Ιστορία Δικαίου

στις

Παπαγιάννη, Ε., Αρναούτογλου, Η., Δημοπούλου, Α., Καράμπελας, Δ., Λιαρμακόπουλος, Α., Χατζάκης, Ι., Χέλμης, Α., 2015.

Ιστορία δικαίου

Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών
Διαθέσιμο στο: http://hdl.handle.net/11419/5271

Βιβλιογραφία, εικόνες, υποσημειώσεις διαθέσιμες μόνο στην πρωτότυπη μορφή του συγγράμματος. Υπογραμμίσεις, παραπομπές, εικόνες προστέθηκαν από την διαχείριση

Επιμέλεια δημοσίευσης: Πυθεύς


1. Χρονικά και πολιτειακά πλαίσια στην ελληνική αρχαιότητα

1.1. Χρονικά πλαίσια και πηγές

Οι απαρχές της αρχαίας ελληνικής ιστορίας τοποθετούνται στη λεγόμενη μυκηναϊκή εποχή, στο τέλος της οποίας χρονολογείται ο Τρωικός Πόλεμος. Ακολουθεί μία περίοδος τεσσάρων, περίπου, σκοτεινών (λόγω έλλειψης μαρτυριών) αιώνων, ύστερα από την οποία η κατάτμηση της ελληνικής ιστορίας σε περιόδους υιοθετεί τις διαιρέσεις που, σε ένα πρώτο στάδιο, είχαν εφαρμοστεί στην ιστορία της τέχνης: αρχαϊκή, κλασική και Ελληνιστική εποχή. Το τέλος των ελληνιστικών χρόνων σηματοδοτείται από την επικράτηση των Ρωμαίων στην ανατολική Μεσόγειο, επομένως και στην Ελλάδα, οπότε και εγκαινιάζεται η περίοδος του αποκαλούμενου ρωμαϊκού ελληνισμού.

1.1.1. Μυκηναϊκή εποχή (16ος -12ος π.Χ. αιώνας)

Η περίοδος αντλεί την ονομασία της από το βασίλειο των Μυκηνών, για το οποίο υπάρχουν πολύ σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Εκτός από τους εντυπωσιακούς τάφους, με τα πλούσια κτερίσματα, μας έχουν σωθεί από την περίοδο αυτή κείμενα χαραγμένα σε πινακίδες από άργιλο και γραμμένα στη Γραμμική Β, συλλαβική γραφή, η οποία αποκρυπτογραφήθηκε στα μέσα του 20ού αιώνα· η γλώσσα, που αποκαλύφθηκε μετά την ανάγνωση της γραφής αυτής, μπορεί να θεωρηθεί πρώιμο στάδιο της ελληνικής, δεδομένου ότι περιλαμβάνει λέξεις, που συναντάμε αργότερα στο ελληνικό λεξιλόγιο (ἄναξ, τέμενος). Τα κείμενα αυτά αποτελούν τμήματα αρχείων από ανάκτορα (Πύλος, Μυκήνες, Κνωσός) και περιέχουν, κυρίως καταλόγους με οφειλές προς τον ηγεμόνα, προσφορές σε θεότητες κ.λπ.. Σε αντίθεση με τη Γραμμική γραφή Β του μυκηναϊκού κόσμου, η Γραμμική Α της μινωικής Κρήτης δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί, παραμένει, επομένως, απροσπέλαστη. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες ούτε από την προϊστορική Θήρα ούτε από τα νησιά του Αιγαίου, όπου άνθησε ο κυκλαδικός πολιτισμός.

1.1.2. Γεωμετρική και αρχαϊκή εποχή (9ος – 6ος π.Χ. αιώνας)

Είναι η εποχή, κατά την οποία στην κεραμική κυριαρχεί η γεωμετρική τέχνη, ενώ στη γλυπτική ο τύπος του κούρου και της κόρης. Ως προς τη γραφή, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η διαμόρφωση του ελληνικού αλφαβήτου, που φαίνεται πως στηρίχθηκε στο αντίστοιχο φοινικικό, το οποίο εμπλουτίστηκε με την υιοθέτηση συμβόλων για την απόδοση των φωνηέντων. Λόγω της ευκολίας στη χρήση της (με ελάχιστο αριθμό συμβόλων είναι δυνατόν να εκφραστούν γραπτώς όλα τα νοήματα, ενώ τα προηγούμενα συλλαβικά ή ιδεογραμματικά συστήματα γραφής απαιτούσαν από τον γραφέα να γνωρίζει πολύ μεγάλο αριθμό συμβόλων) η αλφαβητική γραφή γνώρισε σύντομα μεγάλη διάδοση, τροποποιώντας με ριζικό τρόπο τη λειτουργία της μνήμης και διευκολύνοντας την ίδρυση θεσμών. Η γραφή, στην αλφαβητική της εκδοχή, δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο γνώσης εξειδικευμένων γραφέων αλλά πρόσφορο εργαλείο ενός κοινού πολιτισμού. Στην επικράτηση του ελληνικού αλφαβήτου οφείλεται, χωρίς αμφιβολία, η καταγραφή των ομηρικών επών, στο δεύτερο ήμισυ του 8ου π.Χ. αιώνα.

Τόσο η Ιλιάδα όσο και η Οδύσσεια αναφέρονται σε επεισόδια, που σχετίζονται με τον Τρωικό Πόλεμο και φαίνεται πως είχαν συντεθεί προφορικά, λίγο μετά τη λήξη του. Μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά (όπως, στη σύγχρονη εποχή, τα δημοτικά τραγούδια), έως ότου τους δόθηκε γραπτή μορφή από τον Όμηρο, η προσωπικότητα του οποίου αποτελεί άλυτο μυστήριο. Και τα δύο έπη μας παρέχουν εμμέσως πολύ σημαντικές πληροφορίες για τη δομή και την οργάνωση της κοινωνίας, την οποία περιγράφουν, ασχέτως αν παραμένει ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης κοινωνίας που αντικατοπτρίζεται σ᾽ αυτά, αν, δηλαδή, πρόκειται για την κοινωνία της εποχής της τρωικής εκστρατείας, της εποχής που ακολούθησε, κατά τη διάρκεια των λεγόμενων σκοτεινών αιώνων, ή της εποχής του Ομήρου. Αξίζει, πάντως, να επισημανθεί, ότι η αρχαία ελληνική γραμματεία εγκαινιάζεται με ένα λογοτεχνικό έργο, τα έπη του Ομήρου, ενώ το θεμελιακό κείμενο της λατινικής γραμματείας είναι ένα νομοθέτημα, ο Δωδεκάδελτος νόμος. Πέρα από τον, αναμφισβήτητα τυχαίο, χαρακτήρα των ευρημάτων, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει ότι με τα καταστατικά του κείμενα καθένας από τους δύο αυτούς πολιτισμούς είναι σαν να δίνει το στίγμα των βαθύτερων προτιμήσεων και προτεραιοτήτων του· ο ελληνικός με την έμφαση στην ποίηση, ο ρωμαϊκός με την έμφαση στο δίκαιο. Τα ομηρικά έπη αποτέλεσαν τα κείμενα, πάνω στα οποία θεμελιώθηκε, για πολλούς αιώνες, η πνευματική καλλιέργεια των Ελλήνων.

Ο Δωδεκάδελτος Νόμος (gοοgle book)

Δωδεκάδελτος Νόμος (ca. 450 π.Χ.)

Ο Δωδεκάδελτος Νόμος (Lex duodecim tabularum) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα νομοθετικά μνημεία, όχι μόνο αυτής της περιόδου αλλά σύνολης της ιστορίας του Ρωμαϊκού Κράτους. Είναι αποτέλεσμα έντονων κοινωνικών ανακατατάξεων και αποτελεί τον πρώτο ψηφισμένο νόμο, που ως ιδιαίτερα μακρόβιος (από τα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα ως τουλάχιστον τον 6ο μ.Χ. αιώνα) θεωρήθηκε ως η βάση της περαιτέρω ανάπτυξης του δικαίου.

Μετά από δέκα σχεδόν έτη αγώνων των πληβείων εναντίον των πατρικίων, οι πληβείοι κατορθώνουν, να αναθέσουν οι πατρίκιοι σε μία δεκαμελή επιτροπή (δεκανδρία) την καταγραφή και κωδικοποίηση του έως τότε άγραφου εθιμικού δικαίου. Κατά την παράδοση, η επιτροπή αυτή συνέταξε κώδικα νόμων, που χαράχθηκε σε δέκα δέλτους και κυρώθηκε από την λοχίτιδα συνέλευση, ενώ το επόμενο έτος συγκροτήθηκε πάλι δεκαμελής επιτροπή με τη συμμετοχή και πληβείων, η οποία συμπλήρωσε τον κώδικα με διατάξεις καταχωρισμένες σε άλλες δύο δέλτους· έτσι, το συνολικό νομοθέτημα ονομάστηκε Δωδεκάδελτος Νόμος. Σχετικά με τη δημιουργία αυτού του νόμου αναφέρεται μία αξιομνημόνευτη παράδοση, ότι δηλ. για τη σύνταξή του η δεκανδρία εμπνεύ- στηκε από μία πρεσβεία Ρωμαίων, που είχαν αποσταλεί στην Ελλάδα με σκοπό να μελετήσουν τους νόμους του Σόλωνα και άλλες ελληνικές νομοθεσίες. Η επαλήθευση, βέβαια, αυτής της μαρτυρίας καθίσταται δύσκολη αλλά δεν αποκλείει ολοκληρωτικά την ελληνική επίδραση επί του Δωδεκάδελτου Νόμου.

Δωδεκάδελτος

Η σύνταξη του Δωδεκάδελτου Νόμου, σε κάθε περίπτωση, αποτέλεσε μια σημαντική νίκη των πληβείων, καθότι το πρώτο αυτό γραπτό κείμενο δέσμευσε τους πατρικίους υπάτους κατά την άσκηση της δικαστικής εξουσίας τους. Μέχρι τότε οι ύπατοι ως δικαστές εφάρμοζαν ανεξέλεγκτα τους υπάρχοντες εθιμικούς κανόνες, πράγμα που οι πληβείοι κατήγγελλαν ως αυθαιρεσία σε βάρος τους. Τώρα πια ο Δωδεκάδελτος Νόμος κείται υπεράνω των υπάτων, οι οποίοι υποχρεούνται να εφαρμόζουν αυτό το γραπτό νομοθετικό κείμενο. Έτσι, η καταγραφή του νόμου αποτέλεσε και την αρχή του τέλους της αποκλειστικής γνώσης του δικαίου από τους πατρικίους ποντίφικες. Οι πατρίκιοι, βέβαια, δεν υποχώρησαν άνευ ανταλλαγμάτων: εξακολούθησε ο αποκλει- σμός των πληβείων από το υπατικό αξίωμα, ενώ με μία –όπως την καταγγέλλει μεταγενέστερα ο Κικέρων (De re publica, 2.63) ως «απανθρωπότατη διάταξη»–, δεν επιτράπηκε ο γάμος μεταξύ πατρικίων και πληβείων, με σκοπό να παραμείνει η πατρικιακή αριστοκρατία μία συμπαγής ομάδα εξουσίας με κλειστές τις πύλες της στους πληβείους (η διάταξη ωστόσο αυτή καταργήθηκε μέσα σε σύντομο χρόνο με ψήφισμα του 445 π.Χ.).

Η περιπτωσιολογία των ρυθμίσεων είναι το αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του περιεχομένου αυτής της πρώιμης κωδικοποίησης. Ειδικότερα, ως προς την απονομή της δικαιοσύνης διαγράφονται με τις ρυθμίσεις του Δωδεκάδελτου Νόμου οι βασικές περιπτώσεις χορήγησης ενδίκου βοηθήματος (αγωγής), ώστε ο δικαστής να υποχρεούται στην έναρξη της διαδικασίας και στην διεξαγωγή της δίκης. Ως προς το ιδιωτικό δίκαιο, ο Δωδεκάδελτος Νόμος περιλαμβάνει ρυθμίσεις που αφορούν το οικογενειακό, το εμπράγματο, το ενοχικό (κυ- ρίως αδικοπραξίες) και το κληρονομικό δίκαιο. Τέλος, στο δημόσιο δίκαιο, όχι πια οι ύπατοι αλλά η λοχίτιδα συνέλευση θα διαθέτει την αρμοδιότητα επιβολής της θανατικής ποινής, ενώ διατηρείται και η ισχυρή εξουσία των δημάρχων.

Άλλη σημαντική καινοτομία, που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή, είναι η εμφάνιση και παγίωση του θεσμού της πόλης-κράτους (βλ. 1.2.2), στην οποία, για πρώτη φορά, ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο μέρος των μελών μιας κοινότητας συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων που την αφορούν.

1.1.3. Κλασική εποχή (5ος – 4ος π.Χ. αιώνας)

Στην περίοδο αυτήν κυριαρχεί, λόγω του πλούτου των μαρτυριών, μία πόλη, η Αθήνα, και ένα πολίτευμα, η δημοκρατία. Μία εντυπωσιακά μεγάλη ποικιλία γραπτών πηγών —δύσκολα θα μπορούσε κανείς να βρει το ανάλογό της— φωτίζει πτυχές της αθηναϊκής εμπειρίας.

Οι κύριες γνώσεις μας προέρχονται από τις φιλολογικές πηγές, οι οποίες μας έχουν διασωθεί μέσω μακράς σειράς χειρόγραφων αντιγραφών, που ξεκινά ήδη από την Αρχαιότητα και φτάνει μέχρι την εποχή της τυπογραφίας. Στα κείμενα αυτά περιλαμβάνονται:

  • ρητορικά έργα και, ειδικότερα, δικανικοί λόγοι, που εκφωνήθηκαν (ή επρόκειτο να εκφωνηθούν) στο δικαστήριο·
  • έργα ιστορικών, όπως του Ηρόδοτου, του Θουκυδίδη ή του Ξενοφώντα·
  • φιλοσοφικές πραγματείες, όπως οι Νόμοι του Πλάτωνα, που περιλαμβάνουν τη νομοθεσία μιας ιδανικής πολιτείας, ή η Ἀθηναίων Πολιτεία, που αποδίδεται στον Αριστοτέλη και παρέχει στοιχεία για την ιστορία και τη λειτουργία των θεσμών της Αθήνας (το συγκεκριμένο κείμενο δεν το γνωρίζουμε από τη χειρόγραφη παράδοση των αντιγραφών, αλλά από πάπυρο που ανακαλύφθηκε στην Αίγυπτο, στο τέλος του 19ου αιώνα) και, τέλος,
  • έργα θεατρικά, τραγωδίες (π.χ. η Ὀρέστεια του Αισχύλου, η Ἀντιγόνη του Σοφοκλή) και κωμωδίες (π.χ. οι Ἐκκλησιάζουσες ή οι Σφῆκες του Αριστοφάνη), από τα οποία αντλούνται πολύ σημαντικά στοιχεία για τις αντιλήψεις γύρω από το δίκαιο, την ενοχή και την τιμωρία, καθώς και κάποιες λεπτομέρειες για την καθημερινότητα των λαϊκών συνελεύσεων ή των λαϊκών δικαστηρίων της Αθήνας. Αν εξαιρέσει κανείς τα ιστορικά έργα, τα υπόλοιπα ανήκουν σε κατηγορίες κειμένων που, για πρώτη φορά, εμφανίζονται στο πλαίσιο της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Plato Silanion Musei Capitolini MC1377.jpg
Πλάτων

Τέλος, εξαιρετικά σημαντική πηγή πληροφοριών αποτελούν οι επιγραφές. Πρόκειται για κείμενα χαραγμένα σε σκληρή επιφάνεια, όπως η πέτρα, που είχαν αναρτηθεί σε κάποιον δημόσιο χώρο και τα έχουν φέρει στο φως οι αρχαιολογικές ανασκαφές. Τα κείμενα αυτά, που, μεταξύ άλλων, μας έχουν διασώσει αυτούσιες νομοθετικές διατάξεις, αποτελούν αντικείμενο μελέτης ιδιαίτερου φιλολογικού κλάδου, της επιγραφικής.

1.1.4. Ελληνιστική εποχή (4ος – 1ος π.Χ. αιώνας)

Κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής είναι η επικράτηση στην Ελλάδα του βασιλείου της Μακεδονίας, με τον βασιλιά Φίλιππο Β΄ και η εξάπλωση του ελληνισμού στην Ανατολή, με τον γιο του, τον Μεγάλο Αλέξανδρο. Το επίθετο ελληνιστικός, με το οποίο προσδιορίζεται η εποχή αυτή, παραπέμπει σ᾽ αυτήν ακριβώς τη μεταφύτευση του ελληνισμού έξω από τον παραδοσιακό του περίγυρο· ο όρος προέρχεται από το ρήμα ἑλληνίζειν, που υποδήλωνε τη γνώση της ελληνικής γλώσσας από μη-Έλληνες, φαινόμενο πολύ διαδεδομένο μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Ο θεσμός της βασιλείας είναι κυρίαρχος κατά την περίοδο αυτήν, ωστόσο οι πόλεις-κράτη δεν εξαφανίζονται, παρ᾽ όλο που, παλαιότερα θεωρούνταν ότι η μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), κατά την οποία ένας συνασπισμός πόλεων της νότιας Ελλάδας ηττήθηκε από τον Φίλιππο Β᾽, είχε σημάνει το τέλος τους. Ενδελεχέστερη έρευνα έχει καταδείξει ότι θεσμοί των πόλεων-κρατών εξακολουθούν να λειτουργούν, σχεδόν όπως παλαιότερα, με τη διαφορά, φυσικά, ότι η αυτονομία τους περιορίζεται από το μοναρχικό πλαίσιο, εντός του οποίου στο εξής λειτουργούν. Ας σημειωθεί, ακόμη, ότι κατά την ίδια αυτήν περίοδο ιδρύονται πολλές καινούργιες πόλεις-κράτη, τόσο από τον Μεγάλο Αλέξανδρο όσο και από τους διαδόχους του.

Αν στην κλασική εποχή το κέντρο βάρους εστιάζεται στην Αθήνα, από όπου υπάρχει πλήθος πηγών, στην ελληνιστική περίοδο το κέντρο βάρους εστιάζεται στην Αίγυπτο, η οποία διοικείται από μονάρχες, που κατάγονται από τη μακεδονική αυλή. Στη χώρα αυτή έχει βρεθεί μεγάλος αριθμός ελληνικών κειμένων, γραμμένων σε παπύρους. Ο πάπυρος ως υλικό γραφής κατασκευαζόταν από τον μίσχο του ομώνυμου καλαμιού, που φυόταν στις όχθες του Νείλου. Αν η μεγάλη πλειονότητα των παπυρικών κειμένων, που μας έχουν σωθεί προέρχεται από την Αίγυπτο, δεν οφείλεται τόσο στο ότι εκεί ήταν ο τόπος παραγωγής της πρώτης αυτής ύλης, όσο στην ξηρασία του ερημικού της εδάφους, που δημιούργησε τις ιδανικές συνθήκες για τη διατήρησή τους. Τα κείμενα αυτά, η μελέτη των οποίων ανήκει σε ιδιαίτερο φιλολογικό κλάδο, την παπυρολογία, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αντίγραφα βασιλικών διαταγμάτων, διοικητική αλληλογραφία, συμβάσεις, διαθήκες, κ.ά.

1.1.5. Ρωμαϊκός ελληνισμός (1ος π.Χ. – 4ος μ.Χ. αιώνας)

Η αλλαγή, η οποία συντελείται κατά την περίοδο αυτήν, συνίσταται στο ότι τη θέση των ελληνιστικών μοναρχών καταλαμβάνει ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Η ελληνόφωνη Ανατολή εθίζεται στη ρωμαϊκή εξουσία και ταυτοχρόνως απορρίπτει τον πλήρη εκρωμαϊσμό της. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξελίσσεται σε έναν κόσμο μεγάλης ποικιλίας ταυτοτήτων, επομένως και δικαίων.

1.2. Πολιτειακά πλαίσια και κανόνες δικαίου

Οι μορφές των πολιτευμάτων, τις οποίες συναντά κανείς κατά την Ελληνική Αρχαιότητα, μπορούν, αρκετά σχηματικά, να υπαχθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τα μοναρχικά πολιτεύματα, στα οποία η εξουσία ασκείται από ένα μονοπρόσωπο όργανο (ἄναξ, βασιλεύς), και τις πόλεις-κράτη, στις οποίες η εξουσία ασκείται, κατά κανόνα, από συλλογικά όργανα. Η διάκριση, πρέπει να τονιστεί, είναι σχηματική. Δύο τουλάχιστον «υβριδικές» εμπειρίες, οι οποίες αποκλίνουν από το δυαδικό σχήμα είναι σκόπιμο να αναφερθούν. Από τη μία μεριά, σε πολλές πόλεις-κράτη, κατά την αρχαϊκή κυρίως περίοδο, παρατηρείται το φαινόμενο, ένα άτομο να ιδιοποιείται την εξουσία, εγκαθιδρύοντας τυραννικό καθεστώς (βλ. 1.2.2.1.1). Από την άλλη μεριά, στο πολίτευμα της Σπάρτης, παράλληλα με τα συλλογικά όργανα (συνέλευση, γερουσία), λειτουργούσε και ο θεσμός της βασιλείας, με την ιδιαιτερότητα ότι οι Σπαρτιάτες βασιλείς ήταν δύο.

1.2.1. Μοναρχικά πολιτεύματα

Η μονοπρόσωπη άσκηση εξουσίας μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές· η φύση και το περιεχόμενό της ποικίλλουν ανάλογα με την ιστορική περίοδο και τον φορέα της. Κατά τον Αριστοτέλη (Πολιτικά, Γ᾽, 1278b): «βασιλεία ονομάζουμε συνήθως την άσκηση εξουσίας από έναν, άσκηση που αποσκοπεί στο κοινό συμφέρον» («καλεῖν δ᾽εἰώθαμεν τῶν μὲν μοναρχιῶν τὴν πρὸς τὸ κοινὸν ἀποβλέπουσαν συμφέρον βασιλείαν»). Στην αρχαία Ελλάδα θα μπορούσε κανείς να διακρίνει τρεις τουλάχιστον εκφάνσεις της μοναρχίας: τη μυκηναϊκή, την ομηρική και τη μακεδονική (με τις προεκτάσεις της στα ελληνιστικά βασίλεια).

1.2.1.1. Μυκηναϊκά βασίλεια

Τα αρχαιολογικά ευρήματα (κυρίως στις Μυκήνες) και τα κείμενα, που βρέθηκαν σε πινακίδες από άργιλο (κυρίως στην Πύλο), παρέχουν κάποια στοιχεία για τον θεσμό της βασιλείας. Ο μυκηναϊκός κόσμος είναι διαιρεμένος σε πολλά, ανεξάρτητα και ισότιμα βασίλεια, η επικράτεια των οποίων μπορεί να είναι πολύ περιορισμένη: Μυκήνες, Τίρυνθα και Άργος, σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους (περίπου 20 χλμ.), είναι πολύ πιθανό 13 να αποτελούσαν ανεξάρτητες ηγεμονίες. Η υπεροχή του μονάρχη εκδηλώνεται με τον όγκο του ανακτόρου του και το μεγαλείο των τάφων της οικογένειάς του. Σε αντίθεση με τη μινωική Κρήτη, το βασιλικό ανάκτορο δεν είναι ανοικτό, αλλά περικλείεται από επιβλητικά τείχη· είναι κτισμένο στο ψηλότερο σημείο της περιοχής, κατέχοντας κεντρική θέση, γεγονός που συμβολίζει τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας. Προκειμένου να στηρίξει την εξουσία του, ο Μυκηναίος μονάρχης αναγνωρίζει ότι υπάρχει κάποιος δεσμός με τη θρησκεία· η σχέση, ωστόσο, αυτή μοιάζει διαφορετική από τις θεοκρατικές αντιλήψεις για την εξουσία, τις οποίες συναντάμε, σε διαφορετικές διαβαθμίσεις, στις μοναρχίες της αρχαίας Μεσοποταμίας και Αιγύπτου.

Η Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες

Ο όρος, που υποδηλώνει τον βασιλιά στα κείμενα των πινακίδων, είναι wa-na-kα, από τον οποίο προέρχεται ο ομηρικός ἄναξ. Δεν διαθέτουμε στοιχεία για το περιεχόμενο της εξουσίας του· η χρήση του όρου στον ενικό αριθμό ίσως υποδηλώνει τη μοναδικότητα και, επομένως, τη σπουδαιότητα του αξιώματος. Μεταξύ των αξιωματούχων, που περιστοιχίζουν τον ἄνακτα ξεχωρίζουν ο ra-wa-ke-ta (λααγέτας), ίσως κάποιας μορφής στρατιωτικός αρχηγός, με σημαντικό όμως ρόλο και στον θρησκευτικό τομέα, και ο pa-si-re-u (πρόδρομος του ομηρικού βασιλέως). Από τα αρχεία του ανακτόρου της Πύλου (στην πραγματικότητα, ετήσιες απογραφές), τα οποία σώθηκαν σε πινακίδες Γραμμικής Β, προκύπτει ότι υπήρχε ιεραρχικά δομημένη διοικητική οργάνωση: η επικράτεια του βασιλείου ήταν κατανεμημένη σε δεκαέξι περιοχές, με επικεφαλής κυβερνήτη, επιλεγόμενο μεταξύ των μεγάλων γαιοκτημόνων· οι περιοχές αυτές υπάγονταν σε δύο ευρύτερες επαρχίες, την «κοντινή» και τη «μακρινή», σε κάθε μία από τις οποίες προΐστατο ένας διοικητής με τον βοηθό του (ko-re-ter και proko-re-ter, όροι που παραπέμπουν στους λατινικούς curator και procurator). Η γραφειοκρατική αυτή οργάνωση αποσκοπούσε, κατά κύριο λόγο, στην εξασφάλιση φορολογικών εσόδων, όπως, π.χ., στην είσπραξη από τον βασιλιά του μεριδίου, που του αναλογούσε από την αγροτική παραγωγή.

