Φιλοσοφία τῆς Ζωῆς – Κεφάλαιο Γ’: «Τύποι αντιλήψεως της ζωής»

στις

Ιωάννης Συκουτρής

Τρία μαθήματα εἰς τὴν ἐλευθέραν σχολὴν κοινωνικῆς προνοίας

Φιλοσοφία τῆς Ζωῆς – Κεφάλαιο τρίτο – Τύποι αντιλήψεως της ζωής


Εἰς τὰ προηγούμενα μαθήματα προσεπάθησα νὰ δείξω ἀναλυτικῶς τί ἐννοοῦμεν ὃταν ἀναφέρωμεν τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς καὶ ὃταν ὁμιλοῦμεν περὶ Εὐτυχίας. Σᾶς παρουσίασα τὰ λογικὰ καὶ ἀξιολογικὰ πλαίσια μόνον, ἐντὸς τῶν ὁποίων κινοῦνται οἱ ἂνθρωποι, ὃταν στοχάζωνται ἢ καὶ ζοῦν ἐμπράκτως τὰς ἐννοίας αὐτάς. Καιρὸς εἶναι αὐτὰ τὰ πλαίσια νὰ γεμίσουν κάπως μὲ περιεχόμενον οὐσιαστικώτερον, νὰ ἐμφανίσουν δηλαδὴ συνθετικῶς, εἰς τὴν συγκεκριμένην καὶ πολύχρωμον πραγματικότητά των, καὶ τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς καὶ τὴν Εὐτυχίαν. Θὰ χρησιμοποιήσω πρὸς τοῦτο τὴν μέθοδον τῶν ἰδεατῶν τύπων, τὴν μόνην μέθοδον μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἠμποροῦσε νὰ σωθῇ μέσα εἰς τὴν σκέψιν, ἡ ὁποία εἶναι κατ᾽ ἀνάγκην τοῦ καθόλου νόησις, τὸ μεγαλύτερον δυνατὸν μέρος ἀπὸ τὴν ποικιλίαν καὶ τὴν ζωηρότητα τῆς ρευστῆς, ἀνεξαντλήτου εἰς λεπτομερείας, αἰσθητῆς πραγματικότητος. Εἰς ἓξ τύπους θὰ προσπαθήσω νὰ ταξινομήσω τὰς διαφορετικὰς λύσεις, προσωπικὰς πάντοτε, τὰς ὁποίας δίδουν, συνειδητὰ ἢ καὶ πολλάκις χωρὶς ἐπίγνωσιν, οἱ ἂνθρωποι εἰς τὸ πρόβλημα τῆς εὐτυχίας των.

Θὰ εἶναι τύποι ἰδεατοί: αὐτὸ σημαίνει πὼς θὰ εἶναι τύποι ὂχι ἀρνητικοί, ἀλλὰ θετικοί, τύποι εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐμφανίζετ᾽ ἡ Ζωὴ ὂχ᾽ ὑπὸ τὴν ἀδιάπλαστον, ἀντιπνευματικήν της μορφήν, ἀλλ᾽ ὡς προϊὸν ἐξιδανικεύσεως, τῆς προσπαθείας δηλαδὴ νὰ προχωρήσῃς ἀπὸ τὴν ὠμὴν διαπίστωσιν τῶν γεγονότων εἰς τὴν ἑρμηνείαν των, εἰς τὴν ἀνεύρεσιν κάποιου συνειδητοῦ ἢ λανθάνοντος νοήματος ἐκεῖ μέσα. Ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑτέρου θὰ εἶναι ἰδεατοὶ καὶ θὰ εἶναι τύποι, ὑπὸ τὴν ἒννοιαν ὃτι ἒτσι ἀκριβῶς δὲν συναντῶνται εἰς τὴν Ζωήν, ὃτι ἀποδίδουν τὴν πραγματικότητα κατὰ προσέγγισιν μόνον, καὶ μὲ κάποιαν ἁπλοποίησιν ἡ ὁποία διακρίνει τὸ οὐσιῶδες καὶ τὸ ὀργανικὸν μέσ᾽ ἀπὸ τὰ πολυσύνθετα καὶ περίπλοκα συμπλέγματα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζεται κάθε ἀτομικὴ περίπτωσις. Διότι οὒτε καθαροί, οὒτε μὲ τὴν ἰδίαν ἒντασιν ἀπαντοῦν εἰς τὴν Ζωὴν οἱ ἓξ αὐτοὶ τύποι, ἀλλ᾽ οὒτε καὶ ἂμμεικτοι μεταξύ των. Τὸ συνηθέστερον εἶν᾽ ὁ συμφυρμὸς διαφόρων χαρακτηριστικῶν, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν πότε εἰς τὸν ἓνα καὶ πότε εἰς τὸν ἂλλον τύπον.

Ἡ διάκρισις αὐτὴ τῶν τύπων δὲν ἒγινεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελικῶν σκοπῶν (τοῦ περιεχομένου των δηλαδή) τοὺς ὁποίους ζητοῦν νὰ πραγματοποιήσουν οἱ ἐκπρόσωποί των. Δὲν ἒγινε κατὰ τὰς διαφόρους ἀξίας, αἱ ὁποῖαι κατέχουν ἑκάστοτε τὴν δεσπόζουσαν θέσιν εἰς τὸν ἓνα ἢ εἰς τὸν ἂλλον τύπον. Ὡς βάσις ἐλήφθη ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον τὰς ἰδίας ἀκριβῶς ἀξίας πραγματοποιεῖ ἢ ἐφαρμόζ᾽ εἰς τὴν ζωήν του ὁ κάθε τύπος, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τὰς δικαιολογεῖ μέσα του λογικῶς καὶ ἠθικῶς, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τὰς αἰσθάνεται, τὰς ἐξηγεῖ καὶ τὰς ζῇ. Ὁ ἰδιαίτερος τόνος καὶ ὁ ἰδιαίτερος χρωματισμὸς τῆς Ζωῆς, ὂχι τὸ ἀξιολογικόν της περιεχόμενον, τὸ ὁποῖον συμπίπτει σχεδὸν εἰς ὃλους τοὺς τύπους —αὐτὸ, νομίζω, εἶναι τὸ περισσότερον ἐνδιαφέρον εἰς τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀντιλήψεων τῆς Ζωῆς. Τὸ ἦθοςκαὶ ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων, λέγει ὁ Ἡράκλειτος— τὸ ἦθος χωρὶς καμμίαν ἠθικολογικὴν ἀπόχρωσιν, ἀλλ᾽ ὡς τὸν ἑνιαῖον καὶ οὐσιώδη ψυχικὸν ρυθμὸν τοῦ ζῆν, τὸ πῶς τῆς ζωῆς, ὂχι τὸ τί —αὐτὸ ἠθέλησα διὰ τῆς διακρίσεως τῶν ἓξ διαφορετικῶν τύπων νὰ συλλάβω καὶ νὰ ἐκφράσω.

Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν διαφόρων ἀντιλήψεων τῆς Ζωῆς δὲν ὑπάρχει καμμία ἀξιολογικὴ διαβάθμισις. Ὃλοι οἱ τύποι εἶν᾽ ἀξιολογικῶς σημαντικοί, μὲ ὃλας τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ζωῆς ἠμπορεῖ ὁ ἂνθρωπος νὰ ζήσῃ πλούσια, ἒντονα, γόνιμα, ὡραῖα. Τί νόημ᾽ ἂλλωστε θὰ εἶχε μία ἀξιολογικὴ διαβάθμισις εἰς ἓνα ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἂνθρωπος κατὰ βάθος δὲν εἶν᾽ ἐλεύθερος;

Διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς μοίρας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὴν μοῖραν του κανεὶς δὲν τὴν διαλέγει· ἐκείνη τὸν διαλέγει. Ἐκείνη προϋπάρχει τοῦ ἀτόμου, καὶ προσδιορίζει τὴν ὓπαρξίν του αὐτή. Ἐλεύθερος εἶν᾽ ὁ ἂνθρωπος ὂχι νὰ ἐκλέξῃ τὴν μοῖραν του, τὴν γραμμὴν δηλαδὴ τῆς κατευθύνσεώς του. Ἐκλέγει κανεὶς ὃ,τι νοεῖ· ἐνῷ ἡ μοῖρα τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι πρᾶξις νοήσεως· ἑδρεύει εἰς τὸ αἷμα καὶ τοὺς χυμοὺς τῆς ζωῆς του. Ἐλεύθερος εἶναι εἰς τὸ νὰ γνωρίσῃ καὶ νὰ διαπλάσῃ μόνον τὴν μοῖραν του. Ν᾽ ἀναγνωρίσῃ πρῶτα-πρῶτα τὶ εἶν᾽ ὁ ἲδιος καὶ πρὸς τί ὠς προσωπικότης εἶναι προωρισμένος. Νὰ διαμορφώσῃ ἒπειτα τὴν ζωήν του, ὣστε νὰ προβάλλῃ τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του καθαρώτερα, φωτεινότερα, περισσότερον ὁλοκληρωτικόν, μὲ περισσοτέραν λογικὴν συνέπειαν καὶ περισσοτέραν ἠθικὴν ὡραιότητα. Καὶ τέλος νὰ ἐννοήσῃ τὴν μοῖραν του, νὰ ὑποταχθῇ εἰς αὐτὴν, νὰ εὓρῃ εὐχαρίστησιν εἰς αὐτὴν, νὰ τὴν ἀγαπήσῃ. Amor fati, ἒρως τῆς μοίρας —αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸν μιᾶς φιλοσοφημένης, πλουσίας εἰς βάθος στοχασμοῦ καὶ βάθος συναισθήματος, ψυχῆς. Αὐτὸ εἶν᾽ ἐπίσης ἐκεῖνο, ποὺ ἐπιδιώκει ἡ σύντομος παρουσίασις τῶν διαφόρων τύπων καὶ ἀντιλήψεως τῆς Ζωῆς, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνω. [Περισσότερον διεξοδικὸς θὰ εἶμαι εἰς τὴν παρουσίασιν τοῦ ἡρωικοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸ ὀφείλεται καὶ εἰς ἂλλους λόγους, καὶ εἰς τὸ γεγονός ὃτι τὸ ἡρωικὸν στοιχεῖον εἰς τὴν σημερινὴν κοινωνίαν προβάλλει σπανιώτερα, καὶ εἶναι διὰ τοῦτ᾽ ὀλιγώτερον γνωστόν· δι᾽ αὐτὸν τὸν λόγον ἒπρεπε καὶ νὰ τὸ περιγράψω καὶ νὰ τὸ ἐξάρω περισσότερον.]

1. Ἡ θρησκευτικὴ ἀντίληψις τῇς ζωῇς

Κατ᾽ αὐτὴν κέντρον τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶν᾽ ἡ ἐπίγειος διαβίωσίς του, ἡ φθαρτή, παροδικὴ καὶ ὀλιγοχρόνιος· εἶναι ἡ μετὰ θάνατον Ζωή, μὲ τὴν σταθερότητα καὶ τὴν αἰωνιότητά της. Εἰς αὐτὴν καὶ μόνην συναντῶνται καθαροί, χωρὶς καμμίαν πρόσμειξιν πρὸς συμπτωματικότητας, μὲ ἀπόλυτον ἀναγκαιότητα, οἱ λογικοὶ καὶ ἠθικοὶ νόμοι, ποὺ ἒθεσεν ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου· εἰς αὐτὴν βασιλεύει καὶ μόνην ἡ ἀπόλυτος δικαιοσύνη. Ἐντεῦθεν καὶ ἐξ᾽ αὐτῆς πρέπει ν᾽ ἀντλῇ τὸ νόημά της ἡ ἐπίγειος Ζωή, ὂχι τἀνάπαλιν. Αὐτὴ εἶν᾽ ὁ σκοπός, πρὸς τὸν ὁποῖον τείνομεν κατὰ τὰ ὀλίγα χρόνια ποὺ θὰ ζήσωμεν, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τείνωμεν. Αὐτὴ ἐπομένως (καὶ αἱ ἀξίαι της) ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἀπόλυτον κριτήριον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ κριθῇ ὁριστικῶς κάθε γήινον, γενικῶς ἡ ἀξία τῆς ἐδῶ Ζωῇς, τῆς γεμάτης ἀπὸ σχετικότητας, ταλαντεύσεις καὶ δυσαρμονίας.

