Εγώ, ελευθερία, δικαιώματα, αξίες, ηθική και φιλελευθερισμός

στις

«Το παρόν πόνηµα απευθύνεται στον Έλληνα πολίτη, «της οικείας βουλήσεως αυτοκράτορα», που αναζητεί τη δική του ρότα µέσα στο αχανές πέλαγος των σηµερινών δυνατοτήτων»
Απόσπασμα από την εισαγωγή της Πορείας προς τον Φιλελευθερισμό του Μάρκου Δραγούμη

Το κεντρικό αξίωµα του φιλελευθερισµού, ως αναδύεται σε κάθε κεφάλαιο αυτού του πονήµατος, είναι το πρωτείο του ατόµου. Το εγώ νοείται ως φορέας αξιών, ως το βουλευόµενο και βουληφόρο άτοµο, ως το θεµέλιο και ο λόγος ύπαρξης της πολιτείας. Οι θεσµοί νοµιµοποιούνται στο µέτρο που προστατεύουν το άτοµο τόσο από άλλα άτοµα όσο και από την ίδια την πολιτεία, κατοχυρώνοντας έτσι την ανεµπόδιστη επιδίωξη και υλοποίηση των σκοπών του εν ειρήνη και ασφαλεία, δηλ. τα δικαιώµατα του.

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

Τι είναι το εγώ

images.jpegΗ ακριβής εξιχνίαση αυτής της οντότητας, που την αποκαλούµε πρόσωπο, άτοµο, εαυτός ή, επί το αµεσότερον, εγώ, έχει απασχολήσει τον άνθρωπο από τότε που µίλησε και εκστόµισε συνειδητώς την αντωνυµία σε πρώτο πρόσωπο. Το πρωταρχικό παράδοξο της συνείδησης είναι ότι εµπεριέχει και αυτοσυνείδηση, ότι δηλ. «εγώ µπορώ να σκέφτοµαι εµένα». Ο Descartes θεώρησε ότι προσφέρεται έτσι στον άνθρωπο ή πολυπόθητη θεµελίωση της αυτογνωσίας του. «Σκέφτοµαι άρα υπάρχω». Ο Σίγκµουντ Φρόυντ υποστήριξε ότι υπάρχω κυρίως σ’ αυτά που δεν σκέφτοµαι, υπάρχω δηλ. ως υποσυνείδητοΆλλοι λένε ότι υπάρχω στο µέτρο που πιστεύω στο Θεό, επαναστατώ, ονειρεύοµαι, αγαπώ. Όλες οι διαπιστώσεις έχουν κάτι κοινό. Το οιοδήποτε ρήµα που θεωρείται ότι θεµελιώνει την ύπαρξη εκφέρεται πάντοτε στο πρώτο πρόσωπο. Scafati-Sigmund-Freud01.jpgΤο εγώ θεµελιώνει τη δράση, θέτει στόχους και παρουσιάζει µια εκπληκτική συνέχεια στο χρόνο. Ξυπνάω από βαθύ ύπνο και ξαναβρίσκω αλώβητη την ταυτότητα µου µε τις µνήµες, τις δεξιότητες και τον «χαρακτήρα» µου, αλλά, κυρίως, µε τη βαθιά εκείνη γνώση του εαυτού µου την οποία βιώνω εκ των έσω, ενδοσκοπικώς, όχι δια περιγραφής, και αναλυτικώς. Αντιθέτως, το εξίσου µοναδικό και ανεπανάληπτο σώµα µου το γνωρίζω τόσο εκ των έσω, προνοµιακώς (οργανικώς και κιναισθητικώς), όσο και εκ των έξω, ως τρίτος, όταν το βλέπω στον καθρέφτη όπως το βλέπει ο καθένας. Το εγώ βιώνεται έτσι ως προϋπάρχον και ανεξάρτητο από τα συγκεκριµένα κάθε φορά βιώµατα του (σκέψεις, συγκινήσεις, λαχτάρες, συναισθήµατα, όνειρα, ιδέες), αλλά είναι απολύτως συνδεδεµένο µε αυτά διότι το εγώ συλλαµβάνει εαυτό ως υποκείµενο, ως αντωνυµία σε πρώτο πρόσωπο, βιώνοντας βιώµατα.

Κενή συνείδηση δεν µπορεί να υπάρξει όπως έδειξε ο Σαρτρ ο οποίος επεσήµανε ότι η ιδέα του µηδενός σχηµατίζεται λίγο πολύ όπως η έννοια ενός άδειου δωµατίου από το οποίο αφαιρούµε ένα-ένα όλα τα έπιπλα. Εάν η ανάδυση του εγώ είναι αµφιλεγόµενη, η βίωση του είναι αναµφισβήτητη σε κάθε άνθρωπο. Εις πείσµα του Σκώτου φιλοσόφου David Hume (1711-1776) ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι δεν υπάρχει διαρθρωµένο εγώ αλλά µόνο µια «δέσµη βιωµάτων», των οποίων η συνοχή εξασφαλίζεται από τη µνήµη και το χαρακτήρα, η σύγχρονη φιλοσοφία της ελευθερίας ξεκινάει από την εδραία πεποίθηση ότι ως εγώ δεν είµαι παθητικός καταγραφεύς αλλά ενεργός οργανωτής της εµπειρίας και της µνήµης µου, ότι η δράση µου καθοδηγείται από τις δικές µου επιλογές, προτιµήσεις και αξιολογήσεις. Αυτή η αντίληψη που έχει κατηγορηθεί ως µεταφυσική εφόσον βεβαιώνει αξιωµατικώς την ύπαρξη µιας οντότητος σε όλους τους ανθρώπους που θυµίζει την πάλαι ποτέ «ψυχή» χωρίς να µπορεί και να την τεκµηριώσει, έχει ωστόσο ενισχυθεί από καθαρώς επιστηµονικές υποθέσεις που στηρίζουν τη σύγχρονη έρευνα στον τοµέα των επιστηµών του ανθρώπου.

c07c1d8628bd63887747c02b2519c138.jpgΟ Roman Jakobson, πατέρας της σύγχρονης γλωσσολογίας, τεκµηρίωσε πρώτος στη Νέα Υόρκη το 1941 ότι «ανάµεσα στον απεριόριστο αριθµό ήχων που µπορεί να εκφωνήσει ο άνθρωπος, η κάθε γλώσσα επιλέγει έναν µικρό αριθµό, τους συστηµατοποιεί και εξασφαλίζει ώστε ο τρόπος µε τον οποίο αντιπαρατίθενται ο ένας προς τον άλλο να διαφοροποιεί τα νοήµατα» (Guy Sorman: «Les vrais penseurs de notre temps», σ. 119). Αυτή η ενόραση ότι υπάρχει κάτι κοινό σε όλες τις γλώσσες, εις ό,τι αφορά τη δοµή, τη διαπλοκή των φωνηµάτων και την αντιστοίχισή τους προς νοήµατα, προωθήθηκε σε µεγάλο βαθµό από τον κορυφαίο γλωσσολόγο της εποχής µας Noam Chomsky. «∆εν µπορούµε να µιλάµε όπως νά΄ναι» εξηγεί ο ίδιος στον Gay Sorman (ibid σ. 123-131). O Chomsky απέδειξε ότι η ποικιλία των γλωσσών δεν είναι απεριόριστη, ότι όλες θεµελιώνονται σε µιαν οικουµενική «µετασχηµατιστική» γραµµατική, τα στοιχεία της οποίας οι άνθρωποι συνδυάζουν κατά άλλοτε άλλο τρόπο για να δηµιουργήσουν τις καθ’ έκαστα γλώσσες τους. Έτσι εξηγείται ότι ο άνθρωπος µπορεί -µε κόπο έστω- να µάθει όποια γλώσσα θέλει και ότι όλα τα κείµενα µπορούν να µεταφραστούν σε όλες τις γλώσσες. Τούτο οφείλεται κατά τον Chomsky σε ορισµένες κοινές σε όλους «βαθιές δοµές» που καθιστούν το κάθε εγώ ικανό να µαθαίνει να µιλάει σε πολλές ενίοτε γλώσσες. Η ιδέα ότι το εγώ είναι «άγραφο χαρτί» (ότι δηλ. δεν «προϋπάρχει» των βιωµάτων του), η ιδέα ότι δεν υπάρχει «ανθρώπινη φύση» ή, κατά άλλη διατύπωση, ότι δεν υπάρχει το «πρότερον εαυτού», έλαβε έτσι από τον Chomsky ένα ισχυρό χτύπηµα που ίσως αποδειχθεί και χαριστική βολή. Το έµφυτο, το Καντιανό a priori, η έννοια του εγώ που δεν είναι µόνο πηλός αλλά και αγγειοπλάστης καθώς βιώνει τα διδάγµατα της πείρας ενεργητικώς ως επιδράσεις και όχι παθητικώς ως µοίρα ή ως «νοµοτέλεια», θεµελιώνει λοιπόν τη φιλελεύθερη προσέγγιση. Μόνο µε την αξιωµατική παραδοχή του εαυτού ως προτέρου των συγκεκριµένων περιστατικών του βίου και βιωµάτων του είναι δυνατόν να µιλάει κανείς γενικώς για δικαιώµατα του ανθρώπου, του οικουµενικού δηλ. ανθρώπου ανεξαρτήτως φυλής θρησκεύµατος, έθνους γλώσσας ή παιδείας.chomsky_noam-060916.jpg

Η έννοια του εγώ-αγγειοπλάστη και όχι απλώς του εγώ-πηλού νοµιµοποιεί την ατοµική στοχοθεσία την οποία βιώνουµε στην καθηµερινή µας ζωή όταν δεν µας σκοτίζουν εκείνοι που επιµένουν ότι περίπου τίποτε δεν περνάει από το χέρι µας και ότι η µοίρα µας είναι προδιαγεγραµµένη. Στοχοθεσία σηµαίνει αποφασίζειν βάσει προτιµήσεως. Η προτίµηση δεν συµπίπτει µε την κοινώς νοούµενη ιδιωφέλεια διότι και οι αυτόχειρες παραδείγµατος χάριν, υλοποιούν έναν σκοπό που προτίµησαν µεταξύ πολλών άλλων, ο οποίος συµβαίνει απλώς να είναι αυτοκαταστροφικός. Η προτίµηση του εγώ δεν υπηρετεί κατ’ ανάγκην την ευηµερία του, τον πλουτισµό του, ούτε καν την επιβίωση του. Όσοι καταπολεµούν το πρωτείο του ατόµου ισχυρίζονται ενίοτε ότι χωρίς την πολιτισµική τροφή που του προσφέρουν οι άλλοι —οι παρόντες γονείς και διδάσκαλοι καθώς και οι ανιόντες πρόγονοι και θεσµοθέτες— το άτοµο δεν µιλάει. Πρόκειται για περίεργο επιχείρηµα διότι και το σώµα χωρίς τροφή πεθαίνει αλλά τούτο δεν σηµαίνει ότι ταυτίζεται µε αυτήν. Άλλωστε και οι άλλοι που επηρεάζουν το άτοµο δεν είναι ανδράποδα, είναι «πληθυντικά εγώ» κατά την εξαιρετικά εύστοχη διατύπωση του Ν. Αντωνάτου που αναφέρει σε επιφυλλίδα του ο Γ. Βότσης («Ελευθεροτυπία» 12.6.89). Η επιρροή που ασκούν τα πληθυντικά εγώ υλοποιείται µόνον διότι υπάρχει ατοµικό εγώ να την αναδεχθεί, να την τροποποιήσει ή να την απορρίψει.

Οι αντωνυµίες δεν είναι ισότιµες όπως υποδηλώνει παραπλανητικώς η γραµµατική. Το «Εγώ» βιώνεται άµεσα ως το θεµέλιο του δρώντος εαυτού, ως κάτι δεδοµένο, προϋπόθεση όλων των άλλων βιωµάτων, καταγραφεύς του εδώ και τώρα, αποµνηµονευτής του χτές, στοχοθέτης του αύριο, εστία πάσης πρωτοβουλίας και υστεροβουλίας. Έτσι, εάν κάποιος εκστοµίσει τη λέξη «Εγώ», ουδείς οµόγλωσσός του θα τον ρωτήσει ποτέ «Τι εννοείς;». Το ίδιο ισχύει και για την αντωνυµία «Εσύ» εφόσον ο άλλος είναι περίγραπτος και όχι, π.χ., ένα πλάσµα της φαντασίας ή ο Θεός. Μόλις περάσει ο οµιλών στο «εµείς» τα πράγµατα περιπλέκονται διότι το «εµείς» δεν είναι απλώς τα πληθυντικά εγώ, αλλά τα εγώ που νοούν εαυτά ως συστατικά µιας κοινότητας (σκοπών, ιδεών, ή άλλων γνωρισµάτων). Ακόµη και εάν ένα πλήθος ατόµων εκστόµιζαν ταυτοχρόνως ως χορός αρχαίας τραγωδίας τη λέξη «εµείς» δηλώνοντας έτσι την οικειοθελή τους ένταξη στην οµάδα που θεωρούν ότι απαρτίζουν, πάλι η αντωνυµία «εµείς» θα έµενε ατοµική ρήση του καθενός και θα ίσχυε για όσο θα αποφάσιζε το καθένα από τα πληθυντικά εγώ να εµµείνει σ’ αυτήν. Το «εµείς» είναι δηλ. διαρκώς ανανεούµενη ατοµική απόφαση του καθενός και όχι τελεσίδικη σφραγίδα µιας οµαδοποιήσεως που ξεχωρίζει «αντικειµενικά» τους «ηµέτερους» από «αυτούς» δηλ. τους αποκλειόµενους «άλλους». Η διάκριση της εσωοµάδος («δικοί µας») από την εξωοµάδα («δικοί τους») είναι φυσικά απολύτως θεµιτή υπό τον όρο ότι είναι και αυτή, όπως όλες οι ελεύθερες πράξεις, οικειοθελής. Μόλις γίνει δοτή, επιβεβληµένη και µόλις η εξωοµάδα θεωρηθεί αποδιοποµπαία ή διωκτέα αλλάζει η σύνολη γραµµατική της εξουσίας. Τα άτοµα διστάζουν να πουν «εγώ» για να µην ονειδισθούν ως εγωιστικά, ψελλίζουν «εµείς» επειδή τους το επιβάλλουν οι αρχές και χρησιµοποιούν όλο και περισσότερο το «αυτός» για να χαρακτηρίσουν µε µίγµα δέους, φόβου και προσµονής εύνοιας τον πάνσοφο ηγέτη ή εκάστοτε προϊστάµενο που θεωρείται ότι διαθέτει εκ καταβολής το µονοπώλιο της αλήθειας και της δύναµης.

Τα ανθρώπινα εγώ (δεν είναι γνωστόν αν υπάρχουν άλλα) δρουν πάντως κατά τρόπο αρκετά παράδοξο σε σύγκριση µε το λίαν πρακτικό πνεύµα που διέπει τα ζώα, τα οποία απλώς τρώνε, πίνουν, και αναπαράγονται. Τα πληθυντικά εγώ κάνουν και πλήθος άλλα πράγµατα, συνοµιλούν, στοχάζονται, εργάζονται, νηστεύουν, ονειρεύονται, στοχοθετούν, διασκεδάζουν, επιχειρούν, µνησικακούν, αγαπούν, πολεµούν και ενίοτε θυσιάζονται. Κοινό γνώρισµα πολλών από αυτές τις δραστηριότητες είναι ότι η επίτευξη των στόχων, που θέτουν εις εαυτά τα πληθυντικά εγώ, προσφέρει συχνά ικανοποίηση καθ’ εαυτήν, ασχέτως αποτελέσµατος. Η µέθη του επιχειρείν αποσυνδέεται έτσι από το κέρδος καθ’ εαυτό το οποίο συχνά διαµοιράζεται σε αγαθοεργά ιδρύµατα και µετουσιώνεται από ωφέλεια σε γέρας. Πλήθος καλλιτέχνες και αθλητές απολαµβάνουν την επιτυχή δράση ενώπιον ακροατηρίου και ηδονίζονται µε τα «µπράβο» και τα χειροκροτήµατα ενδιαφερόµενοι για την καταξίωση τους και όχι τόσο για τα µεγάλα ποσά που εσοδεύουν. Ο Ξενοφών διεπίστωσε ήδη εδώ και δυόµισι χιλιετίες ότι «τούτω διαφέρειν ανήρ των άλλων ζώων τω της τιµής ορέγεσθαι». Φιλοδοξία είναι ακριβώς αυτή η επιδίωξη καταξίωσης στα µάτια σηµαντικών άλλων ύστερα από επιτυχή προσπάθεια. Αν φανταζόµασταν κάποιο άτοµο που θα το φρόντιζαν, θα το τάιζαν, το ψυχαγωγούσαν και ικανοποιούσαν κάθε του επιθυµία χωρίς ποτέ να του ζητηθεί να θέσει σκοπούς και να κοπιάσει για να τους υλοποιήσει, θα περιγράφαµε όχι τον παράδεισο αλλά το σενάριο µιας ταινίας φρίκης.

Πλήθος άνθρωποι αρέσκονται σ’ αυτό που κάνουν (δουλειά, άθληµα, χόµπυ, τέχνες, φιλανθρωπία) και κάνουν αυτό που τους αρέσει χωρίς να προσδοκούν υλικά οφέλη. Συχνά µάλιστα προτιµούν να κακοπάθουν µάλλον παρά να «αµαρτήσουν» κατά των σκοπών που έθεσαν στον εαυτό τους. Σε αντίθεση µε τον Μουσολίνι ο οποίος θεωρούσε ότι «για την ανθρωπότητα δύο µόνον πράγµατα έχουν αληθή αιώνια αξία: το ψωµί και οι όρχεις» (I.. Γκίκας: «Ο Μουσολίνι και η Ελλάδα», Εστία 1982, σ. 106), οι περισσότεροι άνθρωποι επιµένουν να εκφράζουν άλλες προτιµήσεις από αυτές που σαγήνευαν τον ιδρυτή του φασισµού. Ο φιλελευθερισµός τονίζοντας την προτίµηση και όχι τις ανάγκες, δεν µεταφυσικοποιεί το εγώ, απλώς βασίζεται στην πεποίθηση που έχουµε ότι υπάρχουµε ως υποκείµενα βουλευόµενα και βουληφόρα. Το εγώ µας δεν είναι κάποια απόκρυφη δύναµη, κάποιο άγιο πνεύµα που µας εγκατοικεί. Είναι η επίγνωση του είµαι, θυµάµαι, θέλω, προσπαθώ ενίοτε και να αλλάξω τον εαυτό µου µε την παιδεία, τη δίαιτα, τη γυµναστική, την άσκηση, την µυσταγωγία, τα εκστατικά βιώµατα ή να αλλάξω τις πεποιθήσεις άλλων µε τη συµµετοχή µου σε κινήµατα. Τα φιλειρηνικά, οικολογικά, φεµινιστικά, αντιρατσιστικά κινήµατα κακώς ονοµάζονται «µαζικά». Είναι κινήµατα προσωπικά ή κινήµατα συνειδήσεως υπό την έννοια ότι συγκροτήθηκαν όταν πολλά πρόσωπα, αποφάσισαν να συνεργασθούν για να αλλάξουν κάτι στον κόσµο που το θεωρούν κακό ή επικίνδυνο. Η ατοµική ευθύνη δεν διαλύεται όταν πολλοί συµµερίζονται οικειοθελώς τον ίδιο σκοπό, ούτε προϋποθέτει ότι κάθε πράξη στοχεύει πάντοτε σε συγκεκριµένο αποτέλεσµα. Πράξη είναι και η ονειροπόληση από κοινού, η προσευχή, η τελετή, η διαµαρτυρία. Το εγώ διαµορφώνεται πιασµένο χέρι-χέρι µε τους άλλους και διαφοροποιείται µέσω του κοινωνείν στους κόλπους της οµάδας οµιλώντας και ερµηνεύοντας σύµβολα.

