄνοιγμα τοῦ στόματος [Blackman 1924], στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα δὲν ἔχουμε πληροφορίες γιὰ τὴν ἐμφύσηση ζωῆς στὸ ἄγαλμα, ἐκτὸς ἀπὸ πολὺ εἰδικὲς περιπτώσεις, ὅπως ἀγάλματα κατασκευασμένα ἀπὸ τοὺς θεούς, μαγικὰ ἀγαλματίδια καὶ ἀγαλματίδια ποὺ χρησιμοποιοῦνταν στὴν ἀρχαία θεουργία [Dodds 1951, σ. 291­-295· Donohue 1988, σ. 152­-153, 158­-159· Steiner 2001, σ. 114­-120. Βλ. καὶ Corso 1999, σ. 104­-106, γιὰ «μαγικὲς» ἰδιότητες φημισμένων γλυπτῶν, καὶ Faraone 1992 καὶ Scheer 2000, σ. 83­-89, γιὰ ἀγάλ­ματα μὲ μαγικὲς ἰδιότητες]. Ἡ ἵδρυσις, δηλαδὴ ἡ ἀφιέρωση ἑνὸς ἀγάλματος θεοῦ, ἦταν τελετουργία καὶ γιορτή. Στὴν Ἀθήνα λόγου χάριν παρασκευαζόταν μιὰ σούπα ἀπὸ ὄσπρια, ἕνα εἶδος πανσπερμίας, καὶ τοποθετοῦνταν μπροστὰ στὸ ἄγαλμα [Αριστοφάνης, Εἰρήνη 923 (μὲ τὰ ἀρχαῖα σχόλια στὸν στίχο αὐτό). Σχε­τικὰ βλ. Pirenne-Delforge 2008]. Στὴ Μαγνησία τοῦ Μαιάνδρου ἡ γιορτὴ Εἰσιτήρια, δηλαδὴ ἡ ἀνάθεση τοῦ ἀγάλματος τῆς Ἀρτέμιδος στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου π.Χ. αἰώνα τὴν ἡμέρα τῶν γενεθλίων τῆς θεᾶς, τὴν 6η Ἀρτεμισίου, περιλάμβανε πομπή, θυσία καὶ ὕμνους. Ὅλες οἱ γυναῖκες καλοῦνταν νὰ προσέλθουν στὸν ναὸ καὶ νὰ προσφέρουν κάποιες ὑπηρεσίες στὴ θεά [I.Magnesia 100: γινέσθω δὲ καὶ τῶν γυναικῶν ἔξοδος εἰς τὸ ἱερὸν καὶ παρεδρευέτωσαν ἐν τῶι ἱερῶι τὴν ἐπιβάλλουσαν τιμὴν καὶ παρεδρείαν ποιούμεναι τῆς θεοῦ] –μᾶλλον νὰ κοσμήσουν τὸ ἄγαλμά της. Ὡστόσο καμμιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς τελετουργίες –καὶ ἀντίστοιχες μαρτυροῦνται γιὰ τὴν ἀνάθεση ἀνδριάντων θνητῶν [Π.χ. I.Magnesia 179· SEG XLVIII 1769· Ma 2013, σ. 246]– δὲν ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ ἐμφυσηθοῦν δυνάμεις στὸ ἄγαλμα.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ ἄγαλμα τῆς θεότητας σὲ κάποιες εἰδικὲς περι­στάσεις θεωροῦνταν ὅτι ἔχει ζωτικὲς δυνάμεις –ἀκούει, βλέπει, κινεῖται– καὶ μπορεῖ νὰ ἐπεμβαίνει στὸν κόσμο τῶν θνητῶν· αὐτὸ ὅμως δὲν ὀφεί­λονταν σὲ ἀνθρώπινες ἐνέργειες, ἀλλὰ στὴ βούληση τοῦ θεοῦ νὰ φανερώσει τὴ δύναμή του μέσῳ τοῦ ἀγάλματος, δηλαδὴ στὴν ἐπιφάνειά του. Ἡ ἑορταστικὴ ἀνάθεση ἑνὸς ἀγάλματος δὲν ἐπένδυε ἑπομένως τὸ ἄγαλμα μὲ δύναμη, ἁπλῶς προετοίμαζε ψυχολογικὰ τοὺς πιστοὺς νὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τὸ θεῖο μέσῳ τοῦ ἀγάλματος. Ἔτσι θὰ πρέπει νὰ ἑρμηνεύσουμε ὅσα γράφει ὁ Χριστιανὸς ἀπολογητὴς τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα Μινούκιος Φῆλιξ [Minucius Felix, Octavius 22.5: Quando igitur hic nascitur? Ecce fundi- tur, fabricatur, sculpitur: nondum deus est; ecce plumbatur, construitur, erigitur: nec adhuc deus est; ecce ornatur, consecratur, oratur: tunc postremo deus est, cum homo illum voluit et dedicavit]: Πότε γεννιέται ὁ θεός, εἶναι τὸ ἐρώτημά του. Ἡ εἰκόνα δὲν εἶναι θεὸς κατὰ τὴ διαδικασία τῆς κατασκευῆς της. «Τώρα κοσμεῖται, ἀφιερώνεται, τῆς ἀπευθύνονται προσευχές. Τώρα ἐν τέλει εἶναι θεός, ἐφόσον αὐτὴ ἦταν ἡ ἀνθρώπινη βούληση καὶ ἀφιέρωση» (cum homo illum voluit et dedicavit).

Καὶ ἂν ὁ Δίας τῆς Ὀλυμπίας, τὸ ἔργο τοῦ Φειδία, ποὺ τόσο θαυμασμὸ εἶχε προκαλέσει ὥστε νὰ συμπεριληφθεῖ στὰ ἑπτὰ θαύματα τῆς ἀρχαιότητας, δὲν εἶναι ὁ Δίας, τότε τί εἶναι; Τὴν ἀπάντηση τὴ δίνει ὁ ρήτορας Δίων Χρυσόστομος ποὺ σὲ ἕνα λόγο του παρουσιάζει τὸν Φειδία νὰ διευκρινίζει γιατί ἦταν ἀναγκαῖο νὰ δώσει στὸν Δία ἀνθρώπινη μορφή, ἐξηγώντας ταυτόχρονα τὶς λειτουργίες ποὺ ἐπιτελεῖ ἕνα ἄγαλμα [Δίων Χρυσόστομος 12.59: νοῦν γὰρ καὶ φρόνησιν αὐτὴν μὲν καθ ̓ αὑτὴν οὔτε τις πλάστης οὔτε τις γραφεὺς εἰκάσαι δυνατὸς ἔσται. … τὸ δὲ ἐν ᾧ τοῦτο γιγνόμενόν ἐστιν οὐχ ὑπονοοῦντες, ἀλλ ̓ εἰδότες, ἐπ ̓ αὐτὸ καταφεύγομεν, ἀνθρώ­ πινον σῶμα ὡς ἀγγεῖον φρονήσεως καὶ λόγου θεῷ προσάπτοντες, ἐνδείᾳ καὶ ἀπορίᾳ παραδείγματος τῷ φανερῷ τε καὶ εἰκαστῷ τὸ ἀνείκαστον καὶ ἀφανὲς ἐνδείκνυσθαι ζητοῦντες, συμβόλου δυνάμει χρώμενοι. Τὸ χωρίο συζητοῦν οἱ Steiner 2001, σ. 124­-125 καὶ Betz 2004].

«Οὔτε ἕνας γλύπτης οὔτε ἕνας ζωγράφος μποροῦν νὰ ἀπεικονίσουν τὸν νοῦ καὶ τὴ φρόνηση αὐτὴ καθεαυτή… Ἔτσι ὅταν δίνουμε στὸν θεὸ ἀνθρώπινο σῶμα, ὡς δοχεῖο φρόνησης καὶ λογικῆς, καταφεύγουμε ἐκεῖ ὅπου γνωρίζουμε (δὲν ὑποψιαζόμαστε ἁπλῶς) ὅτι ἐκδηλώνονται ὁ νοῦς καὶ ἡ φρόνηση. Ἀφοῦ οὔτε ἔχουμε οὔτε μποροῦμε νὰ βροῦμε ἄλλο ὑπόδειγμα, προσπαθοῦμε νὰ δείξουμε αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπεικονισθεῖ καὶ νὰ φανερωθεῖ μὲ κάτι ποὺ εἶναι φανερὸ καὶ μπορεῖ νὰ ἀπεικονισθεῖ, χρησιμοποιώντας τὴ λειτουργία τοῦ συμβόλου».

Τὴν ψυχολογικὴ ἐπίδραση ποὺ ἀσκεῖ ἕνα τέτοιο ἄγαλμα τὴν ἐκφράζει ὁ ρήτορας στὸ τέλος τοῦ λόγου του. «Φαίνεται ὄντως νὰ μᾶς κοιτάζει μὲ εὔνοια καὶ φροντίδα, ἔτσι ποὺ νὰ μοῦ φαίνεται ὅτι σχεδὸν μιλάει» [Δίων Χρυσόστομος 12.85: τῷ γὰρ ὄντι τοιοῦτος ἡμῖν προσορᾶν ἔοικε, πάνυ εὔνους καὶ κηδόμενος, ὥστ ̓ ἔμοιγε μικροῦ φθέγγεσθαι δοκεῖ].

Τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν εἶναι ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἀγγεῖα, γιὰ νὰ χρησι­μοποιήσω τὴν ἔκφραση τοῦ Δίωνος, δηλαδὴ δοχεῖα τῆς θεϊκῆς δύναμης καὶ ὄργανα τῆς ἐπιφάνειας τῶν θεῶν, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι σύμβολα, μὲ τὴν ἀρχαία ἔννοια τοῦ συμβόλου, σημάδια ἀναγνώρισης τῶν θεϊκῶν ἰδιοτήτων καὶ μέσα ἐπικοινωνίας μεταξὺ θεῶν καὶ θνητῶν. Οἱ θεοὶ δὲν ἐνοικοῦν στὰ ἀγάλματά τους, τὰ ἐπισκέπτονται, ὅπως ἕνα χαριτωμένο ἐπίγραμμα τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας παρουσιάζει τὴν Ἀφροδίτη νὰ σπεύδει στὴν Κνίδο γιὰ νὰ δεῖ τὸ ἄγαλμά της καὶ ἀπορεῖ ποῦ τὴν εἶδε ὁ Πραξιτέλης γυμνὴ καὶ τὴν ἀπέδωσε τόσο ἐπιτυχημένα [Παλατινὴ Ἀνθολογία 16.160· πρβ. 16.162]. Κατὰ τὸν Παυσανία, ὅταν ὁ Φειδίας προσευχήθηκε στὸν Δία γιὰ νὰ λάβει τὴν ἔγκρισή του, τὴν ὑποδήλωσε ἕνας κεραυνός [Παυσανίας 5.11.9]· εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ θεὸς ποὺ ἔστειλε τὸν κεραυνὸ δὲν ἐνυπῆρχε στὸ ἄγαλμά του.

Ἀγάλματα ὡς φορεῖς ἐπιφάνειας

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε αὐτὴ τὴ λειτουργία τῶν ἀγαλμάτων θὰ πρέπει νὰ λάβουμε ὑπόψη ἕνα στοιχειῶδες χαρακτηριστικὸ τῶν ἀρχαίων θεῶν. Οἱ ἀρχαῖοι θεοί, ἀντίθετα ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ χριστιανισμοῦ, δὲν εἶναι πανταχοῦ παρόντες· εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ σέβονται τοὺς φυσικοὺς νόμους τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου [Βλ. Chaniotis 2009, σ. 199­-200. Δὲν μπορῶ νὰ συζητήσω ἐδῶ τὸ σχετι­κὸ θέμα τοῦ ἂν τὰ διαφορετικὰ ἐπίθετα καὶ ἡ πολυωνυμία τῶν θεῶν εἶναι συμβατὰ μὲ τὴν ταυτότητα ἑνὸς θεοῦ (βλ. τὴ συζήτηση ἀπὸ τὸν Versnel 2010, σ. 60­-87) ἢ ἐνδέχεται νὰ ὑποδηλώνουν πολλαπλασιασμὸ τῶν ὑποστάσεών του – καὶ συνεπῶς τὴ δυνατότητα νὰ εἶναι ταυτόχρονα παρὼν σὲ διαφορετικὰ μέρη]. Στὴν πρώτη ραψωδία τῆς Ὀδύσσειας, οἱ θεοὶ μποροῦν νὰ ἀποφασίσουν στὸ συμβούλιό τους τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ὀδυσσέα μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ὁ Ποσειδώνας εἶναι στὴ χώρα τῶν Αἰθιόπων. Ὅσο ἀπολαμβάνει ἐκεῖ τὶς θυσίες ποὺ τοῦ προσφέρονται, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι στὸν Ὄλυμπο. Στὸν ὕμνο τοῦ Ἰσύλλου στὸν Ἀσκληπιό, ὁ πιστός, στὸν ὁποῖο ἐμφανίζεται ὁ θεός, παρακαλεῖ τὸν Ἀσκληπιὸ νὰ τὸν γιατρέψει [IG IV2 128. Furley καὶ Bremer 2001, I σ. 227­-240, II σ. 180­-192]. Ἡ ἀπάντηση τοῦ θεοῦ εἶναι ἀφοπλιστική: «Ἔχε θάρρος. Θὰ ἔρθω σὲ σένα ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα. Μεῖνε ἐδῶ, ἐνῶ ἐγὼ θὰ ἀποτρέψω τὴν καταστροφὴ ἀπὸ τὴ Σπάρτη». Ὅσο εἶναι στὴ Σπάρτη, ὁ Ἀσκληπιὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι στὴν Ἐπίδαυρο. Πρὶν ἀπὸ τὴ γιατρειὰ τοῦ Ἰσύλλου, θὰ πρέπει πρῶτα νὰ ὁλοκληρώσει τὴν ἀποστολή του στὴ Σπάρτη.

