Κατανοώντας τον Gilles Deleuze … Ύφος και εμμένεια

στις

 

 

     Το παρόν άρθρο αποτελεί ξενάγηση στο νοητικό σύμπαν του Gilles Deleuze με την βοήθεια του έργου Understanding Deleuze της Claire Colebrook του οποίου τη μεταφορά στην Ελληνική γλώσσα στοχεύουμε να ολοκληρώσουμε τμηματικά, με την ευδιάκριτη ένθεση αποσπασμάτων από άλλα φιλοσοφικά έργα για την καλύτερη κατανόησή του, διατηρώντας το αρχικό ύφος της συγγραφέως. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να παρουσιάσει κάποιος τον Deleuze στον οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο. Οι προκλήσεις για την αντίληψη και οι νεολογισμοί που χρησιμοποιεί, ενδέχεται να εξαντλήσουν τους υπάρχοντες ορίζοντες προτείνοντας νέους, ανεξερεύνητους. Η εμμονή του Deleuze στην πρακτική και όχι τόσο στην θεωρητική αξία της φιλοσοφίας, καθιστά το ταξίδι αυτό συναρπαστικό. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι περισσότερο από παγιωμένες και εναντιωματικές θέσεις, έχουμε ανάγκη μια φιλοσοφία που θα ρέει όπως η ζωή, διαρκώς μεταβαλλόμενη και δημιουργική. 

«Κατανοώντας τον Gilles Deleuze»

Έχουν  ολοκληρωθεί:

Ο αντίκτυπος

Πέρα από την αναπαράσταση και τη δομή

Πολιτική της ζωής και θετική διαφορά

null
Len Lye Centre – an Architecture of Deleuzian Folds Photo: Patrick Reynolds. Courtesy Patterson Associates (πηγή: outpost)

Στυλ και εμμενές Γίγνεσθαι

     Η επιμονή του Deleuze στην ενεργή, θετική και διαρκώς ανανεούμενη φύσης της σκέψης, τον ώθησε να χρησιμοποιήσει πληθώρα φιλοσόφων, καλλιτεχνών και επιστημόνων με σκοπό την διαμόρφωση σύνθετου λεξιλογἰου και μεθόδου τα οποία καθιστούν ιδιόμορφο το ύφος των βιβλίων του. Πράγματι, ο Deleuze επέμεινε στο ότι το ύφος δεν ήταν απλά κάποιο στολίδι που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνήσουμε τις σκέψεις μας: το ύφος παράγει το αμιγές σχήμα της σκέψης μας. (Αν πιστεύουμε ότι ο κόσμος είναι απλά σύνολο γεγονότων, τότε θα τείνουμε να γράφουμε και να μιλάμε με το ύφος των υποκειμενικών / κατηγορηματικών προτάσεων, όπως αν ο κόσμος βρισκόταν απλά ‹εκεί› αναμένοντας την αντιπροσώπευσή του με το ένα ή το άλλο ύφος.) Όμως για τον Deleuze ο κόσμος δεν είναι μια απλή, κλειστή και αδρανής παρουσία η οποία στη συνέχεια ενδύεται συγκεκριμένα είδη αναπαραστάσεων. Ομιλία και γραφή, για παράδειγμα, δεν είναι είδη αναπαράστασης καθορισμένα έξω από τη ζωή· μιλώ ή γράφω σημαίνει παράγω ένα γεγονός της ζωής, εξελίσσομαι ή μεταβάλλομαι με τη ζωή. Δεν είναι ότι προϋπάρχει κάποιος κόσμος και ακολουθεί η αναπαράστασή του από εμάς. Πράξεις ομιλίας, γραφής και σκέψης είναι γεγονότα εντός της ζωής, τα οποία παράγουν το νόημα του κόσμου, επιτρέπουν στη ζωή ν᾽ αλλάζει και να πραγματώνεται.

Παράθεμα

Για τους Deleuze – Guattari η συγκρότηση του επιπέδου της εμμένειας είναι ένα καταστατικό στοιχείο της φιλοσοφίας και σημαίνει τη δυνατότητα να υπάρχει σκέψη και έννοιες: «Το επίπεδο της εμμένειας δεν είναι μία έννοια, αλλά περισσότερο η εικόνα της σκέψης, η εικόνα που η σκέψη δίνει στον εαυτό της για το τί σκοπεύει να σκεφτεί, για να χρησιμοποιήσει την σκέψη» (Deleuze – Guattari 1994: 37). Το επίπεδο της εμμένειας επιβάλλεται να διακρίνεται τόσο από την έννοια, όσο όμως και από μια απλή έννοια της ύλης ή της υπόστασης﹒αντίθετα θα μπορούσε να οριστεί καλύτερα ως τον ένα και μοναδικό ορίζοντα, που περιλαμβάνει τα πάντα και εντός του οποίου ορίζεται τόσο η σκέψη όσο και η πραγματικότητα σε όλες τις διαφορετικές πυκνότητες και εντάσεις της. _Σωτήρης Π., Ο νομαδικός εμπειρισμός του Ζ. Ντελέζ

«The plane of immanence is not a concept that is or can be thought but rather the image of thought, the image thought gives itself of what it means to think, to make use of thought, to find one’s bearings in thought.» Gilles Deleuze and Felix Guatarri, What is Philosophy  (Verso, 1994), p. 37 invisible university

Αυτό που ορίζεται στον Deleuze ως εμμένεια ή ως το επίπεδο της εμμένειας, είναι ουσιαστικά μια διαμεσολάβηση ανάμεσα στις ακαθόριστες και απρόβλεπτες δυνάμεις του χάους και την ανάδυση μέσα από αυτές συγκεκριμένων διευθετήσεων. Είναι ένας αφαιρετικός μηχανισμός ο οποίος, τέμνοντας τις δυνάμεις του χάους, σαν ένα είδος κόσκινου, μας παρέχει συγκεντρωμένες όλες τις κατευθύνσεις αλλά και δυνατότητες μορφοποίησης που τις συνοδεύουν, ως ένα φρακταλικής φύσεως αποτύπωμα.

Αποτελεί υπόβαθρο της δυνατότητας των πραγμάτων από το οποίο αναδύονται διαγραμματικά οι εκάστοτε διευθετήσεις και εν συνεχεία η δημιουργία των εννοιών, των αντικειμένων, των συναρτήσεων. Όπως λέει ο ίδιος, «επιτελώντας μια διατομή στο χάος, το επίπεδο εμμένειας επικαλείται τη δημιουργία των εννοιών» (Deleuze και Guattari, 2004: 54). Αν οι έννοιες είναι συγκεκριμένες διαρρυθμίσεις, όπως αυτές μιας τυπικής μηχανής, το επίπεδο εμμένειας είναι η αφηρημένη μηχανή που μπορεί να προσφέρει μια απειρία τέτοιων διαρρυθμίσεων, διαθέτοντας τα μέρη τους ως εξαρτήματα για την ταυτόχρονη δημιουργία άλλων:

Τα στοιχεία του επιπέδου είναι διαγραμματικά γνωρίσματα ενώ οι έννοιες είναι εντασιακά γνωρίσματα. Τα πρώτα είναι κινήσεις του απείρου ενώ τα δεύτερα είναι οι εντασιακές τεταγμένες αυτών των κινήσεων […] Τα πρώτα είναι απόλυτες κατευθύνσεις «φρακταλικής φύσεως» ενώ τα δεύτερα είναι απόλυτες διαστάσεις, επιφάνειες ή όγκοι, πάντοτε αποσπασματικοί, και ορισμένοι με βάση την ένταση.  Τα πρώτα είναι ενοράσεις, τα δεύτερα εντάσεις. (Deleuze και Guattari, 2004: 54)

Η εμμένεια εκφράζεται μέσω του απείρου -έναντι του πεπερασμένου των εννοιών- ενώ υφαίνεται πάντοτε στο ενδιάμεσο, στο χώρο εκείνο της διαμεσολάβησης ο οποίος δεν ορίζεται με γραμμές, επιφάνειες ή όγκους αλλά με τις ροές ανάμεσά τους. Όπως τα φράκταλς, το πεδίο της εμμένειας γλιστράει πάντοτε ανάμεσα από τα απόλυτα σχήματα των ακέραιων διαστάσεων (τα οποία εδώ παριστάνουν τις έννοιες) και μας παρέχει τις μη γραμμικές κινήσεις που προηγούνται της συγκρότησης και της μορφοποίησης αυτών των εννοιών. Κινήσεις ανάμειξης, αναδίπλωσης και πολλαπλασιασμού που απλώνονται ταυτόχρονα σε όλη την έκταση του επιπέδου, υπερβαίνοντας έτσι κάθε δυνατό εντοπισμό τους και διατηρώντας πάντοτε ενεργό το στοιχείο του απροσδιόριστου:

Αυτή η φύση φράκταλ είναι που καθιστά το επιπεδούμενο ένα άπειρο πάντοτε άλλο από κάθε επιφάνεια ή όγκο που μπορεί να αποδοθεί ως έννοια σε κάτι. Η εκάστοτε κίνηση διατρέχει ολόκληρο το επίπεδο, επιτελώντας μιαν άμεση επιστροφή στον εαυτό της και διπλώνεται διπλώνοντας άλλες ή αφήνοντάς τες να διπλωθούν, προκαλώντας ανάδρομες ενέργειες, συνδέσεις, πολλαπλασιασμούς στην φρακταλοποίηση αυτού του απείρως αναδιπλούμενου απείρου. (Deleuze και Guattari, 2004: 54)


_Βιβλιοθήκη Χείλων: Έρευνα στην Αρχιτεκτονική 3

τέλος παραθέματος

      Στον πυρήνα κάθε σκέψης του Deleuze βρίσκεται η επιμονή του στη δυναμική σχέση μας με τον κόσμο, όχι μόνο επειδή οι ιδέες μας για τον κόσμο αλλάζουν, ούτε επειδή ο κόσμος πραγματώνεται μέσα από την αλλαγή: Η ίδια η ζωή είναι διαρκής μεταβολή και δημιουργία. Έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε την αλλαγή σαν κινητοποίηση κάποιου ακινήτου. Αντιθέτως, ο Deleuze επιμένει ότι χρειάζεται να ξεκινήσουμε από μια κινητικότητα, ροή, γίγνεσθαι ή αλλαγή, η οποία δεν έχει θεμελιώδη βάση και την οποία ονομάζει «επίπεδο της εμμένειας». [Εμμενής (έμφυτη, σύμφυτη, ενστικτώδης) είναι κάθε δράση της οποίας η ποιότητα αρχίζει και τελειώνει εντός του μέσου της, του παράγοντά της.]

Visualizing a plane of immanence ©Sellers 2013 πηγή: research gate

    Αντί να σκεφτόμαστε έναν κόσμο που εμπεριέχει την αλλαγή (δηλαδή ότι η αλλαγή θα έπρεπε να ενυπάρχει σε κάποιο σταθερό έδαφος,) ο Deleuze διατυπώνει τη θεωρία ενός εμμενούς γίγνεσθαι· γίγνεσθαι δεν είναι η υπαρξιακή πορεία κάποιας οντότητας. Υπάρχει γίγνεσθαι από το οποίο αντιλαμβανόμαστε σχετικά σταθερά σημάδια ύπαρξης. Επόμενο είναι, λοιπόν, ότι εφόσον δεν υπάρχει κάποιος κόσμος ή ύπαρξη το οποίο στη συνέχεια εξελίσσεται (becomes) [βοηθητικές έννοιες για το become: λαμβάνουν υπόσταση, γίνονται δυνατότητες, συμβαίνουν, περνούν από τη μια ιδιότητα σε μια άλλη, δημιουργούνται, μεταμορφώνονται σε] αλλά μόνο ζωή σύνθετης και δυναμικής μεταβολής, θα πρέπει να αντιληφθούμε τη γραφή και την ομιλία σαν γεγονότα μέσα σε τούτο το επίπεδο μεταβολής. Θα χρειαστεί να γράφουμε με πλήρη επίγνωση της δύναμης του γίγνεσθαι· ο κόσμος για τον οποίο γράφουμε μετασχηματίζεται και πραγματώνεται μέσω του γραψίματος. Και η γραφή μας θα έπρεπε να μεταμορφώνεται από την αντίληψή μας για τον κόσμο.