25925-004-1780703B.jpgΟ εξαντικειµενισµός του εαυτού, η διαφοροποίηση δηλαδή του ατοµικού από τα πληθυντικά εγώ, γίνεται µε τα µάτια των άλλων, µέσω των άλλων που αναγνωρίζουν το άτοµο ως έτερο και του επιστρέφουν την εικόνα του λειτουργώντας ως καθρέφτης, ενίοτε παραµορφωτικός. Τόσο έντονα βίωσε αυτή τη διαδικασία εξατοµισµού εν κοινωνία ο Γάλλος ποιητής Arthur Rimbaud, ώστε έφθασε να γράψει ότι «Je est un autre» («Εγώ είναι ένας άλλος»). ∆εν αναδύεται λοιπόν πάνοπλο το εγώ, όπως η Αθηνά µέσα από το κεφάλι του ∆ία, αλλά διαµορφώνεται, τρεφόµενο όπως και το σώµα µε τα πολιτισµικά υλικά του περιβάλλοντος. Όλοι οι εθνολόγοι συµπίπτουν στη διαπίστωση ότι το πρωτεύον άνθρωπος είναι ένας αδιόρθωτος παραµυθάς, δηλαδή παραγωγός και καταναλωτής πολιτισµικής τροφής. Στις προχωρηµένες κοινωνίες του 20ού αιώνα, όπως διαµορφώθηκαν µετά την Αναγέννηση και τον ∆ιαφωτισµό, ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει µύθους αληθινούς που να ερµηνεύουν αξιόπιστα τον κόσµο και όχι απλώς µύθους παρηγορητικούς ή ψυχαγωγικούς (αν και δεν λείπουν και αυτοί). Είναι εκπληκτικό να διαπιστώνει κανείς πως οι εαυτοί εν τω γεννάσθαι, δηλ. τα παιδιά, τέρπονται µε ιστορίες, αφοµοιώνουν σενάρια για κακές µητριές, για βασιλιάδες, λαϊκούς ήρωες που κατακτούν την πιο όµορφη πριγκίπισσα µε την αρετή, την ανδρεία και την αξιοσύνη τους, για τον Ταρζάν και τον Μόγλι που εξανθρωπίζουν το βασίλειο των ζώων, για φτωχές αλλά καλές οικογένειες, άσωτους γιους, στοργικές µητέρες και πλήθος παροιµιόµυθους, θρύλους, γνωµικά, ρητά και ποικίλα άλλα αποστάγµατα προγονικής πείρας αν όχι πάντοτε σοφίας. Έτσι, µαθαίνουν, το καθένα µε τον δικό του ανεπανάληπτο τρόπο, να θέτουν σκοπούς και να επιλέγουν µέσα για την εφαρµογή τους, να αξιολογούν ανθρώπους και πράγµατα, να γράφουν ιστορία βιώνοντάς την, καθότι η λέξη ιστορία σηµαίνει διήγηση αλλά και ξετύλιγµα συµβάντων.

Τα πληθυντικά εγώ γίνονται έτσι σιγά-σιγά σεναριογράφοι της δικής τους ζωής. Παρ’ όλον ότι η χώρα, η γλώσσα, η θρησκεία, τα ήθη και έθιµα, το πολιτισµικό περιβάλλον είναι δοσµένα, οι επιλογές όλο και πληθαίνουν. Το τι θα πει το εγώ στη δοσµένη γλώσσα, τι θα αναδεχθεί, τι θα αλλάξει και τι θα απορρίψει από την πολιτισµική κληρονοµιά, τι σκοπούς θα θελήσει να υλοποιήσει, αυτά όλα είναι δική του υπόθεση. Βεβαίως, η κοινωνική του συµπεριφορά συναρτάται µε εκείνη των άλλων, δίκην χορού, όπου τα βήµατα πρέπει να εναρµονίζονται. Η επιλογή όµως του είδους του χορού, του παρτενέρ, της µουσικής και της πίστας δεν είναι ποτέ εντελώς προκαθορισµένη όσο και αν ορισµένες επιλογές είναι λιγότερο πιθανές από άλλες. Η εφηβική έκρηξη αυτονοµίας που περιγράφεται ενίοτε ως «χάσµα των γενεών» δεν είναι παρά η υιοθέτηση επιλογών µε ευθύνη του εγώ που τανύεται, ερευνά τα όριά του και επιδίδεται σε γυµνάσµατα απεξάρτησης, ακριβώς όπως το παιδί πειραµατίζεται µε τη γλώσσα και µε τους κανόνες της. ∆εν είναι απαραίτητο η άσκηση αυτή να καταλήγει πάντοτε σε αποτελέσµατα µε εσωτερική συνοχή και συνέπεια. Το εγώ µπορεί να πειραθεί να θέσει εις εαυτό σκοπούς αντιφατικούς µεταξύ τους (εάν π.χ. πολιτεύεται πρέπει να συγκλώθει διαρκώς αταίριαστα µεταξύ τους αιτήµατα, επιδιώκοντας κάθε µέρα χορτάτο σκύλο και όχι απλώς ολόκληρη, αλλά διογκούµενη πίτα), να µεταβάλει προτιµήσεις στην πορεία υπό το κράτος σφοδρών συγκινήσεων ή ιδεοληψιών, να γίνει µέθυσος, χαρτοπαίκτης ναρκοµανής ή περιθωριακός, χωρίς τούτο να σηµαίνει ότι γίνεται «δούλος των παθών του» ή δούλος οιουδήποτε. Το ζην παρά λόγον και όχι µόνο κατά λόγον είναι επίσης στοιχείο του Αριστοτελικού «ζην ως βούλεταί τις». Αυτό που διατηρείται πάντοτε ενεργό —εκτός από την περίπτωση ορισµένων ψυχικών παθήσεων— είναι η αίσθηση του «είµαι εδώ», αυτός ο πυρήνας απροσδιοριστίας που καθιστά το άτοµο ικανό να κρίνει µύθους, παραινέσεις και θέσµια, να τον µετατρέπει σε συγγραφέα ιδίου σεναρίου που νοηµατοδοτεί τη ζωή, διαφορίζοντάς την από µια συρραφή καθαρώς τυχαίων συναντήσεων, χωρισµών, εξορµήσεων, επιτυχιών, απογοητεύσεων και παραιτήσεων. 2014+14oakeshott2(1).jpgΠρόκειται γενικώς για πολύπλοκη στοχοθετική διαδικασία που δεν ανάγεται σε µια και µόνη ερµηνευτική αρχή. Ο Άγγλος φιλόσοφος Michael Oakeshott τονίζει ότι είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι οι ελεύθερες πράξεις των ανθρώπων διέπονται πάντοτε από έναν προσεκτικό υπολογισµό κόστους-ωφελειών. Άλλωστε και εκεί όπου όντως υπάρχει δαψιλής σχεδιασµός, οι εκβάσεις είναι συχνά διαφορετικές ή και αντίθετες από τις αναµενόµενες, φαινόµενο που το είχε ήδη περιγράψει ο Αριστοτέλης ως «ετερογονία των σκοπών». Τούτο συµβαίνει όχι µόνο διότι παρεµβαίνουν απρόβλεπτα γεγονότα, ανωτέρα βία ή άλλες βουλήσεις, αλλά και διότι η ίδια η επιτυχία έχει ενίοτε πικρή γεύση. Συχνά λοιπόν χρειάζεται αναπροσαρµογή της τακτικής και νέες πράξεις που δεν είχαν αρχικώς προβλεφθεί σε µία διαδικασία που ο Άγγλος φιλόσοφος ονοµάζει «το ατελείωτο του πράττειν» (The interminability of doing). Πολλές φορές άλλωστε η προτίµηση δεν σχετίζεται καθόλου µε την έκβαση αλλά µε την πράξη καθ’ εαυτήν η οποία παίρνει τον χαρακτήρα λύτρωσης. Στην Ελλάδα είναι πολύ οικείες οι πράξεις που είναι καθαρές ασκήσεις αυτονοµίας, αυτοδικαίωσης που προσφέρουν ικανοποίηση ως πράξεις όχι για τα αποτελέσµατα που έχουν: «Ας πάει και το παλιάµπελο», «Τους πέταξα την παραίτηση στα µούτρα», «Τον έβρισα και ξεθύµανα». Εδώ δεν υπάρχει υπολογισµός, διότι η πράξη συνεπάγεται ενίοτε µεγάλο υλικό κόστος, αλλά έκρηξη αυτοέκφρασης και αυτονοµίας. Βεβαίως, οι φαινοµενικώς άσκοπες αυτές πράξεις, οι «εκτός σχεδίου», δεν γίνονται τυχαία αλλά σχετίζονται µε ένα σύστηµα αξιών που κινδυνεύει να κλονιστεί, µε έναν συνειδησιακό σεισµό που αποκαθιστά βιαίως µια βαθύτατα διαταραγµένη ισορροπία. Όπως το τραγούδι, ο λυρικός λόγος, το παιχνίδι, έτσι και οι φαινοµενικά άσκοπες πράξεις έχουν και αυτές τους κανόνες τους. Το επιφώνηµα είναι και αυτό µέρος του λόγου.

Πώς ορίζεται η ελευθερία του εγώ

Η φιλελεύθερη εκδοχή για το πρωτείο του ατόµου δεν συνδέεται µε συγκεκριµένη άποψη για το φιλοσοφικό πρόβληµα του «αυτεξούσιου» που απασχολεί την ανθρωπότητα επί χιλιετίες. Είτε είναι το άτοµο αυτεξούσιο είτε απλώς νοµίζει πως είναι, όπως ισχυρίζονται ορισµένοι φιλόσοφοι, έχει πάντως πλήρη επίγνωση του καταναγκασµού που υφίσταται, όταν αυτός ασκείται εις βάρος του από άλλα άτοµα ή από το κράτος. Αυτή είναι η αφετηρία του φιλελευθερισµού. Η ανελευθερία που καταπολεµά ο φιλελευθερισµός είναι λοιπόν ο αντιληπτός καταναγκασµός ανθρώπου από άνθρωπο, όχι η εικαζόµενη εξάρτηση του ανθρώπου γενικώς από το θείο, το υποσυνείδητο, τα γονίδια του ή την «ιστορική νοµοτέλεια». Το άτοµο είναι εκείνο που κρίνει αν είναι ή όχι θύµα καταναγκασµού και όχι άλλοι για λογαριασµό µου, λόγιοι, ιερείς, φιλόσοφοι ή πολιτικοί. Έτσι αποκλείεται να υπάρξει ποτέ φιλελεύθερος δογµατισµός διότι απλούστατα δεν υπάρχει για τον φιλελεύθερο η εξουσία εκείνη που θα καταναγκάσει οιονδήποτε να πιστέψει ο,τιδήποτε, ακόµη και τον φιλελευθερισµό. Όταν ο Κώστας Ζουράρις κατηγορεί («Θεοείδεια Παρακατιανή» σ. 187) τη ∆ύση ότι έχει σφραγισθεί από την µονοφυσιτική αίρεση και ότι «ατοµοκεντρικός φιλελευθερισµός, ο κοµµουνισµός, ο φασισµός, ο εθνικοσοσιαλισµός» υποστηρίζουν µε τον τρόπο του ο καθένας ότι «µία είναι η φύση του ανθρώπου, αυτή που εγώ επιβάλλω» σφάλλει καταφώρως εις ότι αφορά τον φιλελευθερισµό. Σε αντίθεση µε όλες τις άλλες ιδεολογίες, αλλά και την εκδοχή Ορθοδοξίας «της καθ’ ηµάς Ανατολής» που µοιάζει να προκρίνει ο Ζουράρις, η υπερέχουσα αλήθεια την οποία προτείνουν οι φιλελεύθεροι δεν είναι υπερατοµική και εποµένως δεν φυλακίζει τα άτοµα σε έναν και µοναδικό µονοφυσίτικο (ορθότερα: µονιστικό) ιδεολογικό ζουρλοµανδύα αλλά συµπίπτει µε την αναγνώριση αποκλειστικής αρµοδιότητας στα πληθυντικά εγώ, προβάλλει το πρωτείο καθενός εξ αυτών και αναδέχεται έτσι την απέραντη ποικιλία τους ως στοιχείο πολιτισµού και πλούτου. Μόνο για την προστασία των δικαιωµάτων των πληθυντικών εγώ και την ανεµπόδιστη άνθιση της ετερότητας τους δικαιούται να µεριµνά ο φιλελευθερισµός. Αυτή η αντίληψη αποδεσµεύει έτσι την ελευθερία από την συγκυρία και αναδέχεται την αέναη κινητικότητα του ιστορικού γίγνεσθαι ως προϊόν προτιµήσεων των πληθυντικών εγώ.

Ο φιλοσοφικός πυρήνας αυτού του αρνητικού ορισµού της ελευθερίας ως απουσίας καταναγκασµού ανθρώπου από άνθρωπο βρίσκεται στην παραίνεση του Γερµανού φιλοσόφου Εµµανουήλ Κάντ (1724-1804) να νοούµε τους συνανθρώπους µας ως φορείς σκοπών και ποτέ ως µέσα, ποτέ ως εργαλεία για επίτευξη «µεγαλειωδών» κοινών σκοπών τεθειµένων από κάποια αυτοδιορισµένη ελίτ ή πρωτοπορία ή ακόµη και από την πλειοψηφία. Έτσι ο στρατιώτης υπακούει µεν στις διαταγές άλλων, αλλά δεν είναι µέσο για την υλοποίηση ιδίων σκοπών του στρατηλάτη, απλώς υπηρετεί το γενικότερο κοινό (δηλ. κοινώς αποδεκτό) σκοπό άµυνας της χώρας σε ένα σύστηµα καταµερισµού καθηκόντων όπου έχουν τη θέση τους τόσο ο στρατηλάτης όσο και οι οπλίτες. Τούτο ισχύει και για τον αστυνοµικό που υλοποιεί την κυρωτική εγγύηση του ∆ικαίου και προστατεύει την ελευθερία των πολιτών. Μόλις η εξουσία αποκτήσει ιδίους σκοπούς (κατακτητικούς, θρησκευτικούς, «ελληνοχριστιανικούς» ή κοµµουνιστικούς) τότε όντως οι «στρατιώτες», οι «αστυνοµικοί», οι «εφοριακοί», οι «δηµόσιοι υπάλληλοι» γενικώς, γίνονται µέσα για την υλοποίηση αυτών των «µονοφυσίτικων» σκοπών και συµµετέχουν σε βασανισµούς, φυλακίσεις και διωγµούς αντιφρονούντων. Στην ιδιωτική επιχείρηση υπάρχει, µέσω συµβάσεως, εναρµόνιση σκοπών εργοδότη και υπαλλήλου για µεγιστοποίηση του εισοδήµατος όλων, εποµένως ο µισθωτός διατηρεί απολύτως την αυτονοµία του και τα δικαιώµατα του ως πωλητής εργατικής δύναµης. Ο δούλος, αντίθετα, ήταν όντως µέσο στα χέρια του αφέντη του διότι υπηρετούσε τους σκοπούς εκείνου και µόνον. Αναγνώριση του πρωτείου του ατόµου σήµαινε την εποχή εκείνη κατάργηση του εργαλειακού ρόλου στον οποίο είχαν καταδικασθεί ορισµένα άτοµα, οι δούλοι. Οι Ρωµαίοι που διακρίθηκαν για τους κανόνες δικαίου και τους νοµικούς ορισµούς τους διεχώριζαν το «φωνητικό εργαλείο» (instrumentum vocale) που ήταν ο δούλος από το «άφωνο εργαλείο» (instrumentum mutuum). Το κατοικίδιο ζώο που εκραύγαζε αλλά δεν µιλούσε ήταν instrumentum semivocale..

Friedrich_Hayek_portrait.jpgΗ απουσία καταναγκασµού κατοχυρώνει µέσω του κράτους δικαίου το απαραβίαστο του χώρου που ο σύγχρονος µας φιλόσοφος της ελευθερίας Hayek αποκαλεί «ιδιωτική σφαίρα όπου το άτοµο είναι προστατευµένο από κάθε παρέµβαση» («Constitution of Liberty», σ. 136). Η σφαίρα αυτή είναι ενιαία. Γι’ αυτό η χρήση της λέξης ελευθερία στον πληθυντικό είναι εκ του πονηρού. Οι λευκοί Νοτιοαφρικανοί έχουν ελευθερία, ενώ οι µαύροι είχαν µέχρι της αποξηλώσεως του απαρτχάιντ ορισµένες δοτές «ελευθερίες» αλλά δεν ήταν ελεύθεροι. Αρνητική ελευθερία σηµαίνει ότι όλα επιτρέπονται, εκτός από αυτά που απαγορεύονται σε όλους. Στις ανελεύθερες χώρες όλα απαγορεύονται εκτός από αυτά που ρητώς επιτρέπονται, συνήθως σε µερικούς. Κάποιος κυνικός προσέθεσε ότι η Ελλάδα συνιστά ειδική περίπτωση διότι στη χώρα αυτή επιτρέπονται όλα, ιδίως αυτά που απαγορεύονται. 

Χαρακτηριστικό του κράτους δικαίου είναι πάντως ότι η προστασία που προσφέρει εκτείνεται σε όλους αυτοµάτως, αυτοδικαίως, δεν δίδεται ποτέ υπό όρους (ορθής πίστεως, εύτακτης συµπεριφοράς ή νοµιµοφροσύνης προς τους άρχοντες) και δεν περιλαµβάνει προσταγές αλλά απαγορεύσεις οι οποίες αποσκοπούν ακριβώς στη γενίκευση της, ώστε να µην καλύπτει απλώς κατά αφηρηµένο τρόπο «όλους», αλλά κατά συγκεκριµένο τρόπο τον «καθένα». Η αρνητική ελευθερία σηµαίνει δηλ. ότι υπό κανονικές συνθήκες ένα άτοµο µπορεί να κάνει ό,τι θέλει στο πλαίσιο του νόµου. Η σφαίρα αυτονοµίας του ατόµου δεν είναι δοσµένη. Τα όριά της επεκτείνονται (συναινούντων πάντοτε των πληθυντικών εγώ) µε τις προόδους της τεχνολογίας και τις νέες συνθήκες διαβίωσης. Η βιοτεχνολογία και η εξωσωµατική γονιµοποίηση ανατρέπουν το παραδοσιακό οικογενειακό δίκαιο, η πληροφορική απαιτεί κατοχύρωση νέων µορφών πνευµατικής ιδιοκτησίας, ενώ η αξιοποίηση του πλούτου που κρύβει ο βυθός των ωκεανών και η υφαλοκρηπίδα επιβάλλει αναθεώρηση του δικαίου της θαλάσσης. Αυτός είναι ο λόγος που δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξει οριστική και εξαντλητική απαρίθµηση των δικαιωµάτων του ανθρώπου διότι µε την πάροδο του χρόνου ο άνθρωπος έχει όλο και πιο πολλά να κάνει, άρα νέα δικαιώµατα να προσδιορίσει και κατοχυρώσει.

Η ελευθερία ως απουσία καταναγκασµού ανθρώπου από άνθρωπο θεµελιώνεται στην αρχή καταλογισµού ευθύνης στο άτοµο. Ο κερµατισµός του εαυτού που επεχείρησε ο Φρόυντ σηµαίνει ότι δεν κυβερνούµε πια το πλοίο µας, ότι το εγώ χάνει τον έλεγχο των αποφάσεων του. Ένα ακυβέρνητο εγώ, ωστόσο, δεν µπορεί να διεκδικήσει κανένα πρωτείο. Εάν ο Φρόυντ είχε δίκιο, θα ήταν αδύνατο να λειτουργήσουν φιλελεύθεροι θεσµοί. Ένας συνεπής Φροϋδικός δεν θα έπρεπε ποτέ να παίρνει καµία σοβαρή απόφαση χωρίς να έχει προηγουµένως ψυχαναλυθεί διεξοδικώς για να µην παρασυρθεί από το υποσυνείδητο του σε αξιόποινες πράξεις. Είναι αµφίβολο αν θα µπορούσε ποτέ να οργανωθεί οιαδήποτε πολιτεία πάνω στις αρχές του Φρόυντ. Ποιός αστυφύλαξ θα συνελάµβανε, ποιο δικαστήριο θα δίκαζε και ποιό σωφρονιστικό ίδρυµα θα φυλάκιζε το απρόβλεπτο και απειλητικό Ιd («Αυτό») που κατά τον Φρόυντ ελλοχεύει στον άνθρωπο και τον ποδηγετεί; Τούτο, άλλωστε, θα ήταν και άδικο διότι το Ιd έχει εξ᾽ορισµού το ακαταλόγιστο. Οι Αρχαίοι Έλληνες που εξεπόνησαν τον πρώτο λογοκρατικό πολιτισµό του κόσµου αναγνώριζαν το µη-έλλογο στοιχείο στον άνθρωπο, το διονυσιακό έρεβος, και εµάχοντο τις χθόνιες θεότητες και τους τερατόµορφους δαίµονες —προείκασµα του Ιd— επιστρατεύοντας το λογικό, δηλ. το φωτεινό, το Απολλώνειο τµήµα της ψυχής. Τα πάθη δεν δικαιολογούσαν κατ’ αυτούς καµία εκτροπή της συµπεριφοράς ακριβώς διότι εθεωρούντο τιθασεύσιµα. Ο άνθρωπος ήταν υπεύθυνος για όσα έκανε και δεν µπορούσε να ξεφύγει ισχυριζόµενος ότι γινόταν έρµαιο ή «δούλος» των παθών του. Η άποψη αυτή δεν διασπούσε το εγώ διότι θεωρούσε τα «πάθη» συστατικά του στοιχεία και όχι προϊόντα µαγγανείας ή έργο του Σατανά. ∆εν έµειναν έτσι περιθώρια υπεκφυγής στα πληθυντικά εγώ τα οποία έχουν συχνά την τάση να αναζητούν µεθόδους «εξαγνισµού του εαυτού», δηλαδή απόσειση της ευθύνης, δαιµονολογική περιχαράκωση και εκτόπιση του «κακού», εκτός της προσωπικότητας ει δυνατόν. Την τάση αυτή ενίσχυσε η Εκκλησία του Μεσαίωνα διότι έτσι κέρδιζε την πάγκοινη αναγνώριση του ρόλου της ως της µόνης διαθέσιµης οργανωµένης δύναµης, για τη σωτηρία των ψυχών και για την αποτελεσµατική καταπολέµηση του Σατανά, της θεότητας αυτής του κακού που πήρε το όνοµα της από την Αραβική ονοµασία Σεϊτάν.

