Περί κωμικού εν γένει

στις

Henri Bergson
Δοκίμιο για την σημασία του κωμικού

Μετάφραση-επιμέλεια: Πυθεύς

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Τι σημαίνει το γέλιο; Τι υπάρχει στο βάθος του αστείου; Τι κοινό μπορούμε να βρούμε στο μορφασμό ενός γελωτοποιού, σ᾽ ένα λογοπαίγνιο, σε μια αμφίλογη παρωδία και μια έξοχη ηθογραφική κωμωδία; Ποιά μέθοδος απόσταξης θα μας δίνει την ίδια πάντα ουσία, από την οποία τόσα διαφορετικά προϊόντα δανείζονται είτε την ενοχλητική τους οσμή είτε το ντελικάτο άρωμά τους; Από την εποχή του Αριστοτέλη, οι μεγαλύτεροι στοχαστές καταπιάστηκαν με το μικρό αυτό πρόβλημα που έχει την ικανότητα να περιπλέκει κάθε προσπάθεια, να ξεγλιστρά και να δραπετεύει μόνο και μόνο για να εμφανιστεί ξανά, μια θρασύτατη πρόκληση πάνω από τον φιλοσοφικό στοχασμό.

Εξήγηση για το γεγονός της δικής μας προσέγγισης στο ζήτημα παρέχει η επιδίωξη να μην περικλείσουμε την φαντασία του κωμικού σ᾽ έναν ορισμό. Προπάντων τη θεωρούμε όπως κάτι ζωντανό. Όσο επιφανειακή κι αν είναι, θα της συμπεριφερθούμε με το σεβασμό που αρμόζει στη ζωή. Θ᾽ αρκεστούμε να τη βλέπουμε να μεγαλώνει και ν᾽ανθίζει. Με αδιόρατες διαστρωματώσεις να περνά από τη μια μορφή στην άλλη, επιτυγχάνοντας τις πιο παράξενες μεταμορφώσεις μπροστά στα μάτια μας. Δεν θα περιφρονήσουμε τίποτε από τα όσα θα δούμε. Ίσως κερδίσουμε από τούτη την παρατεταμένη επαφή κάτι πιο ευέλικτο από ένα θεωρητικό ορισμό —μια πρακτική και στενή γνωριμία, όπως αυτή που γεννιέται από μια μακρά συντροφικότητα. Κι ίσως κιόλας να βρούμε, άθελά μας, ότι έχουμε κάνει μια χρήσιμη γνωριμία, αφού ακόμα και στις πιο ξέφρενες εκκεντρικότητές της η κωμική φαντασία διαθέτει δική της λογική. Είναι μεθοδική μέσα στην τρέλα της. Ονειρεύεται, το παραδέχομαι, αλλά επικαλείται οράματα που γίνονται αμέσως αποδεκτά και κατανοητά από μια ολόκληρη κοινωνία. Πώς λοιπόν θα ήταν δυνατόν να μη καταφέρει να φωτίσει για ᾽μας τον τρόπο που λειτουργεί η φαντασία του ανθρώπου και ειδικότερα η κοινωνική, η συλλογική και η λαϊκή φαντασία; Γέννημα-θρέμμα της πραγματικής ζωής και συγγενής με την τέχνη, πώς θα ήταν δυνατόν να μην έχει κι αυτή δικό της αφήγημα για την τέχνη και τη ζωή;

Αρχικά θα παρουσιάσουμε τρεις παρατηρήσεις τις οποίες θεωρούμε θεμελιώδεις. Έχουν λιγότερη συνάφεια με το κωμικό καθαυτό από ότι με το πεδίο μέσα στο οποίο πρέπει να το αναζητήσουμε.

Κεφάλαιο Ι

Το πρώτο σημείο το οποίο χρήζει προσοχής είναι ότι δεν υπάρχει κωμικό έξω από το αυστηρά ανθρώπινο. Ένα τοπίο θα είναι πιθανόν ωραίο, γοητευτικό και υπέροχο ή ανάξιο λόγου και άσχημο· δεν θα είναι ποτέ γελοίο. Θα γελάσουμε μ᾽ ένα ζώο, αλλά επειδή το συλλάβαμε σε ανθρώπινη στάση ή με ανθρώπινη έκφραση. Θα γελάσουμε μ᾽ ένα καπέλο· μα αυτό που περιγελάμε τότε δεν είναι ο κετσές ή η ψάθα, αλλά η μορφή που τους έχουν δώσει οι άνθρωποι, η ανθρώπινη ιδιοτροπία της οποίας το καλούπι προϋποτίθεται. Είναι παράξενο πώς ένα γεγονός τόσο σημαντικό και συνάμα τόσο απλό δεν έχει τραβήξει σε μεγαλύτερο βαθμό την προσοχή των φιλοσόφων. Πολλοί έχουν ορίσει τον άνθρωπο ως «ζώο που γελά». Θα μπορούσαν εξίσου να τον ορίσουν ως το ζώο που προκαλεί το γέλιο· διότι, αν ένα άλλο ζώο ή άψυχο αντικείμενο κατορθώνει να προκαλεί το γέλιο, το κάνει μέσα από την ομοιότητά του με τον άνθρωπο, με το σημάδι με το οποίο το σφραγίζει ή με τη χρήση που του κάνει ο άνθρωπος.

