Τερτσέτης Γεώργιος – Μάρκος (1800 – 1874)

στις

«Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του»

 Έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων (1984)

Ντίνος Κονόμος

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Επιμέλεια παρουσίασης: Πυθεύς
στον Φίλο μου

Screen Shot 2018-05-16 at 12.09.30 PM

«Ὃλον [τὸ πᾶν] θνήσκει, πλὴν τῆς Ἱστορίας»

(προλεγόμενα)

Σε βαπτιστήρια πράξη γραμμένη στα Ιταλικά, αναφέρονται τα εξής: Ο Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης, του Ναθαναήλ και της αρχοντοπούλας Κατερίνας Στρούζα, γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1800 ε.π. και βαφτίστηκε από τον δυτικό ιερέα Νικόλαο Reinaud στις 25 του ίδιου μήνα, στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου Ζακύνθου, με νουνό τον Γεώργιο Κοργιανίτη.

Ο καθολικός Ναθαναήλ Τερτσέτης, γιός του Φραγκίσκου και της αρχοντοπούλας Λουκριτίας Βολτέρρα, είχε σπουδάσει γιατρός στην Ιταλία κι ασκούσε το επάγγελμα στη Ζάκυνθο. Η οικογένειά του ήταν γαλλικής καταγωγής, ονομαζόμενη αρχικά Terset. Γύρω στα 1615 ο Ιάκωβος Terset μαζί με τον πλοίαρχο γιό του Ιωάννη, άφησαν την πατρίδα τους Ciotat, για να εγκατασταθούν ως εμπορευόμενοι στη Ζάκυνθο. Εκεί ο Ιάκωβος παντρεύτηκε, σε δεύτερο γάμο, «μετά τινος Ρόζας, χήρας Πέτρου Μολώνη». Ο Ιωάννης ένωσε κι αυτός την τύχη του με την αρχοντοπούλα Αιμιλία Στεφάνου Καλογεροπούλου ή Λαμπούδη, έχτισε αποθήκες κι ένα μεγάλο σπίτι στην περιοχή των προσεισμικών Ρεπάρων. imageΗ παραθαλάσσια εκείνη τοποθεσία προσφερόταν ιδιαίτερα για τις εμπορο-ναυτικές υποθέσεις ή επιχειρήσεις των δύο δραστήριων ιδρυτών της τοπικής οικογένειας Τερτσέτη. Όπως αναφέρει ο Σπύρος δε Βιάζης, αντλώντας από παλιά έγγραφα της ίδιας οικογένειας, ο πλοίαρχος Ιωάννης Ιακώβου Τερτσέτης «ταξειδεὺων μετὰ ἐνετικῆς σημαίας, καὶ μετὰ τουρκικοῦ πλοίου συναντηθεὶς, καθ᾽ ὃν χρόνον ἡ Ἐνετία ἐπολέμει τὴν Τουρκίαν, ἐν τῷ Αἰγαίῳ Πελάγει, συνῆψε μετ᾽ αὐτοῦ μάχην. Ὁ Ἰωάννης Τερτσέτης ἐνίκησεν. Ἀλλά πληγωθέντα θανατηφόρως, ἀπεβίβασαν αὐτόν εἰς Μῆλον, ὃπου ἀπέθανε καὶ ἐνεταφιάσθη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς ἁγίας Παρασκευῆς».

Ο πατέρας του Γεωργίου Τερτσέτη Ναθαναήλ είχε τέσσερις αδελφούς, από τους οποίους οι δύο διακρίθηκαν ως δικηγόροι και συμβολαιογράφοι. Η μοναδική του αδελφή Βεατρίκη παντρεύτηκε τον άρχοντα Δημήτριο Μάτεσι, imageπατέρα του Αντωνίου, που είναι γνωστός από το περίφημο προδρομικό θεατρικό του έργο «Ο Βασιλικός». Έτσι απόχτησαν οι Τερτσέτηδες οικονομική και κοινωνική επιρροή συγγενεύοντας μ᾽ εξέχουσες αρχοντικές οικογένειες του Νησιού. Ωστόσο δεν εζήτησαν ποτέ να γίνουν κι αυτοί μέλη του τοπικού συμβουλίου των ευγενών. Ο Ναθαναήλ μάλιστα εκδηλώθηκε ανοιχτά υπέρ των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης. Όταν έπεσε η Βενετοκρατία και κατέλαβαν οι Γάλλοι δημοκρατικοί τη Ζάκυνθο (Ιούλιος 1797) ο Ναθαναήλ Τερτσέτης διορίστηκε μέλος του προσωρινού κεντρικού δημαρχείου του Νησιού. Ύστερα όμως από την αναχώρηση των Γάλλων δημοκρατικών (Οκτώβριος 1798) και τον ερχομό των Ρωσο-Τούρκων, αναβίωσε στη Ζάκυνθο το βενετο-αρχοντικό κοινωνικό σύστημα. Ο Ναθαναήλ, που έγινε στο μεταξύ οικογενειάρχης, όντας από χαρακτήρα συντηρητικός άνθρωπος, έμεινε στο σπίτι του, απομακρυσμένος από τη μεγάλη φουρτούνα των πολιτικών παθών της εποχής. Έτσι, χάρη στην προστασία των αρχόντων συγγενών του, δεν έφτασαν ως αυτόν οι διώξεις και αντεκδικήσεις των πολιτικών αντιπάλων του στους πρώτους και κρίσιμους μήνες της ρωσοτουρκικής κατοχής του Νησιού. Όταν όμως βαφτιζόταν στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου ο Γεώργιος, το δεύτερο και τελευταίο παιδί του (είχε προηγηθεί ο πρωτότοκος Νικόλαος-1797), η Ζάκυνθος βρισκόταν ανταριασμένη κάτω από την εξουσία του πολυμήχανου αρχηγού των δημοκρατικών Αντωνίου ΜαρτινέγκουimageΉταν τότε ο καιρός της Επτανήσου Πολιτείας, του πρώτου νεοελληνικού κράτους, ύστερ᾽ από την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Η ίδρυση του νέου κράτους ανάσταινε σ᾽ όλες τις καρδιές την ελπίδα της αναγέννησης του Ελληνισμού, που είχε καλλιεργηθεί κι αναπτυχθεί στο διάστημα της κατοχής των Γάλλων δημοκρατικών. Ανάμεσα στα πρόσωπα, που αποτελούσαν εκείνο τον καιρό την κυβέρνηση του τόπου, ήταν ο πεθερός του Ναθαναήλ Ανδρέας Στρούζας, καθώς επίσης και διάφοροι άλλοι συγγενείς του. Έτσι ο Ναθαναήλ, μέσα στην πολιτική αναταραχή της Ζακύνθου, εξακολουθούσε να μένει αμέτοχος, αλλά και άθικτος από κάθε αλλαγή και κοινωνική εναντιότητα.

Η ορθόδοξη Κατερίνα Ανδρέα Στρούζα, η σύζυγος του Ναθαναήλ Τερτσέτη , ανήκε σε αξιόλογη και παλιά οικογένεια της Ζακύνθου. Ο πατέρας της ήταν ένας ευέλικτος πολιτικός. Όπως προκύπτει από τοπικά έγγραφα, η οικογένεια Στρούζα, κάτοχος σημαντικής (αστικής και αγροτικής) περιουσίας, κατόρθωσε ύστερ᾽από επίμονες και μακροχρόνιες προσπάθειες να της δοθεί ο πολυπόθητος τίτλος της κληρονομικής ευγένειας (1788), που της άνοιξε τον δρόμο για τη συμμετοχή της στη διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων του Νησιού. Η Κατερίνα, βαθύτατα θρησκευόμενος άνθρωπος, ήθελε να ξαναβαφτίσει το δεύτερο παιδί της σύμφωνα με το ορθόδοξο ανατολικό δόγμα. Έτσι, όταν επήγε να πάρει ευχή στο σαράντισμά της στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος του δε Λάζαρη, παρέδωσε τον Γεώργιο στον παπά, για να τον φέρει κοντά στην Αγία Τράπεζα, κατά το τυπικό της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, αφού συνεννοήθηκε πρώτα με τον εφημέριο της πατρογονικής της ενορίας της Ανάληψης, έστειλε τον Γεώργιο με τη βυζάστρα του, για να βαφτιστεί σύμφωνα με το ορθόδοξο ανατολικό δόγμα. Εφημέριος της εκκλησίας της Ανάληψης ήταν εκείνο τον καιρό ο Διονύσιος Άννινος, που μυήθηκε αργότερα στη Ζάκυνθο φιλικός (1820) και πολέμησε στο Μοριά και στη Ρούμελη. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Τερτσέτης, ο ηρωικός αυτός παπάς, ο οποίος έβγαλε λόγο στους αγωνιστές του Μεσολογγιού πριν και ύστερ᾽ από την πρώτη πολιορκία της πόλης των Ελεύθερων Πολιορκημένων, «μὲ ἁγιομύρισε καὶ μὲ ἐβάπτισε πατόκορφα, και ἒλεγε ὁ ἱερεὺς ὃτι ἐγὼ μέσα εἰς τὴν κολυμβήθρα ἐχαμογελοῦσα». Πολυσήμαντο και σημαδιακό, θα έλεγε κανείς, το δεύτερο βάφτισμα του ελληνολάτρη συγγραφέα, δικαστή και ποιητή, από τα χέρια του πολεμάρχου αγωνιστή της εθνικής μας ανεξαρτησίας. Και κάτι άλλο ακόμα, για να ξαναγυρίσουμε στη μητέρα του Γεωργίου Τερτσέτη. Η δυναμική χειρονομία της Κατερίνας να ξαναβαφτίσει τον Γεώργιο στην πατρογονική της ενορία, εκφράζει και φωτίζει τον ασυνθηκολόγητο αγώνα της Ελληνίδας Μητέρας των Ιονίων Νήσων, που σ᾽ όλη τη μακραίωνη χρονική περίοδο της Βενετοκρατίας και αργότερα έδωσε, με τους μικτούς γάμους, τη μεγάλη και συντριπτική νίκη στην τοπική Ορθοδοξία. Ωστόσο, από τη στιγμή της δεύτερης βάφτισης του Γεωργίου Τερτσέτη χάνονται τα ίχνη της μητέρας του. Άγνωστος παραμένει έως τώρα ο χρόνος του θανάτου της, καθώς επίσης ο δεύτερος γάμος του πατέρα του με την απλή γυναίκα του λαού Κατίνα Παπαβασίλη.

Όπως προκύπτει από έγγραφο που σώζεται στο Αρχειοφυλακείο Κερκύρας, ο Γεώργιος Τερτσέτης, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Νικόλαο, μάθαιναν ιταλικά στο ιδιωτικό σχολείο του Σπύρου Μαρκέτη. Τα ελληνικά, αρχαία και νέα, πρωτοδιδάχθηκε στη δημόσια σχολή του Νησιού από τον ορθόδοξο ιερωμένο καθηγητή Πέτρο Μαρίνο, ενώ στα χρόνια 1809-1812 παρακολούθησε μαθήματα ιταλικής και λατινικής φιλολογίας από τον δυτικό ιερωμένο πρόσφυγα Lorenzo di San Remo. Αλλά ο σπουδαιότερος δάσκαλος του Γεωργίου Τερτσέτη, που οδήγησε το πνεύμα του στο δρόμο της αρετής, της φιλοπατρίας και της ελευθερίας ήταν ο Ιταλός πρόσφυγας Giovanni Battista Moratelli, ιερωμένος καθηγητής των φυσικών επιστημών στο λύκειο της Φεράρας. Ο Moratelli είχε ιδρύσει αρχικά (1813) ιδιωτικό σχολείο στη Ζάκυνθο αργότερα όμως διορίστηκε σχολάρχης στο λύκειο του Νησιού, όπου και δίδαξε μέχρι το θάνατό του (1818) ιταλική και λατινική φιλολογία.

imageΈνας από τους ντόπιους μαθητές του Giovanni Battista Moratelli, ο μεταγενέστερος γνωστός ιστοριογράφος της Επτανήσου, Ερμάννος Λούντζης, γράφει ανάμεσα στ᾽ άλλα για τον δάσκαλό του: «Ἒνθερμος φιλέλλην, ἐνθυμοῦμαι πολλάκις ὃταν πρὸς ἀμοιβὴν τῆς ἐπιμελείας μου τὸν ἐσυνόδευον εἰς τὸν περίπατον, ὁσάκις εὑρισκόμεθα εἰς τόπον ὂθεν ἐβλέπαμεν τὴν ἀπέναντι Πελοπόννησον, τότε ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν καταπιεζομένην, ἒμπλεος ἐνθουσιασμοῦ αὐτοσχεδίαζε στίχους, πότε μὲν ἐλεεινολογῶν τὴν πτῶσιν, πότε δὲ προσδοκῶν τὴν ἒγερσιν τῆς Ἑλλάδος. Τοιουτοτρόπως διήγειρεν ἐν ταῖς νεαραῖς καρδίαις τῶν μαθητῶν τὸν ἒρωτα τῆς πατρίδος καὶ τὴς ἐλευθερίας, πρὸς τὸν ὁποῖον σκοπὸν ἒτεινε καὶ ἃπασα ἡ διδασκαλία του. Ἀπὸ τὸν ξένον ἒμαθον κατὰ πρώτην φοράν, ὃτι ἀνῆκον εἰς ἒνδοξον ἒθνος. […]».

Η Ζάκυνθος εκείνο τον καιρό φιλοξενούσε πολλούς Μοραΐτες και Ρουμελιώτες αγωνιστές, που φεύγοντας τον οθωμανικό ζυγό έβρισκαν άσυλο και προστασία στο Νησί. Από την άνοιξη του 1806 είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο, με πολλούς συντοπίτες του οπλαρχηγούς, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

image

Οι Γάλλοι αυτοκρατορικοί, καταλύοντας την Επτάνησο Πολιτεία, γίνονται τώρα οι νέοι κυρίαρχοι του Νησιού (Σεπτέμβριος 1807). Η ζακυνθινή εκπαίδευση προάγεται τώρα και οι Γάλλοι αυτοκρατορικοί, σε στενή συνεργασία με ντόπιους και πρόσφυγες αγωνιστές, ετοιμάζουν επανάσταση στο Μοριά. Η κατάληψη όμως της Ζακύνθου από τους Άγγλους (Σεπτέμβριος 1809) ματαιώνει τα επαναστατικά σχέδια. Ωστόσο η φλόγα της μόρφωσης και του πατριωτισμού γίνεται ζωηρότερη τώρα στη Ζάκυνθο, χάρη στην παρουσία και ενεργητική δραστηριότητα των δύο μεγάλων Άγγλων φιλελλήνων, του λόρδου Guilford και του στρατηγού R. Church. Ο τελευταίος εγκαρδιώνει τους τουρκοκυνηγημένους αγωνιστές, εμπνέοντάς τους ελπίδα και θάρρος για την αποτίναξη του τυρρανικού ζυγού, ενώ ο πρώτος ακατάπαυστα και με κάθε προσωπική θυσία προετοιμάζει και θεμελιώνει το μεγάλο πνευματικό οικοδόμημα της Ιονίου Ακαδημίας.

Ύστερ᾽ από την κατάληψη του Νησιού από τους Άγγλους, ορίστηκε ως εκπρόσωπος της τοπικής εκτελεστικής εξουσίας ο αρχηγός των αστών και ποπολάρων Αντώνιος Μαρτινέγκος. Επίσης, ανάμεσα στα σαράντα πρόσωπα του τοπικού νομοθετικού σώματος, ήταν και ο Ναθαναήλ Τερτσέτης και ο κουνιάδος του Δημήτριος Μάτεσις. Έτσι θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι τα πρώτα ζακυνθινά χρόνια του Γεωργίου Τερτσέτη, με το φούντωμα του πατριωτισμού και την ελπιδοφόρα ανάπτυξη της ελληνο-λατινικής παιδείας, υπήρξαν αποφασιστικά για την πνευματική του διαμόρφωση και τη μεταταγενέστερη εθνικο-αναγεννητική και προδρομική εκδήλωσή του.

