Τα παιδιά του Όντιν

στις

The Project Gutenberg e-book of
The Children of Odin, by Padraic Colum
Μετάφραση, επιμέλεια :
Πυθεύς

Sól, the Sun, and Máni, the Moon, are chased by the wolves Sköll and Háti
in The Wolves Pursuing Sol and Mani by J. C. Dollman (1909) _ wikipedia

Σχετικές εργασίες:

H Βαλχάλλα – Valhalla

Περί Παραδείσων [Fólkvangr (Φόλκβανγκρ)]

Οι Ψυχοπομποί [Βαλκυρίες]

Οι κάτοικοι της Άσγκαρντ

Πολύ μακριά και πολύ παλιά

Κάποτε υπήρχε ένας άλλος Ήλιος κι ένα άλλο Φεγγάρι· διαφορετικός Ήλιος – διαφορετικό Φεγγάρι, απ᾽ αυτά που βλέπουμε σήμερα. Σολ (Sól) φώναζαν εκείνον τον Ήλιο και Μάνι (Máni) εκείνο το Φεγγάρι.  Μα πάντοτε κυνηγούσαν λύκοι την Σολ και τον Μάνι· ένας λύκος στο κατόπι του καθενός. Στο τέλος οι λύκοι τους πρόλαβαν και τους καταβρόχθισαν. Έπειτα ο κόσμος έμεινε στο σκοτάδι και την παγωνιά.

Εκείνη την εποχή ζούσαν οι Θεοί, Όντιν [Odin, Óðinn] και Θωρ [Thor, Þórr], Χοντ [Hod, Hǫðr] και Μπαλντρ [Baldr], Τυρ [Týr] και Χέιμνταλ [Heimdall], Βίνταρ [Vídar, Víðarr] και Βάλι [Váli], καθώς και ο Λόκι [Loki], ο ικανός για το καλό και το κακό. Ζούσαν και οι όμορφες θεές Φρίγκ [Φρίγκα, Frigg], Φρέγια [Freyja], Νάννα [Nanna], Ιντούν [Iðunn] και Σιφ [Sif]. Όταν όμως ο Ήλιος και το Φεγγάρι εξαφανίστηκαν, το ίδιο έπαθαν και οι θεοί —όλοι οι Θεοί, εκτός του Μπαλντρ ο οποίος είχε πεθάνει νωρίτερα, του Βίνταρ και του Βάλι, γιούς του Όντιν και τους Μόντι [Módi] και Μάγκνι [Magni], γιούς του Θωρ.

Yπήρχαν και άντρες και γυναίκες σ᾽ εκείνον τον κόσμο. Αλλά προτού ο Ήλιος και το Φεγγάρι κατασπαραχθούν και πριν από την εξόντωση των Θεών, φοβερά πράγματα συνέβησαν σ᾽ εκείνους ανθρώπους. Χιόνια σκέπασαν τις τέσσερις γωνιές της γης και για τρείς εποχές χιόνιζε ασταμάτητα. Άνεμοι φύσηξαν και παρέσυραν τα πάντα μακριά. Και οι λαοί του κόσμου που επέζησαν από το χιόνι το κρύο και τους ανέμους, πολέμησαν αναμεταξύ τους, αδελφός φόνευε αδελφό, ωσότου χάθηκαν από προσώπου γης.

Υπήρχε τότε και μιαν άλλη γη, καταπράσινη και όμορφη. Ωστόσο άνεμοι που φυσούσαν μανιασμένα ισοπέδωσαν δάση, λόφους και καταφύγια. Τότε ήρθε η φωτιά και την κατέκαψε. Ήταν σκοτεινά, ο Ήλιος και η Σελήνη είχαν χαθεί. Οι Θεοί είχαν συναντήσει τη μοίρα τους. Και ο χρόνος όλων εκείνων των συμβάντων λεγόταν Ράγκναροκ [Ragnarök], το Λυκόφως των Θεών.

Battle-of-the-Doomed-Gods
“Battle of the Doomed Gods” by Friedrich Wilhelm Heine (1882) _source

Κάποτε ένας νέος Ήλιος κι ένα νέο Φεγγάρι εμφανίστηκαν κι ανέβηκαν στον ουρανό· ήσαν πιο χαριτωμένοι από την Σολ και τον Μάνι και δεν τους κυνηγούσαν λύκοι. Η γη πρασίνισε κι ομόρφυνε για άλλη μιά φορά και στα βάθη ενός δάσους που ᾽χε σωθεί απ᾽ τη φωτιά, ξύπνησαν μια γυναίκα κι ένας άντρας. Τους είχε κρύψει εκεί ο Όντιν και τους είχε αφήσει να κοιμούνται  για όσο κρατούσε το Ράγκναροκ, το Λυκόφως των Θεών.

Λιφ [Líf] ήταν το όνομα της γυναίκας και Λίφρασιρ [Lífthrasir] του άντρα. Μετακινήθηκαν σε όλον τον κόσμο και τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους έγιναν οι κάτοικοι της νέας γης. Και από τους Θεούς είχαν απομείνει ο Βίνταρ και ο Βάλι, οι γιοί του Όντιν και ο Μόντι και ο Μάγκνι, οι γιοί του Θωρ· στη νέα γη ο Βίνταρ και ο Βάλι βρήκαν πινακίδες που πάνω τους οι παλαιότεροι Θεοί είχαν χαράξει όσα είχαν συμβεί πριν το Ράγκναροκ, το Λυκόφως των Θεών και τις είχαν αφήσει εκεί γι αυτούς.   

Οι άνθρωποι που έζησαν μετά το Ράγκναροκ, το Λυκόφως των Θεών, δε τυραννίστηκαν, όπως εκείνοι του παρελθόντος, από τα φοβερά πλάσματα που έφεραν καταστροφή στον κόσμο και στους ανθρώπους και τα οποία από την αρχή είχαν κηρύξει πόλεμο στους Θεούς.

Το χτίσιμο του τείχους

Πόλεμος μεταξύ Γιγάντων και Θεών υπήρχε πάντοτε —μεταξύ των Γιγάντων που θα κατέστρεφαν τον κόσμο και την φυλή των ανθρώπων, και των Θεών που θα προστάτευαν το ανθρώπινο γένος και θα είχαν κάνει τον κόσμο πιο όμορφο.

Για τους Θεούς μπορούν να ειπωθούν πολλές ιστορίες, όμως η πρώτη που θα ᾽πρεπε να μάθετε είναι αυτή για το χτίσιμο της Πόλης τους.

Μέσα από ένα πέρασμα που είχαν ανοίξει οι ίδιοι, οι Θεοί έφτασαν στην κορφή ενός ψηλού βουνού κι εκεί αποφάσισαν να χτίσουν μια μεγάλη δική τους Πόλη που οι Γίγαντες ουδέποτε θα μπορούσαν να ανατρέψουν. Την Πόλη  θα την ονόμαζαν Άσγκαρντ [Ásgarðr], το οποίο σημαίνει Τόπος των Θεών. Θα την έχτιζαν σ᾽ ένα πανέμορφο πλάτωμα που βρισκόταν στην κορφή εκείνου του ψηλού βουνού. Και ήθελαν να υψώσουν γύρω της το ψηλότερο και δυνατότερο τείχος που είχε ποτέ κατασκευασθεί.