1.2.1.2. Ομηρικά βασίλεια

Μετά την καταστροφή του μυκηναϊκού πολιτισμού και την εγκατάσταση στον ελλαδικό χώρο φύλων όπως των Δωριέων, ακολουθεί μία περίοδος τριών περίπου αιώνων, για την οποία δεν υπάρχουν, παρά ελάχιστες μαρτυρίες. Είναι ενδεχόμενο αυτήν κυρίως την περίοδο να αντικατοπτρίζουν τα ομηρικά έπη, αν και στα δύο αυτά έργα αναμιγνύονται διαφορετικές διάλεκτοι, συνήθειες και εποχές, από το πιο πρόσφατο μέχρι το απώτερο παρελθόν.

Η Ιλιάδα, στους περίπου 16.000 στίχους της, διηγείται ένα επεισόδιο του δέκατου χρόνου της πολιορκίας της Τροίας, το οποίο διαρκεί 51 ημέρες και έχει ως αντικείμενο την οργή του Αχιλλέα εναντίον του Αγαμέμνονα, για τη διανομή της λείας μετά από επιδρομή. Όσο για την Οδύσσεια, σε περίπου 12.000 στίχους, αφηγείται τις τελευταίες 41 ημέρες της δεκάχρονης περιπλάνησης του Οδυσσέα, μέχρις ότου επιστρέψει από την Τροία στην πατρίδα του, Ιθάκη. Και στα δύο έργα παρέχονται, εμμέσως, πληροφορίες για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας· θα πρέπει, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη οι εξαιρετικές, εκτός κανονικότητας, συνθήκες, υπό τις οποίες λειτουργούν οι φορείς της: από τη μία μεριά, στην Ιλιάδα, ο κόσμος των Αχαιών είναι περιορισμένος στο πλαίσιο ενός εκστρατευτικού σώματος· από την άλλη μεριά, στην Οδύσσεια, η Ιθάκη είναι ένα βασίλειο, από το οποίο απουσιάζει ο κυβερνήτης του.

Οι κυριότεροι όροι, που δηλώνουν τον ηγεμόνα είναι ἄναξ και βασιλεύς. Ο πρώτος όρος χρησιμοποιείται τόσο για τους θεούς όσο και για σημαντικούς αρχηγούς, όπως ο Αγαμέμνων. Ο δεύτερος όρος είναι πιο κοινός, δεν αναφέρεται όμως ποτέ σε θεούς· χωρίς να συνδέεται απαραιτήτως με κάποιο συγκεκριμένο δημόσιο λειτούργημα, ο βασιλεύς παραπέμπει σε μία ομάδα κοινωνικής υπεροχής, από την οποία προέρχονται όσοι κυβερνούν. Στην κατηγορία των ομηρικών βασιλέων υπάρχουν διαβαθμίσεις: έτσι κάποιος μπορεί να είναι βασιλεύτερος ή ακόμη βασιλεύτατος, ανάλογα με την καταγωγή ή τον πλούτο του. Ορισμένοι από όσους φέρουν τον τίτλο του βασιλέως ασκούν κυριαρχική εξουσία και οι αποφάσεις τους δεσμεύουν το σύνολο των πολεμιστών ή του δήμου. Η εξουσία τους ενισχύεται από την επίκληση γενεαλογίας που φτάνει έως τον ίδιο τον Δία, όπως μαρτυρεί το επίθετο διοτρεφής ή διογενής που μπορεί να τους χαρακτηρίζει. Εξωτερικό γνώρισμα της κυριαρχικής τους εξουσίας είναι το σκήπτρο, που φέρουν οι σκηπτοῦχοι βασιλεῖς. Το σκήπτρο αυτό θεωρείται ότι έχει φτάσει στα χέρια τους μέσα από μία σειρά μεταβιβάσεων που ξεκινά, και αυτή, από τον «πατέρα των θεών». Η θεϊκή καταγωγή του βασιλιά προσδίδει αναμφισβήτητο κύρος, απέχει όμως πολύ από τις θεοκρατικές αντιλήψεις για την εξουσία στις μοναρχίες της Εγγύς Ανατολής ή της Αιγύπτου, όπου ο μονάρχης ταυτίζεται σχεδόν με τον θεό. Ένα άλλο θεμέλιο της ομηρικής βασιλείας είναι η κληρονομική μεταβίβασή της: με κάποιες εξαιρέσεις, οι περισσότεροι ήρωες έχουν διαδεχθεί ή πρόκειται να διαδεχθούν την πατρική βασιλική εξουσία.

Το περιεχόμενο της εξουσίας του ομηρικού βασιλιά είναι ασθενέστερο από το αντίστοιχο της μυκηναϊκής περιόδου. Οι κυριότερες αρετές, που τον διακρίνουν, είναι η ανδρεία στη μάχη, η γενναιοδωρία, καθώς και η ικανότητα να δίνει ορθές συμβουλές και να λαμβάνει φρόνιμες αποφάσεις, ιδιότητες, τις οποίες αποδίδει το επίθετο βουληφόρος. Παραδόξως, οι τελευταίες ειδικά αυτές αρετές λείπουν από τον αρχηγό των αχαϊκών στρατευμάτων, τον Αγαμέμνονα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αμφισβήτηση της εξουσίας του, όχι όμως στην ακύρωσή της.

Ο βασιλιάς οδηγεί τους συντρόφους του στη μάχη, ενώ παρακρατεί τιμητικό μερίδιο (γέρας) από τα λάφυρα, συσσωρεύοντας πλούτη. Η ορθή του κρίση τον καθιστά προνομιακό (όχι όμως αποκλειστικό) ρυθμιστή των φιλονικιών, με περισσότερες πιθανότητες, λόγω της θέσης του, να γίνεται σεβαστή η όποια διευθέτηση προτείνει. Προκειμένου να λάβει μία απόφαση, είτε στον τομέα της δικαιοσύνης είτε σε οποιονδήποτε άλλον τομέα, ο βασιλιάς των ομηρικών επών ζητά τη γνώμη του συμβουλίου των γερόντων, η εμπειρία των οποίων αποτελεί εγγύηση ευθυκρισίας· η βασιλική απόφαση, επομένως, δεν είναι αυθαίρετη, αλλά προϊόν στάθμισης των προσφορότερων συμβουλών· όπως προτρέπει τον Αγαμέμνονα ο γηραιός βασιλιάς της Πύλου Νέστωρ: «σου πρέπει εσένα ο πρώτος λόγος, συνάμα όμως και ν᾽ ακούς· κι αν κάποιος κάτι ωφέλιμο έχει να φανερώσει, να το εφαρμόσεις, κι ας είναι λόγος άλλου» (Ἰλιάς Ι, στ. 100-103). Δεν λείπουν, τέλος, και κάποιας μορφής συνελεύσεις, των πολεμιστών στο στρατόπεδο ή του δήμου στην ἀγορά· στις συνελεύσεις αυτές ο λαός δεν λαμβάνει τον λόγο ούτε αποφασίζει, συμμετέχει μόνο ως παθητικός παρατηρητής.

Η ύπαρξη τόσο του συμβουλίου των γερόντων όσο και των συνελεύσεων μαρτυρούν κάποιον περιορισμό στη βασιλική εξουσία· θα μπορούσε κανείς να συνοψίσει τον ρόλο των διαφορετικών αυτών οργάνων με τη φράση: «το πλήθος ακούει, οι γέροντες προτείνουν, ο βασιλιάς αποφασίζει». Σε γενικές, πάντως, γραμμές, όλοι οι θεσμοί, όπως φαίνεται να λειτουργούν στα ομηρικά έπη —τα οποία κάθε άλλο παρά ως πραγματεία «συνταγματικού δικαίου» πρέπει να εκληφθούν— διακρίνονται για τον άτυπο χαρακτήρα τους, τη ρευστότητα και την ευκαμψία τους.

1.2.1.3. Μακεδονία και ελληνιστικά βασίλεια

Στις παρυφές του ελληνικού κόσμου, η Μακεδονία μοιραζόταν, σε μεγάλο βαθμό, τον πολιτισμό του, χωρίς όμως να υιοθετήσει τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που σημειώθηκαν, μετά το τέλος του 8ου π.Χ. αιώνα, στη νότια Ελλάδα. Έτσι, στην περιοχή αυτή υπήρχαν θεσμοί και παραδόσεις, που παραπέμπουν στην ομηρική κοινωνία και που στηρίζονταν στην αριστοκρατική δομή των γενών και στην πατροπαράδοτη βασιλεία. Από την εποχή του Φιλίππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και μέχρι την επικράτηση των Ρωμαίων στην περιοχή, η τύχη της Ελλάδας και των ελληνικών πόλεων καθορίζεται από το βασίλειο της Μακεδονίας. Στο μακεδονικό βασίλειο, συνεκτικό στοιχείο πληθυσμών από διαφορετικές προελεύσεις —ελληνικών και προελληνικών— ήταν η δυναστεία των Αργεαδών, η οποία θεωρούσε ότι καταγόταν από το Άργος, με επώνυμο πρόγονο τον Ηρακλή· η επίκληση της μακρινής αυτής καταγωγής την έθετε υπεράνω τοπικιστικών και οικογενειακών διενέξεων. Ο βασιλιάς είναι κατ᾽ εξοχήν πολεμιστής βασιλιάς, κύριος ρόλος του οποίου είναι να ηγείται στον πόλεμο. Η βασιλεία είναι κληρονομική, φαίνεται όμως ότι η ανάρρηση στον θρόνο του εκάστοτε διαδόχου επικυρώνεται από μία συνέλευση, στην οποία συμμετέχουν οι ένοπλοι στρατιώτες, που δηλώνονται με το ίδιο το εθνικό τους, Μακεδόνες· πρόκειται για ελεύθερα άτομα που επιδίδονταν σε αγροτικές, κυρίως, δραστηριότητες και επάνδρωναν τον βασιλικό στρατό. Ο ρόλος της στρατιωτικής συνέλευσης στην ανάδειξη του μονάρχη ήταν πιο σημαντικός κατά τη διάρκεια των δυναστικών κρίσεων· είναι πιθανόν να είχε κάποιον ρόλο σε ζητήματα απονομής δικαιοσύνης. Ο ηγεμόνας περιστοιχιζόταν από μία αριστοκρατία γαιοκτημόνων, που αποτελούνταν από αρχηγούς ευγενών οικογενειών, τους ἑταίρους, συντρόφους του βασιλιά, οι οποίοι υπηρετούσαν σε επίλεκτα στρατιωτικά σώματα.

https://chilonas.files.wordpress.com/2015/08/ceb1cebbceadcebeceb1cebdceb4cf81cebfcf82-ceb3-cebf-cebcceadceb3ceb1cf82.jpg?w=450&h=696
Αλέξανδρος Γ’ ο Μέγας

Πρέπει να επισημανθεί ότι η ελληνική πολιτική σκέψη του 4ου π.Χ. αιώνα (Ισοκράτης, Ξενοφών, Πλάτων, Αριστοτέλης) είχε ασχοληθεί με το μοναρχικό φαινόμενο και τις ιδιότητες, που θα έπρεπε να έχει ο βασιλικὸς ἀνήρ· είχε, επομένως, υπάρξει προετοιμασία του εδάφους, στο οποίο καλλιεργήθηκε ο θεσμός της βασιλείας στη Μακεδονία. Έχει ενδιαφέρον να αναφερθεί εδώ η αντίληψη, που θεωρεί τον βασιλιά ως ἔμψυχον νόμον· η έκφραση αποδίδεται στον Αρχύτα, μεγάλο διανοητή της Αρχαιότητας (5ος-4ος π.Χ. αιώνας), από τον Τάραντα της Κάτω Ιταλίας. Κατ᾽ αναλογία με την κυριαρχία του νόμου, στο πλαίσιο της πόλης-κράτους, όπου οι πολίτες συμμετέχουν στη διαμόρφωσή του, ο κυρίαρχος βασιλιάς, που θεσπίζει μόνος του κανόνες, θεωρείται πως είναι εκφραστής ενός νόμου ζωντανού, τον οποίο και ενσαρκώνει· διαπιστώνεται, δηλαδή, πλήρης αντιστροφή και στη θέση του «νόμου-βασιλέως», που εκφράζει τη συλλογική βούληση των πολιτών, υπάρχει ο «βασιλεύς-νόμος», που εκφράζει την προσωπική βούληση του μονάρχη.

Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι κατακτημένες περιοχές χωρίστηκαν σε ανεξάρτητα βασίλεια, σε καθένα από τα οποία τέθηκε επικεφαλής κάποιος από τους στρατηγούς του (εικόνα 1.3). Εκτός από το βασίλειο των Αντιγονιδών, που περιλάμβανε τη Μακεδονία και σημαντικές περιοχές της κυρίως Ελλάδας, τα βασίλεια, που διαμορφώθηκαν και σφράγισαν την ελληνιστική περίοδο είναι: των Πτολεμαίων (κυρίως στην Αίγυπτο), των Σελευκιδών (Βόρεια Συρία, Μεσοποταμία μέχρι το Ιράν) και, από το 263 π.Χ., των Ατταλιδών (γύρω από την πόλη Πέργαμο της Μικράς Ασίας). Τα ελληνιστικά αυτά βασίλεια της Ανατολής συνεχίζουν, κατά βάση, τη μοναρχική παράδοση των Μακεδόνων, η οποία όμως εμπλουτίζεται με τις εκάστοτε τοπικές παραδόσεις και ιδιαιτερότητες. Η βασιλική εξουσία θεμελιώνεται στην επιβολή και τη δύναμη των όπλων, γι᾽ αυτό και τα βασιλικά εδάφη χαρακτηρίζονται ως δορίκτητος χώρα, γη δηλαδή που έχει αποκτηθεί με τη λόγχη.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό των ελληνιστικών μοναρχιών της Ανατολής είναι η ανομοιογένειά τους, τόσο ως προς την «εθνική» τους σύνθεση όσο και ως προς την εδαφική τους επικράτεια. Σε αντίθεση με το μακεδονικό βασίλειο, όπου η μοναρχική εξουσία ασκούνταν, κατά βάση, σε «εθνικά» ομοιογενή κοινότητα, τους Μακεδόνες, στα βασίλεια της Ανατολής μία μακεδονική ηγετική ομάδα είχε επιβληθεί σε ξένους γηγενείς πληθυσμούς· για τον λόγο αυτόν, ο βασιλικός τίτλος δεν ήταν δυνατόν να περιέχει κάποιο «εθνικό» προσδιοριστικό (π.χ. βασιλεὺς Μακεδόνων ή βασιλεὺς Αἰγυπτίων). Από την άλλη μεριά, ούτε εδαφική ομοιογένεια υπήρχε, καθόσον υπήρχαν κτήσεις και έξω από τα όρια του υπό στενή έννοια βασιλείου, όπως π.χ. η Κύπρος ή η Κυρήνη, τμήματα του πτολεμαϊκού βασιλείου της Αιγύπτου· επομένως, ούτε γεωγραφικό προσδιορισμό μπορούσε να περιλαμβάνει ο βασιλικός τίτλος (π.χ. βασιλεὺς Αἰγύπτου), ο οποίος περιοριζόταν στην αναφορά του προσωπικού ονόματος και της βασιλικής ιδιότητας (βασιλεὺς Πτολεμαῖος, βασιλεὺς Ἀντίοχος). Θα πρέπει επίσης να προστεθεί ότι στο εσωτερικό κάθε βασιλείου λειτουργούσαν σαν θύλακες ελληνισμού, παλαιές ή προσφάτως ιδρυθείσες πόλεις-κράτη, με τους δικούς της θεσμούς η κάθε μία, οι οποίες συνιστούσαν ανεξάρτητες, μέχρι ένα σημείο, βαθμίδες λήψης αποφάσεων, χωρίς, ωστόσο, αυτό να ακυρώνει τη βασιλική κυριαρχία.

Η ανομοιογένεια αυτή της ελληνιστικής μοναρχίας συνδέεται με την αναζήτηση συνεκτικών στοιχείων για την εξασφάλιση βάσεων νομιμότητας, πέρα από το «δίκαιο της κατάκτησης». Δύσκολο εγχείρημα, καθόσον έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ποικιλία των παραδόσεων, που συνυπήρχαν σε ένα βασίλειο. Διαφορετικά αντιμετώπιζαν το μοναρχικό φαινόμενο οι Μακεδόνες, διαφορετικά οι Έλληνες από τις υπόλοιπες περιοχές του ελληνικού κόσμου, διαφορετικά οι ανατολικοί λαοί. Για το ελληνικό στοιχείο των μοναρχιών, σημαντικός είναι ο κατάλογος των προσωπικών αρετών, όπως η δικαιοσύνη, η ευσέβεια, η φιλανθρωπία, η σωτηρία, η ευεργεσία, από τις οποίες πρέπει να εμφορείται ο βασιλιάς· ακόμη και αν οι αρετές αυτές ήταν ίσως ξένες προς το περιβάλλον της παραδοσιακής ελληνικής πόλης-κράτους και δεν χαρακτήριζαν τους τακτικά εναλλασσόμενους αξιωματούχους της, στο περιβάλλον της μοναρχίας προσέδιδαν ένα στοιχείο διάρκειας στον, αναγκαστικά εφήμερο, χαρακτήρα της στρατιωτικής νίκης, στην οποία εδραζόταν ο μοναρχικός θεσμός. Το κατ᾽ εξοχήν όμως συνεκτικό στοιχείο των ελληνιστικών μοναρχιών είναι η λατρεία των ηγεμόνων. Για τους Έλληνες υπηκόους, η λατρεία αυτή μπορούσε να εκδηλωθεί με μία προνομιακή σχέση μεταξύ κάποιου θεού και του βασιλιά, που εμφανιζόταν ως προστατευόμενός του· μπορούσε, επίσης, να εκδηλωθεί και με την απόδοση τιμών από μία πόλη στον μονάρχη ως ἰσόθεον, παρόμοιο με θεό, όχι όμως ως θεό. Οι γηγενείς πληθυσμοί, αντιθέτως, δεν δίσταζαν να αναγνωρίζουν τον θείο χαρακτήρα της μοναρχίας, όπως οι Αιγύπτιοι, για τους οποίους ο ελληνιστικός μονάρχης εντασσόταν στην φαραωνική παράδοση των ζωντανών θεών. Τέλος, η καθιέρωση δυναστικής λατρείας οφειλόταν σε βασιλική πρωτοβουλία και συνίστατο στην απόδοση θεϊκών τιμών στους προγόνους αρχικά, στη συνέχεια και σε εν ζωή ηγεμόνες, με σκοπό την έμφαση στη δυναστική συνέχεια.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό των ελληνιστικών μοναρχιών είναι ο προσωποπαγής τους χαρακτήρας. Η βασιλεία, κατά κανόνα κληρονομική, ταυτίζεται με το πρόσωπο του μονάρχη. Το έδαφος, ιδιοκτησία του ηγεμόνα, χαρακτηρίζεται βασιλικὴ γῆ, το δημόσιο ταμείο βασιλικόν, ενώ οι κρατικές υποθέσεις δηλώνονται με τη λέξη πράγματα, ζητήματα, δηλαδή, του βασιλιά. Οι τίτλοι των ανώτερων αξιωμάτων της βασιλικής αυλής αποδίδουν και αυτοί τη στενή σχέση με τον ανώτατο άρχοντα: στην κορυφή της ιεραρχίας οι αξιωματούχοι ονομάζονται σωματοφύλακες, φίλοι ή συγγενεῖς, όροι που τονίζουν τον προσωπικό δεσμό με τον βασιλιά.

Από όλα τα ελληνιστικά βασίλεια, περισσότερες πληροφορίες ως προς τη λειτουργία του δικαίου και των θεσμών διαθέτουμε για την ελληνιστική Αίγυπτο, λόγω της πληθώρας των παπυρικών πηγών (βλ. 1.1.4). Στη χώρα αυτή συνυπάρχουν περισσότερες εθνότητες (Αιγύπτιοι, Έλληνες, Ιουδαίοι, Πέρσες κ.ά.), κάθε μία από τις οποίες διατηρεί τις παραδόσεις και το δίκαιό της. Οι Πτολεμαίοι, όπως ονομάζονται τα μέλη της βασιλικής δυναστείας της ελληνιστικής Αιγύπτου, σεβάστηκαν τις νομικές ιδιαιτερότητες των εθνοτήτων αυτών που συνυπήρχαν στο βασίλειό τους. Η πλειονότητα των δικαίων δημιούργησε την ανάγκη ιεράρχησης των εφαρμοστέων κανόνων, έννοιας άγνωστης τόσο στο περιβάλλον μιας πόλης, όπου μόνο ο νόμος αποτελούσε πηγή δικαίου, όσο και στο περιβάλλον μιας «εθνικής» μοναρχίας, όπως του βασιλείου της Μακεδονίας, όπου ένα μόνο δίκαιο εφαρμοζόταν, εκφραστής του οποίου ήταν ο βασιλιάς· παραλλήλως, έπρεπε να καθοριστούν οι αρμοδιότητες των διαφορετικών δικαστηρίων.

Κάποια από τα ζητήματα αυτά, που σχετίζονταν με την πλειονότητα των δικαίων, αντιμετωπίστηκαν από δύο πτολεμαϊκές διατάξεις, που μας έχουν σωθεί σε παπύρους, έναν του τέλους του 3ου και έναν του τέλους του 2ου π.Χ. αιώνα. Πρόκειται για μέρος ενός διαγράμματος καθώς και για ένα πρόσταγμα· πρόσταγμα και διάγραμμα είναι όροι, που δηλώνουν βασιλικά διατάγματα, δεδομένου ότι ο όρος νόμος δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, καθότι παρέπεμπε σε κανόνα, που είχε θεσπιστεί με τη συμμετοχή των συλλογικών οργάνων μιας πόλης.

Ptolemy I Soter Louvre Ma849.jpg
Προτομή του Πτολεμαίου Α’ Σωτήρος, Μουσείο Λούβρου

Στο αρχαιότερο κείμενο καθιερώνεται μία πυραμίδα κανόνων δικαίου, που εφαρμόζονταν από τα ελληνικά δικαστήρια της Αιγύπτου. Στο εν λόγω διάγραμμα, δεν γίνεται καμία αναφορά στο αιγυπτιακό δίκαιο· αυτό οφείλεται στο ότι το κείμενο αυτό αποτελούσε μέρος των εγγράφων που είχαν κατατεθεί στο πλαίσιο μιας δίκης, στην οποία δεν εμπλέκονταν Αιγύπτιοι· οι διάδικοι, επομένως, επέλεξαν να προσκομίσουν διάταξη που να ταιριάζει στην υπόθεσή τους. Σύμφωνα με το πτολεμαϊκό αυτό διάγραμμα:

  1. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκονταν οι βασιλικές διατάξεις: «για όσα ζητήματα είτε είναι γνωστό είτε αποδεικνύεται εγγράφως ότι ρυθμίζονται από διαγράμματα, να κρίνονται σύμφωνα με τα διαγράμματα» (CPJud. I 19, στ. 42-43: «ὅσα μὲν ἐν τοῖς βασιλέως Πτολεμαίου διαγράμμασιν εἰδῇ γεγραμμένα ἢ ἐμφανίζῃ τις ἡμῖν, κατὰ τὰ διαγράμματα»).
  2. Σε περίπτωση κενού της βασιλικής νομοθεσίας, εφαρμόζονταν οι πολιτικοὶ νόμοι: «για τα ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από τα διαγράμματα, αλλά από τους πολιτικοὺς νόμους, να κρίνονται σύμφωνα με τους πολιτικοὺς νόμους» (στ. 43-45: «ὅσα τε μὴ ἐστὶν ἐν τοῖς διαγράμμασιν ἀλλ᾽ ἐν τοῖς πολιτικοῖς νόμοις, κατὰ τοὺς νόμους»).
  3. Τέλος, αν ούτε οι πολιτικοὶ νόμοι προέβλεπαν κάποια διάταξη, που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε μία δεδομένη υπόθεση, η απόφαση θα έπρεπε να ληφθεί με βάση τη δικαιότερη γνώμη (στ. 45: «τά δ᾽ ἄλλα γνώμῃ τῇ δικαιοτάτῃ»), έκφραση γνωστή κυρίως από τον όρκο των ηλιαστών της κλασικής Αθήνας, αλλά και από άλλες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας.

