Φιλοσοφία τῆς Ζωῆς – Κεφάλαιο Β’: «Περὶ του προβλήματος τῆς Εὐτυχίας»

στις

Ιωάννης Συκουτρής

Τρία μαθήματα εἰς τὴν ἐλευθέραν σχολὴν κοινωνικῆς προνοίας

Φιλοσοφία τῆς Ζωῆς – Κεφάλαιο δεύτερο – Περὶ τὸ πρόβλημα τῆς Εὐτυχίας


Τὸ πρόβλημα τῆς Εὐτυχίας ἀπησχόλησεν ἐπὶ αἰῶνας τοὺς φιλοσόφους, καὶ ὂχι μόνον αὐτοὺς· κάθε στοχαστήν, κάθε ἂνθρωπον γενικῶς, ἀπασχολεῖ, ἰδίως ὃταν δὲν αἰσθάνετ᾽ εὐτυχισμένος. Θὰ προσέθετα μάλιστα, ὃτι μὲ κανένα πρόβλημα δὲν ἠσχολήθησαν, τόσον ἐντατικὰ ἡ φιλοσοφία καὶ ἡ θρησκεία, ἡ ποίησις καὶ ἡ πρακτικὴ δρᾶσις. Καὶ ὃμως λύσιν του δὲν εὐρῆκαν καμμἰαν ὡς τὰ σήμερα, ποὺ νὰ ἱκανοποιῇ ὃλους. Εὑρῆκαν ὃμως λύσεις πολλὰς καὶ διαφορετικάς καὶ τὸ γεγονὸς ὃτ᾽ ὑπῆρξαν καὶ ἒζησαν εὐτυχισμένοι ἂνθρωποι —ὑπάρχουν καὶ ζοῦν ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς δυσκὸλους αὐτοὺς καιροὺς— ἀποκεικνύει, ὃτι τελείως ἐσφαλμέναι δὲν ἦσαν αὐταὶ αἱ λύσεις. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονός, ὃτ᾽ ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ εὐτυχεῖς, ἐνῷ δὲν γνωρίζομεν θετικὰ τί εἶναι Εὐτυχία, μᾶς κάνει νὰ πιστεύωμεν, ὃτι δὲν ὑπάρχει κᾶν λύσις τοῦ προβλήματος· ὑπάρχουν λύσεις μόνον, διαφορετικαὶ κατὰ ἐποχὰς καὶ κατὰ τοὺς λαούς, διαφορετικαὶ κατὰ τὰ πρόσωπα. Κάθε κοινωνία, ὡς σύνολον λαμβανομένη, εὐρίσκει τὴν ἰδικήν της λύσιν, ἡ ὁποία ἒχει πρακτικήν, ἂρα μερικὴν καὶ ὂχι ἀπόλυτον ἀλήθειαν. Καὶ ἐντὸς τῆς κοινωνίας πάλιν κάθε ἂτομον θὰ πρέπῃ ν᾽ ἀναζητήσῃ (καὶ ἲσως θὰ εὓρῃ) τὴν προσωπικὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τῆς εὐτυχίας του, ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην καὶ πρὸς ἰδίαν χρῆσιν. Μία συνταγὴ τῆς Εὐτυχίας διὰ κάθ᾽ ἐποχὴν καὶ κάθε ἂτομον δὲν εὑρέθῃ, οὒτε θὰ εὐρεθῇ —ἀκριβῶς διότι καὶ ἡ Εὐτυχία δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχουν αἱ διαφορετικαὶ μορφαὶ τῆς Εὐτυχίας, ποὺ ἀνταποκρίνονται πρὸς κάθ᾽ ἐγώ, ἀφοῦ κάθ᾽ ἐγὼ εἶναι, ὃπως εἲδαμεν, ἓνα μοναδικόν, πρωτόφαντον και μηδέποτ᾽ ἐπαναλαμβανόμενον κέντρον ζωῆς.

Δὲν θὰ περιμένετε λοιπὸν φυσικὰ καὶ ἀπὸ τὸ σημερινόν μου μάθημα τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τῆς Εὐτυχίας, οὒτε καὶ μίαν ἒστω λύσιν. Δὲν θὰ περιμένετ᾽ ἐπίσης νὰ σᾶς εἲπω τί εἶναι Εὐτυχία, τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον δηλαδὴ τῆς Εὐτυχίας. Αὐτὸ δὲν τὸ ξέρω, οὒτε κατώρθωσα ποτὲ νὰ τὸ μάθω ἀπ᾽ ὃσα ἐδιάβασα ἢ ἐδιδάχθην. Ἀκόμη καὶ ἂν τὸ ἢξερα —δηλαδὴ ἂν εἶχα τὴν ἐντύπωσιν πὼς τὸ ξέρω— πάλιν δὲν θὰ εἶχε καμμίαν σημασίαν διὰ σᾶς νὰ σᾶς τὸ ἀνακοινώσω. Διότι ἡ Εὐτυχία δὲν περιγράφεται· δὲν εἶναι κἂν αἰσθητὴ παρὰ μόνον ἀπὸ μέσα, δι᾽ ἐκεῖνον δηλαδὴ ποὺ τὴν ἒχει —καὶ πάλι ὃταν δὲν τὴν ἒχῃ. Εἰς ἓναν ἂλλον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν μελετήσῃ κανείς. Ὃταν λέγω περὶ ἑνὸς ἂλλου: Αὐτὸς εἶν᾽ εὐτυχής, σημαίνει κατὰ βάθος (ἐφ᾽ ὃσον δὲν σφάλλομαι εἰς τὰς διαπιστώσεις μου), ὃτι αὐτὸς ἒχει ἐκείνας τὰς προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγώ, μὲ τὸν τρόπον ποὺ ἐγὼ σκέπτομαι καὶ αἰσθάνομαι, θὰ ἢμην εὐτυχής. Τὸ εἶπα ἢδη: Εὐτυχία δὲν ὑπάρχει, ὑπάρχουν τόσαι εὐτυχίαι, ὃσα καὶ ἀνθρώπινα ἐγώ.

Ἐκεῖνο ποὺ θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς παρουσιάσω ἀπόψε, εἶναι μερικαὶ σκέψεις γύρω ἀπὸ τῆν ἒννοιαν τῆς Εὐτυχίας, ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσουν ἲσως νὰ συνειδητοποιήσωμεν τὴν σχέσιν μας πρὸς τὴν εὐτυχίαν μας, νὰ ἐννοήσωμεν ἲσως —νὰ ἐννοήσωμεν λέγω, ὂχι ν᾽ ἀποκτήσωμεν ἢ νὰ δοκιμάσωμεν— τὴν Εὐτυχίαν ἢ τὴν Δυστυχίαν ἀπὸ τὴν σκοπιὰν τῶν ἂλλων. Νὰ διασαφήσωμεν κυρίως τί ἐννοοῦμεν ἡμεῖς ὃταν χρησιμοποιοῦμεν αὐτὴν τὴν λέξιν, καὶ ἂν ὑπάρχει κάτι τὸ ἀντικειμενικὸν —καὶ μόνον τὸ ἀντικειμενικὸν εἶναι δυνατὸν νοητικῶς νὰ συλλάβωμεν— εἰς τὴν ἒννοιαν καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς Εὐτυχίας, ἢ εἶναι μήπως ἀπολύτως, ἀνεπανορθώτως ὑποκειμενικὴ.

Τὸ πρόβλημα εἶναι σήμερον ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρον. Πάντοτε βέβαια εἶν᾽ ἐπίκαιρος ἡ ἀναζήτησις τῆς Εὐτυχίας καὶ ἡ σκέψις περὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἐποχαί, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ αἲσθημα πὼς λείπ᾽ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἡ εὐτυχία καὶ ἡ εἰρήνη, εἶναι περισσότερον διαδεδομένον· ἐποχαὶ, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Εὐτυχία παρουσιάζεται εἰς περισσοτέρους ἀνθρώπους καὶ μὲ μεγαλυτέραν ὀξύτητα (διότι καὶ μὲ μεγαλυτέραν συνειδητότητα) ὡς πρόβλημα.

