Τίμων ἢ Μισάνθρωπος

στις

Πτυχές του χαρακτήρα των ανθρώπων

Και ο Λυκούργος ορθά είχε εντοπίσει τη ρίζα του κακού ή μάλλον των κακών στον εγωισμό και, όπως λέγει ο Πλούταρχος, επιθυμούσε με τους νόμους του να μη δημιουργήσει πολίτες εγωιστές, αλλ’ αληθινούς φίλους της πατρίδας._Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

Όχι να χρησιμοποιούν για τον εαυτό τους ό,τι έχουν, μα να μη δίνουν σε άλλους την απόλαυση, όπως η σκύλα (κυριολεκτεί, ο σκύλος ο αρσενικός ποτέ δεν το κάνει) που ήταν στο παχνί, που ούτε αυτή έτρωγε το κριθάρι, μα ούτε άφηνε το άλογο που πεινούσε να φάει. _Τίμων ή Μισάνθρωπος, μτφ. Δ. Ζαγορίτης, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Επιμέλεια Γιάννης Κορδάτος, 1939

Ο Τίμων ο Αθηναίος, ο παροιμιώδης μισάνθρωπος, σύμφωνα με πληροφορίες που μας σώθηκαν από την αρχαιότητα, ήταν γιός του Εχεκρατίδη από το Δήμο Κολυττό και έζησε τον καιρό του Πελοποννησιακού πολέμου.

Ο Αριστοφάνης, ο Πλούταρχος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς τον αναφέρουν. Ο Νεάνθης ο Κυζικηνός μάλιστα του 3ου π.Χ αιώνα είχε γράψει την βιογραφία του. Οι κωμωδιογράφοι επίσης τον χρησιμοποίησαν για να πλάσουν ανάλογους τύπους· ο Φρύχιχος τον Μονότροπο, ο Αντιφάνης τον Τίμωνα, ο Μένανδρος τον Δύσκολο.

 

Screen Shot 2018-04-30 at 10.31.37 AM

Ο Πλούταρχος μας λέει ότι ο μόνος άνθρωπος που ο Τίμων πότε πότε συναντούσε, γιατί ασπάστηκε και αυτός τον ίδιο τρόπο ζωής, ήταν ένας Απήμαντος. Κάποτε στη γιορτή προς τιμή των νεκρών έτρωγαν μαζί, όταν ο Απήμαντος είπε· «Τίμων, πόσο ωραίο το συμπόσιό μας»«Θα ήταν», απάντησε ο Τίμων, «εάν δεν παραβρισκόσουν εσύ». Μας λέει ακόμα ο Πλούταρχος ότι ο Τίμων παρουσιάστηκε στην εκκλησία του δήμου, ανέβηκε στο βήμα και μπροστά στους έκπληκτους Αθηναίους είπε: «έχω ένα οικόπεδο και υπάρχει σ᾽αυτό μια συκιά, απ᾽όπου πολλοί έως τώρα κρεμάστηκαν. Επειδή αποφάσισα να χτίσω, πριν κόψω τη συκιά, θέλησα να το ανακοινώσω, για να σπεύσουν να κρεμαστούν όσοι από εσάς θέλουν».

Πέθανε, λένε, από γάγγραινα, γιατί δε θέλησε να δεχτεί γιατρό, και τάφηκε κοντά στη θάλασσα στο δρόμο από τον Πειραιά για το Σούνιο. Το κύμα έκανε τον τάφο του απροσπέλαστο στους ανθρώπους και η επιτύμβια επιγραφή που αποδίδεται σ᾽αυτόν λένε πως είναι γραμμένη από τον ίδιο:

Αφήνοντας μια κακομοιριασμένη ζωή αναπαύομαι εδωπέρα.
Τ᾽όνομά μου δεν πρόκειται να το μάθετε και να πάτε στο διάβολο.

Ακούμε από τον Λουκιανό ότι ο Τίμων έγινε μισάνθρωπος εξαιτίας της αχαριστίας των φίλων, που του πήραν τα λεφτά και μετά του γύρισαν την πλάτη. Γι᾽ αυτό αποτραβήχτηκε στις υπώρειες του Υμηττού, όπου έζησε καλλιεργώντας τη γη. Πιο κάτω μας παρουσιάζει τον Τίμωνα να ανακαλύπτει με την αξίνα του θησαυρό —δώρο των θεών— και έτσι να έχει την δυνατότητα αυτή τη φορά να δώσει ένα γενναίο μάθημα σε όλους εκείνους τους κόλακες που σπεύδουν, μόλις αντιλαμβάνονται τα πολλά του πλούτη. Αυτό το εύρημα του Λουκιανού, τα ξαναποκτημένα πλούτη, του έδωσε την ευκαιρία να πει διάφορες αλήθειες πάνω στον ανθρώπινο χαρακτήρα και τις αδυναμίες του. Να χτυπήσει και πάλι τους ψευτορήτορες και φιλοσόφους, τα παράσιτα και τους κόλακες, να χλευάσει την μικρότητα των θεών. Ο Λουκιανός οπωσδήποτε χρεωστά πολλά στην κωμωδία και στο σημείο τούτο ο Πλούτος του Αριστοφάνη του έδωσε ιδέες.

Ο διάλογος αυτός, που θεωρήθηκε από ικανούς κριτικούς ως το αριστούργημα του Λουκιανού, ανήκει στην πρώιμη σατιρική περίοδο του συγγραφέα (162-166 μ.Χ).

Και στα νεώτερα χρόνια η μορφή του Τίμωνα, όπως αποδίδεται από το Λουκιανό, είχε επίδραση στους θεατρικούς συγγραφείς. Ο Σαίξπηρ έγραψε τον Τίμωνα τον Αθηναίο, ο Μολιέρος τον Μισάνθρωπό του. 

[ψηφιακό αρχείο: Λουκιανού Εκλογές]

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Τίμων ἢ Μισάνθρωπος 

 

Screen Shot 2018-04-30 at 12.49.03 PM

 

Brooklyn_Museum_-_The_Fugitive_Study_for_Timon_of_Athens_-_Thomas_Couture.jpg
Ο Τίμων φυγάς στον Υμηττό. Ελαιογραφία του Τομά Κουτύρ 1855-1859, Μουσείο Μπρούκλιν (wikiwand)

(Ο Τίμων σε μια ερημιά στις υπώρειες του Υμηττού, δυστυχής και τομαροντυμένος, με κόπο ανεβοκατεβάζει το δικέλλι του. Μια στιγμή σταματά και κοιτώντας προς τον ουρανό υψώνει προσευχή που είναι μαζί και διαμαρτυρία).

ΤΙΜΩΝ
[1] Δία, θεέ της φιλίας, της φιλοξενίας και της συντροφιάς, εφέστιε, αστραπόχαρε, φύλακα των όρκων, συννεφομαζώχτη, βαρύβροντε και όπως αλλιώς σε ονομάζουν οι έκθαμβοι ποιητές, όταν προπάντων έχουν δυσκολίες με τα μέτρα. Σε στολίζουν τότε με χίλια δυο ονόματα κι εσύ στηρίζεις την αδυναμία του μέτρου και γεφυρώνεις το χάσμα του ρυθμού. Πού είναι λοιπόν η ολόλαμπρη αστραπή σου, πού η βαριά βροντή και ο φλογερός, ο αστραφτερός, ο τρομερός κεραυνός σου; Όλα αυτά αποδείχτηκαν τώρα πια ανοησίες, πέρα για πέρα φαντασίες των ποιητών, ηχηρές μονάχα λέξεις. Και αυτό το φημισμένο και μακροβόλο όπλο, που όλη την ώρα το έχεις στο χέρι, δεν μπορώ να καταλάβω πώς έσβησε ολότελα και είναι τόσο ψυχρό, χωρίς να κρατάει ούτε μια σπίθα οργής γι᾽ αυτούς που διαπράττουν αδικίες.

[2] Έτσι λοιπόν όποιος πάει να γίνει επίορκος, περισσότερο θα φοβόταν ένα τρεμόσβηστο φιτίλι παρά του πανδαμάτορα κεραυνού σου τη φλόγα. Μοιάζει να τους απειλείς μ᾽ ένα δαυλί που δε φοβούνται ούτε τη φωτιά του ούτε τον καπνό του και λογαριάζουν τούτο μόνο από το χτύπημα, ότι θα βουτηχτούν μες στη μουντζούρα. Γι᾽ αυτό λοιπόν και ο Σαλμωνεύς είχε την τόλμη να σε συναγωνιστεί στη βροντή. Και δεν ήταν ολότελα αποτυχημένος, μπρος σ᾽ έναν τόσο παγερό Δία ο φλογερός εκείνος κομπαστής. Γιατί όχι; Εφόσον κοιμάσαι σαν να έχεις πιει το μανδραγόρα και ούτε τους επιορκούντες ακούς, ούτε τους αδικούντες επιβλέπεις. Τσιμπλιάζεις, κλείνεις τα μάτια σε όσα γίνονται τριγύρω σου και δεν ακούς, όπως οι γέροι.

[3] Όταν ήσουν ακόμη νέος και οξύθυμος και ορμητικός, πολλά έκανες στους άδικους και τους σκληρούς και ποτέ δεν είχες τότε συμμαχία μαζί τους. Ο κεραυνός σου ήταν πάντοτε σε δράση, η αιγίδα σου απειλητική, η βροντή σου έκανε πάταγο και η αστραπή σου εξακοντιζόταν αδιάκοπα, όπως σε συμπλοκή. Οι σεισμοί σου σαν κόσκινο έσειαν τη γη, το χιόνι έπεφτε σωρός και πέτρα το χαλάζι. Και για να σου τα ξαναψάλω, ραγδαίες οι βροχές, άγριες, κάθε σταγόνα σου ποτάμι. Γι᾽ αυτό μέσα σε μια στιγμή έγινε τέτοιος κατακλυσμός τον καιρό του Δευκαλίωνα, που βούλιαξαν τα πάντα και μόλις ένα κιβώτιο εξόκειλε στη Λιάκουρα και σώθηκε κλείνοντας μέσα του μια σπίθα ζωντανή από το ανθρώπινο πνεύμα, για να γεννηθεί έπειτα κακία μεγαλύτερη.

