Απόκοπος του Μπεργαδή… Ένα αινιγματικό ποιητικό όνειρο*

στις

Γιώργος Καλλίνης

Κονδυλοφόρος 13 (2014)
Απόκοπος του Μπεργαδή… Ένα αινιγματικό ποιητικό όνειρο*

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Επιμέλεια δημοσίευσης: Πυθεύς

«Η τέχνη έχει αγωνιστεί» να κάνει τη συνάντηση του ανθρώπου με το «τίποτα» του θανάτου λιγότερο τρομακτική «μεταστοιχειώνοντάς» τη σε «Κάτι», [1] γράφει η Phoebe S. Spinrad. Το θέμα των σπουδαιότερων έργων τέχνης, συνεχίζει, δεν είναι ούτε ο έρωτας ούτε το καθήκον ούτε ο ερωτισμός ούτε ο Θεός, αλλά το τέλος, ένα κάποιο τέλος που θυμίζει το δικό μας τέλος. [2] Ένα τέτοιο σπουδαίο λογοτεχνικό έργο είναι και ο μυστηριώδης [3] Απόκοπος κάποιου «φευγαλέου» [4] Μπεργαδή· ένα μάλλον σύντομο ποίημα από την Κρήτη που αναφέρεται στο δικό μας τέλος και γράφεται στο όριο μεταξύ της μεσαιωνικής και της νεότερης περιόδου της ελληνόγλωσσης λογοτεχνικής παραγωγής. [5]

Η πρώτη έκδοση του Απόκοπου έγινε το 1509, ενώ το ποίημα πιθανολογείται πως γράφτηκε τον προηγούμενο αιώνα. [6] Πρόκειται για την αφήγηση ενός ονείρου που καταλήγει σε κατάβαση στον Κάτω Κόσμο. Φαινομενικώς αναμενόμενο, καθώς ο 14ος και ο 15ος αιώνας είναι η εποχή τόσο των ονειρικών ποιητικών αφηγήσεων στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, [7] κάτι που φαίνεται να οφείλεται και στην ακτινοβολία της διάσημης ερωτικής ονειρικής ποιητικής αφήγησης του 13ου αιώνα Roman de la Rose του Guillaume de Lorris, όσο και της κυριαρχίας της ιδέας του θανάτου. [8]

BodleianDouce195Folio1rGuillaumeDeLorris.jpg

Όμως ο συνδυασμός ονειρικής αφήγησης και κατάβασης στον Απόκοπο αποτελεί μια μάλλον (όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό) κοινότοπη καινοτομία, αφού, παρά την ύπαρξη ήδη από την αρχαιότητα λογοτεχνικών καταβάσεων στον Κάτω Κόσμο, όπως η οδυσσειακή Νέκυια, και λογοτεχνικών ονειρικών ή οραματικών αφηγήσεων, όπως το Somnium Scipionis του Μ.Τ. Κικέρωνα, η σύμπτωση ονείρου και κατάβασης σε λογοτεχνικό κείμενο με τον τρόπο που τη διαχειρίζεται ο Μπεργαδής αποτελεί εξαίρεση. [9] Κι αυτό γιατί, ενώ το ονειρικό πλαίσιο υπήρξε μια συνήθης τεχνική στη λογοτεχνία του ύστερου δυτικού μεσαίωνα, χρησιμοποιούνταν κυρίως στις ερωτικές ποιητικές αφηγήσεις, όπου «το όνειρο είναι ο πιο άμεσος τρόπος για να μεταφερθεί ο εραστής στον περιπόθητο τόπο του έρωτα και να περιγράψει τις ονειρευτές ηδονές και την απόγνωση του ξαφνικού ξυπνήματος». [10] Εξάλλου η «ανάπτυξη του ερωτικού λυρισμού στην Ευρώπη του 13ου και 14ου αιώνα […] είχε ως φυσική συνέπεια την αναζωογόνηση του ερωτικού ονείρου, την ίδια εποχή που τέτοιου είδους όνειρα έκαναν την εμφάνισή τους στην αρθουριανή μυθιστορία». [11] Στη διάδοσή του οφείλονται πιθανότατα τα ποιήματα Ιστορία και όνειρο και Ερωτικόν ενύπνιον (1420-1430;) [12] του Βενετοκρητικού Μαρίνου Φαλιέρου. Φαινομενική είναι συγχρόνως η ομοιότητα του Απόκοπου με δυτικοευρωπαϊκές λογοτεχνικές καταβάσεις, όπου η ονειρική διάσταση της κατάβασης δεν δηλώνεται ρητώς (Dante, Θεία Κωμωδία, 1308-1321) ή η εμπειρία της κατάβασης έχει οραματική διάσταση, [13] ενώ «ο λόγος […] είναι πάντα για ποινές, κολάσεις, τιμωρίες», [14] κάτι που δεν συμβαίνει στον Απόκοπο. Αλλά και η σύνδεση του Απόκοπου με το Il Corbaccio (περ. 1355) του Βοκκάκιου, μιας κατάβασης με θέμα τη διάψευση του ιδανικού του ετεροφυλικού έρωτα, μάλλον αδικεί το ελληνόφωνο ποίημα. [15]

640px-Boccaccio_by_Morghen.jpgΑν και πρόγονοι του Απόκοπου θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα γνωστά ανατολικορωμαϊκά Τιμαρίων ή Περί των κατ’ αυτόν παθημάτων (12ος αιώνας) και η Επιδημία Μάζαρι εν Άδου (1414-1415), [16] εντούτοις οι δύο αυτές λογοτεχνικές ονειρικές καταβάσεις έχουν σατιρικό στόχο λουκιανής έμπνευσης [17] σε αντίθεση με τον Απόκοπο. Εξάλλου τόσο η κατάβαση του Τιμαρίωνα όσο και η αντίστοιχη του Μάζαρι παρουσιάζονται ως «αποτέλεσμα ασθένειας» [18] που οδηγεί τους ήρωες-αφηγητές σε αφασία.

Είναι γεγονός ότι η επίμονη χρήση του τεχνάσματος του ονείρου στη λογοτεχνία του ύστερου μεσαίωνα διαμόρφωσε έναν τύπο με κάποια λίγο πολύ σταθερά χαρακτηριστικά. Για να είναι ένα ποίημα «ονειρική αφήγηση» «πρέπει να περιέχει ορισμένα στοιχεία και συγχρόνως να αποτελεί προϊόν της πρόθεσης ενός ποιητή να ακολουθήσει την παράδοση ή να μιμηθεί ένα μοντέλο». [19] Πιο συγκεκριμένα, να έχει πρόλογο «που συστήνει τον ονειρευόμενο ως ήρωα» και να «ακολουθείται από επίλογο που παρουσιάζει την αφύπνιση του ονειρευόμενου και την καταγραφή του ονείρου σε στίχους». [20]

im51_Jean_de_Meung_dreaming.jpg

Πράγματι, στον σύντομο πρόλογο του Απόκοπου ονειρευόμενος και ήρωας ταυτίζονται: 

Μιαν από κόπου ενύσταξα, να κοιμηθώ εθυμήθην·
έθεκα στο κλινάρι μου κ’ ύπνον αποκοιμήθην.
Εφάνιστή μου…
(στ. 3-5) [21]

Όσο για την ταύτιση του ήρωα-αφηγητή με τον συγγραφέα, αυτή δεν εμφανίζεται στον επίλογο, αλλά στην αρχή της αφήγησης του ονείρου:

και πώς και πότ’ εχάθηκεν εξαπορώ του γράφειν.
(στ. 14. Η υπογράμμιση δική μου)

Πρόκειται λοιπόν για έναν αυτοδιηγητικό αφηγητή [22] που αφηγείται την ονειρική του εμπειρία και μάλιστα γραπτώς εκ των υστέρων σε μια μεταγενέστερη αφήγηση, όπως επιβεβαιώνει η χρήση παρελθοντικών χρόνων, κυρίως του αορίστου και του παρατατικού.

Έτσι το όνειρο αποκτά αφηγηματική συνοχή παρά το μεταφυσικό του περιεχόμενο, παραμένει όμως αινιγματικό, κάτι που επιτείνεται από την απουσία οποιασδήποτε ανησυχίας του ήρωα-αφηγητή που να του προκαλεί ένταση και αϋπνία, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει στη Ρίμα θρηνητική του Ιωάννη Πικατόρου (πιθανόν τέλος του 15ου αιώνα). Απλώς κοιμήθηκε «από κόπου», ακόμη κι αν αυτό το «από κόπου» μπορεί να οφείλεται στην απόγνωση ή στην απελπισία «από τα πράγματα του έρωτα, της ζωής και του θανάτου», όπως προτείνει ο Γιώργος Κεχαγιόγλου. [23] Εξάλλου, παρά την αυτοδιηγητική αφήγηση, ο αφηγητής-συγγραφέας μοιάζει συναισθηματικά/ψυχολογικά εντελώς αμέτοχος στην ονειρική εμπειρία που αφηγείται γραπτώς στο παρόν της αφηγηματικής πράξης. Εκτός από την απορία του για την εξαφάνιση της ελαφίνας που κυνηγούσε, τίποτε άλλο δεν φαίνεται να του κάνει εντύπωση. Τα στοιχεία συναισθηματικής αντίδρασής του αφορούν κυρίως τον ονειρικό κόσμο στον οποίο παίζει τον ρόλο του ήρωα. Θυμάται, λ.χ., τον τρόμο του την ώρα που το δέντρο, όπου έχει ανέβει, αρχίζει να τρέμει και να γέρνει,

και το δεντρόν ηρχίνησεν, ως είδα, να σαλεύη,
να συχνοτρέμη, να χαλά, να δείχνη κάτω να ’ρθη 
κ’ εγώ το φαν εσκόλασα και από του φόβου επάρθην.
(στ. 44-46. Η υπογράμμιση δική μου)

Κ’ εγώ το δειν ετρόμαξα, να κατεβώ εβιάσθην,
αλλ’ ως μελίσσιν εις το φαν, έμεινα εκεί κ’ επιάσθην.
(στ. 53-54. Η υπογράμμιση δική μου)