Ας επισημάνουμε τώρα, σαν σύμπτωμα όχι λιγότερο αξιοπαρατήρητο, την αναισθησία που συνοδεύει κατά κανόνα το γέλιο. Το κωμικό φαίνεται να μη μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση παρά μόνο, ας πούμε, αν ακουμπήσει στην επιφάνεια μιας ψυχής απόλυτα ήρεμης και γαλήνιας. Η αδιαφορία είναι το φυσικό του περιβάλλον, γιατί το γέλιο δεν έχει μεγαλύτερο εχθρό απ᾽ το συναίσθημα. Δεν εννοώ ότι θα μας ήταν αδύνατον να γελάσουμε μ᾽ ένα πρόσωπο που μας εμπνέει οίκτο, λόγου χάρη, ή ακόμα και στοργή, αλλά μόνο ότι τότε θα πρέπει, για λίγο, να παραμερίσουμε αυτή τη στοργή και να φιμώσουμε τον οίκτο μας. Σε μια κοινωνία αμιγούς νοημοσύνης πιθανότατα θα στέρευαν τα δάκρυα, παρότι ίσως υπήρχε ακόμα γέλιο· δεδομένου ότι ψυχές, ιδιαίτερα ευαίσθητες, σε αρμονία και ομόνοια με τη ζωή, στις οποίες το κάθε συμβάν θα παρατεινόταν από συναισθηματικές αντηχήσεις, δεν θα γνώριζαν ούτε θα καταλάβαιναν το γέλιο. Δοκιμάστε για μια στιγμή να ενδιαφερθείτε για όλα όσα λέγονται και γίνονται· ενεργήστε, με το νου σας, πλάι σ᾽ αυτούς που ενεργούν και νιώστε μαζί μ᾽ αυτούς που νιώθουν· με λίγα λόγια αφήστε τη συμπόνια σας να πλατιάσει όσο μπορεί: σαν να τ᾽ άγγιξε μαγικό ραβδί, θα δείτε τα πιο ανάρια αντικείμενα ν᾽ αποκτούν βάρος και τα πάντα να παίρνουν μουντή απόχρωση. Τώρα παραμερίστε, δείτε τη ζωή σαν αδιάφορος θεατής: πολλά δράματα θα μετατραπούν σε κωμωδία. Αρκεί να κλείσουμε τ᾽αυτιά στη μουσική μέσα σε μια αίθουσα που χορεύουν άνθρωποι, για να μας φανούν αμέσως γελοίοι οι χορευτές. Πόσες ανθρώπινες πράξεις θα άντεχαν μια τέτοια δοκιμασία; Μήπως δεν θα βλέπαμε πολλές απ᾽ αυτές να μετατρέπονται αμέσως από σοβαρές σε ευτράπελες, αν τις απογυμνώναμε από την συναισθηματική τους επένδυση; Το κωμικό λοιπόν, για να παράξει το σύνολο των αποτελεσμάτων του, απαιτεί κάτι σαν στιγμιαία αναισθησία της καρδιάς. Απευθύνεται στην απλή και καθαρή νόηση.