Ἡ ἐπίγειος Ζωὴ εἶν᾽ ἁπλῶς προπαρασκευὴ καὶ ἂσκησις, μία θητεία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ ὁ ἂνθρωπος, μία δοκιμασία, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ, διὰ νὰ καταστῇ ἂξιος τῆς Ζωῆς ἐκείνης εἰς ὃ,τι λαμπρός, αἰωνίως πλέον καὶ ἀναλλοιώτως λαμπρόν, περιέχει. Αὐτὸ τὸ νόημα ἒχουν τὰ ἒργα τῆς καλωσύνης καὶ τῆς δικαοσύνης, αἱ πράξεις αὐτοθυσίας, ἡ συμμόρφωσις πρὸς τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπεκάλυψε καὶ τὴν ὓπαρξιν καὶ τὴν ἀνωτερότητα τῆς μελλούσης Ζωῆς, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ κατανέμῃ κατ᾽ ἰδίαν κρίσιν εἰς ἓκαστον τὸ εἶδος τῆς μεταθανατίου Ζωῆς ποὺ τοῦ ἀνήκει.

Κατὰ ταῦτα, ἡ ἀντίληψις αὐτὴ δὲν κηρύσσει, ὃπως συνήθως πιστεύεται, τὴν ἀδράνειαν καὶ τὴν ἀποχὴν ἀπὸ πάσης ἐπιγείου δραστηριότητος. Ἀντιθέτως, τὴν ἐπιβάλλει ὡς ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν πάσης εὐδαιμονίας μετὰ θάνατον, καὶ θεωρεῖ ἀνάξιον τὸ δοῦλον ἐκεῖνον τοῦ Θεοῦ, ὃν εὑρῄσει ρᾳθυμοῦντα, ὃταν θὰ ἒλθῃ ὁ Νυμφίος, διὰ νὰ φέρῃ τὴν χαρὰν τῆς λυτρώσεως. Εἶν᾽ ἐπομένως μία ἀντίληψις τῆς Ζωῆς ὂχι αρνητική, ἀλλά θετική. Κηρύσσει ὂχι τὴν φυγὴν ἀπὸ τὸν κόσμον οὒτε τὴν ἀπραξίαν ἐντὸς αὐτοῦ καὶ τὴν δι᾽ αὐτῆς ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἡ δρᾶσις. Ἓνα κήρυγμα δράσεως εἶναι τοὐναντίον, ἐξωτερικῶς πρὸς ἒργ᾽ ἀρετῆς, ἐσωτερικῶς, πρὸς προετοιμασίαν τῆς ψυχῆς διὰ τὴν αἰωνιότητα.

Ἂν φαίνεται ὃτι λαμβάνει ἀρνητικὴν στάσιν ἀπέναντιν τοῦ κόσμου τούτου, εἶναι διότι ἀναζητεῖ καὶ ἀνευρίσκει ἒξω τοῦ κόσμου τούτου, τὰ κριτήρια, τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμά, μὲ τὰ ὁποῖα θ᾽ ἀξιολογήσῃ τὴν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ὓπαρξιν καὶ ἐνέργειαν. Ὑπ᾽ αὐτὴν μόνην τὴν ἒννοιαν, ὃτι ὁ κόσμος καὶ ἡ ἀνθρωπίνη ψυχὴ δὲν ἠμποροῦν ἐξ ἑαυτῶν νὰ προσφέρουν τὰ κριτήρια τῆς ἰδίας των ἀξιολογήσεως, ὃτι τὰ κοσμικά, τ᾽ ἀνθρώπινα κριτήρια εἶν᾽ ἐφήμερα καὶ πλανερὰ —ἠμποροῦμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν τὴν ἐσχατολογικὴν αὐτὴν ἂποψιν τῆς Ζωῆς ὡς ἀρνητικήν.

2. Ἡ μηδενιστικὴ ἀντίληψις τῆς ζωῆς

Ἀπολύτως καὶ ριζοσπαστικῶς ἀρνητικὴ εἶναι ἡ μηδενιστικὴ ἂποψις, ἡ ὁποία ὡλοκληρωμένη μᾶς ἐμφανίζεται κυρίως εἰς τὸν Βουδδισμόν. Κατὰ τὴν θρησκευτικὴν καὶ ἐσχατολογικὴν ἀντίληψιν ὑπάρχουν πράξεις, ἐπιθυμίαι, ἡδοναὶ καὶ νόμιμοι καὶ ἠθικαί, μὴ ἀντικείμενα δηλαδὴ εἰς τὸ βαθύτερον νόημα καὶ τὰς ἀνωτέρας ἀξίας τῆς Ζωῆς. Διὰ τὸν Χριστιανὸν π.χ. ἡ ἐπίγειος διαβίωσις, ἂν καὶ ἐφήμερος καὶ ὑποκειμένη εἰς ἀγῶνας πρὸς τὸ κακὸν καὶ εἰς ὑποχωρήσεις ἀπέναντι αὐτοῦ, εἶναι ἀξία θετική, εἶναι ἀγαθὸν —ἀπαραίτητον πάντως ἀγαθὸν πρὸς κατάκτησιν τοῦ ἀπολύτου ἀγαθοῦ καὶ τῆς ἀπολύτου εὐδαιμονίας. Ἡ βουδδιστικὴ ὃμως ἁντίληψις καταδικάζει ὂχι τὴν κακὴν ἐπιθυμίαν, ἀλλὰ πᾶσαν ἐπιθυμίαν, πᾶσαν ἡδονήν, πᾶσαν ἐνέργειαν, καταδικάζει τὴν Ζωὴν γενικῶς: διότι πᾶσα ἐπιθυμία καὶ ἡδονὴ καὶ ἐνέργεια, ὁσονδήποτε ἠθικὴ καὶ ἂν εἶναι, μᾶς δένει πρὸς τὴν Ζωήν, ἡ ὁποία εἶναι ροὴ ἀδιάκοπος, ἐναλλαγὴ συνεχὴς ἀπὸ ὂνειρα καὶ εἲδωλα, σκιὰς καὶ πλάνας.

Τὸ ὀρθὸν λοιπὸν Νόημα τῆς Ζωῆς εἶν᾽ ἡ ἀπόλυτος ἐκμηδένισις τοῦ ἐγὼ (Nirvana), ἡ ἀπελευθέρωσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν γέννησιν καὶ τὸν θάνατον, ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν προσωπικὴν ὑπόστασιν: τὸ σβήσιμον τοῦ ἐγὼ μέσα εἰς τὸν ὠκεανὸν τῆς ἀνυπαρξίας. Ἐκεῖ καὶ μόνον σταματᾷ ὁ πόνος καὶ ἡ θλῖψις, ὃπως ἐπρόβαλλαν εἰς τὰ μάτια τοῦ νεαροῦ Βούδδα μὲ τὰ τρία τυπικὰ παραδείγματα τοῦ πτωχοῦ, τοῦ ἀρρώστου καὶ τοῦ νεκροῦ —γεννήματα ὃλα τῆς δυσαναλογίας μεταξὺ ἐπιθυμίας καὶ ἱκανοποιήσεως. Ἐκεῖ καὶ μόνον ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀπόλυτος μακαριότης. Καὶ ἡ μακαριότης εἶναι κάτι ἀπολύτως ἀρνητικόν: ἡ ὁριστικὴ ἂρσις πάσης δυστυχίας, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖτ᾽ ἀκριβῶς ὃταν ἐκβάλωμεν τὴν ρίζαν πάσης δυστυχίας: τὴν προσκόλλησιν πρὸς τὴν Ζωήν.

3. Ἡ εὐδαιμονιστικὴ ἀντίληψις τῆς ζωῆς

Περισσότερον διαδεδομένη, καὶ περισσότερον ἂρα γνωστή, εἶν᾽ ἡ εὐδαιμονιστικὴ ἀντίληψις. Διὰ τοῦτο θὰ εἶμαι καὶ συντομώτερος εἰς τὴν ἀνάπτυξίν της· ἂλλωστε εἶπ᾽ ἀρκετὰ σχετικῶς εἰς τὸ προηγούμενον μάθημα. Κατ᾽ αὐτὴν τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου κεῖται εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς Εὑδαιμονίας, ὃσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας καὶ διαρκεστέρας Εὐδαιμονίας. Ἀλλὰ τὴν Εὐτυχίαν αὐτὴν καὶ τὸ περιεχόμενόν της δὲν θὰ ζητήσωμεν ἒξω τῆς ἐπιγείου Ζωῆς. Αὐτὴ αὓτ᾽ ἡ Ζωὴ θ᾽ ἀποκαλύψῃ καὶ θὰ προσφέρῃ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἐμβαθύνει εἰς αὐτὴν μὲ τὴν βοήθειαν τῆς ἱστορικῆς καὶ φιλοσοφικῆς του πείρας, τὰ κριτήρια, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ εὐρεθῇ τὸ περιεχόμενον τῆς Εὐτυχίας καὶ θὰ ἐκτιμηθῇ ἡ ἐκάστοτε συνειδητὴ ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, ἂν ὁδηγεῖ πράγματι πρὸς τὴν Εὐτυχίαν ἢ ὂχι.

Βεβαίως τὴν Εὐτυχίαν εὑρίσκουν, κατὰ τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ἂλλοι ἀλλοῦ —καὶ εἶναι φυσικόν, ἐφ᾽ ὃσον τὴν ζητοῦν μέσα εἰς τὴν Ζωήν, μὲ τὴν πολυμέρειαν, τὴν ρευστότητα καὶ τὴν ἀντιφατικότητά της. Ἓνα ὃμως πρέπει νὰ ἐξαρθῇ: ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ ὁ εὐδαιμονισμός, απὸ ἀνεπίγνωστος ὁρμὴ τῶν πολλῶν ἀνθρώπων, γίνεται συνειδητή, φιλοσοφικὴ ἃς εἲπωμεν, ἀντίληψις τῆς Ζωῆς, παραιτεῖται τότε, σιωπηρῶς ἢ διαρρήδην, απὸ κάθε σχετικισμόν καὶ ὑποκειμενισμόν. Δὲν κηρύσσει πλέον, ὃτι Εὐτυχία εἶναι ὃ,τι ὁ καθένας νομίζει πὼς εἶναι· ζητεῖ κριτήρια ἀντικειμενικὰ καὶ ἀπόλυτα, προβαίνει εἰς τὴν θεμελιώδη διάκρισιν μεταξὺ γνησίας καὶ ψευδοῦς εὐδαιμονίας.

Ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως ποὺ δίδει εἰς τὴν ἒννοιαν τῆς Εὐτυχίας ἡ εὐδαιμονιστικὴ ἀρχὴ δύναται νὰ προσλάβῃ δύο μορφάς:

α. Τὸν ἀτομιστικόν εὐδαιμονισμόν, ὁ ὁποῖον κριτήριον τῶν πράξεων τοῦ ἀνθρώπου θέτει τὴν ἀτομικὴν αὐτοῦ εὐδαιμονίαν, καὶ εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν αὐτῆς ὑποτάσσει καὶ τὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ζωήν. Παρόμοιος ἐγωκεντρικὸς εὐδαιμονισμὸς δὲν εἶναι κατ᾽ ἀνάγκην καὶ ἐγωιστικός. Ἀντιθέτως, ἠμπορεῖ νὰ περιέχῃ βαθύτατα διδάγματα φιλαλληλίας καὶ καλωσύνης. Ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἐπικούρου, τὴν γνησίαν διδασκαλίαν ἐννοῶ.

β. Τὸν ὀμαδικόν ἢ κοινωνικόν εὐδαιμονισμόν. Κατ᾽ αὐτὸν τὸ ἰδεῶδες εἶναι: ὃσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέρα εὐτυχία εἰς ὃσον τὸ δυνατὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν ἀνθρώπων. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδεώδους αὐτοῦ πρέπει νὰ κρίνεται καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀτόμου, τοῦ ὁποίου ἡ εὐτυχία δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι πλήρης χωρὶς τοῦ συνόλου τὴν εὐτυχίαν· διὰ τοῦτο καὶ ὀφείλει νὰ θυσιάζῃ τὴν ἀτομικήν του εὐτυχίαν εἰς τὴν εὐτυχίαν τοῦ συνόλου. Βεβαίως κατὰ τελευταίαν συνέπειαν παρόμοιον δόγμα ὁδηγεῖ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἂρσιν τῆς εὐδαιμονιστικῆς βάσεως, ἀφοῦ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ ἂτομον τὴν παραίτησιν ἀπὸ πάσης εὐδαιμονίας χάριν τοῦ συνόλου, ἐνῷ ἡ Εὐδαιμονία δὲν ἠμπορεῖ ν᾽ ἀποβάλῃ πλήρως τὸν προσωπικόν της χαρακτῆρα, Ἀλλὰ παρόμοιαι ἀντιφάσεις δὲν λείπουν ἀπὸ κανένα τύπον ἀπ᾽ ὃσους ἀναφέρω ἐδῶ —εἶναι συνυφασμένα μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν φύσιν τῆς Ζωῆς.

Ἒπειτα συνήθως τὸ ἰδεῶδες αὐτὸ τοῦ κοινωνικοῦ εὐδαιμονισμοῦ, νοεῖται ὡς χρησιμοκρατικὴ ἐπιδίωξις τῆς προχείρου μᾶλλον, τῆς ὑλικῆς εὐδαιμονίας —ὃπως ἠμποροῦν νὰ τὴν ἀντιληφθοῦν, νὰ τὴν ἐγγίσουν θὰ ἒλεγα, οἱ πολλοί· καὶ τῶν πολλῶν ἡ εὐτυχία εἶναι, εἲδαμεν, τὸ κριτήριον.

Κατὰ ταῦτα, τὸ ἰδεῶδες τῆς Εὐδαιμονίας εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀδιατάρακτον, ἐν πνεύματι δικαιοσύνης, ἀλληλεγγύης καὶ εἰρήνης, νόμιμον ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν τῆς Ζωῆς. Εἶναι κατὰ βάθος τὸ ἰδεῶδες ὂχι τῆς Εὐδαιμονίας, ἀλλὰ τῆς εὐμάρειας, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ἀρετὴν ἀκόμη δέχεται διὰ λόγους σκοπιμότητος μᾶλλον, ὡς ἐγγύησιν τρόπον τινὰ τῆς κοινωνικῆς εἰρήνης, ὂχι διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἀνύψωσιν —καὶ ἀνύψωσις σημαίνει ὂχι εὐμάρειαν, ἀλλὰ προσπαθείας καὶ μάχας— τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ.

4. Ἡ ἀνθρωπιστικὴ ἀντίληψις τῆς ζωῆς

Εἰς αὐτὴν τὴν ἀνύψωσιν ἀναγνωρίζει κεντρικὴν θέσιν ἡ ἀνθρωπιστικὴ άντίληψις τῆς Ζωῆς, ἡ ἀντίληψις τῆς προσωπικῆς τελειοποιήσεως. Ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὰς θεμελιώδεις ἐκείνας ἰδιότητας, ποὺ διακρίνουν τὸν ἂνθρωπον ὡς ὂν λογικόν, ὡς πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν προσωπικότητα, ἀπὸ τ᾽ ἂλλα τὰ ζῷα· εἰς αὐτῶν τὴν ἀρτιωτέραν καὶ ἀμιγεστέραν ἀνάπτυξιν βλέπει τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς. Ὂχ᾽ ἡ Εὐτυχία, ἀλλ᾽ ἡ τελεία ἀνθρωπίνη προσωπικότης, ὁ Ἂνθρωπος ὑπὸ τὴν ἒννοιαν τοῦ κατ᾽ ἐξοχὴν, αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδανικόν της.

Καὶ τὸ ἰδανικὸν αὐτὸ δὲν τὸ ἀντλεῖ ἒξωθεν. Μέσα εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, ὃπως μᾶς τὸν παρουσιάζ᾽ ἡ ἐπίγειος Ζωή, — ὂχ᾽ εἰς οἱανδήποτ᾽ ἐξώκοσμον ὓπαρξιν ἢ εἰς ἐσχατολογικὴν ἀποκάλυψιν, —ἀνευρίσκει καὶ τὰ σπέρματα καὶ τὰς δυνατότητας καὶ τὴν πραγματικότητ᾽ αὐτοῦ τοῦ ἰδανικοῦ. Μέσα εἰς τὸ ἐφήμερον καὶ φθαρτὸν τῆς ἐπιγείου Ζωῆς καὶ τῆς θνητῆς μας φύσεως ἀνακαλύπτει τὸ ἀθανατον καὶ αἰώνιον καὶ ἀπόλυτον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνυψώσῃ εἰς κανόνα καὶ κριτήριον τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους οἰκοδομεῖ τὸν Ἂνθρωπον. Κατὰ τοῦτο διαφέρει ριζικῶς ἀπὸ τὴν θρησκευτικὴν ἀντίληψιν, ἡ ὁποία ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.

Τὸ περιεχόμενον βέβαια τῆς ἐννοίας Ἂνθρωπος εἶναι διαφορετικὸν κατὰ τοὺς ἑκάστοτ᾽ ἐκπροσώπους τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς καὶ κατὰ τὰς ἐποχάς· ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ποῖαι ἰδιότητες ἐξαίροντ᾽ ἑκάστοτε ὡς χαρακτηριστικώτεραι. Δυνάμεθα ὃμως νὰ διακρίνωμεν τρεῖς μεγάλας κατηγορίας:

α. Ἐκείνην ποὺ βλέπει τὸ χαρακτηριστικώτερον στοιχεῖον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως εἰς τὰς διανοητικὰς ἰδιότητας αὐτῆς. Ἰδεῶδες κατ᾽ αὐτὴν πρέπει νὰ εἶν ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ πρόοδος τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πλουτισμὸς τῶν γνώσεών του, ἡ ἀνεύρεσις τῆς ἀληθείας, ἡ ἀπομάκρυνσις τῆς πλάνης καὶ τοῦ ψεύδους, ἡ ἐποικοδόμησις τῆς ὑποκειμενικῆς εὐτυχίας ἐπὶ θεμελίων λογικῶς στερεῶν, ἡ διὰ τοῦ νοῦ κυριαρχία ἐπὶ τῶν δυνάμεων τῆς φύσεως καὶ ἐπὶ τῶν ὁρμῶν καὶ τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς κ.λπ. Ὃσον περισσότερον προάγει τὸ ἂτομον τὰ διανοητικὰ προτερήματά του, τόσον πλησιάζει περισσότερον πρὸς τὸ ἰδεῶδες. Ὁ ἂνθρωπος εἶναι τόσον ἀνώτερος, ὃσον πολυμαθέστερος, σοφώτερος, εὐφυέστερος, κριτικώτερος εἶναι, ὃσον ἀκριβέστερα καὶ ἀλαθητότερα λειτουργεῖ ὁ μηχανισμὸς τῆς σκέψεώς του. Εἶναι τοῦτο τὸ ἰδεῶδες τῆς ἐποχῆς τοῦ Διαφωτισμοῦ τοῦ 18ου, τοῦ θετικισμοῦ καὶ ἐπιστημονισμοῦ τοῦ 19ου αἰῶνος.

β. Ἐκείνην ποὺ θεωρεῖ ὡς κατ᾽ ἐξοχὴν καὶ χαρακτηριστικῶς ἀνθρωπίνας τὰς ἠθικάς ἰδιότητας. Ὁ ἂνθρωπος εἶναι κυρίως καὶ κατὰ πρῶτον λόγον ζῷον ἠθικὸν —τὸ μόνον ζῷον, τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἒκφρασιν τοῦ Πρωταγόρου, γνωρίζει τὴν Αἰδὼ καὶ τὴν Δίκην. Αἱ ἠθικαὶ δὲ ἀξίαι δὲν ἒρχοντ᾽ ἒξωθεν ὡς ἐντολαὶ ξέναι πρὸς τὴν φύσιν καὶ τὰς άνάγκας του· τοὐναντίον, ἀποτελοῦν αὐτὸ τοῦτο τὸ βάθος καὶ τὸ νόημα τῆς φύσεώς του. Μέσα του ὁ ἂνθρωπος ἒχει τὸν ἠθικὸν νόμον. Ἐπισκοτίζεται ἲσως πολλάκις ἢ καὶ σιωπᾷ· ἀλλὰ προβάλλει πάλιν κάθε καὶ τόσον, ἀσύντριπτος καὶ πανεύμορφος, ὡς ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, ὡς ἡ κατηγορικὴ προσταγὴ τοῦ καθήκοντος. Ὁ ἂνθρωπος χάνει τὸ ἒδαφος κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, ὃτι καταδικάζ᾽ εἰς ἐξευτελισμὸν ὃ,τι ὡραιότερον ἒχει, χωρίς ν᾽ ἀπεμπολῇ τὴν ἐλευθέραν του προσωπικότητα. Διότι ἐλεύθερος εἶν᾽ ὁ ἂνθρωπος ὂχι ὡς φυσικὴ ὓπαρξις, οὒτε ἀκόμη ὡς ὂν λογικόν, —δεσμευμένος εἶναι τότε εἰς τοὺς νόμους τῆς φύσεως καὶ εἰς τοὺς κανόνας τῆς νοήσεως, —ἀλλ᾽ ὡς ἠθικὴ προσωπικότης. Καὶ ἀναλόγως τοῦ ἂν ἡ ἠθικὴ του προσωπικότης ἐνισχύεται, πλουτίζεται, —καθαίρεται δι᾽ αὐτῆς, ἀξιολογεῖται καὶ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἐνέργεια. Ἡ καντιανὴ ἀντίληψις τοῦ πρακτικοῦ λόγου εἶν᾽ ἡ καθαρωτέρα μορφὴ τοῦ ἠθικοῦ αὐτοῦ ἀνθρωπισμοῦ.