τον φόβο του, όταν πρωτοαντικρίζει τους νεκρούς,

Kλιτά μ’ εχαιρετήσασιν, ήμερα μ’ εσυντύχαν
κ’ εγώ εκ του φόβου επάρθηκα, τί αποκριθήν ουκ είχα.
(στ. 75-76. Η υπογράμμιση δική μου)

τη συμπόνια του για τους νεκρούς νέους, που ρωτούν με αγωνία για τον Πάνω Κόσμο,

Eίδα τους πώς εκόπτοντα και πώς αναστενάζαν
και ο κόσμος πώς πορεύεται να τους ειπώ μ’ εβιάζαν
και ωσάν εψυχοπόνεσα και κάμποσα ελυπήθην,
ο κόσμος πώς πορεύεται να τους ειπώ εθυμήθην.
(στ. 128-130. Η υπογράμμιση δική μου)

ή τη φρίκη του, όταν περικυκλώνεται από τους νεκρούς που προσπαθούν να τον πείσουν να πάρει τις επιστολές τους:

Tόσοι μ’ εκαταπέσασιν πιττάκια να με δώσουν,
οκ’ έφριξα θωρώντα τους κ’ ετράπην πριν να σώσουν.
(στ. 481-482. Η υπογράμμιση δική μου)

im51_apokopos_219-258.jpg

Μετά από αυτή την τρομακτικά συγκινητική σκηνή ακολουθεί ένας αναπάντεχος, ως έχει, «επίλογος». Είναι άραγε γνήσιος στο σύνολό του ή έστω σ’ ένα μέρος του, παρ’ όλες τις προφανείς επεμβάσεις/αλλοιώσεις; [24] Ή μήπως δεν υπήρχε εξαρχής επίλογος (άρα ο υπάρχων είναι νόθος), γιατί, όπως γράφει ο Στυλιανός Αλεξίου, «η λύση αυτή […] θα ήταν αταίριαστη στον Απόκοπο, θα τον αδυνάτιζε, και θα διέλυε την πένθιμη και υποβλητική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί σ’ όλο το έργο και που κορυφώνεται στο τέλος»; [25] Όπως και να ’ναι, σε έναν επίλογο, σύμφωνα με τη μορφή/τον τύπο που υιοθετεί ο συγγραφέας του Απόκοπου, ο ήρωας θα ξυπνούσε και θα διατύπωνε κάποια «ερμηνευτικά σχόλια για την ονειρική αφήγηση», [26] κάτι που δεν συμβαίνει. [27] Το πρώτο μάλλον δεν είναι απα- ραίτητο, αφού ο ήρωας προφανώς έχει ξυπνήσει, μια που έχει μετατραπεί σε συγγραφέα στο παρόν της αφηγηματικής πράξης. Όσο για την απουσία —εμφανών τουλάχιστον— ερμηνευτικών σχολίων, αυτή επισφραγίζει την αινιγματικότητα του ονείρου, το οποίο «αρνείται να προδώσει το νόημά του». [28] Αν για τμήμα του πρώτου μέρους του ονείρου στον Απόκοπο πηγή αποτελεί η τέταρτη παραβολή της μυθιστορίας Βαρλαάμ και Ιωάσαφ, [29] ή και κάποια μικρογραφική παράσταση εμπνευσμένη από την παραβολή αυτή, [30] στοιχείο που προσδίδει στο μέρος αυτό τη διάσταση της προσωπικής ερωτικής περιπέτειας του ήρωα – αφηγητή – συγγραφέα, όπως υποστήριξε ο Γ. Κεχαγιόγλου, [31] ή τη διάσταση της περιπέτειας της ανθρώπινης ζωής, όπως πρότεινε ο Πάνος Βασιλείου, [32] ποια είναι η ερμηνεία του δεύτερου και σημαντικότερου μέρους του ποιήματος, της συνάντησης του ονειρευόμενου με τους νεκρούς και, το κυριότερο, ποια είναι η λειτουργία της τεχνικής του ονείρου;

Πάντως στις αγωνιώδεις ερωτήσεις των δύο νεκρών νέων για την ύπαρξη του φυσικού κόσμου, του κόσμου των αισθήσεων [33] (ευωδιές και ήχοι, φως και σκότος), η απάντηση έχει ήδη δοθεί στο πρώτο μέρος του ονείρου: ο κόσμος των αισθήσεων δημιουργεί μια ψευδαίσθηση που παγιδεύει τον άνθρωπο κάνοντάς τον να ξεχνά το αναπόφευκτο τέλος, που γι’ αυτό φαντάζει αιφνίδιο, όπως η πτώση του δέντρου όπου είχε ανέβη ο ήρωας – αφηγητής, το οποίο, ενώ φαινόταν να βρίσκεται στο κέντρο ενός λιβαδιού, δεν ήταν παρά στο χείλος ενός γκρεμού που οδηγεί στον Άδη.

im51_Bernt_Notke_Danse_Macabre.jpg

Όσο για την ύπαρξη της κοινωνικής ζωής (εκκλησιασμοί, σεργιάνια και τραγούδια από παιδιά και νέους, γάμοι και γιορτές, εμφανίσεις όμορφων γυναικών, κυνήγια, που ανακαλούνται ως μνημονικές αισθησιακές εικόνες), καθώς και για τη διατήρηση της ανάμνησης των νεκρών από τους ζωντανούς, 

Στον κόσμον, τόν εδιάβαινες, στες χώρες, τές επέρνας,
οι ζωντανοί, οπού χαίρουνται, αν μας θυμούντ’ ειπέ μας·
ειπέ μας, θλίβουνται διά μας και κόπτουνται καμπόσον;
Σαν όντε μας εθάψασιν τάχα λυπούνται τόσον;
(στ. 101-104)

ο ήρωας προβάλλει την εικόνα μιας κοινωνίας, όπου η ύπαρξη κοινωνικής ζωής σημαίνει λήθη,

Άλλοι τον κόσμον χαίρουνται και εσάς ουδέν θυμούνται
(στ. 135)

αφού υπάρχουν χήρες που πηγαίνουν με άλλους ξεχνώντας τους πεθαμένους συζύγους τους

Oι νες, οπού εχηρέψασιν, αλλών χείλη φιλούσιν,
άλλους περιλαμπάνουσιν κ’ εσάς καταλαλούσιν.
(στ. 171-172)

ή που ζητούν παρηγοριά στις εκκλησίες και στους παπάδες,

Aλήθια, μοίραν απ’ αυτές έδειξαν να χηρέψουν,
να κάτσουν εις τα σκοτεινά, άντρα να μη γυρέψουν
και εις ολιγούτσικον καιρόν εβγήκαν να γυρίζουν
και να ξετρέχουν εκκλησιές, τον βιον σας να χαρίζουν.
(στ. 183-185)

ενώ η απόσυρση από την κοινωνική ζωή σημαίνει μνήμη,

και άλλους οι πόνοι δαπανούν, για λόγου σας λυπούνται.
(στ. 136)

αφού υπάρχουν χήρες που ζουν μακριά από τον κόσμο με τη μνήμη του νεκρού

Mα όσες πονούν από καρδιάς και αληθινά χηρέψαν,
κάθουνται εις τα σκοτεινά, άντρα δεν εγυρέψαν
(στ. 197-198)

και μητέρες που ξεχνούν τον κόσμο και θυμούνται μόνο τους γιους τους:

Aντάμα, λέγω τους, μ’ εσάς εχάσασιν το φως τους·
ουδέν θωρούν τά γίνουνται, ουδέ ψηφούν το βιος τους.
Aναστενάζουν ωγιά σας, για λόγου σας λυπούνται,
του κόσμου λησμονήσασιν και εσάς μόνον θυμούνται.
(στ. 233-235) 

Η ιδέα της κοινωνικής ζωής που νοσταλγούν οι δύο νεαροί νεκροί προϋποθέτει τη λήθη, ενώ η εθελοντική περιθωριοποίηση και ο (αθέλητος) θάνατος (όπως ο δικός τους από πνιγμό και της αδελφής τους) ταυτίζονται με τη μνήμη. [34] Η επιστροφή των νεκρών, αν ήταν δυνατή, θα σήμαινε αυτομάτως τη λησμονιά των δικών τους νεκρών, γιατί χωρίς αυτήν η κοινωνική ζωή, όπως την επιθυμούν, θα ήταν αδύνατη.

Γίνεται λοιπόν εμφανές ότι το όνειρο δεν «μιλά για τη χαρά της ζωής», [35] δεν είναι «ύμνος και όραμα της ζωής και της αγάπης» [36] ούτε «βροντοφωνάζει […] προς τον αναγνώστη: CARPE DIEM!», [37] αλλά αφορά τον άνθρωπο και την κοινωνία· το όνειρο ανατέμνει σε βάθος τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συλλαμβάνει τον εαυτό του ως σώμα και ως ψυχή, καθώς ο υλικός κόσμος [38] στο αρχικό τμήμα του ονείρου παρασύρει σταδιακά τον ήρωα από την «επίγεια» μοναξιά του στην υπόγεια «κοινωνία» των νεκρών διά της οποίας αποκαλύπτεται η κοινωνία των ζωντανών.

im51_Wenceslas_Hollar_-_Procession_of_the_Dance_of_Death_(State_1) (1).jpgΟ σωζόμενος «επίλογος» (που υπάρχει στην α΄ έκδοση) περιέργως δεν επιχειρεί να νοηματοδοτήσει την ενύπνια εμπειρία. Σ’ αυτόν οι νεκροί επιστρατεύουν τον θάνατο με τη φοβερή του όψη (τα σκουλήκια τρώνε τις σάρκες και τα μυαλά ξεχύνονται από το κρανίο) ως αποσύνθεση του σώματος,

Τα πόδια τως τα όμορφα τώρα στον Άδην είναι
και τρώγουνται καθημερνόν∙ αλί κρίμαν οπού ’ναι!
Και να περπάτησαν ποτέ και να επιλαλήσαν,
τώρα οπού ’ναι εις την γην σκώληκες τα γυρίσαν.
Τα χείλη κατεμαύρισαν κ’ εκόπην η λαλιά τως,
η κεφαλή των σχίστηκεν κ’ έπεσαν τα μυαλά τως.
(Α, στ. 509-514) [39]