Καὶ ἡ ἐποχή μας ἀνήκ᾽ εἰς αὐτὰς. Ἡ ἐξέλιξις τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ διάδοσις τῶν ἀγαθῶν του, ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου, ἒχει φθάσει εἰς ἀνάπτυξιν πρωτοφανῆ εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ μ᾽ ἐξ ἲσου πρωτοφανῆ εἰς γοργότητα ρυθμὸν προχωρεῖ. Καὶ ὃμως, παραλλήλως πρὸς αὐτὴν τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτισμοῦ, σχεδὸν σὰν ἂμεσον ἀποτέλεσμά της, παρατηρεῖται μία πρωτοφανὴς ἐπίσης χαλάρωσις τῆς πίστεως πρὸς τὴν Εὐτυχίαν, μία πτῶσις τοῦ αἰσθήματος τῆς Ζωῆς, ἓνα αἲσθημ᾽ ἀμφιβολίας καὶ ρᾳθυμίας διὰ τὴν ἀξίαν τῆς Ζωῆς. Ὑπάρχουν ἂνθρωποι σήμερα —καὶ εἶναι πολλοί, καὶ ὂχ᾽ οἱ ὀλιγώτερον φωτισμένοι— που ἀρχίζουν νὰ πιστεύουν, ὃτι ὁλόκλητος αὐτὴ τοῦ πολιτισμοῦ ἡ ἂνθησις εἶναι τοῦ Σατανᾶ ἒργον, ὂχι τοῦ Θεοῦ. Τόσον τοὺς εἶν᾽ ὀδυνηρὰ τῆς ἐσωτερικῆς εἰρήνης ἡ ἀπουσία! Τόση εἶν᾽ ἡ ὀλιγοπιστία των πρὸς τὴν Ζωήν! —καὶ τοῦτο εἰς μίαν ἐποχὴν μοναδικῶς ἐντατικῆς χρήσεως, καταχρήσεως σχεδόν, ὃλων τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἀνθρώπου.

Δὲν πρόκειται περὶ κοινῆς ἀπαισιοδοξίας. Μία πεσσιμιστικὴ ἒστω κοσμοθεωρία εἶναι πάντοτε μία πίστις, καὶ εἶναι κάθε ἂλλο παρὰ ἒνδειξις ἐλαττωμένης πάντοτε ζωτικότητος. Ἐμφανίζονται ἂλλωστ᾽ αἱ πεσσιμιστικαὶ τάσεις κατὰ κανόνα εἰς ἡλικίας καὶ γενεὰς κατ᾽ ἐξοχῆν ζωντανάς: εἰς τοὺς νέους, π.χ. εἰς γενεὰς ποὺ σφύζουν ἀπὸ ζωτικότητα καὶ δημιουργικὴν πνοήν. Ἡ ἂνθησις τῆς τραγῳδίας, ποὺ εἶν᾽ ἡ ποιητικὴ ἒκφρασις τοῦ καθαρωτέρου πεσσιμισμοῦ, συμπίπτει μ᾽ ἐποχὴν πολιτικῆς ἀκμῆς καὶ κοινωνικῆς δράσεως ἐντόνου: εἰς τὰς Ἀθήνας τοῦ 5ου αἰῶνος· εἰς τὴν Ἱσπανίαν τῶν ἀρχῶν τοῦ 16ου, τὴν Ἱσπανίαν τῶν κατακτητῶν καὶ τῶν θαλασσοπόρων· εἰς τὴν Ἀγγλίαν τῆς Ἐλισάβετ· εἰς τὴν Γαλλίαν τοῦ 17ου, τὴν Γαλλίαν τοῦ Richelieu· εἰς τὴν Γερμανίαν τοῦ τέλους τοῦ 18ου, καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνος κ.λπ.

Ἐκεῖν᾽ ὃμως ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἐποχήν μας, εἶναι ἡ ἒλλειψις ἀκριβῶς πίστεως —πίστεως εἰς τὴν Εὐτυχίαν ἐννοῶ· αὐτὸ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ,— ἓνα αἲσθημα κενοῦ, τοῦ κενοῦ μέσα μας, τοῦ κενοῦ εἰς τὴν ἐξωτερικήν μας ζωήν, τῆς ὁποίας κάθε στιγμὴν διαισθάνεσαι τὴν ματαιότητα. Αἰσθάνεσαι πὼς ἐνεργεῖς διὰ νὰ ἐνεργῇς ἁπλῶς, ὂχι διὰ νὰ κάνῃς κάτι ποὺ νὰ ἒχῃ ἀξίαν οὐσιώδη καὶ ἀπόλυτον, οὒτε κἂν διὰ νὰ κατακτήσῃς τὴν Εὐτυχίαν. Ποτέ, εἰς καμμίαν ἐποχὴν τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος, δὲν ἦτο τόσον συχνὸν τὸ ἐρώτημα καὶ τόσον εἰλικρινές: Ὑπάρχει Εὐτυχία; Τὸ διατυπώνουν ὂχι ἂνθρωποι τοῦ στοχασμοῦ, ὂχι φιλόσοφοι ἐπαγγελματικῶς οὓτως εἰπεῖν ὑποχρεωμένοι ν᾽ ἀμφιβάλλουν καὶ νὰ κρίνουν τὰ πράγματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐστηρῶν καὶ ἀκριβολόγων κανόνων τῆς εὐρέσεως τῆς ἀληθείας. Τὸ διατυπώνουν ἂνθρωποι τῆς δράσεως, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἐπερίμενε κανείς ὃτι αὐτὴ των ἀκριβῶς ἡ δρᾶσις προϋποθέτει κάποιαν πίστιν εἰς αὐτὴν. Το διατυπώνουν ἀκόμη καὶ οἱ κοινοὶ ἂνθρωποι, ποὺ ζοῦν ὂχι καὶ πολὺ συνειδητοποιημένην τὴν ζωήν των.

Τίποτ᾽ ἐπίσης δὲν ἀποδεικνύει ἐκδηλότερον τὴν πτῶσιν τοῦ αἰσθήματος τῆς Ζωῆς, ποῦ χαρακτηρίζει τὴν ἐποχήν μας, τὴν decadence vitale τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, παρ᾽ ὃσον ὃτι ὁ εὐδαιμονισμός του ἒχει σήμερον εἰς μεγάλην ἒκτασιν τὸν χαρακτῆρα ἡδονισμοῦ, —ἑνὸς ἡδονισμοῦ ποὺ δὲν ἀντιπροσωπεύει μίαν οἱανδήποτε κοσμοθεωρίαν, δὲν ἐγκλείει κάποιαν πίστιν εἰς τὴν ἡδονὴν ὡς ἀξίαν· εἶναι κοινός, μυωπικός, εφήμερος, κενὸς σχεδὸν ἀξιολογικῶς. Πηγὴ του εἶν᾽ ἡ κεντρικὴ δυστυχία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ἀνικανοποίητος εἰς τὸ βάθος τῆς ὑπάρξεώς του, ζητεῖ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν της, εἰς τὴν περιφέρειαν, ἓνα ὑποκατάστατον.

Ἡ φιληδονία τῶν περισσοτέρων σήμερον δὲν εἶν᾽ ἐκδήλωσις, εἶναι παραίσθησις ζωτικότητος καὶ πλησμονῆς· ἀπογνώσεως εἶναι πρᾶξις καὶ καμὰτου, φανέρωμα ὀλιγοψυχίας καὶ ἐσωτερικῆς ἀθλιότητος, ἰδιοσυγκρασίας ἀρρωστημένης καὶ ἐξηνλημένης, ὃπως ἡ φιληδονία τῶν φθισικῶν —εἶναι πυρετός, ὂχι θερμότης ζωτική. Δι᾽ αὐτὸ καὶ ζητεῖ τὴν ἱκανοποίησίν της μὲ μέσα τεχνητὰ —δηλαδὴ μὲ μὲσα εὒκολα. Τὰ ναρκωτικὰ εἶναι τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν χαρακτηριστικόν της. Διότι καὶ τὰς ἂλλας ἡδονὰς χρησιμοποιεῖ ὡς ναρκωτικά, διὰ νὰ δημιουργήσῃ μὲ τεχνητὴν διέγερσιν μίαν αὐταπάτην εὐεξίας καὶ δράσεως καὶ ν᾽ ἀναισθητήσῃ ἒτσι τὸν βαθὺν σπαραγμὸν τῆς ψυχῆς μας. Τὴν ψυχήν του, ποὺ πεινᾷ καὶ πονεῖ μέσα εἰς τὸ χάος καὶ τὸν ἲλιγγον τῆς ὑπάρξεώς του, ζητεῖ νὰ χορτάσῃ ὁ σημερινὸς ἂνθρωπος, ὃταν κυνηγᾷ ἀσθμαίνων καὶ ἂπληστος, νὰ δοκιμάσῃ κάθε εἲδους ὑλικὴν ἀπόλαυσιν. Καὶ παραδέρνει ἒτσι ἀνάμεσ᾽ ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ τὸν κόρον, ἀνάμεσ᾽ ἀπὸ πλῆξιν καὶ πύρεξιν …