Ιδού από σπανιότατη σήμερα Ιταλοελληνική έκδοση, πως περιγράφει ο σχολάρχης Giovanni Battista Moratelli το τέλος της σχολικής χρονιάς του 1816, όταν αποφοίτησε από το λύκειο ο Γεώργιος Τερτσέτης:

image
Η Ιόνιος Ακαδημία

Ο Ναθαναήλ Τερτσέτης βλέποντας την ιδιαίτερη κλίση του Γεωργίου στα γράμματα πήρε την απόφαση να τον στείλει στην Ιταλία, για τη συνέχιση των σπουδών του, ενώ ο Νικόλαος θα έμενε στη Ζάκυνθο και θ᾽αναλάμβανε την επιμέλεια των οικονομικών και της κτηματικής περιουσίας της οικογένειας. Ο Γεώργιος, με τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα του, ήθελε να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Η φήμη του περίφημου πανεπιστημίου κρατούσε ολόκληρους αιώνες στη Ζάκυνθο. Πολλά αρχοντόπουλα, που διακρίθηκαν στην πολιτική και κοινωνική ζωή του Νησιού, είχαν φοιτήσει σ᾽ αυτό. Έτσι, στις αρχές Οκτωβρίου 1816, ο Ναθαναήλ Τερτσέτης εμπιστεύτηκε τον Γεώργιο στον εικοσιπεντάχρονο φοιτητή της ιατρικής Μαρίνο Σγούρο, που έκανε τότε τις διακοπές του στη Ζάκυνθο, για να τον συντροφέψει στο ταξίδι της Ιταλίας και να τον οδηγήσει σ᾽ όλες τις διατυπώσεις της εγγραφής, κλπ. Ταυτόχρονα ο προνοητικός Ναθαναήλ, όντας ενήμερος των πολιτικών επιπτώσεων της παλινόρθωσης των Βουρβόνων και του συνεδρίου της Βιέννης (αποκατάσταση και ισχυροποίηση της Εκκλησίας, Ιερά Συμμαχία, κλπ.) φρόντισε να εφοδιαστεί ο γιός του μ᾽ ένα θερμό και ανέκδοτο ως τώρα, πιστοποιητικό του καθολικού επισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, γνωστού φιλέλληνα Fr. Aloysius Scacoz (Ζάκυνθος 26 Σεπτεμβρίου 1816), που αναφέρει ότι «ὁ εὐγενὴς κὺριος Γεώργιος-Μάρκος Τερτσέτης, νόμιμος γιὸς τοῦ εὐγενοῦς κυρίου Ναθαναήλ δ/ρα τῆς Ἱατρικῆς, καθολικοῦ δόγματος, μὲ ἒμφυτες καλὲς προδιαθέσεις ἀνταποκρίθηκε στὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ἓχει κάμει προόδους στὶς σπουδές. Ἐπειδὴ φεύγει γιὰ τὴν Ἰταλία τοῦ χορηγεῖται τὸ παρὸν». Άλλωστε η μαρτυρία του πιστοποιητικού αυτού ανταποκρινόταν (από τότε) στην αλήθεια, εξ αιτίας της πραγματικά θρησκευτικής ψυχής του Γεωργίου Τερτσέτη.

image
Μετά την εκδίωξη του Ναπολέοντα Α΄ της Γαλλίας το 1814, οι Σύμμαχοι αποκατέστησαν την Δυναστεία των Βουρβόνων στο Γαλλικό θρόνο. Η επακόλουθη περίοδος καλείται Παλινόρθωση, και χαρακτηρίζεται από μια ορμητική συντηρητική αντίδραση και την επανασταθεροποίηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ως μια δύναμη στη Γαλλική πολιτική. (wikiwand)

Όπως είναι γνωστό ύστερ᾽ από το συνέδριο της Βιέννης και την αυστριακή κατοχή των βορείων ιταλικών επαρχιών, εκδηλώθηκε η έντονη επαναστατική δραστηριότητα των μυστικών εταιρειών, που σκόπευε στην απελευθέρωση των υπόδουλων πολιτειών από τον άρπαγα ξένο δυνάστη και την εθνική ενοποίησή τους. Ο καρβοναρισμός κι όλα τα παρακλάδια του, που οι ρίζες τους κρατούσαν από τους Εγκυκλοπαιδιστές και τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση είχαν εισδύσει σ᾽ όλους τους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, αγκαλιάζοντας τους ακοίμητους πόθους των Ιταλών και προμηνώντας τη χαραυγή των νέων καιρών. Η επαναστατική ορμή μεταφέρθηκε αμέσως και στα πανεπιστήμια, όπου καθηγητές και φοιτητές αγωνίζονταν για τα μεγάλα ιδανικά της ελευθερίας και της πατρίδας.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, που γνώρισε από τα μαθήματα των Ιταλών προσφύγων της Ζακύνθου την αξία και το νόημα του αγώνα για την αποτίναξη του τυρρανικού οθωμανικού ζυγού, ζούσε από κοντά τώρα το δράμα ενός αδελφού μεσογειακού λαού. Κι ο πόθος για την ελευθερία των Ιταλών, γινόταν μέσα του ολόκληρη πυρκαγιά, όταν αναθυμιόταν την αλυσοδεμένη Ελλάδα. imageΚι ακόμα, όντας από φυσικού του ανήσυχος και στοχαστικός άνθρωπος, αντιμετώπιζε και συνειδητοποιούσε τώρα την ανάγκη της φιλοσοφικής θεώρησης του φιλελευθερισμού και της άδολης πατριδολατρείας. Ασφαλώς τα ίδια αισθήματα και φρονήματα έτρεφαν και οι άλλοι Έλληνες φοιτητές των ιταλικών πανεπιστημίων. Η τραγωδία των κατεχομένων ιταλικών εδαφών ανάσταινε μέσα τους το όραμα της απελευθέρωσης του δουλωμένου Ελληνισμού. Ο Αιμίλιος Τυπάλδος, σπουδαστής κι αυτός του Πανεπιστημίου της Πάδοβας, αναφέρει τα ονόματα του Γεωργίου Τερτσέτη και άλλων Ελλήνων φοιτητών, που συγκεντρώνονταν και συζητούσαν, το 1817, για την ανεξαρτησία του Γένους.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης ευτύχησε ν᾽ακούσει στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας τον περίφημο δυτικό ιερωμένο και καθηγητή Giuseppe Barbieri, ο οποίος δίδασκε δίκαιο, Ελληνο-λατινική φιλολογία και ρητορική. Ο Τερτσέτης, που κέρδισε την εκτίμηση και φιλία του δασκάλου του, πήρε από τον Barbieri την ανυποχώρητη λατρεία του δικαίου, καθώς επίσης και γερά πνευματικά εφόδια άρτιας κλασικής παιδείας.

imageΑπό τους πρώτους κιόλας μήνες των σπουδών του στην Ιταλία, ο Γεώργιος Τερτσέτης αρχίζει να γράφει ποιήματα, που εκφράζουν το θρεμμένο από την ελληνο-λατινική φιλολογία πνεύμα του. Ο Μαρίνος Σιγοῦρος, τον ίδιο καιρό, σ᾽ ένα γράμμα του προς τον Αντώνιο Μάτεσι, σημειώνει ότι ο Γεώργιος Τερτσέτης «γιγαντιαίοις βήμασι προχωρεῖ πρὸς τὰς Μούσας».

Το 1819 ο Αιμίλιος Τυπάλδος προσκάλεσε στο σπίτι του στο San Lorenzo της Βενετίας την ελληνική φοιτητική συντροφιά, που την είχε γνωρίσει δύο χρόνια νωρίτερα στην Πάδοβα. Στη συντροφιά, όπως είπαμε παραπάνω, αναφέρεται και ο Γεώργιος Τερτσέτης. Οι Έλληνες φοιτητές, μαρτυρεί ο Αιμίλιος Τυπάλδος, συζητούσαν στη Βενετία για τη μελλοντική επανάσταση στην Ελλάδα.

image
Giuseppe Barbieri (1774-1852)

Από ένα γράμμα του Γεωργίου Τερτσέτη (Παβία, 29 Νοεμβρίου 1819) προς τον Κερκυραίο ιστορικό Ανδρέα Μουστοξύδη, που έμενε τότε στο Μιλάνο, μας ανοίγεται διάπλατα η πόρτα του εσωτερικού κόσμου του Ζακυνθινού πατριδολάτρη. Θα έλεγε κανείς ότι η πρώτη αυτή εκδήλωση του ωραίου κόσμου, που έκλεινε μέσα του ο Γεώργιος Τερτσέτης, θα τον ακολουθούσε πιστά ως την τελευταία στιγμή της εγκόσμιας ύπαρξής του. Και κάτι άλλο ακόμα. Η εμπιστοσύνη του στον Ανδρέα Μουστοξύδη, να του εκμυστηρευθεί τον αγιάτρευτο πλατωνικό έρωτά του για μιά Μιλανέζα, υπογραμμίζει τον ιδιαίτερο σύνδεσμο των δύο ανδρών. «Ἂν ὴ αἰωνιότης μπορεῖ νἂχει ἓνα τέλος, θὰ τελειώσει καὶ γιὰ μὲνα αὐτὴ ἡ φωτιά, αὐτὴ ἡ φριχτὴ μανία ποὺ μὲ ξετρέχει», γράφει ο ερωτευμένος φοιτητής. Η όμορφη Μιλανέζα όμως δεν ήταν τίποτ᾽ άλλο από το φευγαλέο αντικαθρέφτισμα της άσβηστης ιερής φλόγας, που φούντωνε πάντα στην ακοίμητη και παθητική ψυχή του Γεωργίου Τερτσέτη.

image
Ο Ανδρέας Μουστοξύδης (Κέρκυρα, 6 Ιανουαρίου 1785 – 17 Ιουλίου 1860)

Τα πιστοποιητικά σπουδών του Γεωργίου Τερτσέτη, όλα ανέκδοτα έως τώρα, δημοσιεύονται από το προσωπικό μας αρχείο, με χρονολογική σειρά, και είναι τα ακόλουθα:

Το φθινόπωρο του 1820 ο Γεώργιος Τερτσέτης ξαναπήγε στο Μιλάνο, όπου και τύπωσε ανώνυμα μιάν επιθαλάμια ιταλική ωδή, με τίτλο «Per le Nozze Lanfrachi Piantanida».

Από το Μιλάνο ταξίδεψε στο Παρίσι. Δεν είναι γνωστός έως τώρα ο σκοπός του ταξιδιού εκείνου στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης. Για το ταξίδι αυτό του Γεωργίου Τερτσέτη σώζεται μαρτυρία του Ανδρέα Μουστοξύδη, ο οποίος, σε γράμμα του προς τον Γάλλο καθηγητή Victor Cousin (Μιλάνο, 5 Νοεμβρίου 1820), αναφέρει ανάμεσα στ᾽ άλλα και τα εξής: «Avez aussi la bonte de demander a Mr. Coray si notre ami Terzetti lui a remis mon Herodote».

Το 1821 εξακολουθούσε να βρίσκεται στο Παρίσι. Γράφει ο Τερτσέτης, σε λόγου του της 16ης Ιανουαρίου 1849, που πρωτοδημοσιεύτηκε από ᾽μας: «Εἶδα εἰς τοὺς Παρισίους κατὰ τὸ ἒτος 1821 καταδίκην ἀνδρὸς μητροφόνου».

Είναι άγνωστο έως τώρα ποιό μήνα του 1821 γύρισε ο Τερστέτης στη Ζάκυνθο.

Η πατρίδα του Σολωμού εκείνο τον καιρό έμοιαζε μ᾽αληθινό στρατόπεδο του Ιερού Αγώνα. Παρ᾽ όλη την ξενοκρατία, η εθνική ιδέα κυριαρχούσε από πριν σ᾽ ολόκληρο το Νησί. Ξένοι πρόσφυγες αγωνιστές (από το Μοριά, τη Ρούμελη και την Ήπειρο) και ντόπιοι πατριώτες ανέβαιναν όταν νύχτωνε στο Ψήλωμα (οδός Φιλικών), για να δώσουν τον εταιρικό όρκο. Εκεί τους περίμενε στο κελί του, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της οικογενείας Λατίνου, ο Ηπειρώτης ιερωμένος και πρόδρομος της Εθνεγερσίας Άνθιμος Αργυρόπουλος. Ο παπα-Άνθιμος, όπως είναι γνωστό, μπροστά σ᾽ ένα εικόνισμα εμυούσε τους νεοφώτιστους αγωνιστές στο σύνθημα της Φιλικής Εταιρείας «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος».

image
Αγιος Γεώργιος των Φιλικών

Η επιστροφή του Τερτσέτη στη Ζάκυνθο σημαδεύεται από τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία. Έτσι στους πρώτους μήνες της Επανάστασης, αψηφώντας όλες τις διαταγές της αγγλικής «προστασίας», που απαγόρευαν την εθελοντική συμμετοχή των Επτανησίων στον Αγώνα, πήγε κι αυτός να πολεμήσει στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Ωστόσο ταξιδεύοντας για τη Ρούμελη αρρώστησε κι αναγκάστηκε να μείνει για νοσηλεία στον Κάλαμο. Η κατάσταση όμως της υγείας του χειροτέρεψε και η είδηση δεν άργησε να φτάσει στη Ζάκυνθο. Έτσι ταξίδεψε στον Κάλαμο, σταλμένος από τους γονείς του, ο εξάδελφος του Γεωργίου Τερτσέτη Δημήτριος Συρίγος, για να τον φέρει πίσω στη Ζάκυνθο.

image

Τον ίδιο χρόνο (1821), αφού έγινε καλά, πήγε στην Ιταλία. Εκεί εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας, για την αποπεράτωση των νομικών του σπουδών. Όπως κι έγινε. Εδώ δημοσιεύεται και το ανέκδοτο έως τώρα και σωζόμενο στο αρχείο μας δίπλωμα του πρύτανη και των καθηγητών του Πανεπιστημίου της Bologna (8 Ιουνίου 1822) ότι ο Γεώργιος Τερτσέτης αναγορεύθηκε «παμψηφεὶ καὶ μετ᾽ ἐπαίνων» (con lode) διδάκτωρ της Σχολής του Αστικού Δικαίου.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης έζησε τον επαναστατικό πυρετό των Ιταλών ενάντια στους Αυστριακούς. Οι δραματικές εκείνες στιγμές των δύο λαών, του Ελληνικού και του Ιταλικού, ενώνονταν μέσα του στον ασίγαστο πόθο της αμοιβαίας εθνικής ανεξαρτησίας. Ορισμένα χαρακτηριστικά επεισόδια της Ιταλικής Επανάστασης που παραστάθηκε μάρτυράς της, μνημόνευσε σε μεταγενέστερο λόγο του.

Πολλά πράγματα χρωστούσε ως τότε ο Γεώργιος Τερτσέτης στην Ιταλία. Εκεί, με τη γερή αρματωσιά της ελληνο-λατινικής παιδείας, αγκάλιασε ολόκληρους κόσμους πνευματικών ή ποιητικών ταξιδιών. Εκεί, το ανήσυχο κι αγωνιστικό πνεύμα του, άνοιε τα πρώτα και μεγάλα φτερά, θρονιάζοντας ακλόνητα μέσα του τις ιερές ιδέες του Δικαίου και της Ελευθερίας.