Ποιὲς εἶναι οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς ἀρχῆς; Βασικὸς στόχος τῆς ἐπικοι­νωνίας τοῦ θνητοῦ εἶναι νὰ κάνει τὸν θεὸ νὰ τὸν προσέξει καὶ νὰ ἔρθει κοντά του. Γιὰ νὰ τὸ πετύχει, χρησιμοποιεῖ ποικιλία μέσων ἐπικοινωνίας: σηκώνει τὰ χέρια του στὸν οὐρανό, θέλπει τὴν ἀκοὴ τοῦ θεοῦ μὲ ὕμνους, ἐπιφωνήσεις καὶ μουσική, ἐρεθίζει τὴν ὄσφρησή του μὲ τσίκνα καὶ λιβάνι, στολίζει τοὺς βωμούς, κάνει πολύτιμα δῶρα, διώχνει ὅσους μὲ τὴν παρουσία τους θὰ μπο­ ροῦσαν νὰ ἐμποδίσουν τὸν ἐρχομὸ τοῦ θεοῦ, καὶ πλησιάζει τὴν ἀπεικόνιση τοῦ θεοῦ, τὸ ἄγαλμα, ποὺ ἔχει κι αὐτὸ γίνει δέκτης τελετουργικῆς πλύσης καὶ στολίσματος μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι αὐτὸ τὸ ἀγγεῖον καὶ σύμβολον θὰ δεχθεῖ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ θεοῦ, θὰ φιλοξενήσει τὴν ἐπικοινωνία [Πρβ. τὶς παρατηρήσεις τῆς Steiner 2001, σ. 105-­106 γιὰ τὴ λειτουργία τοῦ ἀγάλματος ὡς «δοχείου» (‘vessel’) στὴν προσευχή. Βλ. καὶ Pirenne-Delforge 2008 γιὰ τὴν προετοιμασία τῆς ἐπιφάνειας μέσῳ τῆς ἱδρύσεως τοῦ λατρευτικοῦ ἀγάλματος]. Ὅταν ἀγάλματα θεῶν κινοῦνται γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπόρριψη μιᾶς προσευχῆς, ὅπως στὴν ἕκτη ραψωδία τῆς Ἰλιάδας ὅταν ἡ Ἀθηνᾶ ἀπένευσε [Ἰλιάδα Στ ́ 311], τότε εἶναι ἔμπλεα τῆς θεϊκῆς παρουσίας, ἀλλὰ προσωρινά, μόνο γιὰ τὸ διάστημα ποὺ ἡ θεότητα θὰ ἐπιλέξει νὰ ἐπιφανεῖ.

Ὅταν μετὰ τὸ 165 μ.Χ. ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ἀντιμετώπισε μιὰ θανατηφόρα ἐπιδημία, τὸ μαντεῖο τοῦ Κλαρίου Ἀπόλλωνα συμβούλευσε τοὺς κατοίκους τῶν Σάρδεων νὰ φέρουν στὴν πόλη τους ἀπὸ τὴν Ἔφεσο ἄγαλμα τῆς Ἀρτέμιδος (μορφὴν Ἐφέσοιο κομίσσατε χρυσοφάεννον), μὲ δύο πυρσοὺς στὰ χέρια της, καὶ νὰ τὸ τοποθετήσουν στὸν ναό, ὥστε ἡ θεά, μέσῳ τοῦ ἀγάλματός της νὰ διώξει τὸν λοιμό [Graf 1992· Merkelbach καὶ Stauber 1998, ἀρ. 03/02/01]. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ τὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς θεωρεῖτο φορέας τῶν θεϊκῶν προστατευτικῶν δυνάμεων, φορέας τῆς ἐπιφάνειας· δὲν ταυτιζόταν μὲ τὴ θεά.

Τὸ ἄγαλμα εἶναι ἑπομένως ἁπλῶς ἕνας προνομιακὸς φυσικὸς χῶρος γιὰ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ θεοῦ καὶ ὡς τέτοιος χῶρος ὀφείλει νὰ εἶναι καθαρὸς ἀπὸ μίασμα καὶ κοσμημένος. Τὸ περιοδικὸ πλύσιμο τῶν ἀγαλμάτων δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν ἀνανέωση τῶν δυνάμεων τῆς ἀπεικόνισης τοῦ θεοῦ [Αὐτὸ ὑποστηρίζει ἐπιφυλακτικὰ ἡ Steiner 2001, σ. 111. Γιὰ τὸ περιοδικὸ πλύσιμο καὶ τὴν κάλυψη τῶν ἀγαλμάτων μὲ ἀρωματικὲς οὐσίες καὶ λάδι βλ. Kahil 1994· Donohue 1988, σ. 39· Scheer 2000, σ. 57­60· Steiner 2011, σ. 111-­112] ἀλλὰ στὴν προετοιμασία τῆς ἐπιφάνειας, ἰδίως στὸ πλαίσιο μιᾶς γιορτῆς. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς στὴν περίπτωση τοῦ ἀγάλματος τῆς Ἥρας ποὺ ἦταν ἀντι­ κείμενο τελετουργικοῦ προγαμιαίου πλυσίματος πρὶν χρησιμοποιηθεῖ στὴν τελετὴ τῆς ἱερογαμίας μὲ τὸν Δία στὴ Σάμο καὶ τὶς Πλαταιές [Parker 1983, σ. 27­28. Γιὰ τελετὲς ἱερογαμίας βλ. Avagianou 1991]. Αὐτὸ δὲν ἰσχύει βέβαια στὴν περίπτωση τοῦ πλυσίματος ἀγαλμάτων ἀνδρικῶν θεο­τήτων. Μιὰ ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὴν Ὀλβία (περ. 200­210 μ.Χ.) εἶναι, νομίζω, μιὰ παραγνωρισμένη μαρτυρία αὐτοῦ τοῦ φαινομένου [IOSPE I2 24: ἱερεὺς δὲ γενόμενος. [το]ῦ. προεστῶτος τῆς πόλεως ἡμῶν θεοῦ Διὸς Ὀλβίου κ. [αταλ]ούσας (ἤ: κ. [αὶ λ]ούσας) τὸν θεὸν ἁγνῶς, τῆς τῶν ἀέρων εὐκρασ. [ίας δεόμενος], ἐπέτυχεν εὐετηρίας]. Ἀναφέρεται στὶς ἐνέργειες ἑνὸς ἱερέα τοῦ Διὸς Ὀλβίου οἱ ὁποῖες ἐξασφάλισαν καλὲς και­ρικὲς συνθῆκες. Τὸ σχετικὸ χωρίο (κ. [αὶ ­ ­]ούσας τὸν θεὸν ἁγνῶς) δὲν ἔχει συμπληρωθεῖ ἀπὸ τοὺς παλαιότερους ἐκδότες, ἀλλὰ εἶναι βέβαιο ὅτι μόνον ἡ μετοχὴ λούσας ἢ καταλούσας μπορεῖ νὰ συμπληρωθεῖ (κι ὄχι μετοχὴ τῶν ρημάτων ἀκούω, κρούω ἢ συνθετικῶν τους):

«Κι ὅταν ἔγινε ἱερέας τοῦ Δία Ὄλβιου, τοῦ πολιούχου μας θεοῦ, ἀφοῦ ἔπλυνε τὸν θεὸ [δηλαδὴ τὸ ἄγαλμα τοῦ θεοῦ] μὲ ἁγνὸ τρόπο καὶ τοῦ ζήτησε καλὲς καιρικὲς συνθῆκες, μᾶς ἐξασφάλισε καλὴ χρονιά».

Ἀγάλματα παυσίπονα

Ἡ ἀντίληψη πὼς ἡ θεότητα κατὰ τὴν ἐπιφάνειά της βρίσκεται στὸ ἄγαλμα ἐξηγεῖ γιατί ὁρισμένα ἀγάλματα θεωρεῖτο ὅτι εἶχαν θεραπευτικὲς ἰδιότητες. Στὸν Ὠρωπό, στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀμφιαράου, ἕνα ἄγαλμα χαρακτη­ρίζεται ὡς παυσίπονον [Πετράκος1997, ἀρ. 380], ἐνῶ θεραπευτικὲς ἰδιότητες ἀποδίδονταν καὶ στὸ ἄγαλμα τοῦ ἀθλητῆ Θεαγένη σὲ διάφορα μέρη [Ἰαματικὲς ἰδιότητες ἀποδίδονταν καὶ στὸ ἄγαλμα τοῦ Πουλυδάμα στὴν Ὀλυμπία: Taeuber 1997. Βλ. καὶ Zanker 2003, σ. 48­-49]. Ὁ Ἡρόδοτος ἀφηγεῖται τὴ χαριτωμένη ἱστορία πῶς ἡ γυναίκα τοῦ βασιλιᾶ τῆς Σπάρτης Ἀρίστωνα ἔφερνε τὴν ἄσχημη κόρη της στὸ ἱερὸ τῆς Ἑλένης γιὰ νὰ προσευχηθεῖ στὸ ἄγαλμα, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ κοριτσάκι τελικὰ νὰ μεγαλώσει σὲ ὄμορφη κόρη [Ηρόδοτος 6.61].

Ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι τὸ περίφημο ἄγαλμα τοῦ πυγμάχου στὴ Ρώμη σὲ κάποια σημεῖα εἶναι φθαρμένο, ὅπως στὸ δάκτυλο τοῦ ἀριστεροῦ χεριοῦ καὶ στὰ δάκτυλα τοῦ δεξιοῦ ποδιοῦ, μᾶλλον ἐπειδὴ τὸ ἄγγιζαν οἱ θεατές [Zanker 2003, σ. 48-­49], μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ στὸν Ἅγιο Πέτρο τῆς Ρώμης τὸ ἄγαλμα τοῦ ἔνθρονου ἁγίου ἀγγίζεται ἀπὸ τοὺς προσκυνητές, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ δεξὶ πόδι του, μετὰ ἀπὸ αἰῶνες, νὰ ἔχει φθαρεῖ.

Εἰκ. 5: Ἡ βάση τοῦ ἀγάλματος τοῦ Ἀσκληπιοῦ μὲ ἀφιερώματα πιστῶν (ἀπεικο­νίσεις ποδιῶν). Σαγαλασσός. Πηγή: Mägele 2005, σ. 292.

Μιὰ σχετικὰ πρόσφατη ἀρχαιολογικὴ ἀνακάλυψη στὴ Σαγαλασσὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας προσθέτει νέα στοιχεῖα γιὰ ἀγάλματα θεῶν μὲ ἰαματικὲς ἰδιότητες. Στὸ Νυμφαῖο τῆς πόλης βρέθηκαν ἀγάλματα τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς μητέρας του Κορωνίδος, ποὺ χρονολογοῦνται στὸν πρώιμο 2ο μ.Χ. αἰώνα. Στὶς πλίνθους τους ἔχουν τρύπες (25 στὴν περίπτωση τοῦ ἀγάλματος τοῦ Ἀσκληπιοῦ, μιὰ στὸ ἄγαλμα τῆς Κορωνίδος), ὅπου οἱ πιστοὶ τοποθε­ τοῦσαν μικρογραφικὲς παραστάσεις χάλκινων ποδιῶν (εἰκ. 5), δηλαδὴ εἴτε ἀνατομικὰ ἀφιερώματα μετὰ τὴ θεραπεία ποδιῶν [Mägele 2005] εἴτε ἀφιερώματα ποὺ δήλωναν τὴν παρουσία τῶν πιστῶν, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀναθήματα εὐγνω­ μοσύνης γιὰ θεραπεία.

Ἡ σκηνοθεσία τῆς ἐπιφάνειας μέσῳ τοῦ ἀγάλματος

Ἡ παρουσία τῆς θεότητας μέσῳ τοῦ ἀγάλματός της σκηνοθετοῦνταν μὲ ποικίλους τρόπους. Ἡ αἴσθηση ὅτι τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν εἶναι πλήρη ζωῆς δινόταν μὲ διάφορες τεχνικές, ὅπως ἡ χρήση ὑάλου καὶ χρυσοῦ ὥστε νὰ ἀντανακλοῦν τὸ φῶς καὶ νὰ δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι τὰ ἴδια ἐκπέμπουν ἀκτίδες φωτός. Μὲ τὴ χρήση ἀρωμάτων, τὰ ἀγάλματα πρόσφεραν ἐρεθί­σματα καὶ στὴν ὄσφρηση, ἀναπαράγοντας τὴν αἴσθηση θεϊκῆς ἐπιφάνειας. Οἱ ὀπὲς καὶ μικρὰ παράθυρα στὴν ὀροφὴ τοῦ ναοῦ, π.χ. στὸν Παρθενώνα, ἐπέτρεπαν ἀνάλογο παιχνίδι φωτός [Σχετικὰ βλ. Steiner 2001, σ. 101­-102· πρβ. Cain 1995· Corso 1999, σ. 101].

Ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὸ θέμα μας ἔχουν οἱ τελετὲς ποὺ ἐπιδίωκαν τὴν παρουσία τῆς θεότητας, ὅπως ἡ θυσία καὶ τὰ τραπεζώματα ἢ τὰ θεοξένια. Στὴ Μαγνησία τοῦ Μαιάνδρου στὴ γιορτὴ τοῦ Δία ὁ στεφανηφόρος, ὁ ἐπώ­ νυμος ἄρχων τῆς πόλης, μετέφερε ἀγαλματίδια τῶν Δώδεκα Θεῶν, ντυμένα μὲ ὄμορφα ἐνδύματα. Στὴν ἀγορὰ στήνονταν μιὰ σκηνὴ μὲ τρεῖς κλίνες, κοντὰ στὸ βωμὸ τῶν Δώδεκα Θεῶν, κι ἐκεῖ τοποθετοῦνταν τὰ ἀγάλματα γιὰ νὰ ὑπαινιχθοῦν τὴν ἐπιφάνεια τῶν θεῶν καὶ τὴ συμμετοχή τους στὴ γιορτή [I.Magnesia 98 στ. 41-­45 (ἀρχὲς 2ου π.Χ. αἰ.): φερέτω ξόανα πάντων τῶν δώδεκα θεῶν ἐν ἐσθῆσιν ὡς καλλίσταις καὶ πηγνύτω θόλον ἐν τῆι ἀγορᾶι πρὸς τῶι βωμῶι τῶν δώδεκα θεῶν, στρωνύτω δὲ καὶ στρωμνὰς τρεῖς ὡς καλλίστας. Γενικὰ γιὰ τὴ σημασία τῆς σκηνοθεσίας σὲ ἀρχαῖες τελετὲς βλ. Χανιώτης 2009, σ. 141­ 170· πρβ. Cain 1995, σ. 121­-122]. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς σκηνοθεσίας εἶναι ὁ πιστὸς νὰ αἰσθάνεται κοντὰ στὸ ἄγαλμα τὴν παρουσία τῆς θεότητας πολὺ ἰσχυρότερα ἀπ ̓ ὅ,τι σὲ ἕναν χῶρο ὅπου ἡ παρουσία τοῦ θείου δὲν ὑποδηλώνεται καθόλου ἢ ἁπλῶς τὴν ὑπαινίσσονται βωμοὶ ἢ ἀντικείμενα λατρείας.

Γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο τὰ ἀγάλματα ἐπέλεγαν οἱ πιστοὶ γιὰ νὰ ἀπευθύνουν τὶς προσευχές τους, προσδοκώντας ὅτι σὲ ἐκείνη τὴ στιγμὴ τῆς ἐπικοι­ νωνίας ὁ θεὸς θὰ εἶναι παρών, θὰ ἀκούσει καὶ θὰ ἐπινεύσει. Καὶ ὄντως καὶ οἱ γραπτὲς καὶ οἱ εἰκονογραφικὲς πηγὲς ὑπονοοῦν ὅτι ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ ἄγαλμα εἶναι ζωντανό· ἄγαλμα καὶ θεότητα συγχέονται. Στὴν 6η ραψωδία τῆς Ἰλιάδας, ὅταν ὁ ποιητὴς ἀναφέρει ὅτι ἀπένευσε ἡ Ἀθηνᾶ, ὅταν μπροστὰ στὸ ἄγαλμά της προσεύχονταν οἱ Τρωαδίτισσες, μένει ἀσαφὲς ἂν αὐτὸς ποὺ ἀποστρέφει τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὴν προσφορὰ καὶ ἀπορρίπτει τὴν ἱκεσία εἶναι ἡ θεὰ ἢ τὸ ἄγαλμα [Ἰλιάδα Στ ́ 311. Πρβ. Λουκιανός, Λεξιφάνης 12: ὅταν ὁ Δαμασίας καὶ ἡ γυναίκα του πέφτουν στὰ γόνατα μπροστὰ σὲ ἄγαλμα τῆς Ἀρτέμιδος τοῦ Σκό­πα (προσπεσόντες), ἡ θεὰ ἀμέσως ἀποδέχθηκε τὴν προσευχή τους (ἐπένευσε). Ἀγάλματα ποὺ ἀντιδροῦν σὲ συμβάντα στὴν τραγωδία: αιςχύλος, Ἀγαμέμνων στ.519-­520· Ευρυπίδης, Ἰφιγένεια ἐν Ταύροις στ. 1167· βλ. Steiner 2001, σ. 134, 175­-176 καὶ 182, μὲ πρόσθετα παραδείγματα]. Μπορεῖ ὁ σκοτεινὸς φιλόσοφος Ἡράκλειτος νὰ σχολιάζει σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματά του μὲ εἰρωνεία τὴ συμπεριφορὰ κάποιων συγχρόνων του ποὺ «καὶ προσεύχονται σὲ αὐτὰ τὰ ἀγάλματα, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ κάποιος θὰ προσπαθοῦσε νὰ πιάσει κουβέντα μὲ σπίτια, χωρὶς νὰ γνωρίζουν ποιοὶ εἶναι οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἥρωες» καὶ νὰ χαρακτηρίζει αὐτὴ τὴ συμπεριφορὰ μὲ τὸ ρῆμα μαίνονται [Ηράκλειτος, ἀπόσπ. Β5 edd. Diels­-Kranz: καὶ τοῖς ἀγάλμασι δὲ του­ τέοισιν εὔχονται, ὁκοῖον εἴ τις δόμοισι λεσχηνεύοιτο, οὔ τι γινώσκων θεοὺς οὐδ ̓ ἥρωας οἵτινές εἰσι. Τὸ χωρίο συζητᾶ ἡ Steiner 2001, σ. 121­-122]. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἡ τυπικὴ σκηνὴ τῆς προσευχῆς στὴν ἀρχαία εἰκονογραφία θέλει τὸν πιστὸ νὰ στέκει μπροστὰ στὸ ἄγαλμα, στὴν περίπτωση τῶν γυναικῶν ἡ δεομένη νὰ εἶναι πεσμένη στὰ γόνατα [Προσευχὴ μπροστὰ σὲ ἀγάλματα: Scheer 2000, σ. 66­-70· Steiner 2001, σ. 105, 115. Πρβ. Guggisberg 2013, σ. 72-­82, γιὰ ἐπικοινωνία προσευχομένων μὲ ἀγάλματα θεοτήτων. Χρήση ἀγαλμάτων ὡς μέσων πειθοῦς (‘persuasive objects’): Faraone 1992, σ. 117­-120. Γονυκλισία μπροστὰ σὲ ἀγάλματα: Van Straten 1974]. Σὲ ὁρισμένες μάλιστα περιπτώσεις τὸ ἄγαλμα εἰκονίζεται μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ νὰ ὑπονοεῖ ὅτι πραγματικὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς λάτρεις.

Ἡ πίστη στὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸ θεῖο μέσῳ τῆς ἀπεικόνισης τοῦ θεοῦ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν νὰ γίνονται τὸ κέντρο τελε­τουργικῶν πράξεων καὶ χῶροι ἐπαφῆς θνητῶν καὶ ἀθανάτων. Σὲ τελετὲς ὁρκωμοσίας ὁ ὁρκιζόμενος ἐπικαλοῦνταν τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ ὡς τιμωροῦ σὲ περίπτωση ἐπιορκίας ἀγγίζοντας σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις τὸ ἄγαλμα τοῦ θεοῦ καὶ ὑπαινισσόμενος τὴν παρουσία του ὡς μάρτυρα [Βλ. τὴν ἔκφραση τοῦ ἀγάλματος ἅπτεσθαι σὲ ἀττικὴ ἐπιγραφὴ σὲ σχέση μὲ ἐξωμοσία: IG I3 254 στ. 12 (5ος π.Χ. αἰ.)]. Μερικὲς ἐπι­ γραφὲς ποὺ μνημονεύουν τὴν ἀνάθεση δούλων στὴ Μητέρα τῶν Θεῶν στὴ Λευκόπετρα, κοντὰ στὴ Βέροια, τὸν 2ο καὶ 3ο μ.Χ. αἰώνα χρησιμοποιοῦν τὴν ἔκφραση «τοποθέτησα τὸν τίτλο ἰδιοκτησίας στὴν ἀγκαλιὰ τῆς θεᾶς»[Petsas, Hatzopoulos, Gounaropoulou καὶ Paschidis 2000, ἀρ. 3: τὴν ὠνὴν κατεθέμην εἰς τὰς ἀν[κάλας τῆς θεοῦ]· 63: τὰς ἀσφαλείας ἀπεθέμ[η]ν εἰς τὰς ἀνκάλας τῆς θεοῦ· 93: ἥντινα ὠνὴν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἔθηκα εἰς τὰς ἀνκάλας τῆς θεοῦ]. Ἡ ἔκφραση αὐτή, ἀμάρτυρη ἀλλοῦ, δὲν χρησιμοποιεῖται μεταφορικά, ἀλλὰ δηλώνει ὅτι οἱ ἀναθέτες πλησίαζαν τὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς καὶ τοποθετοῦσαν τὸ σχετικὸ ἔγγραφο κυριολεκτικὰ στὴν ἀγκαλιά της. Κάτι ἀνάλογο μαρτυ­ρεῖται στὴν 6η ραψωδία τῆς Ἰλιάδας, ὅταν ἡ Θεανὼ πλησιάζει ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τοποθετεῖ ἕναν πέπλο στὰ γόνατά της [Ἰλιάδα Στ ́ στ. 302­-304: ἡ δ ̓ ἄρα πέπλον ἑλοῦσα Θεανὼ καλλιπάρῃος | θῆκεν Ἀθηναίης ἐπὶ γούνασι ἠϋκόμοιο, | εὐχομένη δ ̓ ἠρᾶτο Διὸς κούρῃ μεγάλοιο. Βλ. καὶ Guggisberg 2013, σ. 69, γιὰ μιὰ παράσταση ἔνθρονης θεᾶς ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία μὲ πέπλο στὰ γόνατά της]. Ἀλλὰ καὶ ἄλλες ἀρχαῖες πηγὲς μαρτυροῦν τὴν τοποθέτηση ἀφιερωμάτων στὸ ἄγαλμα. Στὶς ἀπο­γραφὲς τῶν ἀφιερωμάτων πρὸς τὴν Βραυρωνία Ἀρτέμιδα στὴν Ἀθήνα (μέσα τοῦ 4ου π.Χ. αἰ.) ἀναφέρεται ἐπανειλημμένα ὅτι γυναικεῖα ἐνδύματα εἶχαν τοποθετηθεῖ στὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς ἢ κοντά του (περὶ τῶι ἀγάλματι, τὸ ἄγαλμα ἔχει) [IG II2 1514 στ. 41­-43· 1523 ΙΙ στ. 27­-28· 1524 ΙΙ στ. 202­-207].

Εἰκ. 6: Ἐνεπίγραφο ἀναθηματικὸ ἀνάγλυφο ποὺ ἀπεικονίζει κλέφτη ἐνδυμάτων νὰ προσφέρει τὰ κλοπιμαῖα στὸ ἄγαλμα τοῦ θεοῦ Μήνα (164 μ.Χ.), Σαΐτται, Λυδία. Πηγή: Georg Petzl. Petzl 1994, 3 no. 3.

Ἕνα ἐνεπίγραφο ἀνάγλυφο ἀπὸ τὴ Λυδία (165 μ.Χ.) ἀπει­κονίζει μιὰ σχετικὴ σκηνή (εἰκ. 6). Ἡ ἐπιγραφὴ ἐξηγεῖ πὼς ἡ πόλη εἶχε καταραστεῖ προληπτικὰ ὅποιους θὰ ἔκλεβαν ροῦχα ἀπὸ τὰ δημόσια λουτρά [Petzl 1994, 3­5 ἀρ. 3 στ. 2­-11 (Σαΐτται): ἐπεὶ ἐπεστάθη σκῆπτρον, εἴ τις ἐκ τοῦ βαλανείου τι κλέψι, κλαπέντος οὖν εἱματίου ὁ θεὸς ἐνεμέσησε τὸν κλέπτην καὶ ἐπόησε μετὰ χρόνον τὸ εἱμάτιον ἐνενκῖν ἐπὶ τὸν θεόν, καὶ ἐξωμολογήσατο. Ὁ θεὸς οὖν ἐκέλευσε δι ̓ ἀνγέλου πραθῆναι τὸ εἱμάτιν καὶ στηλλογραφῆσαι τὰς δυνάμεις]. Ἕνας κλέπτης θεώρησε ὅτι κάποιες ἀτυχίες του ἦταν θεϊκὴ τιμωρία γιὰ τὴν πράξη του καὶ γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ ἔφερε τὰ κλοπιμαῖα στὸ ἱερό. Τὸ ἀνάγλυφο εἰκονίζει ἀκριβῶς τὴ σκηνὴ ποὺ ὁ κλέπτης πλησιάζει τὸ ἄγαλμα τοῦ θεοῦ Μήνα, γιὰ νὰ ἐναποθέσει μπροστά του τὰ κλεμμένα ροῦχα.

Ἐπικοινωνία μὲ ἀνδριάντες θνητῶν

Στὴν περίπτωση τῶν ἀγαλμάτων τῶν θνητῶν ὁ ἀνδριάντας ἀποτελεῖ ὑπόμνηση τῶν ἰδιοτήτων καὶ ἔργων τοῦ ἀπεικονιζομένου προσώπου, ὑπο­ γραμμίζει τὴν ἀπουσία του ὅταν εἶναι νεκρὸ [Steiner 2001, σ. 145­-151] καὶ ὑποδηλώνει τὴν ἐξυψωμένη θέση του ὅταν εἶναι ζωντανό. Αὐτὲς οἱ κατ ̓ ἐξοχὴν συμβολικὲς λειτουργίες τῶν ἀνδριάντων ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ γίνονται στόχοι ἐπιθέσεων ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀπορρίπτουν τὸ συμβολικό τους μήνυμα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς περι­ πτώσεις βίαιων ἐπιθέσεων σὲ ἀνδριάντες καὶ τοῦ χλευασμοῦ τους ποὺ θὰ ἀναφερθοῦν στὴ συνέχεια, μνημονεύω ἐνδεικτικὰ ἕνα φαινόμενο ποὺ ἔχει παρατηρηθεῖ στὴν Ἀφροδισιάδα στὴν ὕστερη ἀρχαιότητα, συγκεκριμένα τὸ νὰ χαράσσεται στὴν κεφαλὴ τιμητικῶν ἀνδριάντων τὸ χριστιανικὸ σύμβολο ΧΜΓ (Χριστὸν Μαρία γεννᾷ), πιθανότατα ἀπὸ χριστιανοὺς ποὺ ἀντιδροῦσαν στὶς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν εἰκονιζόμενων ἀνδρῶν. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ παρατηρήθηκε πρῶτα στὸ τιμητικὸ ἄγαλμα τοῦ Οἰκου­μένιου, κυβερνήτη τῆς Καρίας στὸν ὕστερο 4ο μ.Χ. αἰώνα. Ἡ βάση τοῦ ἀγάλματος, τὸ σῶμα καὶ τὸ κεφάλι, σπασμένο σὲ δύο κομμάτια, βρέθηκαν σὲ διαφορετικὰ σημεῖα τῆς πόλης. Τὸ ἄγαλμα πρέπει νὰ εἶχε πέσει θύμα συνειδητῆς καταστροφῆς. Ὅταν πρόσφατα τὸ ἄγαλμα συγκολλήθηκε, ὁ Bert Smith παρατήρησε ὅτι στὸ πάνω μέρος τῆς κεφαλῆς, σὲ μὴ ὁρατὸ σημεῖο (εικ. 7), εἶχε χαραχθεῖ εἴτε ἀπὸ τὸν γλύπτη εἴτε ἀπὸ κάποιο βοηθό του ἡ συντομογραφία ΧΜΓ. Σύμφωνα μὲ κάποιες ἐνδείξεις ὁ Οἰκουμένιος ἀνῆκε μᾶλλον στὸν κύκλο τῶν λογίων λάτρεων τῶν παραδοσιακῶν θεῶν. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἡ χάραξη τοῦ χριστιανικοῦ συμβόλου ἦταν ἡ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἀντίδραση κάποιου χριστιανοῦ στὸν ἔπαρχο ἢ ἐκεῖνον ποὺ εἶχε παραγγείλει τὸν ἀνδριάντα [Smith 2002]. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 2014 ἡ ἀρχαιολόγος Julia Lenaghan διαπίστωσε ὅτι τὸ ἴδιο σύμβολο εἶναι χαραγμένο σὲ θραύ­σματα τουλάχιστον ἄλλων ἕξι κεφαλιῶν τιμητικῶν ἀνδριάντων.