Τώρα, μια μέρα που ετοιμάζονταν να χτίσουν τις αίθουσες και τα παλάτια τους, ένα περίεργο πλάσμα τους πλησίασε. Ο Όντιν, ο πατέρας των Θεών, πήγε και του μίλησε. «Τι γυρεύεις στο Βουνό των Θεών;» ρώτησε τον Ξένο; 

«Γνωρίζω τα σχέδια των Θεών,» είπε ο Ξένος. «Θα χτίσουν μια Πόλη εδώ. Εγώ από παλάτια δε γνωρίζω, όμως μπορώ να χτίσω μεγάλα αδιαπέραστα τείχη. Αφήστε με να περιτειχίσω την Πόλη σας.»

«Πόσο χρόνο θα σου πάρει να χτίσεις έναν τοίχο γύρω από την Πόλη μας;» είπε ο Πατέρας των Θεών.

«Ένα χρόνο ω! Όντιν,» είπε ο Ξένος.

Τώρα, ο Όντιν γνώριζε ότι εφόσον ένας μεγάλος τοίχος ήταν δυνατό να χτιστεί ολόγυρά της, οι Θεοί δε θα σπαταλούσαν τον χρόνο τους υπερασπιζόμενοι την Άσγκαρντ από τους Γίγαντες και γνώριζε ότι με την πόλη τους να είναι προστατευμένη, θα είχε το χρόνο να βρεθεί ανάμεσα στους ανθρώπους για να τους διδάξει και να τους βοηθήσει. Σκέφτηκε ότι όποια αμοιβή κι αν ζητούσε ο Άγνωστος για το χτίσιμο του τείχους δεν θα ήταν υπερβολική.

Την ίδια μέρα ο Ξένος παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο των Θεών κι ορκίστηκε ότι θα είχε οικοδομήσει τον μεγάλο τοίχο σ᾽ ένα χρόνο. Κατόπιν ο Όντιν υποσχέθηκε ότι οι Θεοί θα του έδιναν ό,τι είχε ζητήσει για αμοιβή εφόσον θα είχε τοποθετήσει και την τελευταία πέτρα στο τείχος σ᾽ ένα χρόνο από τότε.

Ο Ξένος έφυγε κι επέστρεψε την επομένη. Ήταν η πρώτη μέρα του Καλοκαιριού όταν ξεκίνησε να δουλεύει. Δεν είχε φέρει κανέναν να τον βοηθήσει εκτός από ένα μεγαλόσωμο άλογο.

Τώρα οι Θεοί σκέφτηκαν ότι αυτό το άλογο δεν θα έκανε τίποτε παραπάνω από το να σέρνει βράχους για το χτίσιμο του τείχους. Όμως το άλογο έκανε πολλά περισσότερα απ᾽ αυτό. Στοίβαξε τους βράχους στις κατάλληλες θέσεις στερεώνοντάς τους με λάσπη. Μέρα και νύχτα, με φως και σκοτάδι, το άλογο δούλευε κι  ένα τεράστιο τείχος δεν άργησε να ξεπροβάλλει γύρω από τα παλάτια που έχτιζαν οι ίδιοι οι Θεοί.

«Τι ανταμοιβή θα ζητήσει ο Ξένος για το έργο που κάνει για ᾽μας;» αναρωτήθηκαν οι Θεοί.

Ο Όντιν πήγε στον Ξένο. «Θαυμάζουμε τη δουλειά που κάνετε εσύ και το άλογό σου για ᾽μας,» είπε. «Κανείς δεν μπορεί ν᾽αμφισβητήσει ότι το μεγάλο τείχος της Άσγκαρντ θα έχει χτιστεί μέχρι την πρώτη μέρα του καλοκαιριού.  Ποιά θα είναι η ανταμοιβή σου; Θα την έχουμε έτοιμη για ᾽σένα.»

Ο Ξένος παράτησε τη δουλειά που έκανε, αφήνοντας το τεράστιο άλογο να τοποθετεί τους βράχους. «Ω! Πατέρα των Θεών,» είπε, «Ω! Όντιν, η αμοιβή που θα ζητήσω για το έργο μου είναι ο Ήλιος και το Φεγγάρι και η Φρέγια, που προστατεύει τα λουλούδια και τα χορτάρια, για γυναίκα μου.»

Στο άκουσμα αυτό ο Όντιν εξοργίστηκε γιατί αυτό που απαιτούσε ο Ξένος για τη δουλειά του ξεπερνούσε κάθε τίμημα. Πήγε στην παρέα των άλλων Θεών, που τότε έχτιζαν τα λαμπερά παλάτια τους μέσα απ᾽ το μεγάλο τείχος και τους είπε ποιά ανταμοιβή ζήτησε ο Ξένος. Οι Θεοί είπαν, «Δίχως Ήλιο και Φεγγάρι ο κόσμος  θα μαραζώσει.» Και οι Θεές είπαν, «Δίχως την Φρέγια τα πάντα θα σκοτεινιάσουν στην Άσγκαρντ.»

Αν ήταν να ικανοποιήσουν την αξίωση του Ξένου θα είχαν αφήσει άχτιστο το τείχος. Αλλά κάποιος από την παρέα των Θεών μίλησε. Ήταν ο Λόκι, ένας ημίθεος· πατέρας του ήταν ο Γίγαντας Άνεμος. «Αφήστε τον Ξένο να χτίσει τον τοίχο γύρω από την Άσγκαρντ,» είπε ο Λόκι, «και θα βρω έναν τρόπο να τον κάνω να παραιτηθεί από τη σκληρή συμφωνία που είχε κάνει με τους Θεούς. Πηγαίνετε και πείτε του ότι ο τοίχος θα πρέπει να είναι τελειωμένος την πρώτη ημέρα του Καλοκαιριού και ότι αν δεν έχει τοποθετηθεί και η τελευταία πέτρα δεν θα του δοθεί το αντίτιμο που ζητάει.» 

Οι Θεοί πλησίασαν τον Ξένο και του είπαν ότι αν η τελευταία πέτρα δεν έχει μπεί πάνω στον τοίχο την πρώτη ημέρα του Καλοκαιριού ούτε η Σολ ή ο Μάνι, ο Ήλιος και το Φεγγάρι, μήτε η Φρέγια θα του δίνονταν. Και τώρα γνώριζαν ότι ο Ξένος ήταν ένας από τους Γίγαντες.

Ο Γίγαντας και το μεγαλόσωμο άλογό του στοίβαζαν βράχους πιο γρήγορα από πριν. Τη νύχτα, ενώ ο Γίγαντας κοιμόταν, το άλογο δούλευε ασταμάτητα, τραβώντας πέτρες και τοποθετώντας τις στον τοίχο με τα μεγάλα μπροστινά του πόδια. Και μέρα με τη μέρα ο τοίχος γύρω από την Άσγκαρντ γινόταν όλο και πιο ψηλός.

Μα οι Θεοί καμιά χαρά δεν έπαιρναν βλέποντας το μεγαλειώδες τείχος να ορθώνεται όλο και πιο ψηλά γύρω από τα παλάτια τους. Ο Γίγαντας και το άλογό του θα ολοκλήρωναν το έργο ως την πρώτη μέρα του Καλοκαιριού κι ύστερα εκείνος θα έφευγε μακριά παίρνοντας μαζί του τον Ήλιο και το Φεγγάρι, τη Σολ, τον Μάνι και τη Φρέγια. 

