Φιλοσοφία τῆς Ζωῆς – Κεφάλαιο Α’: «Το νόημα της ζωής»

στις

Ιωάννης Συκουτρής

Τρία μαθήματα εἰς τὴν ἐλευθέραν σχολὴν κοινωνικῆς προνοίας

Φιλοσοφία τῆς Ζωῆς – Κεφάλαιο πρώτο – Το νόημα της ζωής

Σὰν φιλόλογος ποὺ εἶμαι, ἀρχίζω ἀπὸ τὸν καθορισμὸν τῆς ἀκριβοῦς σημασίας τῶν δύο λέξεων: Τό Νόημα τῆς Ζωῆς. Νόημα σημαίνει τὸ περιεχόμενον, τὴν σημασίαν, τὴν ἀξίαν ἢ καὶ τὸν σκοπὸν ἑνὸς πράγματος ἢ μιᾶς πράξεως. Ὃταν ὃλα τὰ μέλη ἑνὸς ἀντικειμένου, ὃταν ὃλα τὰ ἐπὶ μέρους γεγονότα ἑνὸς συνθέτου φαινομένου ἐξετάζωνται ὡς πρὸς τὴν σχἐσιν των πρὸς τὸ ὃλον καὶ τὴν λειτουργίαν των πρὸς ἐπίτευξιν ἑνὸς σκοποῦ συνολικοῦ, τότε λέγομεν ὃτι σητοῦμεν τὸ νόημα τοῦ ἀντικειμένου ἢ τοῦ γεγονότος ἐκείνου. Μία φράσις π.χ. ἒχει νόημα, ὃταν ὃλων τῶν λέξεων αἱ σημασίαι συνεργάζωνται εἰς αποτέλεσιν ἑνὸς ἑνιαίου συνολικοῦ περιεχομένου. Τὸ ἲδιον ἒνας ὀργανισμός, τὸ ἲδιον μία μηχανὴ π.χ. Πάντοτε ὑπόκειτ᾽ ἓνα περιεχόμενον καὶ μία ἀξία, ἀξία ἰσχύουσα ἲσως διὰ τὸ νοοῦντα, διὰ πολλοὺς ἢ δι᾽ ᾽λίγους, ἢ ἰσχύουσα καθ᾽ ἑαυτὴν ἀπολύτως —αὐτὸ εἶν᾽ ἂλλο ζήτημα. Ὁπωσδήποτε νόημα ἒχει ἓνα πρᾶγμα, ἀπὸ τὴν στιγμὴν καθ᾽ ἣν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ συνδέσωμεν πρὸς μίαν ἀξίαν, διανοητικήν, οἰκονομικήν, ἠθικήν, αἰσθητικήν, θρησκευτικὴν κ.λπ. Ἒτσι συχνὰ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξις ὡς συνώνυμον τοῦ ἀξία, καὶ τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς συμπίπτει πολλάκις μὲ τὴν ἀξίαν τῆς Ζωῆς.

Ἀντιθέτως ἡ λέξις Ζωή εἶν᾽ ἐξαιρετικὰ πολυσήμαντος. Ἠμπορεῖ π.χ. νὰ ληφθῇ ὑπὸ τὴν βιολογικήν της ἒννοιαν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν θάνατον, ὃπως ἐμφανίζεται εἰς ὃλα τὰ ὀργανικὰ ὂντα καὶ ἐκδηλώνεται εἰς τὰς δύο θεμελιώδεις ὀργανικὰς λειτουργίας: τῆς αὐτοσυντηρησίας καὶ τῆς ἀναπαραγωγῆς. Ἢ καὶ ὑπὸ τὴν μεταφυσικήν της σημασίαν, ὡς ἓνα θεμελιῶδες φαινόμενον μέσα εἰς τὸ σύμπαν. Ἐπίσης ὡς ζωὴ κοινωνική, εἲτε ὑπὸ τὴν συνήθη χρῆσιν τῆς καθημερινῆς συμβιώσεως ἀνθρώπων, εἲτε καὶ ὑπὸ τὴν ἀνωτέραν μορφὴν τῆς πολιτισμένης ζωῆς —πάντοτε ὃμως ὡς ἓνα φαινόμενον ὁμαδικὸν.