Εἰκ. 7: Χάραγμα χριστιανικοῦ συμβόλου (ΧΜΓ) στὴν κεφαλὴ τοῦ ἐπάρχου τῆς Καρίας Οἰκουμένιου (τέλη 4ου μ.Χ. αἰ.). Ἀφροδισιάδα. Μουσεῖο Ἀφροδι­σιάδας. Πηγή: R.R.R. Smith, Aphrodisias Archive.

Ἡ ὑποδήλωση ἰδιοτήτων μέσῳ ἀγαλμάτων ἦταν φυσικὰ σημαντικὸ στοιχεῖο στὴν ἀπεικόνιση μοναρχῶν καὶ μελῶν τῆς πολιτικῆς καὶ κοινω­νικῆς ἀφρόκρεμας τῶν πόλεων [Βλ. κυρίως τὴ σχετικὴ μελέτη τοῦ Zanker 1987 γιὰ τὸν Αὔγουστο, ἡ ὁποία ἐπηρέασε τὴ σχετικὴ ἔρευνα· βλ. ἐπίσης L’ Orange 1953. Γιὰ τὴν ἐλὶτ τῶν πόλεων βλ. Wörrle 1995· Zanker 1995α· Smith κ.ἄ. 2006· Ma 2013], ἀλλὰ ἰσχύει καὶ γενικότερα καὶ ἐξηγεῖ τὴν ὕπαρξη συγκεκριμένων ἀγαλματικῶν τύπων – τοῦ στρατιωτικοῦ, τοῦ λογίου, τοῦ καλοῦ πολίτη κ.ο.κ [Zanker 1995β· Smith κ.ἄ. 2006· Ma 2013, σ. 267-­290]. Εἶναι μάλιστα ἐνδιαφέρον ὅτι σὲ ἀρχαῖες τιμητικὲς ἐπιγραφὲς παρατηροῦμε τὴν ὕπαρξη εἰδικῆς ὁρολογίας γιὰ τὸν προσδιορισμὸ ἀνδριάντων. Ὁ εἰδικὸς χαρακτηρισμὸς τοῦ ἀνδριάντα ὑπο­δηλώνει τὶς ἰδιότητες γιὰ τὶς ὁποῖες εἶχε τιμηθεῖ κάποιος. Ὁ Εὔνοστος στὴν Ἀφροδισιάδα (τέλη 2ου/ἀρχὲς 3ου μ.Χ. αἰ.) τιμήθηκε γιὰ τὸ ἔργο του ὡς παιδευτὴς τῶν νέων μὲ ἀνδριάντα τῆς παιδείας [Robert 1966, σ. 398­-399. Ἡ ἴδια ἔκφραση χρησιμοποιεῖται καὶ σὲ ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὴ Ροδιάπολη: TAM II 910]· ἀντιστοίχως μαρτυ­ροῦνται ἀνδριάντες ἀρετῆς καὶ ἀνδριάντες ἀριστοπολιτείας γιὰ ἄτομα ποὺ τιμήθηκαν γιὰ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν προσφορά τους ὡς πολίτες [Παραδείγματα στοὺς Wilhelm 1928, σ. 136­-137, Robert 1966, σ. 398­-399 καὶ Chaniotis 2015 (ὑπὸ ἔκδοση). Ἀνδριὰς ἀρετῆς: IGR III 318. Ἀριστοπολιτείας ἀνδριάς: SEG LI 458 B 36. Πρβ. ὁμονοίας ἄγαλμα: IGR III 302· ἀνδριὰς εἰκονικὸς ἱερατικός: I.Stratonikeia 289· παρθενικὸς ἀνδριάς: I.Kyme 25]. Στὴ Διο­νυσιάδα τῆς Ἀραβίας κάποιος Ἰούλιος Πρόκλος (περ. 200 μ.Χ.) τιμήθηκε μὲ χρυσόστομον ἀνδριάντα, δηλαδὴ ἀνδριάντα μὲ ἐπιχρυσωμένα χείλη, γιὰ ὅσα εἶχε προσφέρει στὴν πόλη του μὲ τὸ χάρισμα τοῦ λόγου ὡς συνήγορός της (προήγορος) [SEG XLI 1583].

Ὅπως ἀναφέρθηκε, δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτη ὁμοφωνία στὶς ἀρχαῖες πηγὲς ὡς πρὸς τὴν ταύτιση ἀνδριάντα καὶ προσώπου, ἀλλὰ τὰ σπάνια κείμενα ποὺ φαίνεται νὰ ὑπονοοῦν ὅτι ἡ ψυχὴ ἑνὸς νεκροῦ ἐνυπάρχει στὸν ἀνδριάντα του εἶναι μᾶλλον ρητορικὰ σχήματα λόγου ποὺ ἐπιδιώκουν νὰ ὑπογραμμίσουν εἴτε πόσο ἐπιτυχημένα ἡ εἰκόνα ἀποδίδει ψυχικὲς ἰδιότητες [Π.χ. IG XII.1.842 (ἄγαλμα τοῦ ἀθλητῆ Δεινοκλῆ στὴ Ρόδο, 1ος π.Χ. αἰ.): ἅ τε φιλόζωος ψυχὰ τ [έρεν ̓ οὐ προλέλοιπε | παῖδα λιθοξέστω [ι δ ̓ ἐγκατέμεινε τύπωι]] εἴτε πόσο ἰσχυρὴ ἦταν ἡ συναισθηματικὴ διέγερση ποὺ προκάλεσε. Ὁ Πλούταρχος παραδίδει τὸ ἀνέκδοτο γιὰ τὸν διάλογο τοῦ Ἀλεξάνδρου μὲ τὸν ἀνδριάντα τοῦ Ξέρξη Α ́ στὴν Περσέπολη [Πλούταρχος, Ἀλέξανδρος 37.3]:

«Ὅταν εἶδε ὅτι ἕνας μεγάλος ἀνδριάντας τοῦ Ξέρξη κείτονταν χωρὶς φροντίδα γκρεμισμένος ἀπὸ τὸ πλῆθος ἐκείνων ποὺ συνω­ θοῦνταν στὸ ἀνάκτορο, στάθηκε πάνω του καὶ τοῦ ἀπηύθυνε τὸν λόγο σὰν νὰ εἶχε ζωή (καθάπερ ἔμψυχον). “Τί νὰ κάνω;” εἶπε. “Νὰ σὲ προσπεράσω, ἀφήνοντάς σε ριγμένο, γιὰ τὴν ἐκστρατεία κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ἢ νὰ σὲ στήσω πάλι γιὰ τὴ μεγαλοφροσύνη καὶ τὴν ἀρετὴ ποὺ εἶχες κατὰ τὰ ἄλλα;” Τελικά, μετὰ ἀπὸ πολὺ σιωπηλὴ περισυλλογὴ τὸν προσπέρασε».

Αὐτὸ ποὺ καθιστᾶ δυνατὴ τὴν ἐπικοινωνία τοῦ Ἀλεξάνδρου μὲ τὸν ἀνδριάντα τοῦ Ξέρξη δὲν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Μεγάλου Βασιλέα στὴν ἀπεικόνισή του, ἀλλὰ ἡ ὑπενθύμιση μέσῳ τοῦ ἀγάλματος τῶν ἰδιοτήτων καὶ ἔργων του, ἡ διασφάλιση τῆς ὑστεροφημίας του καὶ μέσῳ αὐτῆς τῆς ἀθανασίας ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ κλέος.

Οἱ ἀνδριάντες εἶναι ὑπομνήματα [Π.χ. IG II2 1326 (Ἀθήνα, 176 π.Χ.): ἵνα ὑπάρχει κάλλιστον ὑπόμνημα αὐτοῦ· IOSPE I2 171 στ. 12­-13 (Ὀλβία, 3ος π.Χ. αἰ.): [σταθῆναι] αὐτοῦ εἰκόνα, ὅπως ἂν αἵ τε πράξει [ς αὐτοῦ μ]νημονεύωνται· IG XII.7.240 στ. 28-­31 (Ἀμοργός, 207 μ.Χ.): ἀναστῆσαι τὴν βουλὴν τοῦ ἥρωος ἐν ἐπισή[μῳ] τόπῳ χαλκοῦν ἀν­ δριάντα ὁλοσώματον ὑπόμνημα καὶ τοῖς μεταγενεστέροις ἐσόμενον ἀρετῆς τε καὶ καλοκαγαθίας τῆς περὶ τὸν δῆμον. Πρβ. τὸν χαρακτηρισμὸ τιμητικῶν ἀνδριάντων ὡς μνημείων: Ισοκράτης, Εὐαγόρας 73: καλὰ μὲν εἶναι μνημεῖα καὶ τὰς τῶν σω­μάτων εἰκόνας. Πρβ. IG II2 8396]. Τὸ ἐπίγραμμα στὴ βάση τοῦ τιμη­τικοῦ ἀνδριάντα τοῦ Ἀπολλοδότου στὴ Ρόδο (περ. 200 π.Χ.) καλεῖ τὸν θεατὴ νὰ κοιτάξει τὸ ἔμπνου ἔργο καὶ νὰ ἀνακαλέσει στὴ μνήμη του τὴ δικαιοσύνη τοῦ ἀνδρός: ἀτθρήσας, ὦ ξεῖνε, τὸν ἔμπνουν χαλκὸν | μνᾶσαι τᾶς ὁσίας τοῦδε δικαιοσύνας [Maiuri 1925, ἀρ. 19].

Ἕνα τιμητικὸ ἄγαλμα εἶναι ἕδρα καὶ φορέας μνήμης. Στὴ Νεάπολη τῆς Ἰταλίας ἕνα σωματεῖο ἤθελε νὰ τιμήσει ἕναν εὐεργέτη του μὲ τὴν ἀνάθεση τεσσάρων ἀγαλμάτων καὶ τεσσάρων εἰκονιστικῶν πορτραίτων τοῦ ἴδιου καὶ ἄλλων τόσων τοῦ νεκροῦ γιοῦ του, ἀκριβῶς ὡς διαρκὴ ὑπόμνηση εὐγνωμοσύνης. Ἡ ἀπάντηση τοῦ τιμώμενου εἶναι ἀποκαλυπτική. Ἀρνήθηκε μὲν τὴν τιμή, ἀρκούμενος σὲ ἕνα μόνο ἄγαλμα καὶ ἕναν πίνακα, ἀλλὰ ἡ μεταφορὰ ποὺ χρησιμοποίησε στὴν ἀπάντησή του ὑποδηλώνει πολὺ χαρακτηριστικὰ τὴ συναισθηματικὴ ἐπίδραση τῶν ἀγαλμάτων [I.Napoli 44]: «πολλοὺς πίνακες καὶ πολλὰ ἀγάλματα ἔχουμε στημένα μέσα στὶς ψυχές σας» (τὰς γὰρ πολλὰς εἰκόνας καὶ τοὺς πολλοὺς ἀνδριάντας ἐν ταῖς ὑμετέραις ψυχαῖς ἔχομεν καθιδρυμένους). Σὲ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν ὅτι τὸ ἄγαλμα εἶναι μνήμη, ὁ εὐεργέτης ἀπαντᾶ ὅτι ἡ μνήμη εἶναι ἄγαλμα.

Οἱ ἀνδριάντες εἶναι ἄψυχοι. Ἡ λειτουργία τους δὲν εἶναι νὰ στεγάζουν τὴν ἀθάνατη ψυχὴ κάποιου νεκροῦ ἢ τὸ πνεῦμα κάποιου ζωντανοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀνακαλοῦν στὴ μνήμη τοῦ θεατῆ τὶς ἰδιότητες καὶ τὰ ἔργα του, προσφέροντάς του ἔτσι τὴ ζωὴ καὶ τὴν αἰωνιότητα ποὺ προσφέρει ἡ φήμη. Καὶ ἀκριβῶς ὡς φορεῖς μνήμης οἱ ἀνδριάντες προκαλοῦν τὴ σύγκριση ἀνάμεσα στὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρόν. Ὁ διάλογος τοῦ Ἀλεξάνδρου μὲ τὸν Ξέρξη ὑπογραμμίζει τὴν τελικὴ νίκη στὴν πανελλήνια ἐκστρατεία ποὺ ὁ Μακεδόνας βασιλιὰς εἶχε ἐξαγγείλει γιὰ τὴν τιμωρία τῶν Περσῶν· περισσότερο ἀνυψώνει τὸν κατακτητὴ ἀπ ̓ ὅ,τι μειώνει τὸν πάνω ἀπὸ αἰώνα νεκρὸ μονάρχη. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ χλευασμὸς τοῦ ἀνδριάντα τοῦ κιθαρωδοῦ Παμμένη ἀπὸ τὸν Νέρωνα στόχο εἶχε νὰ τονίσει τὴν ὑπεροχὴ τοῦ αὐτοκράτορα ἔναντι τοῦ πιὸ φημισμένου μουσικοῦ τῆς ἐποχῆς του, τὸν ὁποῖο ὁ Νέρων εἶχε ἐξαναγκάσει σὲ βαθύτατο γήρας νὰ ἀγωνιστεῖ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐπαίρεται ὅτι τὸν νίκησε [Δίων Κάσσιος 62.8.4­5: καὶ τὸν Παμμένην ἐκεῖνον ἐπὶ τοῦ Γαΐου ἀκμά­ σαντα κατηνάγκασε, καίτοι γέροντα ὄντα, ἀγωνίσασθαι, ἵνα αὐτοῦ τοὺς ἀνδριάν­ τας κρατήσας αἰκίσηται].