Όμως ο Λόκι δεν ανησυχούσε. Συνέχιζε να λέει στους Θεούς ότι θα έβρισκε τρόπο να αποτρέψει την ολοκλήρωση του έργου υποχρεώνοντας έτσι τον Γίγαντα να παραιτηθεί από το τρομερό τίμημα που είχε αναγκάσει τον Όντιν να του υποσχεθεί. 

Το καλοκαίρι βρισκόταν τρείς μέρες μακριά. Η κατασκευή του τείχους είχε ολοκληρωθεί με εξαίρεση την είσοδο. Πάνω από το πέρασμα έμενε να τοποθετηθεί ακόμα ένας βράχος. Και ο Γίγαντας, προτού πάει να κοιμηθεί, πρὀσταξε το αλογό του να μεταφέρει μια τεράστια πέτρα ώστε να μπορούσαν να την βάλουν πάνω από την πύλη το πρωί κι έτσι να τελειώσουν το έργο δύο γεμάτες μέρες πριν το Καλοκαίρι.

Έτυχε να είναι μια πανέμορφη φεγγαρόφωτη νύχτα. Ο Σβαντίλφαρι [Svaðilfari (εκφώνηση)] το τεράστιο άλογο του Γίγαντα, έσερνε τον μεγαλύτερο βράχο που είχε μεταφέρει ποτέ όταν αντιλήφθηκε μια μικρή φοράδα να τον πλησιάζει καλπάζοντας. Το μεγάλο άλογο δεν είχε ποτέ δει τόσο όμορφη φοράδα και κοίταξε με έκλπηξη προς το μέρος της.

«Σβαντιλφάρι, σκλάβε,» είπε η μικρόσωμη φοράδα περνώντας μπροστά του χοροπηδώντας.

Ο Σβαντιλφάρι άφησε την πέτρα που έσερνε και φώναξε την φοράδα. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του. «Γιατί με φώναξες Σβαντιλφάρι, σκλάβε;» είπε το μεγάλο άλογο.

«Γιατί πρέπει να δουλεύεις νύχτα και μέρα για τον αφέντη σου,» είπε η μικρή φοράδα. «Σε βάζει να δουλεύεις, να δουλεύεις, να δουλεύεις και ποτέ δε σ᾽αφήνει να χαρείς τον εαυτό σου. Δεν τολμάς να παρατήσεις τούτη την πέτρα και να έρθεις να παίξουμε μαζί.» 

«Ποιός σου είπε ότι δεν τολμώ να το κάνω;» είπε ο Σβαντιλφάρι.

«Ξέρω ότι δεν τολμάς,» είπε η μικρή φοράδα και χτυπώντας προκλητικά τις οπλές της έτρεξε απέναντι  στο φεγγαρόφωτο λιβάδι.

Τώρα για να λέμε την αλήθεια ο Σβαντιλφάρι είχε κουραστεί να δουλεύει μέρα-νύχτα. Όταν είδε την μικρή φοράδα να καλπάζει μακριά μια ξαφνική απογοήτευση τον κατέλαβε. Παράτησε την πέτρα που κουβαλούσε στο χώμα. Άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί ολόγυρα και είδε τη μικρή φοράδα να  τον κοιτάζει. Κάλπασε ξοπίσω της.

Δεν την έφτασε. Έτρεχε γρήγορα μπροστά του. Έφτασε πάνω στο φεγγαρόλουστο λιβάδι γυρνώντας και κοιτάζοντας πίσω ξανά και ξανά τον Σβαντιλφάρι που την ακολουθούσε πολύ αργά. Η μικρή φοράδα κατέβηκε την πλαγιά και ο Σβαντιλφάρι, ο οποίος τώρα ήταν χαρούμενος με την ελευθερία του, με την φρεσκάδα του αέρα και την μυρωδιά των λουλουδιών, βρισκόταν ακόμη ξοπίσω της. Με το φως της μέρας βρέθηκαν κοντά σε μια σπηλιά και η μικρή φοράδα κατευθύνθηκε προς τα ᾽κεί. Πέρασαν  στο εσωτερικό της. Τότε ο Σβαντιλφάρι την πρόλαβε κι έπειτα περιπλανήθηκαν μαζί με την μικρή φοράδα να διηγείται στον Σβαντιλφάρι ιστορίες για τους Νάνους και τα Ξωτικά.

Έφτασαν σ´ένα σύδεντρο κι έμειναν εκεί παρέα με την μικρή φοράδα να παίζει τόσο όμορφα μαζί του που το μεγάλο άλογο λησμόνησε τα πάντα γύρω από τον χρόνο που περνούσε. Κι ενώ οι δυό τους βρίσκονταν στο άλσος ο Γίγαντας έτρεχε πάνω-κάτω, αναζητώντας το σπουδαίο του άλογο.

Είχε έρθει στο τείχος το πρωί, προσμένοντας να τοποθετήσει τον βράχο πάνω από την πύλη κι έτσι να ολοκληρώσει το έργο. Όμως ο βράχος που ήταν να μεταφερθεί δεν βρισκόταν κοντά του. Φώναξε τον Σβαντιλφάρι, αλλά το μεγαλόσωμο αλογό του δεν εμφανίστηκε. Πήγε να τον ψάξει και τον γύρεψε σ᾽ όλη την πλαγιά, τον γύρεψε σε μια τέτοια έκταση όση του Βασιλείου των Γιγάντων. Όμως δεν τον βρήκε.

Οι Θεοί είδαν την είσοδο του τείχους να παραμένει ημιτελής με τον ερχομό της πρώτης μέρας του Καλοκαιριού. Είπαν μεταξύ τους ότι αν δεν είχε τελειώσει μέχρι το σούρουπο δεν θα έπρεπε να παραδώσουν την Σολ και τον Μάνι στον Γίγαντα, ούτε την ανύπαντρη Φρέγια για να γίνει γυναίκα του. Οι ώρες της καλοκαιρινής μέρας κύλησαν και ο Γίγαντας δεν σήκωσε τον βράχο πάνω από την πύλη. Το βράδυ παρουσιάστηκε μπροστά τους.

«Η δουλειά σου δεν τελείωσε,» είπε ο Όντιν. «Μας υποχρέωσες σε μια σκληρή συμφωνία την οποία τώρα δεν υπάρχει λόγος να τηρήσουμε. Δεν θα σου δωθούν η Σολ και ο Μάνι, μήτε η αγνή Φρέγια.»

«Μονάχα ο τοίχος που έχω χτίσει είναι τόσο δυνατός για να τον κατεδαφίσω,» είπε ο Γίγαντας και προσπάθησε να γκρεμίσει ένα από τα παλάτια, αλλά οι Θεοί  τον άρπαξαν και τον πέταξαν έξω από το τείχος. «Φύγε και μην ενοχλήσεις ξανά την Άσγκαρντ,» πρόσταξε ο Όντιν.