Αὐτὴν τὴν δυστυχίαν τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ συνειδητοποιήσωμεν ὃλοι μας σήμερον, πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουν πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ καταπιασθοῦν μὲ τὴν λεγομένην κοινωνικὴν δυστυχίαν, ἂν θέλουν νὰ γίνουν ἂξιοι θεραπευταί της. Θὰ προχωρήσουν τότε πρὸς τοὺς δυστυχισμένους ὂχι μὲ τὴν ἒπαρσιν καὶ τὴν ἐγκεφαλικότητα τοῦ ἐξασφαλισμένου. Ὡς ἂνθρωποι θὰ τοὺς πλησιάσουν ἐξ ἲσου ἢ μᾶλλον περισσότερον καὶ βαθύτερον, δυστυχισμένοι· γεμᾶτοι εὐγνωμοσύνην πρὸς αὐτοὺς, διότι τοὺς διευκολύνουν (ἀνεπιγώστως ἲσως, ἀλλ᾽ ἀποτελεσματικῶς) νὰ ἐλαφρύνουν, ἢ νὰ λησμονοῦν ἒστω, τὴν ἰδικὴν των ἐσωτερικὴν δυστυχίαν βοηθοῦντες εἰς τὸν κουφισμὸν τῆς ἐξωτερικῆς ἐκείνων δυστυχίας. Θὰ αἰσθανθοῦν πρὸ παντὸς (καὶ θὰ τὸ αἰσθανθοῦν ἐκ τῆς ἀμέσου ἐπαφῆς πρὸς τοὺς ἀδικημένους τῆς κοινωνίας) ἐκεῖνο ποὺ ἒλεγα καὶ εἰς τὸ προηγούμενον μάθημα: ὃτ᾽ ἡ Δυστυχία δὲν εἶναι φαινόμενον ὑλικὸν, εἶναι κατὰ βάθος ἡθικὸν τραῦμα· αἲρεται (ὁσάκις αἲρεται) οὒτε μόνον οὒτε κυρίως μὲ μέσα ὑλικά, ἀλλά μὲ τὴν ἐπαφὴν ψυχῆς μὲ ψυχήν, μὲ τὴν συναίσθησιν τῆς ἀδελφοσύνης τῶν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ πόνου. Ἒτσι θὰ προστατεύσουν τὸν ἐαυτόν των ἀπὸ τὸ ν᾽ ἀποστειρώσουν ἀπὸ κάθε ψυχικότητα, νὰ βιομηχανοποιήσουν τὸ ἒργον τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας.

Αὐτὴ ἡ δυστυχία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου ἐξηγεῖ ἐπίσης ἐκεῖνο ποὺ ἀνέφερα προηγουμένως: ὃτι τὸ πρόβλημα τῆς Εὐτυχίας εἶναι σήμερον κατ᾽ ἐξοχὴν ἐπίκαιρον πρόβλημα. Διότι μὲ τὴν Εὐτυχίαν συμβαίνει ὃ,τι καὶ μὲ τὴν Ὑγείαν: Δὲν ἐμφανίζεται ὡς πρόβλημα, παρὰ εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὴν ἒχει πλέον καὶ ὃταν δὲν τὴν ἒχῃ. Συνείδησιν τῆς ὑπάρξεώς της λαμβάνεις ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ τὴν ἒχασες, ὁριστικῶς ἢ προσωρινῶς· τόσον αὐτονόητα, τόσον φυσικὰ τὴν χαίρεσαι, ὃταν τὴν ἒχῃς! Ὃπως ὁ ὑγιὴς ἂνθρωπος δὲν λαμβάνει αἲσθησιν τῆς λειτουργίας τῶν ἐσωτερικῶν του ὀργάνων καὶ χυμῶν, —μόνον ὃταν πάθουν κάποιαν βλάβην αἰσθάνεσαι τὸ στομάχι σου, τὰ νεφρά σου, τὰ ἒντερά σου, τὴν κίνησιν τοῦ αἳματος, —ἒτσι καὶ ὁ εὐτυχισμένος: δὲν ἒχει αἲσθησιν τῆς εὐτυχίας του παρ᾽ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ θὰ τὴν χάσῃ. Ἀκόμη καὶ ἂν τὸν ἐρωτήσετε ἂν εἶν᾽ εὐτυχισμένος, σπανίως θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ καταφατικῶς —καὶ τότε πάλιν θ᾽ ἀναφέρεται εἰς μίαν εὐαρέστησιν τῆς στιγμῆς ποὺ ὀνομάζει αὐτὸς εὐτυχίαν, ὂχ᾽ εἰς μίαν κατάστασιν σχετικῆς διαρκείας ὃπως εἶναι πάντοτε ἡ Εὐτυχία. Θὰ διετύπωνα μάλιστα τὸν κανόνα: Εἶσαι τόσον περισσότερον εὐτυχισμένος, ὃσον ὀλιγώτερον τὸ ξέρεις.

Ἒτσι ἐξηγεῖται, ὃτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν ὁρισμὸν τῆς Εὐτυχίας —ὂπως δὲν ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ θετικὸς ὁρισμὸς τῆς Ὑγείας. Πολὺ ὀλιγώτερον ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ ὁ εὐτυχισμένος, ἀφοῦ ποτὲ κανεὶς δὲν εἶδε τὴν ἀκριβὴ ἒκφρασιν τοῦ βλέμματός του: κάθε κοίταγμα εἰς τὸν καθρέπτην σημαίνει ἀκινησίαν καὶ ἐξουδετέρωσιν τῆς ἐκφράσεως —δι᾽ αὐτὸν τὸν λόγον εἶναι τὸ Γνῶθι σαυτὸν τόσο δύσκολον! Δὲν ἠμπορεῖ κἂν νὰ ἰδῇ (νὰ ἰδῇ φυσικὰ κατάβαθα, ὣστε νὰ τὴν ἐννοήσῃ) τὴν εὐτυχίαν του ὁ εὐτυχισμένος καὶ ἂν ἀκόμη τοῦ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν. Κάθε περιγραφὴ τῆς Εὐτυχίας ἑπομένως γίνετ᾽ ἀπ᾽ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τὴν κατέχει, ποὺ δὲν τὴν ἒχει πλέον. Εἶναι περιγραφὴ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀπὸ μνήμης, ἦ δι᾽ ἑτεροπαρατηρησίας. Εἶναι παράδοξον λοιπόν, ἆν εἶναι κατ᾽ ἀνάγκην περιγραφὴ ἀρνητική;

Ὃπως λοιπὸν συμβαίνει μ᾽ ὃλας τὰς θετικὰς ἀξίας ποὺ ἒχουν καθολικότητα, μὲ τὴν Ζωὴν π.χ. ἢ μὲ τὴν Ὑγείαν, καὶ εἰς τὴν Εὐτυχίαν ἀπὸ τὸ μὴ ὂν θὰ ξεκινήσῃ κάθε ἀπόπειρ᾽ ἀκριβεστέρου καθορισμοῦ. Τῆς Ζωῆς τὸ νόημα μᾶς τὸ δίδει ὁ θάνατος, καὶ ἲσως μόνον ὁ θάνατος θὰ ἠμποροῦσε νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ δοκιμάσωμεν κατὰ τὸν ἀρτιώτερον τρόπον τὰ θέλγητρα τῆς Ζωῆς ὡς Ζωῆς. Καὶ τῶν νεκρῶν ἡ μακαριότης δὲν κεῖται εἰς τὴν λήθην τῆς Ζωῆς· κεῖται εἰς τὸ ὃτι, λησμονοῦντες τὰς ἐπὶ μέρους διακυμάνσεις τῆς Ζωῆς, ζοῦν τὴν ζωὴν των (ὁλόκληρον τὴν ζωήν των, ὂχι ἓνα μέρος της μόνον) ὡς ἀνάμνησιν, ὡς περασμένην κατάστασιν· ἒτσι καὶ εἰς τὴν συνείδησίν των κυριαρχεῖ πλέον ἡ Ζωή μόνον μὲ ὃ,τι θετικόν, μὲ ὃ,τι βιώσιμον ἒχει.