    Ο Brian Massumi ήταν από τους πρώτους Άγγλους συγγραφείς που αποδέχθηκαν την πρόκληση του ντελεζιανού έργου. Το ‹A User’s Guide to Capitalism and Schizophrenia› (1992) δεν ήταν τόσο ένα έργο του αφιερωμένο στους Deleuze-Guattari, όσο μια προσπάθεια συνέχισης και διεύρυνσης του στυλ τους. Αν, όπως υποστήριξε ο Deleuze, θεωρήσουμε τον κόσμο ιδιαίτερα πολύπλοκο, ανοικτό και δυναμικό επίπεδο του Γίγνεσθαι, τότε θα πρέπει να γράφουμε με ακόμα πιο σύνθετα είδη προτάσεων, χρησιμοποιώντας υπαινιγμούς, αναφορές, νεολογισμούς, δανεικές και επινοημένες εικόνες και σχήματα λόγου. Δεν θα πρέπει να σκεφτόμαστε τον κόσμο σαν αντικείμενο που υπάρχει εκεί απλά για να εκπροσωπηθεί (ή αναπαρασταθεί) από κάποιο ξεχωριστό υποκείμενο. Αυτό είναι το σφάλμα της υπέρβασης, η ιδέα ότι υπάρχει ένας κόσμος που απλά υπερβαίνει ή υπέρκειται της σκέψης αναμένοντας να απεικονιστεί παθητικά ή να αναπαρασταθεί από κάποιον παρατηρητή. Στον αντίποδα της υπέρβασης —ή της ιδέας ότι αυτό που βρίσκεται έξω από τη σκέψη είναι κάποιο στατικό υπερβατικό αντικείμενο— ο Deleuze υποστήριξε κόσμους, επίπεδα, επιφάνειες ή πτυχώσεις. Πολλά σημερινά κείμενα, εμπνευσμένα από τη σκέψη του Deleuze —σε αντίθεση με αυτό το βιβλίο— απέχουν πολύ από το να είναι επεξηγηματικά ή δεικτικά στο ύφος.

       Δεν υπάρχει διάνοια ή διάνοιες που αντιπροσωπεύουν έναν εξωτερικό κόσμο. Δε θα ᾽πρεπε να ξεκινάμε τη σκέψη μας εικάζοντας μια απλή διαφορά μεταξύ νου και κόσμου (ή λέξεων και πραγμάτων). Κάθε σκέψη, αντίληψη, δράση ή ένδειξη ζωής χαράζει ένα όριο ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Συχνά σκεφτόμαστε το εσωτερικό ή την ‹εσωτερικότητα› μιας διάνοιας που αναπαριστά ή απεικονίζει έναν πραγματικό ή ‹εξωτερικό› κόσμο. Αυτό θα μας παρείχε έναν απλό δυϊσμό μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, υποκειμένου και αντικειμένου ή εικονικού (αναπαραστάσεις) και πραγματικού (κόσμος). Όμως ο Deleuze υποστηρίζει ότι η διάκριση εσωτερικού-εξωτερικού προϋποθέτει συγκεκριμένα γεγονότα που διαδραματίζονται εντός ενιαίου επιπέδου ύπαρξης. Μπορούμε να σκεφτούμε αυτό το επίπεδο σαν μια εικονική ολότητα. Από τούτο το εικονικό όλο υλοποιούνται ορισμένες οντότητες και κάθε γεγονός υλοποίησης παράγει ένα ‹εσωτερικό› κι ένα ‹εξωτερικό›.

      Μπορούμε να αρχίσουμε τη σκέψη μας γι αυτή την αλληλοκάλυψη (φολιδωτό) πραγματικού και εικονικού, με όρους γενετικής και γονιδιακής δημιουργίας. Το DNA, για παράδειγμα, είναι μια εικονική δύναμη· τα γονίδιά μας κατέχουν πληροφορίες ή τη δυνατότητα να γίνει κάτι που δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα και η οποία ενδέχεται —ανάλογα με το τί αντιμετωπίζει— να λάβει διάφορες μορφές. Από αυτό το εικονικό δυναμικό είναι που πραγματώνεται η κάθε αληθινή ζωή. Μπορούμε να θεωρήσουμε την εικονική ολότητα σαν τη δυνατότητα ή τη δύναμη της ζωής να μεταμορφωθεί. Μπορούμε να έχουμε έναν πραγματικό κόσμο, ή κόσμους, όταν από αυτή την εικονική ολότητα πιθανής διαφοράς, παραχθεί ένα αισθητικός δέκτης όπως το ανθρώπινο μάτι (ή την ποικιλία αντιληπτικών συστημάτων άλλων οργανισμών). Ο κόσμος, ή η αντίληψη κάποιας απτής, εξωτερικής και αντικειμενικής πραγματικότητας, είναι εφικτός μόνον όταν συγκεκριμένα γεγονότα διαφοράς δημιουργούν μιά ‹πτύχωση› μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού.

Folding Reality Duo Exhibition by Huang Jingjie and Liu Guoqiang
  According to Gilles Deleuze’s philosophy in ‘The Fold’, the world can be interpreted as a body of infinite folds and surfaces that twist and weave through compressed time and space. Taking this as our approach, reality can be understood not as a single existence but co-existence and interactions of the opposites – past and present, reality and illusion, inside and outside. It becomes an intriguing process and experience of unfolding to discover both sides and of uncovering layers of meanings.
πηγή: Hong Kong Art Gallery Association

Η πτύχωση

       Ας υποθέσουμε ότι η ζωή του ανθρώπου παίρνει σάρκα και οστά από το εικονικό δυναμικό στο DNΑ, το οποίο είναι η πραγματική δυναμική της κατάσταση. Στην περίπτωση των ανθρώπων, οι (αισθητηριακές) αντιλήψεις δημιουργούν ένα εσωτερικό (το υποκείμενο που αναπαριστά εικονικά τον κόσμο) και ένα εξωτερικό (τον πραγματικό εξωτερικό κόσμο). Μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε άλλες ‹πτυχές› ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, ανάλογα μόνο και μόνο με το πώς προκύπτει η αντίληψη. Ακόμα και οι μοριακές αλλαγές είναι πτυχές: ένα μόριο εξελίσσεται ή αλλάζει από κάποια αντίληψη ή αντίδραση με το περιβάλλον του. Το τί είναι αυτό το μόριο είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης πτύχωσης, αλληλεπίδραση με ερέθισμα και αντίδραση. Συνεπώς, η ουσία ενός πράγματος δεν είναι αυτό που είναι, αλλά η δύναμή του να γίνει ή να αντιληφθεί: «Η ουσία είναι πάντα διαφορά» (Deleuze 2000, p. 75).

Παράθεμα

Ο G. Deleuze στο βιβλίο του Διαφορά και επανάληψη, μας προτρέπει να σκεφτούμε την έννοια της διαφοράς όχι ως κάτι που συντελείται ανάμεσα στα πράγματα, ανάμεσα δηλαδή σε κάτι που ξεχωρίζει από κάτι άλλο, αλλά σαν μια σχέση εις εαυτόν, σαν κάτι δηλαδή που ξεχωρίζει από τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτή η μάλλον αναδρομική προσέγγιση της διαφοράς, την οποία ορίζει ως Διαφορά εις εαυτόν, τοποθετείται εξαρχής από τον Deleuze σε ένα πλαίσιο συσχετισμού μεταξύ μορφής και φόντου, μεταξύ δηλαδή του πράγματος και αυτού ως προς το οποίο αυτό διακρίνεται και αναπαρίσταται. Η σχέση αυτή φαίνεται να αναιρείται όταν η διαφορά γίνεται διαφορά εις εαυτόν και το φόντο αναδύεται στην επιφάνεια του πράγματος με την ιδιότητα του βάθους, προκαλώντας θα λέγαμε σε αυτό ένα είδος άμορφης και εκτεταμένης διάτρησης. Όπως λέει ο Deleuze (1995: 275):

Κάτι από το φόντο αναδύεται στην επιφάνεια χωρίς κάποια συγκεκριμένη μορφή αλλά μάλλον διεισδύοντας ανάμεσα στις μορφές. Μια άμορφη βάση, μια αυτόνομη και απρόσωπη οντότητα. Το φόντο, το οποίο βρίσκεται τώρα στην επιφάνεια καλείται βάθος ή αβασιμότητα. Αντιστρόφως, όταν οι μορφές ανακλώνται σε αυτό αποδομούνται, κάθε δυνατό μοντέλο καταρρέει ενώ οι επιφάνειες χάνονται._Βιβλιοθήκη Χείλων: Έρευνα στην Αρχιτεκτονική 3

onscenes

τέλος παραθέματος

  Κάθε εξελισσόμενη ύπαρξη μέσα στο επίπεδο της ζωής δεν αντιδρά παθητικά ή αντιλαμβάνεται τον κόσμο· η απόκρισή της, ή ο κόσμος που πραγματώνει ή υλοποιεί, επηρεάζεται (κάμπτεται) από την ειδοποιό διαφορά της κάθε αντίληψης. Ένας βράχος, ένα ζώο, ένα φυτό και ένα ανθρώπινο σώμα, όλα ‹αντιλαμβάνονται› έναν κόσμο, στο μέτρο που τέτοιες υπάρξεις δεν είναι κάτι άλλο από ενεργή ανταπόκριση στο περιβάλλον ή στη ζωή. Συνεπώς δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ένας πραγματικός κόσμος ο οποίος ακολούθως γίνεται αντιληπτός ή αναπαρίσταται εικονικά, σα να ήταν η διάκριση μεταξύ πραγματικού και εικονικού προκαθορισμένη και αυστηρά δυαδική. Δεν υπάρχει ένα μεμονωμένο διακριτό πλαίσιο αντίληψης (όπως ο νους) σταθερά απέναντι από ένα ξεχωριστό πεδίο αδρανούς ύλης. Ζωή είναι η ακολουθία αποκλινουσών αντιλήψεων οι οποίες πραγματώνουν κόσμους.

   Ο Deleuze αναφέρεται σ᾽ αυτήν τη δυνατότητα δημιουργίας κόσμων με τον όρο πτύχωση (Deleuze 1993).

Παράθεμα

Έτσι, έχουμε την διαδικασία της συσσωμάτωσης στην αναδίπλωση: η αναδίπλωση δημιουργεί τη δύναμη της συμπερίληψης, αλλά ταυτόχρονα αυτή η ενσωμάτωση σχηματίζει μια πτυχή γύρω από εκείνα τα οποία έχουν συγκεντρωθεί. Ο Deleuze εξηγεί τι σημαίνει αυτό για την ψυχή που περιγράφει ο Leibniz (αυτό που συμβαίνει στον επάνω όροφο): αυτός ο όροφος δίχως παράθυρα, καλυμμένος με κουρτίνες, είναι περιττός στο σημείο όπου η διαδικασία της αναδίπλωσης είναι τέτοια που σχηματίζεται μια ψυχή. Για την ακρίβεια, αυτό δεν είναι τόπος, ούτε ακριβώς, ούτε αποκλειστικά άποψη, αλλά «αυτό που κατέχει την οπτική, … μια ψυχή, ένα υποκείμενο». Σε αυτή τη διαδικασία συμπερίληψης, η οποία ταυτόχρονα σχηματίζει την πτυχή, γίνεται φανερό πώς ένα εσωτερικό μπορεί να σχηματιστεί από ένα εξωτερικό: το πάτωμα χωρίς παράθυρα, που ορίζει την ψυχή για τον Leibniz, δημιουργεί ένα ανέπαφο υποκείμενο, μια ψυχή προσαρτημένη σε ένα σώμα (ύλη).

Μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε το πως η αίσθηση του εαυτού μας, η οποία φαίνεται να βρίσκεται μέσα μας, στην πραγματικότητα προέρχεται από το εξωτερικό και διαμορφώνεται σε μια μικρή τσέπη που για πρακτικούς λόγους αποκαλούμε ‹εαυτό› μας. Τα συνήθως πολωμένα μεταξύ τους εσωτερικό και εξωτερικό, συνδέονται στο μοντέλο της πτυχής, επομένως αντιφατικοί όροι γίνονται συμβιβάσιμοι: αλήθεια/ψέμα, εμείς/εκείνοι κ.τ.λ. Συνεπώς το εξωτερικό βρίσκεται στο εσωτερικό, ο άλλος μέσα στον εαυτό μου και η απάντηση στο αδιανόητο παράδοξο του ποιά είναι η αλήθεια, βρίσκεται μέσα στην ίδια τη σκέψη.