Αποτέλεσμα εικόνας για laugh ancient theatre

Ωστόσο, η νόηση αυτή οφείλει να διατηρεί πάντοτε επαφή με άλλες νοήσεις. Κι εδώ βρίσκεται το τρίτο γεγονός το οποίο θα πρέπει να προσέξουμε. Δύσκολα θ᾽ απολαμβάναμε το κωμικό αν νιώθαμε απομονωμένοι. Το γέλιο φαίνεται να έχει ανάγκη κάποιον αντίλαλο. Ακούστε προσεκτικά: δεν είναι σαφής, καθαρός και καλά καθορισμένος ήχος· είναι κάτι πρόθυμο να παραταθεί αντηχώντας από τον έναν στον άλλον, κάτι που αρχίζει με λάμψη και συνεχίζεται με διαδοχικούς κρότους, όπως η βροντή στο βουνό. Μολαταύτα η αντήχηση αυτή δεν πρέπει να συνεχίζεται επ᾽ άπειρον. Μπορεί να ταξιδεύει μέσα σ᾽ έναν κύκλο όσο θέλουμε πλατύ: ο κύκλος όμως είναι κλειστός. Το γέλιο μας είναι πάντα το γέλιο μιας ομάδας. Σας έχει πιθανόν συμβεί, σ᾽ ένα βαγόνι τρένου ή σ᾽ ένα «τραπέζι του οικοδεσπότη» (table d’hôte) ν᾽ ακούτε ταξιδιώτες να διηγούνται μεταξύ τους ιστορίες που θα πρέπει να ήσαν κωμικές γι᾽ αυτούς, αφού τους έκαναν να γελούν με την καρδιά τους. Θα γελούσατε σαν κι αυτούς αν ήσασταν στη συντροφιά τους· αλλά αφού δεν είστε, δεν έχετε καμία επιθυμία να γελάσετε. Ένας άνθρωπος που ρωτήθηκε κάποτε γιατί δεν έκλαιγε σ᾽ ένα κήρυγμα, το οποίο είχε συγκινήσει όλους τους υπόλοιπους, αποκρίθηκε: «Δεν ανήκω σ᾽ αυτή την ενορία». Ό,τι σκέφτηκε ο άνθρωπος αυτός για τα δάκρυα θ᾽ αλήθευε ακόμα περισσότερο για το γέλιο. Όσο πηγαίο κι αν φαντάζει, το γέλιο πάντοτε υποδηλώνει ελευθεροτεκτονισμό, σχεδόν συνενοχή θα έλεγα, με άλλους πραγματικούς ή κατά φαντασίαν γελώντες. Πόσες φορές δεν έχει ειπωθεί ότι όσο πιο γεμάτο είναι το θέατρο τόσο πιο ασυγκράτητο είναι το γέλιο των θεατών; Από την άλλη μεριά πόσες φορές δεν έχει γίνει η επισήμανση ότι πολλά κωμικά στοιχεία είναι αμετάφραστα από τη μια γλώσσα στην άλλη διότι αναφέρονται στα έθιμα και τις ιδέες μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας! Η άγνοια της σπουδαιότητας αυτών των δύο γεγονότων είναι υπεύθυνη για την θεώρηση του κωμικού σαν κάτι αξιοπερίεργο στο οποίο ο νους απαντά την διασκέδαση και του γέλιου σαν ξένο μεμονωμένο συμβάν άσχετο με τις υπόλοιπες ανθρώπινες δραστηριότητες. Συνεπώς εκείνοι οι ορισμοί που τείνουν να μετατρέπουν το κωμικό σε αφηρημένη σχέση μεταξύ ιδεών: «διανοητική αντίθεση», «αισθητό παραλογισμό» κλπ. —ορισμοί οι οποίοι, ακόμα και αν ταίριαζαν πραγματικά σ᾽ όλες τις μορφές του κωμικού— δεν θα εξηγούσαν ούτε στο ελάχιστο γιατί το κωμικό μας κάνει και γελάμε. Πράγματι, πώς μπορεί να προκύπτει ότι αυτή η συγκεκριμένη λογική σχέση, με το που θα γίνει αντιληπτή, συστέλλει, εκτείνει και ταρακουνά τα σωθικά μας, ενώ όλες οι άλλες αφήνουν το κορμί αδιάφορο; Δεν πρέπει να προσεγγίσουμε το πρόβλημα απ᾽ αυτή την πλευρά. Για να καταλάβουμε το γέλιο, πρέπει να το επιστρέψουμε στο φυσικό του περιβάλλον, που είναι η κοινωνία και προπάντων να καθορίσουμε το όφελος της λειτουργίας του, το οποίο είναι κοινωνικό. Τέτοια θα είναι, ας το πούμε προκαταβολικά, η κατευθυντήρια ιδέα όλων των ερευνών μας. Το γέλιο οφείλει ν᾽ ανταποκρίνεται σε ορισμένες απαιτήσεις της ομαδικής ζωής. Πρέπει να έχει κοινωνική σημασία.

Σχετική εικόνα

Ας σημειώσουμε με σαφήνεια το σημείο στο οποίο συγκλίνουν οι τρείς προκαταρκτικές παρατηρήσεις μας. Το κωμικό φαίνεται ότι θα προκύψει οποτεδήποτε άνθρωποι μιας ομάδας εστιάσουν την προσοχή τους σε κάποιο από τα μέλη της, επιβάλλοντας σιγή στα συναισθήματά τους και απασχολώντας μονάχα τη νόησή τους. Τι λογής είναι, τώρα, το ιδιαίτερο σημείο στο οποίο θα πρέπει να κατευθύνουν την προσοχή τους και ποιά θα είναι εδώ η λειτουργία της νοημοσύνης; Η απάντηση στις παραπάνω ερωτήσεις θα μας φέρει μεμιάς σε κοντινότερη επαφή με το προβλημα. Αλλά στο σημείο αυτό μερικά παραδείγματα έχουν γίνει απαραίτητα.

Ένας άνθρωπος τρέχει στο δρόμο, σκοντάφτει και πέφτει· οι περαστικοί ξεσπούν σε γέλια. Φαντάζομαι δεν θα γελούσαν αν υπέθεταν ότι ξαφνικά κυριεύτηκε από ξαφνική ιδιοτροπία να καθίσει κάτω. Γελούν γιατί σωριάστηκε άθελά του.

Επομένως, δεν είναι η απότομη αλλαγή της στάσης του που προκαλεί το γέλιο, αλλά μάλλον το στοιχείο του ακούσιου σ᾽ αυτή την αλλαγή —η αδεξιότητά του, στην πραγματικότητα. Ίσως υπήρχε μια πέτρα στο δρόμο. Θα έπρεπε να είχε μεταβάλλει τον ρυθμό του ή να είχε αποφύγει το εμπόδιο. Αντ᾽ αυτού, από έλλειψη ευελιξίας, από αφηρημάδα και κάποιο είδος σωματικού πείσματος, στην πραγματικότητα αποτέλεσμα ακαμψίας ή ορμής, οι μυώνες του εξακολούθησαν να εκτελούν την προηγούμενη κίνησή τους όταν οι περιστάσεις αξίωναν κάτι άλλο. Αυτή είναι η αιτία της πτώσης του ανθρώπου καθώς και του γέλιου των περαστικών.