γ.αἰσθητικός ἀνθρωπισμὸς καταδικάζει κάθε μονομέρειαν. Ὃσον ἀφορᾷ τὴν διάκρισιν ψυχικῶν καὶ σωματικῶν ἰδιοτήτων πρῶτα-πρῶτα: Ὁ ἂνθρωπος εἶναι σύνθεσις ψυχῆς καὶ σώματος, καὶ σύνθεσις ἀδιαίρετος καὶ ἀδιάσπαστος ἐφ᾽ ὃσον ζῇ. Ζωὴ ἂλλωστε εἶν᾽ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ σύνθεσις. Ἑπομένως καὶ ὁ ἂνθρωπος πρέπει νὰ ἒχῃ κατὰ τρόπον ἂρτιον καὶ ἱσόρροπον ἀνεπτυγμένας καὶ τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς τὰς ἰδιότητας, ὂχι μόνον τὴν ἀρετὴν ἀλλὰ καὶ τὴν ὑγείαν, ὂχι μόνον τὴν κρίσιν ἀλλὰ καὶ τὴν ὡραιότητα, ὂχι μόνον τὴν καθαρότητα ἀλλὰ καὶ τὴν καθαριότητα. Ἀνεπτυγμένας συμμέτρως και δικαίως. Ὂχι λοιπὸν πόλεμος, ἀλλ᾽ ἁρμονία τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ σῶμα, ἀποτελεῖ τὸ θεμελιῶδες γνώρισμα τοῦ Ἀνθρώπου.

Ἡ ἰδία ἁρμονία βασιλεύει εἰς τὴν τελεὶαν προσωπικότητα καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων ψυχικῶν ἰδιοτήτων. Ὁ Ἂνθρωπος θὰ ἒχῃ βέβαια καὶ πλοῦτον γνώσεων καὶ νοῦν κριτικὸν —ἀλλ᾽ θὰ τὰ ἒχῃ ὃλ᾽ αὐτὰ ὂχ᾽ ὑπερτροφικά, οὒτε εἰς βάρος ἂλλων ἰδιοτήτων. Καὶ ἡ φαντασία π.χ. ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὸ ὡραῖον, τὸ ὡραῖον ψεῦδος πολλάκις, καὶ τὸ συναίσθημα ποὺ χρωματίζει τὴν ἀλήθειαν μὲ τοὺς πόθους καὶ θερμαίνει τὴν πραγματικότητα μὲ τῆς καρδιᾶς τὰ ὁρμήματα, εἶναι ἰσάξια, ἂν ὂχι ἀνώτερα, χαρίσματα τῆς τελείας προσωπικότητος. Οὒτε πάλιν ὑπερτροφικὴ ἀνάπτυξις τοῦ ἠθικοῦ καὶ συναισθηματικοῦ στοιχείου εἰς βάρος τοῦ αἰσθητικοῦ καὶ τοῦ λογικοῦ. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶν᾽ ἓνας κόσμος, μὲ τὴν πρωταρχικὴν σημασίαν τῆς λέξεως (ἐκ τοῦ κοσμῶ), ἓν ἁρμονικὸν δηλαδὴ καλλιτέχνημα, ποὺ διέπεται ἀπὸ τοὺς ἐσωτερικοὺς νόμους τῆς τάξεως, τῆς συμμετρίας, τῆς ἰσορροπήσεως τῶν ἀντιτιθεμένων καὶ διαφερομένων τάσεων τῆς ψυχῆς. Καὶ ὁ ἂνθρωπος, ποὺ θέλει νὰ γίνῃ Ἂνθρωπος, πρέπει νὰ γίνῃ καλλιτέχνης τοῦ εαυτοῦ του, νὰ προσπαθῇ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν ἑαυτόν του, τὸν σωματικὸν καὶ τὸν ψυχικὸν καὶ τὸν πνευματικὸν, εἰς ἓν ἂρτιον, ἀρτίως ἀρχιτεκτονημένον, ἁρμονικὸν καὶ ἀποτετελεσμένον καλλιτέχνημα. Ἒτσι καὶ μόνον θὰ κάνῃ τὸ ἐγὼ του πλούσιον, ὡραῖον καὶ βαθύ.

5. Ἡ ἀντίληψις τοῦ ἀντικειμενικοῦ ἒργου

Κατ᾽ αὐτὴν ἡ ἀξία τῆς ἀτομικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ὁμαδικῆς ζωῆς κρίνεται ὂχι κατὰ κριτήρια ἒξω αὐτῆς κείμενα (θρησκευτικὴ ἀντίληψις), οὒτε κἂν ἀναλόγως τῆς διαμορφώσεως αὐτῆς καθ᾽ ὃ ζωῆς (εὐδαιμονιστικὴ ἢ ἀνθρωπιστική), ἀλλ᾽ ἀναλόγως τῆς ἀποδόσεώς της, ἀναλόγως δηλαδὴ τῆς ἀξίας ἐκείνου ποὺ ἀπομένει ὓστερ᾽ ἀπὸ τὸ πέρασμα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Τὰ ἒργα, τὰ ἐπιτεύγματα (ἐπιτεύγματα ἐγωιστικὰ ἢ κοινωνικά, οἰκονομικὰ ἢ ἐπιτεὐγματα πνευματικῆς ἢ πολιτικῆς δράσεως), αὐτὰ εἶναι τὸ κύριον, τὸ παραμόνιμον, τὸ ἀθάνατον, μέσα εἰς τὴν θνητὴν ὓπαρξιν τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Ζωὴ κατὰ ταῦτα ὑποβιβάζεται ὑπὸ μίαν ἒποψιν [ἒποψιν λέγω, διότι καὶ ἡ ἀξία τῶν ἒργων κρίνεται ἀναλόγως πάντοτε πρὸς τὴν σημασίαν ποὺ ἒχουν ἢ θὰ ἒχουν διὰ τὴν Ζωὴν εἰς τὴν γενικότητά της λαμβανομένην] εἰς ἓνα μέσον πρὸς πραγματοποίησιν ἒργων καὶ σκοπῶν· αὐτὰ, ὂχ᾽ ἡ Ζωή, εἶν᾽ οἱ ἀντικειμενικοὶ φορεῖς τῶν ἀξιῶν. Καὶ ὁ βαθμὸς καθ᾽ ὃν ἐπιτυγχάνοντ᾽ οἱ σκοποὶ αὐτοί, ὂχι ὁ ἐσωτερικὸς πλοῦτος ἢ ἡ εὐδαιμονία τῶν φορέων τῆς Ζωῆς, ἀξιολογεῖ τὴν ζωὴν τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ἐθνῶν. Χάριν αὐτῶν ἐπιβάλλονται καὶ ἀγῶνες σκληροὶ καὶ θυσίαι, ἀκόμη καὶ θυσίαι ἠθικαὶ (συμβιβασμοὶ καὶ ὑποχωρήσεις καὶ πανουργεύματα), ἀρκεῖ τὸ ἒργον ποὺ θὰ ἐπιτευχθῇ νὰ τὰς δικαιώνῃ.

Ποῖος ἂνθρωπος σήμερα θρηνεῖ τὰς χιλιάδας τῶν σκοτωμένων τοῦ τρωικοῦ πολέμου, ὃταν σκέπτεται ὃτι χωρὶς αὐτοὺς δὲν θὰ εἶχεν ἡ ἀνθρωπότης τὴν Ἰλιάδα; Ποῖος θαυμαστὴς τοῦ Παρθενώνος ἐνθυμεῖται τί στερήσεις, τί ἱδρῶτας, τί στεναγμούς, τί αἷμα ἐστοίχισεν εἰς τὰς ἑκατοντάδας τῶν δούλων ποὺ εἰργάζοντο ἐκεῖ; μὲ πόσας καταπιέσεις καὶ ἐκμεταλλεύσεις τῶν ὑπηκόων των συνεκέτρωσαν οἱ Ἀθηναῖοι τὰ χρήματα, ποὺ ἐχρειάσθηκε διὰ νὰ κτισθῆ; Τὸν Παρθενῶνα μόνον σκέπτεσαι καὶ χαίρεσαι, υπερηφανεύεσαι ὡς ἂνθρωπος, ὃτι ἀνθρώπινος νοῦς ἒφερεν εἰς πέρας παρόμοιον ἀριστοτέχνημα, καὶ ἀναγνωρίζεις ὃτ᾽ ἡ ζωὴ τοῦ λαοῦ ποὺ τὸν ἐδημιούργησε, ποὺ ἐχρησιμοποίησε τὰ προϊόντα τῆς οἰκονομικῆς ἐκμεταλλεύσεως εἰς Παρθενῶνας (καὶ ὂχι π.χ. εἰς χαμάμια καὶ πιλάφια) ὑπῆρξε ζωή συμφωνοτέρα πρὸς τὸ ἰδεῶδες, παρὰ ἂν ἀπέφευγαν καθ᾽ ἐκματάλλευσιν, παρέλειπαν ὃμως νὰ προσφέρουν καὶ τόσον ἀξιόλογα διηγήματα.

Αὐτὴν τὴν στάσιν τηρεῖς καὶ ἀπέναντι τῶν παντοίων ἀνομημάτων, μὲ τὰ ὁποῖα συνώδευαν τὴν καλλιτεχνικὴν καὶ φιλοσοφικήν των δρᾶσιν οἱ ἂνθρωποι τῆς Ἀναγεννήσεως π.χ. Μ᾽ αὐτὸ τὸ πνεῦμα κρίνεις καὶ τὰ ἠθικὰ παραστρατήματα, ποὺ ἒδωσαν ἀφορμὴν εἰς μεγάλους καλλιτέχνας, τὸν Goethe π.χ., νὰ πλουτίσουν τὴν ἀνθρωπότητα μὲ ἀθάνατ᾽ ἀριστουργήματα. Τὸ ἲδιον ἰσχύει καὶ ὡς πρὸς τὴν κρίσιν μας περὶ πολιτικῶν προσώπων καὶ περὶ οἰκομικῶν μεγαλοφυϊῶν. Ἑπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιτυχίας καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων των ἀξιολογεῖται καὶ ἡ ζωή των καὶ ἡ προσωπικότης των καὶ ἡ ὑπόλοιπος δρᾶσις των. Καὶ ἡ δημιουργία τοιούτων ἐπιτευγμάτων εἶναι τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς, ὂχι τόσον τὸ νὰ ζήσῃ κανεὶς εὐτυχισμένος ἢ ἠθικὸς ἁγνὸς ἢ ὠς ἁρμονικὴ προσωπικότης.

6. Ἡ ἡρωϊκὴ ἀντίληψις τῆς ζωῆς

Ἡ ἡρωικὴ ἀντίληψις τῆς Ζωῆς ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὃτ᾽ ἡ Ζωὴ εἶν᾽ ἓνας διαρκὴς ἀγών, μία ἀδιάκοπος, χωρὶς τέρμα καὶ χωρὶς σταμάτημα, μάχη ἐναντίον τῆς φύσεως ἐναντίον τῶν ἂλλων ἀνθρώπων, ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἑπομένως καὶ ὁ ἂνθρωπος, κάθε γενεᾶς ὁ ἂνθρωπος, ἀποτελεῖ μίαν συνεχῆ μετάβασιν πρὸς κάτι ἂλλο, πρὸς κάτι ἀνώτερον. Ὂχι πρὸς ἓνα διαφορρετικὸν εἶδος ὀργανικοῦ ὂντος (τὸν ὑπεράνθρωπον π.χ. τοῦ Nietzsche), ἀλλὰ πρὸς τὸ νὰ γίνῃ φορεὺς μιᾶς ἀνωτέρας, δηλαδὴ ἐντονωτέρας καὶ πλουσιωτέρας μορφῆς τῆς Ζωῆς. Ἒτσι κάθε ἂνθρωπος ἀξιόλογος εἶν᾽ ἒνας πρόδρομος, ποὺ ἀντλεῖ τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του ὂχι ἀπὸ τὸ παρελθὸν οὒτ᾽ ἀπὸ τὸ παρόν, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸ μέλλον καὶ μόνον. Τὸ παρελθὸν ὡς παρελθὸν τὸ ἀγνοεῖ, πρὸς τὸ παρὸν εὑρίσκεται εἰς πόλεμον συνεχῆ. Ὂχι μόνον πρὸς ἐκεῖνο τὸ παρόν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶν᾽ εἰς τὴν οὐσίαν του παρὰ ἐπιβίωσις τοῦ παρελθόντος, ἢ μᾶλλον διατήρησις τοῦ σώματος αὐτοῦ ὀφειλομέν᾽ εἰς τὴν δειλίαν ἢ τὴν νωθρότητα τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων· ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος μάχεται καὶ πρὸς τὸ γνήσιον παρόν, τὸ παρὸν ποὺ ζῇ γύρω του καὶ ζῇ μέσα του.