Η πτυχή, σχηματίζοντας ένα φάκελο ο οποίος τοποθετεί το υποκείμενο σ᾽αυτή την οπτική γωνία, με την πράξη της αναδίπλωσης επιτρέπει επίσης στο υποκείμενο να διακρίνει τον εαυτό του. Το υποκείμενο μπορεί να είναι αυτο-ανακλαστικό (και αντανακλαστικό) μπορεί αναγνωρίσει τη θέση του στον κόσμο και αυτενέργητο σε ότι αφορά στην μετατόπιση της προοπτικής (άποψής) του (απλά κινούμενο κατά μήκος της πτυχής). Αυτό σημαίνει επίσης ότι αυτό που μπορεί να παρουσιαστεί ως αδύνατο (για παράδειγμα, το παράδοξο του πώς η αλήθεια μπορεί να είναι ψέμα) δεν είναι ξεχωριστό από το κατανοητό, αλλά στην πραγματικότητα εμπεριέχεται σ᾽ αυτό και σχηματίζεται σαν πτυχή του …

Πηγή: Down the Rabbit Hole or Reflections on Post-Truth Reality

How Can We Challenge ‘Truth’ Today? by Fenella Brandenburg

    Δεν υπάρχει κάποια διάκριση μεταξύ δέκτη και αντιληπτού, εικονικού και πραγματικού, εσωτερικού και εξωτερικού ή υποκειμένου και αντικειμένου. Σε διαφορετική περίπτωση θα είχαμε δύο τύπους ύπαρξης: υποκείμενα και αντικείμενα, ή αντιπροσωπευτικές οντότητες κι έναν εξωτερικό ή υπερβατικό κόσμο. Αλλά ο Deleuze ισχυρίζεται ότι υπάρχει απειρία πτυχώσεων, δημιουργημάτων μιας διάκρισης μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού. Δεν υπάρχουν δύο μορφές ύπαρξης (αδρανής ύλη και αντιπροσωπεύοντα υποκείμενα). Υπάρχει ένα εικονικό σύνολο ύπαρξης το οποίο παρέχεται ή υλοποιείται μέσω απείρων αντιλήψεων περιλαμβάνοντας τους κόσμους και τις ‹ψυχές› ζώων, φυτών, πετρωμάτων και άλλων μηχανών. «Το φυτό ατενίζει συναιρώντας τα στοιχεία από τα οποία προέρχεται —φως, άνθρακα και άλατα — και γεμίζει τον εαυτό του με χρώματα και μυρωδιές τα οποία σε κάθε περίπτωση χαρακτηρίζουν την ποικιλία του, τη σύνθεσή του: είναι η απόλαυση του εαυτού του.» (Deleuze & Guattari 1994, p. 212).

«Όλα τα όντα ατενίζουν —έλεγε, παραθέτοντας ελεύθερα από μνήμης— όλα τα όντα είναι μια ενατένιση, ναι, ακόμη και τα ζώα, ακόμη και τα φυτά (εκτός από τους ανθρώπους και τα σκυλιά —προσέθεσε— που είναι θλιμμένα ζώα, δίχως χαρά). Εσείς θα πείτε τι πλάκα, πως πρόκειται για αστείο. Ναι, μα ακόμη και τα αστεία είναι ενατενίσεις… Τα πάντα ατενίζουν, το λουλούδι και η αγελάδα ατενίζουν περισσότερο από το φιλόσοφο. Και, ατενίζοντας, γεμίζουν με τον ίδιο τους τον εαυτό και χαίρονται. Τι είναι αυτό που ατενίζουν; Ατενίζουν τις ίδιες τους τις προϋποθέσεις. Η πέτρα ατενίζει το πυρίτιο και τον ασβέστη, η αγελάδα ατενίζει τον άνθρακα, το άζωτο και τα άλατα. Αυτό είναι το self-enjoyment. Δεν είναι η μικρή ευχαρίστηση του να είσαι ο εαυτός σου, ο εγωισμός, είναι τούτο το σύμμειγμα των στοιχείων, τούτη η ενατένιση των ίδιων προϋποθέσεων που παράγει τη χαρά, η αφελής εμπιστοσύνη πως κάτι θα διαρκέσει, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε κανείς να ζήσει, διότι η καρδιά θα σταματούσε. Είμαστε μικρές χαρές: το να είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου, είναι να βρίσκεις στον εαυτό σου τη δύναμη για να αντισταθείς στην αποστροφή». (Εκτός από τους ανθρώπους και τα σκυλιά/ Για τον Ζιλ Ντελέζ, του Τζόρτζιο Αγκάμπεν (μετάφραση: nathalie))

      Παράλληλα με τους καινούριους τρόπους γραφής ο Deleuze χρησιμοποιεί την έννοια της πτυχής για να εκφράσει ένα γίγνεσθαι όχι ριζωμένο στην ύπαρξη. Προκειμένου να ευνοήσουμε μια ύπαρξη ή ταυτότητα που απλά είναι (εν δυνάμει) και στη συνέχεια γίνεται (εν ενεργεία) θα πρέπει να διαθέτουμε μια και μοναδική οπτική γωνία, έναν μοναδικό κόσμο και μια μοναδική χρονική σειρά μέσω της οποίας εκείνος ο κόσμος συμβαίνει. Εν τούτοις, θα μπορούσαμε να εργασθούμε ενάντια σ᾽ αυτό, σκεπτόμενοι ένα μοναδικό επίπεδο ή ύλη, γνωστά από διαφορετικές κυρτώσεις ή πτυχές: το ζώο έχει διαφορετικό εξωτερικό κόσμο από τον άνθρωπο, ενώ η άψυχη ύλη δεν έχει στην πραγματικότητα καθόλου ‹εσωτερικό› ή εξωτερικό κόσμο. Έτσι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ένα επίπεδο όχι διακριτών οντοτήτων που εντοπίζονται μέσα σ᾽ ένα κόσμο, αλλά διαφορετικών αντιλήψεων, διαφορετικών πτυχών ή κλίσεων που δημιουργούν διαφορετικά διανύσματα του γίγνεσθαι. Δεν πρόκειται για κόσμο ή οντότητα που υπάρχει και στη συνέχεια εξελίσσεται δια μέσου της διαφοράς και του γίγνεσθαι. Μάλλον υπάρχει ένα ανοικτό και αιώνιο γίγνεσθαι (ή δυνητικότητες) από το οποίο σχηματίζονται συγκεκριμένοι κόσμοι.

[ανθρώπινο σώμα-όργανα] … [H λέξη] αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι, έχει αλλάξει πλέον νόημα, εφόσον δηλώνει τώρα την επιγένεση, δηλαδή την εμφάνιση οργανισμών και οργάνων που δεν είναι ούτε προσχηματισμένα ουτε εγκιβωτισμένα, αλλά σχηματίστηκαν από κάτι άλλο που δεν τους μοιάζει: το όργανο δεν παραπέμπει σε ένα προϋπάρχον όργανο αλλά σε ένα πρόπλασμα πολύ γενικότερο και λιγότερο διαφοροποιημένο. Η ανάπτυξη δεν κατευθύνεται από το μικρό στο μεγάλο, μέσω αύξησης ή μεγέθυνσης, αλλά από το γενικό στο ειδικό, μέσω διαφοροποίησης ενός πεδίου αρχικώς αδιαφοροποίητου, υπό την επίδραση του εξωτερικού περιβάλλοντος ή υπό την επήρεια εσωτερικών δυνάμεων που είναι κατευθυντήριες, καθοδηγητικές καί όχι συστατικές ή προσχηματίζουσες. Gilles Deleuze Η Πτύχωση ο Λάιμπνιτς και το Μπαρόκ σ. 30 εκδόσεις Πλέθρον, 2006. )

       Ο Deleuze δε χρησιμοποιεί τη λέξη ‹σχηματίζονται› μ᾽ αυτόν τον τρόπο (Deleuze 1993). Έτσι βρίσκεται υπερβολικά κοντά σε μια δυαδική (μορφής/ύλης) αντίληψη —σαν να υπήρχε ύλη η οποία στη συνέχεια πήρε μορφή ή έγινε αντιληπτή. Υπάρχουν μάλλον διάφορα στυλ ή τρόποι, που ο καθένας τους εκπτυχώνεται σ᾽ ένα άπειρο επίπεδο άλλων στυλ. (Το άπειρο γίνεται αντιληπτό διαφορετικά από κάθε σημείο της πορείας του κι έτσι ουδέποτε προσφέρεται άπαξ και δια παντός σε μια περίκλειστη ή θεϊκή οπτική γωνία.) Στο βιβλίο του για τον Leibniz (1993) ο Deleuze κάνει λόγο για ύλη και τρόπο και εκεί επίσης είναι που κάνει ρητή αναφορά στην ‹πτυχή› και τις ‹κυρτώσεις›. Αυτό που βρίσκει ο Deleuze στον Leibniz, είναι μια φιλοσοφία στο ύφος του μπαρόκ.

       Ο Deleuze χρησιμοποιεί την θεωρία του Leibniz για το μπαρόκ (το πτυχωμένο υποκείμενο) για βοήθεια στην ερμηνεία της θέσης του ατόμου: το υποκείμενο είναι οπτική, είναι η οπτική του γωνία, άποψη και αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη στιγμή. Ο Deleuze εξηγεί πως το μπαρόκ διαφοροποιεί δύο είδη πτυχώσεων: ύλη και ψυχή που υπάρχουν στα δύο επίπεδα της μπαρόκ αρχιτεκτονικής —ύλη στο κατώτερο και ψυχή στο ανώτερο— όπου κάθε επίπεδο είναι λαβυρινθώδες, εκτεινόμενο στο άπειρο (2006: 3). Ωστόσο, αυτοί οι δύο όροφοι είναι συνδεδεμένοι και ο ο Deleuze υποστηρίζει ότι σύνδεσμος τους δημιουργείται από μία άλλη πτυχή (2006: 4) συνεπώς υπάρχει μέσο επικοινωνίας. Στην επιφάνεια μιας πτυχής υπάρχει το μέσο (ο τρόπος) μέσω του οποίου ένα σημείο μπορεί να αναπτυχθεί παράγοντας μια μοναδικότητα (όταν αναφερόμαστε στον Leibniz, ο Deleuze χρησιμοποιεί την ενικότητα (μοναδικότητα) για να περιγράψει την αντίληψη της κίνησης.

       Σε αντίθεση με τον κλασικισμό όπου υπάρχει ένα προκαθορισμένο ή ομοιόμορφο σύστημα, η τέχνη και η σκέψη μπαρόκ πολλαπλασιάζει τα ανοίγματα ή τις πτυχώσεις της ύλης. «Αρχίζουμε με τον κόσμο όπως με μια ακολουθία κλίσεων ή γεγονότων: είναι μια καθαρή εκπομπή μοναδικοτήτων» (ιδιαιτεροτήτων, ενικοτήτων) (Deleuze 1993, p. 60). Ίσως αντιληφθούμε μια διάκριση ανάμεσα σε σώμα και ψυχή ή πραγματικό και εικονικό, αλλά αυτό δε συμβαίνει επειδή υπάρχουν δύο διακριτές οντότητες. Μάλλον, υπάρχει ύλη που φέρει μέσα της την ικανότητα να εμπτυχώνει (εσωκλείει) ή να αντιλαμβάνεται ό,τι δεν είναι ο εαυτός της. Ψυχές, διάνοιες ή ‹εσωτερικά› παράγονται από συγκεκριμένα γεγονότα εντός δυναμικής ζωής: κάποιος γίνεται νους ή υποκείμενο μέσω της αντίληψης. Αντιθέτως, η ύλη παράγεται όταν αποκτά συνοχή —όχι από την αντίληψη ή το γίγνεσθαι σε σχέση με κάτι άλλο.

Ο Λάιμπνιτς, όπως μας λέει ο Ντελέζ, κάνει έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε δύο κόσμους ή μάλλον παρουσιάζει έναν κόσμο, τον κόσμο της πτύχωσης, που εκτείνεται στο άπειρο και ο οποίος χωρισμένος σε δύο ορόφους διαφοροποιείται και αναδιπλώνεται σε δύο είδη πτυχώσεων.