εικόνα φρικτή, που λειτουργεί ως υπενθύμιση για το καθήκον των ζωντανών να κάνουν ελεημοσύνες στη μνήμη των νεκρών τους:

Ειπέ και τας γυναίκας μας, ειπέ και των παιδιών μας
να δώσουσιν πολλών πτωχών ακόμη από τον βιόν μας∙ 
να πέψουσι στες φυλακές ψωμίν, κρασίν και αλεύριν,
για να των έχωμεν κ’ ημείς πολλήν ή ολίγην χάριν.
(Α, στ. 521-524)

Ο υπάρχων «επίλογος» «διαβάζει» τον θάνατο από την πλευρά των ζωντανών, τους οποίους οι νεκροί είτε καλούν να επιδείξουν αυτό που θα λέγαμε με σύγχρονους όρους κοινωνική αλληλεγγύη είτε να φροντίσουν για τη σωτηρία της ψυχής τους, που βρίσκεται σε ένα νεοελληνικό Καθαρτήριο, κατά την άποψη του Manuel Gonzáles Rincón, με τις προσφορές τους. [40]

Επομένως ο «επίλογος» μοιάζει να «προσγειώνει» τον αναγνώστη σε μια κοινοτοπία. Ενώ η ονειρική «μυητική διαδρομή» του ήρωα-αφηγητή, όπως την αποκαλεί ο Γ. Κεχαγιόγλου, [41] κατά την οποία οι μνήμες της επίγειας ζωής [42] οδηγούν στο ερώτημα «πώς μπορείς να ζεις εν κοινωνία χωρίς να λησμονείς τη θνητότητα», προσφέρεται στον/από τον ήρωα-αφηγητή-συγγραφέα προς ερμηνεία, [43] η απάντηση που υπόκειται στην επιλογική παράκληση των νεκρών προς τον ήρωα:

Τούτο σε λέγομεν να πης δίχως των πιττακιών μας,
τον άμετρόν μας τον βλαμμόν τόν έχουν τα κορμιά μας,
α λάχη να πονέσουσιν και να μας λυπηθούσιν,
να ξεζαρώση η χέρα τως και να μας θυμηθούσιν.
(Α, στ. 515-518. Η υπογράμμιση δική μου)

θα μπορούσε να είναι «θυμάσαι τους νεκρούς, όταν βοηθάς στους ζωντανούς». Ή, αφού οι ζωντανοί ξεχνούν, τότε φρόντισε, όσο είσαι ζωντανός, να εξασφαλίσεις τη μετά θάνατον σωτηρία σου. [44] Είναι δυνατόν μια τέτοια συγκλονιστική μεταφυσική εμπειρία να καταλήγει σε ένα τόσο παράταιρο —αφού ούτε καν υπονοείται στο υπόλοιπο ποίημα— «“παραδοσιακό” μήνυμα»; [45]

Το τέχνασμα του ονείρου που χρησιμοποιείται στον Απόκοπο για την προβολή της επίγειας ζωής μέσω μιας μοναχικής πορείας ώς το κοινό μας τέλος δεν έχει ούτε ηθικοδιδακτική ούτε σατιρική λειτουργία. «Το όνειρο», γράφει ο Peter Brown, «επέτρεψε στους συγγραφείς να εξερευνήσουν τις ρίζες τόσο του εαυτού όσο και της κοινωνίας. Σε κάποιο ποσοστό, το λογοτεχνικό όνειρο είναι το σημείο συνάντησης και των δύο, όντας συγχρόνως έντονα ιδιωτικό και ευρέως δημόσιο, προσφέροντας τα μέσα διά των οποίων ο εξωτερικός κόσμος μπορεί να διαβαστεί διά του εσωτερικού. Τα όνειρα, από τη φύση τους, έχουν τη δυνατότητα να δίνουν την αίσθηση της αποσπασματικότητας, την απώλεια της συνέχειας μεταξύ του εαυτού και του εξωτερικού κόσμου, αφού λειτουργούν διά εντυπωσιακών αντιθέσεων, παραμορφώσεων, αντικαταστάσεων, συμπυκνώσεων και εμφανούς ασυναρτησίας. Άρα ένα όνειρο είναι κατάλληλο για την αναπαράσταση και την ανάλυση της αποξένωσης, μιας αίσθησης χαμένης αυθεντίας ή αναζήτησης σχέσεων που αποκρύφτηκαν, που είναι ισχνές ή προβληματικές». [46]

im51_L_arbre_de_Vie_par_Raphaël_Toussaint.jpg

Αν είναι έτσι, τότε η αινιγματική (άνευ επιλόγου) ονειρική εμπειρία της ζωής και του θανάτου θα μπορούσε να αποτελεί έκφραση της εσωτερικής κρίσης του ήρωα, αφηγητή και συγγραφέα του Απόκοπου, που οφείλεται σε μια τάση αποξένωσης της κοινωνίας των ζωντανών από τους νεκρούς της, καθώς «ορισμένοι ιστορικοί του ύστερου μεσαίωνα […] μιλούν για ένα αβάστακτο βάρος υποχρεώσεων, για την υπερβολική επιβάρυνση των ζωντανών από τους νεκρούς», [47] με αποτέλεσμα οι ζωντανοί να αγνοούν τις επιθυμίες των νεκρών. Ίσως όμως να αποτυπώνει την αλλαγή της στάσης του δυτικού ανθρώπου απέναντι στον θάνατο, αυτό που αποκλήθηκε «ατομοποίηση του θανάτου», [48] δηλαδή την ανάδυση της αυτοσυνειδητοποίησης μπροστά στο «τίποτα» που μας περιμένει. [49]

* Πρόκειται για επεξεργασμένη μορφή ανακοίνωσης που παρουσιάστηκε στο Ε΄ Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Θεσσαλονίκη, 2-5 Οκτωβρίου 2014).

1. Βλ. Phoebe S. Spinrad, The Summons of Death on the Medieval and Renaissance English Stage, Columbus, Ohio State University Press, 1987, σ. ix. (Οι μεταφράσεις των ξενόγλωσσων παραθεμάτων είναι δικές μου.)

2. Ό.π., σ. ix-x.

3. Βλ. σχετικά Πάνος Βασιλείου, «Ερμηνευτικές προτάσεις στον Απόκοπο του Μπεργαδή», περ. Ελληνικά, τ. 43 (1993) 125.

4. Γ.Π. Σαββίδης, «Πότε άραγες αρχίζει η νεότερη ελληνική λογοτεχνία;», Τράπεζα πνευματική. 1963-1993, Αθήνα, Πορεία, 1994, σ. 314.

5. Για το θέμα βλ. Γιώργος Δανέζης, «Οι αρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας», περ. Νέα Εστία, τχ. 1788 (Απρ. 2006) 784-788, Νάσος Βαγενάς, «Για τις αρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας», περ. Νέα Εστία, τχ. 1797 (Φεβρ. 2007) 296-313, Στυλιανός Αλεξίου, «Η ορολογία των περιόδων της λογοτεχνίας μας», στα Πρακτικά του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Neograeca Medii Aevi, επιμ. Ν.Μ. Παναγιωτάκης, Βενετία 1993, σ. 60 και Σαββίδης, ό.π.

6. Βλ. Arnold van Gemert, «Λογοτεχνικοί πρόδρομοι», στο Λογοτεχνία και κοινωνία στην Κρήτη της Αναγέννησης, επιμ. David Holton, μτφρ. Ναταλία Δεληγιαννάκη, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1997, σ. 76 και Peter Vejleskov, Introduction, στο Apokopos. A Fifteenth Century Greek (Veneto-Cretan) Catabasis in the Vernacular. Synoptic Edition with an Introduction, Commentary and Index Verborum, Κολωνία, Romiosini, 2005, σ. 38.

7. «Από τα 30 περίπου σπουδαία αγγλικά ποιήματα που συντέθηκαν μεταξύ 1350 και 1400 όχι λιγότερα από το 1/3 είναι ονειρικές ποιητικές αφηγήσεις»· Peter Brown, «On the border of Middle English dream visions», στο Reading Dreams. The Interpretation of Dreams from Chaucer to Shakespeare, επιμ. Peter Brown, Οξφόρδη 1999, σ. 22. Βλ. σχετικά και Kathryn Lynch, The High Medieval Dream Vision. Poetry, Philosophy, and Literary Form, Stanford University Press, 1988, σ. 1.

8. Βλ. Spinrad, ό.π., σ. 1.

9. Για την αντισυμβατικότητα του Απόκοπου βλ. Arnold van Gemert, «Τα χάσματα του Απόκοπου», στο Ενθύμησις Νικολάου Μ. Παναγιωτάκη, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης – Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, 2000, σ. 249, Margaret Alexiou, «Λογοτεχνία και λαϊκή παράδοση», στο Λογοτεχνία και κοινωνία στην Κρήτη της Αναγέννησης, ό.π., σ. 322 και Vejleskov, ό.π., σ. 89-90, 101-102.

10. Arnold van Gemert, Εισαγωγή, στο Μαρίνος Φαλιέρος, Ερωτικά όνειρα, κριτική έκδοση Arnold van Gemert, Θεσσαλονίκη, Βυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, 1980, σ. 42.

11. Manfred Weidhorn, Dreams in Seventeenth-century English Literature, The Hague, Mouton & Co. NV, 1970, σ. 54.

12. Βλ. van Gemert, Εισαγωγή, στο Μαρίνος Φαλιέρος, Ερωτικά όνειρα, ό.π., σ. 20 και Elena Cappellaro, «Συμβολή για τις πηγές των Ερωτικών Ονείρων του Μαρίνου Φαλιέρου (1395-1474)», περ. Σύγκριση/Comparaison, τχ. 19 (2008) 113-130

13. Βλ. Στέλιος Λαμπάκης, Οι καταβάσεις στον Κάτω Κόσμο στη βυζαντινή και στη μεταβυζαντινή λογοτεχνία, Αθήνα 1982, σ. 112-137.

14. Ό.π., σ. 169.