Ὑπ᾽ αὐτὰς τὰς ἐννοίας δὲν χρησιμοποιοῦμεν τὸν ὃρον Ζωή, ὃταν ὁμιλοῦμεν διὰ τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς. Ζωὴ λαμβάνετ᾽ ἐδῶ ὡς ἒννοια ἠθική: ὂχι ὡς ἂμεσος πραγματικότης ποὺ μᾶς περιβάλλει, ἀλλ᾽ ὡς ἰδέα, ὡς ὁ ἀντικατοπτρισμὸς ποὺ ἀφήνει ἡ πραγματικότης τῆς Ζωῆς, τῆς βιολογικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς κοσμολογικῆς, μέσα εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὂντος ἠθικοῦ. Ὃταν ζητοῦμεν τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς, δὲν ζητοῦμεν τὸ νόημα τοῦ ζῆν ἁπλῶς —αὐτὸ δὲν ἒχει ἲσως νόημα, ἢ δὲν εἶναι δυνατὴ ἲσως εἰς τὸν ἂνθρωπον ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα: διατί ὑπάρχει τὸ βιολογικὸν φαινόμενον Ζωή; τὸ πολὺ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς προελεύσεώς της. Ζητοῦμεν τὸ νόημα τοῦ εὖ ζῆν, ζητοῦμεν δηλαδὴ νὰ καθορίσωμεν τὰς άξίας ἐκείνας, τῶν ὁποίων ἡ πραγματοποίησις χαρίζει περιεχόμενον εἰς τὴν Ζωὴν καὶ τὴν καθιστᾶ βιωτήν, τὴν ἀναβιβάζει ἀπὸ φαινόμενον βιολογικόν, κοινὸν καὶ εἰς τὰ σκουλήκια τῆς γῆς, εἰς φαινόμενον ἠθικόν, ἀποκλειστικῶς ἀνθρώπινον.

Συνείδησιν λαμβάνει ὁ ἂνθρωπος τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς του κυρίως εἰς τὰ ἠθικὰς συγκρούσεις, ἐκεῖ ὃπου εὑρίσκεται ὑποχρεωμένος νὰ διαλέξῃ μεταξὺ δύο ἀποφάσεων, μεταξὺ δύο ἀγαθῶν ἢ δύο κακῶν. Ἠμπορεῖ νὰ διαλέξῃ σύμφωνα μὲ τὰ θέλγητρα ἢ τὴν ἐξωτερικὴν ἀναγκαιότητα ποὺ τοῦ παρουσιάζει τὸ καθένα, καὶ τότε θὰ ἒχωμεν ἁπλῆν προτίμησιν, τῆς ὁποίας τὸ κῦρος εἶναι καὶ χρονικῶς καὶ περιπτωσιολογικῶς περιωρισμένον. Ἂν ὃμως διαλέξῃ σύμφωνα μὲ μίαν ἰεραρχικὴν διαβάθμισιν ἀξιῶν, τὴν ὁποίαν ἒχει ἢδη, συνειδητὴν ἢ ἀνεπίγνωστον, χαράξει μέσα του ὁ ἲδιος, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν πάντοτε διαλέγει, ἢ πιστεύει ὃτι πρέπει νὰ διαλέγῃ, διότι τῆς ἀποδίδει σημασίαν ἀπολύτου κριτηρίου —ἂν εἰς τὴν προτίμησιν αὐτὴν κυριαρχῇ ἡ σκέψις, ὃτι τὸ προτιμώμενον εἶναι καὶ τὸ ἀντικειμενικῶς (ἀντικειμενικῶς φυσικὰ δι᾽ αὐτὸν) προτιμητέον, τότ᾽ ἒχομεν προτίμησιν συμφώνως μὲ τὸ νόημα, ποὺ δίδει κανεὶς εἰς τὴν ζωήν του.