Αὐτὴ τὴ σύγκριση ἀνάμεσα σὲ παρὸν καὶ παρελθὸν ἔχει κατὰ νοῦ κι ὁ δάσκαλος τῆς ρητορικῆς Εὐάρεστος στὰ Οἰνόανδα (περὶ τὸ 238 μ.Χ.) ὅταν καλεῖ τοὺς μελλοντικοὺς θεατὲς τοῦ ἀνδριάντα του νὰ μιμηθοῦν τὰ ἔργα του κι ὄχι νὰ τὸν χλευάσουν μὲ φθόνο. Στὸ ἐπίγραμμα ποὺ συνέθεσε, ἀφοῦ ἐξηγεῖ τὴν τέρψη ποὺ νοιώθει ὁ ἴδιος βλέποντας τὸν χάλκινο ἀνδριάντα του, ἀρετῆς σύμβολα καὶ σοφίης, δέν κρύβει καὶ τὸν φόβο του γιὰ τὴν τύχη ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ ἄγαλμά του, τὸν φόβο ὅτι δὲν θὰ προκαλέσει εὐγνωμοσύνη γιὰ τὶς εὐεργεσίες του, ἀλλὰ φθόνο, ὄχι θαυμασμό, ἀλλὰ κοροϊδία [SEG XLIV 1182 B: πλεῖστοι μὲν γὰρ ἔθηκαν ἀέθλια καλὰ πόλεσ<σ>ι | τεθνεότες, ζωὸς δ ̓ οὔτις ἐφημερίων· | μοῦνος δ ̓ αὐτὸς ἐγὼν ἔτλην τόδε, καί ῥ ̓ ἐμὸν ἦτο[ρ] | γηθεῖ τερπό<με>νον χαλκελάτοις ξοάνοις· | τοιγὰρ μῶμον ἀνέντες ὅσοι φθόνον αἰνὸν ἔχουσ [ιν] | μειμηλοῖς ὄσσοις εἰσίδετ ̓ εἰκόν ̓ ἐμήν]:

«Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέσπισαν ὄμορφα βραβεῖα σὲ πόλεις μετὰ τὸ θάνατό τους, κανένας ὅμως ἀπὸ τοὺς θνητοὺς δὲν τὸ ἔπραξε ἐν ζωῇ.

Μόνος ἐγὼ τὸ ἀποτόλμησα, κι ἡ καρδιά μου εὐφραίνεται καθὼς ἀπολαμβάνω τὰ χάλκινα ἀγάλματα.

Ἀφεῖστε λοιπὸν τὸν χλευασμὸ ὅσοι κατέχεστε ἀπὸ τὸν τρομερὸ φθόνο καὶ κοιτάξτε τὴν εἰκόνα μου μὲ ματιὰ ποὺ ἐπιδιώκει τὴ μίμηση».

Ἡ ἐπικοινωνία μὲ ἀνδριάντες εἶναι ἀέναη ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στὸ χθὲς καὶ τὸ ἑκάστοτε σήμερα. Ὡς ὑπομνήματα οἱ ἀνδριάντες θνητῶν πρω­ταγωνιστοῦσαν σὲ τελετουργίες γιὰ νὰ ὑποδηλώσουν κυρίως τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ τιμώμενος δὲν εἶχε λησμονηθεῖ. Ἕνας σύλλογος γεωργῶν στὸ Δέλτα τοῦ Νείλου ἀποφάσισε νὰ τιμήσει τὸν εὐεργέτη του, κάποιον Πάριδα, μὲ τὴν ἀνάθεση τοῦ ἀνδριάντα του. Σὲ κάθε συμπόσιο, ὁ ἀνδριάντας στεφα­νώνονταν, ὅπως καὶ οἱ συμποσιαστές, ὑποδηλώνοντας συμβολικὰ τὴ συμ­μετοχὴ τοῦ εὐεργέτη στὴν κοινωνικὴ ἐκδήλωση τοῦ συλλόγου. Ὁ βασικὸς στόχος τῆς στεφάνωσης ἦταν ὡστόσο νὰ ἐκφράσει ὁ σύλλογος τὴν αἰω­ νιότητα τῆς εὐγνωμοσύνης [SEG VIII 529 στ. 17: τὴν εἰκόνα οὗ ἂν εὐωχῶνται ἀνατιθέντας στεφα­ νοῦν κατὰ πόσιν. Γιὰ τὸ στεφάνωμα ἀνδριάντων καὶ τὸν περιοδικὸ καθαρισμό τους βλ. π.χ. IG XII.4.348 στ. 19­23· SEG XXVIII 953 στ. 63­-71]. Στὴν Ἔφεσο ἡ ἐτήσια διανομὴ χρημάτων στὰ μέλη τῆς βουλῆς καὶ τῆς γερουσίας ἀπὸ κάποιο κληροδότημα γινόταν μπροστὰ στὰ ἀγάλματα τῶν χορηγῶν (πρὸ τῶν τειμῶν αὐτῶν), ὥστε οἱ ἀποδέκτες τῆς εὐεργεσίας νὰ ἔχουν ὀπτικὴ ἐπαφὴ μὲ τοὺς εὐεργέτες τους [I.Ephesos 2113 (2ος μ.Χ. αἰ.). Ἄλλα παραδείγματα τελετῶν σὲ συνάρτη­ση μὲ ἀνδριάντες θνητῶν: I.Pergamon 256· Chaniotis 2007, σ. 160­-162, 165· Ma 2013, σ. 134. Γιὰ τελετὲς γιὰ τὴν ἀνάθεση τιμητικῶν ἀγαλμάτων βλ. σημ. 55].

Μόνο στὴν περίπτωση τῶν ἀφηρωϊσμένων νεκρῶν, ποὺ εἶχαν καταστεῖ ἀντικείμενο λατρείας, τὸ ἄγαλμα τοῦ τιμώμενου νεκροῦ ἦταν δυνατὸν νὰ θεωρηθεῖ φορέας τῆς παρουσίας του. Ὅταν ὁ Κριτόλαος θέσπισε τὴ λατρεία τοῦ γιοῦ του, τοῦ ἀθλητῆ Ἀλεξιμάχου στὴν Αἰγιάλη τῆς Ἀμοργοῦ (περ. 100 π.Χ.), ὁ ἀνδριάντας τοῦ νεκροῦ ἦταν στὸ ἐπίκεντρο τῆς τελετῆς [IG XII.7.515: ὅπως δὲ καὶ ὁ ἀγὼν γίνηται, οἱ ἐπιμελη[τ]αὶ τῇ νουμηνίαι σφαξάτωσαν ἅμα τῇ ἡμέραι κριὸν ὡς βέλτιστον πρὸς [τ]ῷ ἀγάλματι ὧι ἂν στήσῃ Κριτόλαος τοῦ υἱοῦ Ἀλεξιμάχου καὶ πα[ραθέ]τωσαν παράθεσιν ἐκ πυρῶν ἡμιέκτων τεσάρων καὶ τοῦ κριοῦ τὰ κρέα [ὁλο]μελῆ ἀποζέσαντες παρατιθέτωσαν τῷ ἀγάλμα­τι καὶ τὴν παράθεσιν·[τῇ] δὲ δευτέραι συντελείτωσαν τὸν ἀγῶν<α>…πανκράτιον δὲ μὴ τιθέτωσαν, ἀλλ’ ἀνακηρυσσέσθω νικῶν [Ἀ]λεξίμαχος Κριτολάου]]. Κοντὰ στὸν ἀνδριάντα γινόταν ἡ θυσία, καὶ ὁ ἀνδριάντας δεχόταν προσφορὰ τροφῆς, δηλαδὴ ὁ Ἀλεξίμαχος θεωροῦνταν παρὼν μέσῳ τοῦ ἀγάλματός του. Μέρος τῆς γιορτῆς ἦταν καὶ ἀθλητικοὶ ἀγῶνες, χωρὶς ὡστόσο νὰ πραγ­ματοποιεῖται τὸ ἀγώνισμα τοῦ παγκρατίου, ποὺ ἦταν τὸ ἀγώνισμα τοῦ νεκροῦ. Στὸ ἀγώνισμα αὐτὸ ἀνακηρύσσονταν νικητὴς ὁ νεκρὸς Ἀλεξίμαχος.

Ἡ ψευδαίσθηση ὅτι οἱ ἀνδριάντες τῶν θνητῶν εἶναι ζωντανοὶ δημι­ουργοῦνταν ὅταν οἱ θεατὲς διάβαζαν τὶς ἐπιγραφὲς στὴ βάση τους. Καθὼς στὴν ἀρχαιότητα ἡ ἀνάγνωση γινόταν κατὰ κανόνα δυνατά, οἱ ἀνδριάντες ἀποκτοῦσαν φωνή –τὴ φωνὴ τοῦ θεατῆ. Ὅταν ἕνας ἀρχαῖος ἀναγνώστης διάβαζε λόγου χάριν τὴν ἐπιγραφὴ στὴν ἐπιτύμβια στήλη τοῦ Μνησιθέου στὴν Ἐρέτρια (6ος π.Χ. αἰ.), ἄκουγε κατὰ κάποιο τρόπο τὸν ἴδιο τὸν νεκρὸ νὰ μιλᾶ: ἐγὼ δὲ θανὼν κατάκειμαι [IG XII.9.285. Γιὰ τὴ σημασία ποὺ ἔχει ἡ «χειραγώγηση» τῆς φωνῆς τοῦ νεκροῦ βλ. Casey 1990. Γιὰ τὴ σημασία τοῦ φαινομένου στὴ διέγερση τοῦ συναισθήματος βλ. Chaniotis 2012α, σ. 104].

Συναισθηματικὴ διέγερση ἀπὸ ἀγάλματα

Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ἀρχαῖα ἀγάλματα μποροῦσαν χωρὶς ἀνθρώπινη ἐπενέργεια νὰ θεωρηθοῦν δράστες ἢ ὑποκείμενα ἐνεργειῶν εἶναι ἡ ἰδιότητά τους νὰ μποροῦν νὰ προκαλέσουν ἰσχυρὲς συναισθηματικὲς ἀντιδράσεις, ὅπως ἤδη εἴδαμε. Δὲν ἀναφέρομαι ἐδῶ στὸ γενικὸ ἐρώτημα ἂν ἕνα ἄψυχο ἀντικείμενο μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ δράστης, ἂν καὶ εἶναι ἕνα ζήτημα ποὺ ἀφορᾶ καὶ τὸ ἀρχαῖο δίκαιο καὶ τὴν ἀρχαία θρησκεία – στὴν ἀρχαία Ἀθήνα λόγου χάριν γίνονταν δίκες ἀψύχων ἀντικειμένων [McDowel 1978, σ. 117­-118. Ἀποσπασματικὰ σωζόμενος νόμος σχε­ τικὸς μὲ μίασμα καὶ κάθαρση στὴν Κῶ (περ. 240 π.Χ.) πραγματεύεται μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἀντιμετωπισθεῖ τὸ δέντρο ἀπὸ τὸ ὁποῖο κρεμάστηκε κάποιος αὐτόχειρας καὶ τὸ σχοινὶ ποὺ χρησιμοποίησε: IG XII.4.72 στ. 80­-82]. Ἐδῶ ἀναφέρομαι πολὺ συγκεκριμένα στὸ φαινόμενο τὰ συναισθήματα ποὺ διε­γείρει ἕνα ἄγαλμα νὰ εἶναι τόσο ἰσχυρὰ ὥστε ἡ ἄψυχη ὕλη νὰ γίνεται πηγὴ ἐνεργειῶν.

Κατ’ ἀρχὴν δὲν ὑπάρχει ἄγαλμα, οὔτε ἄλλο ἔργο τέχνης, ποὺ νὰ μὴν συνδέεται ἔμμεσα ἢ ἄμεσα μὲ τὸ συναίσθημα, εἴτε ἐπειδὴ παριστάνει τὴ συναισθηματικὴ κατάσταση ἑνὸς προσώπου (π.χ. τὴ λύπη ἢ τὸν φόβο), εἴτε ἐπειδὴ ἡ δημιουργία του ἀπορρέει ἀπὸ συναίσθημα (π.χ. τὴ χαρὰ γιὰ μιὰ ἐπιτυχία), εἴτε ἐπειδὴ στόχος του εἶναι νὰ ἐγείρει συναισθήματα στοὺς θεατές (π.χ. τὸν φόβο τοῦ θεοῦ) [Γενικὰ βλ. Freedberg 1989]. Οἱ Ἕλληνες εἶχαν ἐπίγνωση τῆς συναισθηματικῆς δύναμης τῶν ἀγαλμάτων, καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη ἄγαλμα, τὸ ἀντικείμενο ποὺ ἀγάλλει, αὐτὸ ἐκφράζει. Πολλὲς φορὲς οἱ ἐπιγραφὲς ποὺ συνοδεύουν ἀγάλματα ἐξηγοῦν ποιὰ εἶναι τὰ συναισθήματα ποὺ ὁδήγησαν στὴν ἀνάθεσή του. Ἡ ἔκφραση χαριστήριον ἐξηγοῦσε π.χ. ὅτι ἕνα ἄγαλμα ἀνατέθηκε ὡς ἔκφραση εὐγνωμοσύνης. Ἕνα ψήφισμα συλλόγου ἀθλητῶν (2ος μ.Χ. αἰ.) ἀναφέρει ρητὰ ὅτι τὰ τιμητικὰ ἀγάλματα ἑνὸς νεκροῦ συνα­θλητῆ τους ἀπὸ τὴν Ἀφροδισιάδα ἐπρόκειτο νὰ ἀνεγερθοῦν γιὰ νὰ δώσουν παρηγοριά (ἵνα…αἱ τῶν τειμῶν χάριτες εὐπαρηγόρητον ἡμεῖν τὸν συνα­ θλητὴν καταστήσωσιν) [IAph2007 12.719: αἰτήσασθαι τὴν Ἀφροδεισιέων πόλιν τόπους ἐπιτη­δείους ὅπως ποιησώμεθα τοῦ μεγάλου ἱερονείκου εἰκόνων ἀναθέσεις καὶ ἀνδρειάν­ τος ἀνάστασιν καθὰ καὶ ἐν τῇ μητροπόλει τῆς Ἀσίας Ἐφέσῳ ἐχουσῶν τῶν τειμῶν ἐπιγραφὰς τὰς προσηκούσας τῷ Καλλικράτει, ἵνα διὰ τούτου τοῦ ψηφίσματος τὸ βαρύθυμον πρὸς εἱμαρμένην ἀπαραίτητον αἱ τῶν τειμῶν χάριτες εὐπαρηγόρητον ἡμεῖν τὸν συναθλητὴν καταστήσωσιν].