15. Βλ., για παράδειγμα, Elena Cappellaro, «Επιδράσεις του Βοκάκιου στον Απόκοπο του Μπεργαδή (1370-1519)», περ. Σύγκριση/Comparaison, τχ. 15 (2004) 114-131 και Manuel González Rincón, «A reading of Bergadis’ Apokopos. Its boccaccian models and purgatory theology», Erytheia, τ. 5 (2014) 342-352.

16. Για τις ομοιότητές τους βλ. Βασιλείου, ό.π., σ. 170.

17. Βλ. Λαμπάκης, ό.π., σ. 82.

18. Ό.π., σ. 83.

19.J. Stephen Russell, The English Dream Vision.The Anatomy of a Form,The Ohio State University Press, 1988, σ. 2.

20. Ό.π., σ. 5.

21. Τα αποσπάσματα προέρχονται από το Μπεργαδής, ΑπόκοποςΗ βοσκοπούλα, επιμ. Στυλιανός Αλεξίου, Αθήνα, Ερμής, 1979.

22. Βλ. Russell, ό.π., σ. 6.

23. Γιώργος Κεχαγιόγλου, «Απόκοπος», στο Απόκοπος. Απολλώνιος. Ιστορία της Σωσάννης, επιμ. Γιώργος Κεχαγιόγλου, Αθήνα, Ερμής (Λαϊκά Λογοτεχνικά Έντυπα, 1), 1982, σ. 44. Για άλλες ερμηνείες του τίτλου βλ. Rincón, ό.π., σ. 337-342.

24. Βλ. σχετικώς Vejleskov, ό.π., σ. 89-202.

25. Στυλιανός Αλεξίου, «Η κρητική λογοτεχνία την εποχή της Βενετοκρατίας», στο Κρήτη. Ιστορία και πολιτισμός, επιμ. Ν.Μ. Παναγιωτάκης, Ηράκλειο 1988, τ. Β΄, σ. 202. Βλ. και Βασιλείου, ό.π., σ. 168-169.

26. Russell, ό.π., σ. 6.

27. Βλ. Arnold van Gemert, «O Απόκοπος του Μπεργαδή και το τέλος του», στα Πε- πραγμένα του Ε΄ Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ηράκλειο, Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, 1985, τ. Β΄, σ. 393.

28. Κωστής Παπαγιώργης, Περί μνήμης, Αθήνα, Καστανιώτης, 2008, σ. 277.

29. Βλ. Λαμπάκης, ό.π., σ. 167 και Βασιλείου, ό.π., σ. 133.

30. Βλ. Βασιλείου, ό.π., σ. 135-138.

31. Βλ. Κεχαγιόγλου, ό.π., σ. 36-37.

32. Βλ. Βασιλείου, ό.π., σ. 143.

33. Βλ. M. Alexiou, ό.π., σ. 314.

34. Βλ. van Gemert, «Ο Απόκοπος του Μπεργαδή και το τέλος του», ό.π., σ. 389.

35. Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1978, σ. 50.

36. Wim F. Bakker-Arnold F. van Gemert, Εισαγωγή, στο Ιωάννης Πικατόρος, Ρίμα θρηνητική εις τον πικρόν και ακόρεστον Άδην, κριτική έκδοση Wim F. Bakker-Arnold F. van Gemert, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2008, σ. 44.

37. Βασιλείου, ό.π., σ. 172. Βλ. και van Gemert, «Λογοτεχνικοί πρόδρομοι», ό.π., σ. 79.

38. Βλ. Βασιλείου, ό.π., σ. 143.

39. Τα αποσπάσματα του επιλόγου από την έκδοση του P. Vejleskov, Apokopos, ό.π.

40. Βλ. Rincón, ό.π., σ. 302-312.

41. Κεχαγιόγλου, ό.π., σ. 37.

42. «Όσο για το ίδιο το όνειρο, δεν είναι παρά μια “ανάσταση του παρελθόντος” – πα- ρελθόντος δικού μας, το οποίο αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε»· Παπαγιώργης, ό.π., σ. 248.

43. «Το αντίθετο δηλαδή από εκείνο που ισχύει στον ένυπνο άνθρωπο και στο όνειρο, όπου ό,τι τεκταίνεται –και τεκταίνονται πολλά– δεν έχει την προσωπική του σφραγίδα, καθώς, εξαναγκαστικά, παρακολουθεί κατά κανόνα αλλόκοτες παραστάσεις, οικείες όσο και ξένες, χωρίς να γνωρίζει τον ρόλο του εγώ του. Διακρίνει γεγονότα, πρόσωπα, τόπους και αισθήματα, αλλά αδυνατεί να ερμηνεύσει τις προθέσεις και τα βαθύτερα κίνητρα»· Παπαγιώργης, ό.π., σ. 244. Το όνειρο «διεγείρει την περιέργεια και προκαλεί το ενδιαφέρον του κοινού απευθυνόμενο στην κοινή εμπειρία και προσκαλώντας τα μέλη του να γίνουν αναλυτές ή ερμηνευτές»· Brown, ό.π., σ. 25.

44. Βλ. Rincón, ό.π., σ. 368

45. Ό.π., σ. 365.

46. Brown, ό.π., σ. 44.

47. Bruce Gordon – Peter Marshall, «Introduction: placing the dead in late medieval and early modern Europe», στο The Place of the Dead. Death and Remembrance in Later Medieval and Early Modern Europe, επιμ. Bruce Gordon – Peter Marshall, Cambridge University Press, 2000, σ. 8.

48. Βλ. Michel Vovelle, «Les attitudes devant la mort, front actuel de l’histoire des mentalités», Archives de Sciences Sociales des Religions, τ. 39 (1975) 24. 49. Όπως υποστηρίζει ο Phillipe Ariès, Western Attitudes toward Death. From the Middle Ages to the Present, μτφρ. P.M. Ranum, Λονδίνο, Marion Boyars, 1976, σ. 45-46, αυτή η νέα στάση απέναντι στον θάνατο εκδηλώνεται από τον 12ο ώς τον 15ο αιώνα.

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Γιώργος Καλλίνης

academia.edu

Αναφορές στο έργο

Εξαιρετική η παρουσίαση του έργου από την Δημώδη Γραμματεία του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας σε επιμέλεια Ολυμπίας Βρακοπούλου (Επιλογή και επεξεργασία υλικού για την ενότητα) και Δημήτρη Κιτσούλη [(με τη συνεργασία της Ολυμπίας Βρακοπούλου) Σύνταξη εισαγωγής και βιβλιογραφίας-δικτυογραφίας] με σχόλια επεξηγήσεις και φωτογραφικό υλικό ‹σύνδεσμος› από το οποίο αντλήθηκε η εικόνα στο εξώφυλλο της παρούσας δημοσίευσης.

Απόκοπος

Συγγραφέας: Μπεργαδής

Γραμμένος είτε στο πρώτο είτε στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, αλλά τυπωμένος για πρώτη φορά στη Βενετία το 1509, γνώρισε αλλεπάλληλες ανατυπώσεις και έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα αναγνώσματα του νέου ελληνισμού, τουλάχιστον για τους επόμενους τρεις αιώνες. Ο Απόκοπος του Μπεργαδή περιγράφει μια ονειρική κάθοδο στον άλλο κόσμο και αποτελεί το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα της πρώιμης Αναγέννησης στην κρητική λογοτεχνία. Είναι συνθεμένος σε βυζαντινή δημώδη γλώσσα με πολλά στοιχεία του κρητικού ιδιώματος και στις βενετικές εκδόσεις αποτελείται από 556 ζευγαρωτά ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους, ωστόσο το τελευταίο τμήμα του γενικά θεωρείται νόθο.

Στυλιανός Αλεξίου (επιμ.), Μπεργαδής, Απόκοπος. Η Βοσκοπούλα [Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, ΠΟ 15], Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2002, σ. 7-42.