Ἒτσι τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς προβάλλει ὡς κάτι συνθετικώτερον, ὁλοκληρωτικώτερον ἀπὸ τὴν ἐπὶ μέρους προτίμησιν, ἀφοῦ ρυθμίζει (ἢ πρέπει νὰ ρυθμίζῃ) ὃλας καὶ πάντοτε τὰς προτιμήσεις. Ὡς κάτι ἐπίσης μακρινώτερον ἀπὸ τὰς ἐπὶ μέρους προτιμήσεις· διότι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ ἑκάστοτε παρόν, ἀλλ᾽ ἀναφέρεται εἰς σκοποὺς εὐρύτερους, ποὺ ἁπλώνονται εἰς μακροτέραν χρονικὴν ἒκτασιν, κρίνονται μὲ μεγάλην προοπτικήν, καὶ περιλαμβάνουν (κατὰ θεωρίαν τοὐλάχιστον) εἰς ἑνότητα, συνεχομένην καὶ χρονικῶς καὶ λογικῶς, ὁλόκληρον τὴν συνειδητὴν ζωὴν τοῦ ἐγώ: παρελθόν, παρὸν καὶ μέλλον. Ἒχει ἐπίσης ἓνα χαρακτῆρα τελικώτερον· ἀφοῦ ὃλ᾽ οἱ ἐπὶ μέρους σκοποὶ τῆς συνειδητῆς τοὐλάχιστον ἐνεργείας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὃλα τὰ μερικὰ κριτήρια, μὲ τὰ ὁποῖα κρίνει ὃσα τοῦ συμβαίνουν χωρὶς τὴν ἐνέργειαν του, ἀνάγονται τελικῶς εἰς αὐτό, καὶ σύμφωνα μ᾽ αὐτὸ ρυθμίζονται τελικῶς ἢ πρέπει νὰ ρυθμίζωνται.

Δι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ σύγκρουσις, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνακύπτει ἢ εἰς τὴν ὁποίαν συνειδητοποιεῖται τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς, ἒχει τὸν χαρακτῆρα ὂχι ἁπλῆς εὐδιαγνώστου συγκρούσεως μεταξὺ ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ, ὂχι περιπτώσεως μερικῆς. Εἶναι σύγκρουσις μὲ γενικώτερον χαρακτῆρα —καὶ ἂς μὴν ἒχῃ ἀκόμη ἐμφανισθῆ εἰς συγκεκριμένην περίπτωσιν. Ἒχει κάτι ἀπὸ τὸ περίπλοκον καὶ ἐπώδυνον μιᾶς συγκρούσεως τραγικῆς. Εἶναι ἡ τραγῳδία τῆς μοίρας κάθε ἀνθρώπου καὶ ἡ τραγῳδία τοῦ χαρακτῆρος του, ἀπὸ τὰς ὁποίας γεννᾶται, ὡς διὰ προστριβῆς, ἡ φωτεινὴ ἐπίγνωσις τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς του.

Αποτέλεσμα εικόνας για Νόημα τῆς Ζωῆς συκουτρής

Εἰς τὴν πρώτην ὁ ἂνθρωπος εὑρίσκεται ὑποχρεωμένος ν᾽ ἀκολουθήσῃ ἓνα καὶ μόνον δρόμον τῆς ἐξωτερικῆς του ζωῆς μεταξὺ πολλῶν, ἐνῷ ἀναγνωρίζει πλήρως, ὃτι καὶ ὁ δρόμος ποὺ ἐδιάλεξε τὸν ὁδηγεῖ ὂχι μόνον πρὸς δυσκολίας, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἁμαρτίας πολλάς, ἐνῷ εἶναι βέβαιος ὃτι καὶ οἱ δρόμοι, ποὺ ἀφῆκεν ὡς ὀλιγώτερον ἀγαθούς, ἒχουν ἓνα πλῆθος ὡραιότητας καὶ ἀνυψώσεις, τὰς ὁποίας χάνει τώρα ὁριστικῶς. Διότι τὸ καλὸν καὶ τὸ κακὸν δὲν παρουσιάζονται εἰς τὸν κόσμον ἂμεικτα μεταξύ των, ὣστε καὶ τὸ διάλεγμά των νὰ εἶναι πρᾶξις ἁπλῆ καὶ εὒκολος. Ἀπεναντίας, εἰς κάθε κακὸν ὑπάρχει τόση πρόσμειξις ἀγαθοῦ, καὶ κάθε ἀγαθὸν συνεπάγεται πολλάκις τὴν παραίτησιν ἀπὸ τόσον πολυάριθμ᾽ ἀγαθά, ὣστε νὰ εἶναι δυσχερὴς ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ ἀπόφασις ὀδυνηρά.

