Πρωτέας

στις

«Υπάρχουνε δρόμοι μακρινότεροι από άλλους δρόμους, και όλους δεν θα μας θρέψει μια μελέτη». Τους στίχους αυτούς του Πίνδαρου τοποθέτησε ο Σικελιανός στην αρχή του περίφημου «Προλόγου» στο Λυρικό Βίο, για να τονίσει τους «πλήθιους δρόμους», από τους οποίους «κατέκτησε τη βιολογική και γνήσια σκοπιά της εσωτερικότητας, με κόπο και με μόχθο, όμως στο βάθος αναφαίρετα κι από πολύ καιρό».

Το ίδιο ισχύει και με την έρευνα. Είναι πολλοί οι τρόποι προσέγγισης ενός έργου. Από το 1951 και μετά η έρευνα έκανε πολλά και τολμηρά βήματα. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των μελετών που δημοσιεύτηκαν ολοένα μεγαλώνει. Βέβαια, οι περισσότερες μελέτες και κριτικές τομές που έχουν δημοσιευτεί ως σήμερα για το Λυρικό Βίο ασχολούνται με γενικά θέματα της ποίησής του ή με ειδικά προβλήματα ερμηνείας κυρίως των ποιημάτων του. Υπάρχει όμως ακόμη αρκετό ελεύθερο πεδίο για την έρευνα, αφού αναμφισβήτητα ο Σικελιανός αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά κεφάλαια του νεότερου ελληνισμού, τον «άρχοντα της λαλιάς μας», όπως τον χαρακτήρισε ο Γιώργος Σεφέρης, ή τον «παιδευτή και λυτρωτή μας» για τον Πρεβελάκη, τον «τελευταίο που σήκωνε στην εποχή μας το βάρος του ρόλου μιας θεότητας, χωρίς να παρουσιάζει την παραμικρή ρωγμή» κατά τον Ελύτη.

«Φοβάμαι ότι ο Σικελιανός ανήκει στους ποιητές που πήγαν αδιάβαστοι από τους επόμενους, τους μεθεπόμενους μάλλον… Ένα ποτάμι που μπορεί να σέρνει μέσα του διαμάντια μα πού να ψάχνεις…» _Παντελής Μπουκάλας, «Ο Ποιητής, ο Μυστικός και η Άμπελός του», περ. Νέα Εστία, τόμ. 150ος, τχ. 1740, Δεκέμβριος 2001, σσ. 886-892: 887)

Ήταν «ποιητής θεϊκός» ο Σικελιανός για τον Ρίτσο και «αρχάγγελος και μέγας ταγός» για τον Εμπειρίκο, που η ποίησή του «ποτέ δεν θα πεθάνει», σύμφωνα με τον Εγγονόπουλο. «Ήταν ο ποιητής ετούτος από το γένος των αϊτών· με το πρώτο τίναγμα των φτερών του έφτανε στην κορυφή», έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης, ενώ ο Χένρυ Μίλλερ συμπλήρωνε «ένας αετός που στάθηκε άξιος να ανυψωθεί πάνω από τα ψηλότερα πετάγματα των μηχανικών πουλιών του αιθέρα. Πέταξε ξανά και ξανά ίσια κατά τον ήλιο και δεν έλιωσαν τα φτερά του ούτε το πνεύμα του έσβησε».

Εισαγωγή από την διδακτορική διατριβή της Κας Ασπασίας Χασιώτη
«Το μεταφορικό σύστημα στην ποίηση του Άγγελου Σικελιανού»

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Αφορμή για την παρουσίαση αποτέλεσε η μελέτη του χαρακτήρα των Ελλήνων μέσα από το ομώνυμο έργο του καθηγητή Απ. Ε. Βακαλόπουλου και συγκεκριμένα η φράση: «Ο Έλληνας γίνεται ο Πρωτέας της εποχής μας, που αλλάζει συνεχώς μορφή, πρόσωπο και στρατόπεδο» η οποία φαίνεται να συνιστά παράδειγμα για τον συγγραφέα, εμπνευσμένο «ἀπ᾿ τὸ μύθο πανάρχαιου θαλάσσιου θεοῦ ποὺ σὲ μύρια συνάλλαζε πρόσωπα τὴν αἰώνια του Ἐλεύτερη Οὐσία».