Το καλοκαίρι του 1822 άφησε την Ιταλία κι επέστρεψε στη Ζάκυνθο.

Ο φιλάσθενος οργανισμός του δεν του επέτρεψε να βγεί στον Αγώνα. Η γενναία καρδιά γονάτιζε προδομένη από το αδύναμο, ασθενικό σώμα.

Στη Ζάκυνθο αλληλογραφούσε τώρα με τους οπλαρχηγούς και συμμετείχε στη φιλολογική συντροφιά του παιδικού του φίλου Διονυσίου Σολωμού. Ο φιλολογικός αυτός κύκλος υπήρξε, όπως είναι γνωστό, αποφασιστικός για την εθνικο-πνευματική και προδρομική προσφορά του Γεωργίου Τερτσέτη. Πέρα από τις «ελαφρές» κοσμικές συγκεντρώσεις της, η φιλοσοφική εκείνη συντροφιά κρατούσε ανάμεσα στα μέλη της κορυφαίους εκπροσώπους της απλής γλώσσας του λαού, που ήταν συνάμα και αξιόλογοι δημιουργοί. Εκτός από τον Διονύσιο Σολωμό ας θυμηθούμε τους Αντώνιο Μάτεσι, Διονύσιο Ταγιαπέρα, Δημήτριο Πελεκάση, Νικόλαο Λούντζη, Gaetano Grasseti, Παύλο Μερκάτη, Γεώργιο δε Ρώσση και Λουδοβίκο Στράνη. Μέσα στη φιλολογική αυτή συντροφιά κυριαρχούσε η εθνικο-απελευθερωτική ιδέα, ο αγώνας για τη δημοτική γλώσσα και ο ακοίμητος πόθος για τη συγκέντρωση όλου του μνημειακού πλούτου της λαϊκής ελληνικής παράδοσης (τραγούδια, παροιμίες, δίστιχα, κλπ.). Ας σημειωθεί επίσης εδώ ότι στη φιλολογική συντροφιά του Σολωμού έπαιρνε μέρος, όταν ερχόταν στη Ζάκυνθο και ο Σπύρος Τρικούπης, ποιτής και θερμός υποστηρικτής της κοινής γλώσσας. Όλα τα μέλη της φιλολογικής αυτής συντροφιάς είχαν σπουδάσει σε πανεπιστήμια της δύσης κι ήταν άριστοι επιστήμονες, γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί και φιλόλογοι.

image
Διονύσιος Σολωμός (wikiwand)

Ο Γεώργιος Τερτσέτης αγκάλιασε με θέρμη τις γλωσσικές ιδέες του Διονυσίου Σολωμού κι εκδηλώθηκε σαν ένας από τους κυριότερους συνεργάτες του. Από την πρώτη στιγμή μάζευε, με αληθινό πάθος, δημοτικά τραγούδια και παροιμίες.

Είχε αρχίσει κιόλας να γράφει ελληνικά ποιήματα και πεζά. Το 1823 έγραψε το «Ὂνειρον». Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, ανάμεσα στους καλεσμένους του Διονυσίου Σολωμού, που θ᾽ άκουγαν για πρώτη φορά ν᾽ απαγγέλεται από τον ίδιο η «Ὠδὴ εἰς τὴν Ἐλευθερίαν», ήταν και ο Γεώργιος Τερτσέτης. Από άγνωστο, ιδιόχειρο ενθύμημα του τελευταίου (1860), που σ᾽ εμάς έλαχε η καλή τύχη να φέρουμε στο φως της δημοσιότητας, αναφέρονται ανάμεσα σ᾽ άλλα και τα εξής: «Ὃταν ὁ Σολωμός ἐδιάβασε τὴν Ὠδήν του εἰς τὰ 23 ἢ 24 (1823 ή 1824) ἒκαμε κάλεσμα διαφόρων· ἣμουν καὶ ἐγὼ. Ἐδιάβασε τὴν Ὠδήν του εἰς τὴν σάλα πόρτεγο νὰ εἰποῦμε. Ἠτον καὶ ὁ Τρικούπης».

Τον Αύγουστο του 1824 πήγαν στη Ζάκυνθο και φιλοξενήθηκαν εκεί ως πρόσφυγες η χήρα και τα ορφανά του Μάρκου Μπότσαρη. Ο Γεώργιος Τερτσέτης σχετίστηκε με την οικογένεια του Μάρκου κι ανάλαβε προσωπικά την αγωγή και μόρφωση των παιδιών. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, επηρεασμένος από τον Σολωμό, έγραψε κι αυτός ένα ποίημα για την «καταστροφή τῶν Ψαρῶν».

Η Ζάκυνθος, όπως είναι γνωστό, συμπαραστάθηκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, με γενναίες αποστολές πολεμοφοδίων και τροφίμων, συμμετέχοντας ολόψυχα στην εποποιία των «Ἐλευθὲρων Πολιορκημένων». Ο Γεώργιος Τερτσέτης έγραφε το 1868: «Μοῦ ἒρχεται εἰς τὴν ἐνθύμησιν ὃταν μὲ τὸν μακαρίτην πολυπόθητον Δημήτριον Πελεκάσην ἀκολουθούσαμεν τοὺς ἐπιταφίους τὴν ἑβδομάδα τῆς καταστροφῆς τοῦ Μεσολογγιοῦ και ἐβρέχαμεν τὴν γῆν μὲ τὰ δάκρυά μας. Τά βόλια τοῦ εχθροῦ εἰς τά μεσολογγίτικα στήθη δὲν ἐπλήγωναν καὶ τὴν καρδίαν μας; Εἰς τὸ σκοτὰδι τῆς νυκτός ἢ εἰς τὰ φῶτα τῆς ἡμέρας ὁ ἂνεμος μᾶς ἒφερνε τὴν πικρὴν των ἠχολογήν».

Το καλοκαίρι του 1826 βρισκόταν στη Φλωρεντία. Οι λόγοι του ταξιδιού αυτού είναι άγνωστοι έως τώρα.

Στα τέλη του 1826 έγραψε ένα πολυσέλιδο παραινετικό γράμμα στον νεαρότατο μαθητή του Δημήτρη Μάρκου Μπότσαρη, που ετοιμαζόταν εκείνο τον καιρό να ταξιδέψει στο Μόναχο, για να σπουδάσει την πολεμική τέχνη. Στο κείμενό του αυτό απομνημόνευσε ο Γεώργιος Τερτσέτης, από στοματική αφήγηση άγνωστων Σουλιωτών προσφύγων, ιστορικές πληροφορίες για την οικογένεια των Μποτσαραίων.

Γύρω στα 1827 έγραψε και το αφήγημά του «Ὂνειρο τοῦ Φώτου [Τζαβέλα]», που συνταιριάζει κι αυτό την ιστορία με τη λογοτεχνία.

Είναι προφανές ότι ο Γεώργιος Τερτσέτης επηρεάστηκε από τους Ηπειρώτες πρόσφυγες της Ζακύνθου, στην πρώτη δημιουργική του περίοδο.

Όπως αναφέρει ο Σπύρος δε Βιάζης, αντλώντας από έγγραφη πηγή, «μίαν καὶ μόνην δίκην ὑπερασπίσθη» ο Τερτσέτης εκείνα τα χρόνια στη Ζάκυνθο.

Ο Τερτσέτης, αν και φιλάσθενος πάντα, πήγε στη Ρούμελη, για να πάρει μέρος στον Αγώνα (Γενάρης 1828). Δεν είναι γνωστό αν ο Τερτσέτης και ο αρχιστράτηγος Ριχάρδος Church είχαν από πριν οποιαδήποτε γνωριμία ή επαφή. Από επίσημο όμως πιστοποιητικό υπάρχει η πληροφορία ότι, αμέσως μόλις πάτησε το πόδι του στη Ρούμελη, ο Τερτσέτης διορίστηκε από τον Church ιδιαίτερος γραμματέας του και «ὑπηρέτησε κατὰ τὰ ἒτη 1828 και 1829 εἰς τὸ κατὰ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα Γεν. Στρατόπεδον, κλπ.».

Ο Νικόλαος Δραγούμης, που είδε τότε στο Δραγαμέστο τον Γεώργιο Τερτσέτη, γράφει: «Μεταμορφωθεὶς [ὁ Τερτσέτης] ἐν τῷ στρατοπέδῳ, ἐφόρει φουστανέλλαν καὶ, τὴν κεφαλὴν ἒχων ἐξυρισμένην καθ᾽ ὁλοκληρίαν, ἑφαίνετο ἀληθὴς ἀσκητὴς, καθόσον καὶ ἒτρωγε καὶ κατεκλίνετο ὡς τοιοῦτος, χάριν, ὡς μοὶ εἲπε, σκληραγωγίας».

image
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΓΑΜΕΣΤΟΥ (Μουσεῖον ΜΠΕΝΑΚΗ)

Στις 24 Απριλίου 1828, που συμπληρώθηκε χρόνος από τη μάχη του Φαλήρου, ο Τερτσέτης έβγαλε λόγο στο στρατόπεδο του Μύτικα, σε συγκέντρωση πολεμιστών. Ο πρώτος αυτός λόγος του, αποτελεί αληθινό μνημείο της Ελληνικής Εθνεγερσίας.

Την άνοιξη του 1829 έγραψε τον επιτάφιο λόγο του «Ἒπαινος στὸν Ἂστιγκα». Στο μεταξύ, όπως αναφέρει ο αρχιστράτηγος Ριχάρδος Church, ο Τερτσέτης «διὰ τῶν κακουχιῶν τοῦ χειμῶνος ἠσθένισε βαρέως καὶ δι᾽ ἀδείας μου ἀνεχώρησεν ὃπως ἐπισκεφθῆ παρ᾽ ἰατρῶν πρὸς ἲασίν του». Ἒτσι ξαναγύρισε στη Ζάκυνθο, παλεύοντας ακόμα μιά φορά με την ασθενική του κράση.

Ο λόγος «Ἒπαινος στὸν Ἂστιγκα» είναι άγνωστο αν εκφωνήθηκε από τον Γεώργιο Τερτσέτη. Ο λόγος αυτός ειν᾽ ένα από τα λυρικότερα και ορμητικότερα κείμενα του Ζακυνθινού πατριδολάτρη. Σε μιάν εποχή που βασίλευε το γλωσσικό χάος, ο δημοτικός λόγος του Τερτσέτη συντροφεύει επάξια το κήρυγμα του Σολωμού. Παράλληλα, η φωτισμένη του έμπνευση εκφράζει και ζωντανεύει το μαχητικό και πατριωτικό πνεύμα του Εικοσιένα.

Στις 20 του Μάη 1829, ο Ναθαναήλ Τερτσέτης υπαγόρευσε τη διαθήκη του στον συμβολαιογράφο Ζακύνθου Γεώργιο Δικόπουλο. Με την διαθήκη του αυτή ο Ναθαναήλ όριζε ως κληρονόμους τους δυό γιούς του Νικόλαο και Γεώργιο. Επίσης άφηνε στη δεύτερη γυναίκα του Κατίνα Παπαβασίλη είκοσι τσεκίνια κάθε χρόνο.image

Αναζητώντας τον φωτεινό του προορισμό στην αιματοποτισμένη, αλλά ελεύθερη πιά πατρίδα, ο Γεώργιος Τερτσέτης φεύγει στι 4/16 του Σεπτέμβρη 1830 από τη Ζάκυνθο για τον Μοριά. Από ένα γράμμα του Άνθιμου Αργυρόπουλου προς τον Γεώργιο Τερτσέτη «Εἰς Γλαρέντζα. Τῇ 26 Σεπτεμβρίου Ε.Π. 1830, Ζάκυνθος» προκύπτει ότι ο τελευταίος εξακολουθούσε να βρίσκεται σ᾽ επαφή με την οικογένεια του Μάρκου Μπότσαρη, που εκείνο τον καιρό είχε φύγει από το Νησί. Επίσης από το ίδιο γράμμα φαίνεται ότι ο Τερτσέτης ζούσε τότε κοντά στον Κώστα Μπότσαρη και την οικογένειά του.

Το γράμμα του Γεωργίου Τερτσέτη προς τον Διονύσιο Σολωμό (Πάτρα 28 του Σπτέμβρη / 10 του Οχτώβρη 1830) φανερώνει ότι ο ανήσυχος, αλλά και φιλάσθενος, πατριώτης είχε τώρα μια καινούργια περιπέτεια με την υγεία του, που τον έβαζε σε μεγάλη δοκιμασία. Έτσι, αμέσως μόλις πάτησε το πόδι του στην Πάτρα, κόλλησε την ελονοσία που μάστιζε τότε την περιοχή εκείνη, με αποτέλεσμα να μείνει δεκάξι μέρες στο κρεβάτι και να ξοδέψει όλα τα χρήματά του. Φιλοξενούμενος ύστερ᾽ από την ανάρρωσή του, από την οικογένεια του Κώστα Μπότσαρη, που δεν ήθελε ωστόσο να καταχραστεί τη φιλία της, αναγκάζεται να ζητήσει από τον Σολωμό δέκα τάληρα, για να μπορέσει να πάει στην Αίγινα και στο Ναύπλιο. Σκοπός του ήταν να κάμει το δάσκαλο εκεί και γι᾽ αυτό ζητούσε ακόμα και από τον Σολωμό να του στείλει πιστοποιητικά για να τα παρουσιάσει στον Αυγουστίνο Καποδίστρια και τον Ανδρέα Μουστοξύδη.

Ο Σολωμός, όπως είναι γνωστό από γράμμα του που έστειλε στον Τερτσέτη ύστερ᾽ από τρία χρόνια, δεν μπόρεσε ν᾽ ανταποκριθεί στην παράκλησή του να του στείλει το μικροποσό αυτό. Ακόμα δεν είναι γνωστό έως τώρα εάν φρόντισε ο Σολωμός να σταλούν τα πιστοποιητικά κλπ. Ο Τερτσέτης, αφού περίμενε κάμποσο καιρό την απάντηση του Σολωμού, εξοικονόμησε τελικά τα χρήματα κι έφυγε από την Πάτρα.

Το 1831 ο Τερτσέτης δίδαξε πιθανότατα γεωγραφία και λατινικά στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας και στην ανώτερη σχολή (εκπαιδευτήριο) του Ναυπλίου. Της ίδιας χρονιάς διασώθηκαν δύο λόγοι του Τερτσέτη (ο ένας βρέθηκε αποσπασματικός) απευθυνόμενοι πρός τους νέους σπουδαστές, καθώς επίσης η μετάφραση του κικερωνικού έργου «Ὂνειρο τοῦ Σκιπίωνος».

Το 1832 ο Τερτσέτης διορίστηκε καθηγητής της Ελληνικής Ιστορίας στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο του Ναυπλίου (Σχολή Ευελπίδων). Στην έναρξη των μαθημάτων (31 Μαΐου 1832) πραγματοποίησε ομιλία, που ο πρόλογός της δημοσιεύτηκε στην «Ἐθνική Ἐφημερίδα», 8 Ιουνίου 1832. Σχετικά με την πρόσληψή του στη θέση αυτή, έγραψε ύστερ᾽ από δεκατέσσερα χρόνια: «[…] νιώθω εἰς τὴν καρδὶαν μου βαθύτατην ἀγάπην, καὶ εὐγνωμοσύνην, πρὸς τὸν τιμιότατον ἃνδρα, ἀγωνιστὴν φιλέλληνα κ. Ρέϊνεκ. Ἧτον διευθυντὴς τῆς σχολῆς, καὶ μὲ εἶχε αὐτὸς διορίσει εἰς τὴν εἰρημένην θέσιν».