Εἰς τὴν τραγῳδίαν τοῦ χαρακτῆρος πάλιν ἒχει ὁ ἂνθρωπος νὰ δώσῃ προτίμησιν μεταξὺ διαφορετικῶν, ἀντιμαχομένων συνήθως, ὁρμημάτων καὶ ἀξιολογήσεων τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου, ὣστε ν᾽ ἀπαρτίσῃ ἀπὸ τὸ ἐγώ του κάποιαν ἑνότητα, μὲ συνέχειαν καὶ συνέπειαν τὴν ὁποίαν δὲν ἒχει τοῦτο ἐκ φύσεως. Καὶ ἐδῶ ἡ προτίμησις σημαίνει ψαλίδισμα καὶ ἐγκατάλειψιν πλήθους ἀγαθῶν, ἐνταφιασμὸν πόθων ἀπολύτως καθ᾽ ἑαυτοὺς δικαιολογημένων αἰσθητικῶς ἢ ἠθικῶς, παραίτησιν καὶ στέρησιν ἀληθινῶν ἀπόψεων καὶ ὡραίων συγκινήσεων. Καὶ ἐδῶ θὰ θυσιάσῃς ὂχι ἀρνητικὰς —θετικὰς ἀξίας τοῦ ἐγώ σου θὰ θυσιάσῃς (καὶ μὲ τὶ πόνον!), ἂν θέλῃς νὰ κατοχυρώσῃς τὴν ἑνότητά του, ἂν θέλῃς νὰ τὸ σώσῃς ἀπὸ τὰ μάταια πεταλουδίσματα πρὸς τὰ πολλά, ἐπειδὴ γνωρίζεις ὃτι ἑνός ἐστι χρεία. Καὶ τὸ ἓν αὐτὸ εἶν᾽ ἀκριβῶς ὁ τελικός, ὁ ὓψιστος, ὁ ἱεραρχικῶς ἀνώτερος σκοπός, ποὺ θέτει κανεὶς εἰς τὴν ὓπαρξίν του τὴν συνειδητὴν, εἶναι τὸ νόημα τῆς ζωῆς του.

Ἑπομένως τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς δὲν συμπίπτει μὲ τὴν Εὐτυχίαν. Εὐτυχισμένη ἢ δυστυχισμένη, ἀντικειμενικῶς ἢ ὑποκειμενικῶς, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἑνὸς ζώου ἡ ζωή· νόημα ὃμως δὲν ἒχει, ἀφοῦ τὸ νόημα προϋποθέτει συνείδησιν ἠθικήν. Ἒπειτα ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἶν᾽ εὐτυχισμένος ἀπὸ ἒνα γεγονὸς ἢ ἀπὸ κάποιαν του ἐνέργειαν, καὶ ὃμως τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἢ ἡ ἐνέργεια νὰ εἶν᾽ ἀντίθετος πρὸς τὸ νόημα τῆς ζωῆς του, νὰ τὸ αἰσθάνεται καὶ ὁ ἲδιος ὡς ἀντίθετον. Δὲν συμπίπτει ἐπίσης μὲ ὃ,τι συνήθως ἐνεργεῖ ὁ ἂνθρωπος. Ἐνεργεῖ κανεὶς συχνὰ ἐκεῖνο ποὺ ἠμπορεῖ, ἢ ἀντιθέτως ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐλκύει, ἢ ἀντιθέτως· ἐνεργεῖ πολλάκις ἐνεργείας ἀπολύτως οὐδετέρας, ἢ ἀποφεύγει. Ἀλλὰ μόνον ὃταν ἐνεργῶ, διότι ἒτσι πρέπει νὰ ἐνεργῶ —πρέπει ὂχι πάντοτε συμφώνως μ᾽ ἓνα ἐξωτερικῶς, κατὰ σύμβασιν ἢ κατ᾽ ἀνάγκην, ἐπιβαλλόμενον νόμον, ἀλλὰ καθὼς ἡ ἐσωτερική μου φύσις μοῦ προστάσσει ὡς πρέπον— μόνον τότ᾽ ἐνεργῶ σύμφωνα μὲ τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς.