Δείτε τώρα την περίπτωση ενός ανθρώπου που εκτελεί τις μικροασχολίες της καθημερινής του ζωής του με μαθηματική ακρίβεια. Τα αντικείμενα που τον περιτριγυρίζουν, ωστόσο, έχουν ανακατευθεί από κάποιον σκανδαλιάρη πλακατζή με αποτέλεσμα όταν βουτά την πένα του στο μελανοδοχείο να την τραβά γεμάτη λάσπες, όταν θελήσει να κάτσει σε μια γερή καρέκλα να σωριάζεται στο πάτωμα, κοντολογίς οι ενέργειές του φέρνουν τα πάνω κάτω ή απλά πέφτουν στο κενό, ενόσω σε κάθε περίπτωση το φαινόμενο οφείλεται σταθερά στη φόρα. Η συνήθεια έδωσε την ώθηση: το επιθυμητό ήταν να ελέγξει την κίνηση ή να την εμποδίσει. Αυτός δεν έκανε τίποτα τέτοιο, αλλά συνέχισε μηχανικά στην ίδια ευθεία γραμμή. Τότε το θύμα της φάρσας βρίσκεται σε θέση παρόμοια με του ανθρώπου που τρέχει και πέφτει· είναι κωμικός για τον ίδιο λόγο. Το αστείο και στις δύο περιπτώσεις φτιάχνεται από μια ορισμένη μηχανική ακαμψία, εκεί ακριβώς που θα περίμενε κανείς την αφυπνισμένη προσαρμοστικότητα και την δυναμική ευελιξία μιας ανθρώπινης ύπαρξης. Η μοναδική διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι ότι στην πρώτη δημιουργείται από μόνο του, ενώ στη δεύτερη προκαλείται τεχνητά. Στο πρώτο περιστατικό ο διαβάτης δεν κάνει κάτι άλλο από το να παρακολουθεί, ενώ στο δεύτερο παρεμβαίνει ο σκανταλιάρης πλακατζής.

Παρόλα αυτά και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα καθορίζεται από μια εξωτερική περίσταση. Ως εκ τούτου το κωμικό είναι συμβατικό· παραμένει, τρόπον τινά, σε επιφανειακή επαφή με το άτομο. Πώς γίνεται διεισδυτικό; Οι απαραίτητες συνθήκες διαμορφώνονται όταν η μηχανική ακαμψία δεν έχει πια ανάγκη, για ν᾽ αποκαλυφθεί, ένα πρόσκομμα τοποθετημένο στο δρόμο της είτε από τον κίνδυνο των περιστάσεων είτε από την κατεργαριά του ανθρώπου, αλλά αντλεί από τα βάθη της με φυσικές διεργασίες ανεξάντλητη ακολουθία ευκαιριών για να εξωτερικεύσει την παρουσία της. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι φανταζόμαστε ένα μυαλό που σκέφτεται πάντα ό,τι μόλις έκανε και ποτέ ό,τι κάνει, σαν τραγούδι όπου τα λόγια υστερούν σε σχέση με τη μουσική. Ας προσπαθήσουμε να απεικονίσουμε στον εαυτό μας μια εγγενή ανελαστικότητα αμφότερων των αισθήσεων και της νοημοσύνης, η οποία προσπερνά ότι εξακολουθούμε να βλέπουμε αυτό που δεν είναι πλέον ορατό, ότι ακούμε κάτι που δεν δεν είναι πλέον ακουστό, ότι μιλάμε για κάτι που δεν είναι πια στο προκείμενο: κοντολογίς, επικροτεί την προσαρμογή του εαυτού μας σε μια παρελθούσα και ως εκ τούτου φανταστική κατάσταση, ενώ θα έπρεπε να διαμορφώνουμε την συμπεριφορά μας σύμφωνα με την εκάστοτε παρούσα πραγματικότητα. Τούτη τη φορά το κωμικό θα κατοικήσει μέσα στο πρόσωπο· το πρόσωπο θα το εφοδιάσει με τα πάντα —ύλη και μορφή, αίτιο και δυνατότητα. Είναι λοιπόν ν᾽ απορεί κανείς λοιπόν με το ότι ο αφηρημένος —γιατί αυτόν ακριβώς τον χαρακτήρα περιγράψαμε— έχει συχνά πυροδοτήσει την έμπνευση των κωμωδιογράφων; Όταν ο Λαμπριγιέρ (Jean de La Bruyère 1645-1696) συνάντησε στο δρόμο του αυτόν τον τύπο, κατάλαβε, αναλύοντάς τον, ότι είχε στα χέρια του συνταγή μαζικής παραγωγής διασκεδαστικών αποτελεσμάτων. Για την ακρίβεια το παράκανε και μας παρέδωσε μια υπερβολικά εκτενή και λεπτομερή περιγραφή του Μέναλκου, εμμένοντας στον χαρακτήρα, υπεραναλύοντας και μακρηγορώντας πέρα από κάθε μέτρο. Η ίδια η ευκολία του θέματος τον γοήτευε. Πράγματι, η αφηρημάδα πιθανόν δεν είναι καθαυτή η πηγή του κωμικού, αλλά οπωσδήποτε είναι παρακείμενη ενός ορισμένου ρεύματος γεγονότων και φαντασιώσεων που αναβλύζει από την πηγή. Βρίσκεται, ας πούμε, σε μια από τις μεγάλες φυσικές λεκάνες απορροής του γέλιου.