250px-Vasily_Perov_-_Портрет_Ф.М.Достоевского_-_Google_Art_Project.jpgΤον κερµατισµό του εγώ υποστηρίζει στην Ελλάδα και ο ορθόδοξος θεολόγος Χρήστος Γιανναράς, ο οποίος µνηµονεύει επαινετικώς («Ορθός Λόγος και Κοινωνική Πρακτική» σελ. 284) τη γνωστή ρήση του Ντοστογιέφσκυ ότι «δεν υπάρχει παρά µία και µόνη ουσιαστική ελευθερία: να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τον εαυτό του» και προσθέτει ότι «η πολιτική πράξη» θα είναι «ανάπηρα ουτοπική αν αγνοήσει αυτήν την ελευθερία». Πρόκειται για λίαν προβληµατική τοποθέτηση. Η διάκριση του ανθρώπου από τον εαυτό του προϋποθέτει ότι υπάρχουν δύο κέντρα αποφάσεων, δύο υποκείµενα στο ίδιο άτοµο, εκ των οποίων το ένα τουλάχιστον είναι δαιµονικό, κυριαρχεί ενίοτε επί του άλλου και θα πρέπει να εκβληθεί µε εξορκισµό ή ψυχανάλυση, πάντως δε να χαλιναγωγηθεί και να εξουδετερωθεί. Η «ελευθερία» κατά Γιανναρά εξαρτάται έτσι από την έκβαση µιας αναµέτρησης της ζωώδους µε την αγγελική φύση του ανθρώπου ο οποίος νοείται πια ως ένα είδος κενταύρου µε νοήµονα κεφαλή και κτηνώδεις σωµατικές ορµές. Ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η έκκληση του Γιανναρά να παρέµβει «η πολιτική πράξη» σ’ αυτήν την τιτανοµαχία των δυνάµεων του Κακού µε τις δυνάµεις του Καλού στην ψυχή του ανθρώπου, καθώς προϋποθέτει ότι οι «µη ανάπηρα ουτοπικοί» πολιτικοί άνδρες και πολιτικές γυναίκες θα πρέπει να έχουν, τουλάχιστον αυτοί και αυτές, νικήσει το δαίµονα µέσα τους πριν αρχίσουν να παρεµβαίνουν στα καθ’ ηµάς.

platon.jpg∆εν υπάρχουν τεκµήρια ότι οι κυβερνώντες οιασδήποτε εποχής, είτε αιρετοί, είτε «ελέω Θεού», υπήρξαν ποτέ οι υπέροχοι «βασιλικοί άνδρες» που είχε οραµατισθεί ο Πλάτων, στους οποίους θα µπορούσε κανείς να εµπιστευθεί ρόλο Αη Γιώργη που θα σκοτώσει τον «εντός µας» δράκο. Άλλωστε οι ορισµοί του «Κακού» ποικίλλουν, ενώ ο αγώνας για ανάδειξη στην κορυφή της εξουσίας δεν είναι βέβαιο ότι θα καλλιεργεί πάντοτε την αρετή. Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου δεν υπήρξαν πάντοτε υπογραµµοί. Αλλά και αν ήταν, πώς είναι δυνατόν να παρέµβει η πολιτική εξουσία στα µύχια του εαυτού για να τον ελευθερώσει… από τον εαυτό του; Πώς θα δράσει ο αστυνόµος συνειδήσεων για να προστατεύσει µέσα µας τον άγιο ∆ρα Τζέκυλ από τον διαβολικό κύριο Χάιντ; Η φιλοσοφικοθεολογική αµφιλογία γύρω από αυτό το περιµάχητο θέµα είναι ενδιαφέρουσα αλλά είναι ήσσονος σηµασίας για την οργάνωση της από κοινού διαβίωσης των ανεξαρτήτων εαυτών. Ο φιλελευθερισµός προτείνει να δεχθούµε ότι σκλαβιά είναι ο καταναγκασµός ανθρώπου από άλλον άνθρωπο, όχι από κοµµάτι του ίδιου του εαυτού, ότι δεν είναι ποτέ κανένας «δούλος των παθών του» όπως είναι «δούλος του Καίσαρα», ότι είµαστε υπεύθυνοι για το πλοίο µας ακόµη και όταν εγκαταλείπουµε ενίοτε το πηδάλιο, ότι κρίνουµε ακαταπαύστως «τούτο» ως αξιότερο «εκείνου», αλλάζοντας ενίοτε προτιµήσεις στάσεις και συµπεριφορές και ότι είναι λυσιτελέστερο να οργανώσουµε τη ζωή µας µε βάση την αναπόδεικτη έστω εκδοχή της αυτονοµίας και όχι µε βάση την εκδοχή της φροϋδικής, θεολογικής ή άλλης ετερονοµίας.

Η ευθύνη του ενιαίου εγώ για τις πράξεις του, αφορά ατοµικές πράξεις ή παραλείψεις σε τοµείς όπου το άτοµο έχει όντως αρµοδιότητα. Καταλογισµός ευθύνης σε σηµερινούς Εβραίους, µε το —αµφισβητούµενο άλλωστε ως προς την ιστορική του ακρίβεια—σκεπτικό ότι οι Φαρισαίοι συνέβαλαν προ χιλιετηρίδων στη σταύρωση του Ιησού είναι παραλογισµός. Αντιθέτως, απόσειση κάθε ατοµικής ευθύνης µε το σκεπτικό ότι οι εγκληµατίες δεν είναι ένοχοι αλλά θύµατα της «κοινωνίας», του κακού εκπαιδευτικού συστήµατος, της ελλείψεως οικογενειακής θαλπωρής στα παιδικά τους χρόνια ή της οικονοµικής εκµετάλλευσης, δηλαδή των αντικειµενικών συνθηκών διαβίωσης τους οι οποίες τους προδιαγράφουν ένα πεπρωµένο το οποίο «φυγείν αδύνατον», καταλύει το κράτος δικαίου. Από καθαρώς φιλοσοφικής πλευράς, σηµειώνεται άλλωστε εδώ και µια σοβαρή αντίφαση: οι αρνητές της ατοµικής ευθύνης θα όφειλαν να νοούν τη σύλληψη, την προσαγωγή σε δίκη και την ποινή ως στοιχεία και αυτά του πεπρωµένου και όχι ως βδελυρές (δηλ. καταλογιστέες, άρα αποφεύξιµες και αποφευκτέες) πράξεις αντιδραστικών αρχόντων, αστυνοµικών, δικαστών και γενικώς του «Κατεστηµένου». ∆εν είναι δηλαδή λογικό να επικαλούνται οι αντιφιλελεύθεροι χίλιες και µία εξωατοµικές «δουλείες» για να απαλλάσσουν πάσης ευθύνης τους υπαίτιους εγκληµάτων και να καταλογίζουν ταυτόχρονα πλήρη ευθύνη µόνο στους πολιτικούς, τους δικαστές και τους αστυνόµους που τους τιµωρούν. Εάν η αδυσώπητη µοίρα, η «νοµοτέλεια» προκαθορίζει τις πράξεις όλων µας, τότε είµαστε όλοι εξίσου ανεύθυνοι (ή συνυπεύθυνοι, που είναι το ίδιο) δικαστές και δικαζόµενοι, βασανιστές και βασανιζόµενοι, κλέφτες και αστυνόµοι.

Γεγονός είναι ότι η πίστη στην ευθύνη του ανθρώπου για τις πράξεις του που είχε καλλιεργήσει η Αναγέννηση και ο ∆ιαφωτισµός υποχώρησε µε τα ολοκληρωτικά κινήµατα του 20ού αιώνα, αλλά και µπροστά στην κρατικιστική πληµµυρίδα που κατέκλυσε την Ευρώπη µετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο. Όταν διανοούµενοι, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, εκπαιδευτικοί και µαζικά µέσα ενηµερώσεως εξηγούν επί δεκαετίες στους ανθρώπους, εξ απαλών ονύχων, ότι για τα πάντα ευθύνεται το κράτος και ότι τα άτοµα είναι προπάντων θύµατα (αστοργίας, κακής νοµοθεσίας, αντικειµενικών νόµων εξελίξεως της κοινωνίας), είναι φυσικό να γεννιέται σε ορισµένους η αντίληψη ότι δεν είναι οι ίδιοι αρχιτέκτονες της µοίρας τους και ότι χρειάζονται χαρισµατικούς ηγέτες, ταγούς και κόµµατα πρωτοπορίας που θα τους ποδηγετήσουν και θα τους σώσουν. Η κηδεµονευτική σκέψη, ιδίως υπό την επιστηµονίζουσα µαρξιστική της µορφή, έχει ως υπόστρωµα την επίκληση «νοµοτελειών» που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αυτοδιάθεσης του ατόµου.

Νίκος-Καζαντζάκης.jpgΤο ανακουφιστικό στοιχείο αυτής της παραµυθίας είναι ότι έτσι «κοινωνικοποιείται» η ατοµική οδύνη, ενώ το φωτεινό όραµα του τελικού εσχατολογικού παραδείσου παραµένει αλώβητο από πρόσκαιρες ήττες. Η θεωρία, πάντως, του «αναπόφευκτου» που συντρίβει εξ υπαρχής κάθε έννοια πρωτείου του ατόµου, αφού καθαιρεί το άτοµο από τη θέση του πρωταγωνιστή της µοίρας του, θέτει και ένα σοβαρό θεωρητικό ερώτηµα που µένει συνήθως αναπάντητο: Η αιτιοκρατία δεν µπορεί λογικώς να «επισπεύδεται», όπως ζητείται από τους µαρξιστές να κάνουν οι προλετάριοι, παρά µόνο εάν δεχθεί κανείς ότι ως αίτιο συλλειτουργεί και το άτοµο-προλετάριος, το οποίο πρέπει να πεισθεί να επαναστατήσει. Υπάρχει λοιπόν θεωρητικώς η δυνατότητα να µην πεισθεί ο προλετάριος να γίνει επαναστάτης, όπως υπάρχει θεωρητικώς η δυνατότητα να αµαρτήσει ο χριστιανισµός, όπως υπήρξε θεωρητικώς δυνατή η ανυπακοή των Πρωτοπλάστων. Τι γίνεται τότε µε την ιστορική ή οιαδήποτε άλλη «νοµοτέλεια»; Θα λειτουργήσει και χωρίς το άτοµο γενικώς και τον προλετάριο ειδικώς; Απεδείχθη ήδη ότι δεν θα λειτουργήσει, όπως είχαν επισηµάνει οι φιλελεύθεροι από καταβολής µαρξισµού. Θα ήλπιζε κανείς ότι η λέξη «αναπόφευκτο» θα είχε πια διαγραφεί οριστικώς από το πολιτικό λεξιλόγιο αλλά τούτο δεν συνέβη ακόµη. Θα µπορούσε µάλιστα να υποστηρίξει κανείς ότι υπάρχει και κάποιο ηθικό µεγαλείο να αγωνίζεται κανείς ως βουληφόρο εγώ εναντίον του εικαζόµενου ως αναπόφευκτου, όπως έκαναν επιτυχώς οι Έλληνες φαντάροι στην Αλβανία το 1940 και όπως έκανε ανεπιτυχώς ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κατά την άλωση της Πόλης, υλοποιώντας έτσι στην πράξη τον ηρωικό απελπισµό που εξέφρασε ο Καζαντζάκης µε το απόφθεγµα: «Ελευθερία και Θάνατος».

Είναι αξιοσηµείωτο, πάντως, ότι οι πάσης φύσεως υποστηρικτές ποικίλων «νοµοτε- λειών» καταργούν το αυτεξούσιο του εγώ και προσδιορίζουν το αναπόφευκτο πάντοτε για τους άλλους, διατηρώντας για τον δικό τους εαυτό τη θέση του Ερµηνευτή, του Παρατηρητή ή και του Σχεδιαστή ως εάν κατείχαν προνοµιακώς το Αρχιµήδειο εκείνο σηµείο που τους βγάζει από το παιχνίδι. Κατά περίεργο τρόπο οι «νοµοτέλειες» δεν αγγίζουν ποτέ αυτούς που τις επινοούν και τις υποστηρίζουν. Έτσι ο µαρξισµός κηρύσσεται από αυτούς που έχουν ξεπεράσει (πώς;) τον ταξικό τους καθορισµό και αποκηρύσσεται από εκατοµµύρια εργαζόµενους που ονειδίζονται από τον Μαρξ ως κουρελοπρολεταριάτο διότι δεν έχουν «συνειδητοποιήσει» τον δικό τους· ο Φρόυντ επιστρατεύει όλες τις δυνάµεις πειθούς του ιδίου αυτόνοµου, υπεύθυνου, µαχητικού, συνειδητού του εγώ για να µας πείσει ότι το δικό µας είναι µύθος· ο κοινωνιοβιολόγος αποδίδει τις δικές µας ιδέες και συµπεριφορές στα γονίδια µας, εξαιρώντας φυσικά τη δική του θεωρία από κάθε γενετικό επικαθορισµό. Εάν όλοι αυτοί οι θιασώτες ποικίλων «νοµοτελειών» είχαν όντως δίκιο έπρεπε βέβαια να µην γράφουν ποτέ τίποτε διότι τα βιβλία απευθύνονται σε άτοµα ελεύθερα, νοούµενα ως δεκτικά πειθούς και όχι ανδράποδα. Η Ιστορία, το Υποσυνείδητο και τα Γονίδια δεν ξέρουν να διαβάζουν. Εάν όλοι αυτοί οι αρνητές του πρωτείου του ατόµου δέχονταν τουλάχιστον ότι όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουµε, και εκείνοι και εµείς και οι άλλοι, θα έδειχναν κάποια µετριοφροσύνη έναντι των συνανθρώπων τους. ∆εν το κάνουν, όµως.

Ας δεχθούµε, ωστόσο, προς στιγµήν ότι οι δουλείες που βαραίνουν το εγώ είναι όντως καταθλιπτικές, ότι οι πράξεις µας είναι σαν τις σπασµωδικές κινήσεις εντόµων που είναι παγιδευµένα στις βροχίδες κάποιας υπερβατικής αραχνιάς, ότι η ελευθερία που νοµίζουµε πως διαθέτουµε ως άτοµα είναι αυταπάτη, ότι το µέλλον είναι προδιαγεγραµµένο. Σε αυτή την περίπτωση, βέβαια, δεν έχει πια και µεγάλη σηµασία τι ακριβώς λέµε και τι κάνουµε. Τι θα συνέβαινε, ωστόσο, αν µια τέτοια εκτίµηση αποδεικνυόταν λαθεµένη; ∆εν θα ήταν ολέθριο στην περίπτωση αυτή να έχουν στο µεταξύ διαπαιδαγωγηθεί τα άτοµα στις διάφορες σχολές ετερονοµίας αναµένοντας παθητικώς τη σωτηρία εξ ύψους, εξ ιστορίας, εκ χαρισµατικών ηγετών, εκ ταγών, εκ ψυχαναλυτών, εξ ιερατείου, εξ ευγονικής ή εκ της συλλογικής σοφίας πρωτοπόρων κοµµάτων; Ο Γκορµπατσώφ σκόνταψε —όπως είπε ο ίδιος— στην απάθεια σοβιετικών πολιτών που είχαν βαθύτατα εµποτισθεί µε τη βεβαιότητα ότι τίποτα δεν περνά από το χέρι τους. Έχοντας πεισθεί ότι είναι προϊόντα µιας νοµοτέλειας που ξεκίνησε επαναστατικώς κάποιον «Κόκκινο Οκτώβρη» το 1917, πολλοί από αυτούς περιµένουν ακόµη και µετά την κατάρρευση του κοµµουνισµού κάποια ∆ευτέρα Παρουσία που θα τους σώσει. Βεβαίως, τα πληθυντικά εγώ έχουν κάθε δικαίωµα να αδρανήσουν προσδοκώντας την έλευση κάποιου Μεσσία. Ουδείς άκων ελεύθερος, πόσο µάλλον φιλελεύθερος. Όταν απορρίψουν όµως αυτή τη µοιρολατρία και αυτενεργήσουν —έστω µε φιλοσοφικώς λαθεµένο σκεπτικό—, συµβαίνει να θαυµατουργούν, διαπιστώνοντας ξαφνικά ότι η ελευθερία εκτός του ότι είναι αξία, έχει και αξία. AduC_006_Helvétius_(1715-1771).JPGΟ Βολταίρος σε γράµµα του στον Helvetius υποστήριξε την εκδοχή της αυτονοµίας ακόµη και για λόγους σκοπιµότητος µε το σκεπτικό ότι «το καλό της κοινωνίας απαιτεί να θεωρεί ο άνθρωπος τον εαυτό του ελεύθερο» και προσθέτοντας ότι ο ίδιος θα απέρριπτε τη µοιρολατρεία έστω και αν αυτή ήταν δικαιολογηµένη. Βεβαίως το θέµα δεν είναι εύκολο να κριθεί. Η αξία της αυτονοµίας δεν αποδεικνύεται ούτε λογικώς ούτε επαγωγικώς. Το φιλελεύθερο αξίωµα ότι η απουσία καταναγκασµού ανθρώπου από άνθρωπο είναι πρωταξία από την οποία απορρέουν όλες οι άλλες που καινοποιούν τη ζωή, δεν είναι προϊόν ερευνηµένης επιστηµονικής αλήθειας, είναι άρθρο πίστεως, ανέλεγκτη αρχική παραδοχή-αφετηρία. Το διαρκές πισωπάτηµα σε όλο και πιο «πρώτες» αρχές κάπου σταµατάει. Κάθε έσχατο είναι αυθαίρετο. Για τον φιλελευθερισµό η απουσία καταναγκασµού ανθρώπου από άνθρωπο, δηλ. η ελευθερία, είναι η µόνη «αυθαίρετη αρχή» που αναγνωρίζει και η εφαρµογή της στην πράξη η µόνη «αυθαιρεσία» που διαπράττει.

Η µεγάλη σύγχυση, την οποία καλλιεργούν οι αντιφιλελεύθεροι, αφορά τη διασύνδεση της ελευθερίας µε το βιοτικό επίπεδο του ατόµου. Η φτώχεια έλεγαν οι µαρξιστές πριν καταρρεύσουν τα καθεστώτα τους, είναι σκλαβιά. Όχι οποιαδήποτε φτώχεια, αλλά η φτώχεια που γεννάται στο σατανικό και εκµεταλλευτικό εκείνο σύστηµα παραγωγής και διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών που κατονοµάζεται ως καπιταλισµός. Καταγγέλλεται έτσι, επιλεκτικώς, η φτώχεια που είναι επιδεκτική πολιτικοποιήσεως διότι όπως έλεγε και ο Ρουσσώ, δεν µας εξοργίζει η φύση των πραγµάτων αλλά η κακή θέληση των ανθρώπων. Γι’ αυτό άλλωστε κανείς δεν λέει π.χ. ότι η κληρονοµική ασθένεια, το χαµηλό ύψος, είναι σκλαβιά παρ’ όλον ότι οι αιµοφιλικοί και οι νάνοι βρίσκουν το δρόµο προς την υλοποίηση των σκοπών τους πιο φραγµένο και υποφέρουν ίσως περισσότερο από τους φτωχούς οι οποίοι διατηρούν, επιτέλους, και τη φευγαλέα έστω ελπίδα ότι µπορεί να τους πέσει κάποτε το λαχείο. Η σύγχυση είναι σκόπιµη. Η φτώχεια, όπως η αρρώστια, η κακοκαιρία, η αναβροχιά, ο σεισµός, είναι δεινό που πρέπει να αντιµετωπισθεί. ∆εν είναι όµως δουλεία διότι η φτώχεια δεν είναι προϊόν καταναγκασµού ανθρώπου από άνθρωπο. Εάν τούτο συµβαίνει σε περίπτωση π.χ. ληστείας, τότε ο δράστης πρέπει να συλληφθεί, να υποχρεωθεί να επιστρέψει τα κλοπιµαία και να τιµωρηθεί. Εδώ το αδίκηµα είναι αυτή καθεαυτή η κλοπή και όχι η µέσω αυτής εξαθλίωση του άλλου η οποία µπορεί και να µην έχει συµβεί αν το θύµα είναι εύπορο. Η διασύνδεση των εννοιών ελευθερία-πλούτος και φτώχεια-σκλαβιά, είναι κατάλοιπο της Εγελιανής και κατόπιν Μαρξιστικής αντιλήψεως που ορίζει την ελευθερία θετικώς ως αυτοολοκλήρωση του ανθρώπου η οποία παρεµποδίζεται από έλλειψη υλικών µέσων, και όχι αρνητικώς, ως απουσία καταναγκασµού ανθρώπου από άνθρωπο.

fc7091951e153882cffd536caf17e219.jpgΗ φιλελεύθερη απόκριση σε αυτή τη συλλογιστική είναι ότι η ελευθερία ως έννοια δεν έχει καµία σχέση µε το ύψος του εισοδήµατος, παρόλον ότι οι αγώνες για την ελευθερία επηρεάζονται βέβαια από τις υλικές συνθήκες διαβίωσης. Στην Ελλάδα της Κατοχής η αντίσταση άρχισε να οργανώνεται µετά τον φρικαλέο χειµώνα της πείνας του 1941. Ο αντιστασιακός, ο άγιος, ο ιδεολόγος, πρέπει κάτι να έχουν φάει προσφάτως για να αγωνισθούν, να αγιάσουν, ή να ακτινοβολήσουν. Τούτο όµως δεν σηµαίνει ότι κάνουν όλα αυτά τα µεγάλα, τα σπουδαία και τα ηρωικά για να φάνε περισσότερο. Η πείρα δείχνει πάντως ότι το άτοµο διατηρεί ζωντανή την αίσθηση της διαφοράς µεταξύ των πιέσεων που δέχεται από το φυσικό ή οικονοµικό περιβάλλον και των πιέσεων που του ασκούν εξουσιαστές συνάνθρωποι του. Η πείνα, το κρύο, η µοναξιά, η αρρώστια, περιστέλλουν τα περιθώρια δράσης του εγώ αλλά δεν το καταναγκάζουν επιπροσθέτως να κάνει κάτι που δεν θέλει, δεν το ταπεινώνουν ζητώντας του να δηλώσει µετάνοια, υιοθέτηση αρχών που απορρίπτει, δεν το εξανδραποδίζουν.