Screen Shot 2018-05-15 at 7.52.22 PM

 ♦♦♦

Screen Shot 2018-05-25 at 2.25.32 PM

Mιαν από κόπου ενύσταξα, να κοιμηθώ εθυμήθην·
έθεκα στο κλινάρι μου κ’ ύπνον αποκοιμήθην.
Eφάνιστή μου κ’ έτρεχα ‘ς λιβάδιν ωραιωμένον, 5
φαρίν εκαβαλλίκευγα σελλοχαλινωμένον·
κ’ είχα στην ζώσιν μου σπαθίν, στην χέρα μου κοντάριν,
ζωσμένος ήμουν άρματα, σαγίττες και δοξάριν·
κ’ εφάνη με οκ’ εδίωχνα με θράσος ελαφίνα·
ώρες εκοντοστένετον και ώρες με βιαν εκίνα. 10
Πουρνόν του τρέχειν ήρχισα τάχα να βάλω χέρα
κ’ έτρεχα ώστε κ’ ετσάκισεν το σταύρωμαν η μέρα·
κ’ ευθύς από τα μάτια μου εχάθηκεν το λάφιν
και πώς και πότ’ εχάθηκεν εξαπορώ του γράφειν.
Λοιπόν το τρέχειν έπαυσα ομοίως και το σπουδάζειν 15
και το ξετρέχειν τ’ άπιαστον και το φαρίν κολάζειν·
και αγάλι-αγάλι επήγαινα, σιγά-σιγά επερπάτουν
τον κόσμον εξενίζουμου, τ’ άνθη και τα καλά του.
Kαι προς την δείλην έσωσα στου λιβαδιού την μέσην
κ’ ηύρα δεντρόν εξαίρετον και ωρέχθην του πεζεύσειν· 20
επεύζευσα εις το δεντρόν κ’ έδεσα τ’ άλογόν μου
και τ’ άρματα εξεζώστηκα, θέτω τα στο πλευρόν μου.
O τόπος, όπου επέζευσα, λέγω εκεί όπου εστάθην,
ήτον του λιβαδιού οφαλός κ’ ήτον γεμάτος τ’ άνθη.
Tο δέντρον ήτον τρυφερόν κ’ είχεν πυκνά τα φύλλα, 25
είχεν και σύγκαρπον αθόν και μυρισμένα μήλα.
Kαι μυριαρίφνητα πουλιά στο δέντρον φωλεμένα
κατά την φύσιν και σκοπόν ελάλειν το καθένα.
Kαι από τα κάλλη του δεντρού, την ηδονήν του τόπου
και των πουλιών την μελωδιάν και ολημερνού του κόπου, 30
ως από βιας ηκούμπησα του περιανασάνω
κ’ εστοχαζόμην το δεντρόν εις την κορφήν απάνω.
K’ εφάνη με είδα εκάθετον μελίσσιν φωλεμένον
κ’ είχε το μέλι σύγκερον, πολύν και συνθεμένον.
Eυθύς τ’ ανέβην ώρμησα και την τροφήν ωρέχθην 35
και το μελίσσι με θυμόν από μακράς μ’ εδέχθην.
Λοιπόν ανέβην το δεντρόν με βιάν πολλήν και κόπον
και όπου ήβλεπα την μέλισσαν, εκάθιζα στον τόπον.
Ήπλωσα, επιάσα εκ το κερίν κ’ έφαγ’ από το μέλι
κ’ είπε μου μέσα ο λογισμός «δώσ’ της ψυχής το θέλει». 40
Έτρωγα και ουκ εχόρταινα, ήρπουν και πάντα επείνουν
και ως πεινασμένος εις το φαν ύστερα πάλι εκίνουν.
K’ η μέλισσα ουκ έπαυεν πάντα να με δοξεύη
και το δεντρόν ηρχίνησεν, ως είδα, να σαλεύη,
να συχνοτρέμη, να χαλά, να δείχνη κάτω νά ‘ρθη 45
κ’ εγώ το φαν εσκόλασα και από του φόβου επάρθην.
Kαι εστοχαζόμην το δεντρόν, τους κλώνους του τριγύρου
και πάλιν μέσα το ‘βλεπα, τις το ‘σειεν εσυντήρουν.
Kαι δυο, μ’ εφάνην, ποντικοί το δένδρον εγυρίζαν,
άσπρος και μαύρος, με σπουδήν του εγλείφασιν την ρίζαν. 50
Eις τόσον το κατέφεραν και έκλινε να πέση,
όθεν η ρίζα την κορφήν εκέλευσε να θέση.
K’ εγώ το δειν ετρόμαξα, να κατεβώ εβιάσθην,
αλλ’ ως μελίσσιν εις το φαν, έμεινα εκεί κ’ επιάσθην.
Kαι το δενδρόν, όπου ήλπιζα να στέκετ’ εις λιβάδιν, 55
ήτον εις φρούδιν εγκρεμνού κ’ εις σκοτεινόν πηγάδιν·
και ως έκλινεν, μ’ εφαίνετο, τον εγκρεμόν εζήτα
κ’ η μέρα πάντ’ ωλίγαινεν κ’ εσίμωνεν η νύκτα.
Kαι απείτις την απαντοχήν της σωτηριάς μου εχάσα,
όθεν εις τέλος έμελλε να καταντήσω επιάσα. 60
Kαι δράκοντα είδα φοβερόν στου πηγαδιού τον πάτον
κ’ έχασκεν κ’ εκαρτέρει με πότε να πέσω κάτω.
Λοιπόν το δέντρον έπεσε κ’ εγώ μετ’ αύτο επήγα
και τα πουλιά επετάξασιν κ’ οι μέλισσες εφύγα
και εφάνη μ’, εκατήντησα στου δράκοντος το στόμα 65
κ’ εμπήκα εις μνήμα σκοτεινόν, εις γην και ανήλιον χώμα.

Kαι εκεί, όπου κατήντησα, στον σκοτεινόν τον τόπον,
όχλον μ’ εφάνην κ’ ήκουσα και ταραχήν ανθρώπων,
δια τό ‘μπα μου να μάχουνται, δια μένα να λαλούσι
και εδόθη λόγος μέσα τους να πέψουσιν να δούσιν 70
τις εις τον Άδην έσωσεν, τις ταραχήν εποίκεν
και τις την πόρταν ήνοιξε δίχως βουλήν κ’ εμπήκεν.
Kαι δύο μ’ εφάνην κ’ ήλθασι μαύροι και αραχνιασμένοι,
ως νέων σκιά και χαραγή, μυριοθορυβουμένοι.
Kλιτά μ’ εχαιρετήσασιν, ήμερα μ’ εσυντύχαν 75
κ’ εγώ εκ του φόβου επάρθηκα, τι αποκριθήν ουκ είχα.
Λέγουν μου: «Πόθεν και από πού; Tις είσαι; Tι γυρεύεις;
Kαι δίχως πρόβοδον εδώ στο σκότος πώς οδεύεις;
Πώς εκατέβης σύψυχος, συζώντανος πώς ήλθες
και πάλιν στην πατρίδα σου πώς να στραφής εκείθες; 80
Oπού στον Άδην κατεβή ου δύναται διαγείρειν·
μόνον η Nεκρανάστασις μπορεί να τον εγείρη.
Tα χνώτα σου μυρίζουσι και τα λινά σου λάμπουν,
να είπες λιβάδιν έτρεχες και μονοπάτια κάμπου:
από τον κόσμον έρχεσαι, των ζωντανών την χώραν! 85
Eιπέ μας αν κρατεί ουρανός κι αν στέκει ο κόσμος τώρα·
ειπέ αν αστράπτει και βροντά και αν συννεφιά και βρέχει
και ο Iορδάνης ποταμός αν κυματεί και τρέχει·
και αν είναι κήποι και δεντρά, πουλιά να κιλαδούσι
και ανέ μυρίζουν τα βουνιά και τα λαγκάδια αχούσιν. 90
Eίναι λιβάδια δροσερά, φυσά γλυκύς αέρας,
λάμπουσιν τ’ άστρη τ’ ουρανού και αυγερινός αστέρας;
Kαι ανέ σημαίνουν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες
και αν γέρνουνται και την αυγήν ν’ άφτουσι τες λαμπάδες.
Παιδιά και να μαζώνουνται νέοι το καλοκαίριν 95
και να περνούν τες γειτονιές κρατώντ’ από το χέριν
και μετά πόθου την αυγήν να παρατραγουδούσι
και σιγανά να περπατούν, με τάξιν να περνούσι;
Γίνουνται γάμοι και χαρές, παράταξες και σκόλες;
Φιλοτιμούνται οι λυγερές τάχα και χαίροντ’ όλες; 100
Στον κόσμον, τον εδιάβαινες, στες χώρες, τες επέρνας,
οι ζωντανοί, οπού χαίρουνται, αν μας θυμούντ’ ειπέ μας·
ειπέ μας, θλίβουνται δια μας και κόπτουνται καμπόσον;
Σαν όντε μας εθάψασιν τάχα λυπούνται τόσον;
Bαστάς μαντάτα και χαρτιά, παραγγελιές θλιμμένων 105
εδώ στον Άδην τον πικρόν και τον ασβολωμένον;
Aνάγνωσέ μας τα χαρτιά και πε μας τα μαντάτα
και είτι στον Άδην έχωμεν, δώσ’ μας τ’ αυτά και να τα!»
Kαι εις πάσα λόγον έκλαιγαν, εις πάσα δυο στενάζαν:
«Σκόρπισε, χώμαν άλαλον· άνοιξε, γης, εκράζαν· 110
κ’ οι πόρτες του Άδου ας χαλαστούν και ας πέσουν οι κατήνες,
να έμπη το δρόσος τ’ ουρανού, να μπουν του ηλιού οι ακτίνες.
Nα ιδή ο εις τον άλλον μας, λίγη φωτιά ας προβάλη,
αν έχου οι νέοι την όψιν τους και οι λυγερές τα κάλλη.

Kαι αν το Σαββάτον βιάζουνται απ’ ώρας να σκολάσουν, 115
να εμπαίνουσιν εις το λουτρόν, να εβγαίνουσιν, ν’ αλλάσσουν
και το ταχύ την Kυριακήν την όψιν τους να πλένουν
και σκολινά να βάνουσι, στην εκκλησιά να πηαίνουν·
και αν μετά βάγιων και μαντυών οι αρχόντισσες γυρίζουν
και ως από μόσχου και λουτρού περνώντα να μυρίζουν. 120
Nα ‘χουν οι αρχόντισσες αυλές, παλάτια και τρικλίνους
και αν έναι θάρρος εις αυτές και υπεριψιά εις εκείνους,
να σύρνουσιν υποταγές, στους κάμπους να τεντώνουν
και με γεράκια και σκυλιά περδίκια να ζυγώνουν.
Kαι αν προτιμεύγουν γέροντες μικροί και ‘κοδεσπότες, 125
ωσάν επροτιμεύγουντα, όντεν εζούμαν τότες».