https://i2.wp.com/womensvoicesforchange.org/wp-content/uploads/2013/11/4184208236_bb9fd6730b_b.jpg

Τώρα, το αποτέλεσμα της αφηρημάδας από την πλευρά του, μπορεί να ενισχυθεί. Υπάρχει ένας καθολικός νόμος το πρώτο παράδειγμα του οποίου μόλις συναντήσαμε και τον οποίο θα διατυπώσουμε με τους παρακάτω όρους: όταν ένα ορισμένο κωμικό αποτέλεσμα απορρέει από μια συγκεκριμένη αιτία, όσο πιο φυσική θεωρούμε την αιτία αυτή, τόσο πιο κωμικό θα βρούμε το αποτέλεσμα. Ακόμα και τώρα γελάμε με την αφηρημάδα, όταν μας παρουσιάζεται απλά σαν γεγονός. Πιο αστεία θα είναι η αφηρημάδα που θα δούμε να ξεπετάγεται και να μεγαλώνει μπροστά στα μάτια μας, με τις καταβολές της οποίας είμαστε εξοικοιωμένοι και της οποίας την εξέλιξη μπορούμε να αναπαραστήσουμε. Επιλέγοντας ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος έχει πάρει να διαβάσει τίποτε άλλο από ειδύλλια, ρομάντζα και ιπποτισμούς. Μαγνητισμένος και σαγηνευμένος από τους ήρωές του, οι σκέψεις και οι προθέσεις του στρέφονται βαθμιαία προς αυτούς ωσότου μια ωραία μέρα τον βρίσκουμε να κυκλοφορεί ανάμεσά μας σαν υπνοβάτης. Οι πράξεις του είναι αποδιοργανωμένες. Μόνο που όλοι αυτοί οι περισπασμοί μπορούν να εντοπισθούν με μια ορισμένη, θετική αιτία. Δεν είναι πια απλές περιπτώσεις καθαρής απουσίας του νου· εξηγούνται με την παρουσία του ανθρώπου αυτού σ᾽ ένα σαφώς ορισμένο, καίτοι φανταστικό περιβάλλον. Αναμφισβήτητα, η πτώση είναι πάντα πτώση, αλλά άλλο να πέφτεις σ᾽ ένα πηγάδι επειδή κοίταζες αφηρημένος αλλού και άλλο να πέφτεις επειδή ατένιζες ένα αστέρι. Ήταν σίγουρα αστέρι αυτό που κοίταζε ο Δον Κιχώτης. Τι βαθύ που είναι το κωμικό στοιχείο στον υπερ-ρομαντικό, ουτοπικό νου! Κι ακόμη, αν επανεισάγουμε την ιδέα της αφηρημάδας, η οποία λειτουργεί σαν ενδιάμεσος, θα δούμε αυτό το βαθύ κωμικό στοιχείο να συνδέεται με το πιο επιφανειακό είδος. Ναι, πράγματι, αυτοί οι φαντασιόπληκτοι ξέφρενοι θιασώτες, αυτοί οι τρελοί οι οποίοι όλως περιέργως είναι τόσο λογικοί, ξυπνούν το γέλιο μας αγγίζοντας τις ίδιες χορδές, ενεργοποιώντας τον ίδιο εσωτερικό μηχανισμό, όπως κάνει το θύμα μιας φάρσας ή ο περαστικός που παραπατά στο δρόμο. Είναι κι αυτοί δρομείς που πέφτουν και αφελείς ψυχές που εξαπατήθηκαν —δρομείς κυνηγοί του ιδανικού οι οποίοι σκοντάφτουν στις πραγματικότητες, αθώοι ονειροπόλοι τους οποίους η ζωή χαίρεται να παραμονεύει. Αλλά, πάνω απ᾽ όλα, είναι μάστορες στην αφηρημάδα, μεγάλοι αφηρημένοι, με την υπεροχή τους σε σχέση με τους άλλους να έγκειται στο ότι η αφηρημάδα τους είναι συστηματική, οργανωμένη γύρω από μια κεντρική ιδέα και ότι τα παθήματά τους είναι κι αυτά απόλυτα συναφή, χάρη στην αμείλικτη λογική την οποία η πραγματικότητα χρησιμοποιεί για την διόρθωση των ονείρων, έτσι ώστε εξάπτουν σ᾽ εκείνους που βρίσκονται ολόγυρά τους, με μια ακολουθία σωρευτικών αποτελεσμάτων, ευθυμία ικανή να επεκταθεί απεριόριστα.