Ο Βάκλαβ Χάβελ, Πρόεδρος της µετακοµµουνιστικής Τσεχοσλοβακίας, εξηγεί αστεϊζόµενος τους λόγους για τους οποίους επαναστάτησαν κατά του κοµµουνισµού οι Ανατολικοευρωπαίοι: «Οι Πολωνοί γιατί πεινούσαν, οι Ρουµάνοι για να ξεφύγουν από την τρέλα, οι Ανατολικογερµανοί για να µπορούν να ταξιδεύουν, εµείς για να ξεφύγουµε από τη θλίψη». Όταν σοβαρεύεται ο Βάκλαβ Χάβελ λέει απλώς ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι αποζητούσαν την ελευθερία τους ανεξαρτήτως της οικονοµικής τους καταστάσεως. ∆ιαψεύσθηκε έτσι για µια ακόµη φορά ο Μαρξ, ο οποίος έλεγε ότι σε τελευταία ανάλυση τα προβλήµατα είναι πάντοτε οικονοµικά. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει τελευταία ανάλυση διότι τον τελευταίο λόγο τον έχουν τα πληθυντικά εγώ και όχι ο Μαρξ. Φυσικά η συζήτηση έχει σήµερα ξεπεραστεί διότι οι ελεύθερες κοινωνίες αποδείχθηκαν ασύγκριτα παραγωγικότερες, όχι διότι το επιδίωξε το φιλελεύθερο κράτος, αλλά διότι το επιδίωξαν και το επέτυχαν τα αυτενεργούντα άτοµα. Έτσι, η αθλιότητα εξαφανίστηκε ενώ µένουν βέβαια οι ανισότητες επιδόσεων οι οποίες είναι συµφυείς µε την κατοχύρωση της ελευθερίας σε όλους τους τοµείς (εκπαιδευτικό, αθλητικό, καλλιτεχνικό). Η ελευθερία νοµίµου πλουτισµού δεν ευνόησε τους πλουσίους, τους πολλαπλασίασε. Η ελευθερία επιστηµονικής έρευνας δεν ευνόησε τις µεγαλοφυίες, τις αύξησε προωθώντας ταυτόχρονανα, µέσω της ελευθερίας του επιχειρείν, τις τεχνολογικές εφευρέσεις που µεγιστοποίησαν τις βιοτικές ευκαιρίες όλων των ατόµων. Αυτό το «θαύµα» δεν οφείλεται σε φυλετική υπεροχή εκείνων που το πραγµατοποίησαν αλλά στη µεγαλύτερη θεσµική ανακάλυψη της ανθρωπότητας κατά τους ιστορικούς χρόνους: τα δικαιώµατα του ανθρώπου

Τα ∆ικαιώµατα του Ανθρώπου

Το πρωτείο του ατόµου δεν είναι, κατά τον φιλελευθερισµό, πρωτείο του ατόµου εν είδει αλλά του ατόµου εν γένει. Αφορά δηλαδή όλα χωρίς εξαίρεση τα πληθυντικά εγώ και όχι απλώς ορισµένα εξ αυτών. Το Ιονεσκικό παράλογο που βιώνουµε στην Ελλάδα, όπως το επισηµαίνει επιγραµµατικώς ο Νίκος ∆ήµουΟι Έλληνες» σ. 16), είναι οτι ο καθείς νοµίζει ότι έχει ως ΕΓΩ όλα τα δικαιώµατα και ως ΕΣΥ κανένα. Αυτήν ακριβώς την ανοµία καταπολεµά ο φιλελευθερισµός ο οποίος δεν κάνει καµία διάκριση ανάµεσα στα πληθυντικά εγώ, ως προς τα δικαιώµατα που έχουν. Σε αντίθεση µε τους, λιγοστούς άλλωστε, πεφωτισµένους δεσπότες του Μεσαίωνα που προσέφεραν στους υπηκόους τους (όχι όλους βέβαια) άρτον, θεάµατα και ελευθερίες (στον πληθυντικό), οι φιλελεύθεροι θεωρούν ότι τίποτε δεν είναι δοτό, ότι το άτοµο που θέλει σήµερα κυρίως άρτον νοµιµοποιείται απολύτως να θέλει αύριο και θεάµατα, καθώς και γη, κεφάλαια, γνώση, πληροφορίες, βιοτικές ευκαιρίες, συµµετοχή στη λήψη αποφάσεων που το αφορούν και ότι έχει το δικαίωµα να τα επιδιώξει όλα αυτά µε τις δικές του δυνάµεις, σεβόµενο απολύτως τα ίδια ακριβώς δικαιώµατα (όχι προνόµια) των λοιπών πληθυντικών εγώ που τον περιτριγυρίζουν. Η ιδέα των δικαιωµάτων του άνθρωπου εχει σφραγίσει εδώ και 300 χρόνια την ανθρώπινη ιστορία διττώς: πρώτον διότι δεν έχει σταµατήσει να επανεµφανίζεται υπό διάφορες µορφές και δεύτερον διότι δεν έχει σταµατήσει να παραβιάζεται στην πράξη από τους φανατικούς των κοινών σκοπών που εννοούν να µεταχειρίζονται τους άλλους ως εργαλεία και ποτέ, βεβαίως, ως αυτόνοµους στοχοθέτες. 

Η καταβολή της ιδέας αυτής υπάρχει ήδη στη Βίβλο, όπου λέγεται ότι ο άνθρωπος έγινε «κατ’ εικόνα και οµοίωσιν» του Θεού. Τούτο θεµελιώνει την ανάγκη σεβασµού του πλάσµατος, τόσο από την εξουσία όσο και από τα άλλα πλάσµατα. ∆εν νοείται καταπίεση ενός θεϊκού αντιγράφου έστω και αν το αντίγραφο αυτό είναι ατελές. Η αρχή αυτή διέπει τον «χρυσούν κανόνα» («ό συ µισείς ετέρω µη ποιήσεις») που σπονδυλώνει την ηθική του Ιησού ως εκτίθεται αναλυτικώς στην «Επί του Όρους Οµιλία». Η διατύπωση του Ματθαίου, Ζ, 12, «πάντα όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υµίν οι άνθρωποι, ούτω και υµείς ποιείτε αυτοίς», εδραιώνει την αρχή της αµοιβαιότητος και ισοτιµίας στις σχέσεις των ανθρώπων. ∆εν αφήνονται έτσι περιθώρια για προνοµιούχους που έχουν µόνο δικαιώµατα και µη προνοµιούχους που έχουν µόνο υποχρεώσεις. Ωστόσο, όλες οι χριστιανικές διατυπώσεις του Χρυσού Κανόνος, είτε θετικές για το πράττειν, είτε αρνητικές για το αποφυγείν («µη κρίνετε ίνα µη κριθήτε») συνιστούν επιταγές προς άτοµα τα οποία πρέπει να σωθούν µε τις πράξεις τους για να πάνε στον Παράδεισο. Βρισκόµαστε ακόµη στο βασίλειο της θετικής χρήσεως της ελευθερίας. Η έννοια της αρνητικής ελευθερίας σύµφωνα µε την οποία το άτοµο δικαιούται να κάνει ό,τι θέλει, ακόµη και να «αµαρτήσει», χωρίς να παύσει για το λόγο αυτό να προστατεύεται από την πολιτεία φτάνει να µη θίγει τα δικαιώµατα άλλων, είναι πολύ µεταγενέστερη και αναπτύχθηκε σε σύγκρουση µε την Εκκλησία. Άλλωστε η χριστιανική δεοντολογία προβάλλει στο άτοµο συγκεκριµένο σκοπό (την είσοδο στην βασιλεία των ουρανών) και του υποδεικνύει µια συγκεκριµένη συµπεριφορά, δηλαδή να αγαπάει τον πλησίον του, να στρέφει την άλλη παρειά, να ελεεί τους φτωχούς για να πετύχει αυτό το σκοπό. Ουδείς µπορεί να καταλογίσει στη χριστιανική διδαχή «στοχοθετικό αγνωστικισµό», τη στάση δηλαδή που προκρίνει ο φιλελευθερισµός αλλά όχι βεβαίως οι καθέκαστα φιλελεύθεροι που έχουν ο καθένας τους τη δική του ιδεολογική προτίµηση.

Είναι προφανές ότι δικαιώµατα χωρίς φορέα δεν νοούνται και είναι ιστορικώς βεβαιωµένο ότι η ανάδυση της έννοιας «δικαιώµατα του ανθρώπου» συνδέθηκε στενά µε την επανανακάλυψη του ανθρώπου από την Αναγέννηση και την προοδευτική αναγνώριση του ως υποκειµένου δικαίου. Η ανθρωποκεντρική αυτή αντίληψη διαποτίζει τα σύγχρονα Συντάγµατα (και το Ελληνικό) τα οποία όλα µνηµονεύουν τα δικαιώµατα του ανθρώπου ως «απαράγραπτα» δηλ. ως προϊσχύοντα και κατισχύοντα του θετού δικαίου. ∆εν είναι σήµερα νοητό ένα «σύνταγµα» που θα προέβλεπε τη δουλεία ή θα απαγόρευε σε µια κατηγορία ανθρώπων να γίνουν ιδιοκτήτες. Η ιδιότητα του ανθρώπου φορέα δικαιωµάτων αποκτάται δια της γεννήσεως και δεν συναρτάται µε τη συνείδηση που έχει το άτοµο της σηµασίας της: Ο µεθυσµένος, ο ναρκοµανής, ο ψυχοπαθής δικαιούνται του ιδίου σεβασµού µε όλους τους άλλους.

Εις ό,τι αφορά την προέλευση των δικαιωµάτων του ανθρώπου και τη φύση τους, ο προβληµατισµός υπήρξε πλούσιος και έντονος από την Αναγέννηση έως τις µέρες µας. Ο John Locke τα θεώρησε «φυσικά» εννοώντας απλώς ότι αυτά δεν είναι δοτά, και όχι βεβαίως ότι είναι απόρροια φυσικών λειτουργιών όπως η πέψη και η αναπνοή. Πρόκειται για περαιτέρω επεξεργασία της ρωµαϊκής έννοιας του lex naturae και του «φύσει» δικαίου των σοφιστών. Η άποψη αυτή δεν συνεκρούετο ευθέως µε το χριστιανικό δόγµα διότι ο φυσικός νόµος µπορεί να νοηθεί χωρίς δυσκολία ως ταυτιζόµενος µε τον θείο. Πιστή σε αυτή την —φυσιοκρατική στην ουσία της— παράδοση, η Αµερικανική ∆ιακήρυξη Ανεξαρτησίας θεωρεί τα δικαιώµατα «θεόδοτα» αδιαφορώντας για τις διακρίσεις που φέρεται έτσι να έχει εισαγάγει ο Θεός, δίνοντας τα σε µερικούς και όχι σε όλους τους ανθρώπους παρ’ όλον ότι υποτίθεται πως όλοι είναι πλασµένοι από τον Ίδιον, κατ’ εικόνα και οµοίωση Του. Ίσως να πρόκειται απλώς για µια αντίληψη «ελέω Θεού» δικαιωµάτων για όλους, η οποία αντικατέστησε την «ελέω Θεού» νοµιµοποίηση του Βρετανού µονάρχη. Είτε η φύση δίνει δικαιώµατα, είτε το Υπέρτατο Ον, το γεγονός παραµένει ότι αυτά είναι πάντως πάγια και απαράγραπτα, κανείς δηλαδή δεν νοµιµοποιείται να τα πάρει πίσω.

Τελείως διαφορετικά βλέπουν το ζήτηµα οι συντηρητικοί. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος («Ελληνική Πορεία», σ. 165) γράφει ότι: «∆ικαιώµατα δεν δίνει ούτε ο Θεός ούτε η φύση. ∆ίνει µόνο η πολιτεία». Ως πολιτεία νοείται βέβαια εδώ η κυβέρνηση η οποία εφόσον κάτι «δίνει» νοµιµοποιείται ενίοτε και να το παίρνει πίσω όταν οι αποδέκτες της γενναιοδωρίας της εναντιώνονται —ως µή όφειλαν— στην εξουσία. Η θεωρητική θεµελίωση αυτής της αρχής ελλείπει στο κείµενο του Τσάτσου, αλλά οι συνέπειες της στην πράξη θα µπορούσαν να είναι επικίνδυνες. Εάν ο άνθρωπος νοηθεί ως υποκείµενο δικαίου µόνον επειδή υπόκειται στις επιταγές του ∆ικαίου και όχι διότι είναι φορέας φυσικών «απαράγραπτων» δικαιωµάτων, τότε ανοίγει ο δρόµος για όλων των ειδών τις καταπιέσεις. Με αυτή την έννοια οι δούλοι στην αρχαιότητα και οι Εβραίοι επί Χίτλερ ήσαν οπωσδήποτε υποκείµενα θετού δικαίου.

Βεβαίως, υπάρχουν άτοµα που κάνουν κατάχρηση των δικαιωµάτων τους αλλά όταν τούτο συµβαίνει, αρµοδιότητα να διαµαρτυρηθούν γι’ αυτό το γεγονός έχουν όλοι. Η διάρρηξη της ισορροπίας ανάµεσα στην άσκηση των ατοµικών δικαιωµάτων και το σεβασµό των δικαιωµάτων των άλλων είναι πρόβληµα που αντιµετωπίζεται µε σύννοµα µέσα σε ένα κράτος δικαίου, δεν είναι «έγκληµα καθοσιώσεως» κατά µιας πεφωτισµένης πολιτείας που χορηγεί ελευθερία, υπό όρους και κατά δόσεις, σ’ αυτούς που κατά την κρίση της το αξίζουν. Η εποχή που οι δούλοι εξαγόραζαν την ελευθερία τους, όπως εξαγοράζει κανείς σήµερα τις στρατολογικές του υποχρεώσεις έχει περάσει, µε αποτέλεσµα η ελευθερία να µην µπορεί πλέον µε καµία έννοια να νοηθεί ως προϊόν διαπραγµατεύσεων και δοσοληψιών µε τις αρχές. Αυτή είναι η µεγάλη ανακάλυψη των νεοτέρων χρόνων, η συµβολή της Ευρώπης στον παγκόσµιο πολιτισµό. Αυτή είναι η ουσία του φιλελευθερισµού. Είναι περίεργο πως µιας τέτοιας οικουµενικότητας έννοια όπως είναι τα δικαιώµατα του ανθρώπου, εµφανίσθηκε µε τέτοια καθυστέρηση στην ιστορία της ανθρωπότητος. Αξιοσηµείωτο είναι ότι απουσιάζει από το σύστηµα δικαίου των Αρχαίων Ελλήνων όπου ο δούλος δεν εθεωρείτο άνθρωπος αλλά «κτήµα τι έµψυχον» όπως έλεγε ο Αριστοτέλης και όπου το πρωτείο της πόλης κατίσχυε παντός άλλου. Σε ένα σύστηµα όπου «µόριον γαρ έκαστος της πόλεως» ακόµη και οι µη-δούλοι µπορούσαν να προσβλέπουν απλώς στο status του πολίτη, άτοµα δεν υπήρχαν. Όσο για τον ιδιώτη ήταν πρόσωπο χωρίς αξία, ακαλλιέργητο, αδιάφορο για τα κοινά. Ο όρος κατάντησε να σηµαίνει ηλίθιος και έτσι έχει µείνει στα Αγγλικά και τα Γαλλικά (idiot). Την ίδια περίπου αντίληψη συναντάµε και στους Ρωµαίους οι οποίοι δεν είχαν εκπονήσει την έννοια «δικαιώµατα του ανθρώπου» και θεωρούσαν αδιανόητο να µπορεί ποτέ κανείς να στραφεί νοµίµως κατά της κρατικής εξουσίας.

Είναι περίεργο ότι µόλις εδώ και δύο αιώνες επικράτησε τελικώς στην Ευρώπη η άποψη ότι δεν µπορεί κανείς να θεµελιώσει ∆ίκαιο στη διαφορά, και ότι όλοι οι άνθρωποι είναι άξιοι σεβασµού και προστασίας από την Πολιτεία την οποία µπορούν να εγκαλέσουν όταν ολιγωρεί ή τους καταπιέζει. «Εκείνο που διαφοροποιεί τον ευρωπαϊκό, τον φιλελεύθερο ορθολογισµό —επισηµαίνει εύστοχα ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (περιοδικό «∆ιαβάζω» τεύχος 233 της 21-2-1990)— είναι ακριβώς ότι φτιάχνει συνειδητά ένα παγκόσµιας εµβέλειας µοντέλο, το οποίο προτάσσει την απελευθέρωση του ατόµου, πάνω στη βάση την ατοµοκεντρική, πάνω στη βάση των ανθρωπίνων δικαιωµάτων, της αµετάθετης δι-ιστορικής και δια-πολιτισµικής —υποτίθεται— ουσίας του ανθρώπου, δηλαδή στην πρωτοκαθεδρία του εγγενώς ελεύθερου και υπεύθυνου ατόµου». Στην Ανατολή (Οθωµανική Αυτοκρατορία—Ρωσία) τούτο δεν συνέβη. Μοναδικός κριτής του ορθού, του αγαθού, του σκεπτέου και του πρακτέου υπήρξε εκεί ο µονάρχης, µόνος νόµος, η βούληση του (Lex Rex). Γι’ αυτό ακόµη και σήµερα οι αλλαγές στις χώρες αυτές έρχονται —όταν έρχονται— εκ των άνω, στην Ευρώπη ωριµάζουν και επιβάλλονται µε ουσιαστική συµµετοχή ατόµων εκ των «κάτω».

Τρεις είναι οι µεγάλοι σταθµοί στην ιστορική εξέλιξη των δικαιωµάτων του ανθρώπου, ένας στη µεσαιωνική Αγγλία, ένας στην Αµερική το 1776 και ένας στη Γαλλία το 1789. Τα κείµενα που προέκυψαν έχουν µείνει κλασικά αλλά η εµφάνιση τους δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία, ούτε βεβαίως χειρονοµία χωρίς επαύριο, αλλά µάλλον ξέφωτα σ’ ένα δρόµο µακρύ και δύσβατο.

Στη Μεσαιωνική Αγγλία το ζήτηµα των φόρων απασχολούσε έντονα ευγενείς και πληβείους, όπως εξεικονίζει άλλωστε ο θρύλος του Ροµπέν των ∆ασών ως λαϊκού ήρωα που πήρε τα δικά του ρηξικέλευθα µέτρα κατά της άδικης και καταπιεστικής φορολογίας. Η Magna Carta που υπεγράφη στις 15 Ιουνίου 1215 από τον βασιλέα Ιωάννη τον Ακτήµονα και τους συσπειρωµένους ευγενείς, κατοχυρώνει για πρώτη φορά µε πλήρη σαφήνεια ότι ο µονάρχης δεν µπορεί να φορολογεί τους ευγενείς χωρίς τη συναίνεση τους, δεν µπορεί να τους συλλαµβάνει και να τους φυλακίζει χωρίς την τήρηση ορισµένων διαδικασιών και γενικώς οφείλει να τους συµβουλεύεται συγκαλώντας τακτικά το Κοινόν Συµβούλιον (Commune Consilium). Το κείµενο αυτό ενέπνευσε ύστερα από 400 χρόνια την περίφηµη Petition of Right (Αναφορά ∆ικαίου) της 7ης Ιουνίου 1628, επί Καρόλου I, η οποία διευρύνει τα δικαιώµατα απαγορεύοντας τα αναγκαστικά δάνεια, τις στρατιωτικές επιτάξεις, και την αυθαίρετη επιβολή του στρατιωτικού νόµου περιορίζοντας έτι µάλλον τις προνοµίες του µονάρχη. Ακολούθησαν δύο Αγγλικές επαναστάσεις. Η πρώτη (εµφύλιος πόλεµος) από το 1642-49 ανέτρεψε τη µοναρχία και την αντικατέστησε µε Αβασίλευτη Πολιτεία υπό τον βασιλοκτόνο Cromwel. Η δεύτερη, που επονοµάσθηκε «Ένδοξη Επανάσταση», (1688-89) υπήρξε µια αναίµακτη δυναστική µεταβολή που κατοχύρωσε στην πράξη τις ελευθερίες των πολιτών ως είχαν διατυπωθεί στο «Habeas Corpus Act» του 1679 το οποίο συνιστά και σήµερα ακόµη πρότυπο των συνταγµατικών διατάξεων για την προσωπική ελευθερία και διευκρινίζει λεπτοµερώς και εξαντλητικώς τις προϋποθέσεις νοµίµου διώξεως, συλλήψεως και προσαγωγής σε 640px-WilliamOfOrange1580.jpgδίκη. Μετά την «Ένδοξη Επανάσταση» του 1688 που λειτούργησε διορθωτικώς κατά των παρασπονδιών ενός καθολικού µονάρχη, αντικαθιστώντας τον στο θρόνο µε τον διαµαρτυρόµενο Γουλιέλµο της Οράγγης, υιοθετείται (κοινή συναινέσει µονάρχη και ευγενών) ο περίφηµος Νόµος των ∆ικαιωµάτων (Bill of Rights) του 1689, ο οποίος κατοχυρώνει πλήρως τα δικαιώµατα, καταργεί ποικίλες «εξαιρέσεις» στην εφαρµογή τους και —κυρίως— εξασφαλίζει την εκλογική αυτονοµία της Βουλής, την πλήρη ελευθερία του λόγου σ’ αυτήν και το δικαίωµα του αναφέρεσθαι στις αρχές. Από την «Ένδοξη Επανάσταση» του 1688 και πέρα, η πορεία της Αγγλίας προς ολοένα και λυσιτελέστερη κατοχύρωση των δικαιωµάτων του ατόµου (δηλ. του Άγγλου) υπήρξε αδιατάρακτη.