4] Παίρνεις λοιπόν από τους ανθρώπους την αμοιβή της οκνηρίας σου. Κανείς δε σου προσφέρει πια θυσίες, μήτε σε στεφανώνει, παρά μόνο τυχαία στην Ολυμπία χωρίς να νομίζει και αυτός ότι κάνει κάτι απαραίτητο, κρατάει μόνο μια συνήθεια παλιά. Και όπου να ᾽ναι θα σε πετάξουν από την εξουσία και θα σε καταντήσουν σαν τον Κρόνο, ω θεέ γενναιότατε. Αφήνω πια πόσες φορές ώς τώρα έχουν κατακλέψει το ναό σου. Άλλοι πάλι άπλωσαν το χέρι τους ακόμα και σ᾽ εσένα τον ίδιο στην Ολυμπία. Κι εσύ, ο υψιβρεμέτης, βαρέθηκες να ξεσηκώσεις τα σκυλιά ή τους γειτόνους να φωνάξεις να τρέξουν για βοήθεια και να τους πιάσουν την ώρα που ετοίμαζαν τα κλεμμένα για φευγάλα. Μα ο δυνατός εσύ Γιγαντοφάγος, ο νικητής των Τιτάνων, καθόσουν και τους άφηνες να σου κόβουν τους πλοκάμους, και ας κρατούσες στο χέρι σου έναν κεραυνό δέκα πήχες.

Πότε λοιπόν, θαυματουργέ, θα πάψεις τόσο να τα παραβλέπεις όλα αυτά; Και πότε θα τιμωρήσεις την τόση αδικία; Πόσοι Φαέθοντες ή Δευκαλίωνες πρέπει να τιμωρηθούν για μια ζωή έτσι ξεχειλισμένη από αλαζονεία; 

[5] Και για να αφήσω τα ξένα και να ᾽ρθω στα δικά μου· πόσους Αθηναίους δεν εξύψωσα και από πάμπτωχους τους έκαμα πλούσιους; Όλους που είχαν ανάγκη τους βοήθησα και κυριολεκτικά σωρούς τα πλούτη μου σκόρπισα, για να ευεργετώ τους φίλους. Και τώρα που μ᾽ αυτή μου την τακτική έγινα φτωχός, όλοι αυτοί δε με γνωρίζουν πια, ούτε γυρίζουν να με κοιτάξουν, που κάποτε έσκυβαν και με προσκυνούσαν και κρέμονταν από ένα μου νεύμα. Μα, αν τύχει και στο δρόμο μου συναντήσω κανέναν τους, με προσπερνούν, όπως μια παλιά επιτύμβια στήλη ριγμένη από το χρόνο, χωρίς καν να τη διαβάσουν. Άλλοι πάλι, και από μακριά μόλις με δουν, αλλάζουν δρόμο θεωρώντας με κακό συναπάντημα και γρουσουζιά, έμενα που στάθηκα πριν από λίγο σωτήρας και ευεργέτης τους. 

[6] Γι᾽ αυτό λοιπόν από τις δυστυχίες μου αποτραβήχτηκα σ᾽ αυτήν την άκρη, φόρεσα προβιά και σκάβω τη γη με μεροκάματο ένα τεσσάρι οβολούς, φιλοσοφώντας με την ερημιά και το δικέλλι μου. Εδώ επιτέλους τούτο το κέρδος θαρρώ πως θα ᾽χω, δε θα βλέπω πια πολλούς να ευτυχούν, χωρίς να το αξίζουν, γιατί αυτό είναι το καταθλιπτικότερο.

Επιτέλους λοιπόν, γιε του Κρόνου και της Ρέας, πέταξε από πάνω σου αυτόν το βαθύ και γλυκό ύπνο. Περισσότερο και από τον Επιμενίδη έχεις κοιμηθεί. Ξαναφούντωσε τον κεραυνό σου ή άναψέ τον από την Αίτνα, τράνεψε τη φλόγα του και δείξε νεύρο ανδρωμένου και νεανικού Δία, εκτός αν είναι αλήθεια όσα οι Κρήτες διηγούνται για σένα και την ταφή σου εκεί.

(Ψηλά στον ουρανό ο Δίας και ο Ερμής κουβεντιάζουν κοιτάζοντας τον Τίμωνα).

ΖΕΥΣ
[7] Ποιός είναι αυτός, Ερμή, που κραυγάζει από την Αττική εκεί στου Υμηττού τις υπώρειες, καταλερωμένος, άλουστος και ντυμένος προβιά; Είναι, σκυμμένος θαρρώ και σκάβει. Φλύαρος άνθρωπος και θρασύς. Σίγουρα φιλόσοφος είναι, αλλιώς δε θα μας περιέλουζε με τέτοια λόγια ασέβειας.

ΕΡΜΗΣ
Τί λες, πατέρα; Αγνοείς τον Τίμωνα, το γιο του Εχεκρατίδη από τον Κολλυτό; Είναι αυτός που πολλές φορές μας τραπέζωσε με τέλειες θυσίες, εκατόμβες ολόκληρες, ο νεόπλουτος, που στο σπίτι του πάντα γιορτάζαμε λαμπρά τα Διάσια.

ΖΕΥΣ
Αλίμονο, τί αλλαγή! Εκείνος ο ωραίος, ο πλούσιος, που είχε τόσους φίλους γύρω του; Και πώς κατάντησε έτσι βρώμικος, άθλιος, σκαφτιάς και μεροκαματιάρης, όπως φαίνεται, που χτυπάει τόσο βαριά το δικέλλι;

ΕΡΜΗΣ
[8] Θα έλεγε κανείς ότι η καλοσύνη του τον κατέστρεψε και η φιλανθρωπία και η συμπόνια για όλους που έχουν ανάγκη. Στην πραγματικότητα όμως η αμυαλιά, η κουταμάρα και η έλλειψη κρίσης να διαλέγει τους φίλους. Δεν καταλάβαινε ότι έκανε χάρες σε κοράκια και λύκους. Αντίθετα, ενώ τόσοι γύπες τού κατέτρωγαν το συκώτι, ο δυστυχισμένος αυτός τους νόμιζε φίλους και συντρόφους που ό,τι καταβρόχθιζαν το χαίρονταν μόνο από αγάπη γι᾽ αυτόν. Κι εκείνοι, αφού τον ξεκοκάλισαν και τον τραγάνισαν και αφού ρούφηξαν προσεκτικά και το μεδούλι του ακόμη, αν τυχόν καθόλου απέμεινε, έφυγαν και τον άφησαν ξερό, με κομμένες τις ρίζες. Ούτε τον γνώριζαν πια, ούτε γυρνούσαν να τον δουν, πού σε είδα πού σε ξέρω; Ούτε τον βοηθούσαν, ούτε του πρόσφεραν κάτι και αυτοί με τη σειρά τους. Γι᾽ αυτό σκαφτιάς και τομαροντυμένος, όπως βλέπεις, εγκατέλειψε από ντροπή την πόλη και σκάβει τη γη με μεροκάματο, πικραμένος από τις δυστυχίες, γιατί αυτοί που εξαιτίας του πλούτισαν, τον προσπερνούν με υπεροψία και ούτε τ᾽ όνομά του ξέρουν, αν τον λένε Τίμωνα.

ΖΕΥΣ
[9] Αν είναι έτσι, δεν πρέπει να αδιαφορήσουμε γι᾽ αυτόν τον άνθρωπο και να τον παραμελήσουμε, γιατί δικαιολογημένα ήταν αγανακτισμένος με τη δυστυχία του. Αλλιώς θα φερθούμε κι εμείς όπως εκείνοι οι καταραμένοι κόλακες, αν ξεχάσουμε έναν άνθρωπο που έκαψε πάνω στους βωμούς, για να μας τιμήσει, τόσα παχιά μεριά από βόδια και γίδια. Ακόμη έχω στα ρουθούνια μου την κνίσα τους. Με τις διάφορες ασχολίες μου όμως και τις φασαρίες που κάνουν οι επίορκοι, οι βιαστές και οι άρπαγες, αλλά και από το φόβο των ιεροσύλων —είναι πολλοί και δύσκολα μπορείς να τους προσέχεις και δε μας αφήνουν ούτε για λίγο τα μάτια να κλείσουμε— εδώ και πολύν καιρό ούτε ματιά δεν έριξα στην Αττική. Προπάντων από τότε που οι φιλόσοφοι και οι καβγάδες τους πλήθυναν. Με τις λογομαχίες και τις φωνές τους, ούτε τις προσευχές δεν είναι δυνατό να ακούω. Γι᾽ αυτό λοιπόν πρέπει ή να κάθομαι με βουλωμένα τα αυτιά, ή να ξεκουφαθώ ακούοντάς τους να μιλούν με δυνατή φωνή για αρετή και ασώματα και ανοησίες. Έτσι έγινε και παραμελήσαμε τούτον τον άνθρωπο, που για μας δε στάθηκε κακός.

[10] Όμως, Ερμή, πάρε τον Πλούτο και τρέξε κοντά του. Ο Πλούτος να πάρει και το Θησαυρό μαζί του. Να μείνουν και οι δυο κοντά στον Τίμωνα, να μη φύγουν έτσι εύκολα, ακόμη και αν αυτός από χρηστότητα πάλι τους διώχνει από το σπίτι.

Όσο για τους κόλακες και την αχαριστία που του έδειξαν, θα το ξανασκεφτώ και θα τους τιμωρήσω, μόλις επισκευάσω τον κεραυνό. Είναι τσακισμένες και στομωμένες δυο του ακτίνες, οι μεγαλύτερες, από τότε που τις εξακόντισα με δύναμη καταπάνω στο σοφιστή Αναξαγόρα, που στις συζητήσεις του προσπαθούσε να πείσει πως δεν είμαστε τίποτε εμείς οι θεοί. Μα εκείνον δεν τον πέτυχα —γιατί άπλωσε ο Περικλής το χέρι του και τον προστάτεψε— και ο κεραυνός έπεσε πάνω στο Ανακείο, το κατέστρεψε και παραλίγο να τσακιστεί και ο ίδιος πάνω στην πέτρα. Ωστόσο αρκετή τιμωρία στο μεταξύ θα είναι γι᾽ αυτούς να βλέπουν τον Τίμωνα πάμπλουτο.