Ας κάνουμε τώρα ένα βήμα παραπέρα. Δεν έχουν ορισμένα ελαττώματα την ίδια σχέση με τον χαρακτήρα όπως έχει η ακαμψία μιας έμμονης ιδέας με την διάνοια; Είτε σαν ηθική ιδιοτροπία είτε σαν διεστραμμένη στρέβλωση που παραδίνεται στη θέληση, το ελάττωμα συχνά έχει την όψη μιας καμπυλότητας της ψυχής. Αναμφίβολα υπάρχουν ελαττώματα μέσα στα οποία η ψυχή βουτάει βαθιά με όλη τη εγκυμονούσα δυναμική της που την αναζωογονεί και παρασύρεται μαζί της, σ᾽ έναν συνεχιζόμενο κύκλο μεταμορφώσεων. Αυτά είναι τραγικά ελαττώματα. Απεναντίας, το ελάττωμα που είναι ικανό να μας κάνει κωμικούς είναι εκείνο που έρχεται απ᾽ έξω, σαν έτοιμο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα βαδίσουμε. Μας προσδίδει την δική του ακαμψία αντί να δανειστεί την ευελιξία μας. Δεν το καθιστούμε πιο περίπλοκο· απεναντίας, αυτό μας απλουστεύει. Εδώ, όπως θα δούμε στο συμπερασματικό μέρος αυτής της μελέτης, βρίσκεται η ουσιώδης διαφορά μεταξύ κωμωδίας και δράματος. Ένα δράμα, ακόμα κι όταν σκιαγραφεί πάθη ή ελαττώματα που έχουν όνομα, τα ενσωματώνει τόσο ολοκληρωτικά στο πρόσωπο ώστε τα ονόματά τους λησμονούνται, τα γενικά τους χαρακτηριστικά απαλείφονται και δεν σκεφτόμαστε καθόλου αυτά, αλλά το πρόσωπο με το οποίο αφομοιώθηκαν· γι᾽ αυτό και ο τίτλος ενός δράματος σπανίως μπορεί να είναι κάτι πέρα από ένα κύριο όνομα. Από την άλλη μεριά, πολλές κωμωδίες φέρουν για τίτλο τους κοινό όνομα: ο φιλάργυρος, ο παίκτης κλπ. Αν σας ζητήσω να φανταστείτε ένα θεατρικό έργο που θα μπορούσε να ονομαστεί ο ζηλιάρης, λόγου χάρη, θα δείτε ότι στο μυαλό σας θα έρθουν ο Σγαναρέλος (Ο κατά φαντασία κερατάς, Μολιέρος 1660) ή ο Ζορζ Νταντέν (Ο αμήχανος σύζυγος, Μολιέρος 1668), αλλά όχι ο Οθέλλος (Σαίξπηρ 1622): γιατί ο ζηλιάρης μπορεί να είναι τίτλος μόνο κωμωδίας. Ο λόγος είναι ότι, αν και στενά συνδεδεμένο ελάττωμα, όταν το κωμικό έχει σχέση με ανθρώπους, παραμένει ο κεντρικός χαρακτήρας, παρών μολονότι αόρατος, στον οποίο προσδένονται οι χαρακτήρες με σάρκα και οστά πάνω στη σκηνή. Μερικές φορές το απολαμβάνει να τους παρασύρει με το βάρος του και να τους κάνει να μοιράζονται τα κατρακυλήματά του. Πιο συχνά ωστόσο, παίζει μαζί τους σαν να είναι όργανα ή κινεί τα νήματα σαν να ήταν μαριονέτες. Κοιτάξτε προσεκτικά: θα δείτε ότι η τέχνη του κωμικού ποιητή είναι στο να μας εξοικειώσει τόσο καλά με το συγκεκριμένο ελάττωμα, παρουσιάζοντας σε ᾽μας, τους θεατές, έναν τέτοιο βαθμό οικειότητας με αυτό που στο τέλος θα βρεθούμε να κρατάμε κάποια από τα νήματα της μαριονέτας με την οποία παίζει και στην πραγματικότητα να τα χειριζόμαστε εμείς· αυτό είναι που εξηγεί μέρος της ευχαρίστησης που αισθανόμαστε. Κι εδώ επίσης είναι πράγματι ένα είδος αυτοματισμού που μας κάνει να γελάμε —αυτοματισμός, όπως έχουμε ήδη παρατηρήσει, πολύ κοντά με την απλή αφηρημάδα. Για να το αντιληφθούμε πληρέστερα, χρειάζεται μόνο να αναγνωρισθεί ότι ένας κωμικός χαρακτήρας είναι γενικά κωμικός, σε αναλογία με την άγνοια που έχει για τον εαυτό του. Το κωμικό άτομο είναι ασυνείδητο. Όπως αν φορούσε το δαχτυλίδι του Γύγη με αντίστροφο αποτέλεσμα, γίνεται αόρατος στον εαυτό του ενώ παραμένει ορατός σε όλο τον κόσμο. Ένας χαρακτήρας σε μια τραγωδία δεν θ᾽ αλλάξει τίποτε στη συμπεριφορά του επειδή θα γνωρίζει πώς θα κριθεί από εμάς· μπορεί να επιμείνει σ᾽ αυτήν, ακόμα κι έχοντας πλήρη συναίσθηση του τι είναι και νιώθοντας έντονα τον τρόμο που μας εμπνέει. Αλλά ένα κωμικό ελάττωμα, από τη στιγμή που αισθάνεται τον εαυτό του αστείο, επιδιώκει να τροποποιηθεί ή τουλάχιστον να φαίνεται ότι το έκανε. Αν ο Αρπαγκόν (Ο Φιλάργυρος, Μολιέρος 1668) μας έβλεπε να γελάμε με τη φιλαργυρία του, δεν λέω ότι θα την ξεφορτωνότανε, αλλά είτε θα μας την έδειχνε λιγότερο ή θα μας την έδειχνε διαφορετικά. Πράγματι, κυρίως με αυτή την έννοια το γέλιο «διαμορφώνει τα ήθη». Μας κάνει να προσπαθήσουμε αμέσως να φανούμε όπως θα έπρεπε να φαινόμαστε, αυτό που κάποια μέρα ίσως καταλήξουμε να είμαστε.