Στην Αµερική η εξέλιξη πήρε ταχύτερο ρυθµό διότι στη χώρα αυτή δεν υπήρχε εγχώριος µονάρχης ούτε ευγενείς µε προνόµια που να εναντιώνονται στην ισονοµία. Οι Αµερικανοί δεν είχαν ανάγκη από αυλή και αριστοκρατία διότι όσο ήσαν ακόµη αποικία του Βρετανικού στέµµατος διεκυβερνώντο από το Λονδίνο, που δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να αναπαραγάγει εκτός Αγγλίας το δικό του πολιτειακό σύστηµα του «βασιλέως εν κοινοβούλιο» (the king in parliament). Τα κείµενα που γέννησε η Αµερικανική Επανάσταση είναι η ∆ιακήρυξη του Williamsburg στην πολιτεία της Βιργινίας της 12-6-1776 που ακολουθήθηκε ύστερα από ένα µήνα από την µνηµειώδη Αµερικανική ∆ιακήρυξη της Ανεξαρτησίας της 4-7-1776 και την περαιτέρω υλοποίηση της στις 10 τροπολογίες του Αµερικανικού συντάγµατος που ψηφίσθηκαν στις 15-12-1791 και ενσωµατώθηκαν στον αµερικανικό κατάλογο των δικαιωµάτων του ανθρώπου. Τα αµερικανικά κείµενα ανάγουν για πρώτη φορά το άτοµο σε µοναδικό φορέα δικαιωµάτων, περιορίζουν τις εξουσίες της πλειοψηφίας έτσι ώστε αυτή να µην κινδυνεύσει να γίνει ποτέ «τυραννική» εις βάρος µειοψηφιών ή ατόµων, διακρίνουν και εξισορροπούν τις τρεις εξουσίες (εκτελεστική, νοµοθετική, δικαστική) και καθαγιάζουν την ελευθερία της θρησκείας, της λατρείας, του λόγου, του τύπου, του συνέρχεσθαι καθώς και του αναφέρεσθαι στις αρχές που δεν επιτρέπεται να θιγεί ποτέ µε οιονδήποτε νόµο του κράτους. Ο Αµερικανός πολίτης είναι απολύτως ελεύθερος στην ιδιωτική του σφαίρα. Η Αβασίλευτη ∆ηµοκρατία των ΗΠΑ βασίσθηκε στην έννοια της «φυσικής αριστοκρατίας» δηλ. της διακυβερνήσεως µέσω µιας ελίτ που θα ανεδεικνύετο κατά «φυσικό» τρόπο στην ελεύθερη κοινωνική ζωή, υπό τον όρο ότι οι έλεγχοι και οι εξισορροπήσεις σε συνδυασµό µε την οµοσπονδιακή διάρθρωση της χώρας θα περιόριζαν αποτελεσµατικώς τις ιδέες µεγαλείου, τις ευκαιρίες διαφθοράς και τις καταπιεστικές τάσεις που κινδύνευαν ίσως να εµβάλουν εις πειρασµόν τους όποιους «φυσικούς αριστοκράτες» και εκλεγµένους εκπροσώπους των πολιτών. Το Αµερικανικό σύστηµα στήριξε εξ υπαρχής τα δικαιώµατα του ανθρώπου στη µεγίστη καχυποψία έναντι των κρατούντων και τον θεσµοποιηµένο αλληλοέλεγχό τους.

Στη Γαλλία η Επανάσταση κατοχύρωσε τα δικαιώµατα κατά διαφορετικό τρόπο. Η ∆ιακήρυξη των ∆ικαιωµάτων που υπεγράφη στις 26-8-1789 αναφέρεται πολύ σαφέστερα απ’ ότι η αµερικανική στον οικουµενικό άνθρωπο γενικώς. Υπό την επίδραση των Γάλλων Εγκυκλοπαιδιστών και των φιλοσόφων του ∆ιαφωτισµού, ο Άνθρωπος νοείται πια ως ον που έχει —φυσικά και όχι δοτά εκ θεού ή Πολιτείας— δικαιώµατα καθό Άνθρωπος όχι καθό κάτοικος µιας συγκεκριµένης χώρας ή φορεύς συγκεκριµένου πολιτισµού. Ωστόσο ενυπάρχουν σ’ αυτή την πρώτη ∆ιακήρυξη, αλλά κυρίως στις άλλες που την ακολούθησαν, Ρουσσωϊκά στοιχεία του πρωτείου µιας θολής «γενικής βούλησης» καθώς και, καταβολές υποστασιοποιήσεως του έθνους και του κράτους. Ενώ οι Αµερικανοί έφτιαξαν κράτος για να υπηρετήσουν τον πολίτη, οι Γάλλοι επεχείρησαν να διαπλάσουν «ενάρετους» πολίτες προς εξυπηρέτησιν της ολότητος, δηλ. της πολιτείας χωρίς βασιλιά (Republique). Τα συνταγµατικά κείµενα του 19ου αιώνος πάντως επηρεάζονται βαθύτατα από τη Γαλλική διακήρυξη. Η Σουηδία το 1809, η Νορβηγία το 1814, η Πρωσία το 1850, η Αυστρία το 1848, η ∆ανία το 1845, η Ισπανία το 1876 και η Βουλγαρία το 1879 εξασφαλίζουν στα συντάγµατα τους τα δικαιώµατα του Ανθρώπου ως διεκηρύχθησαν από τη Γαλλική Επανάσταση. Στην Ελλάδα οι δύο διακηρύξεις της Ελληνικής Επαναστάσεως της Α´ Εθνικής Συνελεύσεως της Επιδαύρου (15 Ιανουαρίου 1822) και της Β´ Εθνικής Συνελεύσεως του Άστρους (Απρίλιος 1823) είναι κυρίως διακηρύξεις εθνικής ανεξαρτησίας και όχι τόσο ατοµικών δικαιωµάτων. Ωστόσο, η εθνική απελευθέρωση περιείχε ουσιώδη στοιχεία πολιτικής ελευθερίας καθώς ο ραγιάς έγινε πολίτης. Στα συντάγµατα που ακολούθησαν (1864, 1911, 1927, 1975, 1986) αναφέρονται βεβαίως τα δικαιώµατα, ως αυτά διεµορφώθησαν διεθνώς στο µεταξύ.

Η πορεία συνεχούς διευκρινίσεως και διευρύνσεως των δικαιωµάτων —τα οποία δεν είναι δυνατόν να χωρέσουν µια για πάντα σε έναν κατάλογο, µια διακήρυξη ή ένα σύνταγµα— παρουσιάζει µια ριζική µεταβολή µετά τον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο. Τα συντάγµατα της Βαϊµάρης (1919), της Τσεχοσλοβακίας (1920), Πολωνίας και Γιουγκοσλαβίας (1921), της Ρουµανίας (1923) και της Ελλάδος του 1927 εισάγουν την έννοια των υποχρεώσεων του ατόµου δίπλα στα δικαιώµατα, επαναφέροντας τη «διόρθωση» που έγινε στη Γαλλία όταν η ∆ιακήρυξη του 1795 προσέθεσε ένα ιδιαίτερο «κεφάλαιο καθηκόντων» µε 9 άρθρα στην ∆ιακήρυξη του 1789. Προβάλλονται έτσι ως αγαθά έχοντα ανάγκην εννόµου προστασίας ο γάµος, η οικογένεια, η εργασία, η τέχνη, η επιστήµη όπως αναφέρει στα άρθρα 21,22,23 και 24 και το Ελληνικό Συνταγµατικό Κείµενο της 3 Ιουνίου 1927. Το Κράτος υποχρεώνεται να παρέχει στο άτοµο θετικές υπηρεσίες όχι να προστατεύει απλώς την ιδιωτική του σφαίρα. Τα δικαιώµατα νοούνται πλέον ως χρήσιµα στο σύνολο, το άτοµο αποκτά «κοινωνική αποστολή», ακόµη και η ιδιοκτησία παίρνει τη µορφή «κοινωνικής λειτουργίας». Ο R. Η. Tawney στο βιβλίο του «The acquisitive society» (1920) εξηγεί ότι τα δικαιώµατα του ανθρώπου που θεωρήθηκαν από την εποχή του John Locke ως «φυσικά», δηλ. αυτονόητα, χρειάστηκε ξαφνικά να περιβληθούν µε το µανδύα της κοινωνικής δικαιώσεως. Στην ΕΣΣ∆ η «∆ιακήρυξη των ∆ικαιωµάτων του Λαού που εργάζεται και τον εκµεταλλεύονται» της 10ης Ιουλίου 1918 δεν µιλάει βεβαίως καθόλου για άτοµα ή για δικαιώµατα, ενισχύει απεριόριστα την εξουσία του κράτους, νοµιµοποιεί για πρώτη φορά, µετά την πτώση του Παλαιού Καθεστώτος στη Γαλλία το 1789, ταξικές διακρίσεις µεταξύ των ατόµων και διακηρύσσει ως σκοπό «να συντριβούν αλύπητα όλοι οι εκµεταλλευτές, να πραγµατοποιηθεί η σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας και να θριαµβεύσει σε όλο τον κόσµο ο σοσιαλισµός» (άρθρο 3). Με το κείµενο αυτό εξαγγέλλεται πια για πρώτη φορά και επισήµως το πρωτείο της Πολιτείας η οποία έχει σκοπούς δικούς της.

Μετά τον Β’ παγκόσµιο πόλεµο τα συντάγµατα ρέπουν όλο και περισσότερο προς αυτή τη µετατόπιση του κέντρου βάρους από το άτοµο (των φυσιοκρατών, του Locke, της Αµερικανικής Επαναστάσεως) στον «κοινωνικό άνθρωπο» που νοείται ως έχων υποχρεώσεις έναντι του συνόλου. Τα µεταπολεµικά συντάγµατα της Γαλλίας (1946), της Ιταλίας (1947), της Γερµανίας (1949) της Ελλάδος του 1952, αλλά και το σήµερα ισχύον του 1975/1986, βρίθουν διατάξεων που επιτρέπουν παρέµβαση του κράτους στην οικονοµία για την παραγωγή διαφόρων γενικής φύσεως εννόµων αγαθών (ευηµερίας, κοινωνικής προστασίας). ∆ιδακτικότατη είναι σχετικώς η ιστορία της «Οικουµενικής ∆ιακηρυξεως των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου» του OHE που εγκρίθηκε στις 10 ∆εκεµβρίου 1948. Στην επίπονη προετοιµασία αυτής της διακηρύξεως συγκρούσθηκαν µετωπικώς οι δυο αντίπαλες εκδοχές περί δικαιωµάτων του Ανθρώπου όπως περιγράφει διεξοδικώς στη χρησιµότατη µονογραφία του ο καθηγητής Γ.∆. ∆ασκαλάκης «Η οικουµενική διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωµάτων» (σ. 50-115) από την οποία έχουν ληφθεί τα περισσότερα προµνηµονευθέντα στοιχεία. Η ∆ιακήρυξη του OHE για τα ∆ικαιώµατα του Ανθρώπου τεκµηριώνει ο καθηγητής ∆ασκαλάκης, δεν υπήρξε κεραυνός εν αίθρια. Τα δικαιώµατα του ανθρώπου µνηµονεύονται ήδη στα κείµενα κηρύξεως του Πολέµου κατά του Άξονος και ιδίως στο «Χάρτη του Ατλαντικού» δίνοντας έτσι εξ αρχής το πολιτικό-ιδεολογικό στίγµα της συγκρούσεως µε τα φασιστικά, εθνικοσοσιαλιστικά καθεστώτα. Μετά τη λήξη του πολέµου και τη συγκρότηση του OHE, άρχισε σοβαρά πλέον η επεξεργασία του κειµένου της ∆ιακήρυξης για τα δικαιώµατα του ανθρώπου στη νέα εποχή.

Οι δυσκολίες που ανεφύησαν υπήρξαν τεράστιες. Με πρωτοβουλία των Γάλλων οι ∆υτικοί επέµεναν να είναι η διακήρυξη «Οικουµενική» (ούτε παγκοσµία ούτε διεθνής) έτσι ώστε να είναι σαφές ότι αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους όπου γης (όχι απλώς όλες τις χώρες του κόσµου ή τα έθνη) ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, χρώµατος ή πολιτικών πεποιθήσεων. Οι Ανατολικοί (ΕΣΣ∆ και Λαϊκές ∆ηµοκρατίες) διαφωνούσαν και ήθελαν να στερήσουν παντός ανθρωπίνου δικαιώµατος τους εθνικοσοσιαλιστές, τους φασίστες και όλα τα αντιδηµοκρατικά στοιχεία. Οι ∆υτικοί έδιναν έµφαση στα άτοµα, οι Ανατολικοί στην Πολιτεία, επιµένοντας ότι αρµόδιοι να κρίνουν ποιος είναι φασίστας η όχι και αρµόδιοι για τον σεβασµό των δικαιωµάτων, είναι τα καθέκαστα κράτη και οιαδήποτε πίεση επ’ αυτών, σ’ αυτόν τον τοµέα, θα ισοδυναµούσε µε επέµβαση στα εσωτερικά τους. (Η θέση αυτή άρχισε να αλλάζει στην ΕΣΣ∆ µόνο επί προεδρίας Γκορµπατσώφ). Ανεζητήθη συµβιβασµός αλλά οι διαφορές ήσαν τόσο ριζικές ώστε τούτος υπήρξε ανέφικτος. Έτσι η Οικουµενική ∆ιακήρυξη απλώς παραθέτει τα δικαιώµατα του ατόµου και τα δικαιώµατα της Πολιτείας «χωρίς καµία προσπάθεια λύσεως ή συµβιβασµού των αντιµαχοµένων απόψεων» όπως διαπιστώνει ο καθηγητής ∆ασκαλάκης (ibid. σ. 82). Παρ’ όλα αυτά οι Ανατολικοί απέσχον µαζί µε τη Νότιο Αφρική (που δεν ήθελε να καταργήσει το απαρτχάιντ) και τη Σαουδική Αραβία (που δεν αναγνωρίζει και σήµερα ακόµη δικαιώµατα σε καµία άλλη θρησκεία πλην του Ισλάµ). Στο υπόµνηµα που κατέθεσαν οι Ανατολικοί για να εξηγήσουν την αποχή την ψήφιση της ∆ιακήρυξης αναφέρεται ότι «το θεµελιώδες της σφάλµα είναι ότι (η ∆ιακήρυξη) αγνοεί τα συµφέροντα του Κράτους…». Πρόκειται για αποκαλυπτικό κείµενο που υποστασιοποιεί το Κράτος ως έχον ίδια «συµφέροντα». Παρ’ όλα αυτά η ∆ιακήρυξη η οποία είναι «υποχρεωτική» αλλά όχι «εκτελεστή», κατά τη διατύπωση του ∆ασκαλάκη, έπαιξε ευεργετικό ρόλο διότι στο µέτρο που µνηµονεύει τα «έµφυτα και αναπαλλοτρίωτα δικαιώµατα όλων των ανθρωπίνων όντων» εισάγει επισήµως το φυσικό δίκαιο στη διεθνή ζωή. Η ∆ιακήρυξη ανάγει έτσι τον άνθρωπο σε υποκείµενο του ∆ιεθνούς ∆ίκαιου, νοµιµοποιεί διεθνείς προσπάθειες και κινητοποιήσεις για σεβασµό των δικαιωµάτων και µετατρέπει τους απανταχού «υπηκόους» σε δυνάµει άτοµα—φορείς δικαιωµάτων. Ο John Locke είναι εδώ

Η συζήτηση ωστόσο για τα δικαιώµατα του ανθρώπου δεν έχει κοπάσει. Πέρα από διακηρύξεις και κείµενα, πέρα από την πολιτική σύγκρουση φιλελευθερισµού και αντιφιλελευθερισµού, διαµορφώνονται παντού καθηµερινώς όχι µόνο στα συνταγµατικά κείµενα αλλά σε κάθε νοµοσχέδιο, σχεδόν σε κάθε απόφαση οργάνου της Πολιτείας δύο συγκρουόµενες εκδοχές: Η πρώτη, εµπνεύσεως John Locke, απορρέει από το πρωταρχικό δικαίωµα της κυριότητας του εαυτού και της ασφαλείας του (Habeas corpus, όχι βασανιστήρια, όχι αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση, όχι δυσµενείς διακρίσεις, δικαίωµα σε αµερόληπτη δίκη) και συµπληρώνεται µε τα δικαιώµατα του εκφράζεσθαι, του συνέρχεσθαι του συνεταιρίζεσθαι και του αναφέρεσθαι στις αρχές. Στην οµάδα αυτή οι φιλελεύθεροι κατατάσσουν και το δικαίωµα ατοµικής ιδιοκτησίας το οποίο άλλωστε µνηµονεύεται ρητώς σε όλα τα µη-κοµµουνιστικά συντάγµατα του κόσµου αλλά εξακολουθεί να είναι αντιπαθές ακόµη και σε µετριοπαθείς αντιφιλελεύθερους για ασαφείς λόγους. Η οµάδα αυτή των δικαιωµάτων έχει δύο γνωρίσµατα: Πρώτον δεν αποδέχεται εξαιρέσεις. Έτσι δεν επιτρέπεται βασανισµός κρατουµένου κατά περίπτωσιν, ή δήµευση της περιουσίας ανάλογα µε τις ανάγκες του Μονάρχη ή του Κράτους, όπως συνέβαινε στο Μεσαίωνα. ∆εν νοείται δηλ. στο θέµα αυτό η εφαρµογή της πολιτικής «βλέποντας και κάνοντας». ∆εύτερον, κάθε ένα από τα δικαιώµατα αυτά αντιστοιχεί πάντοτε σε µια συγκεκριµένη υποχρέωση συγκεκριµένων φορέων. Η εξασφάλιση της προσωπικής ασφάλειας υποχρεώνει τις αρχές να τηρούν την τάξη και να προστατεύουν το άτοµο από επιθέσεις. Το δικαίωµα σε αµερόληπτη δίκη υποχρεώνει την πολιτεία να συγκροτήσει ένα αξιόπιστο σύστηµα απονοµής δικαιοσύνης εν συνεχή λειτουργία και να προστατεύει τους δικαστές από τις πιέσεις των υπουργών και τα πιστόλια των κακοποιών. Το δικαίωµα του ατόµου στη σωµατική του ακεραιότητα επιβάλλει στις αρχές την υποχρέωση να µην αφήσουν ακαταδίωκτο κανένα βασανιστή έστω και αν είναι υπάλληλος τους. ∆ικαιώµατα έχει βέβαια και ο φυλακισµένος ο οποίος ούτε να βασανισθεί επιτρέπεται, ούτε να µείνει χωρίς τροφή, ούτε και να χρησιµοποιηθεί ως πειραµατόζωο για ιατρικές δοκιµασίες παρά τη θέληση του.