Η ερμηνεία της έκφρασης πολιτικοὶ νόμοι προσκρούει σε δυσκολίες· κατά πάσα πιθανότητα, περιλάμβαναν νόμους τόσο ελληνικούς όσο και μη ελληνικούς. Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν οι νόμοι των ελληνικών πόλεων της Αιγύπτου (κατά σειρά αρχαιότητας: Ναύκρατις, Αλεξάνδρεια, Πτολεμαΐς) αλλά και των πόλεων και περιοχών του ευρύτερου ελληνικού κόσμου, από τον οποίο προέρχονταν οι Έλληνες, που είχαν εγκατασταθεί στην Αίγυπτο· επρόκειτο για ένα είδος νομικής κοινής, έκφραση που (κατ᾽ αναλογία προς την κοινή ελληνική γλώσσα της εποχής, η οποία είχε αποβάλει τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων επιμέρους διαλέκτων) παραπέμπει σε έναν κοινό πυρήνα ρυθμίσεων ελληνικής προέλευσης, που εφαρμόζονταν από τους Έλληνες κατοίκους του πτολεμαϊκού βασιλείου. Στη δεύτερη κατηγορία φαίνεται πως περιλαμβανόταν η Βίβλος, και ειδικότερα η Πεντάτευχος, θρησκευτικό αλλά ταυτοχρόνως και νομικό κείμενο της πολυπληθούς κοινότητας των Ιουδαίων, που είχε μάλιστα μεταφραστεί στα ελληνικά (μετάφραση των Εβδομήκοντα), πολύ πιθανόν με πρωτοβουλία του Πτολεμαίου Β᾽ Φιλάδελφου.

PtolemyIIPhiladelphos-RedGraniteRelief BrooklynMuseum.png
Ο Πτολεμαίος Β΄ Φιλάδελφος, εικόνα χαραγμένη σε κόκκινο γρανίτη, μουσείο Μπρούκλιν.

Ενώ από την πτολεμαϊκή διάταξη, που προαναφέρθηκε, απουσιάζει το ιθαγενές δίκαιο των Αιγυπτίων, αυτό, αντιθέτως, λαμβάνεται υπόψη σε πρόσταγμα (118 π.Χ.) του Πτολεμαίου Η΄, με το οποίο καθορίζονται οι αρμοδιότητες των κυριότερων δικαστικών οργάνων, που, την εποχή αυτή, είναι δύο:

  • οι χρηματισταί, που απονέμουν ελληνικό, κατά βάση, δίκαιο στο όνομα του βασιλιά, και
  • οι λαοκρίται, Αιγύπτιοι ιερείς, που δικάζουν με βάση το ιθαγενές δίκαιο, το οποίο δηλώνεται στα ελληνικά με την έκφραση οἱ τῆς χώρας νόμοι.

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη πτολεμαϊκή διάταξη, ο εφαρμοστέος κανόνας δεν καθοριζόταν με βάση τηναρχή της προσωπικότητας του δικαίου, αλλά με βάση τη γλώσσα του εγγράφου, από το οποίο προέκυπτε η εκάστοτε διαφορά:

  • Αν το επίδικο έγγραφο είχε συνταχθεί στα ελληνικά, η υπόθεση, ακόμη και αν αφορούσε Αιγυπτίους, θα δικαζόταν από τους χρηματιστάς: «οι Αιγύπτιοι που έχουν συντάξει ελληνικά συμβόλαια με Έλληνες να δικάζονται και να υπάγονται στην αρμοδιότητα των χρηματιστῶν» (COrdPtol. 53, στ. 211- 214: «τοὺς μὲν καθ᾽ἑλληνικὰ σύμβολα συνηλλαχότας Ἕλλησιν Αἰγυπτίους ὑπέχειν καὶ λαμβάνειν τὸ δίκαιον ἐπὶ τῶν χρηματιστῶν»)·
  • αντιθέτως, αν η γλώσσα του εγγράφου ήταν η αιγυπτιακή, η υπόθεση, ακόμη και αν αφορούσε Έλληνες, θα δικαζόταν από τους λαοκρίτας, σύμφωνα με το αιγυπτιακό δίκαιο: «όσοι, ενώ είναι Έλληνες, συναλλάσσονται με αιγυπτιακά συμβόλαια να υπάγονται στην αρμοδιότητα των λαοκριτῶν, (που δικάζουν) σύμφωνα με το αιγυπτιακό δίκαιο» (στ. 214-217: «ὅσοι δὲ Ἕλληνες ὄντες συνγράφονται κατ᾽αἰγύπτια συναλλάγματα ὑπέχειν τὸ δίκαιον ἐπὶ των λαοκριτῶν κατὰ τοὺς τῆς χώρας νόμους»).
  • Τέλος, στο ίδιο πρόσταγμα κατοχυρώνεται η δικαιοδοσία του δικαστηρίου των λαοκριτῶν, η οποία φαίνεται πως κινδύνευε από τον «επεκτατισμό» των χρηματιστῶν: «οι χρηματισταί να μην αποσπούν τις υποθέσεις μεταξύ Αιγυπτίων, αλλά να τις αφήνουν να εκδικάζονται από τους λαοκρίτας, σύμφωνα με το αιγυπτιακό δίκαιο» (στ. 217-220: «τὰς δὲ τῶν Αἰγυπτίων πρὸς τοὺς αὐτοὺς Αἰγυπτίους κρίσεις μὴ ἐπισπᾶσθαι τοὺς χρηματιστάς, ἀλλ᾽ ἐᾶν διεξάγεσθαι ἐπὶ τῶν λαοκριτῶν κατὰ τοὺς τῆς χώρας νόμους»).

Οι παράλληλες αυτές δικαιοδοσίες και η πλειονότητα των δικαίων συνιστούν ενδιαφέρον φαινόμενο νομικού πλουραλισμού· στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο συνυπάρχουν το βασιλικό δίκαιο, που περιέχεται στις διατάξεις που εκδίδουν οι μονάρχες, το δίκαιο των ελληνικών πόλεων της Αιγύπτου, οι ελληνικής προέλευσης ρυθμίσεις που ανάγονται στη νομοθετική παράδοση των κλασικών πόλεων, από τις οποίες προέρχονται οι Έλληνες που κατοικούν σε κωμοπόλεις και χωριά της Αιγύπτου, το ιθαγενές δίκαιο των Αιγυπτίων, ο Μωσαϊκός Νόμος των Ιουδαίων, ενδεχομένως και δίκαια άλλων εθνοτήτων, τα οποία δεν γνωρίζουμε.

1.2.2. Πόλεις-κράτη

Η πόλη-κράτος αποτέλεσε για πολλούς αιώνες την κυρίαρχη πολιτική και κοινωνική μορφή οργάνωσης στην αρχαία Ελλάδα (με την εξαίρεση κυρίως της Μακεδονίας και της Ηπείρου). Χαρακτηριστικό γνώρισμα της πόλεως είναι «η συμμετοχή στο ευ ζην» («ἡ τοῦ εὖ ζῆν κοινωνία»), που αποσκοπεί σε ολοκληρωμένη και αυτάρκη ζωή («ζωῆς τελείας χάριν καὶ αὐτάρκους»), η οποία δεν είναι άλλη από «τον ευδαίμονα και ενάρετο βίο» («τὸ ζῆν εὐδαιμόνως καὶ καλῶς») (Αριστοτέλη, Πολιτικά, Γ΄, 1280b). Ο κόσμος των ελληνικών πόλεων είναι κατακερματισμένος: πάνω από 1.000 πόλεις είναι εγκατεσπαρμένες, την κλασική εποχή, στον ελληνικό χώρο· οι περισσότερες από αυτές έχουν έκταση μικρότερη από 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα· εξαίρεση αποτελούν η Αθήνα (2.650 τετραγωνικά χιλιόμετρα, μέγεθος περίπου αντίστοιχο με αυτό του Δουκάτου του Λουξεμβούργου) και, ακόμη περισσότερο, η Σπάρτη (8.400 τετραγωνικά χιλιόμετρα). Εκτός από την εδαφική διάσταση, που περιλαμβάνει τόσο το αστικό κέντρο όσο και την ύπαιθρο, η έννοια της πόλης-κράτους προϋποθέτει την ύπαρξη κριτηρίων για την αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη, (βλ. παρακάτω 3.2. Δίκαιο των προσώπων: πολίτες, μέτοικοι, δούλοι) τα δικαιώματα του οποίου καθορίζουν τη μορφή του εκάστοτε πολιτειακού σχήματος (ολιγαρχία, δημοκρατία, τυραννία). Σε κάθε περίπτωση —αν και καλύτερα πληροφορημένοι είμαστε για πόλεις με δημοκρατικό πολίτευμα— λειτουργούν συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτειακών οργάνων (συνέλευση, βουλή ή γερουσία, αξιωματούχοι), τα οποία χαρακτηρίζει η αρχή της συλλογικότητας. Κάθε πόλη-κράτος διαμορφώνει δικαϊκούς κανόνες, οι οποίοι διέπουν την κοινωνική ζωή των μελών της.

3.2. Δίκαιο των προσώπων: πολίτες, μέτοικοι, δούλοι

3.2.1 Κτήση και απώλεια της πολιτείας

Η λειτουργία της πόλεως-κράτους ήταν αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την κτήση της ιδιότητας του πολίτη. Mόνον ο πολίτης απολάμβανε πλήρη πολιτικά δικαιώματα και μπορούσε να αναλάβει πολιτικά και δικαστικά αξιώματα. Η ιδιότητα του πολίτη ανήκε αποκλειστικά σε άρρενες, μολονότι οι γυναίκες ήταν δυνατόν να προσδιοριστούν ως αστές —όπως και οι ανήλικοι—, όχι όμως ως πολίτες. Πολίτης μπορούσε να είναι ένας άρρεν είτε φύσει είτε με απονομή της ιδιότητας αυτής, μέσω των σχετικών διαδικασιών των συλλογικών οργάνων της πόλεως.

Στην κλασική Αθήνα, μετά τη νομοθεσία του Περικλή (451/450 π.Χ.), για την κτήση της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη ήταν απαραίτητο να είναι και οι δύο γονείς αστοί. Η απονομή της ιδιότητας του πολίτη μπορούσε να λάβει χώρα μετά από ψήφισμα της εκκλησίας του δήμου, το οποίο ακολουθούσε η εγγραφή στους καταλόγους του δήμου, όπως και στους αντίστοιχους καταλόγους των φυλών και φρατριών.

Δεν είναι βέβαιο ότι οι ξένοι, οι μέτοικοι ή οι δούλοι, στους οποίους απονεμόταν η ιδιότητα του πολίτη αποκτούσαν και το σύνολο των δικαιωμάτων, που απολάμβανε ένας φύσει πολίτης. Στον χώρο του δημόσιου δικαίου, η απονομή είχε χαρακτήρα κυρίως τιμητικό. Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ο νέος πολίτης αποκτούσε το δικαίωμα της επιγαμίας, δηλαδή της δυνατότητας σύναψης γάμου με μία αστή αλλά και το δικαίωμα κτήσης ακίνητης περιουσίας. Ωστόσο, τα προνόμια αυτά ήταν δυνατόν να απολαμβάνουν και ξένοι και μέτοικοι χωρίς να είναι υποχρεωτικά πολίτες.

Μετά τον 4ο π.Χ. αιώνα, είναι συχνή και η συλλογική απονομή της πολιτείας, συνήθως στο σύνολο των πολιτών μίας άλλης πόλης, μέσω διεθνών συνθηκών. Η νομική συνέπεια της απονομής αυτής αφορά κυρίως την δυνατότητα του πολίτη της άλλης πόλης να επικαλεστεί την ιδιότητα αυτή, προκειμένου να μην υποστεί αντίποινα ενάντια στο πρόσωπο ή στην περιουσία του αλλά και να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της απονέμουσας πόλης.

Από την άλλη πλευρά, η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ήταν δυνατή μέσω της επιβολής σε έναν πολίτη της ποινής της ατιμίας. Η ποινή επιβαλλόταν από την Ηλιαία (βλ. 2.3.2) και συνίστατο στην απαγόρευση εισόδου στην αγορά, στην απαγόρευση άσκησης δικαστικών καθηκόντων, υποβολής ενδίκων βοηθημάτων, υποβολής προτάσεων νόμων και ψηφισμάτων, στην απαγόρευση συμμετοχής στην εκκλησία του δήμου αλλά και άσκησης δημοσίων καθηκόντων, στην απαγόρευση εισόδου στα ιερά κ.α.

3.2.2 Δικαιώματα και υποχρεώσεις του πολίτη.

Οι πολίτες μιας ελληνικής πόλης τον 5ο ή τον 4ο π.Χ. αιώνα, απολάμβαναν μία σειρά ελευθεριών, ή και δικαιωμάτων ακόμα, τα οποία αναλογούν στα δικαιώματα που ανέδειξαν, αιώνες αργότερα, ο ριζοσπαστικός Διαφωτισμός και ο φιλελευθερισμός των Νεότερων Χρόνων. Εντούτοις, στον αρχαίο ελληνικό, τουλάχιστον, κόσμο —παρά τη θεωρητική διαφοροποίηση στο επίπεδο του φιλοσοφικού στοχασμού, η οποία θα επέλθει αργότερα με τον στωικισμό και την επιρροή του στην ρωμαϊκή νομική σκέψη— οι πολιτικές και άλλες μορφές ελευθεριών και δικαιωμάτων, δεν έχουν οικουμενικές ή καθολικές αξιώσεις. Τα δικαιώματα του πολίτη εκτείνονταν, κυρίως, σε ολόκληρη τη θεσμική λειτουργία της πόλεως, δηλαδή στο δικαίωμα να αναγορευτεί άρχοντας, να κληρωθεί δικαστής και, βεβαίως, να συμμετέχει στην εκκλησία του δήμου.

3.2.3 Νόθοι – μέτοικοι – ξένοι.

Οι νόθοι αποτελούν κατηγορία πολιτών με μειωμένα πολιτικά δικαιώματα. Στην Αθήνα νόθος θεωρούνταν, αρχικώς, όποιος δεν είχε τουλάχιστον έναν γονέα Αθηναίο πολίτη και δεν προερχόταν από γάμο που είχε τελεστεί με ἐγγύη. Μετά το 451/450 π.Χ., νόθοι θεωρούνταν όσοι δεν είχαν και τους δύο γονείς Αθηναίους (τον πατέρα πολίτη, την μητέρα αστή) ή δεν προέρχονταν από γάμο με τον τύπο της ἐγγύης ή της ἐπιδικασίας. Μολονότι οι νόθοι είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, αποκλείονταν από την εξ αδιαθέτου διαδοχή, συχνά ακόμα και όταν δεν υπήρχαν νόμιμοι κατιόντες.

Οι μέτοικοι, δηλαδή οι ξένοι ελεύθεροι πολίτες, οι οποίοι διέμεναν μόνιμα στην Αθήνα, τίθεντο υπό την προστασία ενός πολίτη και κατέβαλλαν το μετοίκιον, φόρο με κυρίως συμβολικό χαρακτήρα. Μετά την εγγραφή του σε ειδικούς καταλόγους του δήμου, ο μέτοικος μπορούσε να συνάπτει ελεύθερα συμβάσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, είχε και το δικαίωμα ἐγκτήσεως, δηλαδή της κτήσης ακίνητης περιουσίας. Δεν απολάμβαναν, ωστόσο, οι μέτοικοι πολιτικά δικαιώματα ούτε είχαν τη δυνατότητα έγερσης δημόσιας αγωγής.

Οι ξένοι, οι οποίοι κατοικούσαν στην Αθήνα και δεν ήταν ούτε πολίτες ούτε μέτοικοι ούτε δούλοι —δηλ. κυρίως οι απεσταλμένοι πόλεων, οι πρεσβευτές, οι διάδικοι στα αθηναϊκά δικαστήρια κ.ά.—, απολάμβαναν ορισμένα δικαιώματα, τόσο στο πλαίσιο διεθνών συνθηκών όσο και στην οικονομική ζωή της πόλης, όπως το δικαίωμα φιλοξενίας, το δικαίωμα άσκησης εμπορίου στην αγορά κ.α. αλλά και τη χορήγηση ασυλίας, δηλαδή την εξαίρεσή τους από τον κανόνα των αντεκδικήσεων.

3.2.4 Δούλοι και απελεύθεροι

Όπως και σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο, ο θεσμός της δουλείας στηριζόταν είτε στη γέννηση από γονείς δούλους είτε στην αιχμαλωσία ελεύθερου πολίτη κατά τη διάρκεια πολέμου. Επιπλέον, δούλος γινόταν ο μέτοικος ο οποίος είχε καταδικαστεί ως ένοχος απροστασίας —δεν είχε προστάτη— ή δεν είχε καταβάλει το μετοίκιο.

Ο δούλος δεν ήταν υποκείμενο δικαίου αλλά πράγμα, απόκτημα, κτήμα έμψυχο, το οποίο, ως κινητό αγαθό, αγοράζεται και πωλείται, κληροδοτείται ή δωρίζεται. Εντούτοις, οι δούλοι απολάμβαναν ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στη ζωή (δίκη φόνου και δίκη βλάβης) ή μία ορισμένη ελευθερία να προβαίνουν σε συναλλαγές ή εμπορικές πράξεις. Στην Αθήνα ο αριθμός των δούλων υπερέβαινε σημαντικά εκείνον των Αθηναίων πολιτών.

Οι δούλοι ήταν δυνατόν να απελευθερωθούν είτε μέσω μίας ορισμένης θρησκευτικής πρακτικής —με την αφιέρωσή τους σε μία θεότητα ή μέσω της εικονικής πώλησής τους στον θεό— είτε στο πλαίσιο της πόλεως, με δήλωση του κυρίου του δούλου στην εκκλησία του δήμου, η οποία την επικύρωνε ή στο δικαστήριο κ.α. Κατά την ελληνιστική περίοδο, απελευθέρωση ενός δούλου ήταν δυνατόν να λάβει χώρα και εγγράφως: σε έγγραφο αποτυπωνόταν η βούληση του κυρίου να απελευθερώσει τον δούλο ενώπιον μαρτύρων. Η νομική θέση του απελεύθερου (του απελευθερωμένου δούλου) προσομοίαζε προς αυτήν του μετοίκου και συνοδευόταν από ορισμένες υποχρεώσεις του έναντι του πρώην κυρίου του. Η παράβαση των υποχρεώσεών του μπορούσε να επιφέρει την επαναφορά του σε καθεστώς δουλείας (δίκη αποστασίου).

3.2.5 Νομική και κοινωνική θέση των γυναικών.

Μολονότι η γυναίκα, τουλάχιστον στην κλασική Αθήνα, αναγνωριζόταν ως φορέας ορισμένων δικαιωμάτων στο πλαίσιο του οίκου, δεν ήταν πολίτης και δεν απολάμβανε πολιτικά δικαιώματα. Ο σύζυγος και πατέρας λειτουργούσε ως κύριος της συζύγου του και των θυγατέρων του, δηλαδή ως κηδεμόνας των ίδιων και της περιουσίας τους. Παρ᾽ όλα αυτά, η συμμετοχή των γυναικών στη θρησκευτική ζωή ήταν έντονη, όπως και στο πλαίσιο της ανατροφής των παιδιών.

Ο θεσμός της ἐπικλήρου απαντά σε πολλές ελληνικές πόλεις και αναφέρεται στην θυγατέρα, η οποία είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί, μετά τον θάνατο του πατέρα της, τον εγγύτερο συγγενή της από την πατρική πλευρά, ο οποίος και θα τον κληρονομούσε, αν ήταν άτεκνος, με την επιπρόσθετη προϋπόθεση, ότι δεν υπήρχαν άρρενες κατιόντες. Σκοπός του θεσμού ήταν να διαμορφώσει ένα νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο η κληρονομιαία περιουσία θα παρέμενε στον οίκο, ώστε να αποκτηθεί στη συνέχεια από τους γιους της κληρονόμου.

3.3. Συγγένεια και οικογένεια

Ο θεμελιώδης κοινωνικός, οικονομικός και λατρευτικός πυρήνας των ελληνικών πόλεων υπήρξε η οικογένεια, η οποία περιλάμβανε, όχι μόνον το ανδρόγυνο και τα παιδιά αλλά και τους οικιακούς δούλους (οἶκος). Στην κλασική περίοδο η οικογένεια συνιστούσε τόσο λατρευτική μονάδα, γύρω από την λατρεία του Ἑρκείου Διός, όσο και οικονομική μονάδα. Στον οίκο περιλαμβάνονταν και η ακίνητη και κινητή περιουσία της οικογένειας.

Μετά την εισαγωγή του νόμου του Περικλή περὶ ἐπιγαμίας το 451/450 π.Χ., νόμιμος γάμος θεωρούνταν στην Αθήνα μόνον εκείνος, που είχε τελεστεί ανάμεσα σε Αθηναίο πολίτη και γυναίκα Ατθίδα (που καταγόταν από την Αττική). Πριν τον γάμο, συναπτόταν μία σύμβαση, η ἐγγύη, κατά την οποία ο κύριος της νύφης μεταβίβαζε τα δικαιώματα που είχε στην νυμφευόμενη, στον γαμπρό. Πρόκειται για μία ανταλλαγή υποσχέσεων ανάμεσα στον κύριο της νύφης και στον γαμπρό, η οποία ακολουθούνταν από την παράδοση της νύφης στον γαμπρό, την ἔκδοσιν, η οποία και ολοκλήρωνε τον γάμο. Η απλή συμβίωση δεν αρκούσε για την σύναψη έγκυρου γάμου. Ο κύριος της νύφης συνιστούσε επίσης προίκα, η κατοχή και χρήση της οποίας περιερχόταν στην νύφη μέχρι τον θάνατο του προικοδότη, οπότε και αποκτούσε πλήρη κυριότητα επ’ αυτής.

3.3.2. Διαζύγιο

Ο γάμος λυνόταν είτε με τον θάνατο του ενός από τους συζύγους είτε με διαζύγιο. Τα είδη του διαζυγίου διακρίνονται ανάλογα με το ποιος κινούσε την διαδικασία: αν ο άνδρας αποπέμπει την γυναίκα (ἀπόπεμψις) ή αν η γυναίκα εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη (ἀπόλειψις). Σε περίπτωση μοιχείας, ο σύζυγος ήταν υποχρεωμένος να διαζευχθεί την γυναίκα —στην αντίθετη περίπτωση, υπήρχε ο κίνδυνος να του επιβληθεί η ποινή της ατιμίας. Τέλος, στην περίπτωση της ἀφαιρέσεως, ο κύριος της νύφης μπορούσε να διακόψει τη συμβίωση του ζεύγους, αν δεν είχαν γεννηθεί προηγουμένως νόμιμα τέκνα.

3.3.3. Συγγένεια – Σχέσεις γονέων και τέκνων

Μετά τη γέννηση ενός τέκνου, ο πατέρας είχε την δυνατότητα να το εκθέσει, ιδίως εάν επρόκειτο για άρρωστο ή ανάπηρο παιδί, αλλά και στην περίπτωση αυτή, τα έκθετα παιδιά μπορούσαν να περισυλλεγούν και να ανατραφούν από θετούς γονείς. Εάν ο πατέρας επέλεγε τελικά να το αναθρέψει, η επίσημη αναγνώριση του παιδιού γινόταν την πέμπτη ή δέκατη ημέρα μετά τη γέννηση, στο πλαίσιο μιας εορτής (Ἀμφιδρομία), οπότε και απαγορευόταν πλέον η έκθεσή του. Το παιδί εγγραφόταν στην φρατρία μετά την ένορκη διακήρυξη της νομιμότητάς του από τον πατέρα την τρίτη ημέρα της γιορτής των Ἀπατουρίων ή αργότερα, κατά την είσοδό του στην εφηβεία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ἀμφιδρομία
Ἀμφιδρομία

Ο πατέρας, ως αρχηγός του οίκου, ασκούσε την εξουσία επί των νόμιμων τέκνων, των υιοθετημένων και όσων αναγνωρίστηκαν, αν και είχαν γεννηθεί εκτός γάμου. Σε περίπτωση σοβαρού παραπτώματος, ο πατέρας έχει το δικαίωμα να αποκηρύξει το τέκνο, να το αποπέμψει από τον οίκο και να του στερήσει τα κληρονομικά του δικαιώματα. Οι εξουσίες του πατέρα στο Αθηναϊκό Δίκαιο είναι, βεβαίως, περιορισμένες σε σχέση με τις εξουσίες του paterfamilias στο Ρωμαϊκό Δίκαιο, ενώ δεν του αναγνωρίζεται δικαίωμα ζωής και θανάτου στα τέκνα του. Επιπλέον, οι υποχρεώσεις του πατέρα έναντι των τέκνων περιλαμβάνουν την υποχρέωση ανατροφής και εκπαίδευσής τους, καθώς και την υποχρέωση σεβασμού των περιουσιακών τους δικαιωμάτων, σε περίπτωση σύνταξης διαθήκης.

1.2.2.1. Πολιτειακά σχήματα

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, «πολιτική οργάνωση μιας πόλης (πολιτεία) είναι η οργάνωση όλων των εξουσιών (τάξις τῶν ἀρχῶν)» (Πολιτικά, Γ΄, 1278b), δηλαδή «με ποιον τρόπο είναι κατανεμημένες» (Πολιτικά, Δ᾽, 1289a: «τίνι τρόπῳ νενέμηνται»). Κατά την αριστοτέλεια, λοιπόν, τάξιν τῶν ἀρχῶν, «στα δημοκρατικά πολιτεύματα κυρίαρχος είναι ο δήμος («ἐν μὲν ταῖς δημοκρατίαις κύριος ὁ δῆμος»), ενώ στα ολιγαρχικά οι λίγοι («οἱ δ᾽ὀλίγοι ἐν ταῖς ὀλιγαρχίαις») (Πολιτικά, Γ΄, 1278b). Σε πολλές πόλεις, κατά την αρχαϊκή περίοδο, ένα άτομο περιβαλλόταν με έκτακτες εξουσίες και γινόταν, για ένα περισσότερο ή λιγότερο μεγάλο διάστημα, ο ανώτατος άρχοντας της πόλης· πρόκειται για την τυραννίδα, που, κατά τις διακρίσεις των πολιτευμάτων του Αριστοτέλη (Πολιτικά, Δ᾽, 1289a), συνιστά παρέκβασιν της βασιλείας.