Ὣστε καὶ τὴν Εὐτυχίαν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ συλλάβωμεν εἰς ἓνα κάπως καθαρὸν περίγραμμα μόνον ἀναχωροῦντες ἀπὸ τὴν Δυστυχίαν. Τότε καὶ μόνον θὰ συνειδητοποιήσωμεν καὶ τὰς θετικὰς της ἀξίας. Ὃπως καὶ τὰς θετικὰς ἀξίας μιᾶς εἰδυλλιακῆς ἀγροτικῆς σκηνῆς ἐκτιμᾷ ὁ ἂνθρωπος μόνον, ὁ ὁποῖος εἶν᾽ εἰς θέσιν νὰ συνορᾷ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τὸ σκηνικὸν βάθος τῆς συμβατικότητος, τοῦ ψεύδους, τῆς μοχθηρίας καὶ τῆς ἐσωτερικῆς στειρότητος τῆς ζωῆς τῶν μεγαλοπόλεων, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξαίρετ᾽ ἒτσι φωτεινότερα τῶν ἀγροτῶν ἡ εἰρήνη. Αὐτὸ τὸ βάθος εἶναι ποὺ χαρίζει (τοὐλάχιστον εἰς τὰ μάτια μας) ἀξίαν θετικὴν εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἀγροτῶν —αὐτὸ εἶναι κατὰ βάθος τὸ θετικόν. Ἀπὸ τὴν ἀπουσίαν λοιπὸν τῆς Εὐτυχίας πρέπει ν᾽ ἀναχωρήσωμεν, ἀπὸ τὰ θετικὰ καὶ προσιτὰ εἰς διαπίστωσιν καὶ ἐξέτασιν ἐμποδίσματά της, ἀπὸ τοὺς παράγοντας ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ παρουσία προκαλεῖ τὸ αἲσθημα ὃτι σοῦ λείπ᾽ ἡ Εὐτυχία. Μερικοὺς ἀπὸ τοὺς παράγοντας αὐτούς, ἐκείνους ποὺ θεωρῶ σημαντικωτέρους, θὰ ἐξετάσω μὲ ὀλίγα λόγια.

1. Μεταβολὴ καὶ φθορὰ

Τὸ αἲσθημα τῆς Εὐτυχίας εἶν᾽ ἀσυμβίβαστον μὲ τὸ αἲσθημα μιᾶς ἀδιακόπου καὶ ὑπερβολικὰ γοργῆς μεταβλητότητος καὶ φθορᾶς. Διότ᾽ ἡ Εὐτυχία δὲν εἶν᾽ ἁπλῆ εὐαρέσκεια, ὃπως δὲν εἶν᾽ ἓνας πόνος κοινὸς ἡ Δυστυχία. Δὲν συμπτίπτει μὲ τὴν ἡδονήν. Ἡ ἡδονὴ εἶναι καὶ τοπικῶς (κατὰ τὰς ἀνάγκας ποὺ ἱκανοποιεῖ) καὶ χρονικῶς περιωρισμένη· προϋποθέτει μάλιστα —τὸ παρετήρησεν ἢδη ὁ Πλάτων— τὴν δυσφορίαν ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἀνικανοποίητος ἀνάγκη, συνυπάρχει δηλαδὴ ταυτοχρόνως μὲ τὸ ἀντίθετόν της.

Τοὐναντίον ἡ Εὐτυχία καὶ ἡ Δυστυχία δὲν ἀναφέρονται εἰς ὡρισμένον μέρος τῆς ὑπάρξεώς μας, οὒτε εἰς ὡρισμένον μόνον γεγονὸς τῆς ζωῆς μας. [Δυστυχισμένος δὲν εἶναι κανεὶς ὃταν διψᾷ ἢ πεινᾷ ἢ ὃταν τοῦ λείπῃ ὁ ὓπνος κ.λπ., ἀλλ᾽ ὃταν τοῦ λείπῃ κάτι ποὺ θεωρεῖ σημαντικόν, ἀπολύτως ἀπαραίτητον διὰ τὴν ὓπαρξίν του ὁλόκληρον. Ὁ καθορισμὸς αὐτοῦ θὰ γίνῃ σύμφωνα μὲ τὸ νόημα τῆς ζωῆς του.] Στρέφονται περὶ τὴν ὃλην μας ὓπαρξιν, εἶναι μία καθολικὴ κατάστασις τῆς ψυχῆς (ὂχι τοῦ σώματος) καὶ ἀναφέρονται εἰς κάτι οὐσιῶδες διὰ τὴν ζωήν μας ὁλόκληρον. Διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ταυτοχρόνως εὐτυχὴς καὶ δυστυχὴς, ἐνῷ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχὴς καὶ νὰ πονῇ, νὰ εἶναι δυστυχὴς καὶ ὃμως νὰ δοκιμάζῃ συχνὰς καὶ ἐντόνους ἡδονάς.

Ἠμποροῦν βέβαια ἓνας πόνος, μία δυσαρέστησις ἰσχυρὰ ἢ μία στέρησις, ἀναφερόμενα κατ᾽ ἀρχὰς εἰς κάτι μερικὸν, νὰ γίνουν ἀφορμαὶ δυστυχίας· [Τὸ ἀντίθετον εἶναι σπανιώτατον. Μία εὐχαρίστησις δὲν κάνει τὸν ἂνθρωπον εὐτυχῇ, ὁσονδήποτ᾽ ἰσχυρὰ καὶ ἂν εἶναι.] καὶ πάντοτ᾽ ἀπ᾽ ἀφορμὰς μερικὰς προκαλεῖται, ὡς γνωστὸν, ἡ δυστυχία. Ἀλλὰ δυστυχισμένος θὰ εἶν᾽ ὁ ἂνθρωπος, ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ θ᾽ ἀποδώσῃ εἰς τὴν δυσαρέστησιν ἐκείνην σημασίαν δι᾽ ὁλόκληρον τὴν ὓπαρξίν του. Ὁ χαμὸς ἑνὸς ἀγαπημένου σου προσώπου, ὁσονδήποτ᾽ ὀδυνηρὸς καὶ νὰ εἶναι, θὰ εἶν᾽ ἓνας πόνος· δυστυχία θὰ εἶναι διὰ σέ, ἂν ἡ στέρησίς του ἐπισκοτίσῃ ὁλόκληρον τὴν ζωήν σου, ὁλόκληρον τὴν ἀντίληψίν σου περὶ τῆς ἀξίας τῆς Ζωῆς.

Ἐντεῦθεν προκύπτει ὡς θεμελιῶδες χαρακτηριστικὸν τῆς Εὐτυχίας ἢ τῆς Δυστυχίας τὸ αἲσθημα κάποιας σχετικῆς διαρκείας, κάποιας καθολικότητος ὂχι μόνον τοπικῆς, ἀλλὰ καὶ χρονικῆς. Συνηθίζομεν φυσικὰ νὰ λέγωμεν, ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς μεγάλης εὐχαριστήσεως, πὼς εἲμεθα εὐτυχισμένοι —ἀλλὰ μόνον καταχρηστικῶς. Ἀκόμη καὶ ὃσοι κηρύσσουν τὴν ἀρχήν, ὃτ᾽ ἡ Εὐτυχία εἶναι κάτι τὸ στιγμιαῖον, ἀπ᾽ αὐτὴν τὴν σύγχυσιν τῆς Εὐτυχίας μὲ τὴν χαρὰν παρασύρονται: περιορίζουν τὴν ἒννοιαν τῆς Εὐτυχίας εἰς μίαν συγκεκριμένην, μερικὴν τῆς ψυχῆς αἲσθησιν, ἢ ἀδυνατοῦν νὰ συνηθίσουν μὲ τὴν ἰδέαν ὃτ᾽ ἡ Εὐτυχία ἀρνητικῶς μόνον συλλαμβάνεται. Πόσον ὀλίγον ὀρθὴ εἶν᾽ ἡ ἀντίληψις αὐτὴ, πόσον ὀλίγον δηλαδὴ ἀνταποκρίνεται πρὸς ὃ,τι νοοῦμεν ὃλοι ὡς Εὐτυχίαν, τὸ βλέπει κανείς, ἂν ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἰδίαν ἀρχὴν καὶ εἰς τὴν Δυστυχίαν: Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἰσχυρίσθῃ κανείς, ὃτ᾽ ἡ Δυστυχία εἶναι κάτι στιγμιαῖον. Τὸ βλέπεις ἐπίσης, ὃταν ζητήσῃ ν᾽ ἀναπολήσῃ τὴν εὐτυχίαν ποὺ ἒχασε: Ὃταν λέγω: Τί εὐτυχισμένος ποὺ ἢμουν τότε!, δὲν ἀναφέρομαι εἰς μίαν βραχυχρόνιον εὐχαρίστησιν· ἀναφέρομαι εἰς περίοδον κάπως διαρκεστέραν.

Ἀλλ᾽ ὁ χαρακτὴρ τῆς διαρκείας, ποὺ προσιδιάζει εἰς τὴν Εὐτυχίαν-Δυστυχίαν, δὲν ἒχει χρονικὴν μόνον σημασίαν· ἒχει καὶ σημασίαν λογικήν: σημαίνει ταυτοχρόνως καὶ κάποιαν συνέχειαν λογικήν. Αὐτὸς εἶν᾽ ὁ βαθύτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον αἰσθανόμεθα τὴν Εὐτυχίαν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ραγδαίαν μεταβλητότητα καὶ φθορὰν μιᾶς ζωῆς ἐξαιρετικὰ ρευστῆς καὶ ἀποτόμως ἐναλλασομένης εἰς τὰς εὐαρεστήσεις ἢ τὰς δυσαρεστήσεις ποὺ παρέχει. Κάποιαν ἠρέμησιν ἢ ἡρεμαίαν πάντως πορείαν ποθεῖ ἡ ψυχή μας· τὴν ἀπαιτεῖ καὶ τὸ λογικόν μας, ὡς ἀπαραίτητον στοιχεῖον μιᾶς καταστάσεως εὐτυχοῦς.