Ἒτσι μὲ τὸ νὰ καθορίζῃ ἓν ἀνώτερον νόημα τῆς ζωῆς του, μὲ τὸ ν᾽ ἀνάγῃ τὸν Βίον είς Λόγον, ὑψώνεται ὁ ἂνθρωπος ὑπεράνω τῆς ζωῆς του, ὑπεράνω τῆς Ζωῆς γενικῶς. Βεβαίως ἀπὸ τὴν Ζωὴν θ᾽ ἀντλήσῃς τὸ νόημα τῆς ζωῆς σου, καὶ χάριν τῆς Ζωῆς θὰ τὸ θέσῃς —ἀλλὰ τὸ ἲδιον τὸ νόημα θὰ εὑρίσκεται, μοιραίως, ἒξω τῆς Ζωῆς, ἀφοῦ μόνον ἒξω τῆς Ζωῆς, εἰς τὸν νοητόν κόσμον τῆς ἰδέας, εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῇ εἰς ἀπόλυτον καθαρότητα καὶ ἡ συνέχεια καὶ ἡ συνέπεια καὶ ἡ ἀξιολογικὴ διαβάθμισις. Ἡ ἀξιολογικὴ κλῖμαξ, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς, στηρίζεται βέβαια εἰς τὴν γῆν· ὑψώνεται ὃμως ὑπεράνω αὐτῆς, χάνεται πρὸς τὸν οὐρανόν, δείχνει πρὸς τ᾽ ἀστέρια, μέσ᾽ ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ διαλέξῃ ὁ ἂνθρωπος τὸ φωτεινὸ ἀστέρι, ποὺ θὰ γίνῃ ὁ ὁδηγητὴς τῆς προσωπικῆς του ζωῆς.

Ἂλλωστε τί ἂλλο σημαίν᾽ ἡ ἀπόφασις τοῦ ἀνθρώπου νὰ χαράξῃ ἓνα νόημα εἰς τὴν ζωήν του, καὶ ὂχι ν᾽ ἀφεθῇ εἰς τὰ ἑκάστοτε ὁρμήματά της, —ὁπότε θὰ ἐδοκίμαζεν ὁλιγωτέρους πόνους καὶ ἀγῶνας, —παρὰ δυσπιστίαν πρὸς τὴν ζωήν, τὴν Vita Femina, ὃπως τὴν περιγράφει ἓνας νεώτερος φιλόσοφος, ἡ ὁποία, περιβεβλημένη τὸν χρυσοκέντητον μανδύαν ὡραίων ὑποσχέσεων καὶ θελκτικῶν δυνατοτήτων, ὃλη ἀντίστασις καὶ ὃλη προκλητικότης, ἐντροπαλὴ μαζὶ καὶ φιλήδονος, γεμάτη συμπονετικὴν τρυφερότητα ἀλλὰ καὶ περιπαίγματα σκληρὰ, ἀκτινοβολεῖ ἀνεξάντλητα κάθε εἶδος γοητείας, μέθης, σαγήνης; Ὁ καθορισμὸς ἀξιολογικῆς διαβαθμίσεως τῶν ἀγαθῶν, ποὺ προσφέρει ἢ ἀρνεῖται, εἶναι τὸ ὃπλον, μὲ τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ ἂνθρωπος νὰ τὴν κατακτήσῃ καὶ νὰ τὴν κυβερνήσῃ. Εἶναι ἡ ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὸν ἑαυτόν του ὃτι δὲν θὰ γίνῃ ὁ ἲδιος δοῦλος καὶ θῦμα τῆς γοητείας καὶ τῶν ἰδιοτροπιῶν της. Μέσον ἐπιθέσεως μαζὶ καὶ ἀμύνης τοῦ ἐγώ, ποὺ εἶναι φύσει (σύμφωνα μὲ τὴν ἒννοιάν του) κάτι ἑνιαῖον καὶ ἀκόλουθον, ἐναντίον τῆς Ζωῆς, ἡ ὁποία ἒχει θεμελιῶδες της γνώρισμα, ἐπικινδύνως ὡραῖον καὶ σαγηνευτικὸν γνώρισμα, τὴν πολυχρωμίαν καὶ τὴν πολυθεΐαν τῶν ἀξιῶν.

Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὸ Νόημα τῆς Ζωῆς εὑρίσκεται ὑπεράνω τῆς Ζωῆς, διὰ τοῦτο εἶν᾽ εἰς τὴν φύσιν του τυπικὸν καὶ ἀφηρημένον, πλαίσιον τρόπον τινὰ καὶ σκελετός, προωρισμένα νὰ γεμίσουν μὲ περιεχόμενον, μὲ χυμοὺς καὶ μὲ σάρκα, ἀπὸ τὴν ἂμεσον συνάντησίν των μὲ τὴν Ζωὴν —καὶ εἲδαμεν: ἡ συνάντησις αὐτὴ δὲν εἶναι πάντοτε φιλική, ἢ μᾶλλον εἶναι σπανίως φιλικὴ καὶ ἀνώδυνος. Καὶ τὸ δυσκολώτερον ἲσα-ἲσα πρόβλημα, ποὺ ἒχει ν᾽ ἀντιμετωπίσῃ ὁ ἂνθρωπος, εἶναι ὂχι νὰ χαράξῃ ἓνα σκοπὸν καὶ ἓνα ἰδεῶδες τῆς ζωῆς του· εἶναι νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὴν τὴν συνάντησιν (τὴν σύνθεσιν θὰ ἒλεγα καλύτερα καὶ συγχώνευσιν) τῆς Ζωῆς καὶ τοῦ Νοήματος τῆς Ζωῆς, τῆς Ζωῆς ὡς ἰδέας καὶ τῆς Ζωῆς ὡς πραγματικότητος.

Δύσκολον εἶναι, διότι ἡ σύνθεσις αὐτὴ μόνον μέσα εἰς ἒνα ἓκαστον ἂτομον, μέσα εἰς τὰ ὃρια ἑνὸς ἐγώ, ἠμπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἓνα Νόημα τῆς Ζωῆς, ὡς κατασκεύασμα ἰδεατόν, εἶναι δυνατὸν καὶ εὒκολον νὰ παραλάβῃς ἓτοιμον ἀπὸ ἂλλους, κατὰ μίμησιν ἢ ἐκ διδασκαλίας ἢ ἐκ παραδόσεως. Τὴν σύνθεσιν ὃμως μὲ τὴν ζωήν σου εἶσ᾽ ὑποχρεωμένος κάθε φορὰν ὁ ἲδιος, ὑπὸ ἰδικήν σου εὐθύνην καὶ μὲ τὴν ἰδικήν σου προσπάθειαν, νὰ φέρῃς εἰς πέρας. Ἀβοήθητος, ἀφειμένος εἰς τὴν μοῖραν σου, εἶσ᾽ ὑποχρεωμένος νὰ πλάσῃς τώρα τὸ ἐγώ σου, νὰ κατακτήσῃς τὴν προσωπικότητά σου. Αὐτὸ ἂλλωστε εἶναι κατ᾽ οὐσίαν ἡ προσωπικότης: Το προϊὸν εἰς ἓκαστον ἂτομον τῆς συνθέσεως μεταξὺ τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς του. Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ, οὒτε μὲ συμβουλὴν οὒτε μὲ συνεργασίαν, νὰ σὲ βοηθήσῃ· διότι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ βλέπῃ καὶ νὰ ζῇ τὰ γεγονότα τῆς Ζωῆς, καὶ τὰ καθολικώτερα, ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν σκοπιὰν τοῦ ἐγώ σου. Μόνος σου, ἐνώπιον ἐνωπίῳ μὲ τὸν Θεόν σου, ὀφείλεις νὰ βαστάσῃς ὂχι μόνον τὸ βάρος τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ἰδανικοῦ σου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀκόμη μεγαλύτερον βάρος τῆς πίστεως εἰς αὐτό. Εἶναι λοιπὸν παράδοξον, ὃτι τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων παραιτεῖτ᾽ ἀπὸ κάθε παρομοίαν προσπάθειαν, μολονότι δὲν λείπουν γύρω των ἡ διδασκαλία, ὁ διαφωτισμός, τὰ παραδείγματα, ἡ θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ παράδοσις;