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς

Εἴπατε:
«Ἢ θὰ κάμουμε κάτι μεγάλο, ἢ δὲ θὰ γυρίσουμε πίσω…»

Τριγύρα Σας βούιζε τὸ πέλαο, κρυμμένο ἀπ᾿ τὰ κύματα
ὡς ἀπ᾿ ἄσπρα φτερὰ ποὺ πετοῦσαν ἀπάνω του σύρριζα,
κι ὁλοένα βυθίζατε μὲς στοὺς ὀγροὺς βαθιοὺς δρόμους,
κλειστοὶ στὸ μικρό Σας καράβι,
μὲς στὴν ἄβυσσο ὅπου ἄλλοτε λέγατε
πὼς κ᾿ ἡ ἴδια τρικυμία, σὰ μητέρα,
τὴ φτερούγα της θ᾿ ἅπλωνε ἀπάνω Σας,
τί, στὰ ἴδια πλευρά του
σὰν αἰχμάλωτο ἐκράτει τὸ σκάφος τὸν ἴδιο βοριὰ
μὲς στοῦ μέσα πελάου τὴ γαλήνη·

κ᾿ ἐκεῖ,
χαλινὸ σὰ νὰ βάζατε στὰ ἴδια τὰ κύματα
ποὺ ἀπάνω μαινόντανε,
ὡριμάζατε μόνο μιὰ σκέψη,
νὰ λυτρώσετε τὴν ἅγια μας θάλασσα
ἀπ᾿ τὸ κόκκινο μάταιο πανὶ τῶν Λατίνων,
καὶ μόνο
κάτασπρη φτερούγα νὰ τρέχει,
ὡσὰ γλάρου,
σὰν ἡ ἐλεύθερη σκέψη,
σὰν ἡ πνοὴ τῆς καθάριας ἀγάπης,
τῶν Ἑλλήνων ψαράδων τ᾿ ὀλάσπρο πανὶ
στὴ μεγάλη γαλάζια ἁπλωσιά της!

K᾿ ἐκεῖ μέσα, στὰ βάθη,
ἐκεῖ μέσα
ποὺ μήτε τοῦ ψαρὰ δὲν καλάρει
τὸ δίχτυ γιὰ ψάρια,
μόνοι, ἔξω ἀπὸ χρόνο καὶ τόπο,
δίχως πιὰ στὴν ἀκοή Σας νὰ φτάνει
ἡ βοὴ τῶν κυμάτων ἢ ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου,
βαθιά, πιὸ βαθιά,
σὰ σὲ τάφο,
δίχως ὄνομα ἀπάνω κανένα ἀφημένο στῶν ἀνθρώπων τὴ μνήμη
ἄλλο ἀπ᾿ τ᾿ ὄνομα πού ῾χε ἀπὸ μύθο πανάρχαιο
τὸ ἴδιο Σας πλοῖο, ὁ «Πρωτέας»,
ἀπ᾿ τὸ μύθο πανάρχαιου θαλάσσιου θεοῦ
ποὺ σὲ μύρια συνάλλαζε πρόσωπα
τὴν αἰώνια του Ἐλεύτερη Οὐσία,

ὁλοένα,
ταξιδεύατε μέσα στὰ σκότη,
σὰ δελφίνια ποὺ ἀθώρητα τρέχουν στὴν ἄβυσσο μέσα,
ἀπ᾿ τὴν ἴδιαν ἐτούτη τὴν ἄβυσσο μία ὥρα νὰ βγεῖτε,
νικητήρια,
καὶ τότε μονάχα,
ἀντικρὺ στὸν ὀχτρό, ντροπιασμένο,
ν᾿ ἀνασάνετε πάλι τοῦ ἀπάνω τοῦ κόσμου τὸ γλυκύτατο ἀέρα,
τὸν ἀέρα ποὺ γιὰ ὅλους θὰ λυτρώνατε πλέρια!

Μὰ δὲν ἤρθατε πίσω!
Ἐκεῖ κάτου, στὰ βάθη, ποιὸς ξέρει
ἂν ὁ ἴδιος Πρωτέας δὲ Σᾶς κράτησε
στὰ κρυφά του τὰ δώματα μέσα,
μέσα στ᾿ ἅγια του δώματα,
πιὸ λαμπρὰ ἀπὸ τῆς εὔκολης δόξας τὰ τρόπαια,
μυστικὰ ριζωμένος στὴν καρδιὰ τῆς αἰωνιότητας·
τάχα ποιὸς ξέρει
ἂν ὁ ἴδιος θαλάσσιος θεὸς δὲ Σᾶς κράτησε ῥίζα,
ῥίζα κι ἄγκυρα αἰώνια τοῦ μύθου του,
πού ῾ν᾿ ὁ δικός του μαζὶ κι ὁ δικός μας·
ὅπου, ἂν ὅλα τὰ πρόσωπα ἀλλάζει
στὴ λαμπρὴν ἐπιφάνεια,
τὸ μπορεῖ
γιατὶ κλεῖ τὴν αἰώνιαν Οὐσία
ποὺ σὲ θεοὺς καὶ σ᾿ ἀνθρώπους
μηνάει σὲ περίσσιες μορφὲς ἀπ᾿ τὰ βάθη
τοῦ Κόσμου
τὴ μίαν ἱερή, μυστικὴ Ἐλευθερία!