1.2.2.1.1. Τυραννία

Κατά την αρχαϊκή περίοδο, μεγάλος αριθμός ελληνικών πόλεων γνώρισε τυραννικά πολιτεύματα. Η λέξη τύραννος, λυδικής (από το βασίλειο της Λυδίας, στη Μικρά Ασία) ίσως καταγωγής, δεν ήταν πάντοτε αρνητικά φορτισμένη. Τον 7ο και 6ο π.Χ. αιώνα, η τυραννία εμφανίστηκε ως απάντηση σε ταραχώδεις εποχές, γεμάτες από κοινωνικές εντάσεις. Κατά τη διάρκεια των κοινωνικών αυτών αναταραχών, ένας τύραννος σφετερίζεται την εξουσία, τις περισσότερες φορές ως υπερασπιστής ομάδων καταπιεσμένων από την κυριαρχία μιας αριστοκρατίας, την οποία και ανατρέπει. Εξαίρεση στο σχήμα αυτό αποτελούν κάποια τυραννικά πολιτεύματα που εγκαθιδρύθηκαν, στο τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα, σε ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας· πρόκειται για μέλη των τοπικών ολιγαρχιών, τα οποία είχαν επιλεγεί, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του Πέρση βασιλιά. Σε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες περιπτώσεις, οι τύραννοι παρουσιάζονται ως λύση στα έντονα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία αντιμετώπιζαν οι αρχαϊκές πόλεις, κυρίως στην Ιωνία, τα νησιά του Αιγαίου, την Αττική, την βόρεια Πελοπόννησο, τη Σικελία.

Τα κοινωνικά προβλήματα θα μπορούσαν, κάπως σχηματικά, να συνοψιστούν στην αντίθεση μεταξύ των μελών των παλαιών αριστοκρατικών οικογενειών, που νέμονταν πλούτο, προνόμια και εξουσία, και των συνεχώς πολυπληθέστερων κοινωνικών ομάδων των βιοτεχνών και των εμπόρων, καθώς και των μικροκτηματιών, οι οποίοι σχημάτιζαν τον δήμο. Μολονότι συχνά προέρχονται από τους κόλπους της αριστοκρατίας, οι τύραννοι εμφανίζονταν ως υπερασπιστές των συμφερόντων του δήμου αυτού και ως εκφραστές της δυσαρέσκειάς του.

Η κατάληψη της εξουσίας από τους τυράννους μπορούσε να γίνει:

  • είτε με επίφαση νομιμότητας, όπως όταν ιδιοποιούνταν το σύνολο των εξουσιών άτομα, που κατείχαν ήδη κάποιο αξίωμα: στρατιωτικό (Κύψελος στην Κόρινθο, Ορθαγόρας στη Σικυώνα), πρυτανεία (Θρασύβουλος στη Μίλητο), αἰσυμνητεία (Πιττακός στη Μυτιλήνη).
  • είτε με τη χρήση ένοπλης βίας (Πεισίστρατος στην Αθήνα, Πολυκράτης στη Σάμο).

Στις περισσότερες πόλεις, που γνώρισαν τυραννικό καθεστώς, το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο εξακολουθούσε να υφίσταται (στην Αθήνα π.χ. ο Πεισίστρατος δεν κατήργησε τον Άρειο Πάγο, τη συνέλευση, τους άρχοντες), ωστόσο ο τύραννος συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες στα χέρια του, ασκώντας δημαγωγική διακυβέρνηση. Η πολιτική του χαρακτηριζόταν από μέτρα κατά των πλουσίων (απαγόρευση πολυτέλειας) και υπέρ των ασθενέστερων (άφεση χρεών, αναδασμός της γης), κατασκευές μεγάλων δημόσιων έργων, εισαγωγή και ανάπτυξη δημοφιλών θρησκευτικών λατρειών, όπως του Διονύσου στην Αθήνα.

Εικόνα του 1838 από τον M. A. Barth που απεικονίζει την επιστροφή του Πεισίστρατου στην Αθήνα, συνοδευόμενο από μια γυναίκα μεταμφιεσμένη ως Αθηνά, όπως περιγράφεται από τον Ηρόδοτο

Η στάση των αρχαίων διανοητών (Θουκυδίδης, Πλάτων, Αριστοτέλης) απέναντι στην αρχαϊκή τυραννία ήταν από αμφίσημη έως θετική. Εκείνο, που της αναγνωρίζουν, είναι η συμβολή στη διαδικασία διάλυσης των παρηκμασμένων αριστοκρατιών και ανανέωσης του σώματος των πολιτών, διαδικασία η οποία δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει από μόνη της.

Τα τυραννικά καθεστώτα διήρκεσαν μερικές δεκαετίες: 36 χρόνια για τους Πεισιστρατίδες στην Αθήνα, περίπου διπλάσιος χρόνος για τους Κυψελίδες στην Κόρινθο. Επρόκειτο επομένως για εφήμερα καθεστώτα, τα οποία εμφανίζονταν παντού ως μεταβατικές περίοδοι. Είναι περίεργο ότι, αρκετά συχνά, τα καθεστώτα που διαδέχονταν τα τυραννικά ήταν ολιγαρχικά, κάπως αντίστοιχα με εκείνα, εναντίον των οποίων αρχικώς είχαν στραφεί. Στην Αθήνα, όμως, η τυραννία οδήγησε σε δημοκρατικό πολίτευμα.

1.2.2.1.2. Ολιγαρχία

Στην ολιγαρχική πόλη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια μικρού αριθμού πολιτών, των ὀλίγων. Τόσο στο ολιγαρχικό καθεστώς όσο και στο δημοκρατικό, τα όργανα είναι τα ίδια· διαφέρουν όμως οι κανόνες συμμετοχής σ᾽ αυτά. Τα κριτήρια, με βάση τα οποία καθορίζεται, ποιοι θα μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα, ποικίλλουν ανάλογα με την πόλη και βασίζονται στην καταγωγή, στην έγγειο ιδιοκτησία, στο σύνολο της περιουσίας, στο εισόδημα, στην ηλικία. Ανάλογα, επίσης, με την κάθε περίπτωση, τα κριτήρια αυτά εφαρμόζονται, προκειμένου να καθοριστεί:

  • είτε η πρόσβαση στα αξιώματα και στη βουλή, εφόσον αυτά τα όργανα έχουν αποφασιστικό ρόλο και η συνέλευση είναι παντελώς ανίσχυρη
  • είτε η συμμετοχή στις συνελεύσεις, εφόσον συμβαίνει το αντίθετο.

Η Σπάρτη θεωρείται ως το κατ᾽ εξοχήν παράδειγμα ολιγαρχικής πόλης, χωρίς όμως σ᾽ αυτό να συγκλίνουν όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς, ορισμένοι από τους οποίους αναδεικνύουν την ισότητα που χαρακτήριζε τους ὁμοίους, τους γνήσιους, δηλαδή, πολίτες της Σπάρτης, που διέθεταν κλήρο και μπορούσαν να πληρώνουν το συσσίτιό τους. Οι όμοιοι αυτοί συμμετείχαν στη συνέλευση, ο αριθμός τους όμως άρχισε να συρρικνώνεται από τα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα και, κυρίως, αφότου δόθηκε η δυνατότητα της ελεύθερης διάθεσης του κλήρου τους· αυτό είχε ως αποτέλεσμα αφενός μεν την απώλεια της ιδιότητας του ὁμοίου και την περιέλευσή του σε υποδεέστερο καθεστώς, αυτό του ὑπομείονος, αφετέρου δε τη συγκέντρωση των γαιών στα χέρια των καλῶν κἀγαθῶν, μιας ηγετικής ολιγαρχίας. Εκτός από τη συνέλευση των ὁμοίων, τα όργανα της Σπάρτης έχουν ολιγαρχικό χαρακτήρα. Πρώτ᾽ απ᾽ όλα, οι δύο βασιλεῖς, οι οποίοι κατάγονταν από τα δύο παραδοσιακά βασιλικά γένη της Σπάρτης, τους Αγιάδες και τους Ευρυποντίδες. Ακόμη, η αρχή των πέντε ἐφόρων, οι οποίοι είχαν καταστεί το ισχυρότερο όργανο στη διακυβέρνηση της πόλης· εκλέγονταν κάθε χρόνο από τη Γερουσία, η οποία ασκούσε μεγάλη επιρροή στη λήψη σημαντικών αποφάσεων· στο όργανο αυτό συμμετείχαν οι δύο βασιλείς και 28 πολίτες άνω των 60 ετών, οι οποίοι εκλέγονταν, με ισόβια θητεία, από τη συνέλευση. Κατά τον Ηρόδοτο, στη Σπάρτη, ήδη από τον νομοθέτη Λυκούργο, είχε εγκαθιδρυθεί εὐνομία, όρος που δύσκολα μπορεί να μεταφραστεί και που εμπεριέχει την έννοια της πολιτικής σταθερότητας και της ευταξίας.

Εκτός από τη Σπάρτη, σημαντικές ολιγαρχικές πόλεις, κατά την κλασική περίοδο, είναι η Κόρινθος και η Θήβα. Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι στην Αθήνα, στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα, καταλύθηκε δύο φορές η δημοκρατία και εγκαθιδρύθηκε ολιγαρχικό καθεστώς:

  1. το 411 π.Χ., όταν στην πόλη ένα συμβούλιο από Τετρακοσίους κατέλαβε, για λίγους μήνες, την εξουσία, εγκαθιστώντας συνέλευση 5.000 πολιτών·
  2. το 404/3 π.Χ., όταν τη διακυβέρνηση ανέλαβαν, για οκτώ μήνες, οι Τριάκοντα τύραννοι, καταρτίζοντας κατάλογο από 3.000 πολίτες με δικαίωμα ψήφου.

1.2.2.1.3. Δημοκρατία

Η λέξη δημοκρατία εμφανίζεται γύρω στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα. Κατά πάσα πιθανότητα, οι απαρχές του όρου μπορούν να εντοπιστούν στις Ἱκέτιδες (465 π.Χ.) του Αισχύλου, στη φράση «το κυρίαρχο χέρι του λαού» (στ. 604: «δήμου κρατοῦσα χείρ»), όπου έχουμε ποιητική μεταφορά της λήψης μιας απόφασης με ανάταση της χειρός. Η πόλη, στην οποία κατ᾽ εξοχήν λειτούργησε το δημοκρατικό πολίτευμα, είναι η Αθήνα, από τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη (507 π.Χ.) και του Εφιάλτη (462 π.Χ.) έως τη Μακεδονική κατάκτηση (322 π.Χ.)· άλλες δημοκρατικές πόλεις υπήρξαν το Άργος, η Χαλκίδα, οι Ερυθρές, οι Συρακούσες (στη Σικελία). Στην επόμενη ενότητα (2.2.2), θα εξεταστούν τα πολιτειακά όργανα της αθηναϊκής δημοκρατίας· στην παρούσα παράγραφο θα γίνει αναφορά στις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη και του Εφιάλτη, οι οποίες δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, και θα παρουσιαστούν τα κύρια χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Από τις μεταρρυθμίσεις, που κατόρθωσε να επιβάλει ο Κλεισθένης, η πιο σημαντική σχετιζόταν με τις νέες δομές που εφάρμοσε στην πόλη, καθιερώνοντας καινούργια οργάνωση του χώρου. Το σώμα των πολιτών έπαψε να κατατάσσεται σε ομάδες, που θεμελιώνονταν στη συγγένεια· οι τέσσερις αρχικές φυλές, σε μία από τις οποίες ανήκε κάποιος λόγω της οικογενειακής του καταγωγής, αντικαταστάθηκαν από δέκα, στις οποίες εντάχθηκαν οι πάνω από εκατό νέες γεωγραφικές ενότητες που δημιουργήθηκαν, οι δῆμοι· κάθε πολίτης ανήκε στο εξής στον δήμο του τόπου διαμονής του και, μέσω αυτού, σε μία φυλή, η ένταξη στην οποία ήταν, επομένως, συνάρτηση κριτηρίων γεωγραφικών και όχι οικογενειακών. Η θεμελιώδης αυτή αλλαγή αποτυπώθηκε και στα ονόματα των Αθηναίων, τα ανθρωπονύμια: το όνομα του γένους, που παλαιότερα διαφοροποιούσε κάθε οικογένεια, αντικαταστάθηκε από το δημοτικό, όνομα κοινό για όλους τους πολίτες ενός δήμου. Οι οικογενειακές δομές αλληλεγγύης υποσκελίστηκαν από μια κατανομή καθαρά, πλέον, γεωγραφική. Το σύνολο των θεσμών της πόλης βασίστηκε στην κλεισθενική αυτή αναδιάρθρωση των φυλών, που αποσκοπούσε στη συγχώνευση και ενοποίηση του κοινωνικού σώματος. Το μεταρρυθμιστικό έργο του Κλεισθένη συμπληρώθηκε, μισό, περίπου, αιώνα αργότερα, από τον Εφιάλτη, που κατάφερε να καταργήσει τον πολιτικό ρόλο του αριστοκρατικού συμβουλίου του Αρείου Πάγου, περιορίζοντας τις αρμοδιότητές του σε δικαστικά και θρησκευτικά καθήκοντα. Το έδαφος ήταν πια πρόσφορο, για να αναπτυχθεί το δημοκρατικό πολίτευμα.

Στη δημοκρατία, η εξουσία ασκείται από τον δῆμον, το σύνολο δηλαδή των πολιτών, οι οποίοι συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, που αφορούν τα κοινά και μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τους μέχρι τότε παραδοσιακούς θεσμούς. Πρόκειται, λοιπόν, για μία θεώρηση του κόσμου τελείως διαφορετική από αυτή, που γνώριζαν οι μέχρι τότε κοινωνίες, στις οποίες η ζωή, σε όλες τις εκφάνσεις της, έπρεπε να συνεχιστεί, όπως είχε βρεθεί. Στην κλασική Αθήνα, αντιθέτως, οι πολίτες μπορούσαν να αποφασίσουν κατά διαφορετικό τρόπο από ό,τι επέτασσε η παράδοση και να θεσπίσουν, μόνοι τους, κανόνες, οι οποίοι δεν υπαγορεύονταν από κάποια θεϊκή βούληση. Όλοι οι Αθηναίοι —που δεν συμπίπτουν με όλους τους κατοίκους της πόλης— συμμετείχαν εξίσου στη δημιουργία των κανόνων, τους οποίους εξίσου, επίσης, όλοι εφάρμοζαν. Αυτό πρέπει να είναι το περιεχόμενο της ἰσονομίης, που, κατά τον Ηρόδοτο (περ. 430 π.Χ.), χαρακτήριζε την «κυβέρνηση του πλήθους» (3, 80: «πλῆθος δὲ ἄρχον»), δηλαδή τη δημοκρατία· το πολίτευμα αυτό διέφερε, σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, από τη μοναρχία, κατά το ότι οι άρχοντες επιλέγονταν με κλήρο («πάλῳ ἀρχὰς ἄρχει»), ήταν υποχρεωμένοι να λογοδοτούν («ὑπεύθυνον ἀρχὴν ἔχει»), ενώ όλες οι αποφάσεις λαμβάνονταν από κοινού, ύστερα από συζήτηση στη συνέλευση («βουλεύματα πάντα ἐς τὸ κοινὸν ἀναφέρει»). Στο χωρίο αυτό του Ηροδότου βρίσκουμε συμπυκνωμένα τα κυριότερα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος. Για να είναι ο πίνακας πλήρης, σύμφωνα με τις δικές μας τουλάχιστον αντιλήψεις, θα πρέπει να προστεθούν στα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος η λειτουργία ενός συμβουλευτικού οργάνου, συλλογικού αλλά σχετικά ολιγομελούς (Βουλή), και του λαϊκού δικαστηρίου (Ηλιαία).

1.2.2.2. Πολιτειακά όργανα (αθηναϊκή δημοκρατία)

Σύμφωνα με τη γνωστή φράση του Θουκυδίδη από τον Επιτάφιο του Περικλή, το δημοκρατικό πολίτευμα δεν αφορά τους λίγους (ΙΙ, 37: μὴ εἰς ὀλίγους), αλλά τους πολλούς (εἰς πλείονας). Οι πλείονες αυτοί μπορούν να συμμετέχουν στη λαϊκή συνέλευση (Ἐκκλησία), να εκλεγούν μέλη της Βουλῆς και της Ἡλιαίας, καθώς και να αναλάβουν κάποιο αξίωμα. Στην παρούσα ενότητα θα εξεταστεί η λειτουργία των οργάνων αυτών, εκτός από την Ηλιαία (για την οποία βλ. 2.3.2), κατά την κλασική εποχή.

1.2.2.2.1. Συνέλευση

Το κύριο γνώρισμα του δημοκρατικού πολιτεύματος ήταν πως οι σημαντικότερες αποφάσεις, που αφορούσαν την πόλη, λαμβάνονταν από λαϊκή συνέλευση, στην οποία είχαν πρόσβαση όλοι οι πολίτες. Συνελεύσεις συγκαλούνταν και στο πλαίσιο καθενός από τους δήμους, στους οποίους είχε διαιρεθεί η Αττική από τον Κλεισθένη· στις συνελεύσεις αυτές, για τις οποίες οι πληροφορίες μας είναι πολύ λίγες, συζητούνταν τοπικά ζητήματα και εγγράφονταν οι νέοι Αθηναίοι στον κατάλογο των πολιτών, το ληξιαρχικὸν γραμματεῖον, αφού προηγουμένως εξακριβωνόταν η ηλικία (18 ετών), καθώς και η ιδιότητά τους ως ελεύθερων και γνήσιων τέκνων. Στη συνέχεια θα γίνει λόγος για τη σύνθεση της εκκλησίας του δήμου, τα διαδικαστικά και τις αρμοδιότητές της.

Στην εκκλησία του δήμου είχαν θεωρητικώς τη δυνατότητα να λάβουν μέρος όλοι οι πολίτες που είχαν συμπληρώσει το εικοστό έτος της ηλικίας τους· σ᾽ αυτήν, εξάλλου, τη δυνατότητα στηρίζεται ο χαρακτηρισμός της αθηναϊκής δημοκρατίας ως άμεσης και όχι αντιπροσωπευτικής. Ωστόσο, το σύστημα δεν μπορούσε να λειτουργήσει, παρά χάρη στα πολύ υψηλά ποσοστά αποχής. Ο μέγιστος αριθμός προσέλευσης φαίνεται πως δεν ξεπερνούσε τους 6.000, αριθμός οπωσδήποτε μεγάλος, αλλά που αντιστοιχούσε μόλις στο ένα πέμπτο ή το ένα δέκατο του συνολικού αριθμού των πολιτών, ο οποίος θα πρέπει να κυμαινόταν μεταξύ 30.000 και 60.000. Ήταν προφανώς αδύνατον στους πολυπληθείς καλλιεργητές, για παράδειγμα, να εγκαταλείψουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες και να ασχοληθούν με τα κοινά· επίσης, τον χειμώνα, όταν οι δρόμοι θα ήταν δύσβατοι, πολίτες, που κατοικούσαν σε περιοχές απομακρυσμένες από το κέντρο της Αθήνας, δύσκολα θα μετακινούνταν. Η καθιέρωση αποζημίωσης (μισθός) για τη συμμετοχή στις συνεδριάσεις ίσως να περιόρισε, αλλά δεν ανέτρεψε την αποχή. Στην πραγματικότητα, επομένως, οι συμμετέχοντες λειτουργούσαν, ατύπως, ως αντιπρόσωποι των απόντων, αλλοιώνοντας την αμεσότητα του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Η εκκλησία του δήμου συγκαλούνταν από τους πρυτάνεις (βλ. 2.2.2.2), κατά μέσο όρο τέσσερις φορές κατά τη διάρκεια μιας πρυτανείας, δηλαδή κάθε εννέα μέρες, περίπου σαράντα φορές τον χρόνο· οι πρυτάνεις καθόριζαν και την ημερήσια διάταξη. Οι συνεδριάσεις λάμβαναν χώρα στον λόφο της Πνύκας, σε ένα, φυσικό αρχικά, κάπως διαμορφωμένο αργότερα, αμφιθέατρο, απέναντι από την Ακρόπολη και την Αγορά. Πριν από κάθε συνεδρίαση θυσιάζονταν χοίροι και απαγγέλλονταν κατάρες εναντίον όποιου θα εξαπατούσε τον λαό. Στις συζητήσεις κάθε πολίτης μπορούσε να ζητήσει τον λόγο, μετά την καθιερωμένη ερώτηση του κήρυκα: τίς ἀγορεύειν βούλεται; Και εδώ όμως, στην πράξη, στο βήμα του ομιλητή ανέβαιναν μόνο όσοι διέθεταν επαρκή ρητορική κατάρτιση. Μετά τη συζήτηση, ακολουθούσε ψηφοφορία (μυστική ή με ανάταση της χειρός, ανάλογα με την περίσταση), το αποτέλεσμα της οποίας εξέφραζε τη βούληση της πλειονότητας των πολιτών. Παρωδία συνεδρίασης της λαϊκής συνέλευσης συνιστούν οι Ἐκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη, έργο στο οποίο παρέχονται αρκετές λεπτομέρειες της λειτουργίας της.

Στον νομοθετικό τομέα, η αρμοδιότητα της εκκλησίας του δήμου ήταν κυρίαρχη· ανεξάρτητα από τη γνώμη της Βουλής, η οποία δινόταν με τη μορφή προβουλεύματος, η λαϊκή συνέλευση υιοθετούσε ή απέρριπτε τις προτάσεις νόμου, την πρωτοβουλία των οποίων μπορούσε να είχε λάβει οποιοσδήποτε πολίτης. Την πολύ μεγάλη αυτή ελευθερία στη θέσπιση κανόνων αντιστάθμιζε η δυνατότητα υποβολής γραφῆς παρανόμων (για τις γραφές βλ. 2.2 και 2.4). Ως προς τη διακυβέρνηση της πόλης, οι πολίτες αποφάσιζαν για όλα τα μείζονα θέματα: κήρυξη πολέμου, σύναψη ειρήνης ή συμμαχιών, απονομή ηθικών αμοιβών, εκλογή όσων αρχόντων δεν επιλέγονταν με κλήρωση κ.ά.

Δικαστικές αρμοδιότητες, κατ᾽ αρχήν, δεν είχε η εκκλησία του δήμου· θα πρέπει, ωστόσο, να γίνει μνεία, δύο θεσμών, που προσιδιάζουν στη δικαστική λειτουργία: την εἰσαγγελία και τον ὀστρακισμό.

  1. Με την εισαγγελία μπορούσε να καταγγελθεί στη λαϊκή συνέλευση κάποιο βαρύ αδίκημα που στρεφόταν κυρίως κατά της ασφάλειας της πόλης (απόπειρα κατάλυσης της δημοκρατίας, προδοσία, κακοδιοίκηση από αξιωματούχο). Η απόφαση λαμβανόταν είτε από την εκκλησία είτε από τη Βουλή, η οποία, ούτως ή άλλως, εξέφερε τη γνώμη της με ένα προβούλευμα. Σε σχέση με τη διαδικασία ενώπιον της Ηλιαίας για τα υπόλοιπα αδικήματα, η εισαγγελία ήταν λιγότερο χρονοβόρα και περισσότερο ευρεία στην εφαρμογή της, εφόσον η καταγγελία μπορούσε να γίνει και από άτομο που δεν ήταν Αθηναίος πολίτης.
  2. Όσο για τον οστρακισμό, ήταν ιδιόμορφη διαδικασία ενώπιον της εκκλησίας του δήμου, που ίσχυσε τον 5ο π.Χ. αιώνα · χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη, επομένως ούτε απαγγελία κατηγορίας ούτε εκφώνηση υπερασπιστικού λόγου, η συνέλευση αποφάσιζε με ψηφοφορία αν κάποιος πολίτης θεωρούνταν επικίνδυνος για την πολιτεία, οπότε και εξοριζόταν για δέκα χρόνια.

Για να αποφευχθούν, κατά το δυνατόν, καταχρήσεις και προσπάθειες εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων, είχαν τεθεί διαδικαστικοί περιορισμοί: στην αρχή κάθε έτους έπρεπε να αποφασιστεί, σε επίπεδο αρχής, αν ήταν σκόπιμο να γίνει ψηφοφορία για οστρακισμό· σε καταφατική περίπτωση, συγκαλούνταν συνεδρίαση, η οποία μπορούσε να λάβει απόφαση, εφόσον συμμετείχαν τουλάχιστον 6.000 πολίτες.