Πολλές ανέκδοτες ομιλίες του Τερτσέτη στη Σχολή των Ευελπίδων καταστράφηκαν, δυστυχώς κι αυτές από την σεισμοπυρκαγιά της Ζακύνθου. Ανάμεσα σ᾽αυτές υπήρχαν και μεταφράσεις του ίδιου στην απλοελληνική από αρχαία κείμενα (Πλάτων, Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, κλπ.). Ωστόσο το 1832 είδαν το φως της δημοσιότητας στην «Ἐθνική Ἐφημερίδα» του Ναυπλίου ένας πρόλογος και τέσσερις περιλήψεις ομιλιών του, γραμμένα όλα στην αρχαΐζουσα. Η γλωσσική μορφή των κειμένων αυτών απομακρύνεται ολοφάνερα και χωρίς αμφισβήτηση από το ύφος και το γράψιμο του Τερτσέτη. Άραγε υποχρεώθηκε ο Τερτσέτης, ως καθηγητής, να δημοσιεύσει στην «Ἐθνική Ἐφημερίδα» τα κείμενά του αυτά στην αρχαΐζουσα; Ή μήπως έχουν παραποιηθεί γλωσσικά τ᾽ αρχικά κείμενά του από τρίτο πρόσωπο, ίσως του συντακτικού προσωπικού της «Ἐθνικής Ἐφημερίδας»; Εξαίρεση αποτελεί το πρώτο μακροσκελές επικολυρικό ποίημα του Τερτσέτη «Ὁ χορός τῶν Ὁπλαρχηγῶν» και «῾Η νύχτα τοῦ Μαΐου», που δημοσιεύτηκε όμως στην «Ἐθνική Ἐφημερίδα» (Ιούνιος 1832) ανυπόγραφο. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ο Τερτσέτης υποχρεωνόταν από τα πράγματα να δημοσιεύει τα κειμένά του στην αρχαΐζουσα ή την καθαρεύουσα αν τα ήθελε ενυπόγραφα. Σε λίγο καταχωρίζεται στην «Ἐθνική Ἐφημερίδα» ο επιτάφιος λόγος του Τερτσέτη στην κηδεία του Δημητρίου Υψηλάντη, επίσης στην καθαρεύουσα.

Είναι γνωστό και ιστορικά εξακριβωμένο ότι ο Τερτσέτης, μιλώντας στους μαθητές του, δεν έβγαζε σύντομα λογίδρια, όπως αυτά που έχουν δημοσιευθεί στην «Ἐθνική Ἐφημερίδα», αλλά αφιέρωνε στις παραδόσεις του ώρες ολόκληρες. Τα μαθήματά του δεν ήταν ξερές ιστορικές αφηγήσεις, αλλά ζωντανός, παλλόμενος και δημιουργικός πατριωτισμός. Οξυδερκής παιδαγωγός ενθουσίαζε και καθοδηγούσε τους νέους στη λατρεία της Ελλάδας, ενώ ταυτόχρονα χτυπούσε την ολέθρια διχόνοια. Επιστήμη και αρετή αποτελούσαν το δίπτυχο της διδασκαλίας του, για την καλλιέργεια της φιλοπατρίας και της πολεμικής αντρείας των νέων. Η μελέτη του αρχαίου ελληνικού κόσμου και ο ακοίμητος έρωτας για το αθάνατο Εικοσιένα, εμπνέουν τους εθνικούς στόχους των ιστορικών μαθημάτων του στους Ευέλπιδες. Αρχαίοι και νεώτεροι Έλληνες αντιμετωπίζονται από τον αγωνιστή δάσκαλο σαν αδιαχώριστοι και αδιάσπαστοι κρίκοι της ίδιας ιστορικής αλυσίδας. Η διδασκαλία, ωστόσο, του Τερτσέτη ανάσταινε και ζωογονούσε μέσα στις καρδιές των μαθητών του την ακένωτη πηγή του φιλοσοφικού στοχασμού και της χριστιανικής πίστης, που ήταν ίσως και τα κυριώτερα χαρακτηριστικά του ανήσυχου και άγρυπνου πνεύματός του.Screen Shot 2018-05-20 at 12.57.42

Εκείνα τα χρόνια (1830-1832) ο Τερτσέτης έγραψε διάφορα ποιήματά του, σε στυλ δημοτικών τραγουδιών, που πιθανότατα έστειλε αντίγραφα τους στον Διονύσιο Σολωμό. Το «Ὂνειρο τοῦ Κίτζου [Τζαβέλα]», «Ὁ Ἰμπραΐμης καὶ ὁ Κιουταχὴς» και «Ὀμορφονιός ἀγάπησε … » είναι από τα ποιήματα του Τερτσέτη της χρονικής αυτής περιόδου.

Την άνοιξη του 1833 ο Τερτσέτης εξέδωσε στο Ναύπλιο, σε φυλλάδιο, «Δοκίμιον Ἐθνικῆς Ποιήσεως Το Φίλημα» εξυμνώντας τον Όθωνα. Ο ποιητής ευελπιστούσε τότε ότι ο ερχομός του νέου βασιλιά των Ελλήνων θ᾽ άνοιγε τον δρόμο για μια ευνομούμενη, δίκαιη και προοδευτική κοινωνία.

Ο Σολωμός, που διάβασε τα πεζά κείμενα του Τερτσέτη στην «Ἐθνική Ἐφημερίδα», καθώς επίσης άλλα τραγούδια του τελευταίου και το «Δοκίμιον Ἐθνικῆς Ποιήσεως Το Φίλημα», του έστειλε το παρακάτω σπουδαίο γράμμα. Το γράμμα τούτο αποτελεί αληθινό μνημείο της νεοελληνικής λογοεχνίας και ιδιαίτερα για το γλωσσικό ζήτημα:

Οι στίχοι του Τερτσέτη για τον Όθωνα τον παρουσίαζαν στους πολιτικούς κύκλους ως φιλοβασιλικό. Έτσι τον έβλεπαν (χωρίς όμως και να είναι ουσιαστικά) σαν άνθρωπο του ξενοκρατούμενου κατεστημένου της εποχής. Αλλά και η φωτεινή του προσωπικότητα επηρέαζε πάντα όσους έρχονταν σ᾽ επαφή μαζί της, ανεξάρτητα από κοινωνική ή πολιτική θέση, μόρφωση, κλπ. Έτσι κέρδισε την εκτίμηση και στενή φιλία του Βαυαρού προέδρου της Αντιβασιλείας Ιωσήφ Λουδοβίκου κόμη Armansperg, ο οποίος και τον παρακάλεσε μάλιστα να γίνει δάσκαλος των ελληνικών στις κόρες του.

image
Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσπεργκ (wikiwand)

Στις 27 Οκτωβρίου 1833 ο Τερτσέτης έβγαλε λόγο στην έναρξη τωScreen Shot 2018-05-20 at 12.58.06ν εξετάσεων του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου (Σχολή Ευελπίδων), που κυκλοφόρησε και σε φυλλάδιο. Με την ομιλία τούτη σφραγίζεται και διδακτική του προσφορά στους Ευέλπιδες.

Στο μεταξύ ο Γεώργιος Τερτσέτης είχε διορισθεί από την Αντιβασιλεία δικαστής στο Δικαστήριο Ναυπλίου.

Όπως είναι γνωστό, κανένα σοβαρό στοιχείο δεν μπορούσε να στηρίξει την κατηγορία της έσχατης προδοσίας, που σχεδίασαν άνομα και βάναυσα η Αντιβασιλεία και ο εισαγγελέας Εδουάρδος Masson ενάντια στους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Δημήτριο Πλαπούτα και άλλους πατριώτες αγωνιστές. Έτσι οργάνωσαν και σκηνοθέτησαν την περιβόητη ψευτοδίκη των απελευθερωτών της Ελλάδας. Η Αντιβασιλεία, που άλλαξε δύο μέλη του Δικαστηρίου με δικούς της ανθρώπους, άφησε στη θέση τους και δεν αντικατέστησε τον πρόεδρο Αναστάσιο Πολυζωίδη και τον Γεώργιο Τερτσέτη. Ξεγελάστηκε από τη Νέμεση, που ξέρει ν᾽αποκαλύπτει και να τιμωρεί πάντα όλους τους τυρράνους. Η Αντιβασιλεία πίστευε ότι ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης «συνέπλεαν» μαζί της στα σχέδια και τις αποφάσεις της. Αμείλικτος εχθρός του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, από παλιότερα, ο πρόεδρος Αναστάσιος Πολυζωίδης, υμνητής του Όθωνα και φίλος της Αντιβασιλείας ο Γεώργιος Τερτσέτης. Όμως η απατηλή αυτή επιφάνεια έκρυβε το βάθος και την πραγματικότητα της ασυνθηκολόγητης συνείδησης των δύο τιμίων δικαστών.

Η δίκη άρχισε στις 7 Μαρτίου 1834 και τέλειωσε στις 26 Μαΐου του ίδιου χρόνου. Ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης έκριναν τους κατηγορούμενους αθώους, ενώ οι άλλοι τρείς δικαστές εψήφισαν τη θανατική καταδίκη τους. Αυτόπτης μάρτυρας της δίκης γράφει:

Γράφει ανώτερος Έλληνας δικαστικός: « […] Ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Τερτσέτη ἐπάλαισε τὸ μεγαλεῖον τῆς δικαιοσύνης μὲ τὰς πολιτικὰς πιὲσεις καὶ τὴν βία. Καὶ ἐνίκησε τὸ μεγαλεῖον τοῦ δικαίου. Ὁ Τερτσέτης ὓψωσε τὸ ἠθικὸν ἀνἀστημά του κατὰ τῆς Ἀντιβασιλείας. Ὁ Τερτσέτης κατέστη τηλαυγής φάρος. Εἶναι ὑπόδειγμα ἀσπίλου δικαστικοῦ χαρακτῆρος. Ὑψηλόν παράδειγμα δικαστικῆς συνειδήσεως καὶ ελευθερίας τῆς σκέψεως. Ἐκραύγασε πρὸς τὴν βίαν τῆς ἐξουσίας: «Δὲν σὲ φοβοῦμαι! Ἡ ἠθική μου δύναμις εἶναι ὑψηλοτέρα τῆς εὐτελείας σου».

Με απόφαση της Αντιβασιλείας (28 Μαΐου 1834) παύθηκαν από τις θέσεις τους οι Αναστάσιος Πολυζωίδης και Γεώργιο Τερτσέτης. Κι ο επίτροπος της επικρατείας Ε. Masson τους έφερε σε θέση κατηγορουμένων «ὡς ἐνόχους τῆς ἀρνήσεως ὑπηρεσίας καὶ τῆς μὲ σκοπὸν ἰδιοτελῆ καὶ βλάβην τοῦ κράτους παραβιάσεως τῆς ἐχεμυθείας περὶ τὴν ψηφοφορίαν τοῦ δικαστηρίου». Στη δίκη αυτή, που έγινε στις 24 Σεπτεμβρίου 1834, ο Τερτσέτης εκφώνησε την περίφημη Απολογία του. «Ποῖος εἶσαι ἐσὺ ποὺ παίζεις μὲ ἡμᾶς εἰς τὴν γῆν τῆς γεννήσεώς μας: […] Ὁ Ἑθνισμὸς μας, ὦ Ἐπίτροπε, εἲναι θεμελιωμένος εἰς τὰ αἳματα ὀκτακοσίων χιλιάδων Ἑλλήνων φονευμένων εἰς τὸν ἀγώνα· […]». Πρωτύτερα είχε διαβάσει κι ο Πολυζωίδης τη δική του Απολογία. Η δίκη ήταν «δύσκολη» για τους δύο ατρόμητους δικαστές που έσωσαν την τιμή του Ελληνισμού. Τελικά όμως τους απάλλαξε το Δικαστήριο από την κατηγορία.

Στις 2/14 Οκτωβρίου 1834 οι δύο αδέκαστοι κριτές Αναστάσιος Πολυζωίδης και Γεώργιος Τερτσέτης αποκαταστάθηκαν με βασιλικό διάταγμα στα δικαστικά τους καθήκοντα.

Screen Shot 2018-05-20 at 12.59.47Ύστερ᾽ από την πανηγυρική αθώωσή του ο Γεώργιος Τερτσέτης έλαβε γράμμα, που του έστειλε η μητρυιά του. Το γράμμα τούτο αποτελεί αξιόλογο ντοκουμέντο της όχι και τόσο γνωστής οικογενειακής ζωής του συγγραφέα.

Τον ίδιο χρόνο (1834), με την ευκαιρία των αρραβώνων του Αναστασίου Πολυζωίδη, ο Τερτσέτης έγραψε και αφιέρωσε στον υπέροχο κριτή ανυπόγραφο, αλλά και μετριότατο, ποίημα, που τυπώθηκε σε ιδιαίτερο φυλλάδιο.

Ανάμεσα στις τόσες εκδηλώσεις θαυμασμού, που δέχτηκε τότε ο Γεώργιος Τερτσέτης για την αξιοθαύμαστη στάση του στη δίκη του Κολοκοτρώνη, ας σημειωθεί από εδώ κι εκείνη του Ζακυνθινού προμάχου της Εθνεγερσίας Ιωάννη Μάη. Ο τελευταίος έστειλε του Τερτσέτη ένα στιχούργημά του στις Μούσες, με την εξής προσφώνηση στην αρχή του χειρόγραφου: «Φίλε δικαιότατε, εὐγενῆ κριτῆ, κύριε Γεώργιε Τερτζέτη, εἰς Ναύπλιον. Μασσαλία 6 Δεκεμβρίου 1834 Ε.Ν.».

Τον Γενάρη του 1835 ο Γεώργιος Τερτσέτης μετατέθηκε, μαζί μ᾽ άλλους δικαστικούς, στο Εφετείο της Αθήνας. Όπως είναι γνωστό, από την 1 Δεκεμβρίου 1834, με βασιλικό διάταγμα, η Αθήνα είχε γίνει πρωτεύουσα της Ελλάδας και μεταφέρθηκε σ᾽ αυτήν από το Ναύπλιο η κεντρική εξουσία.

Ο Τερτσέτης συνδέθηκε στην Αθήνα με τους κύκλους των λογίων και πατριωτών. Κι αμέσως μόλις εγκαταστάθηκε στο ιστορικό άστυ εξέδωσε την «Ἀπολογία» του.

Από τότε καταπιάστηκε με την καταγραφή των αναμνήσεων ηρώων της Εθνεγερσίας, καθώς επίσης και άγνωστων μαρτυριών που αναφέρονται σε κορυφαία πρόσωπα ή σημαντικά γεγονότα του Ιερού Αγώνα. Από τους πρώτους που του διηγήθηκαν τη ζωή τους ήταν οι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς και Δημήτριος Πλαπούτας (χειμώνας και άνοιξη του 1836). Τον ίδιο χρόνο ετοιμαζόταν να καταγράψει και τ᾽ απομνημονεύματα του Ανδρέα Ζαΐμη. Ανέβαλε όμως το έργο αυτό, επειδή θα ταξίδευε στο εξωτερικό. Κι όταν γύρισε, ο Ανδρέας Ζαΐμης είχε πεθάνει.

Το 1836 ταξίδεψε στην Πελοπόννησο. «Μὲ εἶχε πάρει πόθος νὰ ἰδῶ τὲς ἀρχαιότητες τῆς περιφήμου γῆς», θα γράψει αργότερα σε λόγο του (1849).