ΕΡΜΗΣ
[11] Πόσο σπουδαίο πράγμα είναι να βάζει κανείς τις φωνές, να γίνεται ενοχλητικός και θρασύς. Είναι χρήσιμο αυτό όχι μόνο στους συνηγόρους, αλλά και σ᾽ αυτούς που κάνουν την προσευχή τους. Νά, ο Τίμων τώρα με το να βάλει τις φωνές και να πει θαρραλέα στην προσευχή του τις αλήθειες αναγκάζοντας το Δία να στραφεί και να τον κοιτάξει, από πάμπτωχος θα γίνει αμέσως πολύ πλούσιος. Αν όμως σκυμμένος έσκαβε χωρίς μιλιά, ακόμα θα έσκαβε παραμελημένος.

(Ο Πλούτος έρχεται μπροστά στο Δία).

ΠΛΟΥΤΟΣ
Αλλά εγώ, Δία, σ᾽ αυτόν δεν πρόκειται να πάω.

ΖΕΥΣ
Γιατί, εξοχότατε Πλούτε, αφού μάλιστα σε πρόσταξα εγώ;

ΠΛΟΥΤΟΣ
[12] Διότι, μα το Δία, ο Τίμων μού έκανε κακό, με σκορπούσε και με διαμοίραζε, μόλο που ήμουν πατρικός του φίλος. Και μόνο που δεν πήρε στα χέρια του το δικράνι να με πετάξει έξω από το σπίτι, όπως εκείνοι που πετούν τη φωτιά από τα χέρια τους. Να ξαναπάω λοιπόν, για να με παραδώσει σε παράσιτους και κόλακες; Να με στέλνεις, Δία, σ᾽ εκείνους που θα ευχαριστηθούν μ᾽ αυτό το δώρο, που θα με περιποιηθούν, εκεί όπου θα είμαι πολύτιμος και περιπόθητος. Και οι άλλοι οι ανόητοι ας μείνουν συντροφιά με τη φτώχεια που την προτιμούν. Και ας λάβουν απ᾽ αυτήν το τομάρι και το δικέλλι και ας μένουν ευχαριστημένοι με τους τέσσερις οβολούς εκείνοι που ανέμελα αφήνουν μέσα από τα χέρια τους δεκατάλαντα δώρα.

ΖΕΥΣ
[13] Δεν πρόκειται πια να σου κάνει κάτι τέτοιο ο Τίμων. Τον έχει για καλά σωφρονίσει το δικέλλι, εκτός και αν έχει τόση αναισθησία στη μέση του, ώστε την πενία από εσένα να προτιμά. Κι εσύ όμως μου παραφαίνεσαι γκρινιάρης. Τώρα κατηγορείς τον Τίμωνα, γιατί σου άνοιξε τις πόρτες και σε άφηνε να τριγυρνάς ελεύθερα, χωρίς να σε περιορίζει ή να σε ζηλεύει, ενώ άλλοτε αγανακτούσες με τους πλουσίους και έλεγες ότι σε σφιχτομανταλώνουν με σύρτες, με κλειδιά και με λουκέτα, ώστε δε σου ήταν μπορετό ούτε να προβάλεις στο φως του ήλιου. Αυτά λοιπόν μου κλαιγόσουν. Και έλεγες ότι πνίγεσαι στο βαθύ σκοτάδι, γι᾽ αυτό μας φαινόσουν ωχρός και γεμάτος φροντίδες με λυγισμένα τα δάχτυλα από τη συνήθεια να μετράς. Και απειλούσες ότι θα αποδράσεις απ᾽ αυτούς, μόλις βρεις την ευκαιρία. Γενικά όλη η κατάσταση σου φαινόταν αφόρητη, να ζεις σαν παρθένα σ᾽ ένα χάλκινο θάλαμο ή σιδερένιο, όπως η Δανάη, με αυστηρούς και παμπόνηρους παιδαγωγούς, τον Τόκο και το Λογαριασμό.

[14] Έλεγες μάλιστα πως αυτοί κάνουν παράλογα πράγματα λατρεύοντάς σε. Δεν τολμούν να σε απολαμβάνουν, ενώ τους είναι δυνατό. Δεν έχουν την ελευθερία να χρησιμοποιούν αυτό που λατρεύουν, ενώ είναι αφέντες του. Αντίθετα άγρυπνοι το φρουρούν με τα μάτια καρφωμένα στο λουκέτο και στο σύρτη. Και θεωρούν αρκετή απόλαυση όχι να χαίρονται οι ίδιοι, αλλά να μη δίνουν την ευχαρίστηση σε κανέναν, όπως η σκύλα στο παχνί, που ούτε η ίδια μπορούσε να φάει το κριθάρι, ούτε όμως άφηνε το πεινασμένο άλογο να το φάει. Και από πάνω τούς κορόιδευες που τσιγκουνεύονταν και σε φρουρούσαν και, το πιο παράξενο, ζήλευαν τον ίδιο τον εαυτό τους, χωρίς να υποψιάζονται ότι κάποιος καταραμένος δούλος του σπιτιού ή ανάξιος επιστάτης μπορεί να γλιστρά κρυφά μέσα και να γλεντοκοπάει, αφήνοντας το δυστυχή και ασυγκίνητο αφέντη να ξαγρυπνά για τους τόκους μπροστά σε μαυρισμένο και μικρόστομο λυχναράκι με διψαλέο φιτίλι. Πώς λοιπόν δεν είσαι άδικος, παλιότερα αυτά να τα κατακρίνεις και τώρα να κατηγορείς τον Τίμωνα για τα αντίθετα;

ΠΛΟΥΤΟΣ
[15] Κι όμως, αν θέλεις να ψάξεις για την αλήθεια, θα δεις ότι δικαιολογημένα φέρομαι έτσι και στις δύο περιπτώσεις. Του Τίμωνα αυτή η μεγάλη σπατάλη εύλογα μπορεί να θεωρηθεί αδιαφορία και όχι συμπάθεια για μένα. Τους άλλους πάλι εκείνους που με κρατούν κλειδωμένο στα σκοτεινά, φροντίζοντας να γίνω παχύτερος, καλοθρεμμένος και υπέρογκος και δε με αγγίζουν ούτε με βγάζουν στο φως, μην τυχόν με ιδεί κανένα μάτι, πάντοτε τους νόμιζα ανόητους και αδιάντροπους, γιατί χωρίς να έχω κάνει κανένα κακό με αφήνουν να σαπίζω κάτω από τόσες αλυσίδες. Και δεν ξέρουν ότι ύστερα από λίγο θα φύγουν και θα με εγκαταλείψουν σε κάποιον από τους τυχερούς. [16] Ούτε εκείνους λοιπόν επαινώ, ούτε όμως και αυτούς που είναι πολύ απερίσκεπτοι μαζί μου· μα όσους θέλουν να τηρήσουν το μέτρο, πράγμα που είναι το καλύτερο. Ούτε να με αφήνουν εντελώς άθικτο, ούτε όμως να με σκορπούν ανόητα.

[17] Αυτό με κάνει κι έμενα να αγανακτώ, γιατί μερικοί με κλωτσούν με περιφρόνηση και με καταβροχθίζουν και με σπαταλούν, ενώ άλλοι πάλι μου έχουν βάλει χειροπέδες σαν στιγματισμένο δραπέτη.

ΖΕΥΣ
[18] Γιατί λοιπόν αγανακτείς μ᾽ αυτούς, αφού καλά είναι τιμωρημένοι; Οι πρώτοι, όπως ο Τάνταλος, διψασμένοι, νηστικοί και με στεγνό το στόμα, χάσκουν μόνο μπροστά στο χρυσάφι και οι άλλοι πάλι σαν το Φινέα που οι Άρπυιες τους αρπάζουν την τροφή μέσα από το λαρύγγι τους. Μα πήγαινε τώρα, και θα βρεις τον Τίμωνα πολύ πιο σωφρονισμένο.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Θα σταματήσει δηλαδή καμιά φορά εκείνος να με σκορπά όπως από ένα τρύπιο κοφίνι, προτού καλά καλά το γεμίσω, θαρρείς για να προλάβει να μην ξεχειλίσω και τον κατακλύσω; Έτσι λοιπόν μου φαίνεται πως θα κουβαλώ νερό στον πίθο των Δαναΐδων και άδικα θα το αδειάζω μέσα, γιατί δεν έχει το δοχείο πάτο, και πριν γεμίσει, θα φεύγει από κάτω όσο θα χύνεται από πάνω. Τόσο πλατύτερο είναι το άνοιγμα του πίθου στον πάτο και το άδειασμα γίνεται ανεμπόδιστα.

ΖΕΥΣ
[19] Αν λοιπόν δε φράξει τούτο το άνοιγμα και μείνει για πάντα ανοιχτό, γρήγορα θα χυθείς εσύ έξω κι εκείνος εύκολα θα ξαναβρεί το τομάρι και το δικέλλι στον πάτο του πιθαριού. Αλλά πηγαίνετε τώρα και κάνετέ τον πλούσιο. Κι εσύ, Ερμή, θυμήσου στο γυρισμό να μας φέρεις τους Κύκλωπες από την Αίτνα, για να ακονίσουν και να επισκευάσουν τον κεραυνό, γιατί θα τον χρειαστούμε σε λίγο μάλιστα ακονισμένο.

(Ο Ερμής και ο Πλούτος ξεκινούν για τη γη).