Γιὰ τὴ συναισθηματικὴ διέγερση ποὺ ἐπιδιώκεται συνειδητὰ ἀπὸ τὴν ἀνέγερση ἀγαλμάτων ἐπιλέγω ἕνα μόνο παράδειγμα. Κάποιος Δίων στὴ Νικομήδεια ἐπέλεξε νὰ στήσει κοντὰ στὸν τάφο του ἕνα ἄγαλμα τοῦ Διο­νύσου γιὰ νὰ τοῦ θυμίζει καὶ μετὰ τὸν θάνατο τὶς ἐπίγειες χαρές του [Merkelbach καὶ Stauber 2001, ἀρ. 09/06/19 (αὐτοκρατορικὴ ἐπο­χή): Σοί, Διόνυσε, Δίων ζωὸς μετὰ παισὶ χορεύων συνποσίοισι μέλω νέκταρ ἔχων Βρομίου· νῦν δέ σε καὶ παρὰ σῆμ ̓ ἐσορᾶν ἵδρυσα παρά με ὄφρα καὶ ἂν φθίμενο[ς] κεισόμενός σε βλέπω]:

«Διόνυσε, νοιάζεσαι γιὰ μένα τὸν Δίωνα, ὅσο ζῶ καὶ χορεύω μὲ τὰ παιδιὰ στὰ συμπόσια, ἔχοντας τὸ νέκταρ τοῦ Βρόμιου. Καὶ τώρα σὲ ἔστησα κοντὰ στὸν τάφο μου, κοντά μου, γιὰ νὰ σὲ βλέπω κι ὅταν θὰ βρίσκομαι ἀνάμεσα στοὺς νεκρούς».

Ποῦ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ ἰσχυρὴ συναισθηματικὴ ἐπενέργεια τῶν ἀγαλ­μάτων; Σὲ σύγκριση μὲ ἄλλα ἔργα τέχνης, ὅπως τὰ ψηφιδωτὰ ἢ οἱ ζωγρα­φικοὶ πίνακες, ποὺ καὶ αὐτὰ φυσικὰ διεγείρουν συναισθήματα, τὰ ἀγάλματα διαθέτουν ὁρισμένα πλεονεκτήματα λόγῳ τῆς φυσικῆς τους παρουσίας. Εἶναι ἔργα τρισδιάστατα, συχνὰ μὲ φυσικὲς διαστάσεις. Μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ παρατηρήσει ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς καὶ νὰ ἔρθει σὲ φυσικὴ ἐπαφὴ μαζί τους ὅπως ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ ἕνα ζωντανὸ σῶμα. Ἀνεγερμένα σὲ εἰδικοὺς χώρους, κυριαρχοῦν μὲ τὴν παρουσία τους. Τοποθετημένα πάνω σὲ βάση βρίσκονται ψηλότερα ἀπὸ τὸν θεατή, ὄντας ταυτόχρονα ἀνώτερα καὶ ἀποστασιοποιημένα, ἀλλὰ καὶ ὁρατὰ καὶ κοντινά. Οἱ ἀνδριάντες εἰκονίζουν φθαρτὰ σώματα ἀλλὰ σὲ ἄφθαρτα ὑλικά, ὅπως ὁ χαλκὸς καὶ τὸ μάρμαρο, δίνοντας ἔτσι μιὰ αἴσθηση, ἢ καλύτερα ψευδαίσθηση, αἰωνιότητας καὶ συνέχειας. Ἔτσι ἡ θέαση τοῦ ἀγάλματος μπορεῖ εὐκολότερα νὰ ἀνακαλέσει μνῆμες καὶ νὰ διεγείρει τὸ συναίσθημα.

Τὰ ἀγάλματα σχετίζονται μὲ ἀλληλοσυνδεόμενες καὶ σημαντικὲς λει­τουργίες τοῦ ἐγκεφάλου: τὴν προσοχή, τὴ μνήμη, τὸ συναίσθημα καὶ τὴ νόηση. Παραδείγματος χάριν, ὁ ἔφιππος ἀνδριάντας τοῦ Εὐγνώτου στὴν Ἀκραιφία (ἀρχὲς 3ου π.Χ. αἰ.) ἐρέθιζε τὴν προσοχὴ λόγῳ τῆς φυσικῆς του παρουσίας, τῆς θέσης του στὸ κέντρο τῆς πόλης κοντὰ στὸν βωμὸ τοῦ Διὸς Σωτῆρος καὶ τῆς σπανιότητας τῆς παράστασης –οἱ ἔφιπποι ἀνδριάντες ἦταν ἐξαιρετικὴ τιμή. Ἡ παράσταση τοῦ πολεμιστῆ, οἱ προφορικὲς παραδόσεις καὶ τὸ ἐπίγραμμα στὴ βάση τοῦ ἀγάλματος, ποὺ ἐξηγοῦσε πῶς ὁ Εὔγνωτος εἶχε ὁδηγήσει 18 ἐπιθέσεις τοῦ ἱππικοῦ σὲ μιὰ μάχη κοντὰ στὴν Ὀγχηστὸ κι ὅταν ἀντελήφθη τὸ μάταιο τῆς ἀντίστασης αὐτοκτόνησε στὸ πεδίο τῆς μάχης προκαλώντας τὸν σεβασμὸ τοῦ ἐχθροῦ, ὅλα αὐτὰ ἀνακαλοῦσαν στὸν θεατὴ μνῆμες καὶ διέγειραν συναισθήματα – περηφάνεια, θαυμασμό, εὐγνωμοσύνη. Καὶ μέσα ἀπὸ τὴ μνήμη καὶ τὸ συναίσθημα ὁ ἀνδριάντας ἐπενεργοῦσε στὴ νόηση, γινόμενος πρότυπο συμπεριφορᾶς γιὰ τοὺς μελλοντικοὺς πολεμιστὲς καὶ πολίτες: «ἐμπρός, νέοι, ἔτσι νὰ γίνετε πολεμιστὲς ἐπιδιώκοντας τὴ δόξα, ἔτσι ἀντρειωμένοι, νὰ σώζετε τὴν πόλη τῶν πατέρων σας» (ἀλλά, νέοι, γί [ν]εσθε κατὰ κλέος ὦδε μαχηταί, | ὦδ ̓ ἀγαθοί, πατέρων ἄστεα [ῥ]υόμενοι). Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι στὴ βάση τοῦ ἀγάλματος γράφονταν ἐπὶ αἰῶνες οἱ κατάλογοι τῶν νέων πολεμιστῶν, ποὺ μᾶλλον κοντὰ στὸν ἀνδριάντα καὶ τὸν βωμὸ τοῦ Δία ἔδιναν τὸν ὅρκο τοῦ ἐφήβου καὶ τοῦ πολίτη [Νέα δημοσίευση τῆς ἐπιγραφῆς καὶ ἐκτενὴς συζήτηση ἀπὸ τὸν Ma 2005· SEG LV 553. Βλ. καὶ Chaniotis 2013, σ. 144-­145. Γιὰ τὴ σημασία τῶν ἀρχαίων ἐπιγραφῶν γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ἀλληλεξάρτησης προσοχῆς, μνήμης, συναισθήματος καὶ νόησης βλ. Chaniotis 2012β, σ. 228-­230].

Λένε πὼς μιὰ εἰκόνα ἀξίζει ὅσο χίλιες λέξεις καί, ἂν καὶ θὰ διαφω­νοῦσαν ὁ Πίνδαρος, ὁ Ὁράτιος κι ἄλλοι ποιητές [Πίνδαρος, Νεμεονίκης 5.1­2: «δὲν εἶμαι γλύπτης ἀνδριάντων, γιὰ νὰ φτιάχνω | ἀγάλματα ποὺ στὴν ἴδια βάση πάντα στέκουν». Βλ. Αθανασάκη 2009, σ. 154­-155. Horatius, Carmina 4.8. Βλ. Hardie 1993], νομίζω ὅτι ἕνα ἀρχαῖο ἀνάγλυφο καταδεικνύει τὴ σημασία τοῦ ἀγάλματος στὴ συναισθηματικὴ διέγερση. Ἕνα ἐπιτύμβιο ἀνάγλυφο τῶν ἀρχῶν τοῦ 3ου μ.Χ. αἰώνα ἀπὸ τὸν Μαραθώνα (εἰκ. 8) εἰκονίζει μιὰ κάπως ἀσυνήθιστη σκηνή [Πετράκος 1994, σ. 182­184· SEG XLVI 286]. Ἀσυνήθιστη δὲν εἶναι ἡ παράσταση μιᾶς οἰκογένειας: τοῦ πατέρα, τῆς μητέρας καὶ στὴ μέση τοῦ νεκροῦ τους γιοῦ, τοῦ Παραμόνου, ποὺ χάθηκε ἀκόμα ἔφηβος. Ἀσυνήθιστο δὲν εἶναι καὶ ὅτι ὁ νεκρὸς ἀπεικονίζεται ὄχι ὡς ζωντανὸ πρόσωπο, ἀλλὰ ὡς ἄγαλμα πάνω στὴ βάση του. Ἀσυνήθιστη εἶναι ἡ χειρο­νομία τῆς μητέρας ποὺ τρυφερὰ ἀγκαλιάζει τὸ ἄγαλμα τοῦ γιοῦ της. Πάνω στὴ βάση, ὁ ἔφηβος διακρίνεται ἀπὸ τὸν χῶρο τῶν ζωντανῶν, ἀλλὰ ἀντίθετα ἀπὸ τὸ νεκρὸ σῶμα εἶναι ὁρατὸς καὶ προσπελάσιμος· τὸ ἄγαλμά του, ἄψυχο, ἄφωνο, ἀκίνητο, χωρὶς αἴσθηση, στερεῖται ὅπως καὶ ὁ νεκρὸς τῶν ζωτικῶν ἰδιοτήτων, εἶναι ὅμως ἄφθαρτο. Ἀνήμπορη νὰ ἔχει φυσικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν γιό της, ἡ μητέρα τοῦ Παραμόνου ἔχει φυσικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἄγαλμά του.

Εἰκ. 8: Ἐπιτύμβια ἀνάγλυφη στήλη τοῦ ἐφήβου Παραμόνου (ἀρχὲς 3ου π.Χ. αἰώνα). Μαραθώνας. Μουσεῖο Μαραθώνα. Πηγή: Album / Art Resource, NY, ἀρ. φωτ. alb1461996.

Αὐτὲς οἱ ἰδιότητες τῶν ἀγαλμάτων τοὺς ἔδιναν τὴ δυνατότητα νὰ διεγείρουν ἰσχυρὰ συναισθήματα, νὰ δημιουργοῦν τὴν ψευδαίσθηση τῆς παρουσίας κάποιου ποὺ εἶναι ἀπών. Φυσικὰ τὰ συναισθήματα αὐτὰ ἦταν πολὺ ἰσχυρότερα ὅταν συνδέονταν μὲ ἐμπειρίες καὶ μνῆμες, γιὰ τὶς ὁποῖες σπάνια ἔχουμε πληροφορίες. Λέγεται π.χ. πὼς ὁ Κάσσανδρος, ὅταν εἶδε ἕνα ἄγαλμα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου ἐμφάνισε ὅλα τὰ φυσικὰ συμπτώματα τοῦ πανικοῦ: τὸ σῶμα του ἔτρεμε καὶ τὸν κατέλαβε ζάλη [Πλούταρχος, Ἀλέξανδρος 74.6: εἰκόνος Ἀλεξάνδρου φανείσης ἄφνω πλη­ γέντα φρῖξαι καὶ κραδανθῆναι τὸ σῶμα, καὶ μόλις ἀναλαβεῖν ἑαυτόν, ἰλιγγιάσαντα πρὸς τὴν ὄψιν. Συζήτηση τοῦ χωρίου καὶ σχετικῶν κειμένων ἀπὸ τὸν Cairns 2013]. Ὁ Πλίνιος ἀναφέρει ὅτι ο γλύπτης Πυθαγόρας ἀπὸ τὸ Ρήγιο δημιούργησε στὰ τέλη τοῦ 5ου π.Χ. αἰώνα τὸ χάλκινο ἄγαλμα ἑνὸς χωλοῦ ἄνδρα, ἴσως τοῦ Φιλο­κτήτη, ἀποδίδοντας τὸ πάθος του μὲ τέτοια ἐκφραστικότητα ποὺ καὶ οἱ θεατὲς νὰ αἰσθάνονται πόνο [Plinius, Naturalis historia 34.59]. Στὴν περίπτωση τῶν ἀγαλμάτων τῶν θεῶν τὸ συναίσθημα τοῦ δέους ἀπέναντι στὴ θεϊκὴ δύναμη δὲν διεγείρονταν μόνο ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀγάλματος ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς ἀφηγήσεις οἱ ὁποῖες συνδέονταν μὲ αὐτὸ καὶ μερικὲς φορὲς σώζονται στὶς γραμματειακὲς πηγές. Ὅσοι π.χ. πλησίαζαν τὸ ἄγαλμα τῆς Νεμέσεως στὸν Ραμνοῦντα γνώριζαν τὴν παράδοση ὅτι τὸ ἄγαλμα τῆς θεᾶς ποὺ τιμωροῦσε τὴν ὕβριν εἶχε κατα­σκευασθεῖ ἀπὸ παριανὸ μάρμαρο ποὺ οἱ ἀλαζονικοὶ Πέρσες, σίγουροι γιὰ τὴ νίκη τους στὸν Μαραθώνα, εἶχαν φέρει γιὰ νὰ στήσουν τρόπαιο [Αὐτὴ ἡ παράδοση, τὴν ὁποία ἀναφέρει ὁ Παυσανίας (1.33.2), εἶναι θέμα ποιημάτων τῆς Παλατινῆς Ἀνθολογίας (16.221, 222 καὶ 263). Βλ. π.χ. καὶ τὶς διηγήσεις στὸν Παυσανία γιὰ τὰ ἀγάλματα τῆς Ἥρας στὸ Ἄργος (2.17.4) καὶ τῆς Ἀρτέμιδος στὴν Πελλήνη (7.27.3). Γιὰ ἀφηγήσεις σχετικὲς μὲ πανάρχαια ἀγάλματα καὶ τὴ δύναμή τους βλ. Donohue 1988, σ. 40­-43, 58­-59, 77­-78]. Τὸ δέος ποὺ αἰσθάνονταν ἦταν ἀπόρροια αὐτοῦ τοῦ συνδυασμοῦ θέασης καὶ μνήμης.