Η άλλη κατηγορία που εµφανίσθηκε µεταπολεµικώς και περιλαµβάνεται στην Οικονοµική ∆ιακήρυξη του OHE αφορά τα λεγόµενα «κοινωνικά» δικαιώµατα όπως είναι το δικαίωµα σε ικανοποιητική σύνταξη, περίθαλψη, καλή κατοικία, αξιοπρεπώς αµειβόµενη εργασία, το δικαίωµα του παιδιού στο παιχνίδι κ.α. Εδώ το «δικαίωµα» αποκλίνει από την έννοια της «ατοµικής ελευθερίας» και χάνει το περίγραµµα του στο µέτρο που η «ικανοποιητική σύνταξη» π.χ. δεν είναι αντικειµενικώς προσδιορίσιµη έννοια, ενώ η αντίστοιχη υποχρέωση είναι πραγµατικά οµιχλώδης. Ποιος έχει υποχρέωση να εξασφαλίσει ικανοποιητική σύνταξη, τροφή και στέγη στο άτοµο; Κανένας και όλοι. Στην πράξη τα δικαιώµατα αυτά παραβιάζονται ατιµωρητί και δεν µπορεί κανείς να επιβάλει την εφαρµογή τους. Η σύγχυση αυτή µεταξύ των καθαυτό δικαιωµάτων ως ελευθεριών και των κοινωνικών παροχών επέτρεπε στις χώρες του υπάρχοντος σοσιαλισµού να ισχυρίζονται ότι το καθεστώς τους είχε απλώς άλλες προτεραιότητες στο θέµα των «δικαιώµατος» και ότι αν φυλάκιζαν τους διαφωνούντες, αν τους ενέκλειαν στα ψυχιατρεία ή τους εκτελούσαν χωρίς δίκη όλα αυτά γίνονταν για το καλό του «λαού» στον οποίο εξασφάλιζαν τα κοινωνικά του δικαιώµατα στην ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, φτηνή στέγη και πληρωµένες θερινές διακοπές δίνοντας του και την αµφιβόλου αξίας εγγύηση ότι δεν έπεφτε πια θύµα εκµετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Τα «φυσικά» δικαιώµατα παρ’ όλον ότι χαρακτηρίσθηκαν ως οικουµενικά δεν έµεναν πάντως και αυτά έξω από την πολιτική διαµάχη. Ο Orwell παρατηρούσε ότι «από το 1933 και δώθε η Αριστερά θέλησε να είναι αντιφασιστική χωρίς να είναι αντιολοκληρωτική». Το φαινόµενο αυτό συνεχίζεται σήµερα. Για την Αριστερά ορισµένα θύµατα καταπίεσης είναι προνοµιούχα (Νέλσον Μαντέλα έως την απελευθέρωση του, φυλακισµένοι στη Χιλή έως την πτώση της δικτατορίας) ενώ άλλα είναι ανάξια προσοχής, αν όχι και άξια της τύχης τους (αντιφρονούντες Εβραίοι στην ΕΣΣ∆). Στην Ελλάδα µια ορισµένη αριστερά κάνει επιλογή όχι απλώς θυµάτων αλλά και θυτών προς αγανάκτησιν του Γιάννη Μαρίνου, διευθυντή του «Οικονοµικού Ταχυδρόµου», που δεν σταµατά να στηλιτεύει το φαινόµενο. Έτσι οι Παλαιστίνιοι υποστηρίζονται κραυγαλέα όταν τους σκοτώνουν οι Ισραηλινοί ή οι Χριστιανοί του Λιβάνου, αλλά αγνοούνται όταν τους σφάζουν οι Σιίτες, ο βασιλιάς της Ιορδανίας ή άλλοι µουσουλµάνοι. Φυσικά οι συντηρητικοί είχαν τις δικές τους αντίστοιχες προτιµήσεις στο Σαλβαντόρ ή τη Νικαράγουα. Για τον φιλελεύθερο —και για τη ∆ιεθνή Αµνηστία— δεν υπάρχουν τέτοια διλήµµατα καθότι ο σεβασµός των δικαιωµάτων του ανθρώπου δεν εξαρτάται ούτε από το τι πιστεύει ο διωκόµενος, ούτε από τα φρονήµατα του διώκτη. ∆εν είναι, τέλος επαρκής καµία επίκληση σε τοπικά ήθη και έθιµα, πολιτισµικές ιδιοτυπίες και θέσµια ή θρησκευτικές πρακτικές για να δικαιολογηθούν τα κράτη που καταπιέζουν τους πολίτες τους, θανατώνουν δια λιθοβολισµού τις µοιχαλίδες και εξολοθρεύουν ολόκληρους πληθυσµούς µε ασφυξιογόνα. Αυτές όλες οι πράξεις θα κριθούν µε οικουµενικά κριτήρια φυσικού δικαίου και όχι µε εγχώριους κανόνες. Ο Paul Bairan έλεγε ότι η συµβολή της ανθρωποφαγίας στην ευηµερία του λαού δεν µπορεί να κριθεί µε τον κώδικα συµπεριφοράς που έχουν εκπονήσει για την κοινωνία τους οι καννίβαλοι. Ωστόσο οι διακηρύξεις τα συλλαλητήρια, η διεθνής κατακραυγή συµβάλλουν µεν στο σεβασµό των δικαιωµάτων αλλά δεν αρκούν. Ο µεγάλος εκπολιτιστής αποδείχθηκε και στην περίπτωση αυτή ο µηχανισµός που εξασφαλίζει τις ισότιµες ανταλλακτικές σχέσεις µεταξύ των ανθρώπων, µε άλλα λόγια η αγορά. Στη Νότιο Αφρική η λειτουργία της αγοράς έπαιξε εξίσου σηµαντικό ρόλο στην προϊούσα αποξήλωση του απαρτχάιντ όσο και οι διαµαρτυρίες καθώς και οι καταδίκες του καθεστώτος από διεθνείς οργανισµούς. Το παράδειγµα έχει σηµασία διότι τα δικαιώµατα του ανθρώπου έχουν πολύ κακοπάθει στα χέρια ρατσιστών.

Ο Richard Maponya, τον βίο και πολιτεία του οποίου περιγράφουν γλαφυρά οι Sunday Times (Color Supplement 22-5-1988) είναι ένας Νοτιοαφρικανός µαύρος εκατοµµυριούχος που αγόρασε ένα θαυµάσιο µεγάλο σπίτι µε κήπο και πισίνα σε ένα προάστιο του Γιοχάνεσµπουργκ όπου βάσει των νόµων του απαρτχάιντ επιτρεπόταν η διαµονή λευκών και µόνο. Ουδείς τόλµησε ποτέ να τον ενοχλήσει. Ο Maponya αποφάσισε να ανταγωνισθεί τους λευκούς παίζοντας το καπιταλιστικό παιχνίδι και αγνοώντας εκείνους εκ των οµοφύλων του που τον κατηγόρησαν ως «πουληµένο». Η άποψη του ήταν ότι κάθε ρήγµα στα τείχη του απαρτχάιντ βοηθάει τους µαύρους. Φυσικά υπήρξαν ως τώρα αρκετοί πλούσιοι µαύροι στη Νότια Αφρική: µουσικοί, γιατροί, δικηγόροι. Όµως οι µαύροι κεφαλαιοκράτες που απασχολούν και λευκούς στις επιχειρήσεις τους σπανίζουν. Ήδη το 1988 υπολογιζόταν ότι υπήρχαν στη Ν. Αφρική 100.000 επιχειρήσεις και 10.000 µαύροι µάνατζερς (3% των µάνατζερς σε όλη τη χώρα και ένα τρίτο των µάνατζερς µεσαίου επιπέδου). Η διαφορά της Ν. Αφρικής από τις ΗΠΑ, µε την οποία συχνά την συγκρίνουν, είναι ότι στις ΗΠΑ οι µαύροι (10% του πληθυσµού) είναι όλοι χωρίς εξαίρεση απόγονοι δούλων που χρειάστηκαν καιρό να αποτινάξουν το έθος των πατέρων τους. Τούτο δεν ισχύει βέβαια για τους µαύρους της Ν. Αφρικής που είναι άλλωστε πενταπλάσιοι των λευκών και συγκροτούν έτσι µια τεράστια δεξαµενή µε πολλούς δυνάµει Maponya. Στην αφρικανική αυτή χώρα, που δεν είναι πιο προικισµένη σε φυσικούς πόρους από τις άλλες χώρες της µαύρης ηπείρου, οι µαύροι επιχειρηµατίες είναι όλοι, λόγω απαρτχάιντ, αυτοδηµιούργητοι. Πρόκειται για ικανούς ανθρώπους που ανεδείχθησαν σε ένα διττώς εχθρικό περιβάλλον επιχειρηµατικού ανταγωνισµού και λευκής εχθρότητος. Σηµειωτέον ότι πολλοί πλούσιοι λευκοί φεύγουν. Οι µαύροι πλούσιοι αυξάνονται και φυσικά µένουν κυρίως διότι δεν έχουν που να πάνε. Ο Maponya πίστευε ακράδαντα ήδη από το 1988 ότι οι µαύροι µε µόρφωση και περιουσία θα αποκτούσαν πρώτοι δικαίωµα ψήφου, το οποίο θα επεκτεινόταν αργότερα σε όλους, όπως ακριβώς έγινε στην Ευρώπη το 19ο αιώνα. Αξιοσηµείωτη λεπτοµέρεια: Την πρώτη του νύχτα ως ελεύθερος πολίτης ο αποφυλακισθείς ηγέτης του ANC, ο Νέλσον Μαντέλα την πέρασε ως φιλοξενούµενος στο σπίτι του Maponya («Guardian» 13-2-90).

Ο θεσµοθετηµένος ρατσισµός, η σύγχρονη αυτή µάστιγα κατά των δικαιωµάτων του ανθρώπου, βασίζεται στην πρόταση ότι τα άτοµα µιας φυλής ευδοκιµούν κυρίως λόγω των γονιδίων τους, πράγµα βλακώδες και ανεπιστηµονικό διότι όλες οι µετρήσεις επιβεβαιώνουν ότι όλες οι διαφορές —οιοδήποτε γνώρισµα και αν επιλέξει κανείς— είναι πάντοτε πολύ µεγαλύτερες επί τα εντός της φυλής παρά µεταξύ φυλών. Όπως εξηγεί ο βιολόγος Stephen Gould στον Γκυ ΣορµάνLes vrais penseurs de notre temps» σ. 84), οι πολιτισµοί έχουν όντως εξελιχθεί από τότε που εµφανίσθηκε ο Homo Sapiens στη γη, αλλά σύµφωνα µε έναν ρυθµό που προσιδιάζει στην Ιστορία, όχι στη Βιολογία, µια και τα τελευταία 50 χιλιάδες χρόνια το ανθρώπινο είδος δεν άλλαξε καθόλου ως προς τη σωµατική του διάπλαση και τις πνευµατικές του ικανότητες. Τον 5ο αιώνα, επισηµαίνει ο Gould, οι Ευρωπαίοι φθονούσαν τους Άραβες τους οποίους θεωρούσαν ανωτέρους τους Mangosuthu_Buthelezi_(1983).jpgσε θέµατα επιστήµης, τέχνης και πολιτικής. Ο ηγέτης των Ζουλού ∆ρ. Buthelezi λέει ότι ο καπιταλισµός δεν είναι κατ’ ανάγκην λευκός. Στην Ιαπωνία —διαπιστώνει— είναι κίτρινος. Γι’ αυτό το λόγο ακριβώς ο φιλελευθερισµός πάσχει από αθεράπευτη αχρωµατοψία εις ότι αφορά την διάρθρωση της πολιτείας αλλά όχι φυσικά τα γούστα των ανθρώπων. Εάν οι άνθρωποι θέλουν να αλληλοµισούνται διότι διαφέρουν ως προς το χρώµα αυτό είναι απαράγραπτο δικαίωµα τους. Τα αισθήµατα δεν ποδηγετούνται. Εάν κάποιοι πιστεύουν ότι είναι ανώτεροι από άλλους αυτό είναι δική τους υπόθεση. Το φρόνηµα δεν αστυνοµεύεται. Η φιλελεύθερη πρόταση ζητεί απλώς σεβασµό των δικαιωµάτων όλων και καθενός, θεωρώντας ότι πρόκειται για αρχή που γεννήθηκε µεν στην Ευρώπη µετά την Αναγέννηση αλλά απεδείχθη ήδη πολύτιµο εξαγώγιµο προϊόν προς χρήσιν οιουδήποτε Αφρικανού, Ασιάτη ή Λατινοαµερικάνου, όπως ο ατµός, ο ηλεκτρισµός, η τυπογραφία και οι τηλεπικοινωνίες.

Ωστόσο καµιά νέα ιδέα δεν επιβάλλεται αυτοµάτως. Η Αφρική γενικώς µένει πίσω διότι πολλοί εντόπιοι ηγέτες αρνούνται την οικουµενικότητα των δικαιωµάτων και καταγγέλλουν τη ∆ύση όταν αυτή συνδέει την εφαρµογή τους µε τη χορήγηση βοήθειας ως ένοχη νεοαποικιακής επέµβασης στα εσωτερικά τους. Στο Ιράν τα δικαιώµατα του ανθρώπου καταγγέλλονται ως εφεύρηµα του Σατανά ενώ ο ποινικός κώδικας της χώρας προσδιορίζει επακριβώς —όπως αποκάλυψε η ∆ιεθνής Αµνηστία— το κατάλληλο µέγεθος των λίθων µε τους οποίους πρέπει να λιθοβολούνται µέχρι θανάτου οι µοιχαλίδες έτσι ώστε το µαρτύριο τους να µην τελειώνει και πολύ σύντοµα. Με κάθε νέα ετήσια έκθεση της ∆ιεθνούς Αµνηστίας η οποία απαριθµεί και ταξινοµεί τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωµάτων σε όλο τον πλανήτη υπάρχουν εκείνοι που κινούν θλιβερά την κεφαλή και διαπιστώνουν ότι δεν γίνονται πρόοδοι στον τοµέα των δικαιωµάτων. Τούτο δεν είναι σωστό.

Η οικουµενικότητα των δικαιωµάτων έχει επιβληθεί στις συνειδήσεις αν όχι ακόµη τελείως στην πράξη. Τον 19ο αιώνα οι φιλελεύθεροι στοχαστές µε τον J. S. Mill επικεφαλής, θεωρούσαν ότι η ελευθεροτυπία π.χ. ήταν χρήσιµη ως µέσο ελέγχου της κυβερνήσεως αλλά ότι ταίριαζε µόνο σε εξελιγµένες χώρες. Σήµερα θεωρείται ως κάτι το αυτονόητο και αυτοί που την παραβιάζουν είναι υποχρεωµένοι να απολογούνται. ΑυτόJohn_Stuart_Mill_by_London_Stereoscopic_Company,_c1870.jpg είναι πρόοδος. Στην Ελλάδα η καύση φύλλων ορισµένων εφηµερίδων από φανατισµένους κοµµατικούς, όπως συνέβη στα Τρίκαλα τον ∆εκέµβριο του 1988, καταδικάστηκε έντονα από όλες τις πλευρές. Αυτό είναι πρόοδος. Έχει πια γίνει σαφές ότι η ελεύθερη διάδοση στοχασµών είναι στην καρδιά της «συνοµιλίας» µεταξύ των ανθρώπων. Η πρόσφατη πείρα των χωρών του υπάρξαντος σοσιαλισµού έδειξε ότι η κρατικοποίηση του λόγου οδηγεί την κρυφή ψιθυριστή συνοµιλία της παρανοµίας. Όταν κρατικοποιηθεί η παραγωγή αγαθών καταργείται η αγορά διότι ουδείς πλέον µπορεί να ανταλλάξει αγαθά µε άλλους αφού ουδείς είναι πλέον ως άτοµο ιδιοκτήτης ή παραγωγός αγαθών ή υπηρεσιών. Λέξεις, όµως, νοήµατα, κείµενα µπορεί ο καθένας να παράγει και να τα ανταλλάσσει µε άλλους χωρίς να απαιτείται προς τούτο σταθερό νόµισµα, αξιόπιστο τραπεζικό σύστηµα και χρηµατιστήριο. Έτσι εξηγείται ότι πρωταρχικό µέληµα των ολοκληρωτικών είναι να επιπέσουν κατά της µόνης ανταλλαγής προϊόντων που δεν µπορούν να καταργήσουν, ούτε καν να ελέγξουν: των πνευµατικών. Φυσικά και στις ελεύθερες πολιτείες, το δικαίωµα του εκφράζεσθαι —όπως κάθε δικαίωµα εξάλλου— δεν είναι απεριόριστο. Ουδείς π.χ. δικαιούται να φωνάξει «πυρκαϊά» σε ένα κατάµεστο θέατρο για να διασκεδάσει την πλήξη του, ούτε να συκοφαντήσει κάποιον δια του τύπου για να διασκεδάσει την ανία των αναγνωστών του. Η κατάχρηση δικαιώµατος απαγορεύεται. Κατά τα άλλα ο καθένας γράφει ό,τι θέλει και όλοι υπεραµύνονται αυτού του δικαιώµατος χωρίς τούτο να σηµαίνει ότι συµφωνούν µε τα γραφόµενα. Το µήνυµα του ∆ιαφωτισµού ότι η διαφωνία δεν πρέπει να οδηγεί σε απαγόρευση και ότι η κατοχύρωση της ελευθερίας του σκέπτεσθαι δεν σηµαίνει αυτοδικαίως έγκριση του προϊόντος της σκέψεως, έχει γίνει κοινός τόπος σε πολλές χώρες. Γίνεται όλο και πιο κατανοητό ότι η χρήση κρατικής βίας για καταστολή του «κακού» και ενίσχυση του «καλού» είναι κατάλοιπο βαρβαρότητας. Στις φιλελεύθερες δηµοκρατίες καµία κατηγορική επιταγή δεν µπορεί σήµερα να επιβάλλει στο άτοµο να ασκεί τα δικαιώµατα του κατά τρόπο ενάρετο, φιλολαϊκό, υπεύθυνο, σοσιαλιστικό, χριστιανικό, µουσουλµανικό αδιάλλακτο, εθνικόφρονα, κοµµουνιστικό ή µετριοπαθή. Τα µόνα όρια που τίθενται είναι αυτά που περιβάλλουν ως προστατευτική σφαίρα την αυτονοµία των άλλων.

Μήπως λοιπόν πρέπει οι πολίτες πρώτα να διαπαιδαγωγηθούν στην ανεκτικότητα ώστε να µπορέσουν να συµβιώσουν κατόπιν αρµονικώς; Βεβαίως η ανοχή στη διαφορά ευνοεί την συµβίωση. Ωστόσο µια ευνοµούµενη πολιτεία δεν µπορεί να στηρίζεται στην «καλή διάθεση» πολιτών που έχουν διαπαιδαγωγηθεί να ανέχονται αποκλίνουσες συµπεριφορές. Η ανεκτικότης είναι επιλογή δεν µπορεί ποτέ να είναι υποχρέωση. Οι νουθεσίες προς τους ανθρώπους να συνεργάζονται αγαπηµένα συνιστούν συρραπτικές προσπάθειες αβεβαίας συνήθως εκβάσεως. Άλλωστε οι µεγάλοι µεταρρυθµιστές ο martin-luther---protestant-reformation.jpgΧριστός, ο Γκάντι, ο Λούθηρος δεν υπήρξαν καθόλου ανεκτικοί έναντι των ιδεολογικών τους αντιπάλων εις ότι αφορά την ουσία. Η µόνη επιβεβληµένη, δια της αστυνοµίας και των δικαστηρίων, ανοχή αφορά την αναγνώριση του δικαιώµατος του άλλου να εκφέρει ανεµπόδιστα τις απόψεις του και να δρα ελεύθερα κατά νόµον. Αυτή καθ’ εαυτή η αναγνώριση δικαιωµάτων στους άλλους γεννά ανοχή µόνο στη συµπεριφορά τους δεν προαπαιτεί ανοχή στις ιδέες.

Η σύγχυση συµπεριφοράς και ιδεών είναι προαναγεννησιακό στοιχείο στη συµβίωση των ανθρώπων, κατάλοιπο της νοοτροπίας που απαιτούσε από τους ανθρώπους να σκέφτονται το ίδιο και να δρουν το ίδιο, και καταδίκαζε ανέκκλητα αυτούς που σκέφτονταν διαφορετικά χωρίς έστω να ενοχλούν κανένα µε τη συµπεριφορά τους. Φαινόµενα δυσανεξίας παρατηρούνται έντονα και στην Ελλάδα. Μια ορµή αυθαιρεσίας διακατέχει αυτούς που ζητούν να απαγορευθεί µια ταινία είτε πρόκειται για την «Ελένη», είτε για τον «Τελευταίο Πειρασµό» (ο οποίος ενόχλησε κυρίως λόγω της λογικής του ότι, αφού ο Ιησούς ενανθρωπίστηκε, φυσικό ήταν να αποκτήσει και ανθρώπινες ορµές). Οι µισαλλόδοξοι Έλληνες θα πρέπει απλώς να συνηθίσουν στην ιδέα ότι η αντίληψη του καθενός για το τι είναι σωστό και τι δεν είναι, δεσµεύει µόνο τον φορέα της. Ο σεβασµός των δικαιωµάτων του ανθρώπου προστατεύει κάθε φορά τον άλλον, τον εκκεντρικό, τον αντιφρονούντα, τον αντικοµµατικό, τον αντίθρησκο, τον «ανήθικο» και τιµωρεί µόνον αυτόν που παραβιάζει τους κανόνες. Όσον αφορά αυτό καθ’ εαυτό το «δέον», τούτο δεν καθορίζεται από Οικουµενικές ∆ιακηρύξεις, Συντάγµατα και Νόµους διότι είναι προϊόν του αξιογόνου µηχανισµού της συνείδησης και αφορά τους ελεύθερα επιλεγµένους ηθικούς κώδικες βάσει των οποίων ρυθµίζουν τη διαβίωση τους τα πληθυντικά εγώ. 