https://i2.wp.com/fineartamerica.com/images-medium/the-laugh-of-a-clown-dan-earle.jpg

Περιττεύει να προχωρήσουμε πιο μακριά την ανάλυση αυτή. Από τον δρομέα που πέφτει μέχρι τον αφελή που τον εξαπατούν, από την εξαπάτηση μέχρι την αφηρημάδα, από την αφηρημάδα μέχρι τον ξέφρενο ενθουσιασμό, από τον ξέφρενο ενθουσιασμό μέχρι τις διάφορες στρεβλώσεις της βούλησης και του χαρακτήρα, παρακολουθήσαμε την πρόοδο με την οποία το κωμικό εγκαθίσταται ολοένα και πιο βαθιά μέσα στο πρόσωπο, δίχως ωστόσο να παύει να μας υπενθυμίζει, στις πιο λεπτοφυείς εκδηλώσεις του, μερικά ίχνη από τα όσα αντιληφθήκαμε στις πιο αδρές μορφές του, αποτέλεσμα αυτοματισμού και ακαμψίας. Μπορούμε τώρα ν᾽ αποκτήσουμε μια πρώτη εικόνα, μακρινή αλήθεια είναι και προς το παρόν θολή και συγκεχυμένη, της κωμικής πλευράς της ανθρώπινης φύσης και της τυπικής λειτουργίας του γέλιου.

Αυτό που η ζωή και η κοινωνία απαιτούν από τον καθένα μας είναι μια αδιάλειπτα άγρυπνη προσοχή που διακρίνει τα περιγράμματα της παρούσας κατάστασης, σε συνδυασμό με κάποια ελαστικότητα σώματος και πνεύματος, επιτρέποντάς μας να προσαρμοστούμε κατά συνέπεια. Ένταση και ελαστικότητα, είναι δυο δυνάμεις αμοιβαία συμπληρωματικές τις οποίες βάζει στο παιχνίδι η ζωή. Αν αυτές οι δύο δυνάμεις λείπουν από το σώμα, σε κάθε υπολογίσιμο βαθμό, έχουμε αρρώστια, αναπηρία και ατυχήματα κάθε είδους. Αν λείπουν στο πνεύμα, συναντάμε κάθε βαθμό νοητικής ανεπάρκειας, κάθε ποικιλία παράνοιας. Τέλος, αν λείπουν από τον χαρακτήρα, έχουμε κρούσματα σοβαρής αδυναμίας προσαρμογής στην κοινωνική ζωή, τα οποία είναι πηγές μιζέριας και ενίοτε αίτια εγκλήματος. Εφόσον αυτά τα στοιχεία κατωτερότητας που αφορούν στη σοβαρή πλευρά της ύπαρξης —και τείνουν να εξαλείφονται από μόνα τους μέσα σ᾽ αυτό που ονομάζεται αγώνας για τη ζωή― το άτομο μπορεί να ζει και αυτό από κοινού με άλλα πρόσωπα. Αλλά η κοινωνία απαιτεί κάτι περισσότερο· δεν αρκείται στο ζην, διεκδικεί το ευ ζην. Αυτό που πρέπει να φοβίζει τώρα είναι ότι ο καθένας μας, ικανοποιημένος με το να αφιερώνει την προσοχή του σε ό,τι αφορά στα ουσιώδη της ζωής, θα υποχωρεί, ως προς τα υπόλοιπα, στον εύκολο αυτοματισμό των αποκτημένων συνηθειών. Άλλο που πρέπει να φοβίζει, είναι ότι τα μέλη από τα οποία απαρτίζεται, αντί ν᾽ αποσκοπούν σε μια ολοένα πιο ευαίσθητη προσαρμογή επιθυμιών που θα συναρμόζει ολοένα και πιο τέλεια την μία στην άλλη, θα αυτοπεριοριστούν σεβόμενα τις θεμελιώδεις συνθήκες αυτής της προσαρμογής: μια συμφωνία κομένη και ραμένη στα μέτρα των προσώπων δεν θα την ικανοποιήσει, απαιτεί αδιάκοπη προσπάθεια μετά την αμοιβαία προσαρμογή. Επομένως, η κοινωνία θα στέκει καχύποπτη απέναντι σε κάθε ανελαστικότητα του χαρακτήρα, της νόησης ή ακόμα και του σώματος, διότι είναι το πιθανό σημάδι μιας δραστηριότητας που καθεύδει, όσο και μιας δραστηριότητας με αποσχιστικές τάσεις, που ρέπει να παρεκκλίνει από το κοινό κέντρο γύρω από το οποίο στρέφεται η κοινωνία: κοντολογίς επειδή είναι σημάδι εκκεντρικότητας. Και μολαταύτα η κοινωνία δεν μπορεί να παρέμβει εδώ με μιά υλική καταστολή, αφού δεν επηρεάζεται ουσιωδώς. Αντιμετωπίζει κάτι που την ανησυχεί, αλλά μόνο σαν σύμπτωμα —ούτε καν απειλή, το πολύ-πολύ χειρονομία. Θα του απαντήσει λοιπόν με μια απλή χειρονομία. Το γέλιο οφείλει να είναι τέτοιου είδους, κάτι σαν κοινωνική χειρονομία. Με το φόβο που εμπνέει περιορίζει την εκκεντρικότητα, διατηρεί διαρκώς σε εγρήγορση και αμοιβαία επαφή ορισμένες δραστηριότητες δεύτερης τάξεως, που θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να κλειστούν στο καβούκι τους και ν᾽ αποκοιμηθούν και τέλος, απαλύνει ό,τι υπόλειμμα μηχανικής ακαμψίας μπορεί να διατηρεί η επιφάνεια του κοινωνικού σώματος. Το γέλιο λοιπόν δεν ανήκει μόνο στην δικαιοδοσία της αισθητικής, αφού επιδιώκει ασυνείδητα (μέχρι και ανήθικα σε πολλές επιμέρους περιπτώσεις) μια ένδειξη γενικής καλυτέρευσης. Έχει ωστόσο κάτι το αισθητικό, αφού το κωμικό γεννιέται ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η κοινωνία και το πρόσωπο, απαλλαγμένα από την έγνοια της αυτοσυντήρησης, αρχίζουν να θεωρούν τον εαυτό τους δημιούργημα της τέχνης. Κοντολογίς, αν χαράξουμε έναν κύκλο γύρω από τις πράξεις και τις διαθέσεις —που υπονοούνται στην προσωπική ή την κοινωνική ζωή— στις οποίες οι φυσικές συνέπειες επισύρουν δικές τους κυρώσεις, παραμένει εκτός της σφαίρας των συναισθημάτων και του αγώνα —και μέσα σε μια ουδέτερη ζώνη στην οποία ο άνθρωπος εκθέτει τον εαυτό του στην ανθρώπινη περιέργεια— μια κάποια ακαμψία σώματος, νου και χαρακτήρα την οποία η κοινωνία θα ήθελε ακόμη να ξεφορτωθεί προκειμένου να προσλάβει από τα μέλη της την μεγαλύτερη δυνατή ελαστικότητα και κοινωνικότητα. Αυτή η ακαμψία είναι το κωμικό και το γέλιο είναι η διόρθωσή του.