Αργότερα ο Λόκι επέστρεψε στην Άσγκαρντ. Είπε στους Θεούς πώς είχε μεταμορφώσει τον εαυτό του σε μικρή φοράδα και είχε παρασύρει μακριά τον Σβαντιλφάρι, το τεράστιο άλογο των Γιγάντων. Και οι Θεοί βολεύτηκαν στα χρυσά τους παλάτια πίσω από το μεγάλο τείχος χαρούμενοι που η Πόλη τους ήταν τώρα ασφαλής και κανένας εχθρός δεν μπορούσε να περάσει μέσα ή να την ανατρέψει. Όμως ο Όντιν, ο Πατέρας των Θεών, κάθισε στον θρόνο του με λύπη στην καρδιά του, λύπη γιατί οι Θεοί είχαν χτισμένο το τείχος τους με τέχνασμα· γιατί οι όρκοι αθετήθηκαν και η αδικία σκέπασε την Άσγκαρντ.

Loki and Svadilfari (1909) by Dorothy Hardy (wikipedia)

Η Ιντούν και τα μήλα της:
Πώς ο Λόκι εξέθεσε τους Θεούς σε κίνδυνο

Στην Άσγκαρντ υπήρχε ένας κήπος και σε ᾽κείνο τον κήπο μεγάλωνε ένα δέντρο και πάνω σε ᾽κείνο το δέντρο μεγάλωναν γυαλιστερά μήλα. Ω! εσύ αγαπημένε, γνωρίζεις ότι κάθε μέρα που περνά μας κάνει γεροντότερους και μας φέρνει στην ημέρα εκείνη που θα είμαστε καμπούρηδες κι ασθενικοί, με γκρίζα κόμη κι αδύναμα μάτια. Όμως εκείνα τα μήλα που μεγάλωναν στην Άσγκαρντ —όσοι τα έτρωγαν καθημερινά δεν γερνούσαν ούτε μία μέρα, επειδή τα μήλα κρατούσαν μακριά τα γηρατειά.

800px-Ydun_(1858)_by_H._W._Bissen_-_angle
Ydun (1858) by Herman Wilhelm Bissen (wikipedia)

Η Θεά Ιντούν φρόντιζε το δέντρο που έτρεφε τα γυαλιστερά μήλα. Δεν θα είχε μεγαλώσει κανένα τους πάνω στο δέντρο αν δε βρισκόταν εκεί να το περιποιηθεί. Κανείς εκτός από την Ιντούν δεν επιτρεπόταν να κόψει τα μήλα. Κάθε πρωί τα μάζευε και τ’ άφηνε στο καλάθι της και κάθε μέρα οι Θεοί και οι Θεές επισκέπτονταν τον κήπο της όπου μάλλον έτρωγαν τ᾽ αστραφτερά μήλα κι έτσι έμεναν νέοι για πάντα. 

Idunn_and_the_Apples_of_Youth
Idunn and the Apples of Youth by George Percy Jacomb-Hood. _wikipedia

Η Ιντούν ουδέποτε εγκατέλειπε τον κήπο της. Ολονυχτίς κι ολημερίς βρισκόταν εκεί ή δίπλα, στο χρυσαφένιο σπίτι της και όλη την ημέρα και κάθε μέρα άκουγε τον Μπράγκι [Bragi] να διηγείται μια ιστορία δίχως τέλος. Αχ! ήρθε όμως ένας καιρός που η Ιντούν και τα μήλα της χάθηκαν από την Άσγκαρντ και οι Θεοί και οι Θεές αισθάνθηκαν τα γηρατειά να τους πλησιάζουν. Πώς έγιναν όλα αυτά θα ειπωθεί εδώ ω! πολυαγαπημένε.

800px-Idunn_and_Bragi_by_Blommer
Bragi is shown with a harp and accompanied by his wife Iðunn in this 19th-century painting by Nils Blommér. _wikipedia

Ο Όντιν, ο Πατέρας των Θεών, επισκεπτόταν συχνά τη γη των ανθρώπων για να προσέχει τα όσα κάνουν. Μια φορά πήρε μαζί του τον Λόκι, τον Λόκι, των καλών και των κακών έργων. Για πολύ καιρό ταξίδευαν στον κόσμο των ανθρώπων. Στο τέλος έφτασαν κοντά στο Γιοτουνχέιμ [Jǫtunheimr] το βασίλειο των Γιγάντων. 

Ήταν μια έρημη και αφιλόξενη περιοχή. Τίποτα δεν φύτρωνε, ούτε καν δέντρα με μούρα. Ούτε πουλιά υπήρχαν, μήτε ζώα. Όταν ο Όντιν, ο Πατέρας των Θεών και ο Λόκι, ο αδίστακτος καταφερτζής, διέσχιζαν την περιοχή βασανίστηκαν από την πείνα. Μα πουθενά τριγύρω τους δεν υπήρχε κάτι που θα μπορούσαν να φάνε. 

Ο Λόκι τρέχοντας από ᾽δω κι από ᾽κει τελικά έπεσε πάνω σ᾽ ένα κοπάδι από άγρια βόδια. Πλησιάζοντας αθόρυβα, άρπαξε έναν νεαρό ταύρο και τον έσφαξε. Έπειτα τεμάχισε την σάρκα σε φέτες. Άναψε φωτιά κι έβαλε πάνω το κρέας περασμένο σε ξύλινα κοντάρια για να ψηθεί. Ενόσω το κρέας ψηνόταν ο Όντιν, ο Πατέρας των Θεών, λίγο πιο μακριά, καθόταν αναλογιζόμενος τα όσα είδε στον κόσμο των ανθρώπων.

Ο Λόκι ήταν απασχολημένος με το να ρίχνει ολοένα και περισσότερα κούτσουρα στη φωτιά. Στο τέλος φώναξε τον Όντιν και ο Πατέρας των Θεών ήρθε και κάθισε κοντά στη φωτιά για να φάει. Περιγέλασε τον Λόκι επειδή νόμισε ότι το κρέας είχε ψηθεί και ο Λόκι, ενοχλημένος από το λάθος που είχε κάνει, έβαλε ξανά το κρέας στη φωτιά προσθέτοντάς της περισσότερα κούτσουρα. Και πάλι ο Λόκι το έβγαλε από τις σούβλες και φώναξε τον Όντιν σε γεύμα.

Όταν ο Όντιν πήρε το κρέας που του προσέφερε ο Λόκι, το βρήκε πάλι ωμό σαν να μην είχε μπεί ποτέ του πάνω στη φωτιά. «Είναι κι αυτό κάποιο από τα κόλπα σου, Λόκι;» είπε.

Ο Λόκι θύμωσε τόσο με το ωμό κρέας, που ο Όντιν κατάλαβε ότι δεν αστειευόταν. Πεινασμένος όπως ήταν, ωρυόταν για το κρέας και την φωτιά. Έβαλε ξανά το κρέας στις σούβλες και περισσότερα κούτσουρα στη φωτιά. Κάθε ώρα θα έπαιρνε το κρέας, σίγουρος ότι ήταν ψημένο και κάθε φορά που θα το έβγαζε, ο Όντιν θα έβρισκε το κρέας τόσο ωμό όσο την πρώτη φορά που το τράβηξαν από τη φωτιά. 

Τώρα ο Όντιν γνώριζε ότι το κρέας θα έπρεπε να ήταν μαγεμένο από τους Γίγαντες. Σηκώθηκε και συνέχισε το δρόμο του, πεινασμένος αλλά δυνατός. Ο Λόκι ωστόσο δεν θα άφηνε το κρέας που είχε ξαναβάλει στη φωτιά. Είχε δηλώσει ότι θα το έψηνε και δεν θα έφευγε από ᾽κεί πεινασμένος.