1.2.2.2.2. Βουλή

Στο συμβούλιο των γερόντων, που περιστοίχιζε τον ομηρικό βασιλιά, ανάγουν την καταγωγή τους δύο όργανα της αθηναϊκής δημοκρατίας, ο Άρειος Πάγος και η Βουλή. Ο Άρειος Πάγος διατήρησε έναν ολιγαρχικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι στη σύνθεσή του μετείχαν όσοι είχαν διατελέσει άρχοντες, έχασε όμως τις πολιτικές του αρμοδιότητες (462 π.Χ.· βλ. 2.2.1.3). Όσο για την Βουλή, πρόκειται για όργανο που αποτελούσε «σύνοψη του σώματος των πολιτών» και εξέφραζε, με αντιπροσωπευτικό τρόπο, τη συλλογική συνείδηση. Για τη σύνθεσή της, λαμβανόταν υπόψη η κλεισθενική διαίρεση των πολιτών σε δήμους και φυλές. Τα πεντακόσια μέλη της Βουλής, ήταν ηλικίας άνω των τριάντα ετών και κληρώνονταν, πενήντα από κάθε μία από τις δέκα φυλές, με τρόπο που εξασφάλιζε την εκπροσώπηση όλων των δήμων· η θητεία τους ήταν ενιαύσια και δεν μπορούσαν να οριστούν βουλευτές περισσότερες από δύο, μη συνεχόμενες, φορές στη ζωή τους. Κατά κανόνα, η Βουλή συνεδρίαζε καθημερινά, εκτός από τις εορτές και τις αποφράδες ημέρες, στο Βουλευτήριο, στη νότια πλευρά της Αγοράς. Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι βουλευτές έδιναν όρκο ότι θα ασκούσαν το λειτούργημά τους σύμφωνα με τους νόμους και τα συμφέροντα του λαού. Πριν από κάθε συνεδρίαση, εξασφαλιζόταν η εύνοια των θεών με προσφορά και προσευχή, ενώ ο κήρυκας απήγγελνε κατάρες εναντίον όσων έκαναν απατηλές προτάσεις.

Για να υπάρχει ευκινησία στη λειτουργία της, οι πενήντα βουλευτές της κάθε φυλής ασκούσαν την προεδρεία (πρυτανεία) για 36 μέρες (39 μέρες τα εμβόλιμα χρόνια), περίοδος που αντιστοιχούσε στο ένα δέκατο της διάρκειας της συνολικής θητείας τους· από αυτούς τους πρυτάνεις κληρωνόταν ένας κάθε μέρα, ο οποίος, από τη μία δύση του ηλίου έως την άλλη και μόνο μία φορά, αναλάμβανε καθήκοντα προέδρου (ἐπιστάτης τῶν πρυτάνεων), κρατούσε τη δημόσια σφραγίδα και επόπτευε τα δημόσια αρχεία και τα θησαυροφυλάκια των ιερών. Για μία, επομένως, ημέρα, κάθε Αθηναίος πολίτης μπορούσε να καταλάβει το ανώτατο αξίωμα της πόλης του, γεγονός που καταδεικνύει τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος. Έδρα των πρυτάνεων ήταν ένα ειδικό οικοδόμημα, κοντά στο Βουλευτήριο, η Σκιάς, την οποία ονόμαζαν επίσης, λόγω του κυκλικού της σχήματος, Θόλο. Στο κτίσμα αυτό διέμεναν αδιαλείπτως και έτρωγαν, αν όχι όλοι οι πρυτάνεις ταυτοχρόνως, τουλάχιστον ένας αριθμός τους, εκ περιτροπής, συμβολίζοντας, με τη σωματική τους παρουσία, την χωρίς διακοπή λειτουργία και τη συνέχεια του θεσμού και της πόλης. Στο εσωτερικό της Σκιάδος υπήρχε βωμός, όπου προσφέρονταν θυσίες για τη σωτηρία των πολιτών.

Εκτός από τη σύγκληση της εκκλησίας του δήμου, τα κυριότερα καθήκοντα της Βουλής ήταν τα προβουλευτικά. Στο πλαίσιο των καθηκόντων της αυτών, η Βουλή συνέτασσε εισηγήσεις, οι οποίες συνόδευαν τις προτάσεις νόμων που εισάγονταν για ψήφιση στη συνέλευση. Μία απόφαση της εκκλησίας πάνω σε σχέδιο νόμου προϋπέθετε ένα προβούλευμα (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 45, 4: οὐδὲν ἀπροβούλευτον). Αυτό αποτυπώνεται και στην έκφραση «φάνηκε καλό στη Βουλή και στην εκκλησία» («ἔδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ»), με την οποία ξεκινά πολύ συχνά το κείμενο ενός νόμου και η οποία τονίζει τον αποφασιστικό ρόλο των πολιτών, ως βουλευτών και ως μελών της συνέλευσης, στη διαμόρφωσή του· η απόσταση από τις θεοκρατικές αντιλήψεις για την προέλευση των κανόνων είναι μεγάλη.

Εκτεταμένες αρμοδιότητες είχε η Βουλή στα οικονομικά και τα δημόσια έργα, καθώς και στον συντονισμό του έργου των αρχόντων, αλλά και στη δοκιμασία τους, με την οποία ασκούνταν προκαταρκτικός έλεγχος, μετά την εκλογή τους. Πολλά επιμέρους καθήκοντα ανετίθεντο σε ειδικές επιτροπές, όπως οι συλλογεῖς, τριάντα στον αριθμό (τρεις από κάθε φυλή), οι οποίοι, μαζί με τους έξι ληξιάρχους, έλεγχαν την είσοδο στις συνεδριάσεις του δήμου. Με τη λήξη της θητείας της, η Βουλή λογοδοτούσε στη λαϊκή συνέλευση· μετά από εξέταση όλης της διαχείρισης, η εκκλησία απένεμε, ή αρνούνταν να απονείμει, χρυσό στεφάνι στη Βουλή, η οποία το αφιέρωνε σε κάποιο ιερό.

1.2.2.2.3. Αξιωματούχοι

Οι εξουσίες, τις οποίες στα μοναρχικά πολιτεύματα ασκούσε ο βασιλιάς, στη δημοκρατική πόλη κατανέμονται σε περισσότερους αξιωματούχους· ως προς την προέλευσή τους, δεν υπάρχει θεϊκή ή μυθική καταγωγή, αλλά εκχωρούνται από το σύνολο των πολιτών. Κύριο γνώρισμα που χαρακτήριζε την οργάνωση των αξιωμάτων ήταν η εναλλαγή, έτσι ώστε να βρίσκεται κάθε πολίτης «άλλοτε στη θέση του αρχομένου και άλλοτε στη θέση του άρχοντος» (Αριστοτέλη, Πολιτικά, 7, 1, 6: «τὸ ἐν μέρει ἄρχεσθαι καὶ ἄρχειν»). Για τον σκοπό αυτόν, η διάρκεια της θητείας ήταν σύντομη, κατά κανόνα ετήσια, και δεν ήταν δυνατόν να ασκεί κανείς το ίδιο λειτούργημα περισσότερες φορές, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, όπως οι στρατηγοί, ούτε να καταλάβει διαφορετικά αξιώματα σε δύο διαδοχικά χρόνια. Άλλος κανόνας που διείπε τα αρχοντικά αξιώματα ήταν η συλλογικότητα, έτσι ώστε κάθε άρχοντας να μοιράζεται ισότιμα την εξουσία με τους υπόλοιπους άρχοντες στο πλαίσιο της συναρχίας τους· ο αριθμός των αρχόντων ήταν, συνήθως, σχετικός με το δεκαδικό σύστημα των φυλών, όπως είχε καθιερωθεί από τον Κλεισθένη. Θα πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι, σε αντίθεση με το ρωμαϊκό σύστημα του περιορισμένου αριθμού και της ιεράρχησης των αξιωμάτων (cursus honorum· βλ. 4.2.1), στην αρχαία Αθήνα κάθε δημόσια ασχολία (π.χ. ύδρευση, συντήρηση οδών, προετοιμασία Παναθηναίων, φύλαξη οπλοστασίων) μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αρχοντικών αξιωμάτων, τα οποία δεν βρίσκονταν σε ιεραρχική σχέση μεταξύ τους. Κάθε χρόνο, ορίζονταν αρκετές εκατοντάδες αρχόντων· μεταξύ αυτών ιδιαίτερη θέση κατείχαν οι Εννέα άρχοντες, οι οποίοι αποτελούνταν από τον Επώνυμο άρχοντα, τον Βασιλέα (απλός τίτλος αξιώματος), τον Πολέμαρχο και τους Έξι Θεσμοθέτες.

Η επιλογή των αρχόντων γινόταν με εκλογή ή κλήρωση. Με εκλογή επιλέγονταν οι άρχοντες, για τους οποίους απαιτούνταν κάποια επαγγελματική επάρκεια ή ακόμη και περιουσιακές εγγυήσεις· τέτοια ήταν η περίπτωση των ανώτερων στρατιωτικών αξιωμάτων (δέκα στρατηγοί, οι οποίοι, σε καιρό ειρήνης, είχαν πολλές διοικητικές αρμοδιότητες, δέκα ταξίαρχοι, δέκα ίππαρχοι, δέκα φύλαρχοι, δέκα στρατολόγοι), των υπευθύνων για τις μεγάλες εορτές, του επιμελητή της ύδρευσης, κ.ά. Όλοι οι άλλοι άρχοντες επιλέγονταν με κλήρο, γεγονός το οποίο μπορεί να ερμηνευθεί είτε ως έκφανση δημοκρατικής λειτουργίας είτε ως προσφυγή στη θεία βούληση, δεδομένου ότι υπήρχε η αντίληψη πως την τύχη την καθόριζαν οι θεοί. Η κλήρωση είχε το μειονέκτημα πως ήταν δυνατόν να επιλεγούν άτομα περιορισμένων ικανοτήτων. Ο κίνδυνος αυτός εξισορροπούνταν από το ότι, προφανώς, οι ανίκανοι, υπό τον φόβο της γελοιοποίησης, δεν θα παρουσιάζονταν· επίσης, τα αποτελέσματα μιας ατυχούς επιλογής διορθώνονταν από την αρχή της συλλογικότητας. Τέλος, ασφαλιστική δικλείδα αποτελούσε ο έλεγχος των αρχόντων, υπό την τριπλή του εκδοχή: προκαταρκτικός, κατά τη διάρκεια και στο τέλος της θητείας τους.

Ένας πρώτος έλεγχος, η δοκιμασία, διεξαγόταν μετά την επιλογή και πριν την ανάληψη των καθηκόντων τους· δεν ελέγχονταν ειδικά προσόντα αλλά μόνο τα τυπικά, καθώς και η ηθική τους συγκρότηση. Για τους Εννέα άρχοντες, η διαδικασία λάμβανε χώρα αρχικά στη Βουλή, στη συνέχεια στο δικαστήριο της Ηλιαίας. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους, η δράση των αρχόντων παρακολουθούνταν στενά τόσο από τη Βουλή όσο και από την εκκλησία του δήμου. Μετά τη λήξη της θητείας τους, οι αξιωματούχοι λογοδοτούσαν και υπέκειντο στη διαδικασία των εὐθυνῶν, κατά την οποία ελεγχόταν τόσο η διαχείριση των οικονομικών όσο και η εν γένει διαγωγή και συμπεριφορά, κατά την άσκηση του αξιώματός τους.

1.2.2.3. Κανόνες δικαίου

Από τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε γραπτούς κανόνες. Στις κοινωνίες, τις οποίες απηχούν τα έργα αυτά, οι κοινωνικές σχέσεις ρυθμίζονται με κάποιο σύστημα προφορικού δικαίου. Η επινόηση και διάδοση της αλφαβητικής γραφής στην Ελλάδα είχαν ως αποτέλεσμα, έναν αιώνα περίπου μετά τα πρώτα γραπτά κείμενα, που ήταν ιδιωτικού χαρακτήρα και χρονολογούνται γύρω στο 750 π.Χ., να έχουμε τους πρώτους γραπτούς νόμους. Στη συνέχεια, θα γίνει αναφορά στον ρόλο της γραφής στις αρχαϊκές νομοθεσίες, καθώς και σε νομοθετικά έργα από την Αθήνα και τη Γόρτυνα.

1.2.2.3.1. Γραφή και αρχαϊκές νομοθεσίες

Κατά κανόνα, η καταγραφή των νόμων εντάσσεται σε ένα περιβάλλον κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων. Από τον 8ο έως τον 6ο π.Χ. αιώνα, οι περισσότερες πόλεις, από τις οποίες μας έχουν σωθεί αποσπάσματα αρχαϊκών νομοθεσιών, ήταν πόλεις που γνώριζαν άνθηση και ευημερία. Η αύξηση του μεγέθους των πόλεων, η διαφοροποίηση των πληθυσμών στο εσωτερικό μιας πόλης, αλλά και οι επαφές ανάμεσα σε πόλεις είναι μερικοί από τους λόγους, οι οποίοι οδήγησαν στην όλο και πιο επιτακτική ανάγκη για λεπτομερέστερους και πολυπλοκότερους κανόνες, που θα είχαν διάρκεια και σαφήνεια και θα εντυπώνονταν στα μέλη της κοινότητας. Στα αιτήματα αυτά ανταποκρίνονταν οπωσδήποτε οι γραπτές νομοθεσίες. Αργότερα, ως κύριος λόγος καταγραφής των νόμων προβλήθηκε η ισότητα· από την άποψη αυτή, χαρακτηριστικό είναι ένα απόσπασμα από την τραγωδία Ικέτιδες του Ευριπίδη: «αν δεν υπάρχουν νόμοι κοινοί, παίρνει ένας την εξουσία κρατώντας όλους τους νόμους για τον εαυτό του και δεν υπάρχει ισότητα. Αλλά, όταν οι νόμοι είναι γραμμένοι, ο αδύνατος και ο πλούσιος έχουν ίση δίκην» (στ. 430-434). Όροι που δηλώνουν τους γραπτούς νόμους της αρχαϊκής εποχής είναι: γράφος, θεσμός και τεθμός, ῥήτρα, γράμματα.

Ένα από τα χαρακτηριστικά των αρχαϊκών νομοθεσιών είναι ότι θεσπίζονται από ανθρώπους και όχι από θεούς. Κάποιες αντιλήψεις για τη θεϊκή τους προέλευση δεν λείπουν: παραδίδεται, π.χ., ότι ο Ζάλευκος, πριν νομοθετήσει, είδε στον ύπνο του την Αθηνά, ενώ, ορισμένες φορές, το κείμενο επιγραφών με νομοθετικά κείμενα αρχίζει με τη λέξη θεοί, οι οποίοι, με αυτόν τον τρόπο, ίσως καλούνται να φροντίσουν για την προστασία τους. Δεν υπάρχει, ωστόσο, καμία αμφιβολία ότι οι αρχαϊκές νομοθεσίες ήταν, κατά βάση, ανθρώπινα δημιουργήματα. Θα πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι υπήρχε μεγάλη ποικιλία στα θέματα που ρυθμίζονταν: θέματα που αφορούσαν την εξουσία αξιωματούχων, ιδιοκτησία, οικογένεια και κληρονομικά ζητήματα, δημόσιες θυσίες, ανθρωποκτονία· τα θέματα αυτά δεν ρυθμίζονταν ούτε με συστηματικό ούτε με συνολικό τρόπο. Τέλος, ο τρόπος θέσπισης δεν ήταν ενιαίος: σε άλλες πόλεις η νομοθέτηση ανετίθετο σε μεμονωμένα άτομα, αλλού σε ομάδες ανθρώπων.

1.2.2.3.2. Νομοθεσίες και πόλεις

Οι μαρτυρίες, από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες για τις αρχαϊκές νομοθεσίες, συνίστανται είτε σε κείμενα της εποχής, γραμμένα σε λίθινες στήλες (επιγραφές), οπότε μας σώζονται αυτούσιες οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις, είτε σε πληροφορίες από μεταγενέστερους συγγραφείς για τους «πρώτους νομοθέτες», οι οποίοι, κατά τον 7ο και 6ο π.Χ. αιώνα, συνέταξαν γραπτούς νόμους για διάφορες πόλεις. Μεγάλο ποσοστό νομικών επιγραφών αυτής της περιόδου προέρχεται από την Κρήτη, ενώ οι μεταγενέστερες μαρτυρίες αναφέρονται σε παραδείγματα πόλεων της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας και, στην κυρίως Ελλάδα, της Σπάρτης και της Αθήνας. Στη συνέχεια, θα γίνει λόγος για την Αθήνα και τη Γόρτυνα.

Από τη νομοθεσία του Δράκοντα στην Αθήνα (περίπου 624 π.Χ.) μας έχει σωθεί επιγραφή με μέρος του φονικού του νόμου. Η επιγραφή αυτή, αν και μεταγενέστερη (τέλος 5ου π.Χ. αιώνα), περιλαμβάνει διατάξεις που βρίσκονταν ακόμη σε ισχύ την εποχή της χάραξής της. Σε αντίθεση με τη φήμη, διαδεδομένη ήδη στην Αρχαιότητα, για την υπέρμετρη αυστηρότητα των ποινών του, ο Δράκων, στο μέρος του νόμου για την ανθρωποκτονία που γνωρίζουμε, λαμβάνει υπόψη το υποκειμενικό στοιχείο στην τέλεση του αδικήματος και προβλέπει την ποινή της εξορίας για τον μη προμελετημένο φόνο. Τρεις δεκαετίες, περίπου, μετά τον Δράκοντα, τοποθετούνται οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, από τις οποίες θα μνημονευθεί εδώ η σεισάχθεια· πρόκειται για μέτρο που απελευθέρωνε τους οφειλέτες από χρέη και απαγόρευε τον δανεισμό με δέσμευση του οφειλέτη ή μελών της οικογένειάς του, πρακτική που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στον αρχαίο κόσμο.

Το πιο εκτενές νομοθέτημα από την Αρχαία Ελλάδα που μας έχει σωθεί προέρχεται από τη Γόρτυνα της Κρήτης. Πρόκειται για επιγραφές, χαραγμένες σε μαρμάρινες στήλες μεταξύ των ετών 480 και 460 π.Χ., στις οποίες περιλαμβάνονται και διατάξεις που ανάγονται στον 7ο π.Χ. αιώνα· η επίκληση των θεών, με την οποία αρχίζει η επιγραφή, συνηγορεί υπέρ της απώτερης αυτής χρονολόγησης. Το κείμενο παρουσιάζει εσωτερική ενότητα, καθόσον περιλαμβάνει 26 εσωτερικές παραπομπές. Η σειρά, με την οποία παρατίθενται οι διατάξεις, θυμίζει την αντίστοιχη σειρά των πολύ αρχαιότερων κωδικοποιητικών κειμένων της Μεσοποταμίας. Μετά από ζητήματα σχετικά με τη διεκδίκηση δούλων, ακολουθούν διατάξεις που αφορούν αδικήματα, τα οποία θα χαρακτηρίζαμε σήμερα ως αδικήματα κατά των ηθών (αποπλάνηση, ασέλγεια, μοιχεία), και, στη συνέχεια, διατάξεις οικογενειακού, κληρονομικού, εμπράγματου, ενοχικού δικαίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο νόμος της Γόρτυνας δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετική με την ανθρωποκτονία.

Κεφάλαιο 2. Απονομή της δικαιοσύνης, αδικήματα και κυρώσεις στην ελληνική αρχαιότητα

2.1. Εισαγωγικά

Στις κοινωνίες που περιγράφονται στα έπη του Ομήρου Ιλιάδα και Οδύσσεια, η επίλυση των διαφορών γίνεται είτε με αυτοδικία είτε με την επέμβαση κάποιου τρίτου, συνήθως του «άνακτα». Στη «δικαστική» σκηνή που σκάλισε ο Ήφαιστος στην ασπίδα του Αχιλλέα (Ιλιάδα 18 στ. 497-508), η διαφορά για το αν θα πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση για ανθρωποκτονία, οδηγείται προς κρίση στο συμβούλιο των γερόντων που συνεδριάζει δημόσια. Στα έπη του Ησίοδου, κυρίως στο ποίημά του Ἔργα καὶ Ἡμέραι, οι διαφορές επιλύονται από τους βασιλεῖς, οι οποίοι συχνά κατηγορούνται ως δωροφάγοι. Η εμφάνιση της πόλης-κράτους δεν άλλαξε ριζικά και ξαφνικά τον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης, ο μηχανισμός της οποίας βρισκόταν στα χέρια είτε ενός ανδρός είτε ενός αριστοκρατικού συμβουλίου. Η ανάπτυξη δημοκρατικών μορφών απονομής της δικαιοσύνης συσχετίζεται με και εξαρτάται από την εμπέδωση της ταυτότητας και της έννοιας του πολίτη. Το φαινόμενο αυτό κορυφώνεται στην Αθήνα των κλασικών χρόνων.

Οι κοινωνίες κάθε ελληνικής πόλης-κράτους διέθεταν, εκτός από τις θεσμοθετημένες μεθόδους απονομής της δικαιοσύνης, και εναλλακτικούς μηχανισμούς για την επίλυση διαφορών. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος των διαφορών, που ανέκυπταν μεταξύ ιδιωτών (πολιτῶν, μετοίκων ή ξένων) δεν οδηγούνταν αναγκαστικά για επίλυση στα δικαστήρια της πόλης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, συγγενείς ή φίλοι μεσολαβούσαν μεταξύ των αντιτιθέμενων πλευρών και συχνά πετύχαιναν τη συμφιλίωσή τους. Σε άλλες περιπτώσεις, κάποιος τρίτος θα μπορούσε να διαπραγματευτεί και να επιτύχει έναν αποδεκτό συμβιβασμό. Η λογική της διαμεσολάβησης θεσμοθετήθηκε από την πόλη με την αναγνώριση της ιδιωτικής διαιτησίας. Η ιδιωτική διαιτησία συμπυκνώνει στοιχεία από τις ανεπίσημες μορφές επίλυσης διαφορών και αναδεικνύει το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής, δηλαδή την κρίση των διαιτητών, ως δεσμευτικό για τους αντιδίκους. Βασικά στοιχεία της ιδιωτικής διαιτησίας στην κλασική Αθήνα ήταν ο από κοινού διορισμός ενός ή περισσότερων ατόμων ως διαιτητών από κάθε πλευρά και η εκ των προτέρων συμφωνία των μερών να αποδεχθούν την απόφαση των διαιτητών. Οι διαιτητές προσπαθούσαν καταρχήν να συμφιλιώσουν ή να συμβιβάσουν τους αντιδίκους. Εάν, όμως, αυτό αποτύχαινε, τότε άκουγαν τους ισχυρισμούς, αξιολογούσαν τα αποδεικτικά μέσα των δύο πλευρών, σε μία ή περισσότερες συνεδριάσεις, και στη συνέχεια εξέδιδαν την απόφαση τους. Η απόφαση των διαιτητών ήταν δεσμευτική για τους αντιδίκους και δεν ήταν δυνατόν να προσβληθεί ενώπιον άλλου δικαστικού οργάνου της πόλης.

2.2. Χαρακτηριστικά του αθηναϊκού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης

Το αθηναϊκό σύστημα απονομής της δικαιοσύνης είχε τα εξής χαρακτηριστικά:

  • Ήταν ανοικτό, συμμετείχαν όχι μόνο οι διάδικοι αλλά και δημόσια όργανα, είτε μονοπρόσωπα (αξιωματούχοι) είτε συλλογικά σώματα (λαϊκά δικαστήρια) που εκπροσωπούσαν την κοινότητα των πολιτών.
  • Ήταν δημοκρατικό, δηλαδή όλοι οι άνω των τριάντα ετών άνδρες πολίτες, που δεν είχαν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα, μπορούσαν να συμμετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης, ως μέλη του λαϊκού δικαστηρίου ή αξιωματούχοι με δικαστικές αρμοδιότητες.
  • Είχε «αγωνιστικό» χαρακτήρα, δηλαδή η προετοιμασία της υπόθεσης, η παρουσίαση των επιχειρημάτων στο δικαστήριο και η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης αποτελούσε υποχρέωση των διαδίκων. Η εκδίκαση αποτελούσε στην ουσία έναν διαγωνισμό των διαδίκων, να πείσουν με τα επιχειρήματά τους το σώμα των δικαστών.
  • Επανδρώνονταν από «ερασιτέχνες» και όχι επαγγελματίες νομικούς και δικαστές. Απλοί Αθηναίοι πολίτες είχαν καθήκον, είτε να θέσουν σε κίνηση τον μηχανισμό απονομής της δικαιοσύνης (ως αξιωματούχοι) είτε να συμμετέχουν στην εύρυθμη λειτουργία του (ως δικαστές ή δημόσιοι διαιτητές). Οι αποφάνσεις τους δεν ήταν αιτιολογημένες, όπως οι σύγχρονες δικαστικές αποφάσεις. Επιπλέον, η Αθήνα δεν διέθετε ούτε αστυνομική δύναμη, για να επιβάλλει με αυτόν τον τρόπο την τήρηση των δικαστικών αποφάσεων, ούτε «εισαγγελείς».
  • Οι προσφυγές στον μηχανισμό απονομής της δικαιοσύνης διακρίνονταν σε καταγγελίες για προσβολή κάποιου έννομου αγαθού με δημόσιο ενδιαφέρον (γραφή) και σε καταγγελίες για την προσβολή κάποιου ιδιωτικού αγαθού (δίκη). Έτσι, η ανθρωποκτονία διώκονταν με δίκη, ενώ η προσβολή της τιμής κάποιου σε συνδυασμό με την πρόκληση σωματικής βλάβης (ὔβρις) διώκονταν με γραφή. Παράλληλα, υπήρχε και μια μεγάλη ποικιλία άλλων ειδικότερων διαδικασιών. Σε αντίθεση με τα σύγχροναδίκαια, δεν υπήρχε η διάκριση ανάμεσα σε αστικό και ποινικό δίκαιο.
  • Οι αποφάνσεις των αθηναϊκών λαϊκών δικαστηρίων ήταν τελεσίδικες, δηλαδή δεν υπήρχε η δυνατότητα έφεσης εναντίον τους, καθώς τα λαϊκά δικαστήρια θεωρούνταν, και ήταν, τα ανώτατα δικαστήρια. Υπήρχε μόνο η δυνατότητα προσβολής των δικαστικών αποφάσεων των διαφόρων αξιωματούχων ενώπιον των λαϊκών δικαστηρίων η οποία ονομαζόταν ἔφεσις.
Η Ηλιαία στην αρχαία αγορά των Αθηνών

2.3. Τα αθηναϊκά δικαστήρια

Όπως προκύπτει από το έργο Ἀθηναίων Πολιτεία, που αποδίδεται στον Αριστοτέλη, στην Αθήνα στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. υπήρχαν τρία δικαστήρια: ο Άρειος Πάγος (βλ. 2.3.1), η Ηλιαία (βλ. 2.3.2) και τα «φονικά» δικαστήρια (βλ. 2.3.3). Η καταγωγή του Αρείου Πάγου και των «φονικών» δικαστηρίων ανάγεται στη μυθολογία, ενώ για την Ηλιαία γνωρίζουμε ότι θεσπίστηκε και οργανώθηκε στο πλαίσιο των οργανωτικών μεταρρυθμίσεων του Σόλωνα που παραδοσιακά χρονολογούνται στο 594 π.Χ.