Ἀγάλματα δράστες

Μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ θέμα μας ἔχουν τὰ ἀγάλματα ποὺ γί­νονται δράστες μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὰ συναισθήματα ποὺ διεγείρουν ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ ἐπιδιωκόμενα. Ἀναφέρω δύο παραδείγματα. Λέγεται ὅτι τὸ ἄγαλμα τῆς Κνιδίας Ἀφροδίτης τοῦ Πραξιτέλη ξύπνησε σὲ κάποιον νεαρὸ τόσο ἔντονη ἐρωτικὴ ἐπιθυμία ποὺ τελικὰ νὰ ἐπιχειρήσει νὰ βιάσει τὸ ἄγαλμα. Ὁ συγ­γραφέας τῶν Ἐρώτων, ψευδεπίγραφου ἔργου ποὺ ἔχει παραδοθεῖ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Λουκιανοῦ, περιγράφει πῶς ὁ νεαρὸς ὁλημερὶς κοιτοῦσε τὸ ἄγαλμα καὶ τοῦ ψιθύριζε ἐρωτόλογα, μέχρι ποὺ μιὰ νύκτα κατάφερε νὰ μπεῖ στὸν ναὸ καὶ ἐπεχείρησε νὰ συμβρεθεῖ ἐρωτικὰ μὲ τὸ ἄγαλμα. Τὰ προϊόντα τοῦ ἐρωτικοῦ του πάθους λέκιασαν τὸ μάρμαρο στοὺς γλουτοὺς τῆς θεᾶς. Τελικὰ ὁ νεαρός, τρελλὸς ἀπὸ ἔρωτα, αὐτοκτόνησε [Ψεύδο-Λουκιανός, Ἔρωτες 13­-16. Πρόσφατη συζήτηση ἀπὸ τὸν Mylonopoulos 2010, σ. 1­3]. Παρόμοιες ἱστορίες εἶναι γνωστὲς καὶ γιὰ ἄλλα ἀγάλματα, ὅπως γιὰ τὴν Ἀγαθὴ Τύχη, πάλι τοῦ Πραξιτέλη [Aιλιανός, Ποικίλη ἱστορία 9.39]:

«Ἕνας νεαρὸς στὴν Ἀθήνα, γόνος καλῆς οἰκογένειας, ἐρωτεύθηκε μὲ θέρμη τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀγαθῆς Τύχης ποὺ βρισκόταν μπροστὰ στὸ πρυτανεῖο. Ἀγκάλιαζε λοιπὸν τὸ ἄγαλμα καὶ τὸ γέμιζε φιλιά· στὴ συνέχεια τρελλὸς καὶ οἰστρηλατούμενος ἀπὸ τὸν πόθο παρου­σιάστηκε στὴ βουλὴ καὶ μὲ παρακάλια ἦταν πρόθυμος νὰ ἀγοράσει τὸ ἄγαλμα προσφέροντας πολλὰ χρήματα. Κι ἐπειδὴ δὲν ἔπειθε τὴ βουλή, ἀφοῦ ἔδεσε πολλὲς ταινίες γύρω ἀπὸ τὸ ἄγαλμα, τὸ στε­φάνωσε, πρόσφερε θυσία καὶ τὸ στόλισε μὲ πολυτελὴ διάκοσμο, αὐτοκτόνησε ἀφοῦ πρῶτα ἔχυσε πολλὰ δάκρυα μπροστά του».

Φυσικὰ ἡ γνωστότερη περίπτωση ἀγαλματοφιλίας, ἀλλὰ μὲ εὐτυχὴ κατάληξη, εἶναι ἐκείνη τοῦ Πυγμαλίωνα, τοῦ μυθικοῦ βασιλιᾶ τῆς Κύπρου ποὺ ἐρωτεύθηκε ἕνα φιλντισένιο ἄγαλμα [Γιὰ τὸ μοτίβο τῆς ἀγαλματοφιλίας στὴ λογοτεχνία καὶ τὴν τέχνη βλ. Corso 1999, σ. 102­-104· Steiner 2001, σ. 186­-207· Hersey 2009]. Ἕνα ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης ἀναμένεται νὰ διεγείρει κυρίως δέος γιὰ τὴ θεά, ἴσως ἐλπίδα καὶ χαρά. Ὄντως, ὅσοι ἔβλεπαν τὸν νεαρὸ νὰ περνᾶ τὶς ὧρες του μπροστὰ στὸ ἄγαλμα, ἑρμήνευαν αὐτὴ τὴ συμπεριφορὰ ὡς θρησκευτικὸ δέος (δεισιδαίμων ἁγι­στεία). Ἄλλα θεμιτὰ αἰσθήματα θὰ ἦταν ἡ περηφάνεια τῶν Κνιδίων γιὰ τὴν παρουσία τέτοιου ἔργου τέχνης στὴν πόλη τους, κι ὁ θαυμασμὸς γιὰ τὸν γλύπτη του. Ἀθέμιτα συναισθήματα εἶναι ὁ φθόνος τῶν γειτόνων ἢ ἡ ὀργὴ τῶν πολιτῶν γιὰ τὴ δαπάνη. Κι ἂν τὸ ἄγαλμα ἐνέπνεε ἐρωτικὲς ἐπιθυμίες στοὺς ἄνδρες θεατές του, εἶναι ἐπιθυμίες ποὺ ὄφειλαν νὰ ἱκανοποιήσουν μὲ κάποια θνητή [Αὐτὸ ἔκανε σύμφωνα μὲ τὸν Πτολεμαῖο Χέννο (Καινὴ ἱστορία fr. inc. sed. 1 ed. Chatzis 1914) κάποιος Μακαρεὺς στὴν Πέρινθο, ποὺ ἐπίσης λέγεται ὅτι ἐρωτεύθηκε τὴν Κνιδία Ἀφροδίτη. Ἡ θεὰ τὸν συμβούλευσε νὰ συμβρεθεῖ μὲ τὴν ἱερόδουλο Ἰσχάδα]. Ὅταν ὅμως ἕνα ἄγαλμα κάνει τὸν λάτρη ὄχι νὰ γονα­τίσει μπροστά του, ἀλλὰ νὰ τὸ βιάσει, ἔχουμε συναισθήματα ἀνεξέλεγκτα καὶ ἀνόσια. Σοκαριστικὴ δὲν εἶναι τόσο ἡ ἐπιθυμία συνεύρεσης μὲ τὴ θεά· ἄλλωστε ἡ Ἀφροδίτη εἶχε ἀρκετοὺς θνητοὺς ἐραστὲς καὶ ἡ πρωϊμότερη ἑλληνικὴ ἔμμετρη ἐπιγραφή, χαραγμένη στὸ «κύπελλο τοῦ Νέστορα» στὶς Πιθηκοῦσες (τέλη 8ου π.Χ. αἰ.), ἀναφέρει χωρὶς συστολὴ πὼς «ὅποιος πιεῖ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ποτήρι, θὰ τὸν κυριεύσει ἀμέσως ἐρωτικὴ ἐπιθυμία γιὰ τὴν καλλιστέφανη Ἀφροδίτη» [Πρόσφατη ἀνάλυση τῆς ἐπιγραφῆς ἀπὸ τὸν Βουτυρά 2014 (μὲ τὴν πα­ λαιότερη βιβλιογραφία)]. Ὅμως στὸ ἀνέκδοτο γιὰ τὴν Κνιδία Ἀφροδίτη ἀντικείμενο τοῦ πόθου δὲν εἶναι ἡ θεὰ ἀλλὰ τὸ ἄγαλμα.

Ἡ δεύτερη σχετικὴ ἀφήγηση ἀφορᾶ στὶς περιπέτειες τοῦ ἀγάλματος τοῦ Θάσιου ἀθλητῆ καὶ πολιτικοῦ Θεαγένη, στὸν πρώιμο 5ο π.Χ. αἰώνα. Μετὰ τὸν θάνατό του, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του ἐρχόταν κάθε βράδυ στὸν χάλκινο ἀνδριάντα τοῦ Θεαγένη καὶ τὸν μαστίγωνε, νομίζοντας πὼς ἔτσι τιμωρεῖ τὸν ἐχθρό του (ἅτε αὐτῷ Θεαγένῃ λυμαινόμενος). Τελικὰ ἕνα βράδυ τὸ ἄγαλμα ἔπεσε πάνω του καὶ τὸν σκότωσε. Ὡς ἔνοχος ἀνθρωποκτονίας, μολυσμένο ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ νεκροῦ, τὸ ἄγαλμα πετάχθηκε στὴ θάλασσα. Ὅταν οἱ Θάσιοι ἀντιμετώπισαν μιὰ ἐπιδημία, ἕνας χρησμὸς τοὺς συμβού­ λευσε νὰ ἐπιτρέψουν τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἐξορίστων. Ἡ συμφορὰ τελείωσε μόνον ὅταν κάποιοι ψαράδες ἔπιασαν στὰ δίκτυα τους τὸν ἀνδριάντα τοῦ Θεαγένη, κι ἔτσι ὁ τελευταῖος ἐξόριστος γύρισε στὴ Θάσο [Παυσανίας 6.11· πρβ. ΔΙΩΝ Χρυσόστομος 1.95­-99· ΕΥΣΕΒΙΟΣ Εὐαγ­ γελικὴ παρασκευὴ 5.34].

Οἱ δύο ἀφηγήσεις ἔχουν κάποια κοινὰ στοιχεῖα: ἡ συναισθηματικὴ ἀντίδραση στὰ ἀγάλματα, παράφορος πόθος στὴν πρώτη ἀφήγηση, μίσος στὴ δεύτερη, διαφέρουν ἀπὸ τὰ ἐπιδιωκόμενα συναισθήματα. Οἱ Θάσιοι εἶχαν στήσει τὸν ἀνδριάντα τοῦ Θεαγένη ὡς ἔκφραση εὐγνωμοσύνης, τιμῆς καὶ περηφάνειας, ὄχι γιὰ νὰ μαστιγώνεται. Καὶ οἱ δυὸ ἱστορίες συμβαίνουν τὴ νύκτα· τὸ σκοτάδι καὶ ἡ μυστικότητα ἐπιτείνουν τὴν αἴσθηση τῆς παρά­ νομης καὶ ἀνόσιας συμπεριφορᾶς. Τὸ τρίτο κοινὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ φυσικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἄγαλμα, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς συναισθηματικῆς διέγερσης. Τὰ συναισθήματα εἶναι τόσο ἔντονα ποὺ ὁδηγοῦν σὲ παράλογες πράξεις. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις οἱ ἔνοχοι βρίσκουν τὸν θάνατο· στὴ δεύτερη περί­πτωση, δράστης εἶναι τὸ ἴδιο τὸ ἄγαλμα [Ἄλλο φονικὸ ἄγαλμα εἶναι τοῦ ἐπίσης ἀθλητῆ Μίτυος, ποὺ ἔπεσε καὶ σκότωσε τὸν φονιὰ τοῦ ἀθλητῆ: Αριστοτέλης, Ποιητικὴ 9.11 (1452a). Ὁ Καλλίμαχος στὸ ἐπίγραμμα 8 ἀναφέρει τὴν περίπτωση τῆς ἐπιτύμβιας στήλης μιᾶς μητριᾶς ποὺ πέφτει καὶ σκοτώνει τὸ παιδὶ ποὺ προσπαθεῖ νὰ τὴ στεφανώσει. Ἕνα ποίημα ποὺ παραδίδεται μεταξὺ τῶν Ἰδυλλίων τοῦ Θεόκριτου (23, Ἐραστὴς) πα­ρουσιάζει ἕνα ἄγαλμα τοῦ Ἔρωτα νὰ σκοτώνει τὸν νεαρὸ ποὺ μένει ἀσυγκίνητος μπροστὰ στὴν αὐτοκτονία τοῦ ἄνδρα ποὺ τὸν ἀγαποῦσε χωρὶς ἀνταπόκριση. Πα­ραδείγματα φονικῶν ἀγαλμάτων στὴν Jones 1998, σ. 139­-140].

Οἱ δύο ἀφηγήσεις εἶναι ἀμφίβολης ἱστορικότητας, ἀλλὰ ἐπιθέσεις κατὰ ἀγαλμάτων εἶναι βέβαιο ὅτι συνέβαιναν, εἴτε πρόκειται γιὰ τὴν καταστροφὴ τῶν Ἑρμῶν ἀπὸ τοὺς ἑρμοκοπίδες στὴν Ἀθήνα τὸ 415 π.Χ. [Θουκυδίδης 6.27-­29· Ανδοκίδης, Περὶ μυστηρίων· Πλούταρχος, Ἀλκιβιάδης 18­-21], εἴτε γιὰ ἐπίθεση στὸ ἄγαλμα τοῦ δυνάστη τῆς Καρίας Ἑκατόμνου στὰ Μύλασα τὸ 360 π.Χ. [I.Mylasa 2: παρανομήσαντας ἐς τὴν εἰκόνα τὴν Ἑκατόμνω], εἴτε γιὰ ἐπίθεση σὲ ἀγάλματα θεῶν ἀπὸ κάποιον ἀπροσδιόριστο ὄχλο στὰ Κόλλυδα τῆς Λυδίας τὸ 197 μ.Χ [SEG LVII 1185: Μηνὸς Μοτυλλείτου ἱορτῆς γενομένης … συνῆλθεν ὄχλος ἐπὶ τὴν βασιλικὴν ἔχοντες ξίφη καὶ ξύλα καὶ λίθους συντρίψαντες τοὺς ἱερο­ δούλους καὶ τὰ ἀφυδρίσματα τῶν θεῶν]. Ὁπλισμένοι μὲ σπαθιά, ξύλα καὶ πέτρες, κάποιοι ἐπιτέθηκαν στοὺς δούλους τῶν θεῶν καὶ κατέστρεψαν τὰ ἀγάλματα. Τέτοια ἐπεισόδια ἐξηγοῦν ἄλλωστε τὸν φόβο τοῦ Ἡρώδη Ἀττικοῦ ὅτι τὰ ἀγάλματά του καὶ τὰ ἀγάλματα τῶν ἀγαπημένων του προ­ σώπων θὰ γίνονταν ἀντικείμενο ἐπιθέσεων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γεμίσει τὴν Ἀττικὴ μὲ κατάρες κατὰ τῶν ἐπίδοξων δραστῶν [Tobin 1997, σ. 113­-160].