Αξίες-Ηθική συµπεριφορά

Η ηθική ως γνώµων συµπεριφοράς βάσει αξιών απασχολεί την ανθρωπότητα επί χιλιετίες. Από τη στιγµή της ενηλικιώσεώς του (αλλά και πριν) το άτοµο καλείται να αποφασίζει συνεχώς κάθε µέρα αν θα κάνει τούτο ή εκείνο λαµβάνοντας υπόψη ανάγκες προτιµήσεις, παρορµήσεις, τήρηση εκµαθηµένων κανόνων παιχνιδιού, το βάρος της παράδοσης και σειρά ολόκληρη επιταγών και απαγορεύσεων που συγκροτούν κάθε φορά την δική του εξιδιασµένη εκδοχή για τον «δέον». Το «πράττειν εν κοινωνία» απαιτεί λύσεις και αποφάσεις συνεχώς, από το πρωί ως το βράδυ, πράγµα που δεν συµβαίνει µε άλλες δραστηριότητες του ατόµου, όπως το νοείν, το αισθητικώς απολαµβάνειν, το αθλείσθαι, το επιχειρείν ή το κοινωνείν µε το θείο. Η πράξη, ωστόσο, δεν µπορεί να είναι στενά εµπειρική, να φωτίζεται δηλ. µόνο από τον πιθανολογούµενο αντίκτυπο που κάθε ενέργεια θα έχει στους άλλους διότι τούτο θα γεννούσε µεγίστη αβεβαιότητα. Κατά ποικίλους λοιπόν τρόπους και µε διάφορο εκάστοτε σκεπτικό τα πληθυντικά εγώ χαράσσουν την πορεία τους βάσει αξιών. Αξία είναι η συγκεκριµένη επιλογή του «ου ένεκα» πράττει κανείς αυτό που θεωρεί πρέπον. Αξία είναι η φιλαλληλία που εµπνέει τον καλό Σαµαρείτη, η αυτοπεποίθηση που εµπνέει τον Περικλή, η επιστηµονική περιέργεια που εµπνέει τον Νεύτωνα, η φιλοπατρία που εµπνέει τον Υψηλάντη. Πρόκειται δηλ. για το κριτήριο µε το οποίο το άτοµο ρυθµίζει τη δράση του είτε θετικώς (παρότρυνση) είτε αρνητικώς (αναστολή, µετριασµός). Η κλίµακα αξιών την οποία διαµορφώνει το άτοµο δεν φωτίζει µόνο τη δική του δράση αλλά του χρησιµεύει να εκτιµήσει και τη δράση των άλλων. Όταν σηµειώνεται χάσµα ανάµεσα στις διακηρυσσόµενες αξίες του ατόµου και τη συγκεκριµένη δράση του, µιλάµε για υποκρισία. Το αντίστροφο φαινόµενο δεν έχει επαρκώς µελετηθεί: πώς είναι δηλ. δυνατόν άνθρωποι απολύτως τίµιοι στις συναλλαγές τους, που δεν θα διενοούντο ποτέ να αγγίξουν οι ίδιοι έστω και µια δραχµή του δηµοσίου χρήµατος, να περιβάλλουν µε την εκτίµηση τους και να ψηφίζουν κλέφτες για να τους εκπροσωπούν στη Βουλή ή να τους κυβερνούν; Η απάντηση ίσως να βρίσκεται στο γεγονός ότι έργα και λόγοι, πράξεις του ατόµου και εκτιµήσεις του για πράξεις άλλων, δεν συνδέονται αδιάσπαστα µεταξύ τους.

Η κλίµακα αξιών, το σύστηµα αξιών δεν µοιάζει µε την Ευκλείδειο γεωµετρία, όπου η αρχική παραδοχή ότι δύο παράλληλοι δεν θα συναντηθούν ποτέ θεµελιώνει όλο το οικοδόµηµα, αλλά περισσότερο µε ένα µελωδικό θέµα, µε µια συµφωνία, το οποίο άλλοτε εµφανίζεται κυρίαρχο και δεσπόζει της συµπεριφοράς (όταν πρόκειται για πράξεις του ιδίου του ατόµου) και άλλοτε χάνεται από το προσκήνιο, χωρίς ωστόσο και να εξαφανίζεται ολότελα (όταν πρόκειται για ανήθικες πράξεις θαυµαζόµενου χαρισµατικού ηγέτη). Πρωτείο του ατόµου στον τοµέα της ηθικής σηµαίνει ότι ο µόνος αξιογόνος χώρος είναι η ατοµική συνείδηση και ο µόνος αξιογόνος µηχανισµός είναι εκείνος που η ατοµική συνείδηση συγκροτεί έχοντας απορροφήσει πολιτισµικά πρότυπα από το παρελθόν και το περιβάλλον και έχοντας συσσωρεύσει ιδίαν πείραν. Ενώ το πολιτειακό «δέον» είναι σαφές, περίγραπτο και αφορά την προστασία των δικαιωµάτων µε χρήση του κρατικού µονοπωλίου της βίας, το ηθικό «δέον» είναι υπόθεση του ατόµου στην οποία ουδείς νοµιµοποιείται να παρέµβει ασκώντας βία αλλά µόνον επιρροή µέσω «συνοµιλίας». Η αξία είναι λοιπόν προϊόν προτιµήσεως, υποκειµενικής ή δι-υποκειµενικής, µε την έννοια ότι η πηγή της είναι στη διάνοια του αξιολογούντος ατόµου όχι στα πράγµατα ή στα αντικείµενα. Το δέον —εξηγούσε o David Hume µια ολόκληρη ζωή— δεν τεκµαίρεται από το είναι. Η Φύση δεν κανοναρχεί, είναι βουβή σε θέµατα ηθικής. Η προστακτική δεν προκύπτει από την οριστική έγκλιση. Η καίρια αυτή —-για τον φιλελευθερισµό— διάκριση, δεν έχει περάσει στην τρέχουσα γλώσσα. Πλήθος άνθρωποι επιµένουν ότι κάτι είναι ωραίο, τίµιο, ορθό, προοδευτικό, αξιοµίµητο, όπως είναι στρογγυλό, κόκκινο, αιχµηρό ή λείο. Γι’ αυτούς οι διαφωνούντες µε τις δικές τους αισθητικές ή αξιολογικές προτιµήσεις είναι χυδαίοι, τυφλοί, παράλογοι ή πουληµένοι.

Η αξία από εκεί που ήταν εκτίµηση υποκειµενική µετουσιώνεται έτσι σε ποιότητα και θεωρείται ότι εγκατοικεί στα πράγµατα, βρίσκεται δηλ. εκτός του αξιολογούντος εαυτού. Τούτο οδηγεί σε ένα περαιτέρω σκαλοπάτι προς τον ολοκληρωτισµό. Όταν η αξία νοηθεί ως εγκατοικούσα στο αντικείµενο, η ωφέλεια (δηλ. η ιδιοποίηση του αντικειµένου που νοείται ως έχον αξία) γίνεται και αυτή αντικειµενική, µετρήσιµη και χορηγήσιµη από µια πατερναλιστική Πολιτεία που µεριµνά πλέον για την αύξηση της ευτυχίας και την αφαίρεση της οδύνης ως την εννοεί η ίδια και όχι τόσο για την προστασία των δικαιωµάτων των πολιτών οι οποίοι είναι οι µόνοι αρµόδιοι να αξιολογούν. Για τον φιλελεύθερο που πιστεύει ακράδαντα ότι οι προτιµήσεις είναι ιδιωτικές και δεν επιδέχονται κρατικοποίηση αυτά είναι λίαν επικίνδυνα παιχνίδια. Η ελευθερία, επιµένει, πρέπει να διασφαλίζεται από την πολιτεία, η ωφέλεια είναι υπόθεση του καθ’ ενός. Άλλωστε ακόµη και οι ίδιοι οι κρατικοσοσιαλιστές παραδέχονται πλέον εδώ και µερικά χρόνια ότι απουσία οδύνης δεν µπορεί να εγγυηθεί το κράτος, ενώ άλλοτε ισχυρίζονταν ότι το παρεµβατικό τους σύστηµα θεράπευε πάσαν νόσον.

Η πλήρης αξιολογική ουδετερότητα του κράτους ως προϋπόθεση για να λειτουργήσει ανεµπόδιστα ο αξιογόνος µηχανισµός των ατοµικών συνειδήσεων δεν είναι αγνοήσιµη ιδεοληψία των φιλελευθέρων. Υπάρχουν σήµερα στην Ελλάδα πλήθος άνθρωποι σε διάφορες παρατάξεις που για ποικίλους ο καθένας λόγους είναι απολύτως βέβαιοι για το ποιες αξίες πρέπει να τιµούµε, ποιες ταινίες δεν πρέπει να δούµε, ποιες εφηµερίδες είναι για κάψιµο, και ποιες εκποµπές για κόψιµο. Όταν σε όλον τον πλανήτη βλέπει κανείς µαρξιστικά ή θεοκρατικά καθεστώτα να διώκουν άτοµα για «παρέκκλιση» από την δεδοµένη κοινότητα σκοπών, την δοτή «γραµµή»· όταν ποικίλοι αυταρχικοί συντηρητικοί οιµώζουν ότι «πολλές ελευθερίες δώσαµε στον όχλο»· όταν ποικίλοι αναρχικοί καίνε, καταστρέφουν και δολοφονούν ενώ οι αρχές καταπονηµένες αδρανούν· όταν ο κάθε φανατικός ανάγει το δικό τους «τέλος» σε υποχρέωση για όλους, νόµιµο είναι να αναρωτηθεί κανείς: µήπως µόνο αυτοί που δεν πιστεύουν σε τίποτε το πολύ συγκεκριµένο είναι ικανοί να διαφυλάξουν τα δικαιώµατα και τον αξιολογικό πλουραλισµό; Η απάντηση του φιλελευθερισµού είναι ένα ρητό «Όχι». Απλώς οι θρησκευόµενοι, οι συντηρητικοί, οι µαρξιστές, οι σοσιαλιστές, οι αναρχικοί, οι χορτοφάγοι, οι οικολόγοι, οι φεµινιστές και οι οµοφυλόφιλοι θα έχουν σε ένα φιλελεύθερο καθεστώς τις ίδιες ακριβώς ευκαιρίες να παρουσιάσουν στον κόσµο την αξιολογική τους πραµάτεια όπως όλοι οι άλλοι. Θα αναγκαστούν έτσι να συµπεριφερθούν ως φιλελεύθεροι στην πράξη εξασφαλίζοντας ο ένας για τους άλλους και όλοι για τον καθένα, τίµιο παιχνίδι µε τήρηση των συµπεφωνηµένων κανόνων υπό την εποπτεία της Πολιτείας χωρίς ζαβολιές και χωρίς να συνδέουν τη σύννοµη συµπεριφορά τους µε την εσώτερη πεποίθηση τους. Το κράτος δεν αστυνοµεύει το σκεπτικό, το «ου ένεκα», την ηθική, αλλά µόνο τη συµπεριφορά, από οιοδήποτε σκεπτικό και αν αυτή εµπνέεται. ∆εν είναι δουλειά του κράτους να καθιστά τους πολίτες χριστιανούς ή σοσιαλιστές γενικώς «ενάρετους» (ό,τι και αν σηµαίνει αυτό), ούτε βέβαια αποφασιστικούς, ριψοκίνδυνους και καλούς επιχειρηµατίες, αλλά να τους διασφαλίζει το δικαίωµα να γίνουν όλα αυτά ή ό,τιδήποτε άλλο θέλουν (µουσουλµάνοι, άθεοι, χιλιαστές, οπαδοί διαφόρων γκουρού, ινδουιστές, στωικοί ή αδιάφοροι) χωρίς να κινδυνεύουν ούτε από «αντιφρονούντες» ούτε από επίσηµους διωγµούς.

Το κράτος δεν είναι ανήθικο, είναι απλώς αµερόληπτο έναντι των ηθικών επιλογών των πολιτών. Η µεγάλη παρεξήγηση εις ότι αφορά τις φιλελεύθερες ιδέες πρέπει να διαλυθεί εξυπαρχής: Ο φιλελευθερισµός δεν υποστηρίζει τον ατοµικισµό αλλά το άτοµο, δεν υποστηρίζει τον εγωισµό αλλά την αυτονοµία των πληθυντικών εγώ, δεν υποστηρίζει το κεφάλαιο αλλά τον ανταγωνισµό, δεν υποστηρίζει τον πλούτο αλλά τις ευκαιρίες πλουτισµού, δεν προάγει δικούς του σκοπούς αλλά ευκαιρίες στοχοθεσίας για όλους, δεν προωθεί δικές του αξίες αλλά τις ευκαιρίες εκπονήσεως, προβολής και υλοποιήσεως των αξιολογικών επιλογών των ατόµων. ∆εν έχει δοτό ανθρώπινο πρότυπο ο φιλελευθερισµός, στο στυλ του «σοβιετικού ανθρώπου», αλλά επιδιώκει να εξασφαλίσει για κάθε άτοµο τη λάµψη της προσωπικότητας, τη χαρά του διαφέρειν και την ευθύνη του βούλεσθαι. Ο Κάντ είχε πει ότι το κύριο δεν είναι η φιλοσοφία αλλά το φιλοσοφείν. Κατά τη φιλελεύθερη πρόταση η ίδια αυτή πολύτιµη διάκριση µπορεί να επεκταθεί σε όλους τους τοµείς της ανθρώπινης δραστηριότητος και να περιβάλει το επιχειρείν, το πειράσθαι, το αποταµιεύειν, το επενδύειν, το καινοτοµείν, το αδρανείν, το δαπανάν και το χαίρεσθαι. Η χρήση του απαρεµφάτου ταιριάζει θαυµάσια στο φιλελευθερισµό διότι ενώ είναι 100% ρηµατική δεν φυλακίζει τη δράση σε συγκεκριµένα χωροχρονικά όρια ούτε την εξαρτά από κάποιο υποκείµενο. Έτσι οι αξίες διαµορφώνονται στη συνείδηση των ελευθέρων ατόµων ως µείγµατα απαγορεύσεων και επιταγών τις οποίες επιλέγουν τα αυτόνοµα εγώ στην πορεία της ζωής τους µε δική τους ευθύνη.

Ο φιλελευθερισµός υστερεί εδώ καταφανώς έναντι των τελοκρατικών θεωριών που προσφέρουν έτοιµη κάθε φορά «γραµµή» στους οπαδούς τους και τους απαλλάσσουν έτσι από το «ασήκωτο βάρος της ελευθερίας τους» που µνηµονεύει ο Σαρτρ. Οι θεωρίες αυτές έχοντας προσδιορίσει άπαξ δια παντός τον Σατανά, τον εχθρό ή και απλώς τον αντίπαλο, σκοτώνουν από ᾽κει και πέρα απροβληµάτιστα προς χάριν της υπερέχουσας αλήθειας, του Κοινού Σκοπού. Τα ολοκαυτώµατα δεν είναι έργο σχετικιστών που πιστεύουν ότι καµία αξία δεν είναι απόλυτη, ούτε µηδενιστών που δεν πιστεύουν σε καµιά, αλλά λάτρεων του Απολύτου στον τοµέα των αξιών που επιµένουν να το επιβάλουν µε τη βία και ρίχνονται σ’ αυτόν τον αγώνα µε όλον τον ενθουσιασµό και την αγαλλίαση που γεννά σε ορισµένους ανθρώπους ο φανατισµός. Η έµφαση στο πρωτείο του εγώ µοιάζει, αντίθετα να στερεί το εγώ παντός ζωογόνου µύθου, ή ελπιδοφόρου παραµυθίας. Η συνηθέστερη µοµφή που του απευθύνεται είναι υπό τύπον ερωτήµατος: Θα πέθαινε κανείς για τον φιλελευθερισµό όπως για την πατρίδα, τη φυλή ή τη θρησκεία του;

220px-Gilbert_Chesterton.jpgΟ Άγγλος συγγραφέας Gilbert Keith Chesterton (1874-1936) είχε πει κάποτε ότι µόνο όταν οι ιδέες είναι θολές βρίσκονται άνθρωποι πρόθυµοι να πεθάνουν γι’ αυτές. Τούτο είναι λιγότερο κυνικό απ’ ό,τι ηχεί διότι οι µάρτυρες, όπως εξηγούν οι ίδιοι, έχουν συνήθως µια τελείως προσωπική ιδέα για τα οράµατα που τους παρακινούν στην αυτοθυσία. Η προσωπική αυτή ιδέα συχνά αλλοιώνεται µέχρι παραµορφώσεως υπό συνθήκες άπλετου φωτισµού. Ο Κ. ∆ηµαράς σε µια επιφυλλίδα του το «Βήµα» (11-3-84) λέει σχετικά µε την «Μεγάλη Ιδέα» που διεκήρυξε ο Κωλέτης στην εθνοσυνέλευση το 1844 καθώς και γενικά για τις λέξεις που ανήκουν στην περιοχή της ιδεολογίας ότι «όσο πιο ακαθόριστο περίγραµµα έχουν, τόσο πετυχαίνουν µεγαλύτερη ακρόαση στο κοινό: καθένας αναγνωρίζει στα περιεχόµενα τους εκείνο που του χρειάζεται, εκείνο που αναζητεί». Από την άλλη, το γεγονός ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν για µια ιδέα δεν συναρτάται βέβαια µε την ορθότητα της. Ο πολλαπλασιασµός µαρτύρων δεν τεκµηριώνει την αλήθεια της πίστης, όπως είχε παρατηρήσει σαρκαστικώς ο Νίτσε για τον χριστιανισµό. Το γεγονός ότι η κοµµουνιστική αριστερά στην Ελλάδα επεκαλείτο άλλοτε τους διωγµούς των οπαδών της προς απόδειξιν ή έστω προς επίρρωσιν, της ορθότητος της πολιτικής της δεν έπεισε ποτέ κανένα. Το µαρτύριο δεν είναι επιχείρηµα. Όλα τα κινήµατα που εµποτίζουν τους οπαδούς τους µε φανατισµό για την επίτευξη κοινών σκοπών εφαρµοστέων µε τη βία έχουν µάρτυρες, και το Ισλάµ που έχει διεξαγάγει αναρίθµητους «ιερούς πολέµους» έχει ίσως τους περισσότερους. Εάν ο φιλελευθερισµός υστερούσε σε µαρτυρολόγιο τούτο δεν θα ήταν λοιπόν κατ’ ανάγκην εις βάρος του.

Σήµερα που η πάλη των ιδεών διεξάγεται —στην Ευρώπη τουλάχιστον— χωρίς σκοτωµούς και Βρούτους καθώς οι κυβερνήσεις πέφτουν µε το χάρτινο εγχειρίδιο της ψήφου, το ερώτηµα είναι πάντως απολύτως θεµιτό: Πώς είναι δυνατόν να εµπνεύσει ενθουσιασµό µια τόσο «στενή» καθαρώς αρνητική αξία, όπως είναι η ελευθερία του ατόµου, νοούµενη ως απουσία καταναγκασµού ανθρώπου από άνθρωπο; Λέγεται (χωρίς τούτο να είναι ιστορικό γεγονός) ότι ο Βολταίρος είπε κάποτε σε κάποιον ανιαρό συνοµιλητή του: «Λέτε βλακείες, κύριε, αλλά θα έδινα και τη ζωή µου για να σας εξασφαλίσω το δικαίωµα να τις λέτε ελεύθερα». Πέραν του ευφυολογήµατος, ποιος θα έδινε όντως τη ζωή του για να µπορούν οι άνθρωποι να συνεχίσουν να λένε «βλακείες» ανενόχλητα; Το ερώτηµα είναι βέβαια κάπως µονόπλευρο διότι ούτε για τις αρχές του ∆ικαίου πεθαίνει κανείς ούτε για τις αισθητικές αξίες χωρίς τούτο να τις υποβαθµίζει. Είναι επίσης κατάλοιπο µιας αρκετά βάρβαρης εποχής όπου οι «πραγµατικές» αξίες έπρεπε να καθαγιάζονται µε αίµα για να ληφθούν σοβαρά υπόψη και όπου ο αλληλοσκοτωµός για ιδεολογικούς λόγους εθεωρείτο υπέροχος. Είναι δε όντως γεγονός ότι ο φιλελευθερισµός δεν θάλλει στα πεδία των µαχών, δεν υµνεί τα µατοβαµµένα λάβαρα και γενικώς δεν αρέσκεται σε ανθρωποθυσίες. Είναι περισσότερο φιλοσοφία της ειρήνης, της δηµιουργίας, της επιστηµονικής αναζήτησης, της ατοµικής απόλαυσης, της αθλητικής επίδοσης και γενικώς της προτίµησης για ενέργειες που δεν καταναγκάζουν και δεν σκοτώνουν άλλους. Παρ’ όλα αυτά νοµιµοποιείται κανείς να αναρωτηθεί: Είναι αλήθεια ότι δεν εµπνέει ως αξία το πρωτείο του ατόµου; 

Μια πρώτη απάντηση είναι βέβαια ότι για τον φιλελευθερισµό µπορεί να έχουν πεθάνει λίγοι, ή και κανένας, αλλά για την ελευθερία έχουν δώσει τη ζωή τους πολλοί. Η άποψη ότι στον ηθικό τοµέα οι φιλελεύθεροι είναι εκ καταβολής ανίκανοι να δράσουν διότι δεν είναι απολύτως βέβαιοι για τίποτε ούτε καν για την αθανασία της ψυχής τους, έχει διαψευσθεί επανειληµµένως στην πράξη και πιο πρόσφατα στον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο, όπου φιλελεύθεροι πολίτες των ∆υτικών ∆ηµοκρατιών δεν υστέρησαν καθόλου σε θάρρος, ευψυχία και πνεύµα αυτοθυσίας έναντι ποικιλώνυµων ολοκληρωτικών φανατικών συχνά χωρίς καν την παρηγοριά της µεταθανάτιας ευτυχίας. Αυτό που ξεχωρίζει ωστόσο τους φιλελεύθερους από τους φανατικούς των σκοπών είναι ότι οι φιλελεύθεροι παρ’ όλον ότι ανάγουν τα πάντα στο άτοµο και αναγνωρίζουν το πρωτείο του σε όλα, συµβαίνει να προτιµούν συχνά—ως άτοµα— «µιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Η αυτοθυσία µοιάζει αντιφιλελεύθερη πράξη καθότι ο θάνατος που καταστρέφει οριστικώς το άτοµο δεν συµβιβάζεται λογικώς µε το πρωτείο του ατόµου. Η άποψη αυτή όµως βασίζεται σε µια παρεξήγηση. Το πρωτείο του ατόµου είναι η αναγνώριση της προτίµησης που δείχνει κάθε φορά το άτοµο σε µια συγκεκριµένη σειρά ενεργηµάτων τα οποία δεν είναι υποχρεωτικό να περιλαµβάνουν κατ’ ανάγκην την επιβίωση του. Οι ριψοκίνδυνοι αλπινιστές εξερευνητές ή αστυνοµικοί παίζουν την ζωή τους κορώνα γράµµατα αλλά δεν είναι δούλοι κανενός, είναι αυτόνοµοι άνθρωποι υπεύθυνοι για τις αποφάσεις τους. Όσο για την υπόσχεση αιωνίας ζωής σε κάποιον Παράδεισο ο οποίος στην περίπτωση του Ισλάµ παίρνει πολύ συγκεκριµένη µορφή ξενοδοχείου πολυτελείας µετά χαρεµιού, αυτή δεν επιδρά σε ανθρώπους που ιεραρχούν οι ίδιοι τις προτεταιότητές τους ακριβώς όπως δεν επιδρά ως αντι-κίνητρο και η ζοφερή περιγραφή της κόλασης.