Κατασκευάζοντας ένα μπαρόκ σπίτι με δύο ορόφους, ο Ντελέζ καταφέρνει να βρει έναν τρόπο για να συγκεκριμενοποιήσει την αφηρημένη ιδέα ενός κόσμου που είναι χωρισμένος σε ορατές και αόρατες πτυχές. Στον κάτω όροφο (όροφος του αισθητού), λοιπόν, έχουμε τις αναπτυχώσεις της ύλης, και στον πάνω όροφο (όροφος του νοητού) τις πτυχώσεις της ψυχής, δηλαδή της μονάδας. Οι πτυχώσεις σε κάθε όροφο αναπτύσσονται με διαφορετικό τρόπο, και οι δύο όροφοι επικοινωνούν, ως δύο λαβύρινθοι παρόλο που είναι ανεξάρτητοι. Ακόμα, ο πάνω όροφος έιναι ένας κλειστός, σκοτεινός θάλαμος, τον οποίο καλύπτει ένα τεντωμένο ύφασμα «που ποικίλλει από πτυχώσεις» , ενώ ο κάτω όροφος έχει οπές (πέντε αισθήσεις), παράθυρα τα οποία ανοίγουν από έξω και προς τα έξω. Επομένως, καμία εξωτερική κίνηση δεν δύναται να επηρεάσει μια μονάδα, τίποτα δεν μπορεί να εισέλθει ή να εξέλθει, καθώς οι μονάδες δεν έχουν καθόλου παράθυρα. Έτσι, κάθε καμία αλλαγή δεν έρχεται από έξω και όλα συμβαίνουν στο εσωτερικό, μέσα σε μια μονάδα, έχοντας ως αποτέλεσμα μια αντιληπτική αλλαγή. Η πτύχωση, άρα, είναι εκείνη που ενώνει την ψυχή με το σώμα, το νού και την ύλη, τον ορατό και τον αόρατο κόσμο.

Αυτό το τελευταίο στοιχείο που μόλις αναφέραμε, μας οδηγεί στην έννοια της καμπύλης ή της εσώκλισης και σε έναν άλλον συνειρμό, ότι η ύλη-πτυχή μεταμορφώνει τον χώρο συνεχώς και αναπάντεχα με τη ρευστότητα που τη χαρακτηρίζει, δημιουργώντας νέες προοπτικές.

Προσαρμογή κειμένου: Μαραλίνα Λαγού – θεωρητικός τέχνης
Μια προσέγγιση στην αλληγορία του Ντελέζ (πηγή:periopton.com)

         Από ένα επίπεδο ζωής παράγονται αμφότερα οι ψυχές και τα υλικά σώματα. Είναι με την εσώκλειση, ή την εμπτύχωση της ύλης, που εμφανίζονται οι ψυχές, ενώ ό,τι δεν εσωκλείεται δίνει ύλη: «Αυλακώσεις ύλης σε συνθήκες εξωτερικότητας, πτυχώσεις στην ψυχή σε μια κατάσταση εγκλεισμού» (Deleuze 1993, p. 35). Η ψυχή είναι περιφραγμένος χώρος (εσώκλειση, περιεχόμενο) ακριβώς επειδή δεν ανταποκρίνεται άμεσα σε ό,τι είναι εξωτερικό· δημιουργεί ένα ‹θέατρο› (Deleuze 1993). Η ψυχή δεν είναι απλά ένα διάφανο άνοιγμα ή παράθυρο με θέα τον κόσμο· έχει το δικό της κόσμο. Σκεφτείτε τον τρόπο με τον οποίο ο νους δεν ανταποκρίνεται απλά στα ερεθίσματα (δεν είναι πλήρως ανοικτός στον κόσμο) αλλά υπολογίζει, απεικονίζει ή σκέφτεται τον δικό του κόσμο.

          Η ύλη, αντιθέτως, δεν αντιπροσωπεύει ή εσωκλείει τον κόσμο της· δεν διαθέτει ανάμνηση ή σύμπτυξη του κόσμου μέσα στη δική της οπτική. Ψυχή και ύλη δεν είναι δύο είδη υπαρξης· διαφέρουν ανάλογα με τις πτυχώσεις στο εσωτερικό τους. Η ύλη είναι περισσότερο τσάκιση παρά πτύχωση· συνεχίζει να μεταμορφώνεται και να αντιδρά αλλά δεν αντιλαμβάνεται το δικό της γίγνεσθαι.

       Ο Deleuze χρησιμοποιεί αυτήν τη διάκριση ύλης/μορφής -τρόπου, συμπεριφοράς- και την ιδέα της πτύχωσης για να ξεπεράσει τον δυισμό ύλης και μορφής και την ιδέα ότι η μορφή διαφοροποιεί την άμορφη ύλη. Η ίδια η ύλη πτυχώνεται και δημιουργεί αναπτυχώσεις ή εξελίσσεται μέσω υφών και τρόπων. Ο τρόπος δεν είναι μια μορφή που επιβάλλεται στην ύλη, είναι η καθαρή ψυχή της ύλης: «ψυχή είναι η έκφραση του κόσμου (πραγματικότητα) αλλά επειδή ο κόσμος είναι αυτό που εκφράζει η ψυχή (εικονικότητα)» (Deleuze 1993, p. 5).

    Υπάρχουν όμως διαφορετικά επίπεδα πτύχωσης ή εξέλιξης (γίγνεσθαι). Μπορούμε να σκεφτούμε το νου σαν πτυχή εγκλεισμού. Στον νου, το συνεχές γίγνεσθαι του κόσμου επιβραδύνεται για να αποδώσει έναν ‹κόσμο›. Ο νους (ή η ψυχή) επιλέγει και συνθέτει τη ροή των αντιλήψεων για να παραγάγει πράγματα που διαρκούν στο χρόνο: «Υπάρχουν ψυχές κάτω, ευαίσθητες, ζωικές· και υπάρχει ακόμα ένα χαμηλότερο επίπεδο μέσα στις ψυχές. Οι αναπτυχώσεις της ύλης τις περιβάλλουν και τις περικλείνουν» (Deleuze 1993, p. 4). Ψυχή είναι το ενεργό γίγνεσθαι της ύλης, οι τρόποι και τα είδη πτυχωσής της: Η ύλη είναι μαρμαρωμένη με δύο διαφορετικούς τρόπους (Deleuze 1993, p. 4).

  Και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια εικονική ψυχή, ή ένας τρόπος γίγνεσθαι, που πραγματώνεται στην ύλη (Deleuze 1993, p. 35). Η μορφή δεν επιβεβλημένη διαφορά και δεν υπάρχει ψυχή ή κόσμος γενικότερα που να διακρίνεται από τους τρόπους, τις διακυμάνσεις ή το στυλ του:

He used the term matter for the plane of consistency or Body without Organs, in other words, the unformed, unorganized, nonstratified, or destratified body and all its flows: subatomic and submolecular particles, pure intensities, prevital and prephysical free singularities. He used the term content for formed matters, which would now have to be considered from two points of view: substance, insofar as these matters are “chosen,” and form, insofar as they are chosen in a certain order {substance and form of content). He used the term expression for functional structures, which would also have to be considered from two points of view: the organization of their own specific form, and substances insofar as they form compounds (form and content of expression). A stratum always has a dimension of the expressible or of expression serving as the basis for a relative invariance; for example, nucleic sequences are inseparable from a relatively invariant expression by means of which they determine the compounds, organs, and functions of the organism.5 To express is always to sing the glory of God.

    Συμπεριφορά ή πτύχωση, είναι ένας τρόπος για να αναφερθεί ο Deleuze στην θετική και ενεργή διαφορά και την μετάβαση από το εικονικό Όλο στους πραγματικούς κόσμους. Στα Αντι-Οιδίπους και Χίλια Επίπεδα, οι Deleuze – Guattari γράφουν για εδαφοποιήσεις, οι οποίες περιγράφουν τους τρόπους με τους οποίους απείρως πολύπλοκες διαφοροποιημένες ροές γίνονται πραγματικότητα ή εμφανίζονται σαν να έχουν συνοχή ή σταθερότητα. Αναφέρονται επίσης σε ταχύτητες και βραδύτητες όπου μπορούμε να δούμε χρώμα μη αντιλαμβανόμενοι όλο το χρωματικό φάσμα αλλά επιβραδύνοντας την όραση, ή όπου μπορούμε να αντιληφθούμε κινηματογραφική δράση, επιταχύνοντας τις εικόνες. Το θέμα είναι ότι ο πραγματικός ή ο αντιληπτός μας κόσμος προκύπτει από εικονική διαφορά· είναι μια δημιουργία ή ροή διαφορών -το εικονικό- μέρος των οποίων γίνονται αντιληπτές από ‹εμάς› -σαν πραγματικές. Όπως σε όλο το έργο του Deleuze, αρχίζουμε από θετική διαφορά ή το ‹γενετικό στοιχείο›· όχι από κάποια οντότητα, όπως η ύλη ή ο εγκέφαλος, αλλά από τη διαφορά, το γίγνεσθαι ή τη γένεση μέσω της οποίας διακρίνουμε αναγνωρίσιμα όντα.

Η καταγωγή του όρου πτύχωση ως φιλοσοφική έννοια και ως αναλυτικό εργαλείο στην ιστορία της τέχνης βρίσκεται στο έργο του Gilles Deleuze “Le Pli, Leibniz e le Baroque”. Στις πρώτες προτάσεις του κειμένου αυτού η ατέρμονη παραγωγή πτυχώσεων κατατίθεται ως στοιχειώδης συνθήκη της Μπαρόκ περιόδου: ‹Το μπαρόκ δεν έχει ιδιοσυστασία, αλλά αναφέρεται σε μια συνθήκη, έχει μια λειτουργία: Παράγει ατέρμονα πτυχώσεις. Δεν τις επινοεί: υπάρχουν πτυχώσεις από την Ανατολή, την Ελλάδα, τη Ρώμη, Ρωμανικές, Γοτθικές, Κλασσικές… όμως η Μπαρόκ συνθήκη περιελίσσει τις πτυχώσεις, προς την αιωνιότητα …› Η ανάλυση της Μπαρόκ συνθήκης κατά τον Deleuze επιτυγχάνεται ενεργοποιώντας τη σκέψη του μαθηματικού-φιλοσόφου Leibniz που υποστηρίζει την καμπυλότητα του σύμπαντος, τη ρευστότητα της ύλης, την ελαστικότητα των σωμάτων και το πνεύμα ως κινητήριο μηχανισμό. H σκέψη του Leibniz είναι ο αναγκαίος ‹κρυπτογράφος›, για την πλοήγηση στο λαβύρινθο των Μπαρόκ πτυχώσεων καθώς ελίσσεται ανάμεσα στα ‹δυο επίπεδα αιωνιότητας›, τις ‹πτυχές της ύλης› και τις ‹πτυχώσεις στην ψυχή›, ενώ ο Descartes παγιδευμένος αδυνατεί να βρει την έξοδο στη συνέχεια ευθύγραμμων τροχιών και την ορθότητα της ψυχής.

Βιβλιοθήκη Χείλων: Η αρχιτεκτονική της Πτύχωσης (σ.38) – Gilles Deleuze Η Πτύχωση ο Λάιμπνιτς και το Μπαρόκ, εκδ.Πλέθρον, μτφ Ν. Ηλιάδης 

    Τα πάντα στη σκέψη του Deleuze συνοψίζονται στην κρίσιμη έννοια της εμμένειας. (Η εμμένεια είναι θεμελιώδης έννοια για την αντίληψή του: ένας τρόπος σύνδεσης νέων ιδεών με δυνατότητες για σκέψη. Η εμμένεια είναι επίσης συνδεδεμένη με άλλες δικές του έννοιες —έννοιες που ανοίγουν δρόμο σε νέο τρόπο σκέψης.) Η εμμένεια αρχίζει με τη δέσμευση στο έμφυτο. Υπάρχει μόνο μια ροή ζωής ή ένα επίπεδο ύπαρξης. Αυτό το επίπεδο δε θα᾽πρεπε να θεωρείται σαν κάτι υλικό ή ύπαρξη ―κάτι με το οποίο έχουμε κάποια συγγένεια— αλλά σαν δυναμική και ανοικτή ροή του γίγνεσθαι. Αυτό σημαίνει ότι το σύνολο της ζωής ή η ολότητα, δεν είναι δεδομένη —το Όλο είναι εικονικό, όχι πραγματικό, επειδή δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το μέλλον προκαταβολικά, ούτε να καθορίσουμε τις επιδράσεις του παρελθόντος. Και αυτή η εικονική ολότητα δεν είναι συλλογή οντοτήτων, αλλά δυνατοτήτων ή πιθανών ‹γίγνεσθαι›. Ακόμα πιο σημαντικό, αυτό το γίγνεσθαι δεν είναι ομοιόμορφο ή ομοιογενές· δεν υπάρχει υπεράνω σκοπός ή τέλος προς το οποίο κατευθύνεται ή μεταβολή. Κάθε ροή ζωής βεβαιώνει τη διακριτή δύναμη της ‹να γίνει›· δεν υπάρχει κατά κανόνα εξελικτική τάση, μόνο αγωνιστική ή δημιουργική μεταβολή μοναδικοτήτων. Μεταβολή ή εξέλιξη δε συμβαίνει με σκοπό την επίτευξη ενός στόχου ή την προσέγγιση ενός τέλους· η ίδια η ζωή είναι αλλαγή. Οι γενετικές μεταλλάξεις, για παράδειγμα, είναι εκφράσεις της δύναμης της ζωής για αλλαγή· δεν είναι μεταβολές για χάρη κάποιας μορφής ή ύπαρξης.