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς κεῖται ἡ τραγικότης τοῦ ἡρωικοῦ ἀνθρώπου. Ριζωμένος εἶναι βαθύτατα εἰς τὸ παρελθόν, τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ ἐκλεκτότερον κάρπισμα· μέσα του συμπυκνώνει εἰς μοναδικὸν βαθμὸν ἐντάσεως τὸ παρὸν —καὶ ὃμως ἀρνεῖται τὸ παρὸν καὶ τὸ μάχετ᾽ ἐν ὀνόματι τοῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον ζῇ ὁ ἲδιος προληπτικῶς μόνον ὡς πραγματικότητα μέσα του. Καὶ τὸ μάχεται μὲ τὰ ὃπλα καὶ τὴν ρώμην τῆς ψυχῆς του, ποὺ εἶναι τοῦ παρόντος ὃπλα καὶ ρώμη, τὸ ὁποῖον κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον χρησιμοποιεῖ ταυτοχρόνως καὶ καταπολεμεῖ. Ἒτσι τοποθετεῖ ὁ ἲδιος τὸν ἑαυτόν του, ἐκλέγων οὓτως εἰπεῖν τὸ ἐπικινδυνότερον σημεῖον, μέσα εἰς τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν ὀργὴν παντοδαπῶν συγκρούσεων. Συγκρούσεων πρὸς τοὺς συγχρόνους του, οἱ ὁποῖοι τὸν μισοῦν, διότι μισοῦν τὸ μέλλον εἰς τὸ πρόσωπόν του. Συγκρούσεων πρὸς τὸν ἲδιον τὸν ἑαυτόν του, μιᾶς πάλης μεταξὺ τῆς πραγματικότητός του, ποὺ ἀνήκει εἰς τὸ παρόν, καὶ τῶν δυνατοτήτων του, ποὺ ἀνήκουν εἰς τὸ μέλλον, ποὺ εἶναι τὸ μέλλον, ποὺ θὰ τὰς πολεμήσῃ καὶ πάλιν ἐν ονόματι ἂλλων δυνατοτήτων ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ γίνουν πραγματικότης.

Κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον ζῇ ταυτοχρόνως ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος τὸν μεγαλύτερόν του πόνον καὶ τὴν μεγαλυτέραν του ἐλπίδα. Ζῇ τὴν συντριβὴν καὶ τὸν πόνον του, ἀλλὰ ζῇ μαζὶ καὶ τὴν ἠθικὴν ἀναγκαιότητα τοῦ πόνου καὶ τοῦ χαμοῦ του. Κάτι περισσότερον: Ἐρωτεύεται τὴν συντριβήν του, τὴν χαίρετ᾽ ἐκ τῶν προτέρων, ἀντλεῖ τὴν ἰλαρωτέραν του ἀκριβῶς παρηγορίαν ἀπὸ τὴν συντριβήν του.

Αἰσθάνεται πὼς εἶναι διαλεγμένος ἀπὸ τὴν Μοῖραν ὡς ἀγωνιστὴς καὶ ὡς μάρτυς —περισσότερον ὡς μάρτυς, ἀφοῦ τὴν ἐπιτυχίαν δὲν τὴν μετρεῖ μὲ ἀποτελέσματ᾽ ἂμεσα, μὲ ἀριθμοὺς καὶ μεγέθη, δὲν τὴν μετρεῖ κἂν διόλου. Εἶναι τὸ ἀλεξικέραυνον, ποὺ θὰ συγκεντρώσῃ ἐπάνω του (θὰ προσελκύσῃ μᾶλλον ἐθελουσίως) ὃλας τὰς καταιγίδας καὶ ὃλα τ᾽ ἀστροπελέκια, διὰ νὰ προστατευθοῦν τὰ κατοικητήρια τῶν εἰρηνικῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ θὰ τὸ κάνῃ ὂχι ἀπὸ πνεῦμ᾽ ἀλτρουϊσμοῦ καὶ ἐθελοθυσίας ὑπὲρ τῶν ἂλλων. Εἰς τὴν ἑτοιμότητα τοῦ κινδύνου τὸν σύρει μὲ ἀκαταμάχητον ἒλξιν ἡ αἰσθητική, θὰ ἒλεγα, γοητεία τοῦ κινδύνου, ἡ συναίσθησις ὃτ᾽ εἶναι προνόμιον τῶν ἐκλεκτῶν (ὂχι καθῆκον ἢ πρᾶξις φιλανθρωπίας) νὰ συντρίβωνται ὑπὲρ τῶν ἂλλων, ὑπὸ τῶν ἂλλων —τὸ πολυτιμότερον προνόμιον! Ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος δὲν εἶναι τὸ ἂνθος, δὲν εἶν᾽ ὁ καρπὸς —αυτὰ ἀντιπροσωπεύουν τὸ παρὸν καὶ τοῦ παρόντος τὴν ἀνεπιφύλακτον χαράν. Εἶναι ὁ σπόρος ποὺ θὰ ταφῇ καὶ θὰ σαπίσῃ, διὰ ν᾽ ἀναφανῇ τὸ ἂνθισμα καὶ τὸ κάρπισμα. Εἶν᾽ ἐκεῖνος ποὺ θάπτεται διὰ νὰ ἑορτασθῇ ἡ ἀνάστασις, καὶ ἀνάστασις χωρὶς ταφὴν δὲν ὑπάρχει.

Ἀλλ᾽ ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος δὲν δείχνεται εἰς τὴν συντριβὴν του μόνον, ἢ καὶ εἰς τὴν ἑτοιμότητα ἒστω πρὸς συντριβήν. Εἰδεμή, ἡ ἡρωικὴ ἀντίληψις θὰ ἦτον ἰδεῶδες θανάτου μόνον, ὂχι μορφὴ ζωῆς —καὶ τί ζωῆς! Ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος, καὶ μόνον αὐτὸς, ζῇ ἒντονα καὶ πλούσια ὁλόκληρον τὴν Ζωήν. Ἁλλὰ τὸ νὰ ζήσῃ ἒντονα δὲν σημαίνει δι᾽ αὐτὸν ὃ,τι συνήθως νοοῦμεν μὲ τὴν ἒκφρασιν αὐτὴν: νὰ δοκιμάζῃ ἂφθονα καὶ δυνατὰ τὰς ἀπολαύσεις καὶ τὰς ἡδονὰς τῆς Ζωῆς.

Δὲν τὰς ἀγνοεῖ βέβαια τὰς ἀπολαύσεις τῆς Ζωῆς ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος· ἀλλὰ τὰς δοκιμάζει τόσον, ὃσον χρειάζεται νὰ τὰς ξεπεράσῃ, τὰς γνωρίζει τόσον, ὣστε νὰ ἐννοῇ, ὃτι κατὰ βάθος παραλύουν μᾶλλον τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἂς τοῦ χαρίζουν τὴν ψευδαισθησίαν τῆς ἐντατικότητος καὶ τῆς πλησμονῆς. Ἒπειτα τὰς ἀπολαύσεις ἀναζητεῖ ἐκεῖνος ποὺ ζητεῖ νὰ πάρῃ ἀπὸ τὴν Ζωήν, ὂχι ἐκεῖνος ποὺ ἒχει νὰ τῆς δώσῃ —καὶ σὲ πλουτίζει ὂχι τὸ νὰ παίρνῃς ἀλλὰ τὸ νὰ δίδῃς.

Ἡ ἒντονος αὐτὴ ζωὴ εἶναι κατ᾽ ἀνάγκην πολυμερής, τόσον πολυμερής, ὣστε νὰ τὴν εὑρίσκουν πολυπράγμονα ὃσοι μετροῦν τὸν πλοῦτον τῶν ἐκλεκτῶν φύσεων μὲ τὴν πενίαν τῆς ἰδικῆς των, ὃσους δὲν ἀφήνει ὁ φθόνος ν᾽ ἀναγνωρίσουν εἰς ἓνα σύγχρονόν των τὸν ὂλβον τῶν ἀγαθῶν, ποὺ δὲν ἒχουν ἐκεῖνοι. Ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος χαίρεται πολλὰς μορφὰς ζωῆς συγχρόνως, καὶ τὰς χαίρεται ὂχι ἐξωτερικῶς, σὰν αἰσθητικὸν θέαμα ἢ διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν περιέργειάν του. Μέσα του ζῇ ὃλας τὰς μορφὰς τῆς Ζωῆς, τὰς ἀφομοιώνει μέσα του, καὶ τὰς ἀποδίδει μὲ τὸν προσωπικόν του τρόπον. Ἡ ψυχή του ὁμοιάζει μ᾽ ἓνα ἒδαφος λιπαρὸν καὶ βαθύ, εἰς τὸ ὁποῖον κάθε σπόρος ἂνετα θ᾽ ἀνθοβολήσῃ καὶ θὰ καρπίσῃ. Ζῇ ταυτοχρόνως μὲ πολλούς, ὃπως ὁ τραγικὸς ποιητὴς ὁ μεγαλοφυής, ποὺ ζῇ μέσα εἰς ὃλα του τὰ πρόσωπα, καὶ τὰ περισσότερον ἀντίθετα, ζῇ μέσ᾽ ἀπ᾽ ὃλα του τὰ πρόσωπα, καὶ ὃμως παραμένει ὁ ἲδιος καὶ ὡς ὓπαρξις καὶ ὡς διάνοια. Καὶ δὲν ζῇ μόνον πολλὰς μορφὰς Ζωῆς· συγκλονισμοὺς συγκλονίζεται πολλούς, συντριμμοὺς συντρίβεται πολλούς, μυρίους θανάτους ἀποθνήσκει.

Ἀλλ᾽ ἡ πολυμέρεια αὐτὴ δὲν σημαίνει καὶ διάσπασιν, ἀπώλειαν ἓρματος ἀτομικοῦ, διάχυσιν καὶ θόλωμα τοῦ πυρῆνος τῆς προσωπικότητος αὐτὸ συμβαίν᾽ εἰς τοὺς πολλούς, ὃταν ποτὲ θελήσουν νὰ εἶναι πολυμερεῖς. Διὰ τὸν ἡρωικὸν ἂνθρωπον ἡ πολυμέρεια δὲν αἲρει τὴν συγκέντρωσιν· τὴν καθιστᾷ ἰσχυροτέραν, τὴν ἀποδεικνύει ἰσχυροτέραν. Δὲν θὰ ἦτον ἡρωικὸς ἂνθρωπος, ἂν δὲν ἦτο μία δυνατὴ προσωπικότης, καὶ δυνατὴ προσωπικότης σημαίνει ἰσχυρὸν κεντρικὸν ἐγώ, ποὺ νὰ συγκρατῇ τὰς ψυχικὰς περιπετείας καὶ τὰ ἐξωτερικὰ περιστατικά, τὰ πετάγματα καὶ τὰ ἐνδιαφέροντα εἰς μίαν σφικτοδεμένην ἑνότητα ὂχι μόνον χρονικῆς διαδοχῆς, ἀλλὰ συνοχῆς λογικῆς, ἀναγκαιότητος ἠθικῆς.