Η αυγή ήρθε και καταπιάστηκε πάλι με το κρέας. Καθώς το σήκωνε από τη φωτιά άκουσε ένα φτερούγισμα πάνω απ᾽ το κεφάλι του. Κοιτάζοντας ψηλά, είδε έναν πελώριο αετό, τον μεγαλύτερο που είχε εμφανιστεί ποτέ στον ουρανό.  Ο αετός κάνοντας κύκλους πλησίασε τον Λόκι. «Δεν μπορείς να μαγειρέψεις το φαγητό σου;» έκρωξε.

«Δεν μπορώ να το ψήσω,» είπε ο Λόκι

«Θα το ψήσω εγώ για ᾽σένα, αν μου δώσεις μερίδιο,» φώναξε ο αετός

«Έλα, λοιπόν και μαγείρεψέ το,» είπε ο Λόκι.

Ο αετός συνέχισε το κυκλικό του πέταγμα μέχρι να βρεθεί ακριβώς πάνω απ᾽τη φωτιά. Έπειτα χτυπώντας τα τεράστια φτερά του έκανε τη φωτιά να λάμψει και να σπινθηρίσει. Μια θέρμη που ο Λόκι δεν είχε αισθανθεί ποτέ, ερχόταν απ’ τα κούτσουρα. Αυτοστιγμεί τράβηξε το κρέας από τις σούβλες και το βρήκε καλομαγειρεμένο. 

«Το μερτικό μου, το μερτικό μου, δως μου το μερτικό μου,» φώναξε ο αετός.  Πέταξε χαμηλά, άρπαξε ένα μεγάλο κομμάτι κρέατος και το καταβρόχθισε στο λεπτό. Άρπαξε κι άλλο. Κατάπινε λαίμαργα το ένα κομμάτι μετά το άλλο μέχρι που φάνηκε ότι δεν θα περίσσευε κρέας για τον Λόκι.

Με τον αετό ν’ αρπάζει και το τελευταίο κομμάτι ο Λόκι εξαγριώθηκε πραγματικά. Σηκώνοντας τη σούβλα πάνω στην οποία είχε ψηθεί το κρέας, κάρφωσε τον αετό. Ακούστηκε μια κλαγγή σαν να συγκρούστηκαν μέταλλα. Το ξύλινο κοντάρι δεν εξοστρακίστηκε. Σφήνωσε στο στήθος του αετού. Όμως ο Λόκι δεν άφησε τη λαβή του κι όταν ξαφνικά ο αετός σηκώθηκε στον αέρα, ο Λόκι, ο οποίος κρατούσε σφιχτά το ξύλο που είχε πιαστεί στο σώμα του αετού, πέταξε μαζί του. 

Screen Shot 2019-04-02 at 6.14.15 PM
Loki and Thiassi Dorothy Hardy source [Myths of the Norsemen: From the Eddas and Sagas by H. A. Guerber]

Πριν καταλάβει τι είχε συμβεί, ο Λόκι βρισκόταν μίλια και μίλια ψηλά στον αέρα κι ο αετός πετούσε μαζί του για το Γιοτουνχέιμ, το Βασίλειο των Γιγάντων. Κι ο αετός φώναζε, «Λόκι, φίλε μου, σε τσάκωσα επιτέλους. Εσύ ήσουν που έκλεψες από τον αδελφό μου την αμοιβή του για το χτίσιμο του τείχους γύρω από την Άσγκαρντ. Όμως, Λόκι, στο τέλος σ᾽ έπιασα. Μάθε τώρα ότι ο Θιάζι [Þjazi,Thiassi] ο γίγαντας σ᾽ αιχμαλώτισε, ω! Λόκι, πιο πονηρέ από τους Κατοίκους της Άσγκαρντ.»

Αυτά φώναζε  ο αετός πετώντας με τον Λόκι για το Γιοτουνχέιμ, το Βασίλειο των Γιγάντων. Πέρασαν πάνω από τον ποταμό που χωρίζει το Γιοτουνχέιμ από το Μίντγκαρντ [Miðgarðr] τον Κόσμο των Ανθρώπων. Και τώρα ο Λόκι περνούσε πάνω από έναν τόπο φριχτό, μια γη από πάγο και πέτρα. Πανύψηλα βουνά υπήρχαν εκεί· δε φωτίζονταν μήτε από τον ήλιο μητ’ απ’ το φεγγάρι, αλλά από πύρινες γλώσσες που ξεπηδούσαν ξανά και ξανά είτε από ρωγμές στη γη είτε από τις κορφές των βουνών. 

Ο αετός πέταξε πάνω από ένα μεγάλο παγόβουνο. Ταρακούνησε απότομα το ξύλο στο στήθος του και ο Λόκι έπεσε. Ο αετός κραύγασε προς το μέρος του,  «Σ᾽ έχω στο χέρι επιτέλους, ω! εσένα παμπόνηρε Κάτοικε της Άσγκαρντ.» Ο αετός άφησε τον Λόκι εκεί και χάθηκε μέσα σε μια χαράδρα. 

Ο Λόκι ήταν σίγουρα αξιολύπητος πάνω στο παγόβουνο. Το κρύο ήταν φονικό. Δεν θα μπορούσε να πεθάνει εκεί γιατί ήταν ένας από τους Κατοίκους της Ασγκαρντ και δεν του άρμοζε τέτοιο τέλος. Όμως και να μην πέθαινε, αισθάνθηκε φυλακισμένος απ’  τα δεσμά του κρύου σε ᾽κείνο το παγόβουνο.

Είχε περάσει μία μέρα όταν εμφανίστηκε ο απαγωγέας του, όχι σαν αετός αυτή τη φορά αλλά με τη δική του μορφή, αυτή του Γίγαντα Θιάζι.

«Θα ήθελες να εγκαταλείψεις το παγόβουνό σου, Λόκι,» είπε «και να επιστρέψεις στο μέρος που επιθυμείς, στην Άσγκαρντ; Είσαι χαρούμενος στην Άσγκαρντ παρότι μόνο κατά το ήμισυ ανήκεις στους Θεούς. Πατέρας σου, Λόκι, ήταν ο Γίγαντας Άνεμος. »

«Ω! και να μπορούσα να φύγω από τούτο το παγόβουνο,» είπε ο Λόκι, με τα δάκρυα να κρυσταλλώνουν πάνω στο προσωπό του.

«Μπορείς να φύγεις όταν θα είσαι έτοιμος να πληρώσεις τα λύτρα σου σε ᾽μένα,» είπε ο Θιάζι. «Θα πρέπει να μου φέρεις τα γυαλιστερά μήλα που φυλάει η Ιντούν στο καλάθι της.»

«Αδύνατον να σου φέρω τα μήλα της Ιντούν,» είπε ο Λόκι.

«Μείνε τότε πάνω στο παγόβουνο,» είπε ο Θιάζι ο Γίγαντας. Έφυγε μακριά κι άφησε εκεί τον Λόκι να τον σφυροκοπούν τρομεροί άνεμοι. 

Όταν ο Θιάζι πήγε ξανά και του μίλησε για τα λύτρα, ο Λόκι είπε, «Δεν υπάρχει τρόπος να πάρεις τα γυαλιστερά μήλα απ’  την Ιντούν.» 

«Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος, ω! παμπόνηρε Λόκι,» είπε ο Γίγαντας.

«Η Ιντούν, παρότι φυλάει καλά τα γυαλιστερά μήλα, είναι απονήρευτη,» είπε ο Λόκι. «Ίσως μπορέσω να την καταφέρω να βρεθεί έξω από το τείχος της Άσγκαρντ. Αν έρθει, τότε θα φέρει μαζί της και τα γυαλιστερά της μήλα, επειδή δεν τ᾽ αφήνει απ᾽ το χέρι της παρά μόνο όταν τα προσφέρει στους Θεούς και τις Θεές να τα φάνε.» 

Iduna and her Apples
Iduna and Her Apples James Doyle Penrose (1862-1932)_Renegade Tribune

«Κατάφερέ την να βρεθεί πέρα από τα τείχη της Άσγκαρντ,» είπε ο Γίγαντας. «Αν βγεί έξω θα τής αρπάξω τα μήλα. Ορκίσου στο Δέντρο του Κόσμου ότι θα δελεάσεις την Ιντούν να βγεί από τα τείχη της Άσγκαρντ. Ορκίσου, Λόκι και θα σ᾽ αφήσω να φύγεις.»

«Τ᾽ορκίζομαι στο Υγκντράσιλ [Yggdrasill], του Κόσμου το Δέντρο, ότι θα παρασύρω την Ιντούν έξω από τα τείχη της Άσγκαρντ αν με πάρεις από τούτο το παγόβουνο,» είπε ο Λόκι. 

Στιγμιότυπο 2019-04-17, 20.17.29
Yggdrasill (βλ.Βιβλιοθήκη Χείλων: Οι Μυθολογίες του Κόσμου)

Έπειτα ο Θιάζι μεταμορφώθηκε σε πελώριο αετό κι αρπάζοντας τον Λόκι με τα νύχια του πέταξε μαζί του πάνω από τον χείμαρρο που χωρίζει το Γιοτουνχέιμ, το Βασίλειο των Γιγάντων από το Μίντγκαρντ το Βασίλειο των Ανθρώπων. Άφησε τον Λόκι στα χώματα του Μίντγκαρντ και ο Λόκι συνέχισε τον δρόμο του για την Άσγκαρντ.

Στο μεταξύ ο Όντιν είχε επιστρέψει και είχε αφηγηθεί στους Κατοίκους της Άσγκαρντ την προσπάθεια του Λόκι να μαγειρέψει το μαγεμένο κρέας. Όλοι γέλασαν σκεφτόμενοι τον Λόκι να μένει νηστικός παρόλη την πονηριά του. Όταν αργότερα εκείνος έφτασε στην Άσγκαρντ δείχνοντας εξουθενωμένος, πίστεψαν ότι θα ήταν επειδή δεν είχε κάτι να φάει. Γέλασαν μαζί του ολοένα και περισσότερο. Όμως τον έφεραν στην Αίθουσα του Δείπνου και του προσέφεραν το πιο εκλεκτό φαγητό με κρασί από την κούπα του Όντιν. Όταν το γεύμα τελείωσε, οι Κάτοικοι της Άσγκαρντ πήγαν στον κήπο της Ιντούν όπως ήταν το συνήθειό τους.

Εκεί, ήταν καθισμένη η Ιντούν, στο χρυσό σπίτι που ανοιγόταν στον κήπο της. Αν ζούσε στον κόσμο των ανθρώπων, όλοι όσοι την είδαν θα έπρεπε να είχαν θυμηθεί την δική τους αθωότητα, αντικρύζοντας κάποιον τόσο εύμορφο κι αγνό. Είχε μάτια γαλάζια, όπως το γαλάζιο τ᾽ ουρανού και γελούσε σαν να θυμόταν όμορφα πράγματα που είχε δεί ή ακούσει. Το καλάθι με τα γυαλιστερά μήλα βρισκόταν δίπλα της.

Σε κάθε Θεό και κάθε Θεά η Ιντούν έδωσε από ένα μήλο. Όλοι έφαγαν το μήλο που τους προσφέρθηκε χαρούμενοι με τη σκέψη ότι ποτέ δεν θα γινόντουσαν μία μέρα μεγαλύτεροι. Μετά ο Όντιν, ο Πατέρας των Θεών, εκφώνησε τους ρούνους που λέγονταν πάντα προς τιμή της Ιντούν και οι Κάτοικοι της Άσγκαρντ βγήκαν από τον κήπο, πηγαίνοντας ο καθένας τους στο δικό του ή το δικό της λαμπερό σπίτι.  

Έφυγαν όλοι εκτός του Λόκι, των καλών και των κακών έργων. Ο Λόκι κάθισε στον κήπο, παρακολουθώντας την όμορφη και απλοϊκή Ιντούν. Λίγο αργότερα εκείνη του μίλησε και είπε: «Γιατί παραμένεις εδώ, σοφέ Λόκι;»

«Για να δω προσεκτικά τα μήλα σου,» είπε ο Λόκι. «Αναρωτιέμαι αν τα μήλα που είδα χθές είναι πράγματι τόσο γυαλιστερά όσο αυτά που είναι στο καλάθι σου.»

«Μήλα γυαλιστερά σαν τα δικά μου, δεν υπάρχουν στον κόσμο,» είπε η Ιντούν.

«Τα μήλα που είδα γυάλιζαν περισσότερο,» είπε ο Λόκι. «Ναι! Και μύριζαν καλύτερα, Ιντούν.»

Η Ιντούν θορυβήθηκε απ᾽ αυτά που της είπε ο Λόκι, τον οποίο θεωρούσε σοφό. Τα μάτια της βούρκωσαν με το που άκουσε ότι ίσως υπήρχαν στον κόσμο πιο γυαλιστερά μήλα απ’ τα δικά της. «Ω! Λόκι, είπε, δεν είναι δυνατόν. Δεν υπάρχουν μήλα γυαλιστερά κι ευωδιαστά, όπως αυτά που κόβω από το δέντρο στον κήπο μου.»

«Τότε πήγαινε και δες,» είπε ο Λόκι. «Το δέντρο με τα μήλα που είδα βρίσκεται λίγο έξω από την Άσγκαρντ. Εσύ, Ιντούν, δεν έφυγες ποτέ από τον κήπο σου κι έτσι δεν γνωρίζεις τί φυτρώνει στον κόσμο. Βγες έξω από την Άσγκαρντ και κοίτα.» 

«Θα πάω, Λόκι,» είπε η Ιντούν, η όμορφη και η αθώα.

520px-Loki_and_Idun_-_John_Bauer
Ο Λόκι παρασέρνει την Ιντούν έξω από την Άσγκαρντ [Loki and Idun | John Bauer _wikipedia]

Η Ιντούν πέρασε το τείχος της Άσγκαρντ. Πήγε στο μέρος που της είχε πει ο Λόκι ότι μεγάλωναν τα μήλα. Καθώς όμως κοίταζε από ᾽δω κι από ᾽κει, άκουσε ένα φτερούγισμα από πάνω της. Στρέφοντας το βλέμμα της ψηλά είδε έναν πελώριο αετό, τον μεγαλύτερο που είχε ποτέ εμφανιστεί στον ουρανό.