ΕΡΜΗΣ
[20] Να πηγαίνουμε, Πλούτε. Τί είναι αυτό; Κουτσαίνεις; Δεν είχα προσέξει, ευγενικέ μου άνθρωπε, πως δεν ήσουν μόνο τυφλός, μα και κουτσός.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Δε μου συμβαίνει πάντα αυτό, Ερμή, αλλά όταν σταλμένος από το Δία φεύγω να πάω σε κάποιον, δεν ξέρω πώς, είμαι αργοκίνητος και κουτσός και από τα δύο πόδια. Έτσι, όταν τα καταφέρνω να φτάσω στο τέρμα, βρίσκω συχνά γερασμένο πια εκείνον που με περιμένει. Όποτε όμως πρέπει να φύγω από κάποιον, θα με δεις πουλί, πιο γρήγορο και από τα όνειρα. Δεν προλαβαίνει να πέσει το νήμα κι εγώ αμέσως ανακηρύσσομαι νικητής. Έχω κιόλας διατρέξει το στάδιο, χωρίς να με δουν καμιά φορά και οι θεατές ακόμα.

ΕΡΜΗΣ
Δεν είναι αλήθεια αυτά που λες. Εγώ χωρίς αμφιβολία θα μπορούσα να σου αναφέρω πολλούς που ώς χθες δεν είχαν πεντάρα να αγοράσουν σχοινί να κρεμαστούν και ξαφνικά σήμερα πλούσιοι και με πολυτέλειες κάνουν τις βόλτες τους πάνω σε αμάξι με λευκά άλογα, άνθρωποι που δεν είχαν ούτε γάιδαρο ποτέ τους. Και όμως τριγυρνούν ντυμένοι πορφυρά και με χρυσά δαχτυλίδια στα χέρια. Και ούτε οι ίδιοι, θαρρώ, το πιστεύουν πως δεν είναι ένα όνειρο τα πλούτη τους.

ΠΛΟΥΤΟΣ
[21] Αυτό, Ερμή, είναι άλλο. Σε τούτη την περίπτωση δε βαδίζω με τα δικά μου πόδια, ούτε ο Δίας, μα ο Πλούτων με στέλνει κοντά τους, γιατί και αυτός είναι πλουτοδότης και γενναιόδωρος. Το δείχνει άλλωστε και με το όνομά του. Όταν λοιπόν πρέπει να πάω από τον έναν άνθρωπο στον άλλο, αφού με βάλουν σε διαθήκη και τη σφραγίσουν προσεχτικά, με σηκώνουν ύστερα και με μεταφέρουν. Και ο νεκρός κείτεται κάπου στα σκοτεινά του σπιτιού, σκεπασμένος ώς τα γόνατα με το παλιό το σεντόνι, λαχταριστός στις γάτες, ενώ εμένα με καρτερούν στην αγορά με ανοιχτό το στόμα όσοι στήριξαν επάνω μου ελπίδες, έτσι όπως περιμένουν τη χελιδόνα τσιρίζοντας οι νεοσσοί.

[22] Και όταν η σφραγίδα αφαιρεθεί, κοπεί η ταινία και ανοιχτεί η διαθήκη, αναγγέλλεται τότε ο καινούριος μου αφέντης, κάποιος βέβαια συγγενής ή κόλακας ή υπηρέτης. Εκείνος, όποιος και αν είναι τέλος πάντων, με αρπάζει με τη διαθήκη και τρέχει και αλλάζει τ᾽ όνομά του σε Μεγακλή ή Μεγάβυζο ή Πρώταρχο αντί για Πυρρία ή Δρόμωνα ή Τίβειο. Κι εκείνους που άδικα χάσκοντας έβλεπαν ο ένας τον άλλον, τους αφήνει σε αληθινό πένθος, γιατί ένα τέτοιο ψάρι, ενώ κατάπιε όχι λίγο από το δόλωμα, τους ξέφυγε μέσ᾽ από τα δίχτυα.

[23] Και αυτός αμέσως ορμάει επάνω μου, άνθρωπος ακαλαίσθητος και νωθρός, που ακόμη τρέμει τα δεσμά και τεντώνει το αυτί του, όταν κάποιος περαστικός χτυπήσει το μαστίγιό του αδιάφορα, και προσκυνά το μύλο ως Ανάκτορο. Καταντάει πια ανυπόφορος για τους γύρω του: τους ελεύθερους τους προσβάλλει και τους ομόδουλους τους μαστιγώνει, για να διαπιστώνει αν έχει και αυτός ένα τέτοιο δικαίωμα, έως ότου πέσει πάνω σε καμιά παλιογυναίκα ή επιθυμήσει να θρέψει ίππους ή δώσει εμπιστοσύνη σε κόλακες οι όποιοι ορκίζονται ότι είναι στ᾽ αλήθεια πιο όμορφος από το Νιρέα, από καλύτερη γενιά και από τον Κέκροπα ή τον Κόδρο, πιο συνετός από τον Οδυσσέα, πιο πλούσιος και από δεκάξι μαζί Κροίσους, και σκορπίσει μέσα σε μια στιγμή, ο άθλιος, όσα έχουν συγκεντρωθεί σιγά σιγά με πολλές επιορκίες, αρπαγές και πανουργίες.

ΕΡΜΗΣ
[24] Έτσι πάνω κάτω που τα λες είναι τα πράγματα. Όταν όμως βαδίζεις μόνος σου, πώς, ενώ είσαι τόσο τυφλός, βρίσκεις το δρόμο; Ή πώς διακρίνεις εκείνους στους όποιους σε στέλνει ο Δίας, γιατί έκρινε ότι αξίζουν να είναι πλούσιοι;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Και νομίζεις πως τους βρίσκω; Μα το Δία όχι, διότι δε θα άφηνα έναν Αριστείδη για να πάω στον Ιππόνικο ή τον Καλλία και σε πολλούς άλλους Αθηναίους, που δεν αξίζουν πεντάρα.

ΕΡΜΗΣ
Μα όταν σε στέλνουν, τί κάνεις;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Περιφέρομαι πάνω κάτω, τριγυρνώντας, έως ότου πέσω πάνω σε οποιονδήποτε. Κι αυτός που θα με πετύχει πρώτος, με αρπάζει, με κρατά κοντά του και δοξάζει εσένα, τον Ερμή, για την ανέλπιστη τύχη.

ΕΡΜΗΣ
[25] Ώστε λοιπόν είναι γελασμένος ο Δίας που νομίζει ότι εσύ σύμφωνα με την απόφασή του πλουτίζεις όσους εκείνος θεωρεί ότι αξίζουν να είναι πλούσιοι;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Και πολύ δίκαια, καλέ μου, γιατί, ενώ γνωρίζει πως είμαι τυφλός, με στέλνει να ανακαλύψω ένα τόσο σπάνιο πράγμα, προ πολλού χαμένο από τη ζωή, που ούτε ο Λυγκεύς θα το ᾽βρισκε εύκολα, τόσο σκοτεινό και μικρό που είναι. Επειδή λοιπόν οι καλοί είναι λίγοι και κακοί οι πιο πολλοί, που τα πάντα κατέχουν στις πόλεις, γι᾽ αυτό, εκεί που τριγυρνώ, ευκολότερα πέφτω πάνω σε τέτοιους ανθρώπους και πιάνομαι στα δίχτυα τους.

ΕΡΜΗΣ
Έπειτα, όταν τους εγκαταλείπεις, δεν έχεις δυσκολίες, αφού δεν ξέρεις το δρόμο;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Γίνομαι τότε ανοιχτομάτης και γερός, μα μόνο όσο είναι να φύγω.

ΕΡΜΗΣ
[26] Τώρα απάντησέ μου και σε τούτο. Πώς γίνεται να σε αγαπούν τόσοι, ενώ είσαι τυφλός —θα το πω— και ωχρός και βαρύς στα πόδια; Ώστε όλοι εσένα να ποθούν και, όταν σε αποκτήσουν, να λογαριάζουν τον εαυτό τους ευτυχισμένο, αν όμως αποτύχουν, να μη θέλουν τη ζωή τους; Ξέρω για παράδειγμα πολλούς από αυτούς τόσο ξετρελαμένους μαζί σου, που ρίχτηκαν στη βαθύκολπη θάλασσα και στους απόκρημνους βράχους, γιατί νόμιζαν πως τους περιφρονείς, αφού δεν τους πρόσεχες διόλου. Όμως γνωρίζω καλά ότι κι εσύ θα ομολογήσεις, αν έχεις κάποια συνείδηση της καταστάσεώς σου, πως είναι ανισόρροποι να τρελαίνονται για έναν τέτοιο αγαπημένο.

ΠΛΟΥΤΟΣ
[27] Νομίζεις ότι με βλέπουν όπως είμαι, χωλό ή τυφλό ή με όσα άλλα ελαττώματα έχω;

ΕΡΜΗΣ
Μα πώς, Πλούτε; Εκτός αν όλοι αυτοί είναι τυφλοί.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Δεν είναι τυφλοί, καλέ μου, μα η άγνοια και η απάτη, που βασιλεύουν τώρα παντού, δεν τους αφήνουν να δουν. Ύστερα κι εγώ ο ίδιος, για να μην είμαι ολότελα άσχημος, τους πλησιάζω με μια μάσκα πολύ αξιαγάπητη, χρυσοΰφαντη και αδαμαντοστόλιστη, και ντυμένος φανταχτερά ρούχα. Εκείνοι θαρρούν πως βλέπουν την ίδια την ομορφιά, ερωτεύονται και, εάν δε με κερδίσουν, καταστρέφονται. Ώστε, εάν κάποιος με ξεγύμνωνε και με παρουσίαζε μπροστά τους, σίγουρα θα κατηγορούσαν τους εαυτούς τους πως είναι κοντόφθαλμοι και πως ερωτεύονται πράγματα ανέραστα και άσχημα.

ΕΡΜΗΣ
[28] Όμως γιατί, και όταν πια πλουτίσουν και φορέσουν και οι ίδιοι τη μάσκα, εξακολουθούν να ξεγελιούνται και, αν κανένας τούς αφαιρέσει τη μάσκα, θα προτιμούσαν να χάσουν το κεφάλι τους παρά αυτήν; Δεν είναι βέβαια λογικό να αγνοούν και τότε ότι η ομορφιά είναι ψεύτικη, αφού τώρα τα πάντα τα βλέπουν από μέσα.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Και σ᾽ αυτό, Ερμή, πολλά με βοηθούν.