Ἀπὸ τὴν παρουσία στὸ σύμβολο

Οἱ μαρτυρίες στὶς ἀρχαῖες γραμματειακὲς πηγές, τὶς ἐπιγραφὲς καὶ τοὺς παπύρους ἀναδεικνύουν τὰ ἀγάλματα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου ἕως τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ὡς μνημεῖα πρωταρχικῆς σημασίας ὄχι μόνο γιὰ τὴ διαμόρφωση ταυτότητας καὶ τὴν προαγωγὴ τοῦ κύρους εὐεργετῶν, πολιτικῶν καὶ μοναρχῶν, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διέγερση τοῦ συναι­σθήματος καὶ τὴ μεταβίβαση τῆς μνήμης, θέματα στὰ ὁποῖα ἀκροθιγῶς ἀναφέρθηκα στὴν ὁμιλία μου. Στοὺς δημόσιους καὶ ἱεροὺς χώρους τῆς ἀρχαίας πόλης τὰ ἀγάλματα ἦταν ἀντικείμενο μιᾶς ἰδιαίτερα δυναμικῆς σχέσης μὲ τοὺς θεατὲς καί, στὴν περίπτωση τῆς θρησκείας, τοὺς λάτρεις καὶ τοὺς «χρῆστες» τους. Ἀπόρροια αὐτῆς τῆς δυναμικῆς σχέσης ἦταν κάτω ἀπὸ ἰδιαίτερες συνθῆκες τὰ ἀγάλματα νὰ ἀντιμετωπίζονται ὡς ζωντανὰ σώματα, νὰ θεωροῦνται ὡς φορεῖς ἐπιφάνειας καὶ δράστες ἐνεργειῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουν βίους μὲ δραματικὲς ἐναλλαγές.

Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ὡς πολιτισμὸς ἀγαλμάτων φθάνει στὸ τέλος του μὲ τὴ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅταν στὴν ἑλληνόφωνη ἀνατολὴ τὰ ἀγάλματα βρέθηκαν στὸ στόχαστρο τῆς πολεμικῆς τῶν θεολόγων. Στὸν βαθμὸ ποὺ τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν καὶ τῶν ἡρώων τοῦ μύθου δὲν ἦταν δυνατὸν λόγῳ τῆς θεματολογίας τους νὰ ἀφομοιωθοῦν ὡς ἔργα τέχνης στὸ περιβάλλον τῆς νέας θρησκείας, ἔπεσαν θύματα ἀπόλυτης ἢ ἐπιλεκτικῆς καταστροφῆς ἀπὸ τοὺς χριστιανούς – ἢ κρύφτηκαν προσεκτικὰ ἀπὸ τοὺς τελευταίους πιστοὺς τῶν παραδοσιακῶν θεῶν [Γιὰ τὴν ἐπιλεκτικὴ καταστροφὴ ἀγαλμάτων στὴν ὕστερη ἀρχαιότητα βλ. Stewart 1999· Smith 2012· Kristensen 2013. Γιὰ τὴν ἀπόκρυψη ἀγαλμάτων βλ. Caseau 2011]. Τιμητικοὶ ἀνδριάντες συνέχισαν μέχρι περίπου τὸν 6ο μ.Χ. αἰώνα νὰ ἐγείρονται στὰ ἀστικὰ κέντρα, ἀλλὰ καὶ ἡ δική τους σημασία ἔφθινε [Γιὰ τὴν ἐπιβίωση τιμητικῶν ἀνδριάντων στὴν ὕστερη ἀρχαιότητα βλ. Smith 1999β· Brown 2012· Gehl 2012. Γιὰ τὴ χρήση ἀγαλμάτων σὲ ἰδιωτικοὺς χώρους στὴν ὕστερη ἀρχαιότητα βλ. Hannestad 2002· ἀγάλματα σὲ δημόσιους χώρους: Lavan 2011. Βλ. καὶ τὴ συλλογὴ μελετῶν στοὺς Birk, Kristensen καὶ Poulsen (ἐπιμ.) 2014].

Ἡ ζωὴ τῶν ἀγαλμάτων στὸν ἀρχαῖο κόσμο δίνει ἴσως κάποια ἐρεθί­σματα γιὰ σκέψεις σχετικὰ μὲ τὴ θέση τῶν ἀγαλμάτων στὸν σύγχρονο δυτικὸ κόσμο –ὁ ἰσλαμικὸς κόσμος δὲν ἐνδείκνυται προφανῶς γιὰ συγκρίσεις. Στὸν σημερινὸ δυτικὸ κόσμο τὰ ἀγάλματα, ὡς ἄψυχη ὕλη, ἔχουν κυρίως συμβολικὴ σημασία. Ἕνα ἀπὸ τὰ γνωστότερα ποιήματα τοῦ Γεωργίου Σεφέρη στὴ συλλογὴ «Μυθιστόρημα» τοῦ 1935, ἀρχίζει μὲ τοὺς στίχους:

«Ξύπνησα μὲ τὸ μαρμάρινο τοῦτο κεφάλι στὰ χέρια ποὺ μοῦ ἐξαντλεῖ τοὺς ἀγκῶνες καὶ δὲν ξέρω ποῦ νὰ τ ̓ ἀκουμπήσω».

Μὲ τὸ σπασμένο ἄγαλμα ὑπαινίσσεται ὁ Σεφέρης τὸ ἀσήκωτο βάρος τῆς ἀρχαίας παράδοσης στὴ σύγχρονη Ἑλλάδα. Χρόνια ἀργότερα, στὶς Δοκιμές του, ἐπιστρέφει στὴ σαγηνευτικὴ καὶ ἰσχυρὴ παρουσία τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων στὸν νεότερο σύγχρονο ἑλληνισμὸ μὲ ἕνα παράθεμα ἀπὸ τὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Μακρυγιάννη.

«Εἶχα δυὸ ἀγάλματα περίφημα, μιὰ γυναίκα κι’ ἕνα βασιλόπουλο, ἀτόφια – φαίνονταν οἱ φλέβες· τόση ἐντέλειαν εἶχαν. Ὅταν χάλασαν τὸν Πόρον, τἄχαν πάρει κάτι στρατιῶτες καὶ εἰς τ’ Ἄργος θὰ τὰ πουλοῦσαν κάτι Εὐρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν. Ἄντεσα κι’ ἐγὼ ἐκεῖ, πέρναγα· πῆρα τοὺς στρατιῶτες, τοὺς μίλησα· “Αὐτά, καὶ δέκα χιλιάδες τάλαρα νὰ σᾶς δώσουνε, νὰ μὴν τὸ καταδεχτῆτε νὰ βγοῦν ἀπό τὴν πατρίδα μας. Δι’ αὐτὰ πολεμήσαμεν”».

Χάρη στὸν Σεφέρη αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα περιλαμβάνεται σταθερὰ στὰ σχολικὰ ἀνθολόγια κειμένων τῆς νεοελληνικῆς γραμματείας καὶ στὶς Πανελλήνιες ἐξετάσεις τοῦ 1987 ἦταν τὸ θέμα τῆς ἔκθεσης. Ἂν ἀπὸ περιέργεια τὸ ἀναζητήσετε στὸ Google, θὰ βρεῖτε πάνω ἀπὸ 40.000 ἀναφορές. Στὰ χρόνια τοῦ Μακρυγιάννη ἡ συμβολικὴ λειτουργία τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων εἶχε ἀναβιώσει, μετὰ ἀπὸ αἰῶνες λησμονιᾶς, μαζὶ μὲ τὴν ἀναβίωση ἑνὸς ἔθνους. Ἡ διδακτικὴ φράση τοῦ Μακρυγιάννη «δι ̓ αὐτὰ πολεμήσαμεν» ἀποκαλύπτει τὴν προσπάθειά του νὰ δώσει ὑλικὴ ἔκφραση καὶ πρόσωπο στὰ ἑτερογενῆ καὶ ἀόριστα κίνητρα τῶν ἐπαναστατημένων Ἑλλήνων. Ἡ συναισθηματικὴ δύναμη τῶν ἀγαλμάτων συνδεόταν μὲ τὴ φυσική τους παρουσία καὶ τὴν ὑλική τους ὑπόσταση, μὲ τὴ δυνατότητα τοῦ θεατῆ νὰ κατανοήσει τί ἀπεικονίζουν – «μιὰ γυναίκα κι’ ἕνα βασιλόπουλο» –, μὲ τὴν αἰσθητική τους – τὰ ἀγάλματα τοῦ Μακρυγιάννη ἦταν «περίφημα», εἶχαν «ἐντέλειαν».

Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἐντυπωσιακὲς εἰκόνες σὲ ταινία τοῦ Θεόδωρου Ἀγγε­λόπουλου εἶναι ἡ σκηνὴ στὸ «Βλέμμα τοῦ Ὀδυσσέα» τοῦ 1995, στὴν ὁποία τὸ κομματιασμένο ἄγαλμα τοῦ Λένιν φορτώνεται σὲ μιὰ φορτηγίδα καὶ ἀκολουθεῖ τὸν ροῦ τοῦ ποταμοῦ. Ἡ κομματιασμένη ὑλικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀγάλματος ὑπαινίσσεται τὸ κομμάτιασμα μιᾶς αὐτοκρατορίας, μιᾶς ταυτό­τητας καὶ μιᾶς ἰδεολογίας, τὴ συντριβὴ ἐλπίδων, τὴν τομὴ μὲ τὸ παρελθόν. Καὶ μὲ τὴν ποίηση τῆς Κικῆς Δημουλᾶ οἱ διάλογοι τοῦ σύγχρονου σκεπτό­μενου ἀνθρώπου μὲ τὰ ἀγάλματα συνεχίζονται καὶ στὶς μέρες μας.

Κοιτάζοντας ὅμως πέρα ἀπὸ τὴν ποίηση τῶν κειμένων καὶ τῶν κινη­ ματογραφικῶν εἰκόνων, παρατηροῦμε ὅτι στὰ ἀστικὰ κέντρα τῆς ἐποχῆς μας τὰ ἀγάλματα, τοποθετημένα πάνω σὲ βάθρα, βρίσκονται συνήθως πάνω καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς καθημερινότητας. Ἡ προσοχή μας ἑστιάζεται σὲ αὐτὰ συνήθως ὅταν ἡ καθημερινότητα διακόπτεται: στὴ γιορτὴ καὶ τὴν τελετουργία, στὴν κατάθεση στεφάνου σὲ κάποια ἱστορικὴ ἐπέτειο, στὴν ἐκφώνηση κάποιου λόγου σὲ ἐκδήλωση μνήμης. Ἡ θέση τους εἶναι σὲ χώρους ἰδιαίτερης σημασίας, ὅπως οἱ πλατεῖες ἢ τὰ νεκροταφεῖα. Στὶς αἴθουσες τῶν μουσείων τὰ ἀγάλματα πάλι εἶναι ἀπομακρυσμένα ἀπὸ τὴν καθημερινότητα. Ὅταν τὰ ἀγάλματα συναντοῦν τὴν καθημερινότητα αὐτὸ συνήθως γίνεται μὲ βίαιο καὶ ἀνατρεπτικὸ τρόπο, στὴν καλύτερη περί­ πτωση ὡς ἀντικείμενα πειράγματος (εἰκ. 9), στὴ χειρότερη ὡς ἀντικείμενα ἐπιθέσεων καὶ βανδαλισμοῦ [Γιὰ τὴν καταστροφὴ ἀγαλμάτων στὴν Ἑλλάδα κατὰ τὰ τελευταῖα χρό­νια βλ. Τσιβίκης 2013].

Εἰκ. 9: Στοκχόλμη. Τὸ ἄγαλμα τοῦ Σουηδοῦ πολιτικοῦ τοῦ 19ου αἰώνα Lars Johan Hierta, θύμα ἀστειότητας, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 2008. Πηγή: Φωτογραφία τοῦ συγγραφέα.

Μιὰ σύγχρονη καλλιτεχνικὴ τάση ποὺ συνδέεται κυρίως μὲ τὸ ἔργο τοῦ Ἀμερικανοῦ γλύπτη J. Seward Johnson θέλει τὰ γλυπτὰ ἐνταγμένα μὲ φυσικὸ τρόπο στοὺς χώρους τῆς καθημερινῆς κίνησης καὶ ζωῆς, τὰ κατε­βάζει ἀπὸ τὸ βάθρο στὸ πεζοδρόμιο δημιουργώντας τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ἀποτελοῦν κομμάτι τῆς ζωῆς. Ἡ ἐπιτυχία αὐτῶν τῶν γλυπτῶν ὀφείλεται σὲ μεγάλο βαθμὸ στὸ σάστισμα ποὺ προκαλοῦν, στὴν αἱρετικὴ ὑπονόμευση μιᾶς κρατούσας ἀντίληψης. Ἡ πρόσληψη τοῦ ἀγάλματος ὡς ὕλης χωρὶς ζωὴ ἐξηγεῖ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ προκαλοῦν οἱ πλανόδιοι καλλιτέχνες ποὺ παριστάνουν τὰ ἀγάλματα σὲ χώρους κοσμοσυρροῆς· ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ παρουσία τους εἶναι ἀλλόκοτη –ἔμπνοα ἀγάλματα– προσελκύει τὴν προσοχή, θέλγοντας μερικούς, ἐνοχλώντας ἢ τρομάζοντας ἄλλους.

Στὴ σημερινὴ νεοελληνικὴ καὶ δυτικὴ καθημερινότητα τὰ ἀγάλματα ἔχουν καταντήσει ἀσήμαντα. Τὰ ἀγάλματα τὰ συνδέουμε μὲ τὴν ἱστορικὴ μνήμη· ἀλλὰ ἡ ἱστορικὴ μνήμη ἔχει πέσει θύμα μιᾶς ἐλλειμματικῆς μέσης ἐκπαίδευσης. Τὰ ἀγάλματα τὰ συνδέουμε μὲ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν αὐθεντία· ἀλλὰ ἡ ἐξουσία καὶ ἡ αὐθεντία εἶναι στόχοι ἀμφισβήτησης. Ἂν καὶ ἡ κοι­νωνία μας εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ εἰκονοκλαστική, προσλαμβάνουμε τὸ γίγνεσθαι μέσα ἀπὸ εἰκόνες δισδιάστατες, μέσα ἀπὸ ὀθόνες ἐπίπεδες καὶ χωρὶς βάθος· τὴν ὀθόνη τοῦ ὑπολογιστῆ, τῆς τηλεόρασης, τοῦ smartphone. Ἔχοντας ὠθήσει τὰ ἀγάλματα στὸ περιθώριο, ἔχουμε χάσει στοιχεῖα πολι­τιστικῆς συνέχειας. Ἴσως τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ θὰ δώσετε ἕνα ραντεβού, νὰ τὸ δώσετε κοντὰ σὲ ἕνα ἄγαλμα.

◊♦◊

 

­