Τὸ λογικόν μας; Τὸ πρᾶγμα φαίνετ᾽ ἐκ πρώτης ὂψεως παράδοξον. Διότι ἀσφαλῶς δὲν εἶναι τὸ λογικὸν του, μὲ τὸ ὁποῖον ζῇ ὁ ἂνθρωπος τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν δυστυχίαν του· οὒτε τὸ λογικὸν του, τὸ ὁποῖον τοῦ προδιαγράφει τὴν Εὐτυχίαν ὡς μίαν ἀφηρημένην προσταγὴν τοῦ λόγου. Ἡ Εὐτυχία εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον ζῇ ὁ ἂνθρωπος μὲ ὁλόκληρον τὸ εἶναι του, ὡς ἓνα εἶδος ὀργανικοῦ αἰσθήματος, ὡς ἓνα εἶδος ψυχικῆς εὐεξίας. Εἶναι κάτι ζωντανόν καὶ συγκεκριμένον, πολύχρωμον ὃπως ἡ Ζωή, θερμόν ὃπως ἡ πρᾶξις, καὶ πρὸ παντὸς προσωπικόν· καὶ προσωπικὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι κάτι, ποὺ προτάσσ᾽ ἡ λογικὴ σκέψις καὶ ἒχει ἀκριβῶς δι᾽ αὐτὸ καθολικότητα καὶ ἰσχὺν δι᾽ ὃλους. Ἒπειτα ἡ λογικὴ διανόησις μόνον ἀπ᾽ ἒξω ἠμπορεῖ νὰ ἰδῇ καὶ νὰ κρίνῃ τὴν Εὐτυχίαν· διὰ τοῦτο κρίνει κάθε πρᾶξιν γενικῶς σχετιζομένην μὲ τὴν μοῖραν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ἐξωτερικήν της σκοπιμότητα, εἰς τὴν ἀπρόσωπον γονιμότητά της, εἰς τὴν ἀναλογίαν αἰτιῶν καὶ ἀποτελεσμάτων ποὺ παρουσιάζει μὲ ἂλλας. Ὁ λογικὸς στοχασμὸς ἠμπορεῖ νὰ ἐννοήσῃ μόνον τὴν Εὐτυχίαν καὶ νὰ τὴν περιγράψῃ —ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ὑστέρων πάντοτε. Δὲν τὴν προλέγει ποτὲ, οὒτε τὴν δημιουργεῖ —εἰδεμὴ, θὰ ἦτο ζήτημα φιλοσοφικῆς ἐρεύνης ἡ δημιουργία εὐτυχισμένων ἀνθρώπων· θὰ ἦτον ἓνα εἶδος ἐφευρέσεως ἐπιστημονικῆς.

Ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑτέρου δὲν εἶν᾽ ἡ Εὐτυχία κάτι, ποὺ συμπίπτει ἀπολύτως μὲ τὴν μεταβλητότητα καὶ τὴν ἀντιφατικότητα τῶν ἐντυπώσεων, ποὺ μᾶς δίδουν αἱ αἰσθήσεις καὶ ἡ ἂμεσος πεῖρα τῆς Ζωῆς. Ὡς καθολικὸν αἲσθημα ποὺ εἶναι, προϋποθέτει κάποιαν ἐπεξεργασίαν τοῦ ὑλικοῦ τῆς Ζωῆς —τὸ βλέπομεν εἰς τὸ φαινόμενον τῆς Δυστυχίας φυσικά, ὃπου ἠμποροῦμεν ἀμέσως νὰ τὸ μελετήσωμεν, ἐνῷ τὸ φαινόμενον τῆς Εὐτυχίας μόνον ἀναδρομικῶς ἐπισκοποῦμεν. Εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον ὑπὸ μίαν ἒννοιαν ξεπερνᾷ τὴν Ζωὴν, ἀφοῦ τὴν Ζωὴν θέτομεν πολλάκις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Εὐτυχίας. Καὶ κάθε ξεπέρασμα τῆς Ζωῆς, κάθ᾽ ἐπεξεργασία τοῦ ὑλικοῦ ποὺ μᾶς παρέχει, εἶναι κατ᾽ ἀνάγκην ἐνέργεια λογικὴ —διανοητικὴ θὰ ἒλεγ᾽ ἀκριβέστερα.

Κατὰ ταῦτα ἡ Εὐτυχία οὒτε ἀπόλυτον ἀντικειμενικότητα ἒχει —εἰδεμή, θὰ ἠμποροῦσε νὰ προσδιορισθῇ καὶ νὰ δημιουργηθῇ τεχνητῶς. Ἀλλ᾽ οὒτε καὶ εἰς τὰς διακυμάνσεις ἑνὸς ἀπολύτου ὑποκειμενισμοῦ ὑπόκειται· εἶν᾽ μάλιστ᾽ ἀσυμβίβαστος μὲ ζωηρὰς καὶ ἀλόγους διακυμάνσεις. Εἰδεμή, δὲν θὰ ἦτο φαινόμενον ὁλοκληρωτικόν, καὶ δὲν θὰ εἶχε τὸ στοιχεῖον ἐκεῖνο τῆς συνεχείας, ποὺ τὴν διακρίνει ἀπὸ τὴν ἁπλὴν εὐαρέστησιν καὶ τὴν ἀναδεικνύει εἰς ρυθμιστικὸν κριτήριον μιᾶς ὁλοκλήρου πολλάκις ζωῆς.

Ἀπ᾽ αὐτὸ βλέπει κανεὶς πόσον ἐπιπολαία, πόσον πρόχειρα σχηματισμένη εἶν᾽ἡ ἀντίληψις, ἡ ὁποία κηρύσσει, ὃτι εὐτυχισμένος εἶν᾽ ὁ ἂνθρωπος ποὺ φαντάζεται πὼς εἶν᾽ εὐτυχισμένος. Εἶναι σὰν νὰ λέγῃς, ὃτ᾽ ὑγιὴς εἶν᾽ ὁ ἂνθρωπος ποὺ φαντάζεται πὼς εἶναι ὑγιής. Ἰσχύει βεβαίως αὐτὸ μὲ τὴν προϋπόθεσιν τοῦ ταυτισμοῦ εὐτυχίας καὶ εὐαρεστήσεως, καὶ ἰσχύει μόνον ἐφ᾽ ὃσον τὴν εὐαρέστησιν, ποὺ εἶναι πάντοτε κάτι χρονικῶς περιωρισμένον, δὲν ἒρχεται ν᾽ ἀντικαταστήσῃ ἡ δυσαρέστησις καὶ νὰ ταράξῃ τὴν φαντασίαν τοῦ «εὐτυχοῦς», καθὼς ἀκριβῶς μὶα ἐκδήλωσις τῆς λανθανούσης ὡς τώρα νοσηρότητος τοῦ ὀργανισμοῦ διακόπτει τὴν μακαριότητα τῆς πίστεως εἰς τὴν ὑγείαν τοῦ ἀνθρώπου ποὺ φαντάζεται πὼς εἶναι ὑγιὴς χωρὶς νὰ εἶναι. Ἀλλ᾽ἡ Εὐτυχία, ὃπως καὶ ἡ Ὑγεία, δὲν ὑπάγεται μόνον εἰς τὸ δοκεῖν· ὑπάρχει, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε εἰς αὐτὰς κάτι ἀπὸ τὸ εἶναι —ἓνα μέρος φυσικὰ μεγάλον ἢ μικρὸν, τὸ ὁποῖον θὰ τὴν ὑψώσῃ ὑπεράνω τῶν ἐφημέρων μεταπτώσεων καὶ τῶν ἁψιθυμιῶν τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς.