     Το γίγνεσθαι είναι η δύναμη της ζωής, ένα γίγνεσθαι που δεν έχει άλλο όριο από τον εαυτό του. Ο Deleuze αναφέρεται σε διακριτές τάσεις του γίγνεσθαι —των ζώων των φυτών, των ανθρωπίνων σωμάτων ακόμη και της φιλοσοφίας και της τέχνης— που δεν μπορούν να ενοποιηθούν από κάποια γενική μορφή ή στόχο του γίγνεσθαι. Η ροή της ζωής ή του γίγνεσθαι δεν είναι γενική προοδευτική ανάπτυξη. Γι αυτό ο Deleuze γράφει στον πληθυντικό για ροές, γίγνεσθαι, πολλαπλότητες, ακολουθίες και μοναδικότητες (ενικότητες). Εάν πρέπει να σκεφτούμε τη διαφορά, ροή ή εξέλιξη από την οποία τα όντα διαφοροποιούνται, τότε θα πρέπει να αποφύγουμε τη θεώρηση αυτής της διαφοράς ή ροής σαν μια ακόμη ύπαρξη. Η ενότητα ή το Ένα από το οποίο αναδύεται η ζωή, ισχυρίζεται ο Deleuze, δεν είναι ταυτότητα αλλά διαφορά που διαφέρει από τον εαυτό της: εικονική διαφορά ή καθαρή διαφορά, μια διαφορά που δεν έχει ακόμα πραγματωθεί σε καμία διακριτή και καθορισμένη μορφή, μια αμιγής διαφοροποιητική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή δεν ξεδιπλώνεται με κάποια μοναδική μορφή ή τρόπο· υπάρχουν πολλαπλότητες πτυχώσεων και ροών.

   Έργο της ντελεζιανής θεωρίας του γίγνεσθαι και του υπερβατικού εμπειρισμού είναι να ξεπεράσει την ψευδαίσθηση της υπέρβασης, την ιδέα ότι υπάρχει κάποιο έδαφος ή υπόσταση η οποία στη συνέχεια εξελίσσεται ή γίνεται αντιληπτή. Τείνουμε να φανταζόμαστε ότι πίσω από τις διαφορές ή τις διαδράσεις των δυνάμεων υπάρχουν διακριτές υποστάσεις· φανταζόμαστε ότι υπάρχει κάποιο επίπεδο της υπέρβασης που καθηλώνει την αντίληψή μας. Φανταζόμαστε τα όσα αντιλαμβανόμαστε μέσω των αισθήσεών μας σαν αντίγραφα ή φαινομενικές εικόνες ενός πραγματικού κόσμου.

    Ωστόσο ο Deleuze ισχυρίζεται ότι ‹το πραγματικό› ή η ζωή, δεν είναι αληθινή υπόσταση η οποία εκ των υστέρων γίνεται αντιληπτή ή παρουσιάζεται εικονικά· μάλλον αρχίζουμε από το εικονικό: από τις ικανότητες ή τις δυνάμεις της διαφοράς και του γίγνεσθαι από τις οποίες πραγματώνεται ο υλικός κόσμος. Η υπέρβαση (όπως αντιτίθεται στο υπερβατικό) είναι σύμφωνα με τον Deleuze, το δόγμα της δυτικής σκέψης: η υπέρβαση θέτει ένα υποκείμενο, υπόσταση ή οντότητα από την οποία προέρχονται το γίγνεσθαι, οι σχέσεις, οι δυνάμεις ή η διαφορά. Είναι αλήθεια ότι γνωρίζουμε μόνο έναν κόσμο σχετικών διαφορών —τη διαφορά, ας πούμε, ενός χρώματος με ένα άλλο.

    Όμως ό,τι κρύβεται πίσω από τον κόσμο των σχέσεων δεν είναι μια πραγματική υπόσταση (ας πούμε, άχρωμα αντικείμενα ή κενές υποστάσεις δίχως ποιότητες) αλλά αμιγής εικονική διαφορά. Στην περίπτωση των χρωμάτων, είναι η διαφοροποιητική δύναμη του λευκού φωτός, ή ανεπαίσθητη διαφοροποίηση, αυτή που δίνει σε μας τις διαφορές που βλέπουμε. Αυτό που παράγει τη σχέση μεταξύ διαφορετικών πραγμάτων —αντιληπτό σαν εκτενείς πολλαπλότητες, ή σύνολα διακριτών σχέσεων— είναι η μη συγγενική διαφορά, μια διαφορά που διαφοροποιεί.

    Αυτό μπορεί να εξηγηθεί μέσω της ιδέας μιας εντατικής πολλαπλότητας. Εαν διαθέτω μια ευρεία συλλογή κόκκινων αντικειμένων, μπορώ να προσθέσω ή να αφαιρέσω ένα ή περισσότερα πράγματα εξακολουθώντας να έχω ενα σύνολο κόκκινων αντικειμένων. Αυτή είναι μια εντατική πολλαπλότητα. Η ποσοτική διαφορά δε μεταβάλλει τη φύση του συνόλου διότι μετράω την ποσότητα μέσω μιας τυποποιημένης μονάδας (την κοινή απόχρωση του κόκκινου) έτσι ώστε περισσότερα ή λιγότερα κόκκινα αντικείμενα μπορούν να προστεθούν ή να αφαιρεθούν δίχως να μεταβάλλεται η ταυτότητα της συλλογής. Θα είναι πάντα μια συλλογή κόκκινων πραγμάτων. Ωστόσο, εάν έχω μια πολλαπλότητα ενεργητικών δυνάμεων, ας πούμε το φως που συνθέτει την αντίληψη του κόκκινου και αλλάξω την ποσότητα ή την ταχύτητα του φωτός, τότε πλέον δεν αντιλαμβάνομαι το ίδιο χρώμα. Η διαφορά στην ποσότητα μεταβάλλει ακριβώς αυτό που είναι ένα σύνολο ή πολλαπλότητα. Μια εκτενής πολλαπλότητα συλλέγει περισσότερα ή λιγότερα ήδη διαφοροποιημένα πράγματα. Μια εντατική πολλαπλότητα , από την άλλη, μεταβάλλεται με κάθε προσθήκη ή αφαίρεση· περισσότερο φως μας δίνει διαφορετικό χρώμα. Αυτό μας δίνει δύο τρόπους να σκεφτούμε την ταυτότητα. Μπορούμε να αρχίσουμε με έναν ήδη διακριτό όρο και να αντιληφθούμε εκτεταμμένες πολλαπλότητες σαν συλλογές αυτής της διακριτής ποσότητας: μπορούμε να φανταστούμε ένα έθνος σαν συλλογή Βρεττανών. Αυτή η ομαδοποίηση στηρίζεται σε ήδη καθορισμένες μονάδες και το να είσαι Βρετανός δεν επηρεάζεται από το πόσα άτομα περιλαμβάνονται.

     Οι Deleuze – Guattari αναφέρουν αυτά τα είδη πολιτικής ομαδοποίησης σαν ‹υποταγμένες ομάδες›, όπου η ταυτότητα των μελών προηγείται και είναι ανεπηρέαστη από την ποσότητα ή τη συγκέντρωση των μελών (Deleuze & Guattari 1983, p. 348). Αντιθέτως, μια εντατική πολλαπλότητα μεταβάλλεται με κάθε προσθήκη ή αφαίρεση· δεν είναι συλλογή μονάδων που παραμένει ίδια. Ο Ντελέζ αναφέρεται σε αυτήν σαν ουσιαστική πολλαπλότητα· δηλαδή ό,τι είναι αυτή η πολλαπλότητα ορίζεται άμεσα από ό,τι περιλαμβάνει. Δεν υπάρχει εξωτερικό μέτρο, όπως ερυθρότητα ή Βρετανικότητα, το οποίο προσδίδει ταυτότητα στην πολλαπλότητα. Η εντατική πολλαπλότητα μεταβάλλεται με κάθε μεταβολή των δυνάμεων που τη συγκροτούν. Η πρόσθεση ή η αφαίρεση φωτός δε θα μας δώσει το ίδιο κόκκινο. Εντούτοις, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η προσθήκη ή η αφαίρεση σωμάτων δε θα μας έδινε την ίδια αίσθηση Βρετανικότητας, το ίδιο έθνος. Βεβαίως, η Αγγλία πιέζεται αυτή τη στιγμή από ένα τέτοιο άγχος μετάλλαξης· αν αρχίσουμε να περιλαμβάνουμε τους ‹αιτούντες άσυλο› στα μέλη της Βρετανίας, ενδέχεται να μην έχουμε πλέον κάποιο μέτρο Βρετανικότητας (ομιλούντες Αγγλικά και λευκοί) ικανό να διέπει την ομάδα. Αντί για κάποιο γκρουπ υπαταγμένο σε κάποια μετρήσιμη μονάδα —μια υποταγμένη ομάδα— θα είχαμε ένα σύνολο που θα μεταμόρφωνε μονίμως τη φύση των μονάδων του (ομάδα υποκειμένων). Ακόμα και η ιδέα της ατομικότητας μπορεί να αλλάξει με την προσθήκη νέων μελών. Θα μπορούσαμε να το σκεφτούμε επίσης σαν συλλογική συναρμογή, όπου το να συγκεντρώνεσαι ή να συνδέεσαι είναι αυτό που παράγει την ταυτότητα της ομάδας, από το να υπάρχουν όμοια πράγματα τα οποία στη συνέχεια απαρτίζουν ένα ομοιογενές σύνολο.

  Deleuze και Guattari αναφέρονται στις ομάδες-υποκείμενο σε αντιδιαστολή με τις καθυποταγμένες ομάδες (Deleuze & Guattari 1983). Τα καθυποταγμένα σύνολα κυβερνιούνται από μια ταυτότητα των μονάδων, το οποίο σημαίνει ότι μπορούμε να κατανοήσουμε το να είσαι Βρετανός, για παράδειγμα, σαν προϋπόθεση για την είσοδο στην ομάδα. Υπάρχει μια ταυτότητα που προηγείται και αποτελεί τη βάση της συναρμογής, ομάδας ή πολλαπλότητας. Σε γενικές γραμμές, έτσι τείνουμε να κατανοούμε τον πατριωτισμό: ότι υπάρχει κάτι σαν εθνικός χαρακτήρας, πατρογονικό δικαίωμα ή ποιότητα που μπορεί να ομαδοποιηθεί σε ‹έθνος›. Πολλές εκκλήσεις στο έθνος φέρνουν στο νου ακριβώς μια τέτοια ταυτότητα πάνω και πέρα από το σύνολο ή τη συναρμογή των των μελών. Το δημοκρατικό κίνημα στην Αυστραλία σήμερα, για παράδειγμα, συχνά απορρίπτει τη Βρετανική μοναρχία στη βάση του ότι οι Αυστραλοί έχουν διαμορφώσει πλέον προσωπική ταυτότητα και χαρακτήρα. Αυτός ο χαρακτήρας είναι που υποτίθεται ότι επιτρέπει στους Αυστραλούς να αυτοαποκαλούνται ‹Αυστραλοί›.