2.3.1. Ο Άρειος Πάγος

Ο Άρειος Πάγος ήταν το αρχαιότερο και το πιο σεβάσμιο δικαστήριο στην Αθήνα. Στα αρχαϊκά χρόνια είχε απεριόριστες αρμοδιότητες για την εκδίκαση πολλών και διαφορετικών ειδών αξιώσεων και αδικημάτων. Μετά το 462/1 π.Χ. η αρμοδιότητά του περιορίστηκε στην εκδίκαση υποθέσεων ανθρωποκτονίας με πρόθεση, σωματικής βλάβης με θανατηφόρο πρόθεση, δηλητηρίασης, εμπρησμού, και καταστροφής ιερών ελαιόδεντρων. Στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. είχε αποκτήσει και κάποιες συμβουλευτικές αρμοδιότητες. Κατά την κλασική περίοδο στελεχωνόταν από τους Αθηναίους πολίτες, που είχαν ασκήσει τα καθήκοντα ενός από τους εννέα άρχοντες (δηλ. ἐπώνυμος ἄρχων, βασιλεύς, πολέμαρχος, θεσμοθέται) κατά το προηγούμενο έτος, με ισόβια θητεία. Συνεδρίαζε στον ομώνυμο λόφο απέναντι από την Ακρόπολη (εικόνα 2.5).

2.3.2. Η Ηλιαία

Η Ἡλιαία αποτελούσε το κατεξοχήν «δικαστήριο» της κλασικής Αθήνας. Ο όρος «Ηλιαία» δεν σημαίνει ότι υπήρχε μόνο ένα δικαστήριο που δίκαζε. Αντίθετα, υπήρχαν πολλές ομάδες δικαστών (δικαστικές συνθέσεις), που δίκαζαν υποθέσεις ανάλογα με τον αξιωματούχο που τις εισήγαγε στο δικαστήριο. Έτσι, για παράδειγμα, ο βασιλεὺς εισήγαγε για εκδίκαση τις υποθέσεις κακοδιοίκησης της περιουσίας ορφανών από πατέρα παιδιών σε μια, διαφορετική κάθε ημέρα, σύνθεση του σώματος των δικαστών. Αντίστοιχα ο πολέμαρχος εισήγαγε τις υποθέσεις, όπου ο εναγόμενος ήταν μέτοικος, σε μια άλλη σύνθεση του σώματος των δικαστών. Όλες αυτές οι διαφορετικές δικαστικές συνθέσεις ήταν γνωστές με τον γενικό όρο «Ηλιαία». Δεν γνωρίζουμε ακριβώς, πού βρισκόταν η Ηλιαία. Οι πιο πρόσφατες απόψεις συγκλίνουν στην περιοχή της αθηναϊκής Αγοράς, είτε κάτω από την αναστηλωμένη στοά του Αττάλου ή πολύ κοντά σε αυτήν, στην οδό Αδριανού.

Στην αρχή του αθηναϊκού ημερολογιακού έτους, στα μέσα Ιουλίου, επιλέγονταν με κλήρωση από τις δέκα φυλές έξι χιλιάδες Αθηναίοι ως υποψήφιοι δικαστές (ἡλιασταί). Αυτοί έπρεπε να ήταν άνω των τριάντα ετών και να μην είχαν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα για οποιονδήποτε λόγο. Κάθε μέρα που συνεδρίαζαν τα δικαστήρια (εξαιρούνταν: οι τέσσερεις μέρες κάθε μήνα, οπότε συγκαλούνταν η συνέλευση του λαού· οι μέρες των «δημοσίων» εορτών· και οι αποφράδες ημέρες, συνολικά περίπου εκατό μέρες τον χρόνο) διεξαγόταν κλήρωση, για το ποιοί υποψήφιοι δικαστές θα στελέχωναν τα δικαστήρια, που θα συνεδρίαζαν εκείνη την ημέρα. Επομένως, οι διάδικοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν εκ των προτέρων, ποιοι δικαστές θα έκριναν την υπόθεσή τους. Ο τρόπος κλήρωσης των δικαστών ήταν πολύπλοκος, καθώς διεξάγονταν μια σειρά από επιμέρους κληρώσεις, που αφορούσαν όχι μόνο τους δικαστές (οι οποίοι ήταν εφοδιασμένοι με ένα πινάκιον, αλλά και το δικαστήριο, που αυτοί θα στελέχωναν. Στόχος του συστήματος αυτού ήταν, να διασφαλιστεί η αμεροληψία των δικαστών, η αντικειμενικότητα των αποφάσεων τους και ο περιορισμός φαινομένων δωροδοκίας. Το σύστημα αυτό είναι αποτέλεσμα συνεχών βελτιώσεων, που εισάγονταν από τα τέλη του 5ου και σε όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. Τον 5ο αιώνα π.Χ., επειδή οι δικαστές επιλέγονταν για να στελεχώνουν μία συγκεκριμένη δικαστική σύνθεση σε όλη τη διάρκεια του έτους, ήταν πολύ συχνό φαινόμενο οι καταγγελίες και τα υπονοούμενα για δωροδοκία των δικαστών από τους πιο ισχυρούς Αθηναίους. Στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. γινόταν κλήρωση μόνο των δικαστηρίων, τα οποία θα στελέχωναν οι δικαστές.

Το κοινωνικό προφίλ των Αθηναίων, που στελέχωναν τις δικαστικές συνθέσεις της Ηλιαίας, έχει γίνει αντικείμενο διακωμώδησης και λοιδορίας κυρίως από τον Αριστοφάνη. Ειδικότερα, στην κωμωδία του Σφῆκες, που παρουσιάστηκε το 422 π.Χ., ο Αριστοφάνης διακωμωδεί την δικομανία των ηλικιωμένων ἡλιαστῶν, στους οποίους αρέσει να ασκούν την εξουσία τους. Υποστηρίζεται, ότι όσοι προσφέρονταν να υπηρετήσουν ως δικαστές, ήταν κυρίως ηλικιωμένοι και χαμηλής εισοδηματικής τάξης Αθηναίοι, που διέμεναν στην πόλη της Αθήνας ή στους γειτονικούς δήμους. Ο δικαστικός μισθός, που θεσμοθετήθηκε από τον Περικλή στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., ύψους δύο οβολών αρχικά και λίγο αργότερα (γύρω στα 425 π.Χ.) αυξημένος σε τρεις οβολούς από τον Κλέωνα, είχε περισσότερο χαρακτήρα ημερήσιας αποζημίωσης παρά εισοδήματος.

Μετρικά συστήματα στην αρχαία Ελλάδα

Οι νομισματοκοπίες των Αθηνών

Οι δικαστικές συνθέσεις της Ηλιαίας είχαν αρμοδιότητα να εκδικάζουν όλες τις υποθέσεις δημόσιου και ιδιωτικού ενδιαφέροντος, για τις οποίες δεν είχε προβλεφθεί κάποιο άλλο δικαστήριο.

2.3.3. Τα φονικά δικαστήρια

Μία από τις ιδιαιτερότητες του αθηναϊκού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης ήταν η ύπαρξη τεσσάρων διαφορετικών δικαστηρίων για την εκδίκαση διαφορετικών ειδών ανθρωποκτονίας. Ειδικότερα:

2.3.4. Άλλα πολιτειακά όργανα με δικαστικές αρμοδιότητες

Εκτός από τον Άρειο Πάγο, την Ηλιαία και τα φονικά δικαστήρια, οι Αθηναίοι αξιωματούχοι (δηλαδή οι ἐννέα ἄρχοντες, οι στρατηγοί, οι ἕνδεκα, οι ἀγορανόμοι, οι ἀστυνόμοι κ.λπ.) ασκούσαν δικαιοδοτικές αρμοδιότητες στο πλαίσιο των γενικών αρμοδιοτήτων τους. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κυρίως απειλής του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Βουλή των Πεντακοσίων και η Εκκλησία του Δήμου μπορούσαν να λειτουργήσουν και ως δικαστήρια. Ειδικότερα:

Οι αξιωματούχοι στα αρχαϊκά χρόνια είχαν απόλυτη δικαστική εξουσία. Αυτή περιορίστηκε με την θεσμοθέτηση της Ηλιαίας στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Σταδιακά, οι αξιωματούχοι άρχισαν να ορίζονται με κλήρωση για θητεία ενός χρόνου, πρώτα με κλήρωση ανάμεσα σε κατάλογο προεπιλεγμένων υποψηφίων, και κατόπιν με κλήρωση ανάμεσα στο σύνολο των πολιτών. Οι αρμοδιότητές τους περιορίστηκαν στη διεξαγωγή προδικαστικών ενεργειών σε υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου πολιτών (ἐπώνυμος ἄρχων), σε υποθέσεις διατάραξης της θρησκευτικής ζωής της πόλης (ἄρχων βασιλεύς), σε υποθέσεις κληρονομικού και οικογενειακού δικαίου μετοίκων και απελεύθερων (πολέμαρχος), σε καταγγελίες για πράξεις που στρέφονταν εναντίον της πολιτείας, λογοδοσία στρατηγών, έλεγχος των αξιωματούχων πριν αναλάβουν καθήκοντα (δοκιμασία), κάθε είδους δημόσιες και ιδιωτικές διαφορές (έξι θεσμοθέται) και στα αυτόφωρα αδικήματα, την επιμέλεια του δεσμωτηρίου και των κρατουμένων οἱ ἕνδεκα). Επίσης, υπήρχαν οι «δικαστές των φυλών» (ή τεσσαράκοντα), οι οποίοι κληρώνονταν τέσσερις σε καθεμιά από τις δέκα φυλές για ένα χρόνο και εκδίκαζαν τις υποθέσεις, που δεν υπάγονταν στην αρμοδιότητα των παραπάνω αξιωματούχων, εφόσον το ύψος της αξίωσης δεν ξεπερνούσε τις δέκα δραχμές. Παράλληλα, τόσο αυτοί οι άρχοντες όσο και άλλοι αξιωματούχοι, είχαν την εξουσία να επιβάλλουν πρόστιμα για αδικήματα, που ανήκαν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων τους, όπως οι ἀγορανόμοι για παραβίαση των κανονισμών λειτουργίας της αγοράς, οι μετρονόμοι για καταγγελίες νόθευσης των χρησιμοποιούμενων μέτρων και σταθμών και οι ἀστυνόμοι, που ήταν αρμόδιοι για τη μίσθωση των υπηρεσιών αυλητρίδων.

Η Βουλή των Πεντακοσίων, το σώμα που αποτελούνταν από πενήντα Αθηναίους από κάθε μία από τις δέκα φυλές, είχε αρμοδιότητα να εκδικάζει καταγγελίες Αθηναίων εναντίον των αξιωματούχων κατά τη διάρκεια της θητείας τους, καθώς και καταγγελίες που είχαν υποβληθεί με την διαδικασία της εἰσαγγελίας.

Η Εκκλησία του Δήμου, η συνέλευση των Αθηναίων πολιτών, είχε αρμοδιότητα να εκδικάζει υποθέσεις που είχαν εισαχθεί με την διαδικασία της εἰσαγγελίας (μέχρι τα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ.), καταγγελίες εναντίον αξιωματούχων που οδηγούσαν στην απομάκρυνση τους από το αξίωμα (ἀποχειροτονία), και καταγγελίες για προσβολή των λειτουργών της πόλης κατά τη διάρκεια εορταστικών εκδηλώσεων, που είχαν εισαχθεί με τη διαδικασία της προβολῆς.

2.4. Διαδικασίες ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων

Ο Αθηναίος διάδικος, για να πετύχει την ικανοποίηση της αξίωσής του, είχε στη διάθεσή του, συνήθως, περισσότερες από μία διαδικασίες. Ανάλογα με τη φύση της αξίωσης, θα μπορούσε να υποβάλλει είτε γραφή είτε δίκη, είτε να ασκήσει κάποιο άλλο ειδικότερο ένδικο μέσο. Θεμελιώδης προϋπόθεση ήταν, να είναι ενήλικος Αθηναίος πολίτης, που δεν έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα. Οι επί μακρόν διαμένοντες ξένοι κάτοικοι της Αττικής (μέτοικοι) απευθύνονταν σε ειδικό αξιωματούχο, τον πολέμαρχο. Γυναίκες και παιδιά μπορούσαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης μέσω του κηδεμόνα τους (κύριος). Οι δούλοι δεν μπορούσαν να παρίστανται.

Ο πολίτης, που υπέβαλε την καταγγελία, έπρεπε να εντοπίσει, ποια ήταν η κατάλληλη διαδικασία για την αξίωσή του και να υποβάλει την ανάλογη έγγραφη καταγγελία.

Στη συνέχεια αναλύονται η δημόσια διαιτησία (βλ. 2.4.1), η τακτική διαδικασία που ακολουθούσε η υποβολή γραφῆς ή δίκης στην Ηλιαία (βλ. 2.4.2) και τα κυριότερα χαρακτηριστικά των ειδικών διαδικασιών (βλ. 2.4.3).

2.4.1. Δημόσια διαιτησία

Όταν η αξίωση του καταγγέλοντα ξεπερνούσε τις δέκα δραχμές (βλ. 2.4.2), τότε οι δικαστές των φυλών παρέπεμπαν την υπόθεση για εκδίκαση υποχρεωτικά στους δημόσιους διαιτητές. Ο θεσμός της δημόσιας διαιτησίας θεσπίστηκε κατά πάσα πιθανότητα το 399 π.Χ. με στόχο την αποσυμφόρηση της Ηλιαίας. Ως δημόσιοι διαιτητές υπηρετούσαν για διάστημα ενός χρόνου όλοι οι Αθηναίοι πολίτες, που ήταν εξήντα ετών. Το σύνολο των δημόσιων διαιτητών κάθε έτους διαιρούνταν σε δέκα τμήματα, καθένα από τα οποία εκδίκαζε τις υποθέσεις μίας φυλής. Ο ορισμός του δημόσιου διαιτητή γινόταν με κλήρωση ανάμεσα στους διαιτητές της φυλής του εναγόμενου. Ο διαιτητής προσπαθούσε καταρχήν να συμφιλιώσει ή να συμβιβάσει τους διαδίκους. Εφόσον αποτύχαινε, προχωρούσε στην εκδίκαση, ακούγοντας τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και εκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμιζαν οι διάδικοι. Η απόφαση του δημόσιου διαιτητή μπορούσε να προσβληθεί στην Ηλιαία, η οποία εκδίκαζε την υπόθεση με βάση, όμως, τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του διαιτητή (όλα τα έγγραφα της ακρόασης ενώπιον του δημόσιου διαιτητή τοποθετούνταν σε ένα αγγείο [ἐχῖνος]), καθώς δεν επιτρεπόταν στους διαδίκους να προσκομίσουν νέα στοιχεία. Ο δημόσιος διαιτητής, ως δημόσιος αξιωματούχος, μπορούσε να διωχθεί με τη διαδικασία της εἰσαγγελίας (βλ. παρακάτω) από έναν από τους διαδίκους, για την μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων του και να στερηθεί τα πολιτικά και αστικά δικαιώματά του, όπως μαρτυρεί η περίπτωση του Στράτωνα, την οποία αναφέρει ο Δημοσθένης στον υπ’ αριθμό 21 λόγο του (με τον τίτλο: Κατὰ Μειδίου, παρ. 84-87 και 95-96). Μάλιστα, ο Δημοσθένης τον χρησιμοποιεί ως μέρος της ρητορικής και δικανικής στρατηγικής του, καθώς τον εμφανίζει στο δικαστήριο σιωπηλό και χωρίς δικαίωμα λόγου, με σκοπό να καταδείξει τις καταχρήσεις και τις εκφοβιστικές τακτικές που χρησιμοποιεί ο αντίδικος του, ο Μειδίας, για να τρομοκρατήσει τους αντιπάλους του.

2.4.2. Τακτική διαδικασία

Η τακτική διαδικασία ξεκινούσε με την κλήση του αντιδίκου να παραστεί ενώπιον του αρμόδιου αξιωματούχου (κλήτευσις) παρουσίᾳ ενός και από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. δύο μαρτύρων. Στη συνέχεια, ακολουθούσε 37 η υποβολή γραπτής καταγγελίας στον αρμόδιο άρχοντα (λῆξις) και η κοινοποίησή της στον αντίδικο ενώπιον μαρτύρων για την προκαταρκτική συζήτηση (ἀνάκρισις). Εάν η κοινοποίηση δεν γινόταν σύννομα, ο αντίδικος είχε δικαίωμα να στραφεί με γραφή εναντίον του κλητεύοντος και των μαρτύρων του (γραφὴ ψευδοκλητείας). Εάν κάποιος Αθηναίος καταδικαζόταν τρεις φορές για το αδίκημα της ψευδοκλητείας, στερούνταν τα πολιτικά και αστικά δικαιώματα του.

Εφόσον ο αντίδικος είχε κληθεί νόμιμα, τότε ο αρμόδιος αξιωματούχος όριζε μία συνάντηση, όπου οι αντίδικοι ορκίζονταν για την αλήθεια των ισχυρισμών τους (ἀντωμοσίαι) και πρόβαλλαν τους ισχυρισμούς και τις αντιρρήσεις τους. Σε αυτό το στάδιο οι διάδικοι, και ειδικότερα ο εναγόμενος, μπορούσε να προβάλλει ενστάσεις σχετικά με τη νομιμότητα των αξιώσεων του ενάγοντος (διαμαρτυρία, παραγραφή, βλ. παρακάτω). Αν υπήρχε κάποια ατέλεια, ανακρίβεια ή λάθος στην γραπτή καταγγελία, ο αξιωματούχος μπορούσε να ζητήσει τη διόρθωσή της. Στο τέλος, οριζόταν η ημερομηνία, κατά την οποία θα εισάγονταν η υπόθεση στην Ηλιαία για εκδίκαση ή η καταγγελία απορριπτόταν.

Κατά την ημέρα της δικασίμου, οι διάδικοι ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιάσουν προφορικά τα επιχειρήματα και τις αποδείξεις τους ενώπιον του δικαστηρίου μέσα σε αυστηρά καθορισμένο χρόνο. Τα γραπτά κείμενα-τεκμήρια (νόμοι, ψηφίσματα, συμβάσεις, καταθέσεις μαρτύρων) διαβάζονταν από τον γραμματέα του δικαστηρίου, ενώ κατά την διάρκεια της ανάγνωσής τους σταματούσε η μέτρηση του χρόνου στην κλεψύδρα. Όταν ο διάδικος δεν αισθανόταν επαρκής, μπορούσε να μοιραστεί τον χρόνο του με κάποιον στενό συγγενή ή φίλο του (συνήγορος).

Μετά το τέλος των αγορεύσεων των διαδίκων, οι δικαστές, εφοδιασμένοι ήδη με δύο δικαστικές ψήφους (μία για την αποδοχή των ισχυρισμών του ενάγοντα και μία για την απόρριψη τους), προχωρούσαν στην ψηφοφορία. Ψήφιζαν καταρχήν, εάν θα γίνονταν δεκτοί οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ή όχι, ενώ, όταν έπρεπε να αποφασίσουν για το είδος της κύρωσης που θα επέβαλαν, έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ των προτάσεων των αντιδίκων. Δεν προηγούνταν συζήτηση μεταξύ τους, ούτε ο προεδρεύων αξιωματούχος έδινε οδηγίες ή διευκρινίσεις, σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά ή τα νομικά ζητήματα. Στη συνέχεια, γινόταν η καταμέτρηση των ψήφων και η αναγγελία της απόφασης του δικαστηρίου από τον προεδρεύοντα. Σε περίπτωση, που δεν προβλεπόταν από τον νόμο κύρωση αλλά αυτή παρέμενε στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, τότε οι διάδικοι είχαν επιπλέον χρόνο, για να προτείνουν και να επιχειρηματολογήσουν για το είδος της επιβαλλόμενης κύρωσης (διαδικασία της τιμήσεως). Η περίπτωση της δίκης του Σωκράτη, όπως της διασώζει ο Πλάτωνας στην Απολογία του Σωκράτη, μας παρέχει ένα τέτοιο παράδειγμα.

Η εφαρμογή της απόφασης του δικαστηρίου ήταν αποκλειστική ευθύνη του διάδικου, που κέρδισε την υπόθεση. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ηττηθέντος, μπορούσε να προχωρήσει στην ικανοποίηση της απαίτησής του, αφαιρώντας κινητά πράγματα του ηττηθέντος διαδίκου, αξίας ίσης με το ποσό που του επιδίκασε το δικαστήριο, ή να εισέλθει στη νομή ακίνητης περιουσίας του ηττηθέντος.

2.4.3. Ειδικές διαδικασίες

Αρκετές αξιώσεις μπορούσαν να υποβληθούν μόνο με ιδιαίτερα ένδικα βοηθήματα. Η ιδιαιτερότητά τους μπορεί συνίσταται στον αξιωματούχο, που ήταν αρμόδιος, τη διαδικασία, που ακολουθούνταν ή, τέλος, στο δικαίωμα του καταγγέλλοντα να προχωρήσει σε κάποιες πράξεις.

Έτσι, σε περιπτώσεις διεκδίκησης της κληρονομιάς του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη (αλλά και της θυγατέρας [ή των θυγατέρων] χωρίς αδελφούς, η οποία ονομαζόταν ἐπίκληρος) από συγγενείς (εκτός από τα παιδιά του), ακολουθούνταν ιδιαίτερη πορεία, η οποία ονομαζόταν διαδικασία. Κάθε διεκδικητής πρόβαλλε τους ισχυρισμούς του και το λαϊκό δικαστήριο αποφάσιζε, σε ποιον ανήκει η κληρονομιά. Σε μια τέτοια διαδικασία εκφωνήθηκε ο όγδοος λόγος του ρήτορα Ισαίου, Περὶ τοῦ Κίρωνος κλήρου.

Οι ενστάσεις που μπορούσαν να υποβληθούν εναντίον των ισχυρισμών του καταγγέλλοντα ονομάζονταν είτε διαμαρτυρία (όταν μέσω ένορκων μαρτυριών ο εναγόμενος υποστήριζε το αβάσιμο των αξιώσεων του ενάγοντα) είτε, μετά το 403 π.Χ, παραγραφή (όταν ο εναγόμενος επικαλούνταν ότι η αξίωση του ενάγοντα βρισκόταν σε αντίθεση με τον νόμο). Αποτέλεσμα της προβολής τέτοιων ενστάσεων ήταν η διεξαγωγή μιας δίκης για την απόφαση επί των ισχυρισμών αυτών. Ανάμεσα στους λόγους που αποδίδονται στον Δημοσθένη, επτά (οι υπ’ αριθμό 32-38) απαγγέλθηκαν σε υποθέσεις εμπορικών διαφορών, στις οποίες ασκήθηκε το ένδικο βοήθημα της παραγραφῆς.

Όταν ο καταγγέλλων υποστήριζε, ότι η περιουσία του δεν θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με την εκτέλεση λειτουργιών για χάρη του κοινωνικού συνόλου (π.χ. συντήρηση και εξοπλισμός πολεμικού πλοίου [τριήρης] ή χρηματοδότηση χορού σε δραματικούς αγώνες [χορηγία] κ.λπ.), επειδή ήταν μικρότερη σε σχέση με αυτήν του αντιδίκου του, θα μπορούσε να ασκήσει το ένδικο μέσο της ἀντιγραφῆς. Σε αυτήν την περίπτωση, εάν ο αντίδικός του δεν συμφωνούσε, το λαϊκό δικαστήριο θα μπορούσε να αποφασίσει την ανταλλαγή των περιουσιών τους (ἀντίδοσις). Αυτό το ένδικο βοήθημα μπορούσε να ασκηθεί μόνο σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία. Δύο, τουλάχιστον, λόγοι αναφέρονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, ο υπ’ αριθμό 4 λόγος του Ισοκράτη, που έχει τον τίτλο: Περὶ ἀντιδόσεως και ο υπ’ αριθμό 42 λόγος του Δημοσθένη με τον τίτλο: Πρὸς Φαίνιππον περὶ ἀντιδόσεως.