ΕΡΜΗΣ
Ποιά;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Όταν κάποιος με πρωτοσυναντήσει και μου ανοίξει τις πόρτες του διάπλατες και με δεχτεί στο σπίτι του, γλιστρά μαζί μου η ξιπασιά, η ανοησία, η καυχησιά, η βλακεία, η αυθάδεια, η απάτη και χίλια δυο. Λοιπόν με την ψυχή κυριευμένη απ᾽ αυτά, θαυμάζει όσα δεν είναι για θαυμασμό και επιθυμεί όσα πρέπει να αποφεύγει, κι εμένα, τον πατέρα όλων αυτών των συμφορών που έχουν τρυπώσει μέσα, με έχει σε μεγάλη υπόληψη, γιατί με περικυκλώνουν αυτά όλα. Και θα προτιμούσε να πάθει το καθετί, παρά να με χάσει.

ΕΡΜΗΣ
[29] Δεν ξέρω, Πλούτε, πώς είσαι τόσο λείος και γλιστερός και δυσκολοκράτητος, έτοιμος να διαφεύγεις. Πώς δεν έχεις καμιά σταθερή λαβή, μα ξεγλιστράς, όπως τα χέλια και τα φίδια, δεν το καταλαβαίνω. Απεναντίας η Πενία είναι σαν την κόλλα και ευκολόπιαστη, με μύρια αγκίστρια σε όλο της το σώμα, έτσι που να σκαλώνουν αμέσως όσοι την πλησιάζουν και να μην μπορούν εύκολα να ξεφύγουν. Μα μες στη φλυαρία μας μάς ξέφυγε κάτι το σοβαρό.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Ποιό πράγμα;

ΕΡΜΗΣ
Να πάρουμε μαζί μας το Θησαυρό, που προπάντων χρειαζόμαστε.

ΠΛΟΥΤΟΣ
[30] Όσο γι᾽ αυτό μην ανησυχείς. Πάντοτε, όταν ανεβαίνω σε σας, τον αφήνω στη γη και τον εξορκίζω να κλείσει την πόρτα και να μείνει μέσα. Να μην ανοίξει σε κανέναν, αν δεν ακούσει τη φωνή μου.

ΕΡΜΗΣ
Λοιπόν πατούμε πια στην Αττική. Πιάσε με από τη χλαμύδα και ακολούθα με, ώσπου να φτάσω στο κτήμα.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Καλά κάνεις, Ερμή, που με κρατάς και με οδηγείς, γιατί, αν με εγκαταλείψεις, εκεί που τριγυρίζω, ίσως πέσω πάνω σε κανέναν Υπέρβολο ή Κλέωνα. Αλλά τί θόρυβος είναι αυτός; Θαρρείς και χτυπάει σίδερο πάνω σε πέτρα.

ΕΡΜΗΣ
[31] Αυτός ο Τίμων σκάβει εδώ κοντά ένα ορεινό χωραφάκι και κακοτράχαλο. Μπα, μπα, και η Πενία είναι εκεί και ο Κόπος, η Καρτερία και η Σοφία και η Ανδρεία, και όλος εκείνος ο συρφετός που υπηρετεί το Λιμό, όλοι τους πολύ πιο γενναίοι από τους δικούς σου σωματοφύλακες.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Τότε γιατί δε φεύγουμε αμέσως, Ερμή; Δε θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε σε άνθρωπο που τον προστατεύει τόσο στράτευμα.

ΕΡΜΗΣ
Άλλη είναι η απόφαση του Δία. Λοιπόν ας μη φοβηθούμε.

(Ο Ερμής και ο Πλούτος πατούν πια στη γη, εκεί κοντά όπου σκάβει ο Τίμων. Συναντούν την Πενία και τους συντρόφους της. Ο Τίμων δεν τους βλέπει, ενώ η Πενία απορημένη και πειραγμένη από τον ερχομό τους ρωτάει τον Ερμή.)

ΠΕΝΙΑ
[32] Πού τον πηγαίνεις αυτόν, Αργοφονιά, κρατώντας τον από το χέρι;

ΕΡΜΗΣ
Σ᾽ αυτόν εδώ τον Τίμωνα μας έστειλε ο Δίας.

ΠΕΝΙΑ
Τώρα ο Πλούτος στον Τίμωνα, την ώρα που εγώ τον απέσπασα από την Τρυφή σε κακά χάλια, τον παρέδωσα σ᾽ αυτούς εδώ, στη Σοφία και τον Κόπο, και τον ανέδειξα έναν άνθρωπο υψηλόφρονα και αξιόλογο; Τόσο ευκαταφρόνητη λοιπόν και ευκολοαδίκητη σας φαίνεται η Πενία, ώστε μου παίρνετε το μόνο μου κτήμα που είχα και το εξάσκησα τέλεια στην αρετή; Και το κάνετε αυτό, για να τον ξαναπαραλάβει ο Πλούτος, να τον δώσει στα χέρια της Αυθάδειας και της Αλαζονείας και να τον κάνει, όπως ήταν πρώτα, δειλό, φαύλο και ανόητο και μετά να μου τον ξαναδώσει ένα κουρέλι πια;

ΕΡΜΗΣ
Αυτή, Πενία, είναι η απόφαση του Δία.

ΠΕΝΙΑ
[33] Φεύγω· κι εσείς, Κόπος, Σοφία και οι υπόλοιποι, ακολουθάτε με. Και αυτός θα καταλάβει γρήγορα ποιά θα χάσει. Έναν καλό συνεργάτη και δάσκαλο των αρετών, που όταν τον συναναστρεφόταν, είχε γερό το σώμα, θέληση δυνατή και ζούσε σαν άνθρωπος που πίστευε στον εαυτό του και θεωρούσε ξένα, όπως πράγματι είναι, αυτά τα περιττά και πολλά.

ΕΡΜΗΣ
Φεύγουν αυτοί. Ας πάμε εμείς κοντά του.

(Ο Ερμής και ο Πλούτος πλησιάζουν τον Τίμωνα, ο όποιος μόλις τους βλέπει εξαγριώνεται).

ΤΙΜΩΝ
[34] Ποιοί είστε, καταραμένοι; Και τί θέλετε που ᾽ρθατε εδώ, για να ενοχλήσετε έναν δουλευτή και μεροκαματιάρη; Μα δε θα φύγετε γελαστοί, σιχαμένα μούτρα. Τώρα θα σας τσακίσω με τους σβώλους και τις πέτρες.

ΕΡΜΗΣ
Μη, μη ρίξεις, Τίμων. Δε θα χτυπήσεις ανθρώπους. Εγώ είμαι ο Ερμής και αυτός εδώ ο Πλούτος. Μας έστειλε ο Δίας που άκουσε τις προσευχές σου. Γι᾽ αυτό άφησε τους κόπους και δέξου με το καλό τα πλούτη.

ΤΙΜΩΝ
Κι εσείς θα ουρλιάξετε τώρα από τον πόνο, ας είστε και θεοί, όπως λέτε. Γιατί όλους τους μισώ μαζί, θεούς και ανθρώπους. Και αυτόν τον τυφλό, όποιος και αν είναι, νομίζω πως θα τον κάνω κομμάτια με το δικέλλι μου.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Για όνομα του Δία, ας φύγουμε, Ερμή, γιατί μου φαίνεται πως έχει μεγάλη τρέλα ο άνθρωπος. Φοβάμαι, μη φύγω με καμιά ζημιά.

ΕΡΜΗΣ
[35] Τίμων, μη γίνεσαι σκληρός. Νίκησε αυτή την υπερβολική αγριάδα και την τραχύτητά σου. Άπλωσε τα δυο χέρια και πάρε την καλή τύχη, γίνε και πάλι πλούσιος και από τους πρώτους Αθηναίους. Περιφρόνησε εκείνους τους αχάριστους, μόνος εσύ ευτυχής.

ΤΙΜΩΝ
Δε σας έχω καθόλου ανάγκη και μη με ενοχλείτε. Αρκετός πλούτος για εμένα το δικέλλι μου. Κατά τα άλλα είμαι πολύ πολύ ευτυχισμένος, όταν μάλιστα δε με πλησιάζει κανείς.

ΕΡΜΗΣ
Τόσο απάνθρωπα φέρνεσαι, φίλε μου;
Να φέρω στο Δία αυτόν το λόγο το σκληρό και βαρύ;
Και βέβαια φυσικό ήταν να είσαι μισάνθρωπος, ύστερα από τόσα που έπαθες, μα μισόθεος όχι, αφού τόσο σε φροντίζουν οι θεοί.

ΤΙΜΩΝ
[36] Ερμή, σ᾽ εσένα και στο Δία χρεωστώ την πιο μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις φροντίδες σας, αυτόν όμως τον Πλούτο δε θα τον κάνω δικό μου.

ΕΡΜΗΣ
Και για ποιό λόγο;

ΤΙΜΩΝ
Γιατί και παλιά αυτός ήταν αίτια για μύριες δυστυχίες μου· με παρέδωσε στους κόλακες, παρακίνησε δόλιους ανθρώπους και ξεσήκωσε το μίσος εναντίον μου, με διέφθειρε με την τρυφή, με έκανε αξιομίσητο και τέλος ξαφνικά με εγκατέλειψε τόσο άπιστα και προδοτικά. Η αγαθότατη όμως Πενία, αφού με εξάσκησε καλά με τους αντρίκειους κόπους και μιλώντας μου με ειλικρίνεια και παρρησία, και τα αναγκαία μού παρείχε με τη δουλειά μου και με μάθαινε να καταφρονώ εκείνα τα πολλά, κάνοντας ώστε να εξαρτώνται οι ελπίδες της ζωής μου από εμένα τον ίδιο και δείχνοντάς μου ποιά είναι τα πλούτη τα δικά μου, που ούτε κόλακας με τις γαλιφιές του, ούτε συκοφάντης με τη φοβέρα του, ούτε λαός οργισμένος, ούτε πολίτης με την ψήφο του, ούτε τύραννος κακόβουλος θα μπορούσε να μου αφαιρέσει. [37] Δυναμωμένος λοιπόν από τους κόπους, δουλεύοντας τούτο το χωράφι φιλόπονα, χωρίς να βλέπω καμιά από τις ασχήμιες της πόλης, έχω πάντοτε από το δικέλλι μου το ψωμί μου αρκετό. Γύρνα πίσω λοιπόν, Ερμή, φεύγα και πήγαινε τον Πλούτο στο Δία. Εμένα τούτο μού ήταν αρκετό, να κάνω όλους τους ανθρώπους από νεανική ηλικία και πάνω να σκούζουν.