    Σε αντίθεση με την υποταγμένη ομάδα ή την εκτενή πολλαπλότητα, όπου το τι είναι ένα μέλος παραπέμπει σε διακριτή ταυτότητα ή υπόσταση, μια εντατική πολλαπλότητα ή υποκείμενο-ομάδα μεταμορφώνεται με κάθε μεταβολή δύναμης· αυτό που είναι κάθε μέλος θα αλλάξει επίσης με κάθε μετασχηματισμό. Τα μειονοτικά γκρουπ, για παράδειγμα, βρίσκονται μονίμως σε μετασχηματισμό: δεν κυβερνιούνται από κάποια εικόνα ή ταυτότητα. Για τους Deleuze-Guattari, μια μειονότητα δεν καθορίζεται από τον αριθμό των μελών της ομάδας αλλά από τη φύση της ομαδοποίησης. Παρότι οι γυναίκες συνιστούν την πλειοψηφία του πληθυσμού μπορούν, αλλά όχι πάντα, να θεωρηθούν σαν μειονότητα. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν αναγνωρίζουν το κυριαρχικό πρότυπο του ‹άντρα› ή της ανθρωπότητας. Θεωρητικά, γνωρίζουμε όλοι τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος· και υπάρχουν κριτήρια ανθρωποσύνης που επιτρέπουν ένταξη και αποκλεισμό, όπως το αν είναι κάποιος λογικός, ηθικός ή κοινωνικός. Θα μπορούσαμε να αποκαλούμε ‹μη-ανθρώπινους› εκείνους που δεν ήταν λογικοί, ηθικοί ή κοινωνικοί. Η ανθρωπότητα έχει καθορισμένο πρότυπο ή μέτρο με το οποίο αποφασίζει ποιός μπορεί να συμπεριληφθεί στην ομάδα της και όλοι μετριόμαστε στη βάση αυτής της προδιαγραφής. Στις ποσότητες δεν αρμόζει το ‹μη-ανθρώπινες›· δεν υπάρχει άλλη κατηγορία, καμία πραγματική διαφορά. Στο ξεκίνημά του, το φεμινιστικό κίνημα, άρχισε σαν συγκέντρωση που αρνήθηκε την αναγνώριση της λογικής του αρσενικού ενώ δεν διέθετε κάποιο άλλο μέτρο το οποίο να επικαλεστεί. Μπορούμε να το σκεφτούμε σαν ομάδα-υποκείμενο και εντατική πολλαπλότητα, όπου αυτό που ήταν το να ‹είσαι γυναίκα› ήταν ανοικτό σε αμφισβήτηση και διαμόρφωση και διαφοροποιείται με κάθε νέα ένταξη.

     Κατά συνέπεια, θα πρέπει να υπάρχουν δύο κλίμακες πολιτικών αξιώσεων εθνικισμού. Αυτές που ήταν ‹πλειοψηφικές› θα επικαλούνταν κάποια πεπερασμένη και αντιληπτή μονάδα —εθνικό χαρακτήρα, γέννηση ή πνεύμα― σαν βάση και λόγο για την ομαδοποίησή τους. Εκείνες που ήταν ‹μειονοτικές› θα ήταν μια ταυτότητα μονίμως μεταποιούμενη από τα γεγονότα της ομαδοποίησης ή της συναρμογής της.

    Σαν παράδειγμα, μπορούμε να σκεφτούμε τη σύγχρονη εκστρατεία για τα δικαιώματα των αυτόχθονων Αυστραλών. Ένας τρόπος να την καταλάβουμε είναι η καθυποταγμένη ομάδα: Οι λαοί των Αβορίγινων θα μπορούσαν να ισχυριστούν και εκείνοι, ότι είναι σαν τους υπολοίπους από ‹εμάς› και θα αξίωναν να τους αποδοθούν τα δικαιώματα και οι αναγνωρίσεις που οφείλονται σε όλους τους Αυστραλούς. Κοινότητες Αβορίγινων θα μπορούσαν να ενταχθούν στον πληθυσμό των Αυστραλών, να έχουν δικαίωμα ψήφου, να αγοράζουν γη και να είναι αναγνωρισμένοι. Διαφορετικά, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε αυτό το κίνημα σαν μια ομάδα-υποκείμενο: η αξίωση για αναγνώριση προέρχεται συχνά από μια ομάδα η οποία δεν έχει προκαθορισμένη ταυτότητα. Η ιδέα ενός ενοποιημένου πληθυσμού Αβορίγινων που αξιώνει ενσωμάτωση δε συμβαδίζει με τις ποικίλες ιστορικές, πολιτισμικές και γεωγραφικές διαφορές των Αβοριγινικών πολιτισμών.

     Η διαμόρφωση του ‹Αβοριγινικού λαού› συνέβει εξαιτίας της απαίτησης για εξουσία και δεν προηγήθηκε αυτής· η Αβοριγινική ταυτότητα επήλθε μέσω της συγκέντρωσης ή της ‹συναρμογής› δυνάμεων. Όμως αυτό σήμαινε επίσης ότι δεν θα επρόκειτο μόνο για ζήτημα επέκτασης ενός γκρουπ (των Αυστραλών) ώστε να συμπεριληφθεί η Αβοριγινικότητα. Θα πρέπει να αλλάξει αυτό που είναι η Αυστραλία: δε θα μπορούσε πλέον να είναι συνδεδεμένη με το μοντέλο του λευκού, λογικού, ιδιοκτήτη, ατόμου της πυρηνικής οικογένειας. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να αλλάξει και η ίδια η ιδέα της ομάδας και της ένταξης. Δε θα ήταν απλά ζήτημα επέκτασης της αναγνώρισης —εκχώρηση δικαιωμάτων, ιδιοκτησίας και αυτονομίας στη νέα ομάδα— διότι αυτά τα μέσα αναγνώρισης είναι ήδη εκείνα της πλειοψηφικής ομάδας.

   Ακόμη και νέοι τρόποι ομαδοποίησης θα πρέπει να μελετηθούν: όχι απλά ένταξη και αναγνώριση αλλά εντατικοί δεσμοί, όπως το συναίσθημα για τον τόπο ο οποίος ομαδοποιεί πολλά γηγενή σώματα. Η διαφορά μεταξύ πλειονοτήτων και μειονοτήτων δεν είναι ποσοτική· έχει να κάνει με τον τρόπο (τη λειτουργία) της ποσότητας. Μια πλειονότητα αυτοπροσδιορίζεται μέσω μιας ταυτότητας στην οποία υποτάσσονται μετά τα μέλη: μια ομάδα που αυτο-αναγνωρίζεται σαν Αυστραλιανή, επειδή υπάρχει κάποια γενική έννοια Αυστραλοσύνης η οποία μπορεί να μοιραστεί και να αντιπροσωπευθεί. Η πλειονότητα μοιάζει με εκτεταμένη πολλαπλότητα: συλλογή ήδη διακριτών μονάδων. Η μειονότητα, αντιθέτως, δεν έχει ταυτότητα έξω από τη συγκεκριμένη συμπαράταξη δυνάμεών της· κάθε προσθήκη ή αφαίρεση δίνει στην ομάδα νέα δύναμη.

   Στην περίπτωση των Αβοριγινικών ισχυρισμών, για παράδειγμα, καθώς παραχωρήθηκαν περισσότερα δικαιώματα και αυτονομία στη μειονοτική ομάδα, οι ίδιες οι έννοιες των δικαιωμάτων και της αυτονομίας τέθηκαν υπό αμφισβήτηση. (Ο Patton ανέλυσε το άνοιγμα αυτό χρησιμοποιώντας την Ντελεζιανή ιδέα της ‹γραμμής φυγής› :Patton 2000, p. 126). Με τους Αβοριγινικούς λαούς να συμπεριλαμβάνονται στις δημοκρατικές διαδικασίες, με την εκχώρηση εκλογικού δικαιώματος, βρέθηκαν επιπλέον σε θέση να αμφισβητήσουν τη δημοκρατική έννοια του προκοινωνικού εαυτού ο οποίος διαθέτει δικαιώματα που τον προστατεύουν από άλλους. Περισσότερο κοινόχρηστες αντιλήψεις για την εαυτότητα (selfhood) και ορισμοί του εαυτού διαμέσω τόπου και πνεύματος, έβαλαν σε δοκιμασία τη δυτική έννοια του κατακερματισμένου πολιτικού υποκειμένου. Καθώς οι Αβοριγινικοί λαοί περιλαμβάνονται στην οικονομία αποκτώντας ιδιοκτησίες γης, προκάλεσαν επίσης τη δυτική αντίληψη για τη γη ως κάτι που μπορεί να γίνει κτήμα, ιδιοκτησία (Malpas 1999). Κάθε πολιτικό γεγονός στο κίνημα για τα αυτοχθονικά δικαιώματα άφησε περιθώριο για μεγαλύτερη επέκταση και πολυπλοκότητα της ίδιας της ταυτότητας της ομάδας των γηγενών καθώς και του πολιτικού συνόλου που αμφισβητήθηκε.

     Μπορούμε να δούμε την πολιτική αμφισβήτηση με δύο τρόπους. Παραδοσιακά, υποθέτουμε ότι υπάρχει κάποια νόρμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιθαγένειας η οποία θα έπρεπε να αναγνωρίζεται σε όλους και η οποία χρήζει απεμπλοκής από προκατάληψη, παραμόρφωση και εξουσία. Αυτό θα προϋπέθετε ότι οι πολιτικές δυνάμεις ήταν στην ουσία βασισμένες σε κάποιον υποκείμενο σκοπό ή αρχή. Μια πλειονότητα αυτοπαρουσιάζεται πάντα, όχι σαν συγκεκριμένη ομάδα ή δυνητικό συναρμολόγημα, αλλά σαν αντιπρόσωπος του ανθρώπου ή γενικά της ανθρωπότητας. Ειδάλλως δε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε κάτι πέρα από μια αρένα δυνάμεων. Κάθε πολιτικό γεγονός αμφισβητεί ακριβώς αυτό που αντιλαμβανόμαστε ότι είναι το πολιτικό και αυτό συμβαίνει επειδή κάθε δύναμη δημιουργεί νέες διακρίσεις και διαφορά. Μια μειονοτική πολιτική δε θεωρεί τον εαυτό της σαν έκφραση του λαού αλλά σαν τη δημιουργία νέων λαών, ενός ‹λαού επερχόμενου›.

    Επομένως, υπάρχουν άμεσες πολιτικές συνέπειες από τη σκέψη ενός κόσμου δυνάμεων και εξουσιών που παράγουν διακρίσεις αντί για διαφορές και δυνάμεων που παραπέμπουν σε ήδη διαχωρισμένες ουσίες. Ζωή είναι η δύναμη ή δυνατότητα παραγωγής σχέσεων, όχι μια σειρά σχέσεων μεταξύ ήδη διακριτών υποστάσεων. Το θέμα τότε είναι να σκεφτούμε τη διαφορά θετικά: όχι σαν διαφορά μεταξύ ξεχωριστών όρων, αλλά σαν αδιάκοπη, αθεμελίωτη και απεριόριστη διαδικασία διαφοροποίησης. Ο κόσμος δεν αποτελείται από διακριτές υποστάσεις αλλά από διαφοροποιητικές δυνάμεις, η κάθε μια εκφράζοντας την ύπαρξη με διαφορετικούς τρόπους. Εαν σκεφτούμε κάποια εμμενή (έμφυτη) υπόσταση μονίμως διαφοροποιούμενη και εκφράζουσα τον εαυτό της διαφορετικά, τότε θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα δυνάμεων και ενεργειών βασισμένων σε κάποια αντιπροσωπευτική κανονιστική μονάδα, όπως ‹ο άνθρωπος›. Όλες όμως οι κοινωνίες έτειναν να συσχετίζουν δυνάμεις και διαφοροποιημένους όρους με κάποια αδιαφοροποίητη καταγωγή στο παρελθόν. Οι Deleuze – Guattari αναφέρονται σε τούτη την πολιτική διαδικασία όπως στην παραγωγή ενός ‹σώματος δίχως όργανα›. Οι δυνάμεις της ζωής παράγουν διακριτά σώματα ή οργανισμούς, όμως εμείς μετά λανθασμένα αλλά αναπόφευκτα φανταζόμαστε κάποια αδιαφοροποίητη προέλευση (το σώμα δίχως όργανα):

    Όχι μόνο χρειάζεται να ελευθερώσουμε τους εαυτούς μας από την ψευδαίσθηση ότι δυνάμεις, εξουσίες ή επιθυμίες έχουν κάποια ύστατη υποκείμενη καταγωγή ή υπόσταση, αλλά πρέπει να αναλύσουμε τα πολιτικά και ιστορικά παράγωγα αυτού του τελικού αιτίου ή το σώμα δίχως όργανα. Εδώ είναι που η επιμονή του Deleuze στη θετική διαφορά —διαφορά η οποία είναι παραγωγική, πλειονοτική και αθεμελίωτη— οδηγεί απευθείας σε πολιτική θεωρία και ιστορικό κώδικα. Εάν μπορούμε να σκεφτόμαστε τις ροές της ίδιας της διαφοράς και να μη μειώνουμε τη διαφορά σε μια διαφορά μεταξύ όρων ή στη διαφοροποίηση κάποιας υπόστασης, τότε ελευθερώνουμε τη σκέψη από τα ηθικά της θεμέλια.