Τὸ νόημα λοιπὸν τῆς Εὐτυχίας κεῖται, ὃπως τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς, εἰς ἓνα εἶδος ἰσορροπήσεως τοῦ ὑποκειμενικοῦ καὶ τοῦ ἀντικειμενικοῦ, τοῦ ζωντανοῦ καὶ τοῦ ἀφηρημένου —ἰσορροπήσεως ποὺ ἒχει αὐστηρῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ καὶ ἒχει ταυτοχρόνως τὴν τάσιν τοὐλάχιστον καὶ τὰ σπέρματα ἀξιῶν καθολικῶν. Πῶς θὰ πραγματοποιήσῃ ἡ κάθε προσωπικότης τὴν ἰσορρόπησιν αὐτὴν, εἶναι τὸ μυστικὸν τῆς μοίρας της, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν ὑστέρων, διὰ τῶν παθημάτων ἢ τῶν κατορθωμάτων της, μᾶς ἀποκαλύπτεται. Ἓνα μόνον γνωρίζομεν: Τὸ ἒργον τῆς ἰσορροπήσεως δυσκολεύεται, καθίσταται ἀδύνατον πολλάκις, ὃταν τὸ ἓνα ἐκ τῶν μερῶν δὲν ἒχῃ νὰ παρουσιάσῃ κάποιαν εὐστάθειαν καὶ κάποιαν κανονικότητα πορείας.

Αὐτὸς εἶν᾽ ὁ λόγος, ποὺ οἱ ἂνθρωποι ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων συνεταύτισαν τὴν Εὐτυχίαν μὲ τὴν εἰρήνην, τὴν γαλήνην, τὴν ἠρεμίαν, εἰς ἐκείνας τὰς μορφὰς τῆς Ζωῆς , εἰς τὰς ὁποίας τὰ γεγονότα τῆς Ζωῆς συνεχίζονται μ᾽ ἓνα στερεότυπον, ἣσυχον, ἁπλοϊκὸν τρόπον, ὃπως π.χ. Εἰς τὴν ζωὴν τοῦ παιδιοῦ ἢ τοῦ ἀγρότου.

2. Τὸ τυχαῖον

Ὃσ᾽ ἀνέπτυξ᾽ ἀνωτέρω καθιστοῦν προφανὲς διατὶ ἡ Εὐτυχία εἶν᾽ ἀσυμβίβαστος ἐπίσης πρὸς τὴν ἀκώλυτον καὶ ἀπόλυτον κυριαρχίαν τοῦ τυχαίου καὶ τοῦ συμπτωματικοῦ εἰς τὴν Ζωήν. Ἓνα μέρος παραλογίας εἶναι πάντοτε πρόθυμος ὁ ἂνθρωπος νὰ δεχθῇ διὰ τὴν ζωήν του, χωρὶς νὰ τὴν θεωρῇ διὰ τοῦτο δυστυχῆ. Ἀλλ᾽ ὂχ᾽ εἰς ὃ,τι ἀφορᾷ τὰ οὐσιώδη γεγονότα τῆς ζωῆς του, ὂχ᾽ εἰς τόσην ἒκτασιν, ὣστε νὰ μὴν εὑρίσκῃ κάποιαν λογικὴν ἀκολουθίαν, κάποιαν τελολογικὴν κυρίως ἀναγκαιότητα, εἰς ὃ,τι τοῦ συμβαίνει. Ἡ Εὐτυχία δὲν νοεῖται παρὰ ὡς μία, σχετικὴ ἒστω, ἐναρμόνισις μεταξὺ τῶν γεγονότων τῆς Ζωῆς, ὃσα δὲν ὀφείλονται εἰς τὰς προσωπικάς μας ἐνεργείας, πρὸς τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς, πρὸς τοὺς τελολογικοὺς κανόνας, ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν κλίμακα τῶν ἀξιῶν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα εἰς τὸ προηγούμενον μάθημα. Ὃταν μοῦ συμβαίνουν πολλὰ ἀπροσδόκητα, παράλογα, ἂσκοπα, ἀσυνάρτητα μεταξύ των λογικῶς καὶ ἠθικῶς —δὲν ἠμπορῶ νὰ θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου εὐτυχῆ. Καὶ εὐχάριστα ὃταν εἶναι, ἠμπορῶ τότε νὰ χαίρω, διότι ἒχω καλὴν τύχην, διότι εἶμ᾽ εὐτυχὴς μὲ τὴν ἀρχαίαν σημασίαν τῆς λέξεως· εὐδαίμων δὲν εἶμαι. Διότ᾽ ἡ Εὐδαιμονία προϋποθέτει κάποιαν μονιμότητα —καὶ αὐτὴν ἐξασφαλίζει κάπως εἰς τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου μόνον ἡ συναίσθησις μιᾶς λογικῆς καὶ ἠθικῆς ἀναγκαιότητος αὐτῶν ποὺ τοῦ συμβαίνουν. Εἰδεμή, αἰσθάνεται ὁ ἂνθρωπος τὸν ἑαυτόν του νὰ γίνετ᾽ ἓνα παθητικὸν παιχνίδι εἰς τὰ χέρια τῆς τυφλῆς Τύχης, —καὶ τυφλὴν θεωροῦμεν τὴν Τύχην, ὃταν ἡμεῖς δὲν βλέπωμεν τὸν λόγον τῶν ἐνεργειῶν της, —ἡ ὁποία ἠμπορεῖ σήμερον ἲσως νὰ μᾶς εἶν᾽ εὐμενής, αὒριον ὃμως ἐξ ἲσου ἀλόγως καὶ ἀναξίως θὰ ἠμποροῦσε νὰ μᾶς δειχθῇ σκληρά. Διὰ τοῦτο εἰς κάθε αἲσθημα εὐτυχίας συμμετέχει πάντα καὶ τὸ αἲσθημα μιᾶς τελολογικῆς ἁρμονίας μεταξὺ ἐκείνων ποὺ μοῦ συμβαίνουν καὶ ἐκείνων ποὺ ἀξίζω σύμφωνα μὲ ὃ,τι εἶμαι (μὲ ὃ,τι δηλαδὴ πιστεύω πὼς εἶμαι), σύμφωνα μὲ ὃ,τι ἐνεργῶ.

3. Ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας

Ἀσυμβίβαστον εἶν᾽ ἐπίσης μὲ τὴν Εὐτυχίαν τὸ αἲσθημα τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας —ὂχι τόσον τῆς ἐξωτερικῆς, ὃσον τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας μιᾶς ἠθικῆς προσωπικότητος, ποὺ θέλει νὰ ἐνεργῇ πάντοτε σύμφωνα μὲ τὴν ἐσωτερικὴν της προσταγὴν, σύμφωνα μὲ τὸ προσωπικὸν νόημα τῆς ζωῆς της. Νὰ ἐνεργῇ λέγω —ὃσον παράδοξον καὶ ἂν φανῇ εἰς ὃσους γνωρίζουν, ὃτι πολλοὶ τὴν Εὐτυχίαν ἐφαντάσθησαν καὶ περιέγραψαν ὡς ἓνα εἶδος μακαρίας ἀναπαύσεως, ὡς ἓνα εἶδος ἀμερίμνου καὶ ἀκινδύνου ἀπραξίας, μιᾶς ρεμβαστικῆς καὶ ὀνειροπόλου ἀκινησίας σώματος καὶ ψυχῆς.

Κατὰ βάθος ἡ ἀντίληψις αὐτὴ τῆς Εὐτυχίας ἐδημιουργήθῃ ἀπὸ τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐτόνισα παραπάνω, ὃτ᾽ ἡ Εὐτυχία εἶν᾽ ἀσυμβίβαστος μὲ γοργὴν καὶ ἂλογον μεταβλητότητα. Τείνει ὃμως ν᾽ ἀποδώσῃ ὑπερβολικὴν σημασίαν εἰς τὸ στοιχεῖον τῆς ἠρεμούσης καταστάσεως, ποὺ ἐνέχ᾽ ἡ Εὐτυχία, παραγνωρίζουσα ὡς ἐκ τῆς ἀποστάσεως —ἂλλωστε τὴν Εὐτυχίαν, εἲπαμεν, ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἀπὸ μνήμης περιγράφομεν— τὸ μέγα ποσὸν πράξεως καὶ κινήσεως (κινήσεως πολλάκις γινομένης χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς δαπανήσεως δυνάμεων, ὂχι χάριν ἀντικειμενικοῦ ἒργου), ποὺ ὑπάρχει εἰς πᾶσαν κατάστασιν εὐτυχίας. Εὖ πράττειν ὠνόμασαν ἂλλωστ᾽ οἱ Ἓλληνες τὴν εὐδαιμονίαν. Ἀλλ᾽ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ καὶ ἡ κίνησις εἶν᾽ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν εὐτυχίαν, ὃταν δὲν ἒχῃ μέσα μας τὴν ἀφετηρίαν της, ὃταν δὲν γίνεται μὲ κάποιαν συνέπειαν ἀναγνωριζομένην ἀπὸ ἡμᾶς, ὃταν προσκρούῃ εἰς ἀντιστάσεις τόσον ἀνυπερβλήτους καὶ ἀλόγους, ὣστε νὰ μᾶς καθιστᾷ ἀδύνατον ὂχι μόνον τὴν νίκην —καὶ χωρὶς τὴν νίκην ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἶν᾽ εὐτυχὴς— ἀλλὰ καὶ τὴν χαρὰν τοῦ ἀγῶνος.