Ἡ πολυμέρεια τοῦ ἡρωικοῦ ἀνθρώπου παρέχει πολλάκις τὴν ἐντύπωσιν ἀντιφατικότητος. Εἶναι τόσον πλουσία ἡ προσωπικότης του, ὣστε τὸ καθένα της μέρος, ἡ καθεμία της πλευρά, θὰ ἠμποροῦσε ν᾽ ἀποτελῇ (καὶ ἀποτελεῖ διὰ τοὺς πολλοὺς) ἓναν αὐτόνομον κόσμον, διαφορετικὸν ἀπὸ τὸν κόσμον ποὺ θὰ ἠμποροῦσε ν᾽ ἀποδώσῃ μία ἂλλη πλευρά του. Εἶναι λοιπὸν ν᾽ ἀπορρῇς πὼς οἱ πολλοὶ τὰς εὑρίσκουν ἀσυμβιβάστους; Ἀλλ᾽ ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος δὲν ὁμοιάζει μὲ τοὺς καλοὺς καὶ φρονίμους ἁμαξάδες, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν τὸ ἁμαξάκι των «βραδέως ἀλλ᾽ ἀσφαλῶς» ἀπὸ τοὺς δρόμους τοὺς στρωτοὺς καὶ τοὺς ἡσύχους πρὸς τὸ τέρμα, ποὺ ἂλλοι καθώρισαν. Μὲ τὸν ἡνίοχον ὁμοιάζει, ποὺ κυβερνᾷ τέσσαρα, ὀκτὼ ἲσως θυμοειδῆ ἂλογα —καὶ τὸ καθένα των σπεύδει ἀσυγκράτητον πρὸς αὐτοβούλους κατευθύνσεις. Τὰ κυβερνᾷ μὲ δυνατὸ χέρι, χωρὶς ὃμως καὶ νὰ ἐξουδετερώνῃ ἐκείνων τὴν ὁρμητικότητα καὶ τὴν ἐπαναστατικότητα. Εἰδεμή, τὶ θέλγητρον θὰ εἶχε δι᾽ αὐτὸν ἡ ἡνιοχεία; Τὸ «βραδέως ἀλλ᾽ ἀσφαλῶς» δὲν τὸ ξέρει· λογαριάζει καὶ τὰς πτώσεις, διότι μόνον ὃπου ὑπάρχουν πτώσεις δίδετ᾽ εὐκαιρία καὶ ἀνυψώσεων.

Πράγματι ὁ πόλεμος καὶ ὁ κίνδυνος εἶναι τὸ στοιχεῖον του, ἡ ἀπαραίτητος τροφή του. Ὁ πόλεμος λέγω καὶ ἡ νίκη, ὂχ᾽ ἡ ἐπιτυχία. Ἡ ἐπιτυχία δὲν εἶναι πάντοτε νίκη· εἶναι νίκη ἐξωτερική, ἐξωτερικὸς πλουτισμὸς εἰς ἐπιτεύγματα καὶ κέρδη —νὰ σὰν τὰ ρεκὸρ συγχρόνου ἀθλητοῦ, ποὺ μετροῦνται μὲ δευτερόλεπτα καὶ ὑφεκατοστόμετρα. Ἀλλ᾽ ὁ ἡρωικός ζητεῖ τὴν νίκην ἐκείνου ποὺ χαίρεται τὸ ὃτι ἐπολέμησε, τὸ ὃτι ἐκινδύνευσε, τὸ ὃτι ἀντέστῃ, τὴν νίκην ὡς εὐκαιρίαν νὰ ζήσῃ ἐντόνους καὶ ἀγωνιώδεις στιγμάς. Καὶ παρομοία νίκη συνυπάρχει κάλλιστα μὲ τὴν ἀποτυχίαν εἰς τοὺς ἀντικειμενικοὺς σκοπούς, καθὼς ἡ ἀποτυχία τῶν 300 εἰς τὰς Θερμοπύλας …

Ἂλλωστε γενικῶς ἡ ἐπιτυχία εἶναι διὰ τὸν ἡρωικὸν ἂνθρωπον μία λέξις, μία πραγματικότης ἲσως —ὂχι ἀξία. Δὲν τὴν ξέρει, οὒτε τὸν ξέρει ἐκείνη. Ἂν ἐπίστευεν ὀλιγώτερον εἰς τὸν ἐαυτόν του, θὰ ἦτο δι᾽ αὐτὸ ἀπογοητευμένος. Ἂν ἐπίστευεν ὀλιγώτερον εἰς τῆς Μοίρας τὴν σοφίαν, θὰ ἦτον ἀπαισιόδοξος. Ἀλλ᾽ ἐπιτυχία σημαίνει πραγματοποίησις σκοποῦ, ποὺ εὑρίσκετ᾽ ἒξω μας, καὶ ἐκεῖνος ἒχει μέσα του τὸν σκοπὸν καὶ τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του. Ἀπέναντι αὐτοῦ τίποτε δὲν μετρεῖ, οὒτ᾽ ἡ ζωή του οὒτ᾽ ἡ εὐτυχία του. Καὶ τί μεγαλύτερον θὰ ἠμποροῦσεν ἡ ἐπιτυχία νὰ τοῦ προσφέρῃ;

Ἒπειτα ἡ ἐπιτυχία σημαίνει φρόνησιν, καὶ ἡ φρόνησις εἶναι προσαρμογὴ τῆς ψυχῆς πρὸς τὰ πράγματα, καταβιβασμὸς δηλαδὴ καὶ ὀλιγάρκειά της, διὰ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν καθημερινότητα τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου. Ἐνῷ ἡ σοφία καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἡρωικοῦ εἶναι ν᾽ ἀναβιβάσῃ τὰ πράγματα πρὸς τὴν ψυχήν του, νὰ τὰ γεμίσῃ μὲ νόημα τόσον, ὣστε νὰ γίνουν ἀντάξιά του. Δι᾽ αὐτὸ παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ἂφρονος, καὶ εἶναι ἂφρων. Ἒχει τὴν ἀφροσύνην τοῦ παιδιοῦ, ποὺ στερεῖται τὴν πολυύμνητον αὐτὴν πεῖραν τῆς πραγματικότητος, ἡ ὁποία εἶναι κατὰ βάθος ὂκνος καὶ ὀλιγοπιστία. Ἐνῷ τὸ παιδὶ εἶναι παιδί, ἀκριβῶς διότι πιστεύει, διότ᾽ ἠμπορεῖ ἀκόμη νὰ πιστεύῃ, ἀνεπιφύλακτα. Ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος εἶν᾽ ὁ αἰωνίως νέος— τί νὰ τὴν κάνῃ τὴν φρόνησιν; Εἶναι διὰ τοὺς πεζοὺς καὶ τοὺς νοικοκυραίους, ποὺ βαδίζουν ἣσυχα καὶ ὁμαλὰ τὸν δρόμον τῆς ζωῆς των. Ἐκεῖνος ὃμως δὲν βαδίζει· χορεύει.

Αὐτὸς εἶν᾽ ὁ λόγος ποὺ θεωρεῖται καὶ εἶναι ἂνθρωπος ἀβοήθητος εἰς τὴν συνήθη πρακτικὴν ζωὴν. Καὶ ἓνας ἂλλος λόγος: δὲν ἒχει τὴν φρόνησιν νὰ δυσπιστῇ πρὸς τοὺς γύρω του. Νὰ δυσπιστῇ πρὸς τί; Διὰ ν᾽ ἀποφύγῃ κινδύνους; Μὰ αὐτοὺς εἶναι ἀκριβῶς, ποὺ ἀναζητεῖ ἡ ψυχή του. Τοὺς ἀναλαμβάνει ὂχι ἀπὸ ἐπαγγελματικὴν συνήθειαν ἢ ἀπὸ βιοποριστικὸν καταναγκασμὸν —οἱ ἀκροβάται καὶ οἱ θηριοδαμασταί θὰ ἦσαν τότε οἱ ἡρωϊκώτεροι τῶν ἀνθρώπων— ἀλλ᾽ ὡς ἐσωτερικὴν προσταγὴν τῆς μοίρας του, ὡς τὸ ἱερώτερον δικαίωμα ποὺ τοῦ δημιουργεῖ ἡ ὑπεροχή του. Οἱ πολλοὶ καμαρώνουν δι᾽ ὃσους κινδύνους ἀπέφυγαν, ὂχι δι᾽ ὃσους ὑπεβλήθησαν· περιγράφουν τὰς ἐπιτυχίας ποὺ ἐπραγματοποίησαν, καὶ ὑπερηφανεύονται διὰ τὴν ἐξυπνάδα των. Ἀλλὰ διὰ τὸν ἡρωικὸν ἂνθρωπον, τὸ εἲδαμεν: ἡ ἐπιτυχία δὲν ἀποτελεῖ οὒτε κριτήριον οὒτε ἰδεῶδες· ἰδεῶδες του καὶ κριτήριον: νὰ ζήσῃ δυνατὸς καὶ ὡραῖος. Καὶ εἶναι γενναιότερον καὶ ὡραιότερον ν᾽ ἀδικηθῇς παρὰ ν᾽ ἀδικήσῃς, νὰ ἐξαπατηθῇς παρὰ νὰ ἐξαπατήσῃς.

Ἂλλωστε πρὸς τί νὰ ἐξαπατήσῃ; Ἐξαπατοῦν οἱ ἑτεροκεντρικοί, αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται διαρκῶς μὲ τοὺς ἂλλους, διὰ νὰ τοὺς ἀντιγράφουν ἢ νὰ τοὺς φθονοῦν, ἢ καὶ τὰ δύο μαζί. Ἀπασχολοῦνται κατ᾽ ἀνάγκην, ἀφοῦ δὲν εἶναι τόσον πλούσιον τὸ ἐγώ των, ὣστε νὰ τοὺς ἀπασχολῇ ἐκεῖνο ἒντονα καὶ ἱκανοποιητικά. Ὁ ἡρωικὸς ὃμως ἀποτελεῖ ὁ ἲδιος κέντρον τοῦ ἑαυτοῦ του, ἐλεύθερος εἰς τὴν ἀπομόνωσίν του, ἀριστοκρατικὸς μὲ τὴν ἀπόστασιν εἰς τὴν ὁποίαν κρατεῖ τοὺς ἂλλους, ἀπτόητος μὲ τὸ θάρρος τῆς προσωπικῆς του γνώμης καὶ τῆς προσωπικῆς του εὐθύνης, ὑπερήφανος μέσα εἰς τὸ ἂβατον τέμενος τῆς μοναξιᾶς του. Δι᾽ αὐτὸ δὲν καταδέχεται νὰ φθονῇ, μήτε νὰ παραβγαίνῃ μὲ τοὺς ἂλλους· δὲν χρειάζεται νὰ βεβαιώνῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του μ᾽ αὐτὸ τὸ μέσον, μὲ τὴν ἐξωτερικὴν ἀναγνώρισίν του δηλαδή, τὴν ὑπεροχήν του.