    Όταν σκεπτόμαστε ή ενεργούμε, τείνουμε να διαιρούμε συνεχείς ροές διαφοράς σε χωριστά αντικείμενα ή στατικές ποσότητες. Προκειμένου να περιφερθούμε στον κόσμο κωδικοποιούμε τις ροές της αντίληψης σε διακριτά και αναγνωρίσιμα αντικείμενα και αποδεχόμαστε μία μόνο άποψη ή κόσμο μέσα στα οποία εντοπίζεται όλη η διαφορά. Αυτό είναι το υπερβατικό επίπεδο, το οποίο μας οδηγεί να πιστέψουμε ότι όλη η διαφορά μπορεί να αναχθεί σε κάποια πανομοιότυπη ρίζα ή έδαφος (αιτία, λόγος,βάση) στο παρελθόν.

     Για παράδειγμα, τοποθετούμε το γίγνεσθαι σε μια χωριστή γραμμή ή επίπεδο της ιστορίας. Ο Deleuze όμως επιμένει στο ότι το γίγνεσθαι δεν εκτυλίσσεται κατά μήκος μιας γραμμής· μάλλον υπάρχουν χιλιάδες ‹πλατωμάτων› ή επίπεδα διαφορετικής διάρκειας. Με ποιό δικαίωμα, για παράδειγμα, οι πολιτισμοί της Δύσης αναφέρονται σε άλλες κουλτούρες με τους όρους, ‹αναπτυσσόμενη›, ‹προ-αποικιακή› ή ‹προ-βιομηχανική›; Παίρνοντας μονάχα μία γραμμή ιστορικής ανάπτυξης (αυτή της Δύσης) και μετρώντας τις άλλες ιστορίες στα πλαίσια αυτού του επιπέδου. Αντίθετα, ο Deleuze αναφέρεται στα ιστορικά επίπεδα με όρους γεωλογίας, έτσι η χρήση από αυτόν του όρου ‹πρωτόγονος› δεν αναφέρεται σε κάποιο ανύπαρκτο παρελθόν αλλά σε κάποια τάση που εξακολουθεί να είναι παρούσα. Υπάρχουν ακόμη στον καπιταλισμό αρχέγονες επενδύσεις· συγκεκριμένα θρησκευτικά γεγονότα εξακολουθούν να επενδύουν σ᾽ένα άγιο και εντατικά βιωμένο σώμα. Ο καπιταλισμός είναι ένα πλάτωμα που διατέμνει και επικαλύπτεται από άλλες γραμμές χρόνου όπως η πρωτόγονη και η δεσποτική. (Υπάρχουν ίχνη βαρβαρότητας στην τρέχουσα χρήση της θανατικής ποινής στις δυτικές κοινωνίες και ψήγατα καπιταλισμού σε πρωτόγονους πολιτισμούς και στην τάση τους να ανταλλάσσουν.) Τα (επισημασμένα) όρια των διαφορετικών διαρκειών προχωρούν πέρα από την ανθρώπινη ζωή.

       Για τον Deleuze, ο χρόνος δεν είναι τρόπος να μετράμε και να συνδέουμε ισοδύναμα σημεία. Κάθε ύπαρξη έχει το δικό της ρυθμό ή παροδικότητα. Η ζωή του ανθρώπου, για παράδειγμα, έχει αναπτύξει τεχνολογίες μνήμης οι οποίες την καθιστούν ικανή να επιβραδύνει τις αποκρίσεις της στη ζωή —η μνήμη μου επιτρέπει να πράττω στο παρόν με μεγαλύτερη προσοχή. Μπορώ να υπολογίσω τι να κάνω τώρα, ανατρέχοντας σε μια σειρά πιθανών εκβάσεων· προβλέπω ένα μέλλον αναφερόμενος σε ένα παρελθόν ενεργώντας έτσι με μεγαλύτερη βραδύτητα. Ένα μόριο, αντιθέτως, δε μελετά ή επιλέγει την απόκρισή του· λειτουργεί σε διαφορετική ταχύτητα. Ο Deleuze επιζητά να εκθέσει ένα χρόνο όχι-ανθρώπινο που θα ανοίξει τη σκέψη σε ένα μέλλον, ένα μέλλον που δε θα βασίζεται πλέον στο ξεδίπλωμα της ιστορίας του ανθρώπου. Αυτή είναι η πτυχή της σκέψης του Deleuze που έχει εκφραστεί με μεγαλύτερη σαφήνεια στο πρόσφατο έργο του John Rajchman, ο οποίος επιχειρηματολογεί υπέρ του ουσιαστικά δημιουργικού δυναμικού στην Ντελεζιανή έννοια του χρόνου: 

     Η ιστορία που συνθέτουν οι Deleuze – Guattari στα Χίλια Επίπεδα τοποθετεί το ανθρώπινο γίγνεσθαι παραπλεύρως άλλων επιπέδων γίγνεσθαι. Μέσα στα πλαίσια της ζωής του ανθρώπου υπάρχουν ροές μεταβαλλόμενης ταχύτητας και επιβράδυνσης —ποικίλοι βαθμοί συνήθειας, μνήμης, υπόσχεσης και επιθυμίας— ενώ υπάρχουν επίσης οι ταχύτητες και οι ροές μη-ανθρώπινων γίγνεσθαι (που συμπεριλαμβάνουν ζώα, μηχανές, μόρια και γλώσσες). Αυτό διασταυρώνεται με δύο βασικές έννοιες του Deleuze: την επιθυμία και την πτυχή.

    Η ιδέα της πτυχής βοήθησε τον Deleuze να σκεφτεί τους διάφορους τρόπους με τους οποίους η ζωή εμφανίζει ένα εσωτερικό και ένα εξωτερικό: το μάτι του ανθρώπινου σώματος παράγει ένα εσωτερικό μιας νοοτροπίας απέναντι σε μια εξωτερική πραγματικότητα αλλά υπάρχουν και άλλες πτυχές. Μόρια αποκρινόμενα στο φως, τη ζέστη ή την υγρασία δημιουργούν ένα εσωτερικό κάποιου κυτταρικού οργανισμού κι ένα εξωτερικό του περιβάλλοντος. Με αυτόν τον τρόπο σκέψης, σαν επίπεδο απεριορίστων πτυχώσεων, μπορούμε επίσης να σκεφτούμε τη ζωή σαν επιθυμία.

      Δεν είναι ότι πρώτα υπάρχουν όντα τα οποία στη συνέχεια επιθυμούν ό,τι βρίσκεται έξω από αυτά. Ζωή είναι ακριβώς η μεταβολή, το γίγνεσθαι ή η δημιουργία, που παράγει επιπλέον γραμμές αλλαγής και διαρκούς εξέλιξης σχηματίζοντας ολοένα και πιο περίπλοκες πτυχές. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή είναι πάντοτε ενεργή και δημιουργική, εγγυήτρια της δύναμης ‹να γίνει›. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο επιθυμία περιγράφοντας το σύνολο αυτής της δημιουργίας και των πτυχώσεων ακριβώς επειδή η επιθυμία δεν είναι ένα αντικείμενο ή ύπαρξη αλλά συσχετισμός δυνάμεων. Πτυχή στην ύπαρξη δημιουργείται μέσω μιας αντίδρασης ή διάδρασης: φως που αλληλεπιδρά με ένα κυτταρικό οργανισμό. Στην προσπάθεια να αναποκριθεί στο φως ο κυτταρικός οργανισμός γίνεται αυτό που είναι· όπως όλη η ζωή είναι η επιθυμία της, η δύναμή της για αλλαγή. Μακριά από τη σκέψη ότι ο κόσμος είναι μια συλλογή οντοτήτων οι οποίες στη συνέχεια έχουν επιθυμίες, ο Deleuze επιμένει ότι η ζωή ξεκινά από ροές γίγνεσθαι η επιθυμίας, οι οποίες στη συνέχεια παράγουν σχετικά σημεία σταθερότητας.

     Με σκοπό να ζήσουμε οργανώνουμε τις ροές του γίγνεσθαι σε αναγνωρίσιμες οντότητες. Τείνουμε να ξεκινάμε τη σκέψη μας από όργανα και οργανισμούς, κυρίως τον οργανισμό του ‹ανθρώπου›. Για τον Deleuze, φιλοσοφία και δημιουργική σκέψη είναι ανάγκη να εργαστούν ενάντια στην τάση αυτή. Δε θα πρέπει να αρχίζουμε τη σκέψη μας από ήδη καθορισμένους όρους. Αυτό είναι το λάθος των θεωριών που θέτουν αρχικά το ερώτημα πώς οι διάνοιες ή τα υποκείμενα μπορούν να γνωρίσουν έναν κόσμο· είναι επίσης το λάθος της σκέψης μας που αρχίζει με απλές προτάσεις ή την κοινή λογική. Κοινή λογική και καθημερινή γλώσσα έχουν ήδη κατηγοριοποιήσει τον κόσμο σε υποκείμενο και αντικείμενο, ουσιαστικό και ρήμα, την εσωτερική εμπειρία από τον εξωτερικό κόσμο ή το μάτι που παρατηρεί το σώμα. Κοινή λογική και καθημερινή γλώσσα παράγουν ένα επίπεδο υπέρβασης, κάποια σειρά αντικειμένων ή οντοτήτων απέναντι από τα οποία είναι εγκατεστημένη η σκέψη.

   Συνήθως αρχίζουμε να σκεφτόμαστε υποθέτοντας ότι υπάρχει κάποιο ξεχωριστό ή διαφοροποιημένο αντικείμενο το οποίο βρίσκεται εκεί για να προβληθεί από κάποιο υποκείμενο. Ενάντια σ᾽ αυτή την αποδοχή δεδομένων διαφορών (ή υπερβατικών) το σύνολο του Ντελεζιανού έργου προσανατολίστηκε στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο προκύπτουν οι διαφορές. Αυτό σημαίνει: ποιά είναι η πραγματική διαφορά από την οποία αντλούμε διαφοροποιημένες (και συνεπώς αναγνωρίσιμες) οντότητες και όρους; Πώς και ξεχωρίζουμε μια διάνοια που αντιλαμβάνεται από κάποιον εξωτερικό κόσμο που βρίσκεται εκεί για να γίνει αντιληπτός; Πώς και συγκεκριμένα σημεία μέσα στο απόλυτα εμμενές πεδίο της ζωής —όπως ο ‹εαυτός› ή ο ‹άντρας›— αποκόπτονται και χρησιμοποιούνται για να κρίνουν τη ζωή; Γιατί σκεπτόμαστε τις διάρκειες και τις ροές της ζωής με όρους ισοδύναμων σημείων (τα ομοιόμορφα ‹τώρα› του χρόνου ή τα συμμετρικά ‹σημεία› του χώρου; Πώς καταλήξαμε να θεωρούμε τον ‹νού›, τον ‹άντρα› ή την ‹ύλη› σαν ξεχωριστές υποστάσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία του όλου;

    Φιλοσοφία, τέχνη και επιστήμη χρειάζεται να έρθουν αντιμέτωπες με την εμμένεια, τη διαφορά ή τη ροή της ζωής που δεν έχει ενιαίο κέντρο, θεμέλιο ή εξωτερικό σημείο από το οποίο θα μπορούσε να κριθεί ή καθοριστεί. Όμως αυτό σημαίνει ότι ο Deleuze πρέπει να γράφει με τέτοιο τρόπο ώστε η δική του σκέψη να μην παρέχει έναν ακόμη θεμελιακό όρο. Αν θέλει να ξεφύγει από μια ιστορία της σκέψης που επιχείρησε να ερμηνεύσει όλο το ‹είναι› υποβαθμίζοντάς το σε κάποιο ενιαίο όρο, δεν μπορεί να αντικαταστήσει απλά έναν άλλο όρο. Πρέπει να γράψει με τρόπο που φέρνει αντμέτωπα τα όρια προτάσεων, ορολογίας και σκέψης. Προσπαθεί, κυρίως, να αποφύγει τόσο τις αλληγορίες όσο και τα αντιπροσωπευτικά παραδείγματα.