5001.jpgΟι φιλελεύθεροι αγωνίζονται για την ελευθερία —η οποία όταν παίρνει την µορφή αγώνος κατά του καταναγκασµού ενός έθνους από άλλο, αποκτά συλλογικό χαρακτήρα— χωρίς να εντάσσονται κατ’ ανάγκην σε µεσσιανικά κινήµατα και να φανατίζονται από ποικίλα ιερατεία. Η αλήθεια είναι ωστόσο ότι οι «αρνητικές αξίες» ως είναι η απουσία καταναγκασµού, είναι υστερόγραφο του πολιτισµού µετά από µακρά ιστορία αλληλοεξοντώσεως φανατικών οι οποίοι έχοντας αποτύχει, όλοι, να επικρατήσουν οριστικώς επί των αντιπάλων τους, δέχτηκαν κάποια στιγµή έστω απρόθυµα να συνυπάρξουν µε τους άλλους και να σεβαστούν ακόµη και τη µειοψηφία του ενός (που έλεγε ο J.S. Mill) ή τα δικαιώµατα του βλακός που φέρεται υπερασπίζων ο Βολταίρος. Ο Μίλτον Φρήντµαν λέει ότι αν ρωτούσε κανείς τους πολίτες µιας χώρας αν έπρεπε οι µειοψηφούντες ιδεολογικοί τους αντίπαλοι να έχουν δικαίωµα να προωθούν τις ιδέες τους, όλοι θα έλεγαν όχι. Μόλις όµως διαπιστώσουν ότι σε πολλά ζητήµατα στα οποία οι ίδιοι είναι µειοψηφία θα έπρεπε και αυτοί να σωπάσουν, τότε υιοθετούν, έστω χωρίς ενθουσιασµό, την αρχή της κατοχυρωµένης ελευθερίας του λόγου για όλους, δηλ. ακόµη και για τους µειοψηφούντες.

Είναι λοιπόν προφανές ότι ο φιλελευθερισµός δεν έχει δική του ηθική να προτείνει. Το µόνο στο οποίο επιµένει είναι ότι τα πληθυντικά εγώ µπορούν να στοχοθετούν ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι φενάκη και ότι εδράζεται στην ευθύνη του εγώ για τις πράξεις του. Στη νεότερη Ελλάδα —αντίθετα µε ό,τι συνέβαινε µε την αρχαία— το άτοµο διατρέχει έναν καθαρώς πολιτισµικό κίνδυνο αποπροσανατολισµού. Το εκπαιδευτικό σύστηµα και οι ρήσεις των ταγών ενσταλάζουν στα παιδιά την ιδέα ότι οι αντιξοότητες οφείλονται σε άλλους. Τούτο επεκτείνεται και σε τρέχουσες πολιτικές εκτιµήσεις. Όταν επί δεκαετίες η εθνικοφροσύνη απέδιδε τα πάντα στον «δάκτυλο της Μόσχας» και η αριστερά στον «δάκτυλο της Ουάσιγκτον», το σαστισµένο άτοµο βρίσκεται εν µέσω δακτύλων που θεωρείται ότι του καθορίζουν τη µοίρα χωρίς αυτό να µπορεί να αντιδράσει. Τούτ’ αυτό παρατηρείται και στο ατοµικό επίπεδο όπου αναζητείται κάθε φορά εξωγενής δικαιολογία για την αποτυχία. Ένα σύστηµα αγωγής που µαθαίνει τους ανθρώπους να είναι ανεύθυνοι, να µην συναρτούν δηλαδή τις πράξεις τους µε το αποτέλεσµα τους, διαιωνίζει τη σύγχυση, την εξάρτηση αλλά ενδεχοµένως και την εθελότυφλη υποτέλεια σε κάθε λογής «δακτύλους». Στοιχείο φιλελεύθερου ήθους είναι ότι το άτοµο δεν µπορεί να διεκδικεί το πρωτείο του µόνο όταν επιτυγχάνει.

Στοιχείο φιλελεύθερης αγωγής —αν όχι ηθικής— είναι και ο τονισµός της διαφοράς, η εµµονή στην ουσία, η σαφήνεια στη διατύπωση. Σεβασµός του δικαιώµατος του εκφράζεσθαι δεν σηµαίνει εκ των προτέρων υποταγή στη γνώµη του άλλου, ή υποστήριξη µιας «σούπας φρονήµατος» όπου όλα είναι λίγο πολύ αληθινά, όπου τα πάντα ισχύουν, όπου το λεγόµενο είναι σωστό αλλά και το αντίθετο του επίσης. Η Θουκυδίδεια άποψη του «εκάτεροι αληθώς φρονούµεν» η οποία τόσο γοητεύει τον Ζουράρι και θυµίζει σύγχρονη «συναίνεση» σε θέµατα πολιτικής, δεν είναι φιλελεύθερη πρακτική. Τα δικαιώµατα του ανθρώπου είναι κυρίως δικαιώµατα του (νοµίµως και εν ασφάλεια) διαφέρειν, δικαιώµατα του διαφορίζεσθαι. Εάν όλοι οι άνθρωποι γίνουν λίγο-πολύ το ίδιο τι χρειάζονται οι ελεύθεροι θεσµοί; Ελευθερία σηµαίνει ευθύνη αλλά και διαφορά. Το πρωτείο του ατόµου δεν ταυτίζεται µε κάποιο υλικό συµφέρον, εγωισµό και πλεονεξία. Πρόκειται για ηθικώς ουδέτερη έννοια διότι το άτοµο µπορεί να γίνει επιχειρηµατίας, στρατηλάτης, κληρικός, άγιος ή µύστης. Μέσα στο πρωτείο του ατόµου περιέχεται δηλαδή και η έννοια του φιλάλληλου φιλόδοξου φιλοσόφου, φιλοκαλούντος ή φιλοπροόδου ατόµου.

Στον καθορισµό προτεραιοτήτων στην καθηµερινή ζωή το πρωτείο του ατόµου έχει γίνει συχνά αντικείµενο λοιδοριών και ονειδισµού από τους λάτρεις των συνόλων ως περιφρονητέος τρόπος ζωής. Είναι χαρακτηριστικό εν προκειµένω, ότι ο Λεωνίδας Κύρκος, ηγετικό στέλεχος της «πεφωτισµένης αριστεράς», εξακολουθούσε έως το 1988 να προβάλλει τον σοσιαλιστικό µύθο για την ποταπότητα του ιδιοτελούς ατόµου. Σε ερώτηση της Μένιας Παπαδοπούλου («Σελίδες της Καθηµερινής» 12-6-88) «τι απαντάτε σ’ αυτούς που λένε ότι πέρασε η εποχή του σοσιαλισµού» ο Κύρκος αποκρίνεται: «Ναι, ξέρω, µας λένε ότι ήρθε η ατοµοκεντρική εποχή, ο «εαυτούλης» µας. Εµείς απαντάµε ότι δεν υπάρχουν ατοµικές λύσεις. Στην εποχή µας η ανθρώπινη προσωπικότητα θα ανθίσει µέσα στην έκρηξη της συλλογικότητας». Ο όρος «εαυτούλης» δεν είναι βέβαια ένα αθώο υποκοριστικό αλλά µοµφή. Παραπέµποντας στο γνωστό θεατρικό έργο του ∆ηµήτρη Ψαθά αναφέρεται σε άτοµο µε ποταπές µικρόψυχες επιδιώξεις σε αντίθεση µε την εικαζόµενη γενναιοφροσύνη των αγωνιστών για τα υψηλά και τα µεγάλα υπερατοµικά ιδανικά. Μιλώντας για τον δικό του εαυτό (όχι εαυτούλη) ο Λ. Κύρκος λέει ότι είναι «συλλογικό προϊόν» αλλά δεν εξηγεί πως συνέβαινε τότε που έδινε τη συνέντευξη —όπως έδειχαν οι δηµοσκοπήσεις— να τον συµπαθούν δέκα φορές περισσότεροι µικροαστοί «εαυτούληδες» από τις αγωνιστικές εκείνες προσωπικότητες της Αριστεράς που τον εψήφιζαν.

Το πρωτείο του ατόµου, χωρίς ονειδισµούς, περιφρονητικά υποκοριστικά και αφ’ υψηλού συγκαταβατικές θεωρήσεις, δεν σηµαίνει ότι η συλλογικότης είναι αυταπάτη ή ότι ακόµη και η ύπαρξη του άλλου είναι προβληµατική όπως ισχυρίσθηκαν ορισµένοι φιλόσοφοι. Σηµαίνει απλώς ότι το άτοµο έχει την αποκλειστική ευθύνη στις σχέσεις του µε τους άλλους και ότι το οιοδήποτε σύνολο είναι προϊόν ελευθέρας βουλήσεως επί ταυτώ συµφωνούντων ατόµων και υπάρχει µόνον όσο τα άτοµα αυτά εµµένουν στις επιλογές τους. «Εαυτούληδες» είναι υπό µιαν έννοια όλοι. Συλλογικό προϊόν δεν είναι κανένας. Το κόµµα δεν «παράγει» άτοµα. Αυτά το παράγουν, το συγκροτούν και το συντηρούν. Αν αλλάξουν γνώµη το κόµµα παύει να υπάρχει, αυτοδιαλύεται, περνάει στην ιστορία. Από την εποχή του Λένιν, ήδη, οι σύγχρονοι επαναστάτες δεν σταµάτησαν να κατακεραυνώνουν τους «µικροαστούς» —ακόµη και στις τάξεις του κόµµατος— που υποτιµούσαν τη σηµασία της «µαζικής πάλης» και δεν απερροφώντο οµαλά στην χοάνη του κινήµατος να γίνουν «ένα µε το λαό». Κατάλοιπα αυτής της περιφρόνησης διαπιστώνει κανείς και σε ορισµένους Έλληνες διανοούµενους που ξορκίζουν τον µικροαστισµό και τις τάχα κοντόθωρες, ταπεινές, ιδιοτελείς στοχοθεσίες του, και του καταλογίζουν ότι αδιαφορεί για τα υψηλά και τα µεγάλα, την Επανάσταση, την Αλλαγή, την Ορθή Πίστη, την Σωτηρία της ψυχής, την Τέχνη, το µεγαλείο της Πατρίδας σήµερα και το Καθαρό Περιβάλλον.

Ο φιλελεύθερος, χωρίς βεβαίως να κηρύσσει ως φιλελεύθερος καµία υπερβατική ηθική, νοµιµοποιείται να θέτει συνεχώς καίρια και επιτακτικά ερωτήµατα στους φορείς συνολοκεντρικών ιδεολογιών οι οποίοι αρέσκονται να γελοιοποιούν τις νοούµενες ως µικρόψυχες και ποταπές προσπάθειες των πληθυντικών εγώ από το «ηθικό ύψος» στο οποίο έχουν αυτοτοποθετηθεί. Είναι λοιπόν ανήθικο να πειρώνται οι πολίτες να ανεβάσουν το βιοτικό και εκπαιδευτικό επίπεδο των οικογενειών τους µε τις δικές τους κυρίως δυνάµεις, πράγµα που είναι προσιτό στον καθένα; Είναι ανήθικο να µεριµνούν ώστε τα παιδιά τους να αποκτήσουν εφόδια (υλικά, παιδευτικά) που θα τους δώσουν ένα συγκριτικό πλεονέκτηµα στη ζωή; Είναι ανήθικο να θέλουν να αποταµιεύουν χωρίς να ζηµιώνονται (λόγω πληθωρισµού) έτσι ώστε να µην έχουν ανάγκη το κράτος όταν τους συµβεί κάτι δυσάρεστο; Είναι ανήθικο να θέλουν να συνδέουν απολαβές µε εργασία, να καταγγέλλουν την οκνηρία, τη µέθη, τη χαρτοπαιξία και τα ναρκωτικά, να συνδυάζουν οικονοµία µέσων και δυνάµεων, προβλεπτικότητα και τόλµη, περίσκεψη και καινοτοµία µε στόχο την ατοµική προκοπή;

Οι κρατικοσοσιαλιστές θεωρούν ηθικό µόνο το συλλογικό και ανήθικο, την επιδίωξη ατοµικών σκοπών ανεξαρτήτως του ποιοι είναι αυτοί. Η απόρριψη του κρατικοσοσιαλιστικού συστήµατος αξιών δεν συνιστά βέβαια καθ’ εαυτήν φιλελεύθερη ηθική αλλά µετά από την πολύχρονη γελοιοποίηση των «µικροαστικών» αξιών των «εαυτούληδων» που ενισχύουν τον ανθρωποπλαστικό ρόλο της οικογένειας, την αυτεπάρκεια και την ευσυνείδητη εργασία, χρήσιµο είναι να αποκατασταθούν ορισµένες συκοφαντηµένες αξιολογικές επιλογές, όχι κατ’ ανάγκην για να προτιµηθούν από άλλες αλλά για να σπάσει το αξιολογικό µονοπώλιο που έχουν επιβάλει οι κάθε λογής αντιφιλελεύθεροι, θρησκευόµενοι, µαρξιστές και πάσης φύσεως δογµατικοί. Η πλοήγηση µέσα στον αξιολογικό πλουραλισµό που κατοχυρώνει το φιλελεύθερο σύστηµα είναι ευθύνη των πληθυντικών εγώ. Ο φιλελευθερισµός απλώς θάλπει την τάση που δείχνουν οι άνθρωποι —και ιδίως οι Έλληνες— αντί να ρωτάνε µόνο «γιατί» για κάτι που υπάρχει, να ρωτάνε «γιατί όχι» για κάτι που φαντάζονται. Ένα πρωτεύον χωρίς το δώρο της φαντασίας, αυτής της φουσκονεριάς της ψυχής που επιτρέπει κάθε φορά να αποκοπούν οι πριµάτσες και να βγει το πλοίο στα ανοιχτά, δεν θα είχε ξεφύγει από την πεπατηµένη των ενστίκτων. Αντίθετα οι φανατικοί του ενός συγκεκριµένου «τέλους» θέλγονται κυρίως από τη λογοκρισία προσπαθώντας να εκριζώσουν ή έστω να γελοιοποιήσουν κάθε ετερόδοξη γνώµη, να στιγµατίσουν κάθε αντιφρονούντα ως «εαυτούλη».

Ο φιλελευθερισµός δεν υποδεικνύει τα δέοντα. Εξαντλείται στο να κατοχυρώνει την ελευθερία σκέψεως, οµιλίας, θρησκευτικής λατρείας, γραφής, επικοινωνίας και ψήφου του καθ’ ενός και όλων. Ο άνθρωπος έχει στη φιλελεύθερη τάξη δικαίωµα ζωής, αξιοπρέπειας, αυτεξουσιότητος, ίσης µεταχειρίσεως εκ µέρους των αρχών, ισονοµίας, ισηγορίας, ισοπολιτείας και βεβαίως ατοµικής ιδιοκτησίας. Οι αρχές αυτές δεν συγκροτούν ηθική, αλλά µπορούν ως ένα σηµείο να φωτίσουν το πράττειν. Η ελευθερία είναι η λυδία λίθος του οικοδοµήµατος. Ως τώρα, οι πολιτισµοί που αποκρυσταλλώνονταν σε καθεστώτα (Αιγυπτιακός, Κινεζικός, Ρωµαϊκός, αλλά όχι βέβαια ο διάσπαρτος Ελληνικός) µετατρέπονταν σύντοµα σε κλειστά συστήµατα µε αποτέλεσµα οι ηγέτες να βλέπουν την ελευθερία ως ανατροπή. Ο φιλελεύθερος πολιτισµός, όµως, που οικοδοµήθηκε στη ∆υτική Ευρώπη µετά την Αναγέννηση, θεσµοθέτησε όλη τη φρεσκάδα της αρχαιοελληνικής περιέργειας και ετεροδοξίας, χωρίς να θρυµµατισθεί σε ανίσχυρες µονάδες όπως οι αρχαίες πόλεις και χωρίς ποτέ να γίνει καθεστώς όπως η Ρώµη. Έµεινε έτσι «ανοικτός». Η ουσία του είναι αντιτελειοθηρική. Οι κοσµοαντιλήψεις της τελειότητος γεννούν κατ’ ανάγκην µισαλλοδοξία διότι αφ’ ής στιγµής υιοθετήσει κανείς κάτι ως τέλειο, κάθε επίθεση εναντίον του µοιάζει χαµερπής και εξοβελιστέα, έργο του διαβόλου ή της «µαύρης αντίδρασης». Οι φιλελεύθεροι σπάνια ζητωκραυγάζουν και ποτέ δεν µεγαλοφρονούν διότι δεν συγκροτούν στρατό οπαδών αλλά άθροισµα πληθυντικών εγώ µε τη δική του το καθένα αίσθηση προτεραιοτήτων.

Η φιλελεύθερη χωροταξική παροµοίωση για την κίνηση ιδεών, και αξιών είναι µια πλατεία, µια αγορά, (η Αγορά), στην οποία οδηγούν πάµπολλοι δρόµοι και όπου περιδιαβάζει µέγας αριθµός ατόµων. Άλλοι από αυτούς έρχονται, άλλοι φεύγουν, άλλοι κοντοστέκονται και συνοµιλούν, άλλοι περιεργάζονται εµπορεύµατα, βιβλία, ιδέες, έργα τέχνης, άλλοι µιλούν, άλλοι χορεύουν, άλλοι προσπαθούν να επικοινωνήσουν µεταξύ τους, άλλοι σιωπούν, άλλοι λειαίνουν µε συνεχείς διαβουλεύσεις τις αιχµηρές απολήξεις των ιδεών τους. Όσοι βρίσκουν µια καλή θέση ξέρουν ότι είναι προσωρινή, όσοι έχουν κάτι να προτείνουν ξέρουν ότι τούτο θα αµφισβητηθεί. Οι διαλεγόµενοι είναι ανεκτικοί στους τρόπους αλλά όχι ενδοτικοί στην ουσία και συµπίπτουν όλοι σε µία και µόνο άποψη ότι δηλαδή οι διαφορές τους δεν θα λύνονται µε τη βία. Το δογµατικό πρότυπο, αντίθετα, δεν βασίζεται στην αλληλεπίδραση και την συνοµιλία αλλά στην κατήχηση. Θυµίζει εκκλησία µε ιερά κείµενα, µύστες, ιερουργούς, τελετουργίες, αποκηρύξεις, καταγγελίες «ανίερων σκοπών», προβολή του παραδείσου, καταδίκη του σατανά, συνεχείς αφορισµούς, άφεση αµαρτιών, µεγάλες συγκρούσεις, συµφιλιώσεις, σχίσµατα και συγκρητισµούς. Σήµερα που οι κάθε λογής δογµατικοί δεν ξέρουν πια τι ακριβώς θέλουν καθώς τα σχίσµατα περίσσεψαν, το ιερατείο µιλάει χαµηλόφωνα στο ιερό για τα προβλήµατα του, ενώ το εκκλησίασµα αποχωρεί αθόρυβα στις µύτες των ποδιών

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Αναφορά

‹ψηφιακό αρχείο›

Μάρκου Δραγούμη Πορεία προς τον Φιλελευθερισμό

 

 

 

Advertisements