Αξιομνημόνευτο ντοκουμέντο του ταξιδιού του αυτού είναι και το παρακάτω ανέκδοτο έως τώρα έγγραφο, που σώζεται στο προσωπικό αρχείο μας:

Στα μέσα του 1836 ζήτησε από τη διοίκηση μιας εξάμηνη άδεια απουσίας, εγκαταλείποντας οριστικά τη θέση του δικαστή. Από την Πελοπόννησο πήγε στη Ζάκυνθο κι από εκει (φθινόπωρο του 1836), αφού τακτοποίησε τα οικονομικά ζητήματα πήρε την απόφαση να ταξιδέψει στο εξωτερικό, για να γνωρίσει από κοντά τις κατακτήσεις του ευρωπαϊκού πνεύματος. Ένας από τους κυριότερους λόγους, που τον ώθησαν να ταξιδέψει εκείνο τον καιρό, ήταν η επιθυμία του να συγκεντρώσει στοιχεία γύρω από την Επανάσταση του 1821. Το είπε ο ίδιος αργότερα στο λόγο του της 25ης Μαρτίου 1852: «[…], πολλά ἱστορικὰ τοῦ Ἀγῶνος φωτίζονται ἀπὸ τὰ ἐκεῖ συμβάντα».

Στα τέλη Οκτωβρίου 1836 ο Τερτσέτης βρέθηκε στο Παρίσι, όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του ίδιου. Λίγες μέρες αργότερα πήγε στο Λονδίνο. Στο δελτίο της εισόδου του στην Αγγλία, που υπάρχει στα Βρετανικά Κρατικά Αρχεία, σημειώνονται τα εξής: «Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου 1836. Όνομα Γ. Τερτσέτης. Επάγγελμα Δικαστής εκ Ζακύνθου». Την άνοιξη του 1837 ξαναγύρισε στο Παρίσι κι εκεί σχετίστηκε με διάφόρους εξέχοντες ανθρώπους των γραμμάτων και ιδιαίτερα τον Ιταλό λόγιο και φιλέλληνα Νικόλαο Tommaseo.image

Με την ευκαιρία της μετακομιδής και ταφής του Γάλλου στρατηγού Charles Marie Denys, comte de Damremont (και άλλων συμπατριωτών του συμπολεμιστών) από την Costantina του Αλγερίου στο μέγαρο των Απομάχων (5 Δεκεμβρίου 1837), ο Τερτσέτης έγραψε σπουδαίο λόγο, που πρωτοδημοσιεύεται τώρα εδώ. Το κείμενο αυτό του Τερτσέτη εκφράζει τη βαθύτερη πίστη του στην Ελλάδα και στη Γαλλία για την πρόοδο του ανθρώπου και της ανθρωπότητας.

Στα χρόνια 1838-1840 ήταν αφιερωμένος στις ελεύθερες σπουδές του και παρακολουθούσε παραδόσεις των Charles Lenormant, Lerminier, Pelegrino Rossi, Royer Collard, Roseeuw Saint-Hillaire, Michelet, Saint-Marc Girardin και άλλων. Επίσης άκουσε πιθανότατα μαθήματα του Claude Fauriel και σχετίστηκε μαζί του, προμηθεύοντάς του πολλά δημοτικά τραγούδια.

Από τις τόσες προσωπικότητες που συνδέθηκε φιλικά μαζί τους ο Τερτσέτης στο Παρίσι —ο ίδιος αναφέρει ορισμένες απ᾽ αυτές σε διάφορα κειμενά του— αξιομνημόνευτες από εδώ είναι η Αγγλίδα Elizabeth Fry, μεγάλη φίλη και υποστηρίκτρια του Εικοσιένα και ο Γάλλος ελληνιστής Ch.M. Wladimir Brunet de Presle.

Το καλοκαίρι του 1840 ο Τερτσέτης φιλοξενήθηκε από τον Αλέξανδρο Πάλλη στο εξοχικό προάστιο του Λονδίνου Tottenham. Εκεί, παρακινημένος από τον Έλληνα μεγαλοτραπεζίτη, έγραψε κι εκφώνησε στους ομογενείς του Λονδίνου λόγο του «Εἰς τὴν ἐορτὴν τῆς Μεταμορφώσεως» που τύπωσε το 1846 στην Αθήνα.

Ο Τερτσέτης αναφέρει ότι το 1842 άκουσε στο Παρίσι μαθήματα από τον φιλέλληνα καθηγητή J.J.Ampere.

Στις 25 του Μάρτη 1842 ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε κι έστειλε του Τερτσέτη ένα ιταλικό γράμμα, που είναι γνωστό από την παρακάτω μετάφραση του Σπύρου δε Βιάζη:

Σίγουρα ο Διονύσιος Σολωμός ασκούσε πάντα μεγάλη επίδραση στο πνεύμα και τις δημιουργικές εκδηλώσεις του Τερτσέτη. Το γράμμα του της 25ης Μαρτίου 1842 άνοιγε την αυλαία του εσωτερικού κόσμου μιας αγωνιστικής ψυχής και την υποχρέωνε, μεσ᾽ από την επιφανειακή γαλήνη του σπουδαστηρίου, ν᾽ αναμετρήσει τα πνευματικά χρέη και να πάρει ενεργό μέρος κι αυτή στην αναγέννηση του Γένους. Ο Τερτσέτης, που έβλεπε σαν δύο κρίκους αδιάσπαστους τον Λόγο και την Πράξη, δεν μπορούσε να μείνει απαθής στο δυνατό κέντρισμα του Σολωμού. Η απομάκρυνση από την πατρίδα εξουδετερώθηκε μέσα του μόλις διάβασε το γράμμα εκείνο.

Τα Χριστούγεννα του 1842, σε μία ορθόδοξη εκκλησία του Λονδίνου, εκφώνησε στους ομογενείς ένα θαυμάσιο λόγο του περί Χριστιανισμού και Ελληνισμού. Το θέμα τούτο ήταν ανεξάντλητο πάντα για τον Τερτσέτη, που ήξερε να το χειρίζεται μ᾽ ἐνα πρωτότυπο (κάθε φορά) και συναρπαστικό τρόπο.

Pavlos_Karrer.jpgΣτα τέλη επίσης του ίδιου χρόνου (1842) στο Λονδίνο νουθετεί και καθοδηγεί πνευματικά κι εθνικά το νεαρό συμπολίτη του Παύλο Καρρέρ, που έμελλε αργότερα να γίνει ο πρώτος νεοέλληνας μουσουργός.

Την είδηση του θανάτου του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη (4/16 Φεβρουαρίου 1843) διάβασε ο Τερτσέτης —όπως αναφέρει ο ίδιος— σ᾽ εφημερίδες του Λονδίνου. Η απώλεια του αθάνατου Γέρου του Μοριά έφερνε τώρα πλησιέστερα τα βήματα του Τερτσέτη στην πατρίδα.

Τον Αύγουστο του 1843, ύστερ᾽ από εφτά χρόνια διαμονής στην Ευρώπη, άφησε το Λονδίνο παίρνοντας τον δρόμο του γυρισμού. Σε λόγο του πρωτοδημοσιευμένο από μας (1853) γράφει: «Ὃταν κατὰ τὸ ἓτος 1843, τὸν Αὒγουστο μήνα, ἀναχώρησα ἀπὸ Λονδίνον, ἒμαθα εἰς τὸ ταξίδι τὸ συμβὰν τῆς 3ης Σεπτεμβρίου. Ὡς ἦτον πολὺ φυσικό, ἒλαβα προθυμία να γληγορεύσω τὸ φθάσιμό μου εἰς χώματα δοξασμένα ἀπὸ τὸ περιβόητο συμβάν».

Στις 6 Νοεμβρίου 1843 είδε το φως της δημοσιότητας ο πρώτος αριθμός του «Ρήγα», που τον έγραφε μόνος του ο Γεώργιος Τερτσέτης.

Τον Αύγουστο του 1844 κυκλοφόρησε ο δεύτερος αριθμός του «Ρήγα».

Την 31 Μαρτίου 1844 «Ἠ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Γραμματεία» ανακοίνωσε στον τερτσέτη ότι ο Όθων του απονέμει «τὸ ἀργυροῦν Νομισματόσημον, δι᾽ ἀνταμοιβὴν τῶν κατὰ τὸν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας πόλεμον ἑκδουλεύσεών του, καὶ χορηγεῖ εἰς αὐτὸν τὴν ἂδειαν νὰ τὸ φὲρῃ εἰς πᾶσαν περίστασιν».

Τον Γενάρη του 1845 ο Τερτσέτης εξέδωσε το τρίτο τεύχος του «Ρήγα». Μοναδικό αντίτυπο του τεύχους αυτού σώθηκε από μας.

Τον Μάη του 1845 κυκλοφόρησε το τέταρτο και τελευταίο τεύχος του προσωπικού αυτού περιοδικού του Γεωργίου Τερτσέτη.

Στο διάστημα της έκδοσης του «Ρήγα», που στάθηκε διδακτική, προοδευτική και μαχητική έπαλξη πατριωτισμού της εποχής, ο Τερτσέτης εξακολούθησε να καταγράφει ενθυμήματα ή βιογραφίες αγωνιστών του Εικοσιένα. Την εποχή εκείνη κατέγραψε και τα απομνημονεύματα του Δήμου Τσέλιου, που ανάγγειλε την έκδοσή τους στο τρίτο τεύχος του «Ρήγα», χωρίς όμως και να την πραγατοποιήσει ο ίδιος ποτέ.

Στις 5 Μαρτίου 1846 ο Γεώργιος Τερτσέτης εκλέχτηκε ως αρχειοφύλακας και βιβλιοφύλακας της Βουλής των Ελλήνων.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό του Κοινοβουλίου (άρθρο 98), που ψηφίστηκε στο σύνολό του στις 13 Ιανουαρίου 1845, ο πρόεδρος παρουσίασε τρείς υποψήφιους για την πλήρωση της θέσης αυτής, ύστερ᾽ από μυστική ψηφοφορία των βουλευτών. Έτσι στη συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου 1846 «ὀ Πρόεδρος ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ὑποψηφίους διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀρχειοφύλακος καὶ βιβλιοφύλακος αὐτῆς τοὺς κ.κ. Γεώργιον Τερτσέτην, ἐκ Ζακύνθου, ἂνδρα ἰκανότητος, τιμιότητος και παιδείας καὶ εἰς δικαστικὰς θέσεις κατὰ καιρούς ὑπηρετήσαντα· τὸν κ. Ἠλίαν Χρηστοφίδην δημοσιογράφον ἐκ Κυδωνιῶν, φέροντα βαθμὸν ἀξιωματικοῦ διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις του, φιλόμουσον καὶ καλοῦ χαρακτῆρος· καὶ τὸν κ. Χαραλάμπην Νικολαΐδης, ἐκ Τριπόλεως, νέον μὲ ἱκανότητα, χρηστοήθη καὶ ὑπηρετήσαντα εἰς διαφόρους διοικητικῶν γραφείων ὑπηρεσίας ἐπαξίως· ὣρισε δὲ ὡς ἡμέραν τῆς ἐνεργηθησομένης ἐκλογῆς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τῆς αὓριον».

Στην ψηφοφορία που έγινε στη Βουλή ο Τερτσέτης πήρε 61 ψήφους, ο Χρηστοφίδης 29 και ο Νικολαΐδης 14. Ο πρόεδρος της Βουλής Ρήγας Παλαμήδης ανακοίνωσε στο Σῶμα ότι αρχειοφύλακας και βιβλιοφύλακας διορίστηκε ο Γεώργιος Τερτσέτης «διὰ τὰ προτερήματα τοῦ ἀνδρός». Έκτοτε σε κάθε νέα βουλευτική Σύνοδο, ο Τερτσέτης ερχόταν πρώτος με μεγάλη πλειοψηφία, κι αυτό επαναλαμβανόταν έως το θάνατό του.

Είναι γνωστή η συμβολή του Τερτσέτη στην οργάνωση και αξιοποίηση της Βιβλιοθήκης και του Ιστορικού Αρχείου της Βουλής των Ελλήνων. Ο ίδιος επίσης είχε φροντίσει να χρησιμοποιήσει το αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης της Βουλής, για την εκφώνηση συστηματικών ομιλιών του στους βουλευτές και τους καλλιεργημένους Αθηναίους. Ωστόσο έβγαζε λόγους και στο Βαρβάκειο, καθώς επίσης σε διάφορα σχολεία κι ακόμα «στοὺς ἳσκιους τῶν δέντρων τῆς Βουλῆς». Η ζωντανή αυτή επικοινωνία του Τερτσέτη με τους άλλους, που κράτησε σ᾽ όλη του τη ζωή, ήταν έν᾽από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του φιλέρευνου και στοχαστικού πνεύματός του.

Το φθινοπωρο του 1846 εγκαινίασε στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης της Βουλής σειρά ομιλιών, με τον τίτλο «Μελέται βουλευτικῆς εὑγλωττίας», που συνέχισε ως τις αρχές του 1847. Τον ίδιο χρόνο (1846) δημοσίευσε και το λόγο του «Εἱς τὴν ἑορτὴν τῆς Μεταμορφώσεως», που είχε εκφωνήσει το 1840 στην Αγγλία.

Το παρακάτω γράμμα του Γεωργίου Τερτσέτη προς τον Γάλλο νεοελληνιστή και φίλο του Ch. M. Wladimir Brunet de Presle αποκαλύπτει ότι ο Ζακυνθινός πατριδολάτρης είχε αφήσει στο Παρίσι το χειρόγραφό του των απομνημονευμάτων του Νικηταρά («ἐκστρατεία τοῦ Δράμαλη εἰς Πελοπόννησον» το ονοματίζει). Ο Τερτσέτης ζήτησε από τον Βλαδίμηρο Brunet de Presle να του στείλει το χειρόγραφο στην Αθήνα, αφού όμως κρατήσει πρωτύτερα ο φίλος του αντίγραφο, από φόβο μήπως παραπέσει και χαθεί. Ο Brunet de Presle έστειλε το χειρόγραφο και κράτησε αντίγραφο, που παρουσιάζει όμως πολλές παρανοήσεις και χάσματα. Το χειρόγραφο του Presle βρήκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού ο καθηγητής Νίκος Βέης και το εξέδωσε με πρόλογο και πλούσια επεξηγηματικά σχόλια. Ο Τερτσέτης, όσο ζούσε δεν εξέδωσε το αυτόγραφό του, που επεξεργάστηκε μάλιστα σε διάφορες μορφές αργότερα. Τα χειρόγραφα του Τερτσέτη, που είχαμε ανακαλύψει στη Ζάκυνθο πριν από τριαντατρία χρόνια, εκδόθηκαν από μας στην Ακαδημία Αθηνών (τέλη 1952). Ιδού τώρα και το ανέκδοτο έως τώρα γράμμα του Τερτσέτη, που περιέχεται σ᾽ ετοιμαζόμενη ανακοίνωσή μας πολλών επιστολών του τελευταίου προς τον Wladimir Brunet de Presle:

Το 1847 ο Τερτσέτης εξέδωσε δύο φυλλάδια, με τον τίτλο «Μελέται βουλευτικής εὐγλωττίας», καθώς επίσης την «Ἁπλῆ Γλώσσα», που χαρακτηρίζει ο ίδιος «Συλλογή ποιημάτων καὶ διηγήσεων». Στο τεύχος αυτό, μαζί με τα δικά του ποιήματα και πεζά, παρουσίασε και μερικά ξένα κείμενα.