Όμως δεν πρέπει να δεχτούμε αυτό το πρότυπο σαν ορισμό του κωμικού. Ταιριάζει μόνο σε στοιχειώδεις, θεωρητικές και ιδανικές περιπτώσεις στις οποίες το κωμικό είναι απαλλαγμένο από κάθε νοθεία. Ούτε κι εμείς το παραθέτουμε σαν ερμηνεία. Προτιμούμε, αν θέλετε, να το κάνουμε μοτίβο το οποίο θα συνοδεύσει όλες τις εξηγήσεις μας. Θα πρέπει να το έχουμε πάντα κατά νου, χωρίς ωστόσο να επιμένουμε υπερβολικά σ᾽αυτό —κατά κάποιον τρόπο όπως ένας ταλαντούχος ξιφομάχος οφείλει να σκέφτεται τις ασυνεχείς κινήσεις του μαθήματος, ενώ το σώμα του αφήνεται στη ροή ενός αγώνα ξιφασκίας. Τώρα, θα επιχειρήσουμε ν᾽αποκαταστήσουμε την ακολουθία των μορφών του κωμικού, ξαναπιάνοντας το νήμα που οδηγεί από τ᾽ αστεία ενός παλιάτσου στα πιο εκλεπτυσμένα αποτελέσματα της κωμωδίας, ακολουθώντας το νήμα αυτό σε συχνά αναπάντεχα στριφογυρίσματα, σταματώντας κάθε τόσο για να ρίξουμε μια ματιά ολόγυρά μας και επιστρέφοντας τελικά, αν είναι δυνατόν, στο σημείο από το οποίο κρέμεται το νήμα και εκεί όπου ενδέχεται να βρούμε —αφού το κωμικό ταλαντεύεται μεταξύ ζωής και τέχνης— την γενική ομοιότητα που τρέφει η τέχνη για τη ζωή.


Ακολουθούν:

Το κωμικό των μορφών

Το κωμικό των κινήσεων

Δύναμη διάδοσης του κωμικού

Κεφάλαιο ΙΙ

Το κωμικό μιας κατάστασης

Το κωμικό των λέξεων

Κεφάλαιο ΙΙΙ

Το κωμικό του χαρακτήρα


Αναφορά

Henri Bergson (1900) Le rire. Essai sur la signification du comique

[ https://www.gutenberg.org/files/4352/4352-h/4352-h.htm ]

citation: [ https://catalog.hathitrust.org/Record/001916620 ]


Άλλες μεταφράσεις-πηγές

Bergson, Henri, 1859-1941. Το γέλιο : Δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού / Ανρί Μπεργκσόν · μετάφραση Βασίλης Τομανάς. – Αθήνα : Εξάντας, 1998.

[ https://www.scribd.com/document/114465935/Bergson-%CE%A4%CE%BF-%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BF

LAUGHTER: AN ESSAY ON THE MEANING OF THE COMIC Henri Bergson

Advertisements