Ἂν φαίνεται κάποτε νὰ προχωρῇ ἀπὸ τὴν ἀπομόνωσίν του πρὸς τοὺς ἂλλους, τὸ κάνει ἀπὸ πλησμονὴν ἐσωτερικήν, ἀπὸ ἐντροπὴν νὰ κρατῇ μόνος του τὸν πλοῦτον ποὺ ἀναβλύζει μέσα του, ἀπὸ τὴν σκληράν, αὐτοβασανιστικὴν ἐπιθυμίαν νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ τὸν ὑποκειμενισμόν του, τὸν μόνον κίνδυνον ποὺ φοβεῖται σοβαρά, νὰ προχωρήσῃ ἀπὸ τὸ ἐγώ του πρὸς τὴν μοῖραν του. Καὶ εἶν᾽ ἡ μοῖρα κάθε ἀνθρώπου κάτι ποὺ ὑπάρχει καὶ δρᾷ πρὶν ἀπὸ τὸ ἐγώ του καὶ ὓστερ᾽ ἀπ᾽ αὐτὸ· εἶν᾽ ἡ μοῖρα μας ποὺ διαπλάσσει τὸ ἐγώ μας, ὂχι τἀνάπαλιν. Ἒτσι ὁ ἣρως εἶναι πάντα μοναχικὸς —εἰδεμή, δὲν θὰ ἦτον ἣρως— ἀλλὰ ποτὲ ὑποκειμενικός.

Πουθενὰ δὲν φαίνεται περισσότερον ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ ἡρωικοῦ ἀνθρώπου, παρὰ εἰς τὸν τρόπον ποὺ διεξάγει τοὺς λεγόμενους ἀγῶνας ἰδεῶν. Δὲν ἀποβλέπει ποτὲ εἰς τὸ νὰ νικήσῃ. Τί θὰ εἰπῇ νὰ νικήσῃ; Νὰ δεχθοῦν τὰς ἀπόψεις του; Συμφορά! Ὁ ἲδιος ξέρει τί τοῦ ἐστοίχισεν ὡς ποὺ νὰ καταλήξῃ εἰς αὐτάς, τί τόλμη ἐχρειάσθῃ, —sapere aude, λέγει ὁ ἀρχαῖος ποιητής, — τί ἐσωτερικὴν ὡρίμανσιν προϋποθέτει. Ἒτσι ἀνησυχεῖ μᾶλλον παρὰ ποθεῖ ἐκεῖνον, ποὺ θὰ τὰς δεχθῇ κατ᾽ ἐπιταγὴν ἢ ὡς προϊὸν μιᾶς συντόμου συζητήσεως.

Διὰ ν᾽ ἀποκτήσῃ μήπως ὀπαδούς; Εἶν᾽ ἀληθές, ὃτι πολλοὶ αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ κάνουν προπαγάνδαν διὰ τὰς ἰδέας των, σὰν νὰ φοβοῦνται, ὃτι δὲν θὰ εἶναι ὀρθαί, ἂν δὲν τὰς ἀνεγνώριζαν καὶ ἂλλοι, κατὰ τὸ δυνατὸν πολυαριθμότεροι. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνος γνωρίζει, ὃτι σημασίαν δὲν ἒχει τὸ περιεχόμενον τῶν ἰδεῶν ἑνὸς ἀνθρώπου, ἀλλ᾽ ἡ ψυχικὴ δύναμις μὲ τὴν ὁποίαν τὰς κατέκτησε καὶ τὰς κατέχει, ὂχι τὸ τί πιστεύεις ἀλλὰ τὸ πῶς πιστεύεις ὃ,τι πιστεύεις. Ὃτι τὰς θεμελιώδεις, τὰς ζωτικὰς πεποιθήσεις σοῦ ρυθμίζει κατὰ βάθος ἡ μοῖρα σου, ὂχι τἀνάπαλιν. Καὶ ἡ μοῖρα σου εἶναι κάτι ἀπολύτως προσωπικόν· δὲν ἠμπορεῖς μήτε νὰ τὸ δανεισθῇς, μήτε νὰ τὸ δανείσῃς. Ἒπειτα, τί σημαίνει διὰ τὸν ἡρωικὸν ἂνθρωπον ὁ ἀριθμός; Ἐκεῖνος θέλει, καὶ ὡς πνευματικὸς ἂνθρωπος ἀκόμη, νὰ ἐργάζεται, ὂχι νὰ συνεργάζεται —εἶναι ἀνδρικώτερον …

Ἒτσι, καὶ ὃταν ὑπερασπίζῃ τὰς ἀπόψεις του, δὲν τὸ κάνει διὰ νὰ τὰς ἐπιβάλῃ· ἀλλὰ διὰ νὰ μείνῃ ὁποῖος εἶναι. Καὶ ἀκριβῶς τὸ νὰ εἶναι ὁποῖος εἶναι, ἀποτελεῖ εἰς τὰ μάτια τῶν ἂλλων πολλάκις αὐτὸ καὶ μόνον πολεμικήν. Ἡ ὓπαρξίς του καὶ μόνη ἐξεγείρει τὸ μῖσος· ἀρκεῖ νὰ περιγράφῃ ἁπλῶς πῶς εἶναι, καὶ προκαλεῖ ἀντιπάθειαν· —τόσον μεγάλον μέρος ἀπὸ τὸ μέλλον ἀντιπροσωπεύει! Διότι τὸ μέλλον εἶναι σκοτεινόν, καὶ εἶν᾽ ὀλίγοι ποὺ δὲν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι· οἱ πολλοὶ τὸ φοβοῦνται, καὶ ὁ φόβος των παίρνει πολλάκις τὴν μορφὴν ἀντιπαθείας.

Καὶ ὃμως σπείρει ἂφθονα τὰ γεννήματα τοῦ νοῦ του. Τὰ σπείρει, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάνῃ διαφορετικά· ὃπως τὸ δένδρον ποὺ τινάζει τοὺς καρπούς του σὰν ὡριμάσουν, εἲτ᾽ εὑρίσκοντ᾽ ἀποκάτω εἲτε ὂχι αὐτοὶ ποὺ θὰ τοὺς εἶναι χρήσιμοι. Ἒτσι καὶ ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος: διδάσκει, παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν πίστιν του, ὁμιλεῖ περὶ αὐτῆς ὑποκύπτων εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὁρμὴν ν᾽ ἀνακοινώσῃ —ὂχι ν᾽ ἀνακοινώσῃ· νὰ τραγουδήσῃ μᾶλλον, τὴν χαράν του καὶ τοὺς θησαυρούς του— νά ἒτσι, ὃπως ὁ ἐρωτευμένος ποὺ θὰ ἢθελεν εἰς ὃλον τὸν κόσμον νὰ φωνάξῃ τὴν ἀγάπην του, καὶ διαβεβαιώνει κάθε φορὰν τὸ ἀγαπημένον του πρόσωπον πόσον τ᾽ ἀγαπᾷ, ὂχι διὰ νὰ τὸ πείσῃ, οὒτε διότι φαντάζεται πὼς ἀμφιβάλλει, ἀλλὰ μόνον διότι εὐχαριστεῖται ὁ ἲδιος κάθε φορὰν νὰ τ᾽ ἀκούῃ. Ἒτσι καὶ ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος: εἲτε προφορικῶς ἀναπτύσσει πρὸς ἓνα κοινόν, εἲτε γράφει, κατὰ βάθος εἶν᾽ ὁ ἲδιος ἀκροατὴς καὶ ἀναγνώστης τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὁμιλεῖ ἐνώπιον τῶν ἂλλων, διὰ ν᾽ ἀκούσῃ ὁ ἲδιος τὴν φωνήν του δυνατώτερα, διαυγέστερα, συνειδητότερα.

Ὑπερήφανος εἶναι, ὂχι ἐγωιστής. Δι᾽ αὐτὸ σπαταλᾷ τὸν ἑαυτόν του. Ἡ εὐτυχία του εἶναι νὰ δαπανᾷ, ἀκριβέστερον ἀκόμη: νὰ δαπανᾶται. Ἀνεξάντλητος ὃπως εἶναι, δὲν ξέρει ἀριθμητικήν. Εἶναι τόσον πλούσιος, ὣστε θ᾽ ἀναπληρώσῃ εὒκολα (τὸ ξέρει) κάθε ζημίαν· πρὸς τί λοιπὸν νὰ τὴν ὑπολογίζῃ; Ὑπολογίζει ὁ πτωχός· ὁ πλούσιος κλείνει τὰ μάτια, ἁπλώνει τὸ χέρι, καὶ σκορπᾶ … Ὃσα καὶ νὰ σκορπίσῃ, πάντοτ᾽ ἐκ τοῦ περισσεύματος θὰ εἶναι.

Ἐκ τοῦ περισσεύματος ἀντλεῖ καὶ ἡ μεγαλοδωρία τοῦ ἡρωικοῦ άνθρώπου. Ἀφρόντιστα καὶ ἀδίστακτα σπαταλᾶ τὰ πλούτη του, τὴν δραστηριότητά του, τὴν ὑγείαν του, τὴν ρωμαλεότητα τῆς ψυχῆς του καὶ τοῦ νοῦ του. Σκορπᾷ, τὴν ἀγάπην του χωρὶς ἀνταλλάγματα, ἓτοιμος νὰ πληρώσῃ ἐκείνους ποὺ θὰ θελήσουν νὰ τὴν δεχθοῦν. Σκορπᾷ τὰς συγκινήσεις, τοὺς ἐνθουσιασμοὺς καὶ τὴν φλόγα, τὰ κάλλη καὶ τὰ ρίγη τῆς ψυχῆς του· καὶ εἶναι τόσον πολλὰ τὰ πολύτιμ᾽ αὐτὰ πετράδια, ὣστε ὁ πτωχὸς καὶ ὁ κακὸς ὑποπτεύουν πὼς θὰ πρέπει κίβδηλα νὰ εἶναι· εἰδεμή, θὰ τὰ ἐμοίραζεν ἒτσι, τόσον ἀμέριμνα, τόσον ἀλύπητα; Σκορπᾷ τοῦ νοῦ του τὰ γεννήματα, ποὺ εἶναι δι᾽ αὐτὸν βιώματα ψυχῆς, χωρὶς νὰ κατοχυρώνῃ συγγραφικώς τὴν πατρότητά των, νὰ ἒτσι σὰν τὸν ἣλιον ποὺ ἀκτινοβολεῖ παντοῦ τὸ φῶς του. Καὶ ὁ ἣλιος δὲν ἒχει μετρητὴν τοῦ φωτός· ἒχουν αἱ ἠλεκτρικαὶ ἑταιρεῖαι μόνον.

Καὶ εἶν᾽ ἡ χαρά του νὰ σκορπᾷ: ὃλα τ᾽ἀγαθὰ τῆς γῆς τὰ ἐκτιμᾷ ὂχι ὡς κτήματα, ἀλλ᾽ ὡς χρήματα (μὲ τὴν ἀρχαίαν σημασίαν τῆς λέξεως ἐκ τοῦ χρῶμαι), ὡς δαπανήματα δηλαδή. Ἢ μᾶλλον πιστεύει πὼς ἀγαθὰ δὲν εἶναι· γίνονται ἀγαθά, ἀφ᾽ ἧς στιγμῆς καὶ ἐφ᾽ ὃσον δαπανῶνται.