Συνεχίζοντας τον κύκλο των ομιλιών του, με τον γενικό τίτλο «Μελέται βουλευτικής εὐγλωττίας», δημοσίευσε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αἰὼν» (17 Ιανουαρίου 1848, σ. 3α, χωρίς τίτλο) το παρακάτω κείμενο:

Τον Μάρτη του 1848 ο Τερτσέτης, εκφώνησε στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης της Βουλής λόγο του «περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς». Ιδού και «Εἰδοποίησις» του ίδιου στην εφημερίδα «Αἰών», αριθ. 859, Ἀθῆναι 27 Μαρτίου 1848, σσ.3-4:

Ανάμεσα στα κατάλοιπα του Τερτσέτη, μαζί με το λόγο αυτό, σώθηκε κι η παρακάτω περίληψή του, γραμμένη από τον ίδιο:

Στις 12 Ιανουαρίου 1849 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αἰών», αριθ. Φ. 931, σ.3, η παρακάτω ανακοίνωση του Τερτσέτη:

Η ομιλία του Τερτσέτη πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1849. Με το ἰδιο θέμα «περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς» μίλησε ο Τερτσέτης από το ίδιο βήμα και την επόμενη Κυριακή (23 Ιανουαρίου 1849).

Ένας από τους πολυτιμότερους λόγους του Τερτσέτη, που περιέχει πολύτιμες πληροφορίες γύρω από τον αθάνατο Γέρο του Μοριά, είναι ο αφιερωμένος στη μνήμη του Κωνσταντίνου Κολλίνου Θ. Κολοκοτρώνη (27 Φεβρουαρίου 1849 στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης της Βουλής).

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μάρτη 1849, το εκλεκτό ακροατήριο του Τερτσέτη (στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης της Βουλής) άκουσε από τον ίδιο μιά σημαντική παραινετική ομιλία του, που είχε σαν κεντρική της ιδέα την αρετή και την ομόνοια των Ελλήνων.

Τα δύο παρακάτω ανέκδοτα έως τώρα γράμματα του Γεωργίου Τερτσέτη προς τον Ch. M. Wladimir Brunet de Presle φανερώνουν ότι εκτός από τα ενθυμήματα του Νικηταρά είχε καταγράψει και βιογραφικά του Δημητρίου Πλαπούτα, που είναι άγνωστη έως τώρα η τύχη τους:

Οι παρακάτω αγγελίες του Γεωργίου Τερτσέτη στην εφημερίδα «Αἰών» ειναι σχετικές με την έκδοση της Διήγησης του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη (1851) και τις δύο ομιλίες που πραγματοποίησε πάνω στο ίδιο θέμα «Προλεγόμενα στὴ Διήγηση τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη (25 Μαρτίου 1851)» και «Ἐξακολούθησις τῶν προλεγομένων εἰς τὰ ὑπομνήματα τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη (23 Μαρτίου 1852)».

Το 1853 ο Τερτσέτης υπόβαλε στο Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό το ποίημά του «Κόριννα καὶ Πίνδαρος», που πρωτοτυπώθηκε ανώνυμα στο περιοδικό «Πανδώρα». Πρωτύτερα στο ίδιο εξαίρετο περιοδικό είχαν δημοσιευτεί τα σχετικά με την απονομή του βραβείου στον ποιητικό αυτό διαγωνισμό. ‹αρχείο› Ποιήματα 099-133

Η επιτροπή του διαγωνισμού, ενώ επαίνεσε το ποίημα, βρήκε διάφορες δικαιολογίες για να το απορρίψει, βασισμένη στο γεγονός ότι γράφτηκε στη δημοτική. Ο Τερτσέτης απάντησε με πολύ χιούμορ σε λόγο του, ενώ το ποίημά του τυπώθηκε με έξοδα της Βουλής των Ελλήνων.

Ο λόγος του Τερτσέτη «Ὁμιλία περὶ τοῦ ἀοιδίμου Γρηγορίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως», προγραμματισμένος από τον ίδιο για τις 29 Μαρτίου 1853, πραγματοποιήθηκε τελικά στις 5 Απριλίου του ίδιου χρόνου. Ο λόγος αυτός δημοσιεύτηκε από τον Τερτσέτη σε φυλλάδιο. Αξιομνημόνευτη είναι και η «Άγγελία» του Τερτσέτη για τον εξαίρετο αυτό λόγο του:

Στο διάστημα ενός τριμήνου (Μάϊος-Ιούλιος 1853) ο Τερτσέτης έδωσε μιά σειρά διαλέξεων του στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης της Βουλής. Τις ομιλίες του αυτές ονόμασε «Παραδόσεις Δημοσίου Δικαίου». Ιδού και η σχετική «αγγελία», που έδωσε ο ίδιος για δημοσίευση:

Από διάφορους άλλους λόγους του, που εκφώνησε το 1853, σώθηκαν ορισμένα αποσπάσματα στα κατάλοιπα του Τερτσέτη και καταχωρίζονται κι αυτά τώρα εδώ.

Ο Τερτσέτης υπήρξε πρόδρομος της ελληνικής λαογραφίας. Εκείνο τον καιρό έδωσε για δημοσίευση αρκετά δημοτικά τραγούδια στο περιοδικό «Πανδώρα», ενώ άφησε ανέκδοτες τις περισσότερες συλλογές ή καταγραφές του.

Ο Τερτσέτης υπόβαλε, τον Γενάρη του 1854, στον διαγωνισμό για το Ράλλειο βραβείο το ποίημά του «Τὸ ὂνειρον τοῦ βασιλὲως κατὰ τὸν Σεπτὲμβριον τοῦ 1853». Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε από τον Διονύσιο Π. Στεφάνου, ο οποίος γράφει τα εξής:

Στις 28 ΜΑρτίου 1854 ο Τερτσέτης έπλεξε στη Βιβλιοθήκη της Βουλής το «Ἐγκώμιο τῶν φιλελλήνων». Η ομιλία του αυτή εκδόθηκε από τον ίδιο σε φυλλάδιο.

Ο Τερτσέτης, παίρνοντας αφορμή από ένα άρθρο του Taxile Delord στην παρισινή εφημερίδα «Le Charivari» (19 Απριλίου 1854), με τον τίτλο «Philhellenie et repentir», δημοσίευσε, σε συνέχειες, πολύτιμο άρθρο του γύρω από το καυτό εθνικό θέμα της Ηπείρου και Θεσσαλίας στη γαλλόφωνη πολιτική επιθεώρηση «Panhellenium».

Η πυρκαγιά, που αποτέφρωσε το οίκημα της Βουλής και της Γερουσίας (μεσάνυχτα 17-18 Οκτωβρίου 1854), απείλησε το Ιστορικό Αρχείο και τη Βιβλιοθήκη. Ευτυχώς η φωτιά δεν έφτασε ως εκεί κι έτσι σώθηκαν οι αρχειακοί θησαυροί του Ιερού Αγώνα και τα βιβλία. Ωστόσο βρέθηκαν ορισμένοι άρπαγες, που, μέσα στο σκοτάδι, πήραν βιβλία, χειρόγραφα, χρήματα, κλπ. Αυτό στάθηκε αφορμή να εκφωνήσει ο Τερτσέτης τον «Λόγο κατά κλοπῆς».

Όταν ήταν πρόεδρος της Βουλής ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, ύστερ᾽ από έντονα διαβήματα του Γεωργίου Τερτσέτη, αποφασίστηκε η έκδοση των «Ἀρχείων τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας» (4 Δεκεμβρίου 1855), με δαπάνη του Σώματος.

Ο λόγος του Τερτσέτη της 25ης Μαρτίου 1855, που εκφωνήθηκε κι αυτός στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης της Βουλής, είδε αρχικά το φως της δημοσιότητας στη Ζάκυνθο κι ύστερα στην Αθήνα (1856). Στη δεύτερη αυτή έκδοση συνοδεύεται από αφιερωματική επιστολή του Τερτσέτη προς τον εξάδελφό του Αντώνιο Μάτεσι.

Το γνωστό ποίημα του Τερτσέτη «Οἱ Γάμοι τοῦ Μεγάλου Αλεξάνδρου» υποβλήθηκε από τον ίδιο στο Ράλλειο του 1856. Η Επιτροπή, παρ᾽ όλα τα εγκώμια (δεσμευμένη κι από την απόφαση του αθλοθέτη που ήθελε να υποβάλονται τα ποιήματα στην καθαρεύουσα), το απόριψε για τη δημοτική του γλώσσα. Ο Τερτσέτης, ακόμα μιά φορά, έδωσε την απάντηση που άξιζαν οι κριτές του.

Στη γαλλόφωνη αθηναϊκή εφημερίδα «Le Moniteur Grec», ο Τερτσέτης δημοσίευσε τον Φλεβάρη του 1856 άρθρο αφιερωμένο στη μνήμη του Γάλλου γλύπτη κα φίλου του David d’ Angers. Επίσης στο γαλλόφωνο περιοδικό της Αθήνας «Le Spectateur de l’ Orient» δημοσίευσε, το Θεριστή του ίδιου χρόνου (1856), σπουδαίο και διαφωτιστικό άρθρο, με περιεχόμενο εθνικό, με τον τίτλο «A propos du discours de Mr le Duc du (sic) Broglie».

Το 1857 δημοσιεύει στο παραπάνω περιοδικό «Le Spectateur de l’ Orient» (τεύχη Γενάρη και Μάρτη) δύο άλλα, σημαντικά κείμενά του: α) «Les Times et les Ioniens» και β) «Le Compte Dionisio Solomo» (νεκρολογία του Τερτσέτη στον αγαπημένο παιδικό φίλο του.

Για τον ετήσιο και καθιερωμένο λόγο του της 25ης Μαρτίου της ίδιας χρονιάς ο Τερτσέτης αναφέρει στη σχετική «αγγελία» του:

Τον παραπάνω λόγο του «Τὰ ἐπιστρόφια εἰς τὸν Θεὸν» εξέδωσε ο Τερτσέτης σε φυλλάδιο.

Ακαταπόνητος ο Τερτσέτης ετοίμασε σε λίγο μια νέα ομιλία, που την ανάγγειλε ως εξής:

Ο λόγος αυτός του Τερτσέτη δημοσιεύτηκε στο αθηναϊκό περιοδικό «Νέα Πανδώρα».

Στο Ράλλειο του 1858, ανάμεσα στ᾽ άλλα έργα που υποβλήθηκαν στην κριτική επιτροπή του διαγωνισμού, ήταν και μιά κωμωδία, σε ενδεκασύλλαβους στίχους, ανωνύμου, με τον τίτλο «Ὁ θρίαμβος τοῦ ποιητικοῦ διαγωνισμοῦ κατὰ τὸ ἒτος 1858». ‹αρχείο Ο Θρίαμβος … 134-160. Ο ποιητής δεν ήταν άλλος από τον Γεώργιο Τερτσέτη, που θέλησε να σατιρίσει με την κωμωδία του τους καθαρευουσιάνους και την επιτροπή του Ράλλειου. Η κωμωδία έμεινε ανέκδοτη από τον Τερτσέτη και περισώθηκε κι αυτή από τον υποφαινόμενο.

Με την ευκαιρία του νέου ετήσιου λόγου του της 25ης Μαρτίου του 1858 ο Τερτσέτης εκοινοποίησε την εξής «Ἀγγελία» του:

Τελικά η ομιλία τούτη του Τερτσέτη, που αναβλήθηκε εξ αιτίας του καιρού, πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαΐου 1858 «εἰς τοὺς ἳσκειους τῶν δένδρων τῆς καϊμένης Βουλῆς». Για το σπουδαίο λογογραφικό δημιούργημα του Τερτσέτη «Τί τὸ ὡραῖον τῆς Τέχνης», η αθηναϊκή εφημερίδα «Αἰών» έγραψε τα εξής:

Το παρακάτω αχρονολόγητο γράμμα του Γεωργίου Τερτσέτη προς τον αδελφό του Νικόλαο, πρωτοδημοσιευμένο από μας, αποτελεί αληθινό βιογραφικό και πνευματικό ντοκουμέντο του Ζακυνθινού πατριδολάτρη. Το γράμμα τούτο συντάχθηκε από τον Τερτσέτη στη χρονική περίοδο 1856-1858:

Στα μέσα Μαΐου 1858 η Πολιτεία ανάθεσε στον Τερτσέτη διπλωματική αποστολή στο εξωτερικό. Έτσι εκδόθηκε διαβατήριο του διαρκείας έξι μηνών και ταξίδεψε, όπως φαίνεται απ᾽ αυτό, στους εξής τόπους: Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κάτταρο, Τεργέστη, Βιέννη, Μόναχο, Αϊδελβέργη, Στρασβούργο, Παρίσι, Λονδίνο, Μάντσεστερ …

Η διπλωματική αυτή αποστολή του Τερτσέτη είναι γνωστή και από την ομιλία του της 25ης Μαρτίου 1859, που εκδόθηκε σε φυλλάδιο με τον τίτλο «Τί εἶδα εἰς τὴν τετράμηνον περιήγησίν μου». Στην ομιλία του αυτή ο Τερτσέτης αφηγείται ότι πήγε στο Μαυροβούνι, όπου είχε συνομιλία με τον ηγεμόνα του τόπου Δανιήλ. Ο επόμενος λόγος του, της Κυριακής των Βαΐων του 1859, που περιέχεται στη συνέχεια του παραπάνω φυλλαδίου, αναφέρει στο τέλος ότι ο Τερτσέτης είχε μεταφράσει την τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύρρανος». Στο ίδιο φυλλάδιο δημοσιεύεται και ο λόγος του Τερτσέτη της 25ης Μαρτίου 1857, που εκφωνήθηκε την 20 Μαΐου 1857.

Στις 2 Αυγούστου 1859, με την θμελίωση της Σιναίας Ακαδημίας Αθηνών από τον Όθωνα, ο Τερτσέτης σύνθεσε ωδή σε Σαπφικό μέτρο, που την κυκλοφόρησε σε μονόφυλλο, με πεζή γαλλική μετάφραση στο πλάϊ (δεξιά) του Ν.Ν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1859 ο Γεώργιος Τερτσέτης έστειλε στον Ιάκωβο Πολυλά ένα χειρόγραφο του «Διαλόγου» του Διονυσίου Σολωμού, για να τον συμπεριλάβει στην ετοιμαζόμενη έκδοσή του των «Εὑρισκομένων» του Εθνικού μας Ποιητή (Κέρκυρα 1859). Έτσι, χάρη στον Τερτσέτη, σώθηκε ο «Διάλογος» του Σολωμού από το αντίγραφο του Σπύρου Πήλικα.

Αρχές Οκτωβρίου του 1859 κυκλοφόρησε ιδιαίτερα ένας εξαίρετος λόγος του Γεωργίου Τερτσέτη, με τον τίτλο: «Περὶ τῆς παραδόσεως τῆς νεωτέρας ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τοῦ κυρίου Α. Δουνουὲ καὶ περὶ τοῦ χειρογράφου τῆς αυτοβιογραφίας τοῦ Παναγῆ Σκουζέ».