Έκανε να τρέξει πίσω προς την Άσγκαρντ. Τότε ο αετός όρμηξε και την άρπαξε· η Ιντούν αισθάνθηκε να αιωρείται και βρέθηκε μακριά από την Άσγκαρντ, όλο και πιό μακριά· μακριά πέρα από το Μίντγκαρντ όπου ζούσαν οι άνθρωποι, μακριά προς τους βράχους και τα χιόνια του Γιοτουνχέιμ. 

zpage013
illustration from The Children of Odin: A Book of Northern Myths _Padraic Colum

Πέρασε πάνω απ’ το ποτάμι που κυλά ανάμεσα στον Κόσμο των Ανθρώπων και το Βασίλειο των Θεών. Τότε ο αετός χώθηκε σε μια χαράδρα στο βουνό και η Ιντούν βρέθηκε πάνω από ένα σπήλαιο που το φώτιζαν φωτιές από τα σωθικά της γης. 

Ο αετός χαλάρωσε τη λαβή του στο σώμα της Ιντούν κι εκείνη έπεσε κατάχαμα στη σπηλιά. Φτερούγες και φτερά έπεσαν από το σώμα του κι εκείνη αναγνώρισε στη μορφή του απαγωγέα της έναν τρομερό Γίγαντα.

«Ω! γιατί με πήρες μακριά απ’ την Άσγκαρντ και μ’ έφερες σε τούτο ‘δω το μέρος;» φώναξε η Ιντούν.

«Για να φάω τα γυαλιστερά μήλα σου,» είπε ο Θιάζι ο Γίγαντας.

«Αυτό δε θα γίνει ποτέ, γιατί δε θα στα δώσω,» είπε η Ιντούν.

«Δως μου να φάω τα μήλα και θα σε πάω πίσω στην Άσγκαρντ.»

«Όχι, όχι, αυτό δε μπορεί να γίνει. Σε μένα εμπιστεύθηκαν τα γυαλιστερά μήλα και θα πρέπει να τα προσφέρω μονάχα στους Θεούς.»

«Τότε θα σου τα πάρω,» είπε ο Θιάζι ο Γίγαντας

Της άρπαξε το καλάθι και σήκωσε το σκέπασμα. Όμως τα μήλα, στο άγγιγμα των χεριών του μαράθηκαν. Τα άφησε πίσω κι ακούμπησε το καλάθι κάτω επειδή κατάλαβε ότι θα του ήταν άχρηστα εκτός κι αν η  Ιντούν του τα έδινε η ίδια.  

«Θα πρέπει να μείνεις εδώ μαζί μου μέχρι να μου προσφέρεις τα γυαλιστερά μήλα με τα χέρια σου,» της είπε.

Τότε, η δύσμοιρη Ιντούν φοβήθηκε: φοβήθηκε την παράξενη σπηλιά, φοβήθηκε τη φωτιά που εξακολουθούσε να ξεπηδά από τη γη, φοβήθηκε τον τρομερό Γίγαντα. Μα πάνω απ᾽ όλα έτρεμε στη σκέψη του κακού που θα έβρισκε τους Κατοίκους στην Άσγκαρντ αν δεν βρισκόταν εκεί να τους δώσει να φάνε τα γυαλιστερά μήλα.

Ο Γίγαντας την πλησίασε ξανά. Όμως η Ιντούν πάλι δε θα του έδινε τα μήλα. Κι εκεί στη σπηλιά που έμεινε, ο Γίγαντας την βασάνιζε καθημερινά. Και τρομοκρατήθηκε ακόμη περισσότερο όταν είδε στα όνειρά της τους Κατοίκους στην Άσγκαρντ να πηγαίνουν στον κήπο της—να πηγαίνουν εκεί και να μη τους προσφέρονται τα γυαλιστερά μήλα, να αισθάνονται και να βλέπουν μια αλλαγή να εκδηλώνεται πάνω στους ίδιους και πάνω στους άλλους.

pyle40001
Thiassi begs for the magic apples Katharine Pyle (1863-1938) Illustrations for Tales from Norse Mythology

Πράγματι, έτσι ήταν· όπως στα όνειρα τής Ιντούν. Κάθε μέρα οι Κάτοικοι τής Άσγκαρντ επισκέπτονταν τον κήπο της —ο Όντιν και ο Θωρ, ο Χοντ και ο Μπαλντρ, ο Τυρ και ο Χέιμνταλ, ο Βίνταρ και ο Βάλι μαζί με την Φριγκ(α), την Φρέγια την Νάννα και την Σιφ. Δεν υπήρχε κανείς να κόψει τα μήλα απ᾽ το δέντρο τους· και μια αλλαγή είχε αρχίσει να συμβαίνει σε Θεούς και Θέαινες. 

Δεν περπατούσαν ανάλαφρα πιά· οι ώμοι τους λύγισαν· τα μάτια τους δεν ήταν πιά λαμπερά σαν δροσοσταλίδες. Κι όταν κοίταξαν ο ένας τον άλλον κατάλαβαν την αλλαγή. Τα χρόνια βάραιναν τους Κατοίκους τής Άσγκαρντ. 

Γνώριζαν ότι το πλήρωμα του χρόνου θα ερχόταν όταν η Φρίγκα θα είχε γκριζάρει και γεράσει· όταν η χρυσή κόμη της Σιφ θα ξεθώριαζε· όταν ο Όντιν θα έχανε την κρυστάλλινη σοφία του κι όταν ο Θωρ δεν θα είχε πιά τη δύναμη να σηκώσει και να ρίξει τους κεραυνούς του. Και από τούτη τη γνώση οι Κάτοικοι στην Άσγκαρντ μελαγχόλησαν και τους φάνηκε ότι κάθε λαμπρότητα είχε εγκαταλείψει την αστραφτερή τους Πόλη.

Που βρισκόταν άραγε η Ιντούν με τα μήλα που θα επέστρεφαν τα νιάτα, τη δύναμη και την ομορφιά στους Κατοίκους τής Άσγκαρντ; Οι Θεοί είχαν ψάξει για ᾽κείνη σ´ όλο τον Κόσμο των Ανθρώπων. Μήτε ίχνος της δε βρήκαν. Τώρα όμως ο Όντιν, επιστρατεύοντας τη σοφία του βρήκε τρόπο να μάθει που ήταν κρυμμένη η Ιντούν.

Screen Shot 2019-04-16 at 2.17.27 PM
Hugin and Munin | Image by : Chickenzaur – Deviantart | Occult Media

Κάλεσε τα δύο κοράκια του, τον Χούγκιν και τον Μούνιν, τα δύο του κοράκια που πέταξαν σ᾽ όλη τη γη και σ᾽ όλο το Βασίλειο των Γιγάντων και που γνώριζαν όλα τα περασμένα και όλα τα μελλούμενα.  Φώναξε τον Χούγκιν και τον Μούνιν κι εκείνοι ήρθαν, ο ένας κάθισε στον δεξί του ώμο κι ο άλλος στον αριστερό και του φανέρωσαν μεγάλα μυστικά: τού είπαν για τον Θιάζι και την επιθυμία του για τα μήλα που έτρωγαν οι Κάτοικοι τής Άσγκαρντ και για το τέχνασμα τού Λόκι στην Ιντούν, την όμορφη και την αθώα.   