ΕΡΜΗΣ
Όχι, καλέ μου, δεν είναι όλοι για ξύλο. Παράτα όμως τα ξεσπάσματα αυτά και τα παιδιαρίσματα και αποδέξου τον Πλούτο. Δεν είναι επιτέλους του πεταμού τα δώρα που στέλνει ο Δίας.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Θέλεις, Τίμων, να απολογηθώ ενώπιόν σου; Ή θα αγριέψεις, εάν αρχίσω να μιλάω;

ΤΙΜΩΝ
Λέγε, μα όχι πολλά, μήτε προοίμια, όπως οι αχρείοι ρήτορες. Αν πεις λίγα, θα σε ανεχτώ εξαιτίας τούτου εδώ του Ερμή.

ΠΛΟΥΤΟΣ
[38] Ίσως όμως θα έπρεπε να πω πολλά, αφού για ένα σωρό κι εσύ με κατηγόρησες. Όμως πρόσεξε, αν σε έχω σε κάτι, όπως λες, αδικήσει, εγώ που για σένα στάθηκα η πηγή για όλες τις απολαύσεις, για την τιμή, την πρωτοκαθεδρία, τα στεφάνια και την άλλη καλοπέραση. Εξαιτίας μου ήσουν περίβλεπτος, φημισμένος, περιζήτητος. Αν πάλι έπαθες κακό από τους κόλακες, δεν είμαι εγώ η αιτία, εσύ μάλλον μου έκανες την αδικία αυτή, γιατί με πέταξες με περιφρόνηση τόση σε ανθρώπους καταραμένους, που επαινούσαν και γοήτευαν και με κάθε τρόπο ήθελαν το κακό μου. Και στο τέλος είπες ότι τάχα σε έχω προδώσει. Απεναντίας εγώ θα μπορούσα να σε κατηγορήσω, που με κάθε τρόπο διώχτηκα και πετάχτηκα κατακέφαλα έξω από το σπίτι σου. Γι᾽ αυτό λοιπόν αντί για τη μαλακή χλανίδα η αξιότιμη Πενία σου σού φόρεσε την προβιά τούτη. Μάρτυρας αυτός εδώ ο Ερμής, πώς ικέτευα το Δία, να μην έρθω πια σ᾽ εσένα, που τόσο άσχημα μου φέρθηκες τότε.

ΕΡΜΗΣ
[39] Αλλά τώρα βλέπεις, Πλούτε, τί λογής έχει γίνει πια; Γι᾽ αυτό άφοβα μείνε μαζί του. Εσύ σκάβε, χωρίς διακοπή. Κι εσύ, Πλούτε, φέρε το θησαυρό κάτω από το δικέλλι του. Θα υπακούσει, άμα του κράξεις.

ΤΙΜΩΝ
Πρέπει να πεισθώ, Ερμή, και να γίνω πάλι πλούσιος. Γιατί τί μπορεί να κάνει κανείς, όταν οι θεοί τον πιέζουν; Ωστόσο κοίτα σε τί μπελάδες με βάζεις τον κακότυχο. Ενώ έως τώρα ζούσα πάρα πολύ ευτυχισμένα, ξαφνικά θα πάρω στα χέρια μου τόσο χρυσάφι, χωρίς να έχω κάμει καμιά αδικία και θα φορτωθώ τόσες σκοτούρες.

ΕΡΜΗΣ
[40] Υπόμεινε, Τίμων, για χάρη μου, έστω και αν τούτο είναι δύσκολο και ανυπόφορο, για να σκάσουν από ζήλεια εκείνοι οι κόλακες. Κι εγώ περνώντας πάνω από την Αίτνα θα πετάξω στον ουρανό.

(Ο Ερμής φεύγει).

ΠΛΟΥΤΟΣ
Έφυγε, όπως φαίνεται. Το συμπεραίνω από το χτύπημα των φτερών. Εσύ περίμενε αυτού, θα φύγω και θα σου στείλω το θησαυρό. Καλύτερα σκάβε. Θησαυρέ, εσένα κράζω, υπάκουσε στον Τίμωνα τούτον εδώ και άφησε τον εαυτό σου να σε φέρει στο φως. Σκάβε, Τίμων, χτύπα βαθειά. Εγώ θα σας αφήσω και θα αποσυρθώ.

ΤΙΜΩΝ
[41] Εμπρός, δικέλλι μου, λάβε θάρρος για χάρη μου και μην κουραστείς να βγάλεις στο φως το θησαυρό από της γης τα βάθη. Ω Δία θαυματουργέ και αγαπητοί Κορύβαντες και Ερμή κερδώε, από πού ξεφύτρωσε τόσο χρυσάφι; Λες να είναι αυτά ένα όνειρο; Φοβούμαι αλήθεια μήπως ξυπνήσω και βρω άνθρακες. Κι όμως είναι χρυσάφι, κομμένο νόμισμα, κοκκινωπό, βαρύ και γλυκύτατο στην όψη.
Ω χρυσάφι, το πιο ωραίο πράγμα που οι άνθρωποι καλοδέχονται.
Σαν φλόγα λαμπερή θαμπώνεις νύχτα και μέρα τα μάτια. Έλα φίλτατο και περιπόθητο. Τώρα πια το πιστεύω πως και ο Δίας κάποτε έγινε χρυσάφι. Ποιά κοπέλα δε θα υποδεχόταν με ανοιχτές αγκάλες έναν τόσο ωραίο αγαπημένο, που πέφτει σαν βροχή από τη στέγη; 

[42] Ω Μίδα και Κροίσε και Δελφικά αφιερώματα, δεν είστε λοιπόν τίποτε μπρος στον Τίμωνα και στα πλούτη του Τίμωνα, με τον όποιο φυσικά ούτε ο βασιλιάς των Περσών είναι ίσος.

Ω δικέλλι μου, φιλτάτη μου προβιά, είναι ωραίο εσάς να σας αφιερώσω σε τούτον τον Πάνα. Κι εγώ, αφού αγοράσω πια ολόκληρο το χωράφι, έχω σκοπό να οικοδομήσω πύργο πάνω στο θησαυρό κατάλληλο, για να ζω μέσα μόνο εγώ, και θα τον έχω, μου φαίνεται, και τάφο μου, όταν πεθάνω.

«Για τον υπόλοιπο βίο μου ας αποφασιστούν και ας νομοθετηθούν αυτά. Με κανέναν επικοινωνία και γνωριμία. Προς όλους περιφρόνηση. Φίλος, ξένος, σύντροφος ή βωμός του Ελέου, φλυαρίες σκέτες. Και η συμπάθεια για έναν που χύνει δάκρυα και η βοήθεια σε έναν που έχει ανάγκη, παρανομία και των εθίμων καταπάτηση. Μοναχική η ζωή όπως και αυτή των λύκων. Και φίλος ένας, ο Τίμων. Και όλοι οι άλλοι εχθροί και επίβουλοι.

[43] Ακόμα και η συνομιλία με κάποιον απ᾽ αυτούς να είναι μίασμα, και μόνο το μάτι μου αν πέσει σε κανέναν τους, αποφράδα η ημέρα. Και γενικά να μην έχουν για μας καμιά διαφορά από ανδριάντες μαρμάρινους ή χάλκινους. Και μήτε κήρυκα να δεχόμαστε απ᾽ αυτούς, μήτε να κάνουμε συνθήκες. Η ερημιά να είναι το σύνορο που μας χωρίζει απ᾽ αυτούς. Και φυλή, φράτρα, δήμος και η πατρίδα η ίδια λέξεις ψυχρές και ανώφελες, φιλοδοξίες ανόητων ανθρώπων. Πλούσιος να είναι μόνο ο Τίμων, όλους να τους περιφρονεί και να καλοπερνά μόνος με τον εαυτό του, απαλλαγμένος από κολακείες και επαίνους φορτικούς. Και να θυσιάζει στους θεούς και να παρακάθεται στα συμπόσια μόνος του, γείτονας και πλησίον με τον εαυτό του, κρατώντας μακριά τους άλλους. Και να οριστεί μια φορά να χαιρετίσει τον εαυτό του, όταν είναι να πεθάνει, και να του προσφέρει στεφάνι. 

[44] Και όνομά μου γλυκύτατο ας είναι ο Μισάνθρωπος. Και γνωρίσματα του χαρακτήρα η παραξενιά, η τραχύτητα, η σκαιότητα, η οργή και η μισανθρωπία. Αν δω πάλι κανέναν μες στη φωτιά να χάνεται και να παρακαλεί να τον σώσω, εγώ με πίσσα και με λάδι να σβήσω τη φωτιά. Και αν το χειμώνα ο ποταμός παρασύρει κάποιον κι εκείνος απλώνοντας τα χέρια παρακαλεί να τον κρατήσω, εγώ σπρώχνοντάς τον να τον βουλιάζω κατακέφαλα, να μην μπορεί να ξαναβγεί επάνω. Γιατί έτσι όλοι αυτοί θα λάβουν τα ίσα. Το νόμο εισηγήθηκε Τίμων ο Εχεκρατίδης από τον Κολλυτό, τον έθεσε σε ψηφοφορία στην Εκκλησία του Δήμου ο Τίμων ο ίδιος.»