Στις 25 Οκτωβρίου 1859, σε συμπόσιο πολλών ανθρώπων των γραμμάτων, που πραγματοποιήθηκε σε κάποιο περιβόλι κοντά στην Ακαδημία του Πλάτωνα, για να τιμηθούν ο Κάρολος Lenormant και ο γιός του Φραγκίσκος, ο Τερτσέτης έβγαλε ωραίο λόγο στα γαλλικά, που δημοσιεύτηκε αμέσως ελληνική μετάφρασή του.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, με τη συνεργασία των Δ.Ι. Μαυροφρύδη και Χ.Ν. Φιλαδελφέα, είχε προσπαθήσει να εκδοθεί μια πεντάτομη συλλογή μνημείων της νεοελληνικής γλώσσας. Η εθνική αυτή έκδοση, δυστυχώς δεν πραγματοποιήθηκε. Αξιομνημόνευτη εδώ είναι η σχετική «Προκήρυξις. Περὶ ἐκδόσεως συλλογῆς μνημείων νεοελληνικῆς γλώσσης»:

Ύστερ᾽ από «αγγελία» του Τερτσέτη για την εκφώνηση του ετήσιου λόγου της 25ης Μαρτίου 1860, κι αφού δημοσιεύτηκε κι αυτό σε φυλλάδιο με τον τίτλο «Τὶς ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρωπίνου βίου», ο Νικόλαος Δραγούμης έγραφε, σε ανυπόγραφη βιβλιοκρισία του, τα εξής:

Ο λόγος του Τερτσέτη της 20 Μαΐου 1860 «Περὶ Κράτους», που τυπώθηκε κι αυτός ιδιαίτερα σε φυλλάδιο, αναγγέλθηκε από τον ίδιο πρωτύτερα ως εξής:

Το καλοκαίρι του 1860 δόθηκε άδεια έξι μηνών στον Τερτσέτη, για την πραγματοποίηση νέας διπλωματικής αποστολής του στο εξωτερικό. Το διαβατήριό του, με χρονολογία 6 Ιουνίου 1860, τον αναφέρει «ἀπερχόμενον εἰς Κέρκυραν καὶ Ἰταλίαν δι᾽ ὑποθέσεις του». Τον Αύγουστο του 1860 συνάντησε τον Cavour στο Τουρίνο κι είχε μαζί του μιάν αξιόλογη διπλωματική συνομιλία. Το παραπάνω διαβατήριό του δείχνει ότι ο Τερτσέτης πήγε τότε σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας. Στη Φλωρεντία έγραψε τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου (1860) την έμμετρη «Ἐπιστολὴ στὸν Οὖγο Φόσκολο» ‹αρχείο Ugo Foscolo … 160-169 ιταλικά και γαλλικά. Πριν φύγει από το Τουρίνο για τη Γαλλία (Παρίσι) στις 21 Ιουνίου 1861, όπως αναγράφεται στο διαβατήριό του, δημοσίευσε το «Ἐγκώμιο στὴ μνήμη τοῦ Santorre Conte di Santa Rosa» και την «Epistola a Ugo Foscolo». Με τα δύο του αυτά δημοσιεύματα, που κυκλοφόρησαν σε ιδιαίτερα φυλλάδια, ο Τερτσέτης απέβλεπε κυρίως στην αναζωπύρωση του φιλελληνισμού. Επίσης, πριν φύγει από το Τουρίνο για το Παρίσι, ο Τερτσέτης έγραψε κι έστειλε στο φίλο του Νικόλαο Tommaseo τέσσερις ιταλικές επιστολές, από τις οποίες οι δύο (της 1ης και 15ης Μαρτίου 1861) παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το παρακάτω απόσπασμα επιστολής του Νικολάου Λούντζη προς τον πατέρα του ιστοριογράφο και λόγιο Ερμάννο, παρέχει αξιόλογες πληροφορίες για τον Γεώργιο Τερτσέτη:

Όπως αναγράφεται στο διαβατήριό του, ο Τερτσέτης αναχώρησε για την Ελλάδα στις 3/15 Σεπτεμβρίου 1861.

Giuseppe_Garibaldi_(1866).jpgΤον Γενάρη του 1862 ο Τερτσέτης έστειλε από την Αθήνα στον στρατηγό G. Garibaldi τα δύο ιταλικά συνθέματά του για τον Santa Rosa και Ugo Foscolo, μαζί μ᾽ ένα θερμό γράμμα, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν υποβοηθητικό της νέας διπλωματικής αποστολής του. Η αποστολή αυτή, που απέβλεπε σε συνάντηση του Τερτσέτη με τον Ιταλό στρατηγό Giusepe Garibaldi, προσδιορίζεται από επίσημες οδηγίες του υπουργού εξωτερικών Ανδρέα Γεωργίου Κουντουριώτη. Ο τελευταίος μ᾽ επιστολή του προς τον Τερτσέτη στα γαλλικά (Αθήνα 3/15 Φεβρουαρίου 1862) γράφει ότι «Ἡ παροῦσα θὰ σᾶς εἲναι χρήσιμη σὰν απόδειξη πρὸς τὸν στρατηγό Ἰωσήφ Γαριβάλδη πὼς εἲσαστε ἐξουσιοδοτημένος νὰ τοῦ κάνετε σημαντικὲς ἀνακοινώσεις».

Ο Τερτσέτης θεωρούσε χρέος του να μεταφέρει το κήρυγμα της ομόνοιας και στους Έλληνες του εξωτερικού, που αποτελούν ανέκαθεν αναπόσπαστο κρίκο του εθνικού κορμού. Έτσι στις 25 Μαρτίου 1862 ο Τερτσέτης εκφώνησε στη Γένουα λόγο του στους εκεί Έλληνες, με θέμα την εθνική διχόνοια.

Δεν είναι γνωστό έως τώρα ποιό μήνα της άνοιξης ή του καλοκαιριού του 1862 ξαναγύρισε ο Τερτσέτης στην Ελλάδα.

Ο ετήσιος λόγος του Τερτσέτη της 25ης Μαρτίου 1863 δημοσιεύτηκε κι αυτός από τον ίδιο σε ιδιαίτερο φυλλάδιο.

Η Πολιτεία ανάθεσε στον Τερτσέτη νέα αποστολή στην Ιταλία. Εκεί, στις 16 Ιουνίου 1863 ε.π., εκφώνησε λόγο, στην ορθόδοξη ελληνική εκκλησία του Λιβόρνου, όπου έγινε δοξολογία με την ευκαιρία της εκλογής του Γεωργίου Α´ σαν βασιιά των Ελλήνων.

Ξαναγυρίζοντας στην Αθήνα κι ενώ βρισκόταν στην Κέρκυρα, εκφώνησε δύο λόγους, προπόσεις του, σε συμπόσιο για την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, που τυπώθηκαν σε μονόφυλλο.

Στις 29 Μαρτίου 1864 ο Τερτσέτης εκφώνησε στο Βαρβάκειο έναν από τους ωραιότερους λόγους του.

400px-Konstantinos_Lombardos.jpgΟ Τερτσέτης, με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Λομβάρδου, εκλέχτηκε βουλευτής Ζακύνθου (καλοκαίρι 1864). Στην ορκωμοσία του (5 Οκτωβρίου 1864) έβγαλε λόγο από το βήμα της Εθνικής Αντιπροσωπείας, που τελείωνε ως εξής: «Πληρεξούσιος τοῦ λαοῦ λαλῶ τὴν γλῶσσαν του».

Το 1864 ο Τερτσέτης άρχισε να γράφει το ποίημά του «Ἡ κόρη τοῦ Σεϊσλάμη», που συμπλήρωσε αργότερα.

Η αλληλογραφία του Τερτσέτη με τον Δαλματό φιλέλληνα και διάσημο φιλόλογο Νικόλαο Tommaseo παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον στη διετία 1864-1865.

Στις 19 Δεκεμβρίου 1865 εκφώνησε λόγο στο Βαρβάκειο «περὶ ἀθανασίας τῆς ψυχῆς», που τυπώθηκε στην Αθήνα.

Στις 26 Φεβρουαρίου 1866 ο Τερτσέτης αναχώρησε από την Αθήνα για την Ιταλία δια υποθέσεις του, όπως αναφέρει το διαβατήριο του ιδίου. Πήγε στη Φλωρεντία, όπου τύπωσε το έμμετρο ιταλικό δράμα του «La Morte di Socrate», με προλεγόμενα του Niccolo Tommaseo. ‹αρχείο La Morte di Socrate … Οι Τάφοι … 170-202 Στις 18 Απριλίου πήγε στη Ρώμη και στις 28 του ίδιου μήνα στη Νεάπολη. Από εκεί επέστρεψε στην Αθήνα (5 Μαΐου 1866).

Όπως αποκαλύπτει το παραπάνω διαβατήριό του, ο Τερτσέτης ταξίδεψε από την Αθήνα στην Αγγλία, το καλοκαίρι του 1866. Με την ευκαιρία τούτη διάβασε μια πρόποσή του στους γάμους δύο ομογενών νέων του Λονδίνου. Στις 14 Ιουλίου 1866 αναχώρησε από την Αγγλία για τη Γαλλία. Στο διαβατήριό του σημειώνεται ότι θα ταξίδευε από το Chambery (Σαβοΐα) για την Ιταλία και την Ελλάδα. Το Chambery ήταν η γενέτειρα της εικοσιεξάχρονης τότε Adélaïde Germain, που ζήτησε η ίδια να γίνει σύζυγος του ακαταπόνητου και ανήσυχου Ζακυνθινού. Ο Τερτσέτης, όσο κι αν είδε (με τη λογική) το πράγμα μελαγχολικά (είχε συμπληρώσει πιά τα 65 χρόνια), ένοιωσε ν᾽ αναταράζεται η πάντα νέα καρδιά του …

Από το Chambery ο Τερτσέτης και η Adélaïde ταξίδεψαν στη Φλωρεντία, Ρώμη και Νεάπολη. Στις 10/22 Αυγούστου 1866 ο Τερτσέτης έλαβε άδεια γάμου από τον εφημέριο της ορθόδοξης εκκλησίας της Νεάπολης Νικόλαο Κατραμή, τον κατοπινό αρχιεπίσκοπο Ζακύνθου, συγγραφέα και συμπολίτη του «ὑποψηφίου γαμπροῦ».

Στις 16 Οκτωβρίου 1866, με την έναρξη της δεύτερης περιόδου των μαθημάτων του «Ἀθὴναιου», ο Τερτσέτης, μίλησε για το ποίημα του «Ἐρωτόκριτου» και την επαναστατημένη Κρήτη.

Στις 26 Οκτωβρίου 1866 κυκλοφόρησε ιδιαίτερη «Ἀγγελία», για την έκδοση ορισμένων γνωστών και ανέκδοτον έργων του.

Στην ελληνογαλλική εφημερίδα «Ἑλλὰς Hellas», έτος Β´, Αθήναι 19/11/1866, σ.2-3, δημοσιεύτηκε ανοικτή επιστολή του Γεωργίου Τερτσέτη προς τον αυτοκράτορα των Γάλλων Ναπολέοντα Γ´ για την απελευθέρωση της Κρήτης. Η επιστολή γράφτηκε από τον Τερτσέτη σε γαλλική γλώσσα και δημοσιεύτηκε μαζί μ᾽ ελληνική μετάφραση. Στο εισαγωγικό σημείωμα της εφημερίδας αναγράφονται τα εξής: «Ὁ κ. Γ. Τερτσέτης βιβλιοφύλαξ τῆς Βουλῆς και χαίρων διὰ τὰς δημοτικὰς ποιὴσεις του οὐ μικρὰν ὑπόληψιν, παρακαλεῖ ἡμᾶς νὰ καταχωρίσωμεν ἐπιστολήν ἣν ἀπευθύνει πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Ναπολέοντα Γ´, γεγραμμένην μὲ τὴν ἂδολον ἀφέλειαν καὶ τὴν ἁπλὴν καὶ γαληνιαίαν φαντασίαν δι᾽ ὦν διακρίνονται καὶ τὰ ἂλλα ἒργα τοῦ ἀνδρός τοῦτου, ὃστις τὸν ἁγνὸν αὐτοῦ βὶον ἀφιέρωσεν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς πατρίδος καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν γραμμάτων· ἀλλὰ τὰ προσόντα ταῦτα δὲν ἀποκλείουσιν, ὡς θέλει ἰδεῖ ὁ ἀναγνώστης, τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἐμβρίθειαν τῶν ἰδεῶν. Ἂς ἑλπίσωμεν δὲ ὃτι ἡ γενναία πολιτική ἣτις διεκήρυξε τὁ δίκαιον τῶν ἐθνῶν, δὲν θέλει ἀνεχθῆ τὴν ἐξολόθρευσιν ἡρωικοῦ λαοῦ παλαίοντος διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν του καὶ ἐφελκύσαντος ἣδη τὰς συμπαθείας καὶ τὸν θαυμασμὸν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου».

Στις 7 Δεκεμβρίου 1866 ο Τερτσέτης αναχώρησε από την Αθήνα για τη Ρώμη.

Η Adélaïde Germain ξαναγύρισε από την Ελλάδα στο Chambery κι από εκεί πήγε στη Ρώμη (3 Ιανουαρίου 1867). Στην Αιώνια Πόλη έγινε κι ο γέμος του Γεωργίου Τερτσέτη με την Adélaïde Germain (17 Φεβρουαρίου 1867). Τον ίδιο μήνα προσπάθησε ο Τερτσέτης να ελκύσει την συμπάθεια του Πάπα για τον αγώνα της ανεξαρτησίας των Κρητών. Από το διαβατήριο του Τερτσέτη αποκαλύπτεται ότι το ζεύγος των νεονύμφων πήγε στη Φλωρεντία (7 Μαρτίου) και ξαναγύρισε στη Ρώμη (15 Μαρτίου).

Στις 25 Μαρτίου 1867 το γενικό προξενείο της Ελλάδας στη Ρωμη εξέδωσε διαβατήριο διαρκείας δώδεκα μηνών «εἰς τὸν Κύριον Γεώργιον Τερτζέτην άρχειοφύλακα καὶ βιβλιοθηκάριον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων ἀπερχόμενον εἰς Φλωρεντίαν καὶ εἰς Ἑλλάδα, καὶ εἰς τὴν σύζυγον αὐτοῦ Κυρίαν Ἀδελαΐδα».

Τον Ιούλιο του 1867 ο Τερτσέτης εκφώνησε λόγο, σε ιταλική γλώσσα, στην εκκλησία του Εσταυρωμένου της Φλωρεντίας. Ο λόγος αυτός δημοσιεύτηκε.

Τα τέλη του 1867 τύπωσε στην Πίζα, σε βιβλίο, διάφορα ποιήματά του, σε γαλλική μετάφραση της Adélaïde.

Τον Δεκέμβρη του 1867 ο Τερτσέτης και η γυναίκα του επέστρεψαν στην Αθήνα.

Τον Φλεβάρη του 1868 εκδόθηκε από τον Τερτσέτη, σε αχρονολόγητο τετρασέλιδο φυλλάδιο, η «Ἐπιστολὴ πρὸς Ζακυνθίους».

Ο ετήσιος λόγος του της 25ης Μαρτίου, που εκφώνησε στο Βαρβάκειο (12 Μαΐου 1868), δημοσιεύτηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αἰὼν» (16-5-1868), με το εξής εισαγωγικό σημείωμα: «Τὴν τελευταίαν Κυριακὴν 12 τ.μ. Ἐξεφώνησεν ὁ κ. Γ. Τερτσέτης ἐν τῷ Βαρβακείῳ, καὶ καθ᾽ ἂ προεκήρυξε, τὀν ἐτήσιον λόγον τῆς 25 Μαρτίου, ὃν δὲν ἐδυνήθη νὰ ἐκφωνήσῃ κατ᾽ ἑκείνην τὴν ἡμέραν. Ὁ λόγος οὖτος, γεγραμμένος εἰς τὴν γλῶσσαν, ἣν ὁ κ. Τερτσέτης συνηθίζει, θεωρῶν αὐτὴν ὡς τὴν ζῶσαν γλῶσσαν τοῦ Ἓλληνος, συνεκίνησεν εἰς πολλὰ μέρη τὸ ἀκροατήριον. Πεποιθότες, ὂτι προσφέρομεν εἰς τοὺς ἀναγνώστας ἡμῶν ἀνάγνωσμα τερπνὸν ἃμα καὶ διδακτικὸν, πλῆρες δ᾽ ἑλληνισμοῦ, μετ᾽εὐχαριστήσεως καταχωρίζομεν ἐν τῷ «Αἰῶνι» τὸν λόγον τοῦτον κλπ.».