Αυτά που έμαθε ο Όντιν από τα κοράκια του, συζητήθηκαν στο Συμβούλιο των Θεών. Τότε ο Θωρ ο Δυνατός πήγε κι άρπαξε τον Λόκι στα χέρια του. Όταν εκείνος βρέθηκε στη λαβή του δυνατού  Θεού, είπε, «Τί θέλεις από ᾽μένα ω! Θωρ;»  

«Θα σε ρίξω σ᾽ ένα χαντάκι και θα σε χτυπήσω με τον κεραυνό μου,» είπε ο δυνατός Θεός.  «Εσύ ήσουν που έκανες την Ιντούν να φύγει από την Άσγκαρντ.»

«Ω! Θωρ, είπε ο Λόκι, μη με συντρίψεις με τον κεραυνό σου. Άσε με να μείνω στην Άσγκαρντ. Θα προσπαθήσω να φέρω πίσω την Ιντούν.»

«Οι Θεοί κρίνουν,» είπε ο Θωρ, «ότι εσύ, ο πανούργος, θα έπρεπε να πας στο Γιοτουνχέιμ και με την πονηριά σου να πάρεις πίσω την Ιντούν από τους Γίγαντες. Πήγαινε ειδάλλως θα σε ρίξω σε μια χαράδρα και θα σε λιώσω με τον κεραυνό μου.»

«Θα πάω,» είπε ο Λόκι.

Από την Φρίγκα, τη σύντροφο του Όντιν, ο Λόκι δανείστηκε μια φορεσιά από φτερά γερακιού. Την φόρεσε και πέταξε στο Γιοτουνχέιμ με τη μορφή γερακιού.

800px-Loki's_flight_to_Jötunheim
Loki’s flight to Jötunheim _source

Έψαξε σε όλο το Γιουτενχέιμ μέχρι που βρήκε τη θυγατέρα του Θιάζι, την Σκάντι [Skaði]. Πέταξε μπροστά της κι άφησε τη νεαρή Γιγάντισσα να τον πιάσει και να τον κρατήσει στην αγκαλιά της σαν κατοικίδιο. Μια μέρα η Σκάντι τον μετέφερε στη σπηλιά, όπου κρατούνταν η Ιντούν, η όμορφη και η αθώα.

Όταν ο Λόκι είδε εκεί την Ιντούν κατάλαβε ότι ένα μέρος της αναζητησής του είχε τελειώσει. Τώρα έπρεπε να πάρει την Ιντούν από το Γιουτενχέιμ και να την μεταφέρει στην Άσγκαρντ. Δεν έμεινε άλλο στα χέρια της Γιγάντισσας αλλά πέταξε μέσα από τα θεόρατα βράχια του σπηλαίου. Η Σκάντι έκλαψε για τον φευγιό του κατοικιδίου της αλλά έπαψε να ψάχνει και να φωνάζει κι έφυγε μακριά από τη σπηλιά. 

Έπειτα ο Λόκι, του καλού και του κακού ο υπηρέτης, πέταξε προς το μέρος που βρισκόταν η Ιντούν και της μίλησε. Εκείνη, μόλις κατάλαβε ότι ένας απ᾽ τους Κατοίκους της Άσγκαρντ ήταν κοντά της, έκλαψε από χαρά.

Ο Λόκι της είπε τι έπρεπε να κάνει. Με τη δύναμη της μαγείας που του είχε δωθεί, μπορούσε να την μεταμορφώσει σε σπουργίτι. Προτού όμως γίνει αυτό, πήρε τα γυαλιστερά μήλα απ᾽το καλάθι της και τα έκρυψε σε μέρη που ο  Γίγαντας ουδέποτε θα μπορούσε να βρεί. 

Επιστρέφοντας στη σπηλιά η Σκάντι είδε το γεράκι να πετά με το σπουργίτι στο πλάι του. Φώναξε τον πατέρα της και ο Γίγαντας κατάλαβε ότι το γεράκι ήταν ο Λόκι και το σπουργίτι ήταν η Ιντούν. Έδωσε στον εαυτό του τη μορφή ενός πελώριου αετού. Μέχρι τότε το σπουργίτι και το γεράκι είχαν χαθεί από τα μάτια του, αλλά ο Θιάζι γνωρίζοντας ότι ήταν γρηγορότερος από ᾽κείνους, πέταξε για την Άσγκαρντ.  

Σύντομα τους είδε. Πετούσαν με όση δύναμη είχαν, αλλά τα τεράστια φτερά του αετού τον έφερναν όλο και πιο κοντά τους. Οι Κάτοικοι στην Άσγκαρντ, κοιτάζοντας από τα τείχη, είδαν το γεράκι με το σπουργίτι και τον γιγάντιο αετό να τους καταδιώκει. Ήξεραν ποιοί ήταν —ο Λόκι και η Ιντούν ακολουθούμενοι από τον Θιάζι.

Όπως παρακολουθούσαν τον αετό να φτερουγίζει όλο και πιό κοντά, οι Κάτοικοι στην Άσγκαρντ φοβόντουσαν ότι το γεράκι και το σπουργίτι δεν θα προλάβαιναν και ότι η Ιντούν θα πιανόταν και πάλι από τον Θιάζι. Άναψαν τεράστιες φωτιές πάνω στα τείχη, γνωρίζοντας ότι ο Λόκι θα έβρισκε διάδρομο ανάμεσα στις φλόγες φέρνοντας μαζί του την Ιντούν, αλλά ο Θιάζι δεν θα μπορούσε να βρεί τρόπο να περάσει. 

Το γεράκι και το σπουργίτι πέταξαν προς τις φωτιές. Ο Λόκι, έχοντας μαζί του την Ιντούν, ελίχθηκε ανάμεσα στις φλόγες. Ο Θιάζι, έχοντας πλησιάσει και μη βρίσκοντας διέξοδο φτερούγισε κόντρα στις φλόγες. Έπεσε από το τείχος και την συνάντησή του με τον θάνατο λίγο μετά, την είχε σχεδιάσει ο Λόκι. 

Idunn returns
Le retour d’Idunn au Valhalla, par Constantin Hansen (1862) _source

Έτσι βρέθηκε πίσω στην Άσγκαρντ η Ιντούν. Κάθισε και πάλι στο χρυσσαφένιο σπίτι που ανοιγόταν στον κήπο της και πάλι έκοψε τα γυαλιστερά μήλα από το δέντρο που περιποιόταν και πάλι τα προσέφερε στους Κατοίκους τής Άσγκαρντ. Κι εκείνοι ξαναβρήκαν την ανάλαφρη περπατησιά τους και η ζωντάνια επέστρεψε στα μάτια και τα μάγουλά τους· τα γηρατειά έπαψαν να τους πλησιάζουν· η νιότη επέστρεψε· λάμψη και χαρά και πάλι στην Άσγκαρντ. 

FrolichNG24
Idun collects and distributes the Golden Apples of Youth _source

Αναφορές

Εικόνα εξωφύλλου: Odin (Manual of Mythology)_source

https://vdocuments.net/godspdf.html

http://www.sacred-texts.com/neu/tml/tml06.htm

https://www.gutenberg.org/files/24737/24737-h/24737-h.htm

Myths of the Norsemen: From the Eddas and Sagas by H. A. Guerber

http://www.gutenberg.org/files/28497/28497-h/28497-h.htm

Την ιθαγενή προφορά των ονομάτων μπορείτε να ακούσετε εδώ: https://el.forvo.com/languages/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.