Στο πεδίο της προστασίας έννομων αγαθών, που αφορούν την πόλη, ο κάθε πολίτης μπορούσε να υποβάλλει καταγγελία (εἰσαγγελία) είτε στην Βουλή των Πεντακοσίων είτε στην Εκκλησία του Δήμου, καταγγέλλοντας τις παρανομίες αξιωματούχου, είτε κατά την διάρκεια της θητείας του (μηνιαία ἐπιχειροτονία) ή στο τέλος της (εὔθυνα). Με την ίδια διαδικασία μπορούσαν να εισαχθούν και μια σειρά αδικήματα, τα οποία στρέφονταν εναντίον της πόλης. Οι πρυτάνεις φρόντιζαν για την εμφάνιση του κατηγορούμενου. Μετά το 330 π.Χ. όποιος χρησιμοποιούσε την διαδικασία της εἰσαγγελίας, αλλά δεν κατάφερνε να αποσπάσει το ένα πέμπτο των ψήφων των λαϊκών δικαστών, τιμωρούνταν με το βαρύ πρόστιμο των χιλίων δραχμών. Ένας από τους δικανικούς λόγους, που εκφωνήθηκαν κατά την εκδίκαση εἰσαγγελίας, αποδίδεται στον ρήτορα Υπερείδη (λόγος υπ’ αριθμό 4, Ὑπὲρ Εὐξενίππου) και ο λόγος του Αθηναίου πολιτικού και ρήτορα Λυκούργου εναντίον του Λεωκράτη (με τον τίτλο: Κατὰ Λεωκράτους).

Επίσης, οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να συλλάβει τον επ’ αυτοφώρω τελούντα κάποιο αδίκημα (ἀπαγωγὴ) και να τον οδηγήσει στους αρμόδιους αξιωματούχους (οἱ ἕνδεκα) ή να υποβάλει την καταγγελία και να καθοδηγήσει τους αξιωματούχους, οι οποίοι θα προβούν στη σύλληψη (ἐφήγησις), ή να υποβάλει την καταγγελία και να αφήσει την σύλληψη στους αξιωματούχους (ἔνδειξις). Κάθε ενήλικος Αθηναίος μπορούσε να καταγγείλει κάποιο συμπολίτη του ως οφειλέτη της πόλης και νασυντάξει κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου (ἀπογραφή).

Σε περίπτωση, που κάποιος ιδιοποιούνταν παράνομα δημόσια περιουσία, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του η διαδικασία της φάσεως.

Στα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ. οι Αθηναίοι θέσπισαν μια ιδιαίτερη διαδικασία για περιπτώσεις, όταν είχε συνταχθεί γραπτή σύμβαση και γεννιούνταν από αυτήν διαφορές. Πρόκειται για τις μηνιαίες δίκες (ἔμμηνοι δίκαι). Αυτές θεσπίστηκαν για την εκδίκαση των διαφορών, που γεννιούνταν από εμπορικές συναλλαγές, δάνεια, τραπεζικές εργασίες, φιλικά δάνεια, την αγορά δούλων και υποζυγίων, την εκτέλεση της λειτουργίας της τριηραρχίας, την παρακράτηση της προικώας περιουσίας, την πρόκληση σωματικής βλάβης, καθώς και την μίσθωση του δικαιώματος είσπραξης φόρων και τελών. Οι προσφυγές αυτές εισάγονταν για συζήτηση στην Ηλιαία από τους πέντε εἰσαγωγεῖς και εκδικάζονταν μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την υποβολή τους.

2.5. Αποδεικτικά μέσα

Ως μάρτυρες μπορούσαν να καταθέτουν οι Αθηναίοι άνδρες, που είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, οι μέτοικοι και οι ξένοι, ενώ υπάρχουν αμφιβολίες για το εάν μπορούσαν και οι γυναίκες να δίνουν μαρτυρική κατάθεση. Οι μάρτυρες κατέθεταν ό,τι γνώριζαν ως αυτόπτες, αλλά όχι ό,τι είχαν ακούσει. Η μαρτυρία ήταν προφορική μέχρι τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., στη συνέχεια η κατάθεσή τους διαβαζόταν στο δικαστήριο και την επιβεβαίωναν. Για τους δούλους προβλεπόταν η μαρτυρική κατάθεση ύστερα από βασανισμό. Δεν υπάρχει, όμως, καμία ένδειξη, ότι εφαρμόστηκε αυτή η διάταξη. Έχουμε μαρτυρίες για πρόσκληση να υποβληθούν οι δούλοι των διαδίκων σε βασανισμό (πρόκλησις εἰς βάσανον) ή προσφορά του κυρίου των δούλων να υποστούν εμβάσανη εξέταση, προσκλήσεις όμως που δεν φαίνεται να είχαν γίνει δεκτές. Οι μάρτυρες μπορούσαν να κατηγορηθούν για ψευδή μαρτυρία (γραφὴ ψευδομαρτυρίων) και επίσης για την αδυναμία τους να παραστούν στο δικαστήριο και να καταθέσουν ή να επιβεβαιώσουν την κατάθεση τους (γραφὴ λιπομαρτυρίου).

Οι διάδικοι μπορούσαν να προσάγουν στο δικαστήριο έγγραφα (νόμους, ψηφίσματα και συμβάσεις) τα οποία διάβαζε ο γραμματέας του δικαστηρίου. Στην περίπτωση των νόμων, μετά την ανάγνωση τους οι διάδικοι τους παράφραζαν και τους ερμήνευαν, με σκοπό να υποστηρίξουν την επιχειρηματολογία τους.

2.6. Κυρώσεις (αστικού και ποινικού χαρακτήρα)

Οι επιβαλλόμενες κυρώσεις ήταν δυνατόν είτε να προβλέπονται από τον νόμο, οπότε η δίκη ονομάζεται ἀγὼν ἀτίμητος, είτε να αφήνονται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, οπότε η δίκη ονομάζεται ἀγὼν τιμητός. Οι κυρώσεις (ζημίαι), που μπορούσε να επιβάλλει η Ηλιαία, ήταν οι ακόλουθες:

  1. Η θανατική ποινή,
  2. η ολική ή μερική αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων (ἀτιμία),
  3. η εξορία,
  4. η δήμευση των περιουσιακών στοιχείων και
  5. η χρηματική ποινή.

Οι κυρώσεις μπορούσαν να επιβληθούν είτε αυτοτελώς είτε σωρευτικά, δηλαδή δύο ή περισσότερες ποινές μαζί, π.χ. εξορία και δήμευση περιουσίας ή, το πιο συνηθισμένο, επιβολή χρηματικού προστίμου με κράτηση μέχρι την εξόφλησή του. Σε γενικές γραμμές, υπήρχε αναλογία μεταξύ του αδικήματος και της επιβαλλόμενης ποινής. Τα πιο σοβαρά αδικήματα εναντίον της πολιτείας, συνήθως τιμωρούνταν με θάνατο ή εξορία και μερικές φορές συνοδεύονταν από την ολική αφαίρεση των πολιτικών δικαιωμάτων (ἀτιμία, η οποία είχε εφαρμογή και στους απογόνους του καταδικασθέντος) και δήμευση της περιουσίας. Χρηματικές ποινές επιβάλλονταν είτε με τη μορφή προστίμου είτε με τη μορφή αποζημίωσης για προκληθείσα βλάβη στα συμφέροντα του νικητή διάδικου, κυρίως σε ήσσονος σημασίας αδικήματα και σε ιδιωτικές διαφορές.

Η θανατική ποινή εκτελούνταν στα αρχαϊκά χρόνια:

  • είτε με την ρίψη σε γκρεμό (βάραθρο) στον λόφο των Νυμφών
  • είτε με την καθήλωση των άκρων σε μια ξύλινη σανίδα (ἀποτυμπανισμός -εικόνα 2.25)
  • είτε με την χορήγηση κωνείου (δηλητηρίου φτιαγμένο από το ομώνυμο φυτό), ιδιαίτερα κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.

Οι θανατικές ποινές δεν εκτελούνταν κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτασμών (όπως τα ετήσια Παναθήναια, τα οποία γιορτάζονταν στο τέλος του μήνα Εκατομβαιώνα, ή τα Διονύσια, τα οποία γιορτάζονταν στα μέσα του μήνα Ελαφηβολιώνα).

Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων μπορούσε να είναι ολική, να αφορά δηλαδή το σύνολο των δικαιωμάτων του ατόμου ως μέλους της πολιτικής κοινότητας (δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα διάφορα όργανα της πόλης, δικαίωμα να μιλά στη συνέλευση των πολιτών, δικαίωμα να παντρευτεί Αθηναία, να έχει ακίνητη περιουσία στην Αττική κ.λπ.) ή να αφορά ένα μέρος των δικαιωμάτων αυτών. Θα μπορούσε να είναι, επίσης, πρόσκαιρη ή διαρκής. Σε ορισμένες, ιδιαίτερα σοβαρές, περιπτώσεις μπορούσε να είναι κληρονομητή, δηλαδή και οι απόγονοι του καταδικασθέντος να αποκλείονται από την απόλαυση παρόμοιων δικαιωμάτων.

2.7. Η ανθρωποκτονία

Είδαμε παραπάνω την ιδιαίτερη σημασία που απέδιδαν οι Αθηναίοι της κλασικής περιόδου στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας, θεσπίζοντας ιδιαίτερα δικαστήρια για την εκδίκαση των διάφορων εκφάνσεων της. Η ιδιαιτερότητα αυτή οφειλόταν στο γεγονός, ότι η ανθρωποκτονία συνδεόταν με την μεταφυσική αντίληψη για την μόλυνση (μίασμα), που προκαλούσε το αίμα. Αυτή η αντίληψη σημάδεψε και την δικονομική αντιμετώπιση αυτών που κατηγορούνταν για ανθρωποκτονία, καθώς οι δίκες διεξάγονταν σε υπαίθριους χώρους.

Tο θύμα, εφόσον δεν πέθαινε ακαριαία, επιφόρτιζε συνήθως τους συγγενείς του με την υποχρέωση να εκδικηθούν και να επιτύχουν την καταδίκη του κατονομαζόμενου δράστη (ἐπίσκηψις). Ήταν δυνατόν, όμως, να ζητήσει, να μην ασκηθεί δίωξη εναντίον του δράστη και να παράσχει συγχώρεση (ἄφεσις). Οι συγγενείς του θύματος απήγγελναν στον τάφο του θύματος προειδοποίηση στον θύτη, να απέχει από δημόσιους χώρους όπως η αγορά, τα ιερά κ.λπ. Όποιος παραβίαζε τους όρους αυτούς, ήταν δυνατόν είτε να θανατωθεί νόμιμα είτε να συλληφθεί από τους συγγενείς του θύματος και να παραδοθεί στους ἕνδεκα, οι οποίοι στη συνέχεια θα τον οδηγούσαν στο δικαστήριο.

Αν θύμα της ανθρωποκτονίας ήταν μέτοικος, τότε οι συγγενείς του με τη συνδρομή του προστάτη του μετοίκου, είχαν την ευθύνη να ασκήσουν δίωξη. Σε περίπτωση θανάτωσης δούλου, υπεύθυνος για την κίνηση της διαδικασίας δίωξης ήταν ο κύριος του δούλου. Όταν ένας Αθηναίος θανατωνόταν εκτός Αττικής από μη Αθηναίο, τότε οι συγγενείς του θύματος μπορούσαν να συλλάβουν και να κρατήσουν ως ομήρους μέχρι τρεις «ομοεθνείς» του θύτη μέχρι την παράδοση του τελευταίου στην Αθήνα (ἀνδροληψίαι). Κατά τη διάρκεια της πρώτης Αθηναϊκής Ηγεμονίας (454-404 μ.Χ.), η θανάτωση Αθηναίου πολίτη σε σύμμαχο πόλη συνεπαγόταν την πληρωμή προστίμου πέντε ταλάντων.

Η καταγγελία για ανθρωποκτονία υποβαλλόταν από τους συγγενείς του θύματος (μέχρι τα πρώτα ξαδέλφια) στον βασιλέα, αξιωματούχο αρμόδιο και για την τέλεση θρησκευτικών τελετών (ἀπογράφεσθαι). Με την υποβολή της δίκης στον βασιλέα, ο τελευταίος προχωρούσε αφενός μεν σε μια ακόμα απαγγελία απαγόρευσης εμφάνισης του δράστη σε δημόσιους χώρους (πρόρρησις) και, εφόσον υπήρχε αρκετός χρόνος μέχρι τη λήξη της θητείας του, προχωρούσε στη διεξαγωγή τριών προκαταρκτικών εξετάσεων, μία ανά μήνα (προδικασίαι). Έτσι, είναι πιθανό ο βασιλεὺς να ενημερωνόταν για τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονταν στη δίωξη, τη νομική αποτίμηση των γεγονότων από τον μηνυτή και την απάντηση του κατηγορούμενου. Με βάση το κείμενο της δίωξης, αποφάσιζε και εισήγαγε την υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο (το οποίο συνεδρίαζε σε ανοικτό χώρο) (βλ. παραπάνω 2.3.3). Στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας προέδρευε, αλλά δεν μπορούσε να συνοψίσει ή να δώσει οδηγίες στους δικαστές πριν την ψηφοφορία.

Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι ορκίζονταν για την αλήθεια των ισχυρισμών τους (διομωσίαι). Κατά τα άλλα, ίσχυαν οι ίδιοι κανόνες για την επίκληση και χρήση αποδεικτικών μέσων. Οι ποινές, που επέβαλλαν τα φονικά δικαστήρια, ήταν κυρίως δύο: θάνατος και δήμευση της περιουσίας (για περιπτώσεις ανθρωποκτονίας από πρόθεση) και εξορία (μέχρι την παροχή συγχώρεσης από τους συγγενείς του θύματος). Ο κατηγορούμενος για ανθρωποκτονία μπορούσε να αυτοεξοριστεί μετά το τέλος της απολογίας του. Δεν μπορούσε να επιστρέψει, εάν δεν του παρείχαν συγχώρεση οι συγγενείς του θύματος, ενώ, εάν επέστρεφε δίχως τη συγχώρεση, μπορούσε οποιοσδήποτε να τον σκοτώσει ατιμωρητί. Ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά νομικά επιγραφικά κείμενα αφορά τη διάταξη για την ακούσια ανθρωποκτονία του γνωστού για την αυστηρότητά του Αθηναίου νομοθέτη του τέλους του 7ου αιώνα π.Χ., του Δράκοντα (βλ. Inscriptiones Graecae, τόμος Ι, 3η έκδοση, αρ. 104).

2.8. Η απονομή της δικαιοσύνης στη Σπάρτη

Η αρχαία Σπάρτη είναι ίσως η μοναδική πόλη, εκτός από την Αθήνα, για την οποία υπάρχει κάτι περισσότερο από σκόρπιες πληροφορίες για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Για τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις γνωρίζουμε αποσπασματικά κάποιες μόνο διαστάσεις του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Παραδείγματος χάριν, για την Γόρτυνα της Κρήτης κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. γνωρίζουμε με μεγάλη λεπτομέρεια τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου (για τον γάμο, το διαζύγιο, τις κληρονομικές σχέσεις, την υιοθεσία κ.λπ.), την ύπαρξη διαφόρων αξιωματούχων (κόσμοι, τίται, νεόται) και δικαστών, οι οποίοι αποφάσιζαν, μετά από εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ελεύθερων ενήλικων πολιτών ή ορκοδοσία, και επέβαλλαν πρόστιμα. Αντίστοιχα για την Θάσο έχουμε πληροφορίες για αξιωματούχους (ἐπιστάται, ἀπολόγοι, ἀποδέκται, ἀγορανόμοι κ.λπ.) και μεμονωμένους δικαϊκούς θεσμούς (ἔμμηνοι δίκαι, δικαστικό ημερολόγιο). Αλλά δεν διαθέτουμε συγκεκριμένες πληροφορίες για τις διαδικασίες που ακολουθούνταν, τα αποδεικτικά μέσα και τον τρόπο με τον οποίο οι δικαστές αποφαίνονταν.

Στη Σπάρτη, τα όργανα απονομής της δικαιοσύνης ήταν οι δύο βασιλεῖς, η γερουσία και οι πέντε ἔφοροι. Οι δύο βασιλεῖς στα κλασικά χρόνια εκδίκαζαν και αποφαίνονταν σε υποθέσεις, που αφορούσαν γυναίκες μοναδικές κληρονόμους περιουσιών (πατρωιοῦχοι), υιοθεσίες, δημόσιους δρόμους, και, μάλλον, θρησκευτικά αδικήματα. Έχει υποστηριχθεί, ότι αυτές οι υποθέσεις είναι ό,τι απέμεινε από ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο αρμοδιοτήτων. Η κύρια δικαστική αρμοδιότητα των βασιλέων, όμως, ασκούνταν κατά τη διάρκεια των εκστρατειών, οπότε ο Σπαρτιάτης βασιλεὺς μπορούσε να καταδικάσει οποιονδήποτε στρατιώτη για δειλία ή άλλο στρατιωτικό αδίκημα. Ο βασιλεὺς ή οι βασιλεῖς δικάζονταν από την γερουσία με τη συμμετοχή των εφόρων.

Η γερουσία ήταν το ανώτατο δικαστήριο στην αρχαία Σπάρτη. Αποτελούνταν από πολίτες άνω των εξήντα ετών, που εκλέγονταν για ισόβια θητεία. Δίκαζε τις υποθέσεις μεταξύ Σπαρτιατών και ιδιαίτερα ανθρωποκτονίες και άλλες, στις οποίες επιβάλλονταν η ποινή του θανάτου, της εξορίας, της αφαίρεσης των πολιτικών δικαιωμάτων του καταδικασθέντος, και αυτή του προστίμου. Ενδεχομένως στη γερουσία να παραπέμπονταν για εκδίκαση και άλλες υποθέσεις από τους πέντε εφόρους, κατά διακριτική τους ευχέρεια. Η ακρόαση στη γερουσία περιλάμβανε την απολογία του κατηγορούμενου. Η σπαρτιατική γερουσία ήταν, τέλος, γνωστή για την καθυστέρηση, με την οποία κατέληγε σε αποφάσεις.

Σύμφωνα με τον Αθηναίο ιστορικό Ξενοφώντα οι πέντε έφοροι, οι οποίοι εκλέγονταν για θητεία ενός έτους, μπορούσαν να επιβάλλουν χρηματικές ποινές σε οποιονδήποτε παραβάτη και να επιβλέπουν την εκτέλεση της ποινής, να τιμωρούν εν ενεργεία αξιωματούχους, να τους καθαιρούν και να τους οδηγούν σε δίκη με ποινή τον θάνατο, και, τέλος, να επιβάλλουν την ποινή του θανάτου σε περιοίκους (δηλ. σε ελεύθερους κατοίκους των ορεινών και παραλιακών περιοχών, που δεν θεωρούνταν πολίτες της Σπάρτης) και ξένους. Οι έφοροι ενεργούσαν από κοινού, όταν επρόκειτο να κρίνουν υποθέσεις δημόσιου ενδιαφέροντος και αποφάσιζαν με απλή πλειονοψηφία. Αντίθετα, όταν έκριναν ιδιωτικές υποθέσεις, μπορούσαν να δικάζουν ατομικά. Οι έφοροι εκδίκαζαν τις ιδιωτικές διαφορές κάθε μέρα, επομένως κάθε καταγγέλλων θα μπορούσε να υποβάλλει την καταγγελία του κάθε μέρα σε έναν έφορο. Ιδιωτική διαιτησία καθώς και απόπειρες συμβιβασμού θα πρέπει να γίνονταν, αλλά δεν ήταν θεσμοθετημένες, όπως στην Αθήνα. Σε υποθέσεις δημοσίου ενδιαφέροντος, οι έφοροι δέχονταν τις καταγγελίες, ασκούσαν ανακριτικά καθήκοντα και, σε κάποιες περιπτώσεις, εκδίκαζαν οι ίδιοι τις υποθέσεις, αφού ο κατηγορούμενος απολογούνταν.

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για άλλους αξιωματούχους με δικαιοδοτική αρμοδιότητα, εκτός από τους ἑλλανοδίκες, που μάλλον δίκαζαν υποθέσεις μεταξύ Λακεδαιμονίων και ξένων, στη Σπάρτη και σε καιρό εκστρατείας. Σε αντίθεση με την Αθήνα, μία υπόθεση που είχε ήδη κριθεί, μπορούσε να επανέλθει για κρίση. Η θανατική ποινή εκτελούνταν είτε με ρίψη στον Καιάδα είτε με απαγχονισμό.

2.9. Η απονομή της δικαιοσύνης στον κόσμο των ελληνιστικών βασιλείων

Ελληνιστική περίοδος αποκαλείται, συμβατικά, η εποχή από τον θάνατο του Αλεξάνδρου Γ΄ (323 π.Χ.) μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Αιγύπτου (31 π.Χ.). Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τη διεύρυνση των πολιτικο-οικονομικών και κοινωνικών οριζόντων, που επέφεραν οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου Γ΄ για τους κατοίκους των ελληνικών πόλεων. Τα βασίλεια, που αποκρυσταλλώθηκαν περίπου είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του (301 π.Χ., μάχη της Ιψού μεταξύ των διαδόχων του), ενσωμάτωσαν σταδιακά τις τοπικές δικαϊκές ιδιαιτερότητες των εδαφών τους στις δικαϊκές αρχές της διοικούσας ελληνικής ελίτ και των εποίκων, που ακολούθησαν. Η κυριαρχία νέων μορφών πολιτικής οργάνωσης (βασίλεια, συμπολιτείες) είχε αντίκτυπο και στον τρόπο οργάνωσης του μηχανισμού, με τον οποίον απονεμόταν η δικαιοσύνη.

Στην ελληνική χερσόνησο, η πόλις-κράτος συνέχισε την αυτόνομη δικαϊκή λειτουργία της, παράλληλα με το μακεδονικό βασίλειο και τη σταδιακή εμφάνιση νέων μορφών δια-πολιτειακών σχηματισμών όπως η Αχαϊκή και η Αιτωλική Συμπολιτεία (εικόνα 2.31). Ενδεικτικά, εκδηλώσεις της νομοθετικής αυτονομίας αποτελούν:

  • ο νόμος για τη χρήση χάλκινων νομισμάτων από τη Γόρτυνα της Κρήτης (βλ. Inscriptiones Creticae, τόμος IV, αρ. 162 του 3ου αιώνα π.Χ.),
  • ο κανονισμός των λιμανιών από την Θάσο του 3ου αιώνα π.Χ. (βλ. Inscriptiones Graecae, τόμος XII Suppl., αρ. 348) και
  • ο νόμος για τη χρήση μέτρων και σταθμών από την Αθήνα του τέλους του 2ου αιώνα π.Χ. (βλ. Inscriptiones Graecae, τόμος II [β΄ έκδοση], αρ. 1013).

Οι καθιερωμένοι μηχανισμοί απονομής της δικαιοσύνης συνέχισαν να λειτουργούν, ενδεχομένως με κάποιες τροποποιήσεις, για να ανταποκριθούν στα δεδομένα της νέας εποχής. Για παράδειγμα, στην Αθήνα η λειτουργία δικαστηρίων μαρτυρείται επιγραφικά μέχρι και τον 2ο αιώνα. Παράλληλα, συνεχίζεται και ενισχύεται η χρήση των συμβάσεων «δικαστικής προστασίας» μεταξύ πόλεων. Σύμφωνα με αυτές, οι διαφορές μεταξύ πολιτών των συμβαλλομένων πόλεων, μπορούσαν να εκδικαστούν σε μια από τις συμβαλλόμενες πόλεις, σαν να επρόκειτο για πολίτες της ίδιας πόλης.