Πολύ καλά. Αυτά ας έχουμε αποφασισμένα και αντρίκεια πιστοί ας μείνουμε σε τούτα.

[45] Πάρα πολύ θα ᾽θελα ωστόσο σε όλους να γίνουν αυτά κάπως γνωστά, ότι δηλαδή είμαι ζάπλουτος. Γιατί αυτό το πράγμα θα τους γινόταν θηλιά στο λαιμό. Μα τί είναι τούτο; πω, πω τί βιασύνη!

(Καταφθάνουν οι κόλακες και πρώτος ο Γναθωνίδης, πολύ διαχυτικός).

Από παντού τρέχουν σκονισμένοι και λαχανιασμένοι, γιατί μυρίστηκαν, δεν ξέρω από πού, το χρυσάφι. Τί να κάνω λοιπόν, να ανέβω σ᾽ αυτόν το βράχο και να τους διώξω με τις πέτρες χτυπώντας τους από ψηλά ή θα είναι μεγάλη η παράβαση να τους μιλήσουμε για μια φορά και μόνο, να πικραθούν ακόμα πιο πολύ, που περιφρονούνται; Αυτό είναι νομίζω το καλύτερο. Ώστε λοιπόν ας τους υποδεχτούμε τηρώντας τη θέση μας. Για να δω, ποιός είναι αυτός ο πρώτος; Ο Γναθωνίδης ο κόλακας, που προχθές, όταν του ζήτησα μια χάρη, μου πέταξε το βρόχο και ας είχε ξεράσει πιθάρια ολόκληρα κρασί πολλές φορές στο σπίτι μου. Μα έκανε καλά και ήρθε, θα βογκήξει πριν από τους άλλους.

ΓΝΑΘΩΝΙΔΗΣ
[46] Δεν το ᾽λεγα εγώ πως οι θεοί δε θα παραμελήσουν τον Τίμωνα, έναν καλό άνθρωπο; Γεια και χαρά, Τίμων, ομορφάνθρωπε, γλυκύτατε και ανοιχτόκαρδε.

ΤΙΜΩΝ
Χαίρε και συ, Γναθωνίδη, πιο αχόρταγε απ᾽ όλους τους γύπες και πιο δόλιε απ᾽ όλους τους ανθρώπους.

ΓΝΑΘΩΝΙΔΗΣ
Πάντα σού αρέσει να περιπαίζεις. Μα πού είναι το συμπόσιο; Σου φέρνω ένα καινούριο τραγούδι, από τους διθυράμβους που τελευταία παρουσιάστηκαν.

ΤΙΜΩΝ
Πραγματικά κάτω απ᾽ αυτό το δικέλλι θα τραγουδήσεις ελεγείες με πολύ πάθος.

ΓΝΑΘΩΝΙΔΗΣ
Τί είναι αυτό; Τίμων, χτυπάς; Να είστε μάρτυρες· ω Ηρακλή, όχου όχου, θα σε καταγγείλω στον Άρειο Πάγο για τραυματισμό.

ΤΙΜΩΝ
Λίγο αν βραδύνεις, χωρίς άλλο θα κατηγορηθώ για φόνο.

ΓΝΑΘΩΝΙΔΗΣ
Όχι, όχι μα γιάτρεψε τουλάχιστον την πληγή μου, πασπαλίζοντας επάνω λίγο χρυσάφι, είναι φοβερά αιμοστατικό αυτό το φάρμακο.

ΤΙΜΩΝ
Ακόμη εδώ είσαι;

ΓΝΑΘΩΝΙΔΗΣ
Θα φύγω. Κι εσύ όμως δε θα καλοπεράσεις, που από καλός άνθρωπος τόσο σκληρός έχεις γίνει.

ΤΙΜΩΝ
[47] Ποιός είναι αυτός που καταφθάνει, ο φαλακρός; Ο Φιλιάδης, ο πιο σιχαμερός απ᾽ όλους τους κόλακες. Και αυτός πήρε από εμένα ολόκληρο χωράφι και δύο τάλαντα προίκα για την κόρη του, αμοιβή για τον έπαινο που μου έκανε, όταν κάποτε τραγούδησα και, ενώ όλοι σιωπούσαν, μόνο αυτός με παίνεψε πολύ παίρνοντας όρκο ότι είμαι μελωδικότερος και από τους κύκνους. Όταν τις προάλλες με είδε άρρωστο και πλησίασα ζητώντας βοήθεια, με έδειρε για τα καλά ο γενναίος.

ΦΙΛΙΑΔΗΣ
[48] Ω τί ντροπή! Τώρα τον ξέρετε τον Τίμωνα; Τώρα ο Γναθωνίδης φίλος και συμπότης; Λοιπόν —καλά έπαθε— έτσι αχάριστος που είναι. Ενώ εμείς οι παλιοί γνώριμοι, συνέφηβοι και συμπολίτες, μένουμε πίσω, για να μη φανούμε υπερβολικοί. Χαίρε, αφέντη. Κοίταξε πώς να φυλαχτείς απ᾽ αυτούς τους μιαρούς κόλακες, που είναι μόνο για τραπέζια και δε διαφέρουν στα άλλα από κοράκια. Δεν πρέπει να έχει κανείς εμπιστοσύνη σήμερα σε κανέναν. Όλοι είναι αχάριστοι και κακοί. Εγώ σου έφερνα ένα τάλαντο να έχεις για τις επείγουσες ανάγκες και στο δρόμο, ενώ πλησίαζα, άκουσα πως έχεις γίνει πάμπλουτος. Έχω λοιπόν έρθει να σου δώσω τούτες τις συμβουλές, αν και εσύ βέβαια είσαι τόσο σοφός και ίσως δε θα σου χρειαστούν τα λόγια τα δικά μου, γιατί και το Νέστορα θα μπορούσες να συμβουλέψεις τα πρέποντα.

ΤΙΜΩΝ
Θα γίνουν αυτά, Φιλιάδη. Μα έλα κοντά να σε περιποιηθώ κι εσένα με το δικέλλι μου.

ΦΙΛΙΑΔΗΣ
Άνθρωποι, μου τσάκισε το κρανίο ο αχάριστος, γιατί τον συμβούλεψα για τα συμφέροντά του.

ΤΙΜΩΝ
[49] Νά, έρχεται και τρίτος, ο ρήτορας Δημέας, με ψήφισμα στα χέρια και λέει ότι είναι συγγενής μας. Αυτός, ενώ από δικά μου πλήρωσε στην πόλη δεκαέξι τάλαντα εντός μιας ημέρας —είχε καταδικαστεί και τον έβαλαν φυλακή, επειδή δεν τα έδινε, κι εγώ τον λυπήθηκα και τον ελευθέρωσα— όταν προχθές κληρώθηκε να μοιράζει τα θεωρικά στην Ερεχθηίδα φυλή κι εγώ πήγα να ζητήσω το ποσό μου, είπε πως δε με ήξερε για πολίτη.

ΔΗΜΕΑΣ
[50] Χαίρε, Τίμων, η μεγάλη δόξα της γενιάς, το στήριγμα των Αθηνών, ο προμαχώνας της Ελλάδας. Συγκεντρωμένος από ώρα πολλή ο λαός και οι δύο βουλές σε περιμένουν. Πρωτύτερα όμως άκουσε το ψήφισμα, που έχω γράψει για εσένα. «Επειδή ο Τίμων ο Εχεκρατίδης από τον Κολλυτό, όχι μόνο καλός και αγαθός αλλά και σοφός όσο κανένας άλλος στην Ελλάδα, πράττει πάντα για την πόλη τα πιο σωστά και επειδή έχει νικήσει στην Ολυμπία την ίδια μέρα στην πυγμαχία και στην πάλη, στο τρέξιμο, στο άρμα και στο δίφρο τον πωλικό—»

ΤΙΜΩΝ
Μα εγώ ούτε θεατής πήγα ποτέ στην Ολυμπία.

ΔΗΜΕΑΣ
Και τί σημασία έχει; Θα πας αργότερα. Καλύτερα είναι κάτι τέτοια να προστεθούν πολλά. «Και ανδραγάθησε υπέρ της πόλεως πέρυσι στις Αχαρνές και τσάκισε δύο τμήματα Πελοποννησίων—»

ΤΙΜΩΝ
[51] Πώς; μη έχοντας όπλα ούτε στον κατάλογο γράφτηκα.

ΔΗΜΕΑΣ
Μιλάς με μετριοφροσύνη για τον εαυτό σου, αλλά εμείς θα ήμαστε αχάριστοι, αν τα ξεχνούσαμε. «Ακόμη και με ψηφίσματα και συμβουλές και στρατηγίες δεν πρόσφερε μικρές υπηρεσίες στην πόλη· για όλα αυτά ας αποφασίσει η βουλή και ο δήμος και η Ηλιαία χωριστά κατά φυλές και οι δήμοι ξεχωριστά ο καθένας, και όλοι μαζί να στήσουν χρυσό ανδριάντα του Τίμωνα δίπλα στην Αθηνά στην Ακρόπολη με κεραυνό στο δεξί χέρι και ακτίνες στο κεφάλι. Και να τον στεφανώσουν με επτά χρυσά στεφάνια και να αναγγελθούν τα στεφάνια σήμερα κατά την παράσταση νέων τραγωδιών στα Διονύσια. Πρέπει για χάρη του σήμερα να γιορταστούν τα Διονύσια. Την πρόταση έκαμε ο Δημέας ο ρήτορας, στενός συγγενής και μαθητής του. Γιατί ο Τίμων είναι άριστος ρήτορας και όλα τα άλλα όσα θα ᾽θελε να είναι.»

[52] Αυτό λοιπόν είναι το ψήφισμα για εσένα. Εγώ μάλιστα ήθελα να σου φέρω και το γιο μου, που προς τιμή σου τον έχω ονομάσει Τίμωνα.