Ἰδίως ὃταν ἒχῃ τὸν χαρακτῆρα καταναγκασμοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον λείπει καὶ ἡ συγκατάθεσις ἒστω τοῦ λογικοῦ μας. Διότ᾽ ἡ συναίσθησις τῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐγώ, —σχετικῆς πάντοτε καὶ διαφόρου ἀναλόγως καὶ τῆς εὐαισθησίας ἑκάστου ἀνθρώπου εἰς τὸ σημεῖον αὐτό,— τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τοὺς ἂλλους ἀνθρώπους, τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν σιδηρᾶν πίεσιν τῆς πραγματικότητος, τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὰς ἀσχημίας καὶ ἀσημαντότητας τοῦ ἑαυτοῦ σου, εἶναι παράγων σημαντικὸς πρὸς δημιουργίαν τῆς λογικῆς καὶ τελολογικῆς ἐκείνης ἁρμονίας μεταξὺ τοῦ Ἐγὼ καὶ τοῦ Οὐκ ἐγώ, ποὺ αἰσθανόμεθα νὰ συνυπάρχῃ περισσότερον ἀνεπίγνωστα παρὰ συνειδητά, εἰς τὴν ψυχὴν κάθ᾽ εὐτυχισμένου ἀνθρώπου.

4. Τὰ σύνορα τῆς ἀτομικότητος

Ὑπάρχει ὃμως καὶ ἓνα ἂλλο εἶδος ἐλευθερίας, τοῦ ὁποίου ἡ στέρησις καταστρέφ᾽ εἰς πολλοὺς τὸ αἲσθημα τῆς εὐτυχίας. Ὂχ᾽ ἡ ἐλευθερία τοῦ Ἐγὼ ἀπὸ τὸ Οὐκ ἐγώ, ἀλλ᾽ ἡ ἐλευθερία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς ἀπὸ τὸ Ἐγώ, ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς ἀτομικότητος. Ἡ ψυχὴ μας εἶναι πλουσιωτέρα πάντοτε ἀπὸ τὴν ὓπαρξίν μας, αἱ δυνατότητες ποὺ αἰσθανόμεθα μέσα μας πολυαριθμότεραι ἀπὸ τὴν πραγματικότητα γύρω μας καὶ μέσα μας. Καὶ αὐτὴ ἡ σύγκρουσις μεταξὺ τῆς ἀπεραντοσύνης τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ πεπερασμένον τῆς ὑπάρξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν σύγκρουσιν ἡ ψυχὴ συντρίβει πολλάκις τὰ πτερά της εἰς τὰ χάλκινα τείχη ποὺ ὑψώνονται γύρω ἀπὸ τὴν ἀτομικότητά μας, εἶναι πηγὴ μεγάλης δυστυχίας. Σοῦ δημιουργεῖ τὸ αἲσθημα τῆς ἐσωτερικῆς μοναξιᾶς, μιᾶς ἀνεκκλήτου ἀπομονώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται μοιραίως κάθε ἂνθρωπος· καὶ εἶν᾽ ἡ μοναξιὰ αὐτὴ ὀδυνηρότερον πολὺ καὶ τελείως ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν μοναξιὰν ἢ τὴν πολυκοσμίαν ποὺ τὸν περιβάλλει. Διότι αἰσθάνεσαι πὼς εἶσαι πάντα μόνος, καὶ μέσα εἰς τὴν πολυκοσμίαν μόνος, μόνος ἀκόμη καὶ ὃταν εὑρίσκεσαι μὲ τὸ πρόσωπον ποὺ περισσότερον εἰς τὸν κόσμον ἀγαπᾷς, καταδικασμένος τὴν ἰδικήν σου ζωὴν νὰ ζῇς, ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου πάντοτε σκοπιὰν νὰ βλέπῃς τὸν κόσμον. Ἒτσι ὁ ἂνθρωπος,

Ὃπως ὁ διωγμένος τ᾽ οὐρανοῦ,
μέσ᾽ στὰ τρίσβαθα ἑνὸς Ἃδη,
στέκει ἀσάλευτος ἁλυσωμένος,
ἀπὸ τὴν κατάρα ἑνὸς Θεοῦ.

Οἱ πολλοὶ δὲν αἰσθάνονται κἂν τὴν πηγὴν αὐτὴν τῆς δυστυχίας· δὲν ἐπροχώρησεν ἡ ἐξερεύνησις τῆς ψυχῆς των ὡς τὰ σύνορα τοῦ ἐγώ των, ὣστε νὰ ἰδοῦν καὶ τὰ τείχη ποὺ τοὺς περιβάλλουν. Ἀλλ᾽ οἱ ἐκλεκτοὶ δὲν θὰ ἦσαν ἐκλεκτοὶ, ἂν δὲν ἐπροχωροῦσαν ὡς ἐκεῖ, ἂν δὲν τοὺς ἒφλεγεν ὁ πόθος νὰ τὰ ξεπεράσουν, νὰ δημιουργήσουν εἰς τὴν ψυχὴν των κατοικητήριον ἀντάξιον τῆς ἀπεραντοσύνης τῶν πτήσεων καὶ τῶν ὁραματισμῶν της. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἐκλεκτοὶ, καὶ ὃταν δὲν εὑρίσκωνται εἰς πόλεμον πρὸς τὸν ἒξω κόσμον, καὶ ὃταν δὲν ἒχουν ἐξωτερικὰς ἀφορμὰς δυστυχίας, εἶν᾽ οἱ αἰωνίως, οἱ βαθύτατα, οἱ ἀνιάτως δυστυχεῖς … Αὐτὸς εἶν᾽ ὁ λόγος ἐπίσης, διὰ τὸν ὁποῖον τῶν ἐκλεκτῶν ὂχ᾽ ἡ εὐτυχία, ἀλλ᾽ ἡ δυστυχία ἀποτελεῖ τὴν πλουσιωτέραν πηγὴν ἐξάρσεως καὶ ἐνισχύσεως, αἰσιοδοξίας καὶ πίστεως. Ὁ στεναγμὸς τῆς δυστυχίας των εἶναι πάντοτε διὰ τοὺς ἂλλους ἡμᾶς ἓνας εὐαγγελισμός, ἓνα μήνυμα ποὺ μᾶς στέλλ᾽ ἡ σπαραγμένη των ψυχὴ ἀπὸ τοὺς ἀπεράντους, τοὺς πανωραίους ὁρίζοντας πέραν ἀπὸ τ᾽ ἀνθρώπινα, τοὺς ὁποίους ἐκείνη μόνον ἠμπορεῖ νὰ ἰδῇ καὶ νὰ εὐαγγελισθῇ…

Κι ἂκουσα τὶς ἁλυσίδες μου
νὰ τὸ σημαδεύουν ταιριασμένα
μέσ᾽ στῆς φυλακῆς τὴ μαύρη τρύπα
τὸ τραγούδι μου, τραγούδι νικητή,
καὶ σκαρφαλωτὸς ἀπὸ τὰ ὓψη μου
ἒρριξα φωνὴ καὶ τὰ εἶπα.

Τὰ εἶπα πρὸς τὸ σκλάβο λαὸ στὰ πόδια μου,
καὶ προφήτης καὶ ζωγράφος καὶ τεχνίτης,
τὰ τεράστια καὶ τ᾽ ἀξήγητα ὃσα εἶδα,
καὶ τὸ μίλημά μου λόγος ἒγινε,
κι ἒγινε κι ὁ λόγος μου ψαλμός,
καὶ χρυσὴ κιθάρα ἡ ἁλυσίδα!

Καὶ μ᾽ἀποκριθήκανε καὶ βόγγηξαν
Καὶ τοῦ κάστρου οἱ ἁλυσίδες καὶ τῶν ἂλλων
ποὺ ἒρρευαν κλεισμένοι ἐκεῖ,
καὶ στοῦ κόσμου μέσα τ᾽ ἁλυσόδεμα
σὰν ξεχωρισμένη μουσική.