Ὤ, καλοί μου, εἴπατ᾿ ἔτσι:
«Ἢ θὰ κάμουμε κάτι μεγάλο, ἢ δὲ θὰ γυρίσουμε πίσω!»
Καὶ κάματε κάτι, ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ νειρόσαστε
πιότερο ἀκόμα μεγάλο!
Δὲ σταθήκατε διόλου μεσόστρατα,
ἀπ᾿ τὴν ὥρα ποὺ μπήκατε μέσα
στοὺς ὀγρούς, βαθιοὺς δρόμους,
δὲ γυρέψατε ἀνάπαψη,
κι οὔτε στοχαστήκατε ἂν πρέπει νὰ γυρίσετε πίσω,
μὰ πηγαίνοντας πάντα μπροστὰ γι᾿ αὐτὸ ποὺ ῾νειρόσαστε,
τ᾿ ἄξιο, τὸ ἁγνό, τὸ μεγάλο,
λησμονήσατε ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο ἑαυτό Σας
ἀντικρὺ στὸ μεγάλο σκοπό Σας,
τώρα πιὰ πού ῾γινε ἕνα μὲ τὶς ρίζες τοῦ πελάου,
μὲ τὶς ρίζες τῶν αἰώνιων στοιχείων,
μὲ τὶς ρίζες βαθιὰ τῆς Ἑλλάδας,
μὲ τὶς ρίζες κρυφές της ψυχῆς μας!

K᾿ ἔτσι σήμερα
ὀρθὸς στ᾿ ἀκρογιάλι δὲ στέκω,
δὲ στέκει κανείς μας,
καρτερώντας τὸ κύμα νὰ φέρει ἀπὸ Σᾶς ἕνα λείψανο
ποὺ γυρεύει ταφή,
μά, κοιτώντας ἀφρισμένα τὰ κύματα
ἀπάνω νὰ ὁρμᾶνε
τό ῾να πίσω ἀπὸ τ᾿ ἄλλο
κι ἀκούοντας τὴ βουή τους,
Σᾶς βλέπουμε ἀκέριους,
κι ἀκέριους
Σᾶς ἀκοῦμε μὲς σ᾿ ὅλες τὶς μορφὲς καὶ φωνὲς τοῦ Πρωτέα,
τοῦ αἰώνιού Σας κ᾿ αἰώνιού μας Μύθου,
πανελεύτερους, ὤριους, γαλήνιους,
ἀπ᾿ τὰ βάθη τῶν βυθῶν ν᾿ ἀνεβαίνετε
πάμφωτα εἴδωλα νιότης
καί, τώρα,
νὰ ξεχύνετε μὲς στὸν ἀγέρα,
μὲ τοῦτα τὰ λόγια ἀπ᾿ τὴν ἄβυσσο μέσα,
τὴν ἄξια ψυχή Σας:

«Ἐδῶ μένουμε τώρα,
αἰώνιοι φρουροὶ μὲς στοῦ μέσα πελάου τὴ γαλήνη,
κ᾿ ἐδῶ πιά, χαλινοὺς σὰ νὰ βάζουμε στὰ ἴδια τὰ κύματα
ποὺ μαίνονται ἀπάνω,
θὰ ὡριμάζουμε πάντα μία σκέψη
λυτρωμοῦ γιὰ τὴν ἅγια μας θάλασσα
ἀπ᾿ τὸ κόκκινο μάταιο πανὶ τῶν Λατίνων,

»γιὰ νὰ τρέχει μεθαύριο, σὰν ἡ ὀλάσπρη φτερούγα τοῦ γλάρου,
σὰν ἡ πάναγνη ἀνθρώπινη σκέψη,
σὰν ἡ πνοὴ τῆς καθάριας ἀγάπης,
τῶν φτωχῶν τῶν ψαράδων Ἑλλήνων
ἐλεύτερο τὸ ἄσπρο πανὶ
στὴν αἰώνια γαλάζια ἁπλωσιά της!»

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, E´, Ἴκαρος 1968)

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

 

Διαδικτυακές αναφορές

Ἄγγελος Σικελιανός
Πρωτέας

‹σύνδεσμος ΕΚΠΑ

 

Διδακτορική διατριβή 
«Το μεταφορικό σύστημα στην ποίηση του Άγγελου Σικελιανού»
Ασπασία Χασιώτη
ηλεκτρονικό αρχείο

 

Advertisements