2.9.1. Ελληνιστικά βασίλεια

Οι δυναστείες των Ελληνιστικών μοναρχιών στην Μικρά Ασία

Στα ελληνιστικά βασίλεια υπήρχαν αυτόνομες και υποτελείς πόλεις καθώς και μια τεράστια ενδοχώρα με εμβρυακή ή καθόλου πολιτική οργάνωση, κατοικούμενη από ντόπιους πληθυσμούς. Οι υποτελείς πόλεις (είτε ιδρύθηκαν από τους βασιλείς, σύμφωνα με τις ελληνικές οργανωτικές παραδόσεις, είτε προϋπήρχαν) ήταν, κατά κανόνα, πλήρως εξαρτημένες από τον βασιλέα και μόνο ευκαιριακά ή εξαιρετικά απολάμβαναν κάποια προνόμια διοικητικής ή φορολογικής φύσης και δικαϊκή αυτονομία. Το πλαίσιο της αυτονομίας καθοριζόταν από τον βασιλιά, ο οποίος έδινε και την τελική έγκριση για τους νόμους, που θα εφαρμόζονταν στις πόλεις. Στις υπόλοιπες υποτελείς πόλεις εφαρμόζονταν οι βασιλικοί νόμοι από βασιλικούς αξιωματούχους. Οι αυτόνομες πόλεις διατήρησαν την δικαϊκή τους αυτοτέλεια χωρίς, όμως, να αγνοούν το ειδικό βάρος των βασιλικών επιθυμιών, όπως εκφραζόταν με προστάγματα ή διαγράμματα. Αντινομίες μεταξύ του δικαίου των αυτονόμων πόλεων και του «βασιλικού» δικαίου σπάνια εκδηλωνόταν, γιατί οι πόλεις φρόντιζαν να εντάξουν τις ειδικότερου χαρακτήρα «βασιλικές» ρυθμίσεις στο δικαϊκό τους οικοδόμημα. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο δικαιοταξιών συνήθως κατέληγε με την επικράτηση του βασιλικού νόμου, αλλά αυτό δεν σήμαινε την αυτόματη ακύρωση του νόμου ή των νόμων της πόλης. Απλώς, στην υπόθεση που δικαζόταν ενώπιον βασιλικών αξιωματούχων εφαρμοζόταν ο «βασιλικός» νόμος. Οι εντεταλμένοι από τον βασιλιά αξιωματούχοι είχαν διαφορετικές ονομασίες στα διάφορα βασίλεια (ἐπιστάτης στο βασίλειο των Αντιγονιδών και στο βασίλειο των Ατταλιδών, ὁ ὑπὸ τοῦ βασιλέως τεταγμένος στο βασίλειο των Σελευκιδών και οἰκονόμος στο βασίλειο των Πτολεμαίων, αλλά οι αρμοδιότητές τους εκτείνονταν πέρα από τα όρια των πόλεων, είχαν την ευθύνη διοίκησης των εδαφών και επομένως και δικαστική αρμοδιότητα, ιδιαίτερα σε θέματα που αφορούσαν το στέμμα. «Βασιλικοί» δικαστές ορίζονταν σε περιοχές εκτός των πόλεων, με κυρίως δημοσιονομικά καθήκοντα, από κοινού με τους ἐπιστάτες.

2.9.2. Συμπολιτείες

Στις συμπολιτείες (δηλ. στις ενώσεις πόλεων σε ένα είδος χαλαρής ομοσπονδίας) η απονομή της δικαιοσύνης ήταν οργανωμένη σε δύο επίπεδα: το συμπολιτειακό – ομοσπονδιακό και αυτό των πόλεων. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι ρύθμιζαν την οργάνωση και την δομή της συμπολιτείας, επέβαλαν υποχρεώσεις στις πόλεις-μέλη και νόμους σε καταστάσεις ανάγκης. Οι συμφωνίες μεταξύ της συμπολιτείας και τρίτου μέρους δέσμευαν τις πόλεις-μέλη. Οι ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι, συνήθως, δεν παρέμβαιναν στους δικαιοδοτικούς μηχανισμούς των πόλεων, παρά μόνο στο βαθμό, που μια υπόθεση ενέπιπτε στις αρμοδιότητές τους («διεθνείς» σχέσεις, άμυνα, κήρυξη πολέμου, σύναψη ειρήνης, ομοσπονδιακές λατρείες). Οι αποφάσεις των ομοσπονδιακών δικαστικών οργάνων υπερίσχυαν των αντίστοιχων των πόλεων-μελών. Διαφορές μεταξύ πόλεων-μελών της συμπολιτείας επιλύονται σε ομοσπονδιακό πλαίσιο. Οι πόλεις απευθύνονται στους αξιωματούχους της συμπολιτείας, οι οποίοι επιλέγουν την πόλη (είτε μέλος της συμπολιτείας είτε όχι) η οποία θα στείλει δικαστές (ἔκκλητος πόλις). Η πόλη-μέλος διατηρεί την αρμοδιότητα επίλυσης διαφορών (δημόσιων και ιδιωτικών) μεταξύ των κατοίκων της που δεν άπτονται των συμφερόντων της συμπολιτείας. Έτσι, για παράδειγμα, η αχαϊκή πόλη της Δύμης την περίοδο 190-146 π.Χ. επέβαλε την ποινή του θανάτου σε τρία άτομα, που κατηγορήθηκαν για ιεροσυλία και παραχάραξη νομίσματος [Rizakis (2008: αρ. 2)]. Οι διαφορές μεταξύ δύο ιδιωτών πολιτών διαφορετικών πόλεων της ίδιας συμπολιτείας επιλύονταν είτε με βάση διμερείς συμφωνίες είτε μέσω της κλήσης «προσκεκλημένων» δικαστών. Ο ιστορικός Πολύβιος περιγράφει την άνοδο της Αχαϊκής Συμπολιτείας τον 3ο αιώνα π.Χ. στις Ιστορίες του, κεφ. 2 παρ. 41-43, ενώ μια αποσπασματική επιγραφή (βλ. Inscriptiones Graecae τόμος V τεύχος 2, αρ. 344), η οποία χρονολογείται μετά το 234 π.Χ., περιγράφει τους όρκους που έδωσαν οι εκπρόσωποι της Αχαϊκής Συμπολιτείας και οι Ορχομένιοι της Αρκαδίας, όταν οι τελευταίοι προσχώρησαν στη Συμπολιτεία.

2.9.3. «Προσκεκλημένοι» δικαστές

Το νέο στοιχείο, χαρακτηριστικό της περιόδου, είναι η εκτεταμένη χρήση του θεσμού των «προσκεκλημένων» δικαστών (μετάπεμπτοι δικασταί) από μια «προσκεκλημένη» πόλη (ἔκκλητος πόλις). Εμφανίζονται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. και φαίνεται να λειτουργούν μέχρι και τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ. Επρόκειτο για ομάδες πολιτών (συνήθως άτομα επίλεκτα και με κύρος), τους οποίους έστελνε μία πόλη σε μία άλλη, είτε γειτονική της είτε μακρινή, μετά από αίτηση της τελευταίας. Μερικές φορές, μπορεί οι «προσκεκλημένοι» δικαστές να προέρχονταν από διαφορετικές πόλεις. Έτσι, γύρω στο 280 π.Χ. «προσκεκλημένοι» δικαστές από τις μικρασιατικές πόλεις της Μύνδου, της Μιλήτου και της Αλικαρνασσού επέλυσαν διαφορές από συμβόλαια στη Σάμο (βλ. Inscriptiones Graecae τόμος XII, τεύχος 6, αρ. 95). Σκοπός τους ήταν η απόφαση επί ιδιωτικών ή δημόσιων διαφορών, που είχαν ανακύψει είτε από συμβόλαια είτε από αδικοπραξίες και για κάποιο λόγο ο υπάρχων δικαιοδοτικός μηχανισμός αδυνατούσε να τις εκδικάσει. Η αδυναμία εκδίκασης οφειλόταν, συνήθως, σε κάποιο εξαιρετικό γεγονός, το οποίο εμπόδιζε την ομαλή απονομή της δικαιοσύνης. Μερικές φορές, μάλιστα, ήταν οι ίδιοι οι βασιλείς, που επέλεγαν αυτήν την λύση, με στόχο να εξασφαλίσουν την τάξη και την σταθερότητα.

Η διαδικασία πρόσκλησης ξεκινούσε με απόφαση της συνέλευσης των πολιτών να προσκαλέσει δικαστές, προσδιορίζοντας ποιες υποθέσεις θα κρίνουν και σε ποια πόλη θα απευθυνθούν. Στη συνέχεια, έστελναν μια επιτροπή (πρεσβεία), να υποβάλλει το αίτημα και να οδηγήσει (δικασταγωγὸς) τους «προσκεκλημένους» δικαστές στην πόλη, εγγυώμενη την ασφάλεια τους. Η διάρκεια της παραμονής των δικαστών δεν προσδιοριζόταν και υπάρχουν περιπτώσεις, όπου τους ζητήθηκε να παρατείνουν την παραμονή τους. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους, οι «προσκεκλημένοι» δικαστές συνεργάζονταν με τους αρμόδιους αξιωματούχους της πόλης, οι οποίοι φρόντιζαν για όλες τις λεπτομέρειες της διαδικασίας. Οι «προσκεκλημένοι» δικαστές συνηθέστατα τιμούνταν με στεφάνια και τιμητικά ψηφίσματα από την πόλη, που τους προσκάλεσε, για την εύρυθμη εκτέλεση των καθηκόντων τους. Χάρη σε αυτά τα ψηφίσματα (σώζονται περίπου 300, άλλα πλήρη και άλλα αποσπασματικά) γνωρίζουμε σε γενικές γραμμές την δραστηριότητα αυτών των δικαστών.

Σε πρώτη φάση, οι «προσκεκλημένοι» δικαστές επεδίωκαν να συμφιλιώσουν ή να συμβιβάσουν τους διαδίκους. Εφόσον αυτό αποτύχαινε, τότε προχωρούσαν στην εκδίκαση της υπόθεσης και, αφού άκουγαν τα επιχειρήματα των διαδίκων, προχωρούσαν στην έκδοση απόφασης με βάση το δίκαιο της πόλης που τους είχε καλέσει. Οι αποφάσεις των «προσκεκλημένων» δικαστών θεωρούνταν τελεσίδικες. Οι ποινές, που επιβάλλονταν, δεν διαφοροποιούνταν δραματικά από τις ήδη υπάρχουσες. Η προσφυγή στον βασιλιά εναντίον απόφασης δικαστικού οργάνου της πόλης λειτουργούσε ως δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας.

Έχει παρατηρηθεί, ότι ο θεσμός των «προσκεκλημένων» δικαστών χρησιμοποιείται από τις αυτόνομες πόλεις των βασιλείων σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους, ακόμα και σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, όπου η προσφυγή στην βασιλική εξουσία θα ήταν ελκυστική αλλά και απειλητική, αλλά ποτέ σε υποτελείς και σε ανεξάρτητες πόλεις, όπως η Αθήνα και η Ρόδος. Χαρακτηριστικό στοιχείο της συνέχειας με την κλασική περίοδο είναι ότι διατηρούνται τόσο ο «ερασιτεχνικός» χαρακτήρας των δικαστών όσο και το πολυμελές στοιχείο. Η πρόσκληση δικαστών δεν πρέπει να θεωρείται ως ένδειξη αποτυχίας του υπάρχοντος συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, αλλά μάλλον ως αδυναμία να ανταποκριθεί σε συνθήκες πίεσης.

2.9.4. Ελληνιστική Αίγυπτος

Η Αίγυπτος στα ελληνιστικά χρόνια ήταν υπό την εξουσία της δυναστείας που ίδρυσε ο Πτολεμαίος, στρατηγός του Αλεξάνδρου Γ΄, το 305 π.Χ. Οι νέοι κυρίαρχοι σεβάστηκαν τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες των Αιγυπτίων αλλά ταυτόχρονα ενίσχυσαν με ποικίλα μέσα τους εποίκους (Έλληνες, Ιουδαίους και άλλους) που εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο, συνήθως ως στρατιώτες στην υπηρεσία του βασιλιά. Η μεγάλη μάζα των Αιγυπτίων ζούσαν στην ύπαιθρο, ενώ οι έποικοι συγκεντρώθηκαν κυρίως στις τρεις πόλεις ελληνικού τύπου (Αλεξάνδρεια, Ναύκρατις, Πτολεμαΐς) και σε άλλα αστικά κέντρα. Χάρη στους παπύρους διαθέτουμε έναν ανεκτίμητο πλούτο πληροφοριών για την οργάνωση της οικονομίας, της διοίκησης, της κοινωνίας και του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης.

Ο βασιλιάς ήταν ο ανώτατος δικαστής της χώρας. Ο ίδιος με τη βοήθεια της γραμματείας του δίκαζε μόνο εκείνες τις υποθέσεις που αφορούσαν τα βασιλικά εισοδήματα και την προσβολή του προσώπου του βασιλιά. Όλες οι υπόλοιπες υποθέσεις εκδικάζονταν από κατώτερα δικαστήρια, μονοπρόσωπα ή συλλογικά όργανα απονομής της δικαιοσύνης.

Τα συλλογικά δικαστήρια που λειτουργούσαν στην Αίγυπτο (εκτός από τις τρεις αυτόνομες πόλεις) ήταν τα εξής:

  • Οι λαοκρίται, δικαστήριο που καταγόταν από την περίοδο των Φαραώ. Τον 3ο αιώνα π.Χ. ο στρατηγός επέβλεπε τη λειτουργία του δικαστηρίου και όριζε τις υποθέσεις, που θα εξέταζε. Τον 2ο αιώνα π.Χ. αποτελούνταν από τρεις ιερείς και έναν εἰσαγωγέα.
  • Οι χρηματισταί, δικαστήριο που ίδρυσε ο Πτολεμαίος Β΄ ο επονομαζόμενος Φιλάδελφος (283-245 π.Χ). Περιόδευε σε όλη την Αίγυπτο, συνεδρίαζε στις μεγάλες πόλεις και δίκαζε διαφορές αστικού αλλά και φορολογικού χαρακτήρα και υποθέσεις που αφορούσαν βασιλική περιουσία. Αποτελούνταν από τρία μέλη που διόριζε ο βασιλιάς με καθορισμένη θητεία, έναν εἰσαγωγέα και ένα εκτελεστικό όργανο.
  • Το κοινοδίκιον, δικαστήριο που ιδρύθηκε στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. για την εκδίκαση ιδιωτικών υποθέσεων.

Στις αυτόνομες πόλεις (Αλεξάνδρεια, Ναύκρατις και Πτολεμαΐδα) υπήρχαν δικαστήρια αποτελούμενα από δέκα δικαστές και έναν εἰσαγωγέα.

Τέλος, υπήρχαν και οι αξιωματούχοι που ήταν επιφορτισμένοι με την επίλυση διαφορών, που αναφύονταν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους. Ανάμεσα σε αυτούς, ιδιαίτερη θέση κατέχει ο στρατηγός, ο οποίος ήταν επικεφαλής μιας διοικητικής ενότητας, που ονομαζόταν νομός. Ο στρατηγός είχε εκτεταμένες αστυνομικές και δικαστικές αρμοδιότητες, που αφορούσαν προκαταρκτικές δικαστικές διαδικασίες (κυρίως την εισαγωγή υποθέσεων για εκδίκαση από το αρμόδιο δικαστήριο) και την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, είχε περιορισμένη ποινική και πειθαρχική διαδικασία, ενώ ενεργούσε και ως διαιτητής σε ιδιωτικές διαφορές.

Παραμένει, όμως, το ερώτημα, πώς μοιράζονταν οι υποθέσεις ανάμεσα στα δικαστήρια, ή αλλιώς, ποιοι ήταν οι κανόνες για την καθ’ ύλη αρμοδιότητα των δικαστηρίων.

Κατά τους δύο πρώτους αιώνες, οι Αιγύπτιοι έλυναν τις διαφορές τους προσφεύγοντας σε Αιγύπτιους δικαστές (λαοκρίται), οι οποίοι εφάρμοζαν τους αιγυπτιακούς κανόνες δικαίου. Οι Έλληνες κατέφευγαν στο δικαστήριον, ενώ σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ Αιγυπτίων και Ελλήνων, αρμόδιο να αποφασίσει ήταν ένα ιδιαίτερο δικαστήριο που ονομαζόταν κοινοδίκιον.

Το σύστημα αυτό μεταρρυθμίστηκε ριζικά το 118 π.Χ. με ένα διάταγμα (πρόσταγμα) του βασιλιά Πτολεμαίου Ευεργέτη Β´. Στο εξής, το εφαρμοστέο δίκαιο, η νομική βάση για την επίλυση των διαφορών, δεν θα ήταν η εθνικότητα των διαδίκων (αρχή της προσωπικότητας) αλλά η γλώσσα, στην οποία ήταν γραμμένο το επίδικο έγγραφο. Έτσι, όταν το έγγραφο ήταν γραμμένο στα ελληνικά, αρμόδιο ήταν το δικαστήριο των χρηματιστῶν, ακόμα και εάν οι συμβαλλόμενοι ήταν Αιγύπτιοι. Αν το επίδικο έγγραφο ήταν συνταγμένο στα αιγυπτιακά, τότε αρμόδιο ήταν το δικαστήριο των λαοκριτῶν, ακόμα και εάν οι συμβαλλόμενοι ήταν Έλληνες. Οι πληθυσμοί, που ασχολούνταν με την καλλιέργεια των βασιλικών εκτάσεων γης και των μονοπωλιακά παραγομένων προϊόντων (όπως έλαια, σουσάμι, καστορέλαιο, λινάρι, μέταλλα, λατομεία, πάπυρος), υπάγονταν στην αρμοδιότητα των αντίστοιχων διοικητικών οργάνων. Ο δικαιοδοτικός ρόλος των αξιωματούχων αυτών ενισχύθηκε κατά τον 1ο αιώνα π.Χ., όταν ατόνησε η λειτουργία των παραπάνω δικαστηρίων. Οι τρεις ελληνικού τύπου πόλεις διατήρησαν κάποιου είδους αυτονομία.

2.9.5. Περίγραμμα της απονομής της δικαιοσύνης στα ελληνιστικά χρόνια

Όπως και στα κλασικά χρόνια, πρόσβαση στον μηχανισμό απονομής της δικαιοσύνης είχαν οι πολίτες μιας πόλης, οι πολίτες άλλων πόλεων που είχαν συνάψει συμφωνίες «δικαστικής προστασίας», και οι πολίτες άλλων πόλεων, που τους είχε απονεμηθεί η πολιτεία ή η προξενία. Οι γυναίκες και τα παιδιά μπορούσαν να παρίστανται μέσω των ανδρών κυρίων τους, οι επί μακρόν διαμένοντες ξένοι (μέτοικοι), μέσω του πολίτη προστάτη τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις και οι στρατιωτικοί-μέλη φρουρών, μπορούσαν να χρησιμοποιούν τον μηχανισμό αυτό. Οι ιθαγενείς κάτοικοι της υπαίθρου, γνωστοί ως πάροικοι ή περίοικοι, δεν θεωρούνταν πολίτες, και η εκδίκαση διαφορών μεταξύ τους ανήκε στις αρμοδιότητες των βασιλικών αξιωματούχων. Οι ξένοι πολίτες πόλεων χωρίς σύμφωνο «δικαστικής προστασίας», μπορούσαν να καταφύγουν σε κάποιον αρμόδιο αξιωματούχο για οποιαδήποτε διαφορά με πολίτη ή ξένο. Οποιοσδήποτε πολίτης ή συλλογικότητα μπορούσε να υποβάλει προσφυγή, να ασκήσει αγωγή ή να εναχθεί, υποβάλλοντας γραπτή καταγγελία στον αρμόδιο αξιωματούχο και καλούσε τον καταγγελλόμενο να παρουσιαστεί ενώπιον του αξιωματούχου. Ο αξιωματούχος εξέταζε, εάν κλήθηκε νόμιμα ο αντίδικος, εάν ήταν νόμιμη η καταγγελία, και προσπαθούσε να συμφιλιώσει ή να συμβιβάσει τους διαδίκους. Στην ακροαματική διαδικασία, οι διάδικοι υποστήριζαν τις θέσεις τους αυτοπροσώπως, παρουσίαζαν και υποστήριζαν τις αξιώσεις τους με αποδεικτικά στοιχεία, όπως έγγραφα από τα αρχεία της πόλης και μαρτυρίες.

2.10. Η απονομή της δικαιοσύνης στις ελληνόφωνες επαρχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

Η Ρώμη ήδη πριν από τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. διαδραμάτιζε βαρύνοντα ρόλο στον ανταγωνισμό των ελληνιστικών βασιλείων και συμπολιτειών για κυριαρχία στην ελληνική χερσόνησο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι στρατιωτικές της δυνάμεις κατέλυσαν διαδοχικά το Μακεδονικό Βασίλειο (Πύδνα, 168 π.Χ.) και την Αχαϊκή Συμπολιτεία (Λευκόπετρα, 146 π.Χ.), ενώ το 133 π.Χ. η ρωμαϊκή Σύγκλητος αποδέχθηκε ασμένως την κληροδοσία του βασιλείου της Περγάμου από τον Άτταλο Γ΄. Η κληροδοσία διασώζεται σε επιγραφή, που δημοσιεύτηκε στη συλλογή Orientis Graecis Inscriptionum Supplementum αρ. 338. Εκατό χρόνια αργότερα, μετά τη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ., ο Οκταβιανός κατέκτησε και το τελευταίο ανεξάρτητο βασίλειο στην ανατολική Μεσόγειο, το βασίλειο των Πτολεμαίων.

Η επέκταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη διαφορετικών τρόπων ενσωμάτωσης των πόλεων και της επικράτειας των βασιλείων στη ρωμαϊκή διοικητική δομή και πρακτική. Αυτή η ποικιλία οδήγησε στην ανάπτυξη δύο διαφορετικών καθεστώτων: πόλεις κατακτημένες και υποτελείς στη δικαιοδοσία του Ρωμαίου διοικητή και πόλεις που συμμάχησαν με τους Ρωμαίους και διατήρησαν την δικαϊκή τους αυτονομία. Οι περιοχές, όπου έμεναν οι ντόπιοι αγροτικοί πληθυσμοί, πέρασαν απευθείας στη δικαιοδοτική αρμοδιότητα των ρωμαϊκών διοικητικών αρχών. Η Ρώμη διαίρεσε τις κατακτημένες περιοχές σε επαρχίες (επαρχία της Μακεδονίας, επαρχία της Αχαΐας, επαρχία της Ασίας, κ.λπ.) υπό την διοίκηση ανθυπάτων, οι οποίοι αποτελούσαν την ανώτατη στρατιωτική, διοικητική, φορολογική (μαζί με τους procuratores-ανθυπάτους) και δικαϊκή αρχή. Οι ανθύπατοι είχαν ήδη διατελέσει ύπατοι στη Ρώμη και διορίζονταν για διάστημα ενός έτους στην διοίκηση των επαρχιών. Για την οργάνωση και διοίκηση των επαρχιών συνήθως εκπονούνταν ένα διάταγμα που ονομαζόταν επαρχικό ηδίκτο (edictum provincialis).

Ο Ρωμαίος διοικητής ασκούσε το δικαιοδοτικό του έργο περιοδεύοντας στην επαρχία του, η οποία διαιρούνταν σε διοικητικές περιφέρειες (conventus). Μια φορά τον χρόνο οργανώνονταν δικαστικές συνεδρίες σε σημαντικές πόλεις της επαρχίας του, όπου, βοηθούμενος από συνεργάτες του και εκπροσώπους της τοπικής κοινωνίας (consilium), μπορούσε να κρίνει ο ίδιος ή να ορίζει τρίτους ως δικαστές (ξενοκρίται) για υποθέσειςμεταξύ Ρωμαίων και ξένων. Η εκδίκαση υποθέσεων μπορούσε να ανατεθεί σε σώματα δικαστών που επιλέγονταν από καταλόγους πολιτών κάθε πόλης. Στη δικαιοδοτική αρμοδιότητα του Ρωμαίου διοικητή ενέπιπταν κατ’ αρχήν όλες οι διαφορές μεταξύ Ρωμαίων πολιτών. Μπορούσε, επίσης, να επιβάλλει ποινές, και ιδιαίτερα την ποινή του θανάτου. Η απονομή της ρωμαϊκής πολιτείας σε μη Ρωμαίους είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή επέκταση του πεδίου εφαρμογής του Ρωμαϊκού Δικαίου. Μετά το 212 μ.Χ. και την απόδοση της ρωμαϊκής πολιτείας στο σύνολο των ελεύθερων κατοίκων της αυτοκρατορίας (βλ. παρακάτω, 5.4.1. και 7.1.5), η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του Ρωμαίου διοικητή περιλάμβανε το σύνολο των ελεύθερων κατοίκων.

Όπως είναι φυσικό, ο Ρωμαίος διοικητής εφάρμοζε τους κανόνες του Ρωμαϊκού Δικαίου. Η διαδικασία εκδίκασης ξεκινούσε με την κατάθεση αίτησης σε κάποιον Ρωμαίο αξιωματούχο. Εφόσον γινόταν δεκτή η αίτηση, καλούνταν ο εναγόμενος και η υπόθεση συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο των υποθέσεων που θα έκρινε ο Ρωμαίος διοικητής ή θα την παρέπεμπε για εκδίκαση σε άλλο όργανο. Ο εναγόμενος θα έπρεπε να παρίσταται στην πόλη, όπου έδρευε το δικαστήριο, αν και δεν έλειπαν οι αναβολές εκδίκασης. Κατά την ακρόαση των διαδίκων από τον Ρωμαίο διοικητή, οι διάδικοι μπορούσαν να μισθώσουν τις υπηρεσίες κάποιου ειδικευμένου ατόμου. Αν δεν υπήρχε συνήγορος, ο Ρωμαίος διοικητής όριζε έναν σε όποιον το ζητούσε και ιδιαίτερα σε γυναίκες και ανήλικα παιδιά. Η απόφαση του διοικητή ή του οργάνου, στο οποίο είχε παραπεμφθεί η υπόθεση, καταχωριζόταν στα δημόσια αρχεία της πόλης.

Στις ελεύθερες/σύμμαχες πόλεις (civitates liberae/foederatae) είχε διατηρηθεί ο μηχανισμός απονομής της δικαιοσύνης με τα δικαστήρια και το σύνολο των εφαρμοζόμενων νόμων.

Eικόνα εξωφύλλου

Cicero Denounces Catiline (1888)_wikiwand