Εἰς τὴν ἐργασίαν καθυποβάλλεται μὲ ἀνεπιφύλακτον προθυμίαν. Τὴν δέχεται αὐτονόητα καὶ χαρωπά, ἀφοῦ εἶναι κάτι βαρὺ καὶ δύσκολον, ἀφοῦ ζωὴ σημαίνει δι᾽ αὐτὸν δρᾶσις καὶ κάματος. Ἐργάζεται ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ χρησιμοποιῇ τὰς δυνάμεις τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς εἰς ἒργα δύσκολα, ἐργάζετ᾽ αἰσθητικῶς, καθὼς ἓνας ἀθλητής.

Τὸ ἲδιον καὶ εἰς τὴν πνευματικήν του ἐργασίαν: Δὲν μελετᾷ διὰ νὰ γράψῃ ἓνα βιβλίον —ἡ σκέψις εἶναι δι᾽ αὐτὸν κάτι ποὺ τὸ ζῇ, ὂχι κάτι ποὺ τὸ γράφει— ἢ διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἓν ἀξίωμα. Μέσα του θέλει νὰ πλουτίσῃ, νὰ πλουτίσῃ ἀκόμη μὲ τὴν χαρὰν ποὺ δίδει ἓνα δύσκολον ζήτημα. Προχείρως ἒτσι σκορπᾷ ἓνα πλῆθος προσωπικῶν στοχασμῶν (προσωπικῶν καὶ ὃταν ἒχῃ ἀπ᾽ ἂλλους λάβει τὴν ἀφετηρίαν τῆς σκέψεως), ποὺ ἓνας ἂλλος θὰ ἐπροφύλασσε ζηλοτύπως. Μὰ ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος ἀγνοεῖ τὴν ζηλοτυπίαν.

Καὶ εἶναι φυσικόν· ἀφοῦ διατηρεῖ ζωντανὰ καὶ καθαρὰ τὰ χαρίσματα τοῦ γνησίου ἀριστοκράτου: τὴν μοναξιά του, τὸ αἲσθημα τῆς ἀνεπιμειξίας, τὸ θάρρος καὶ τὴν ἱκανότητα πρὸς περιφρόνησιν, τὰς μακροχρονίους ἀφομιώσεις, τὴν ἀρχοντικὴν μεγαλοδωρίαν. Πρὸ παντὸς τὸ αἲσθημα τῆς προσωπικῆς τιμῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὃλα τ᾽ ἂλλα, πλοῦτος καὶ μόρφωσις, ἐξουσία καὶ ὑγεία, εἶν᾽ ἓνα μηδέν.

Ἡ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, καθὼς αὐτοῦ ποὺ περιέγραψα, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι σύντομος. Σύντομος ὂχι πάντοτε μὲ τὴν κοινὴν σημασίαν· ἠμπορεῖ κάποτε νὰ ζήσῃ καὶ πολλὰ χρόνια, ἀλλὰ πάντα θὰ εἶν᾽ ᾽λίγα, σχετικῶς μὲ τὴν πλησμονὴν τῆς ζωτικότητός του. Ἂλλωστ᾽ ἡ ἡλικία εἶναι κάτι σχετικόν· δὲν μετρεῖται πάντως μὲ τὴν διάρκειαν, μὲ τὸ περιεχόμενόν της μετρεῖται. Εἶν᾽ ἒννοια ἠθική, ὂχι ἀστρονομική.

Συνήθως ὃμως εἶναι σύντομος καὶ ὑπὸ τὴν συνήθη χρῆσιν τῆς λέξεως. Σύντομος, διότι ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος περνᾷ ὁλόκληρον τὴν ζωήν του εἰς τὸ πολυκίνδυνον μέτωπον τοῦ πολέμου. Σύντομος, διότι πάντοτε εἶναι, ἀπὸ τὴν μοῖραν του καὶ μόνην ὁδηγούμενος, ἐρασιθάνατος.

Βαδίζει πρὸς τὸν θάνατον ὂχι διὰ ν᾽ ἀναπαυθῇ, ὂχι διότι ἐβαρέθηκε τὴν ζωήν, ὂχι διότι ἐδειλίασεν ἐνώπιον αὐτῆς, ὂχι ἀπὸ μαρασμὸν καὶ ἐξάντλησιν τῶν δυνάμεών του. Ὁ ἡρωικὸς ἂνθρωπος δὲν ὑφίσταται τὸν θάνατον. Δι᾽ αὐτὸν καὶ ὁ θάνατος ἀκόμη δὲν εἶναι πάσχειν, εἶναι πράττειν. Εἶναι ἡ τελευταία πρᾶξις, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπισφραγίζει ὃλας του τὰς ἂλλας πράξεις. Τοὺς δίδει αὐτὴ τὸ νόημα· διότι καὶ ἡ Ζωὴ ὃλη εἶναι μία διαρκὴς ἀρχὴ, καὶ ἡ ἀρχὴ τὸ νόημά της ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ τέλος, τοῦ ὁποίου εἶν᾽ ἡ ἀρχή. Καὶ εἶναι τὸ τέλος ὁ θάνατος, ἀλλὰ καὶ ἡ τελείωσις.

Ἀλλ᾽ ὁ πληθωρισμὸς τῆς ζωῆς εἶναι τόσος μέσα του, ὣστε καὶ ὁ θάνατός του δὲν εἶν᾽ ἐκμηδένισις πλέον. Μεστώνει ἀπὸ περιεχόμενον, ἀπὸ ἠθικὴν ἀναγκαιότητα, πλημμυρίζει ἀπὸ τὴν χαρὰν καὶ τὴν ὡραιότητα μιᾶς τελευταίας νίκης —παρόμοια μὲ τὸν ἣλιον, ὁ ὁποῖος, κλίνων πρὸς τὴν δύσιν, ἐνδύεται τὴν πορφυρᾶν του μεγαλοπρέπειαν.

Ἂν θα εἶν᾽ ἑκούσιος ὁ θάνατος ἢ ἀκούσιος, δὲν ἒχει σημασίαν. Διὰ τὸν ἡρωικὸν ἂνθρωπον ὁ θάνατος εἶναι πάντοτ᾽ ἑκούσιος, ἀφοῦ ὁ δρόμος, ποὺ συνειδητὰ ἐδιάλεξε καὶ βαδίζει, μοιραίως καὶ ἀναγκαίως ὁδηγεῖ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Ἂλλωστε διαλέγει συνήθως ὁ ἲδιος τὸν θάνατόν του καὶ τὴν ὣραν του, μὲ τὴν ἐσώψυχον πίστιν ὃτι δικαίωμά του ἀπόλυτον εἶναι: Ἂν θέλῃς νὰ γεννηθῇς καὶ πότε θέλεις νὰ γεννηθῇς, δὲν ἐξαρτᾶτ᾽ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσίν σου· τὸ νὰ φύγῃς ὃμως ἀπὸ τὴν Ζωὴν καὶ πότε νὰ φύγῃς, αὐτὸ ἀφῆκεν ὁ Θεὸς εἰς τὴν ἰδικήν σου, τὴν ὑπεύθυνον διαγνώμην. Καὶ εἶναι βαρεῖα καὶ δύσκολος αὐτὴ ἡ εὐθύνη διὰ τοῦτο καὶ ἡ ὁρμὴ πρὸς αὐτοσυντηρησίαν εἶναι τόσον ἰσχυρά.

Ἀλλ᾽ ἑκούσιος ἢ ἀκούσιος, ὁ θάνατος τοῦ ἣρωος εἶναι πάντοτε μία ἒκρηξις ἡφαιστείου. Νὰ ἒτσι ξαφνικὰ σπᾷ τὸ δοχεῖον τῆς ζωῆς του, συντρίβεται καὶ συντρίβει ὃλα γύρω του, φλέγεται καὶ φλέγει, φωτίζεται καὶ φωτίζει —καὶ τρομάζουν οἱ δειλοὶ καὶ ταπεινοὶ καὶ φθονεροί. Ὀργὴ Κυρίου …

Αὐτοὶ εἶναι συντόμως οἱ ἓξ ἰδεατοὶ τύποι ἀντιλήψεων τῆς Ζωῆς, μέσα εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθῇ ὃλων τῶν ἀνθρώπων ἡ ζωή, τοὐλάχιστον ὃλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν τοὺς ζῇ ἡ Ζωή, ἀλλὰ ζητοῦν νὰ συνειδητοποιήσουν ὃ,τι ἡ μοῖρα τοὺς προεχάραξε. Δὲν τοὺς παρέταξα διὰ νὰ τοὺς κρίνωμεν· εἶναι ὃλοι ὡραῖοι καὶ πλούσιοι, μὲ τὴν ἰδικήν του ὡραιότητα καὶ τὸν ἰδικόν του πλοῦτον ὁ καθένας. Δὲν τοὺς περιέγραψα διὰ νὰ διαλέξετε. Σᾶς τὸ ἐπανέλαβα πολλάκις: δὲν διαλέγομεν ἡμεῖς τὴν μοίραν μας· ἐκείνη μᾶς διαλέγει.

Ἡ πολυθεΐα ποὺ βασιλεύει καὶ θὰ βασιλεύῃ εἰς τὰ ἰδανικὰ καὶ τὰς μορφὰς τῆς Ζωῆς, εἰς ἓνα πρᾶγμα μᾶς βοηθεῖ, ὃταν τὴν μελετήσωμεν: Εἰς τὸ νὰ συνειδητοποιήσωμεν ἁπλῶς τὴν μοῖραν μας, εἰς τὸ νὰ κρίνωμεν ἱστορικῶς, ἐξ ἀπόπτου δηλαδὴ καὶ ἀπὸ μακράν, τὸν ἲδιο τὸν ἑαυτόν μας. Καὶ τὸν ἑαυτόν μας πάντοτε μακρινὰ πρέπει νὰ τὸν ἀναζητοῦμεν, ἂν θέλωμεν νὰ τὸν εὓρωμεν γνήσιον καὶ ἂδολον. Ἀλλὰ τὸν ἑαυτόν μας κατὰ βάθος τὸν ἀνευρίσκομεν μόνον, δὲν τὸν δημιουργοῦμεν ἡμεῖς· διὰ τοῦτο οὒτε καὶ τὴν μοῖραν μας, ἐκτὸς ἂν μὲ τὴν περικοπὴν τοῦ φιλοσόφου, ὁ ὁποῖος μὲ μοναδικὴν δριμύτητα ἐδοκίμασε καὶ περιέγραψε τὴν τραγικὴν, τὴν ἀνέκκλητον ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀπομόνωσιν τοῦ ἐγώ μας:

Κανένας δὲ μπορεῖ νὰ χτίσῃ γιὰ λογαριασμό σου τὸ γεφύρι, ἀπ᾽ ὃπου χρωστᾷς νὰ περάσῃς τὸ ρεῦμα τῆς Ζωῆς —κανένας ἐκτὸς ἀπὸ σένα τὸν ἲδιον. Ὑπάρχουν βέβαια μονοπάτια ἂπειρα καὶ γεφύρια καὶ ἡμίθεοι πρόθυμοι νὰ σὲ περάσουν· μὰ θὰ ζητήσουν πληρωμή τὸν ἲδιο σου τὸν ἑαυτὸ. Στὸν κόσμο ἓνας μόνο δρόμος ὑπάρχει, κι αὐτὸν κανένας ἂλλος δὲ μπορεῖ νὰ τὸν βαδίσῃ παρὰ ἐσὺ. Πρὸς τὰ ποῦ βγάζει; Μὴν τὸ ρωτᾷς. Τράβα τον μόνο …

Αναφορά

Advertisements