    ‹Σκοτώστε τον συμβολισμό› (Deleuze & Guattari 1986, p. 70). Τι συμβαίνει με τη μεταφορά και την αναπαράσταση; Λοιπόν, καθαυτή η ιδέα της μεταφοράς είναι ότι υπάρχει ένας κυριολεκτικός, παρών, κόσμος απλών αντικειμένων, τον οποίο σκεφτόμαστε στη συνέχεια μέσω μιας εικόνας ή φιγούρας (σχήματος). (Ο Deleuze απορρίπτει επίσης την ιδέα ότι ‹το μόνο που έχουμε είναι μεταφορές›, διότι αυτό υπονοεί την ύπαρξη ενός πραγματικού κόσμου κείμενου πάντοτε μακριά, απρόσιτου από τις εικόνες που έχουμε γι αυτόν.) Αντί να δεχτούμε ότι ύπάρχει ένας πραγματικός κόσμος τον οποίο στη συνέχεια συμβολίζουμε με εικονικές φιγούρες ή μεταφορές, ο Deleuze αντιλαμβάνεται το εικονικό (ή τη δύναμη της απεικόνισης) σαν πρωταρχικό, μήτρα του πραγματικού: Η μεταμόρφωση είναι το αντίθετο της μεταφοράς. Δεν υπάρχει πλέον κάποιο κατάλληλο νόημα ή μεταφορική έννοια, παρά μόνο διανομή καταστάσεων που είναι μέρος του κοσμικού φάσματος (Deleuze & Guattari 1986, p. 22). Ο Deleuze υποστηρίζει ότι η ίδια η ιδέα της μεταφοράς ή της αναπαράστασης έχει ενισχύσει τα θεμέλια της σκέψης και της φιλοσοφίας. Λειτουργούμε σα να υπήρχε ένας κυριολεκτικός κόσμος ο οποίος στη συνέχεια χρειάζεται να διαβιβαστεί με μεταφορές ή συμβολισμούς που δημιουργούνται από τη νόηση.

    Οι φιλόσοφοι θεωρούν αποδεκτό για τον εαυτό τους να χρησιμοποιούν μεταφορές για να περιγράψουν έναν αντικειμενικό κόσμο —αν ένας φιλόσοφος θέλει να περιγράψει το χρόνο, για παράδειγμα, ίσως μας ζητήσει να σκεφτούμε μια γραμμή, ή ένα ποτάμι, ή μια σειρά σημείων που ενώνονται μεταξύ τους όπως οι κρίκοι σε μια αλυσίδα. Όμως αυτό υπονοεί ότι υπάρχει ο χρόνος και στη συνέχεια σκεφτόμαστε αυτόν τον πραγματικό χρόνο δια μέσου ποικιλίας δευτερόντων εικόνων. Εναλλακτικά, κάποιος φιλόσοφος ίσως μας ζητήσει να φανταστούμε το νού σαν βιντεοκάμερα, παράθυρο ή καθρέπτη. Αυτή η μεταφορά μας προτρέπει επίσης να σκεφτούμε ότι το σκεπτόμενο υποκείμενο είναι απλά εκεί κι εμείς ακολούθως χρησιμοποιούμε συγκεκριμένες φιγούρες και εικόνες για να το συμβολίσουμε. Τούτο θα σήμαινε ότι οι εικόνες ήταν παθητικά αντίγραφα του κόσμου που προστίθενται σε ήδη διαφοροποιημένες οντότητες. Και θα υπονοούσε επίσης ότι ο κόσμος υπήρχε από μόνος του, δίχως εικόνες.

     Εάν, ωστόσο, αρνηθούμε να δούμε τον κόσμο σαν κάποιο εξωτερικό και στατικό αντικείμενο ή συλλογή αντικειμένων, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι η σκέψη ή η απεικόνιση του κόσμου, συνιστά τον κόσμο. (Επιπλέον, θα πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι η απεικόνιση δεν είναι η προνομιούχος δραστηριότητα της διάνοιας των ανθρώπων· όταν ένα φυτό στρέφεται προς τον ήλιο ‹αντιλαμβάνεται› ή έχει μια εικόνα του τι δεν είναι ο εαυτός του, αλλά το κάνει με τη δική του αντιληπτική ικανότητα.) Ο Deleuze υποστηρίζει ότι ο κόσμος δεν είναι τίποτα πέρα από ένα διαδραστικό επίπεδο απεικόνισης ή σειρά εικόνων, με το κάθε γεγονός στον κόσμο να εικονίζει ή να ανταποκρίνεται σε κάθε άλλο. Ο κόσμος δεν είναι ένα ήδη δοσμένο σύνολο σημείων ή οντοτήτων τα οποία στη συνέχεια αλληλεπιδρούν δια μέσου αντίληψης και απεικόνισης· καλύτερα, ένα συγκεκριμένο σημείο πραγματοποιείται μόνο δια μέσου του γεγονότος της απεικόνισης και της αντίληψης:

  Δεν πρόκειται για μια αντιρεαλιστική θεωρία. Ο Deleuze δεν υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα είναι απλά μια εικόνα ή ότι κατασκευάζεται από το νου. Αντιθέτως, η πραγματικότητα με όλη της την διαφορά και την πολυπλοκότητα δεν μπορεί να περιοριστεί στις εκτενείς εικόνες που ‹εμείς› έχουμε σχηματίσει γι αυτήν. Ούτε μπορεί ο νους να θεωρηθεί δημιουργός ή προέλευση όλων των εικόνων. Η ίδια η πραγματικότητα είναι ένα άπειρο και μη ανθρώπινο επίπεδο απεικόνισης: όταν ένα κύτταρο αποκρίνεται σε ένα άλλο ή όταν ένα φυτό μεγαλώνει προσανατολισμένο στον ήλιο, ή όταν ένας ιός μεταλλάσσεται, μπορούμε να αναφερθούμε στο καθένα τους σαν απεικόνιση. Κάθε εκδήλωση της ζωής έχει συλλάβει ένα διαφορετικό γεγονός, δημιουργώντας δύο σημεία και κάθε σημείο απεικόνισης έχει το δικό του κόσμο. Δεν υπάρχουν υποκείμενα τα οποία μετά αντιλαμβάνονται· υπάρχει ένα απρόσωπο επίπεδο αντιλήψεων από το οποίο τα υποκείμενα πτυχώνονται. Είναι από τον συγκεκριμένο τρόπο αντίληψης, το στυλ ή τον τόνο του, που επέρχεται η άποψη της ψυχής ή του υποκειμένου:

     H ανθρώπινη ζωή ή η σκέψη είναι απλά ένα είδος απεικόνισης ή αντίληψης μεταξύ άλλων· το σφάλμα ήταν να σκέφτεσαι ότι ο κόσμος είναι απλά εκεί, ή υπερβατικός, μόνο για να προβάλλεται στον νοήμονα άνθρωπο. Αν αρχίσουμε από το επίπεδο της εμμένειας τότε δεν υφίσταται κάποιο προνομιακό σημείο —όπως ο νούς, η σκέψη ή η αναπαράσταση— που να μπορεί να ενστερνιστεί μια τέτοια εξωτερική άποψη.

   Όταν σκεφτόμαστε για τον κόσμο στην πραγματικότητα του δίνουμε μορφή ή, όπως το διατύπωσε ο Deleuze, ‹συνοχή› [σταθερότητα, consistency]. Η σκέψη είναι μια πράξη δημιουργίας και μεταμόρφωσης· παίρνει τη δυναμική ροή της ζωής και παράγει δικές της έννοιες, εικόνες και την ιδέα της εκτεταμένης ύλης. (Το να σκέφτεσαι δεν είναι η ξεχωριστή και αυτόνομη δράση του νου πάνω ή απέναντι σε έναν υπερβατικό ή εξωτερικό κόσμο. Η σκέψη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ή γίνεται δια μέσου της αντίληψης, επιτρέποντας τη διαμόρφωση σε κάτι σαν στοχαστή σε απόκριση προς το αντικείμενο της σκέψης. Σκέψη είναι η σύνδεση μιας ροής με μια άλλη.) Το πρόβλημα με την αναπαράσταση είναι ότι προϋποθέτει τη διάκριση μεταξύ του νου (ο οποίος εκπροσωπεί) και του κόσμου (που εκπροσωπείται). Το πρόβλημα με την μεταφορά είναι ότι μας ωθεί να πιστέψουμε ότι ‹εμείς› σκεπτόμαστε παρομοιάζοντας ένα πράγμα με κάποιο άλλο, σαν να ήταν η σκέψη απλά ενα είδος αναγνώρισης και σύγκρισης που προστίθεται σε μια ήδη αντικειμενοποιημένη πραγματικότητα.

  Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο μεστή νοήματος από αυτό. Αυτό που είναι πραγματικό είναι ένα επίπεδο ατέρμονης διαφοροποίησης και αιώνιου γίγνεσθαι ζωής. Οι εικόνες και η δύναμη της απεικόνισης εκτείνονται πολύ πέρα από το εύρος της καθημερινής γλώσσας και αναπαράστασης. Η αληθινή σκέψη θα έπρεπε να έρχεται αντιμέτωπη με όλους εκείνους τους περίεργους και μη ανθρώπινους τρόπους απεικόνισης, από την ανθρώπινη ηλιθιότητα και τέχνη στη ζωή των ζώων και το σινεμά, που δημιουργούν νέους δέκτες και νέους κόσμους. Η κοινή λογική και η καθημερινή γλώσσα λειτουργούν με τη μεταφορά και το παράδειγμα, συγκρίνοντας και αντιπαραβάλλοντας το ένα πράγμα με το άλλο. Όμως η φιλοσοφία, η τέχνη και η επιστήμη επιβάλλεται να απομακρυνθούν από τους συνηθισμένους τρόπους σκέψης με σκοπό να αντιμετωπίσουν το πώς ακριβώς συμβαίνει από το χάος της ζωής και της διαφοράς προκύπτουν αναγνωρίσιμα πράγματα, όπως τα υποκείμενα και τα αντικείμενα. (Θα πρέπει επίσης να σκεφτούμε το χάος, όχι σαν άρνηση ή απουσία τάξης και διαφοράς, αλλά σαν διαφορές που δεν έχουν ακόμη θεωρηθεί ή αντιμετωπισθεί.)

   Για το λόγο αυτό η γραφή του Deleuze είναι ουσιαστικά δύσκολη. Η φιλοσοφία είναι δημιουργική και προκλητική, πηγαίνοντας τη σκέψη πέρα από την αναγνώριση και την κοινή λογική. Πιο συγκεκριμένα η φιλοσοφία χρειάζεται στυλιστική επινοητικότητα. Παραδείγματα και υποθέσεις τείνουν να αφήνουν τη σκέψη εκεί που βρίσκεται ήδη. Παραμένουμε μέσα στο δύσκαμπτο ύφος του υποκειμένου και των κατηγορηματικών προτάσεων. Εάν όμως η ίδια η ζωή είναι ύφος, όπου κάθε γεγονός της ζωής φέρει τις δικές του κλίσεις ή τρόπο να συμπεριλαμβάνει τον κόσμο του, τότε χρειάζεται επίσης να αντιμετωπίσουμε αυτήν τη ζωή στυλιστικά: 

    Σύνθετες και πλάγιες προτάσεις μας παρέχουν τη δυνατότητα να σκεφτούμε τον κόσμο όχι σαν πλαίσιο γεγονότων και αληθειών που περιμένουν παρουσίαση αλλά σαν δυναμική ανοικτότητα που απαιτεί μονίμως νέα σκέψη και ανανεωμένη αντιπαράθεση. Το δυτικό μοντέλο αναπαράστασης προϋπέθετε ανέκαθεν την αντίθεση μεταξύ οντότητας και αναπαράστασης, ζωής και γνώσης ή σκέψης που έχουμε για τη ζωή, πραγματικού κόσμου και του εικονικού του αντιγράφου. Ενάντια σε αυτό ο Deleuze επιμένει σε ένα πλάνο ενυπάρχουσας ζωής, όπου το εικονικό και το πραγματικό είναι αμφότερα πέρα για πέρα πραγματικά. Η σκέψη δεν είναι εικονική αναπαράσταση της ζωής—είναι μέρος του απείρου της ζωής και ανοικτό γίγνεσθαι.

    Εκεί είναι που ενυπάρχει η ευρεία συνάφεια και επιρροή του Ντελεζιανού έργου. Παρουσιάζει μια πρόκληση σε όλες εκείνες τις λογοτεχνικές και κοινωνικές θεωρίες που μειώνουν τη διαφορά σε κάποια ταυτότητα. (Συχνά σκεφτόμαστε ότι είναι ο νους, η γλώσσα ο πολιτισμός ή η ιστορία του ανθρώπου αυτό που διαφοροποιεί τον κόσμο, σαν να μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε τη διαφορά παραπέμποντάς την σε κάποια αδιαφοροποίητη αρχή.) Εαν δεχτούμε την αντίληψη του Deleuze περί μονοσήμαντης ύπαρξης τότε δε μπορούμε πλέον να ερμηνεύσουμε τη διαφορά της ζωής σύμφωνα με κάποια προνομιούχα ή ανυψωμένη ύπαρξη (όπως η ανθρώπινη.) Εάν υπάρχει μόνο μια ύπαρξη τότε η ανθρώπινη ζωή είναι ένα γεγονός μέσα σε αυτό το επίπεδο της εγγενούς διαφοράς, όχι η κατάσταση, η προέλευση ή το τέλος της.