Προσωπικὸν λοιπὸν ἒχει χαρακτῆρα κάθε ζωντανὸν Νόημα τῆς Ζωῆς —εἶν᾽ ἂλλωστε ἠθική, ὂχι κοινωνικὴ πρᾶξις. Δι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Φιλοσοφία τῆς Ζωῆς δὲν ἒχει τὸν χαρακτῆρα προσκτήσεως γνώσεων καὶ ἀπόψεων, δὲν εἶναι λύσις ἐξωτερικῶν προβλημάτων. Αὐτογνωσία εἶναι εἰς τὴν βαθυτέραν, τὴν ὀδυνηροτέραν σημασίαν τῆς λέξεως, αὐτογνωσία καὶ μαζὶ αὐτοδημιουργία, ἐπίγνωσις τῆς μοίρας σου καὶ διάπλασις αὐτῆς —διάπλασις φυσικὰ μέσα εἰς τὰς δυνατότητας μόνον, ποὺ ἡ ἰδία παρουσιάζει.

Ἀλλ᾽ αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς εἶν᾽ ὑποκειμενικόν. Κάθε ἂλλο! Δὲν θὰ ἦτο κἂν Νόημα τῆς Ζωῆς, θὰ ἦτον ἰδιοτροπία ἢ ἁπλῆ εὐχαρίστησις, ἂν εἶχε χαρακτῆρα ὑποκειμενικόν. Ὁσονδήποτε προσωπικὴ κατάκτησις καὶ ἂν εἶναι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν αἰσθάνεσαι ὃτι ἰδικῆς σου ζωῆς τὸ νόημα εἶναι, ὃμως τὸ αἰσθάνεσαι ὡς κάτι ἀπολύτως ἀντικειμενικόν, κάτι ἀπολύτως δικαιωμένον ἒξω τῆς προσκαίρου σου ὑπάρξεως. Κανὼν διαγωγῆς εἶναι, ποὺ ρυθμίζει ὡς ἀντικειμενικὴ προσταγὴ τὰς ἐνεργείας σου. Εἶναι τῆς προσωπικότητος, ὂχι τῆς ἀτομικότητός σου, τῆς μοίρας σου, ὂχι τῆς ιδιοτροπίας σου, ἡ σταθερὰ ἒκφρασις.