ΤΙΜΩΝ
Πώς γίνεται, Δημέα, αφού εσύ ούτε έχεις παντρευτεί, απ᾽ όσο τουλάχιστον κι εμείς ξέρουμε;

ΔΗΜΕΑΣ
Μα θα παντρευτώ, αν δώσει ο θεός, τη χρονιά που μας έρχεται. Θα κάνω παιδί, και το παιδί που θα γεννηθεί —θα είναι βέβαια αγόρι— από τώρα το ονομάζω Τίμωνα.

ΤΙΜΩΝ
Ε, εσύ, δεν ξέρω αν θα παντρευτείς πια, ύστερα από ένα τέτοιο δικό μου χτύπημα.

ΔΗΜΕΑΣ
Αλίμονο! Τί είναι τούτο; Επιχειρείς να γίνεις τύραννος και χτυπάς τους ελεύθερους πολίτες, ενώ ούτε γνήσια ελεύθερος, ούτε πολίτης είσαι; Μα γρήγορα θα τιμωρηθείς και για τα άλλα και γιατί έβαλες φωτιά στην Ακρόπολη.

ΤΙΜΩΝ
[53] Αλλά δεν έχει καεί, άθλιε, η Ακρόπολη. Ολοφάνερο λοιπόν ότι συκοφαντείς.

ΔΗΜΕΑΣ
Αλλά έγινες πλούσιος, γιατί έσκαψες κρυφά και έφτασες στον οπισθόδομο.

ΤΙΜΩΝ
Ούτε αυτός έχει σκαφτεί, επομένως και αυτά σου απίστευτα.

ΔΗΜΕΑΣ
Θα σκαφτεί αργότερα. Εσύ όμως έχεις τώρα όλα όσα ήταν εκεί μέσα.

ΤΙΜΩΝ
Λοιπόν πάρε και άλλη.

ΔΗΜΕΑΣ
Ωχ, η πλάτη μου.

ΤΙΜΩΝ
Μη σκούζεις, γιατί θα σου κατεβάσω και τρίτη. Εξάλλου θα ήμουν εντελώς γελοίος, αν δεν τσάκιζα ένα μιαρό ανθρωπάριο, ενώ κατέσφαξα άοπλος δύο τμήματα Λακεδαιμονίων. Μάταιη θα ήταν και η νίκη μου στην πυγμαχία και στην πάλη στους Ολυμπιακούς αγώνες.

[54] Αλλά τί είναι τούτο; Δεν είναι αυτός ο Θρασυκλής ο φιλόσοφος; Σίγουρα δεν είναι άλλος. Άπλωσε λοιπόν τη γενειάδα του, ύψωσε τα φρύδια και όλος καμάρι έρχεται με βλέμμα τρομερό, τα μαλλιά ορθωμένα σαν πραγματικός Βοριάς ή Τρίτων, όπως τους ζωγράφισε ο Ζεύξης. Αυτός ο ευπρεπής στην εμφάνιση, ο κόσμιος στο βάδισμα και σοβαρός στο ντύσιμο από το πρωί αρχίζει και λέει μύρια όσα για την αρετή, κατηγορώντας εκείνους που χαίρονται την ηδονή και επαινώντας την ολιγάρκεια. Από την ώρα όμως που λούζεται και καταφθάνει στο δείπνο και ο υπηρέτης τού προσφέρει το μεγάλο κρασοπότηρο —χαίρεται πιο πολύ το ανέρωτο κρασί— θαρρείς και ήπιε το νερό της Λήθης, παρουσιάζεται τελείως αντίθετος από τις πρωινές εκείνες διδαχές του. Αρπάζει σαν περδικογέρακο μπρος από τους άλλους το φαγητό και σπρώχνει το διπλανό του, με πασαλειμμένα τα γένια και φέρσιμο σκύλου· σκύβει στις γαβάθες σαν να περιμένει να βρει μέσα σ᾽ αυτές την αρετή, σκουπίζει με το δάχτυλο καλά τις κούπες, ώστε να μην αφήσει ούτε στάλα σάλτσα. 

[55] Πάντα μεμψιμοιρεί, και αν ακόμα πάρει ολόκληρη την πίτα και το χοιρίδιο μόνος του, καύχημα της λαιμαργίας και της αχορτασιάς. Μέθυσος και έκλυτος όχι μόνο ώς το σημείο του τραγουδιού και του χορού, μα φτάνοντας και στη βρισιά και στο θυμό. Επιπλέον λέει λόγια πολλά την ώρα του πιοτού, τότε προπάντων για σωφροσύνη και ευπρέπεια. Και αυτά τα λέει, ενώ το ανέρωτο κρασί τον έχει πια καταντήσει στα χάλια του και τραυλίζει γελοία. Και έπειτα κάνει εμετό. Τέλος μερικοί τον σηκώνουν και τον βγάζουν έξω από το συμπόσιο, ενώ κρατά με τα δυο του χέρια την αυλητρίδα. Όμως και ξεμέθυστος σε κανένα δε θα παραχωρούσε τα πρωτεία της ψευτιάς, της θρασύτητας και φιλαργυρίας. Αλλά και από τους κόλακες είναι ο πρώτος και ευκολότατα επιορκεί· η απάτη πάει μπροστά του και η αναισχυντία τον ακολουθεί· γενικά είναι ένα πάνσοφο πράγμα, από κάθε πλευρά σωστό και ποικιλοτρόπως τέλειο. Θα κλάψει λοιπόν γρήγορα, και αυτός, μια και είναι χρηστός. Τί συμβαίνει; Μπα, μπα χρόνια να δούμε το Θρασυκλή.

ΘΡΑΣΥΚΛΗΣ
[56] Δεν έχω έρθει, Τίμων, για τους ίδιους λόγους που ήρθαν αυτοί οι πολλοί. Όπως έτρεξαν για παράδειγμα αυτοί που θαυμάζουν τα πλούτη σου περιμένοντας ασήμι και χρυσάφι και δείπνα πλούσια, για να πουν πολλές κολακείες σ᾽ έναν άνθρωπο, όπως εσύ, απλό και ανοιχτοχέρη. Ξέρεις βέβαια ότι το κριθαρόψωμο για εμένα είναι δείπνο αρκετό, προσφάγι νοστιμότατο το θυμάρι ή το κάρδαμο και, όταν κάποτε το ρίχνω στην τρυφή, του βάζω και λίγο αλάτι. Πιοτό μου η Εννεάκρουνος. Και αυτό το τριβώνιο καλύτερο από όποια θέλεις πορφύρα. Το χρυσάφι πάλι καθόλου πιο πολύτιμο από τα χαλίκια του γιαλού. Αλλά κουβαλήθηκα μόνο για χάρη σου, για να μη σε διαφθείρει το πιο κακό και καταστρεπτικό πράγμα, ο πλούτος, που πολλές φορές σε πολλούς στάθηκε αίτια αγιάτρευτων συμφορών. Εάν λοιπόν πειστείς σ᾽ εμένα, σίγουρα θα τον πετάξεις όλον στη θάλασσα, διότι καθόλου δεν είναι αναγκαίος για έναν άνθρωπο αγαθό, που μπορεί να καταλάβει τον πλούτο της φιλοσοφίας. Μην τον ρίξεις όμως βαθιά, καλέ μου, αλλά μόλις μπεις ώς τη μέση στο νερό, λίγο πιο πέρα από την ακτή και να σε βλέπω μόνο εγώ. 

[57] Και αν αυτό δε σου αρέσει, εσύ με άλλο τρόπο καλύτερο γρήγορα σύρε τον έξω από το σπίτι σου, χωρίς να αφήσεις για τον εαυτό σου ούτε οβολό. Μοίρασέ τον σε όλους που έχουν ανάγκη, σε άλλον πέντε δραχμές, σε άλλον μία μνα, σε άλλον μισό τάλαντο. Εάν μάλιστα κανείς είναι φιλόσοφος, είναι δίκαιο να πάρει διπλό ή τριπλό μερίδιο. Και σ᾽ εμένα —αν και δε ζητώ για τον εαυτό μου, αλλά για να δώσω σε φίλους, που έχουν ανάγκη— φτάνει να μου γεμίσεις τούτο το ταγάρι, που καλά καλά δε χωρά ούτε δύο Αιγινητικούς μεδίμνους. Πρέπει ο φιλόσοφος να είναι ολιγαρκής και μετριόφρων και να μη σκέπτεται τίποτε πέρα από το ταγάρι του.

ΤΙΜΩΝ
Σε επαινώ για τούτα, Θρασυκλή. Πριν όμως από το ταγάρι έλα, αν θέλεις, να σου γεμίσω το κεφάλι γροθιές και να σου δώσω και από πάνω άλλες με τη δικέλλα.

ΘΡΑΣΥΚΛΗΣ
Ω δημοκρατία και νόμοι, σε ελεύθερη πόλη δεχόμαστε χτυπήματα από τον καταραμένο.

ΤΙΜΩΝ
Τί αγανακτείς, καλέ μου; Μήπως σε έχω ξεγελάσει; Μα θα προσθέσω τέσσερις χοίνικες επί πλέον. Μα τί είναι αυτό; 

[58]Έρχονται πολλοί μαζί. Ο Βλεψίας εκείνος και ο Λάχης και ο Γνίφων και όλο το σύνταγμα που θα βογκήξουν. Γιατί λοιπόν να μην ανέβω σ᾽ αυτόν το βράχο και να ξεκουράσω το δικέλλι μου, που από καιρό έχει κουραστεί, και να μαζέψω ο ίδιος όσο γίνεται πιο πολλές πέτρες και να τους πετροβολήσω από μακριά;

ΒΛΕΨΙΑΣ
Μη βαράς, Τίμων. Θα φύγουμε.

ΤΙΜΩΝ
Αλλ᾽ όχι χωρίς αίματα, μήτε χωρίς τραύματα.

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Αναφορά

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=57

null

Εικόνα εξωφύλλου

Τίμων και Απήμαντος (wikiwand)

Advertisements

Ένα Σχόλιο

  1. Ο/Η Αβερράνδος λέει:

    Αυτό «…και να πάτε στο διάβολο», αποκλείεται να το είπε ο Τίμων!;-)

    Μου αρέσει!

Τα σχόλια έχουν κλείσει.