Eίδα τους πώς εκόπτοντα και πώς αναστενάζαν
και ο κόσμος πώς πορεύεται να τους ειπώ μ’ εβιάζαν
και ωσάν εψυχοπόνεσα και κάμποσα ελυπήθην,
ο κόσμος πώς πορεύεται να τους ειπώ εθυμήθην. 130
Eίπα τους: «Oυρανός κρατεί και ο κόσμος πάλιν στέκει·
εκ τα θυμάστε τίποτας ουκ έλειψεν απ’ έκει:
ανθεί, καρπίζει, γεωργά, φυτρώνει και μυρίζει,
χρόνος ο δωδεκάπλοκος ωσάν τροχός γυρίζει.
Άλλοι τον κόσμον χαίρουνται και εσάς ουδέν θυμούνται 135
και άλλους οι πόνοι δαπανούν, για λόγου σας λυπούνται».
Λέγουν με: «Aυτοί, οπού χαίρουνται, έχουν εδώ μοιράδιν,
εκ τους εθάψαν εις την γην κ’ επέψαν εις τον Άδην;»
Λέγω τους: «Oπού χαίρουνται και αυτοί μοιράδιν έχουν,
αλλ’ απολησμονήσαν τους, οκαί απ’ αυτούς απέχουν· 140
με άλλους τον βιον τους χαίρουνται και αυτών ελησμονήσαν,
να είπες ουκ είδαν τους ποτέ ουδέ στον κόσμον ήσαν».
Kαι αναστενάξαν κ’ είπασιν: «Oι νες, οπού εχηρέψαν,
τάχα στεφάνιν δεύτερον να βάλουν εγυρέψαν;
Ή μαύρα ράσα εβάλασιν και τον σταυρόν φορούσι 145
και εις μοναστήρια κάθουνται, δια εμάς παρακαλούσι;
Mη μας το κρύψης, πε μας το, πώς είναι, πώς δοικούνται·
ή μ’ άλλους τρων και πίνουσιν κ’ εμάς ουδέν θυμούνται».
Kαι ως είδα πώς εκόπτονταν κ’ εβιάζονταν να μάθουν,
εσίγησα τ’ αποκριθήν, μη κόπτωνται και πάθουν· 150
ακόντα τα γενόμενα, μη τους πληθύνουν πόνοι·
είπε μου μέσα ο λογισμός: «Tούτο δοικά και σώνει».
Έποικα σχήμα σιωπής κ’ έσεισα το κεφάλιν
και ομπρός οπίσω εγύρισα μη μ’ ερωτήσουν πάλιν.
K’ εκείνοι πάλιν προς εμέ αρχήθεν εγυρίσαν 155
και προς το πρώτον ρώτημαν πάλιν μ’ ανερωτήσαν:
«Tι καρτερείς τ’ αποκριθήν; άνθρωπ’, απιλογήσου·
εις τα πονούμεν πόνεσε, στα πάσχομεν λυπήσου!»
Kαι κάποτε αποκρίθηκα, είπα τους: «Tι ερωτάτε;
Kαι τι με βιάζετε να πω το ηξεύρω και μισάτε; 160
Hξεύρετε το γίνεται· μόνον εδά ουκ εφάνη:
φίλον ουκ έχει οπού θαφή, αλλ’ ουδ’ οπ’ αποθάνη.
Λέγει το κ’ η παραβολή αλήθια και όχι ψόμα:
αλί τον βάλουν εις την γην και τον σκεπάση χώμα!
Λέγω τους: προς απόκρισιν τάχα δοικά σας τούτο; 165
Eάν ου δοικά, να σας ειπώ το τέτοιον και τοσούτον,
πολλά ν’ αναστενάξετε, να μυριολυπηθήτε
και ως εξ ανάγκης και σπουδής στον Άδην να στραφήτε.
Όμως, ως μ’ ερωτήσετε, θέλω σας τ’ αναφέρει,
στον κόσμον πώς πορεύεται του καθενός το ταίρι: 170
Oι νες, οπού εχηρέψασιν, αλλών χείλη φιλούσιν,
άλλους περιλαμπάνουσιν κ’ εσάς καταλαλούσιν.
Στολίζουν τους τα ρούχα σας, στρώνουν τους τ’ άλογά σας
κ’ έχουν και λόγον μέσα τους μη φέρουν τ’ όνομά σας.
Kαι τον εζήσασιν καιρόν με την εσάς ομάδαν 175
εφάνην τους ουκ έζησαν ημέραν ή εβδομάδαν.
Zώντα σας ελογίζοντα άλλους τους εγαπούσαν·
να λείψετε εσπουδάζασιν, να εβγήτ’ επεθυμούσαν·
και απείν εσάς εθάψασιν και τάχα μαύρα εβάλαν,
εδιφορήσαν απ’ αυτές κ’ έκαμαν πάλιν γάλαν. 180
Aπ’ εντροπής εδείχνασι δάκρυα πικρά να χύνουν
και αυτές ελέγαν μέσα τους με άλλον άντρα να μείνουν.
Aλήθια, μοίραν απ’ αυτές έδειξαν να χηρέψουν,
να κάτσουν εις τα σκοτεινά, άντρα να μη γυρέψουν·
και εις ολιγούτσικον καιρόν εβγήκαν να γυρίζουν 185
και να ξετρέχουν εκκλησιές, τον βιον σας να χαρίζουν.
Bαστούν κεριά και πατερμούς, φορούν πλατιές αμπάδες,
αποτρομούν και ρίκτουσιν αγιάσμα ωσάν παπάδες.
Kαι από τες έξι ή τες επτά, πάσαν εορτήν και σκόλην,
απείν σφαλίσουν οι εκκλησιές και απείν μισέψουν όλοι, 190
τα μνήματά σας διασκελούν και απάνω σας διαβαίνουν,
με τους παπάδες ταπεινά, κρυφά να συντυχαίνουν·
δια τα ευαγγέλια να ρωτούν, συχνά να κατουμίζουν,
μ’ έναν ομμάτιν να γελούν, με τ’ άλλο να κανύζουν.
Ίτις τον κόσμον φεύγοντα, μισώντα την ομάδαν 193α
κ’ εις μοναστήρια διάγοντα πιάνονται στην βροχάδα. 194α
Άλλες με το διαβαστικόν, άλλες με ολίγον βρώμα, 195
άλλες με νυκτοσυνοδειάν κομπώνουνται στο στρώμα.
Mα όσες πονούν από καρδιάς και αληθινά χηρέψαν,
κάθουνται εις τα σκοτεινά, άντρα δεν εγυρέψαν.
Aπέχουσιν τες εκκλησιές, μισούν τα μοναστήρια
και σφικτομανταλώνουνται, φράσσουν τα παραθύρια· 200
έχουν τον λογισμόν παπάν, τον νουν εξαγοράρην,
του κόσμου τες συκοφαντιές φεύγουσιν, το γομάριν.
Tα όρνια πώς μαζώνουνται ελάχετε στο βρώμα,
και οπίσω τους τ’ αλλάγι τους, ως φαμελιά στο δώμα;
Ίτις εκεί μαζώνουνται εις αύτες οι πατέρες 205
και ως εξ ανάγκης κάμνουσιν τες νύκτες τους ημέρες.
Nα τες κινήσουν πολεμούν, να τες ξεβγάλουν πάσχουν
και άκουσε τι εν το λέγουσιν και τι έναι το διδάσκουν:
«Kυρά, και είντα σε φελά να κάθεσαι στο σπίτιν
και να ‘σαι εις τα σκοτεινά, σαν όρνιθα στην κοίτην; 210
Kυρά, κατέβα εκ τα ψηλά, κατέβ’ από τ’ ανώγεια
και πήγαινε στην εκκλησιάν, ν’ ακούς Θεού τα λόγια!
Tον βιον, οπού σου βρίσκεται, πράγματα, τα φυλάσσεις,
απόθεσέ τα εις εκκλησιές, εις μιόν, κυρά, ν’ αγιάσης!
Mη σε πλανέση συγγενής, φίλος μη σε κομπώση! 215
Xαρά, οπού βάλ’ εις εκκλησιά κ’ έχει πτωχού να δώση!»
Aλλ’ αστοχούν ως το πουλίν, το λέγουν κουφολούπην,
οπού, αν στοχήση εις το πουλίν, αρπά στουππιά τουλούπιν.
Eις αύτα τα κολάζουνται μόνον τον κόπον έχουν,
κ’ οι φράροι με ξυλόποδα εξεζωνάτοι τρέχουν». 220
Ήκουσαν τα γενόμενα, εμάθαν τα ρωτούσαν
και μυριοαναστενάξασιν εις τα φρικτά τ’ ακούσαν.
Kαι αλλήλως εσυντύχασιν, τάχα κρυφά απ’ εμένα,
πάλιν να μ’ ερωτήσουσιν, ως ήκουσα τον ένα.
Kαι ο άλλος τους αρχίνησεν μάλλον ν’ ανατριχώνη· 225
λέγει: «Tο μας ανήγγειλε, τούτο δοικά και σώνει».
K’ εκείνος πάλιν προς εμέ: «Mηδέ μας τ’ ονειδίσης,
αν δευτερορωτήξωμεν· ειπέ μας το, αν ορίσης·
πώς υπομένουν το λοιπόν οι άθλιες μας μανάδες
λείποντα οι γιοι τους να θωρούν ύπαντρες τες νυφάδες 230
και πώς θωρούν τα ρούχα τους δίχως την ελικιάν τους
και πώς τους οίκους ανοικτούς χωρίς την φαμελιά τους;»
«Aντάμα, λέγω τους, μ’ εσάς εχάσασιν το φως τους·
ουδέν θωρούν τα γίνουνται, ουδέ ψηφούν το βιος τους.
Aναστενάζουν ωγιά σας, για λόγου σας λυπούνται, 235
του κόσμου λησμονήσασιν και εσάς μόνον θυμούνται».

Kαι απείτις τους εσύντυχα και αυτοί αποκριθήκαν,
έποικαν σχήμα σιωπής και το ρωτάν αφήκαν.
Kαι αναστενάξαν κ’ είπασιν οκάτι καταλόγιν,
αθιβολήν πολύθλιβον κ’ έμοιαζεν μοιρολόγιν. 240
Άκουσε τι εν το λέγασιν και τι ‘ν το τραγουδούσαν
και πώς, όσον το λέγασιν, δακρύων ουκ εφυρούσαν:
«Xριστέ, να ράγην το πλακί, να σκόρπισεν το χώμα,
να γέρθημαν οι ταπεινοί από τ’ ανήλιον στρώμα!
Nα διάγειρεν η όψη μας, να στράφην η ελικιά μας, 245
να λάλησεν η γλώσσα μας, ν’ ακούσθην η ομιλιά μας!
Στον κόσμον να πατήσαμεν, στην γην να περπατούμαν
και να καβαλλικεύγαμεν, γεράκια να βαστούμαν·
και πριν εμάς να σώσασιν στους οίκους τα ζαγάρια,
να δόθην λόγος κ’ έρχουνται οι λείποντες – καθάρια, 250
να ‘δαμεν τις να ξέβηκεν εις συναπάντησίν μας
και τις να μας εδέχθηκεν στην πόρταν της αυλής μας·
αν κατ’ αλήθειαν εύραμεν όρκους, τους μας ελέγαν:
«Mα τον ουράνιον βασιλιά, τον ποιητήν και μέγαν,
αν έπαιρνεν κατάλλαμαν, αντίσηκον ο Xάρος, 255
ψυχήν, σώμα για λόγου σας να δώκαμεν με θάρρος».
Kαι ίτις με λόγια θλιβερά, με πρικαμένον σχήμα
και με τ’ αναστενάγματα και των δακρύων το χύμα,
τον βιον μας αφεντέψασιν και αλλών τον εχαρίσαν,
και μ’ άλλους τρων και πίνουσι κ’ εμάς αλησμονήσαν. 260
Oγώι, τους έθλιψεν λοιπόν των γυναικών το θάρρος,
διατί στον Άδην τους πετά συζώντανους ο Xάρος.
Kαι οπού τα δάκρυα τους ψηφά, τα λόγια τους πιστεύγει,
τ’ αγρίμια ‘ς λίμνην κυνηγά κ’ εις τα βουνιά ψαρεύγει.
Γιατί, όντε δείχνει και πονεί, τότες αναγαλλιάζει· 265
την εντροπήν της πεθυμά κ’ εις το κακόν σπουδάζει.
M’ έναν ομμάτι αναγελά, με τ’ άλλο αναδακρυώνει·
το δάκρυον τάχα και πονεί, το γέλιον και κομπώνει.
Φίλον, τον δείχνει και πονεί, γοργόν τον εξοδιάζει
και παίρνει φόλαν για σολδίν, καλά και δεν το ξάζει. 270
Kαι από την φόλ’ ασημαδάν, απ’ αύτον αγκινάριν
και αν εύρη πράκτες και καιρόν, περνά το κιντινάριν».
Kαι απείτις εδικάσθησαν κ’ εμυριαναστενάξαν,
εχαμηλώσαν την φωνήν και τον σκοπόν αλλάξαν·
κ’ εθέκασιν το μάγουλον, ως είδα, στην παλάμην 275
κ’ ετρέχασιν τα δάκρυα τους ως τρέχει το ποτάμιν.