Μία σύνθεσις εἶναι ἀπὸ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν πραγματικότητα τὸ νόημα τῆς ζωῆς σου· ἀλλὰ σύνθεσις καθολικὴ, τελικὴ. Ἑπομένως ὂχι βέβαια τελείως ἀφηρημένη (ὃπως θὰ ἦτον, ἂν ἦτον ἰδέα μόνον ἀμιγὴς), ἀλλὰ σύνθεσις πάντως ἰδανική· ἂρα μόνον κατὰ προσέγγισιν, μεγάλην ἢ μικρὰ προσέγγισιν, πραγματοποιεῖται. Μόλις ἡ προσέγγισις πάει νὰ γίνῃ κτῆσις, αἰσθάνεται ν᾽ ἀνυψώνεται τὸ ἰδανικόν σου πρὸς ἀναβαθμοὺς περισσότερον ὑψηλούς. Ἀνήκουν βέβαια καὶ αυτοὶ κατὰ φυσικὴν καὶ λογικὴν ἀναγκαιότητα εἰς τὴν κλίμακα τῶν ἀξιῶν, ποὺ εἶχες στήσει· ἐδέησεν ὃμως νὰ φθάσῃς τόσον ὑψηλά, διὰ νὰ γνωρίσῃς τὴν ὓπαρξίν των — ὂχι ὃμως καὶ νὰ τοὺς φθάσῃς: τὸ φωτεινὸν ἂστρον, ποὺ σ᾽ ὁδηγεῖ, ξεφεύγει κάθε περίπτυξιν. Ἒτσι ἡ προσωπικότης τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι κάτι στατικόν· κίνησις εἶναι συνεχὴς καὶ ἀτελείωτος πρὸς ἓνα σημεῖον, ποὺ δὲν ἒχει σταθερὰν θέσιν, κατεύθυνσιν μόνον ἒχει σταθεράν.

Εἰς αὐτὴν τὴν διαρκῆ, τὴν διαρκῶς ἀνικανοποίητον κίνησιν, κεῖται τὸ θεμελιῶδες χαρακτηριστικὸν τῆς διπλῆς τοῦ ἀνθρώπου φύσεως, ποὺ εἶναι μαζὶ πεπερασμένη καὶ ἀπέραντος: ἒχει τὴν ἀπεραντοσύνην τῶν πόθων καὶ τῶν ἐπιδιώξεων, ἀλλὰ καὶ δεμένος εἶναι μὲ πεπερασμένην πραγματικότητα, τόσον περισσότερον ὃσον ἀνωτέρα καὶ πλουσιωτέρα εἶν᾽ ἡ φύσις του. Ἐδῶ κεῖται καὶ τὸ μεγαλεῖον του, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀσίγαστος, ἡ ἀνειρήνευτος δυστυχία του, ἡ φαουστική του τραγῳδία: κανένας Παράδεισος δὲν κατορθώνει νὰ τοῦ σβήσῃ τὸν πόθον ἂλλου ὡραιοτέρου, θειοτέρου Παραδείσου. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τώρα τὴν σχετικὴν περικοπὴν ἀπὸ τὸν Παράδεισον τοῦ Dante: Περιγράφει ἐκεῖ ὁ ποιητὴς τὰ ενδιαιτήματα τῶν μακαρίων, τοὺς διαφόρους κύκλους τοῦ Παραδείσου, εἰς τοὺς ὁποίους, διαβαθμισμένοι κατὰ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν, ζοῦν οἱ ἀγαπημένοι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἐκλεκτοὶ τῆς θείας χάριτος. Ἂνισος βέβαια εἶναι καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἡ κατανομὴ τῆς οὐρανίας μακαριότητος, ἀφοῦ ἀνίσως τοὺς ἐπεδαψιλεύθῃ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἀλλ᾽ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐχάρισεν εἰς ὃλους τὴν μεγαλυτέραν εὐτυχίαν: νὰ ξέρουν τὴν ὓπαρξιν τῶν ἀνωτέρων σφαιρῶν, καὶ ὃμως νὰ θέλουν καὶ νὰ ποθοῦν μόνον αὐτὸ ποὺ ἒχουν· τίποτε περισσότερον. Φρουρὸς στοργικὸς ὑψώνεται εἰς τὰς καρδίας καὶ τὰ νοήματα τῶν εὐλογημένων τοῦ Παραδείσου, πάντα νοῦν ὑπερέχουσα, τοῦ Θεοῦ ἡ εἰρήνη. Αὐτὸ εἶναι τὸ παραδεισιακὸν γνώρισμα τῆς μακαριότητος, ἐκείνης ποὺ ὀνομάζομεν οὐρανίαν … Ἀλλ᾽ ἡ ἐπίγειος Ζωὴ δὲν εἶναι Παράδεισος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ποτὲ Παράδεισος· δρόμος μόνον πρὸς τὸν Παράδεισον ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ …

Αναφορά

Advertisements