Ἀλλ᾽ ἡ τελευταία ἀκριβῶς περίπτωσις μᾶς παρουσιάζει καὶ τὴν βαθυτέραν ἠθικὴν ἀναγκαιότητα, ποὺ κρύπτεται εἰς τὸ φαινόμενον τῆς δυστυχίας καὶ τοῦ πόνου. Δὲν χρησιμεύουν μόνον ὡς μέσον ἐπιστημονικῆς τρόπον τινὰ ἐρεύνης, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ συλλάβωμεν ἀρνητικῶς τὴν ἒννοιαν τῆς Εὐτυχίας. Ὁ πόνος ὁ βαθύς, ὁ πόνος ὁ ἡθικὸς (δηλαδὴ ὁ πόνος ὂχ᾽ ὑπὸ τὴν βιολογικὴν ἒννοιαν), εἶν᾽ ὁ ἀσφαλέστερος, ὁ μοναδικὸς δρόμος πρὸς τὴν αὐτογνωσίαν, εἶν᾽ ὁ μεγάλος διδάσκαλος τοῦ φιλοσοφεῖν. Καταβιβάζει τὸν ἂνθρωπον, μὲ τὸν ἰσχυρὸν κλονισμὸν ποὺ δημιουργεῖ, ὡς τὰ κατάβαθα τῆς ὑπάρξεώς του, τὸν ἀναγκάζει νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του, τὸν μεταφέρει ἀπὸ τὴν περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ καθημερινότης τῆς ἀπροβληματίστου ζωῆς συνήθως τὸν κρατεῖ, μέχρι τοῦ πυρῆνος τῆς ζωῆς του, τῆς ὁποίας τώρα συνειδητοποιεῖ καὶ τὴν ἀξίαν καὶ τὸ νόημα, τώρα ποὺ ἀνακαλύπτει τὸ ἀντικειμενικώτερον, καὶ διὰ τοῦτο προσωπικώτερον, ἐγὼ του. Ὑπ᾽ αὐτὴν τὴν ἒννοιαν δικαίως ὁ πόνος ἐθεωρήθη ἀπὸ τοὺς λαοὺς ὡς μέσον παιδεύσεως τοῦ ἀνθρώπου ὑπὸ τοῦ θεοῦ: πάθος, μάθος. Ἀλλ᾽ ὡς παίδευσις θεϊκὴ ἀποτελεῖ ὁ πόνος κάθαρσιν τῆς ψυχῆς, καὶ κάθε κάθαρσις —τὸ παρέστησεν ἢδη ὁ Ὃμηρος τόσον ὡραῖα καὶ συγκινητικὰ εἰς τὸ Ω τῆς Ἰλιάδος— κάθε κάθαρσις μόνον διὰ τοῦ πόνου συντελεῖται.

Καὶ ἡ ἀληθινὴ Εὐτυχία, ἐκείνη δηλαδὴ ποὺ δὲν εἶναι κυνήγημα τοῦ ἀγνώστου, ἀλλ᾽ ἐπιστροφὴ πρὸς κάτ᾽ ἰδικόν σου, πρὸς τὴν μοῖραν σου, τῆς ὁποίας ἒργον εἶν᾽ ἡ βούλησίς σου, ὂχι τἀνάπαλιν· ὂχι ἀποβίβασις εἰς ἓνα ξένον καὶ ἂγνωστον νησί, ἀλλὰ γυρισμὸς πρὸς τὴν Ἰθάκην —ἡ ἀληθινὴ Εὐτυχία δὲν εἶν᾽ ἡ ἀπόλυτος ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν πόνον· εἰδεμή, θὰ ἦτον εὒκολον νὰ εἶσ᾽ εὐτυχὴς μὲ τὰ ναρκωτικὰ καὶ τὰ ὑπνωτικά, μὲ τὰ τεχνητἀ μεθύσια. Δὲν εἶν᾽ ἡ πλήρης ἀπάθεια —θὰ ἦσαν τότε οἱ λίθοι τὰ εὐτυχέστερα τῶν ὂντων. Εἶναι ἡ λογικότης, ἡ τελολογία τοῦ πόνου, ἡ ὁποία σὲ εισάγ᾽ εἰς τὴν ἠθικὴν ἀναγκαιότητα καὶ τὴν δημιουργικότητα τοῦ πόνου: εἶναι τὸ ὀρθῶς πονεῖν. Δι᾽ αὐτοῦ καὶ μόνου ἡ Εὐτυχία αἰσθητοποιεῖται ὡς κάτι θετικόν, ἀφοῦ θὰ εἶναι κάτι ζωντανὸν— καὶ ζωντανὸν εἶναι πάντοτ᾽ ἐκεῖνο, ποὺ διατρέχει κινδύνους, ποὺ ἒχει συνείδησιν τῆς ὑπάρξεως, τῆς παρουσίας καλύτερα, τῶν κινδύνων. Κατὰ ταῦτα, καὶ μόνον μὲ τὴν σκέψιν καὶ τὴν αἲσθησιν τῆς δυστυχίας (ποὺ εἶν᾽ αἲσθησις τοῦ βάθους τοῦ ἐγώ του) χαίρετ᾽ ὁ ἂνθρωπος τὴν εὐτυχίαν του, ὃπως χαίρεσαι τὴν Ζωὴν ὂχι ὃταν λησμονῇς, ἀλλ᾽ ὃταν συλλογίζεσαι τὸν θάνατον. Διὰ μόνου τοῦ πόνου ἡ Εὐτυχία ἀναδεικνύετ᾽ εἰς ἀξίαν, ἡ ὁποία νὰ ὑπερβαίνῃ τὴν ἁπλῆν βιολογικὴν ἱκανοποίησιν, ὃπως διὰ μόνου τοῦ θανάτου ἀνυψώνεται ἡ Ζωὴ εἰς ἀγαθόν, τὸ μέγ᾽ ἀγαθὸ καὶ πρώτο τοῦ ποιητοῦ.

Μέσα εἰς τὰ τάρταρα τῆς φρίκης καὶ τοῦ σπαραγμοῦ, εἰς τὰ σκότη τοῦ χαμοῦ καὶ τῆς σιγῆς, πρέπει νὰ καταβῇ ὁ ἂνθρωπος, ποὺ θέλει νὰ κατακτήσῃ, νὰ ἐπανακτήσῃ μᾶλλον τὴν εὐτυχίαν του, ὃπως ὁ Ὀρφεὺς τὴν Εὐρυδίκην. Καὶ ἂν ἒχῃς τὸν πλοῦτον καὶ τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς ὁ σπαραγμός σου νὰ γενῇ τραγούδι καὶ ὁ θρῆνος μουσική, θὰ μαλάξῃς τότε (μὴν ἀμφιβάλλῃς) καὶ τῆς Μοίρας-Περσεφόνης τὰ στήθη τὰ στυγνά. Καὶ ἂν ἡ ἀγάπη σου εἶναι βαθύρριζη καὶ ἂδολη, ἀπὸ τὸ θόλωμα τοῦ ὀνείρου καὶ ἀπὸ τοῦ στοχασμοῦ τὸ σκιόφως μαγνήτης ἀκαταμάχητος τὴν ἀνασύρει δυνατὰ πρὸς τῆς ἡμέρας τὸ φῶς. Καὶ ἐλαφροπάτητο τὸ βάδισμα θ᾽ ἀκούῃς τότε (θὰ τὸ αἰσθάνεσαι μᾶλλον μὲ τῆς καρδιᾶς σου τοὺς κτύπους) τῆς Εὐτυχίας ποὺ πανέμορφη σ᾽ ἀκολουθῇ. Περισσότερα νὰ μὴ ζητῇς … Νὰ τὴν ἀγκαλιάσῃς χειροπιαστὰ νὰ μὴ τολμήσῃς· κατάμματα δὲν κάνει νὰ τὴν κοιτάξῃς. Εἰδεμή, θὰ τὴν ἰδῇς βέβαια τὴν Εὐρυδίκην σου· μὰ θὰ τὴν ἰδῇς, σὰν ἀστραπὴ πὼς χάνεται καὶ σβήνει σὰν ἀχνὸς μέσ᾽ ἀπὸ τ᾽ ἀγκαλιάσματά σου. Καὶ θὰ γυρίσῃς τότε μόνος, κατάμονος, χωρὶς τὴν Εὐρυδίκην, πρὸς τὴν Ζωήν, συντροφευμένος ἀπὸ τὴν ὀπτασίαν της, φορτωμένος τὸ ἀσὴκωτον βάρος τοῦ ἀνιάτου, τοῦ ἀσιγάστου πόθου σου πρὸς ἐκείνην. Καὶ θὰ σοῦ φαίνεται λοιπὸν ὁ θάνατος, ὁ κόσμος τῶν σκιῶν ποὺ ζῇ ἐκείνη, πατρίδα σου ἀληθινή, καὶ ἡ γῆ μὲ τὰ καλά της τῆς ξενιτιᾶς ὁ τόπος καὶ τοῦ μαρτυρίου. Θανάτου νοσταλγία τότε θὰ γεμίζῃ, θά πλουτίζῃ θὰ ἐξωραΐζῃ τὴν ψυχὴν σου, καὶ ἡ ζωή σου ὃλη θὰ εἶν᾽ ὃπως τὸ εἶπεν ὁ ἀρχαῖος φιλόσοφος: μελέτη θανάτου.

Αναφορά

 

Advertisements