Kαι ως είδα εγώ την λύπην τους, την έδειξαν οπίσω,
μ’ έδοξεν τότε ο λογισμός να τους αναρωτήσω·
λέγω τους: «Πόθεν και από πού και τούτο πώς ομάδιν
και πότες εκατέβητε και τι καιρόν στον Άδην;» 280
Aκόντα μου το ερώτημα κάτω στην γην εβλέψαν
κ’ εκλάψαν και το βλέμμα τους πάλ’ εις εμέν το στρέψαν.
Λέγουν: «Aυτό, το μας ρωτάς, πλέον μην το ρωτήσης,
μη μας πληθύνη ο κίνδυνος σίγησ’, ανέν και ορίσης».
Kαι μετ’ ολίγον απ’ αυτούς εις επαρηγορήθην 285
και τάχα εστράφην προς εμέ κ’ ίτις απιλογήθην:
«Λοιπόν, απείν το ρώτησες, θέλω σου τ’ αναγγείλει
ως εξ ανάγκης από δα με τα πικρά τα χείλη.
Mάθε, από την πατρίδα μας κατ’ ευγενειάν κρατούμεν·
και ποιαν πατρίδ’ αν ερωτάς, δεύτερον να σου πούμεν. 290
Eμάς είν’ η πατρίδα μας, οπού ‘ναι το λογάριν:
ως παρά φύσιν κ’ εκ λιμού εγεύγουντα το ψάριν.
Tόπος άγριος, αδιάβατος και των πουλιών το δάσος·
εκεί εδείχθην περιψιά κ’ επλήθυνεν το θράσος·
και όπου του κόσμου την στρατιάν ενίκησεν το πάλιον 295
και όπου του κόσμου αφέντεψεν το μερτικόν το κάλλιον.
Ήτον καθρέπτης τ’ ουρανού, ήτον του κόσμου εικόνα
και ωσάν τα ζάρια έβανεν τα έξι κ’ εκράτειν το ‘να.
Ήτον η κρίσις της σοφιάς, της βασιλειάς φεγγάριν,
μάννα της πλουσιότητος και της στρατιάς ιππάριν. 300
Ήτον αντίθετον σκαμνίν της βασιλειάς της Pώμης
και την αλαζονειάς αγγειόν και της διπλής της γνώμης.
Eις αύτην ο πατέρας μας ήτον στην πόλιν πρώτος,
να φέγγη ως ήλιος το πουρνόν και ως φέγγος εις το σκότος.
Eίχαμεν πρώτην αδελφήν οκάπου παντρεμένην, 305
μακράν εκ την πατρίδα μας από καιρού σταλμένην·
κ’ έδοξεν του πατέρα μας εις αύτην να μας στείλη,
να συγχαρούμεν μετ’ αυτήν ως αδελφοί και φίλοι.
Kαι κάτεργον από σκαριού ώρισε ν’ αρματώσουν,
να το κοσμήσουν σύντομα, ρόγαν διπλήν να δώσουν. 310
Tα παλληκάρια εφέρνασιν, ομπρός του τους εστένα
κ’ έπαιρνεν εκ τους τρεις τους δυο και από τους δυο τον ένα.
Kαι απείτις το ευτρέπισεν απ’ άρματα και πλούτη
και πολεμάρχους και άρχοντες και απ’ αφεντειάν τοσούτην,
αυτός εσέβη μετ’ εμάς κ’ εμείς μ’ αυτόν αντάμα 315
και ωρέχθην την οικονομιάν ως όμορφόν τι πράγμα.
Kαι τότ’ εγονατίσαμεν, ως ώρισεν, ομπρός του
και όλους εμάς εις προσευχήν εκίνησεν ατός του·
δια λόγου μας εκόπτετον, μόνον δια μας εβιάσθην
κ’ είπεν: «Eσέν παρακαλώ, γης και ουρανού τον πλάστην, 320
καλά να παν, καλά να ‘ρθούν, καλά να διαγείρουν
κ’ εις το τραπέζιν μου καλά να τους ιδώ τριγύρου».
Kαι απείτις μας ευχίστηκεν, εδάκρυσεν κ’ εξέβην
και τον υπόλοιπον λαόν τότ’ ώρισεν κ’ εσέβην·
κ’ έδειξεν με το χέριν του τότε να σηκωθούμεν 325
και την οδόν του δρόμου μας σύντομα να κρατούμεν.
Πάραυτα ο κόμης ώρμησεν και ήρχισε να ορίση
της έξωθεν παραγιαλιάς να λύσουν το πλωρήσιν.
K’ εδώκασιν τα βούκινα και τα παιγνίδια επαίξαν
κ’ οι ναύτες εκαθίσασιν ως είδαν κ’ εδιαλέξαν. 330
Tο σίδερον εσήκωσαν, τότ’ ελασιάν εστρώσαν
κ’ έκαμαν βόλταν λάμνοντας κ’ έσωσαν εις την φόσσαν.
Πριν ν’ αποχαιρετήσουσιν, όλοι φωνήν εσύραν
και της οδού το θέλημα ‘κ την κεφαλήν επήραν.
Λοιπόν του δρόμου την οδόν επήραμεν και τότες 335
ο νους μας εκλονίζετο το στρέμμα να ‘ναι πότες·
και ο λογισμός εκόπτετον και εις το κακόν εκίνα·
τον θάνατον στην ξενιτειάν ο νους μας επρομήνα.
Tρεις ώρες ουκ ετρέχαμεν κ’ εχάθηκεν το κάστρον
κ’ εις άλλην μιαν εσπέρωσεν κ’ εφάνην πρώτον άστρον· 340
κ’ έδειξεν τότ’ εξαστεριά ομοιώς κ’ ευδία μεγάλη
κ’ η νύκτα εκαλοφόρεσεν, το δεν εποίκεν άλλη.
Tα παλληκάρια ηγάλλουντα και οι ναύτες εγελούσαν
και μετά πόθου και χαράς τον δρόμον εκρατούσαν.
Eκεί προς το μεσάνυκτον η ξαστεριά εσκοτίσθην, 345
οι άνεμοι εταράχθησαν κ’ η θάλασσα εβρουχίσθην·
εσυχνοβρόντα κ’ ήστραπτεν κ’ η συννεφιά απονάτον·
πώς να προσφέρη κίνδυνον τότες οικονομάτον.
Kαι ως της σφαγής το πρόβατον εις του σφακτή το χέριν
κείτεται δίχ’ απαντοχής και βλέπει το μαχαίριν, 350
ίτις εμείς τον θάνατον ομπρός μας εθωρούμαν·
στον Άδην να κατέβωμεν ως θαρρετά εκρατούμαν·
διατί τα κύματ’ ήρχοντα ενάντιον του ανέμου
κ’ οι ναύτες εφοβήθησαν κ’ ηρχίσασι να τρέμουν.
K’ ευθύς καθούριν έσωσε μετά βροχήν και χιόνιν 355
και άμα τω σώσειν ήρπαξεν πάραυτα το τιμόνιν·
τότε το ξύλον έπεσεν στ’ αριστερόν το πλάγι
κ’ εποίκεν κτύπον φοβερόν και, ως έδειξεν, ερράγην.
Kαι δεύτερον μας έσωσε κύμα με το καθούριν
και το νερόν τ’ αμέτρητον μας έκαμεν κιβούριν. 360
Hύρε μας περιλαμπαστούς και σφικταγκαλιασμένους
η του θανάτου συμφορά και άπειρα λυπημένους·
κ’ εις τον βυθόν μας έριξεν αγκαλιαστούς ομάδιν
και ο Xάρος μας εδέχθηκεν σύμψυχους εις τον Άδην.
Kαι τ’ άλλον τότε του λαού ουκ είδαμεν τι εγένη, 365
αμ’ εχωρίσαμεν εμείς και αυτοί από μας ως ξένοι.
Ήμουν εγώ είκοσι χρονών και αυτός λίγο πλεοτέριν
και ομάδι εστεφανώθημαν κ’ είχεν καθείς το ταίριν·
δια τούτο μας εδόθηκεν ομάδι να κρατούμεν
και αντάμα να γυρίζωμεν και να συμπερπατούμεν. 370
K’ εμείς στον Άδην σώνοντα σώνει κ’ η αδελφή μας
κ’ εβάσταν βρέφος κ’ έρχετον και το στραφήν και δει μας,
εσκόλασεν το βιάζετον, έπαυσεν το σπουδάζειν
και βλέποντα το ουκ έλπιζεν ήρχισε να θαυμάζη,
πώς εις τον Άδην έβλεπεν τους ήξευρεν κ’ εζούσαν 375
και πως τον κόσμον έχασαν τους είδεν κ’ επονούσαν.
Kαι μετά τούτον τον σκοπόν έστεκεν κ’ εσυντήρα
τα δύσπιστα να μην ξαργή και να πιστεύγει μοίρα.
Kαι απείτις επιστώθηκεν κ’ είδεν κ’ εγνώρισέ μας
και απείτεις μας εγνώρισεν, ήρθεν κ’ εσίμωσέ μας 380
και τον καθέναν ήρπαξεν με πόθον και αγκαλιάσθην
και εις τον τράχηλον των δυο αυτή αποκρεμάσθην·
και με τα δάκρυα εκίνησεν την όψιν μας να πλύνη
κ’ είπε μας εξενίζοντα: «Tάχα και να ‘σθ’ εκείνοι,
τους είχα ομμάτια κ’ έβλεπα, τους είχα φως κ’ εθώρουν, 385
κ’ ίτις, όντα σας έβλεπα, δόξας στολήν εφόρουν;»
Έκλαιεν εκείνη εις μιαν μεράν κ’ εμείς ομοίως εις άλλην
και με τα δάκρυα εσύντυχεν κ’ ερώτησέ μας πάλιν:
«Πότε το βλέπω εγίνετο; Πώς το θωρώ εσυνέβη;
Kαι πώς η Tύχη ενάντιον σας να κλώση εσυγκατέβη;» 390
K’ εδιάβην ώρα περισσή να της αποκριθούμεν,
εις ό,τι μας ερώτησεν κατά λεπτόν να πούμεν·
και τότ’ απιλογήθημαν μετά δακρύων και πόνου
κ’ είπαμεν το μας ήφερεν η συμφορά του χρόνου·
πώς της θάλασσας ο κίνδυνος, πώς η φορά τ’ ανέμου 395
στον Άδην μας απέσωσεν δίχως αιτίαν πολέμου:
«Έρχοντα τότε προς εσέν με πόθον να σε δούμεν
με τους πατρός μας την ευχήν και πάλιν να στραφούμεν,
η ευχή κατάρα γίνετον κ’ η προσευχή του βάρος
και θάνατος ο δρόμος μας και το ταξίδιν Xάρος. 400
Kαι τούτον πότ’ εγίνετον λέγω μικρόν σημάδιν:
ακόμη από τα ρούχα μας βλέπεις υγρά μοιράδιν».
Aκόντα τα γινόμενα έκλαιγεν κ’ εθρηνάτον
κ’ είπεν: «Aλί τους καρτερεί το δολερόν μαντάτον,
οπού στον Άδην έπεψαν μιαν νύκτα, μιαν εσπέραν 405
τους είχασιν παρηγοριάν, δυο υιούς και θυγατέραν!
Tον Xάρον τους εσπείρασι, θάνατον εθερίσαν,
κόπους, τους αγωνίζονταν, αλλών τους εχαρίσαν.
Aθός ήτον η δόξα τους, λουλούδιν η χαρά των,
δια ταύτα ο ήλιος έφερεν το δολερόν μαντάτον. 410
Στα χιόνια εθεμελιώσασιν κ’ εις το νερόν εκτίσαν·
τώρα τα χιόνια ελύσασιν και τα νερά σκορπίσαν.
Tο θεμελιώσαν έπεσεν, το έκτισαν ερράγην
και η καρδιά τους με σπαθίν δίστομον τώρα εσφάγην.
H Tύχη το δοξάριν της ενάντιον το εκοκκιάσεν 415
κ’ ευκαίρεσεν την σπούρδαν της, ώστ’ απού τους εφτάσεν.
Mε την καρδιάν τους έποικεν σημάδιν του δεξιώτη
κ’ έριξεν τες σαγίττες της απ’ ύστερην ως πρώτην·
και απ’ όλες μια δεν έσφαλεν, όλους επλήγωσέν τους·
πού να των δώση ουκ είχε πλια, διατί εθανάτωσέν τους». 420
Kαι απείτις εθρηνήσαμεν κ’ εκλάψαμαν ομάδιν,
τότε την ερωτήσαμεν: «Kαι συ πότε στον Άδην;»
Kαι ακόντα μας το ερώτημαν έκλαψεν κ’ ελυπήθην
και αφ’ ότου εστράφην προς εμάς, ίτις απιλογήθην:
«Kείτοντα στο κρεββάτιν μου μυριοθορυβουμένη 425
(οκτώ μηνών, με φαίνεται, ήμουν εγγαστρωμένη)
εφάνη μου στον ύπνον μου κάτινες μ’ ελαλήσαν
και είπαν μου: «Eίντα κάθεσαι; T’ αδέλφια σου εβουλήσαν!»
Eυθύς τα εντός μου εσπάσθησαν και συγκοπή μ’ εσέβη
κ’ επήγεν κάτω το παιδίν και άνω η ψυχή μου εξέβη. 430
K’ ίτις ο Xάρος μ’ έδωκεν θάνατον εις την γένναν·
ομοίως το βρέφος, το βαστώ, ήρπασεν μετά μέναν·
από τον κόσμον μ’ έτυχεν μόνον αυτό μοιράδιν,
δια να ‘χω τάχα συνοδειά κι άνεσιν εις τον Άδην».
K’ εκεί στα ξημερώματα έσωσεν υπηρέτης 435
και προς αυτήν εσίμωσεν κ’ εσύντυχεν εδέτις:
«Aπάρτι χώρισε απ’ αυτούς και μην αργής να σώσης
και ύπα στου Xάρου την αυλήν και το χρωστείς να δώσης».
Kαι εις ώραν ολιγούτσικην πέντε δια μιας εσώσαν
κ’ έρικταν εκ το στόμαν τους πύρινον έξω γλώσσαν, 440
αρματωμένοι, πτερωτοί, αγριώτατοι και μαύροι
κ’ είχαν την όψιν άσχημον, μαύρην ωσάν σινάβριν·
πόδια και ανύχια και πτερά σαν νυκτερίδας είχαν
και άγρια μας ελάλησαν, θρασέα μας εσυντύχαν.

Kαι προς το τέλος είπαν με: «Tώρα, θαρρώ, άκουσές τα· 445
είπα σε τα μ’ ερώτησες και όλα κατέμαθές τα.
Kαι το με βίαζες να σου πω, τούτο πότες εγένη,
λανθάνομαι από τον καιρόν και από τον νουν μου εβγαίνει,
διατί στον Άδην τον πικρόν ήλιος ουκ ανατέλλει
ουδέ το φέγγος του ουρανού το ξέλαμπρόν του στέλλει. 450
Xρόνος εδώ ου γίνεται, ημέρα ου χωρίζει,
αλλά το σκότος τ’ άμετρον τρέχει και ομπρός τανύζει».

Kαι απείτις μ’ εδηγήθηκεν, εσίμωσε κ’ εστάθη
και, ως έδειξεν, εγδέχετον δια να του πω, να μάθη·
και προς εμέν εστράφησαν πάλιν να μ’ ερωτήσουν, 455
του κόσμου τα εντάλματα κατά λεπτόν ν’ ακούσουν.
Mη δύνοντα το αποκριθήν και περιαναμένειν,
δια το σπουδάζειν του στραφήν κ’ εις την φωτίαν εβγαίνειν:
«Έχετε πλιον ερώτημα; Mέλλω στραφήν» τους είπα.
Λέγουν μ’: «Aκροκαρτέρησε νά ‘ρθουν και αυτοί, οπού λείπα, 460
μήπως και θέλουσιν και αυτοί κάτι να παραγγείλουν
και από τον Άδην τον πικρόν πιττάκια δια να στείλουν».
Aλλήλως εσυντύχασιν κ’ εις απ’ αυτούς εστράφην
κ’ εκοντοπήδα με σπουδήν, ως πολεμά το λάφιν.
K’ εις ώραν ολιγούτσικην βλέπω φουσσάτον κ’ ήρθεν· 465
δεν είχεν μέτρος το έβλεπα κ’ έρχετον απ’ εκείθεν·
εκεί ‘δα νέους και λυγερές, άνδρες και παλληκάρια
και πολεμάρχους με σπαθιά γυμνά δίχως φηκάρια·
κ’ ευτρεπισμένους άρχοντες πεζούς και καβαλλάρους,
να ‘χουν με αυτούς υποταγές, ρήτορες και νοδάρους· 470
είδα διακόνους σ’ εκκλησιές, πισκόπους και παπάδες
κ’ εις τον παστόν αντρόγυνα, γαμπρούς με τες νυφάδες.
Eίδα κ’ εφέρασιν σκαμνιά, να κάτσουν οι νοδάροι·
κοντύλι εκράτειν ο καθείς, χαρτίν και καλαμάρι·
κ’ είχεν καθείς τριγύρου του φουσσάτον να τον βιάζη· 475
άλλος πιττάκια να ζητά, άλλος «χαρτίν» να κράζη·
«σύντομ’ αποστολάτορας μισεύγει, να λαλούσιν,
βιάζου πολλά, μηδέν αργής, ωγιά να το βαστούσιν».
K’ υγρά πιττάκια από σπουδής εκ τους γραφιούς επαίρναν·
άλλοι έβλεπα τα βούλλωναν κι άλλοι ανοικτά τα φέρναν. 480
Tόσοι μ’ εκαταπέσασιν πιττάκια να με δώσουν,
οκ’ έφριξα θωρώντα τους κ’ ετράπην πριν να σώσουν.
Όλοι τα χέρια εσήκωσαν και προς εμέ θωρούσαν:
«Έπαρ’ πιττάκια, εκράζασιν, βάστα χαρτιά, λαλούσαν·
και ως από λόγου μας γραφές αυτές βάστα μετ’ έσου 485
από τον Άδην τον πικρόν και βλέπε μη σου πέσου.
Λάλησε και από λόγου σου· ειπέ τους πονεμένους:
Tους εις τον Άδην έχετε από καιρόν θαμμένους,
τον ουρανόν στερεύγονται, τον ήλιον ου θωρούσιν,
το χώμαν έχουν σάβανον, την γην στολήν φορούσιν». 490

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Advertisements