Screen Shot 2018-05-20 at 13.00.05Στην κηδεία του στρατηγού Γενναίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη (24 Μαΐου 1868), ο Τερτσέτης αποχαιρέτησε στο νεκροταφείο της Αθήνας το στενό του φίλο.

Το καλοκαίρι του 1869 ο Τερτσέτης και η γυναίκα του ταξίδευαν στη Ζάκυνθο.

Σε γράμμα του Τερτσέτη προς τον Νικόλαο Tommaseo (Ζάκυνθος 4 Αυγούστου 1869) αναφέρεται ότι στις 18 Ιουλίου 1869 γεννήθηκε στο Νησί ο γιός του, που του δόθηκε τ᾽ όνομα Σπύρος.

Ο λόγος της 25ης Μαρτίου, που εκφωνήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1869, τυπώθηκε από τον ίδιο αμέσως σε φυλλάδιο με εισαγωγικό αφιέρωμά του στη Βουλή των Ελλήνων.

Στις 25 Μαρτίου 1870 ο Τερτσέτης εκφώνησε στη Μητρόπολη Ζακύνθου (Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου των Ξένων) ένα πολύτιμο πατριωτικό λόγο του, που τυπώθηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αἰὼν». Η ομιλία αυτή του Τερτσέτη αναφέρεται στη συνάντησή του με τον Ιταλό πρωθυπουργό Cavour.

Τον Αύγουστο του 1870 —όπως προκύπτει από ανέκδοτο έως τώρα γράμμα του— βρισκόταν στη Ζάκυνθο, για την καλλιέργεια των κτημάτων του.

Ο λόγος του Τερτσέτη της 25 Μαρτίου 1871, που διαβάστηκε από τον ίδιο στο αναγνωστήριο της Βουλής, είδε κι αυτός το φως της δημοσιότητας σε ιδιαίτερο φυλλάδιο.

Το καλοκαίρι του 1871 ο Τερτσέτης ζήτησε κι έλαβε από τον τότε πρόεδρο της Βουλής Κωνσταντίνο Λομβάρδο τρίμηνη άδεια απουσίας, για να κάμει τις διακοπές του οικογενειακά στη Ζάκυνθο.

Τον εξαίρετο λόγου του της 25 Μαρτίου 1872, που εκφωνησε στο αναγνωστήριο της Βουλής, δημοσίευσε αμέσως σε φυλλάδιο.

Ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο του 1872, ο Τερτσέτης εκφώνησε στην εκκλησία της Παναγίας του ζακυνθινού χωριού Αγγερυκός ή Άγιος Κήρυκος ένα θρησκευτικό λόγο του, που στρεφόταν ωστόσο ενάντια στην ολέθρια τότε βεντέτα Νησιού. Στον Αγγερυκό κατείχε η οικογένεια Τερτσέτη ένα ωραία κτήμα κι εκεί παραθέριζε ο πατριδολάτρης λόγιος, όταν πήγαινε τα καλοκαίρια οικογενειακά στη Ζάκυνθο, εκείνα τα χρόνια.

Στις 26 Νοεμβρίου 1872 ο Γεώργιος Τερτσέτης, εκλέχτηκε επίτιμο μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

Στις 26 Δεκεμβρίου 1872 μίλησε στην αίθουσα της Εταιρείας των Φίλων του Λαού με θέμα τον Στέφανο Κανέλλο. Η ομιλία τούτη τυπώθηκε τον επόμενο χρόνο σε φυλλάδιο. Σώθηκε όμως και το ιδιόχειρο χειρόγραφο του Τερτσέτη.

Την πρωτομαγιά του 1873 ο Τερτσέτης κυκλοφόρησε ιδιαίτερη «Ἀγγελία», προκειμένου να εκδώσει δύο ογκώδεις τόμους με διάφορα έργα του, άλλα γνωστά και άλλα ανέκδοτα. Και η έκδοση αυτή έμεινε, δυστυχώς, απραγματοποίητη.

Στην «Ἀγγελία» του εκείνη, ο Τερτσέτης μιλούσε αρχικά για την ανατύπωση των εξαντλημένων εκείνο τον καιρό απομνημονευμάτων του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Στην κανούργια τούτη έκδοση, όπως αποκαλύφθηκε από τα κατάλοιπα του Τερτσέτη, θα πρόσθετε ο ίδιος ένα χαρακτηρισμό ή σκιαγραφία του θρυλικού Γέρου του Μοριά, μαζί με ορισμένες άλλες σημειώσεις του σχετικές με τη Διήγηση, κλπ. Επίσης ο Τερτσέτης γνωστοποιούσε στην «Ἀγγελία» εκείνη την έκδοση της Διήγησης του Νικηταρά, καθώς και άλλων κειμένων «ἐκ τῶν βίων ἑτέρων περιφήμων ἀγωνιστῶν γραφέντων καθ᾽ ὑπαγόρευσιν τῶν ἰδίων».

Screen Shot 2018-05-20 at 13.00.35

Εκτός από τα χειρόγραφα του βίου του Νικηταρά και της αρχής από τη Διήγηση του Δήμου Τσέλιου, καθώς επίσης και ορισμένα ανέκδοτα έως τώρα αποσπάσματα από αφήγηση ενός άγνωστου αγωνιστή και δύο πολύτιμα κείμενα: α) του Αναστασίου Πολυζωίδη και άγνωστου προσώπου και β) του Νικηταρά και του Δημήτρη Τζαμαδοῦ, όλα τ᾽ άλλα — πολλές εκατοντάδες αυτόγραφα του Γεωργίου Τερτσέτη—, με τ᾽απομνημονεύματα των Μήτρου Δεληγιωργόπουλου, Δήμου Τσέλιου, Σταμάτη Μήτσα και άλλων άγνωστων αγωνιστών, έγιναν στάχτη και καπνός από τη σεισμοπυρκαγιά της Ζακύνθου (Αύγουστος 1953).

Εν᾽ από τα σπουδαιότερα μελετήματα του Τερτσέτη, για την ενίσχυση του αγώνα της δημοτικής γλώσσας, γραμμένο στα 1872-1874, με το γενικό τίτλο «Πρόγραμμα Διαγωνισμοῦ» έμεινε ανέκδοτο από τον ίδιο και περισώθηκε κι αυτό από μας.

Ο Γεώργιος Τερτσέτης πέθανε το πρωἰ της 15 Απριλίου 1874, ενώ επεξεργαζόταν τον ετήσιο λόγο του της 25ης Μαρτίου. Ο τελευταίος αυτός λόγος του Τερτσέτη, που έμεινε ανέκδοτος και είδε το φως της δημοσιότητας από μας, είχε σαν θέμα του την περίφημη δίκη του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Ο πολύτιμος αυτός λόγος του Τερτσέτη, που εγκωμιάζει τη μνήμη του Αναστασίου Πολυζωίδη και τονίζει την ανάγκη της ομόνοιας των Ελλήνων, αποτελεί αληθινό μνημείο της νεώτερης ιστορίας του Ελληνισμού.

Σχετικά με την εκφώνηση του λόγου του αυτού ο Γεώργιος Τερτσέτης ετοίμασε για δημοσίευση στον αθηναϊκό τύο την παρακάτω «Ἀγγελία»:

Την ίδια μέρα του θανάτου του γεωργίου Τερτσέτη ο τότε πρόεδρος της Βουλής Θρασύβουλος Α. Ζαΐμης έλεγε από την έδρα του στα μέλη της Εθνικής Αντιπροσωπείας:

Ιδού τώρα τι έγραψαν ορισμένες αθηναϊκές εφημερίδες, όταν κηδεύτηκε ο Γεώργιος Τερτσέτης από το μητροπολιτικό ναό της πρωτεύουσας (ημέρα Τρίτη, 16 Απριλίου 1874):

Στην εργασία τούτη, η ειδολογική παρουσίαση των «Εὐρισκομένων Ἓργων» τοῦ Γεωργίου Τερτσέτη, ακολουθεί της εξής σειρά: α) Ποιήματα, β) Πεζά (αφηγήματα, λόγοι, και δοκίμια, γ) Διηγήσεις αγωνιστών του Εικοσιένα, δ) Πολιτικά μελετήματα και άρθρα και ε) Μεταφράσεις κλασικών κειμένων.

Η έκδοση των «Εὐρισκομένων Ἓργων» τοῦ Γεωργίου Τερτσέτη, πραγματοποιείται από ορισμένα κατάλοιπά του, που βρίσκονται στην κατοχή μας, καθώς επίσης από φυλλάδια και άλλες δημοσιεύσεις του ίδιου ή άλλων, όσο ζούσε κι αργότερα. Τα χειρόγραφα κι έντυπα του Τερτσέτη περιγράφονται χωρίς επέμβαση στο χωρισμό σε παραγράφους κι χωρίς παραλείψεις των τελικών ν.

Ο τίτλος μας του βιβλίου «Ὁ Γεώργιος Τερτσέτης καὶ τὰ Εὐρισκόμενα Ἓργα του» υπαγορεύεται από την πραγματικότητα, αφού πολλά και σημαντικά έργα του ίδιου καταστράφηκαν από τη σεισμοπυρκαγιά Ζακύνθου (Αύγουστος 1953), ενώ άλλα έχουν παραπέσει και είναι άγνωστο αν σώζονται σήμερα. Ανάμεσα στα κατεστραμένα έργα του Γεωργίου Τερτσέτη, που την έκδοσή τους ετοιμάζαμε πριν από τους σεισμού του 1953, ήταν τα ακόλουθα: α) Διηγήσεις των αγωνιστών της Εθνεγερσίας Δήμου Τσέλιου, Μήτρου Δεληγιωργόπουλου, Σταμάτη Μήτσα, κ.α. β) Όλες οι παραδόσεις μαθημάτων Ελληνικής Ιστορίας του Γεωργίου Τερτσέτη στη Σχολή Ευελπίδων, γ) Καταγραφή ανεκδότων δημοτικών τραγουδιών, δ) Πραγματεία για τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, κλπ.

Από τα έργα του γεωργίου Τερτσέτη, που αγνοείται έως σήμερα η τύχη τους, ήταν η μετάφραση της τραγωδίας του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος» και η μετάφραση από το ιταλικό των «Τάφων» του Νικολάου Οὒγου Φόσκολου. Πολλούς στίχους από τη μετάφραση αυτή πρωτοδημοσιεύουμε τώρα εδώ.

Ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού αρχείου του Γεωργίου Τερτσέτη, που είχαμε αφήσει πριν από τη σεισμοπυρκαγιά της Ζακύνθου στην Αθήνα, περιείχε πάμπολα και αδημοσίευτα έργα του ίδιου, καθώς επίσης και άλλα πολύτιμα ή άγνωστα ντοκουμέντα της ακαταπόνητης πνευματικής και πατριωτικής δραστηριότητάς του. ´Ετσι στο διάστημα μιας τριακονταετίας (1952-1982) δημοσιεύσαμε τα περισσότερα απ᾽ αυτά σε βιβλία, ανακοινώσεις, άρθρα, μελέτες, κλπ.

Στη σημερινή έκδοση των «Εὐρισκομένων Ἓργων» τοῦ Γεωργίου Τερτσέτη έρχονται για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας αξιόλογα κείμενα ή ντοκουμέντα του πατριδολάτρη Ζακυνθινού δημιουργού. Έτσι συμπληρώνονται άγνωστες και ενδιαφέρουσες πτυχές της βιογραφίας και του συνολικού έργου του Γεωργίου Τερτσέτη.

[…]

null

Ντίνος Κονόμος

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Στην παρούσα δημοσίευση παρουσιάζονται οι σελίδες 3-46 του έργου «Ὁ Γεώργιος Τερτσέτης καὶ τὰ Εὐρισκόμενα Ἓργα του» [αρχείο 003-046]. Τόσο αυτές όσο και η συνέχεια του έργου διατίθενται από την ιστοσελίδα των Εκδόσεων της Βουλής των Ελλήνων.

https://www.hellenicparliament.gr/onlinePublishing/TER/003-046.pdf
(ανακτήθηκε στις  19/5/2018)

‹pdf› Αρχείο Έργων Γεωργίου Τερτσέτη

Παραπομπές – Εικόνες

Ιωσήφ Σπυρίδων Δεβιάζης
(αναφέρεται και ως Δε Βιάζης ή Δε – Βιάζης, 13 Μαΐου 1849 – 10 Μαρτίου 1927) ήταν Έλληνας λόγιος και ιστοριοδίφης του 19ου και του 20ού αιώνα. _wikiwand

Αντώνιος Μάτεσις (1794-1875)
Γνωστός κυρίως για το θεατρικό έργο του Ο Βασιλικός και για τη φιλία του με το Σπυρίδωνα Τρικούπη και το Διονύσιο Σολωμό, ο Αντώνιος Μάτεσις (η μεταγραφή του ονόματός του δική του) του Δημητρίου και της Βεατρίκης το γένος Τερτσέτη γεννήθηκε από εύπορους και αριστοκρατικής καταγωγής γονείς (η οικογένειά του ήταν καταχωρημένη στο libro d’oro) το 1794 στη Ζάκυνθο. Σπούδασε ιταλική φιλολογία και φιλοσοφία στη Ζάκυνθο με τον Αββά Ρώσση, υπήρξε επίσης μαθητής του Αντωνίου Μαρτελάου, υπό την επίδραση του οποίου εντάχθηκε στον προοδευτικό κοινωνικό χώρο της εποχής του, του ιταλού λόγιου Palmidessa και του Αν. Καραβία από την Ιθάκη. Συνέχισε μόνος, βελτιώνοντας τις γνώσεις του στα ελληνικά, γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Στη διάρκεια της Επανάστασης ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος επί της Παιδείας και των Εκκλησιαστικών Ζακύνθου. Το 1875 εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο για οικογενειακούς λόγους και πήγε στη Σύρο, όπου πέθανε ένα χρόνο αργότερα. Ο Βασιλικός γράφτηκε στα 1829 – 1830. Πρόκειται για πεντάπρακτο δράμα γραμμένο σε πεζό λόγο και απλή γλώσσα, με επιρροές από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Η πρώτη του παράσταση δόθηκε το 1832 στη Ζάκυνθο από θίασο ερασιτεχνών. Παρά τη δραματική του ενάργεια και τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό του το έργο αγνοήθηκε στην εποχή του. Η αξία του για την ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου επισημάνθηκε στον αιώνα μας. Εκτός από το Βασιλικό ο Μάτεσις έγραψε επίσης ερωτικά, πατριωτικά και ελεγειακά ποιήματα, καθώς και μεταφράσεις (Οι τάφοι του Ugo Foscolo, Το ελεγείο του Γκραίη, Χαμένοι παράδεισοι του Μίλτον, η κωμωδία του Τερέντιου Η πεθερά και άλλα έργα των Βοκκάκιου, Αλφιέρι, Πετράρχη, Σολωμού [από τα ιταλικά], Σαπφούς, Ευριπίδη, Κικέρωνα, κ.α.). Το 1824 και πριν από τη δημοσίευση του έργου του Σολωμού Διάλογος έγραψε μια Γραμματική της δημοτικής και σκόπευε να δημοσιεύσει μια Πραγματεία περί γλώσσης με αναφορές στη γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών, της κρητικής λογοτεχνίας και του Αθανάσιου Χριστόπουλου. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αντώνιου Μάτεση βλ. Αποστολίδου Νέτα, «Μάτεσις Αντώνιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό6. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987, Γιαλουράκης Μανώλης, «Μάτεσης Αντώνης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Τερζάκης Άγγελος, «Ο Αντώνιος Μάτεσης και η εποχή του», Ο Βασιλικός, σ.δ-ζ. Αθήνα, Ερμής, 1975. (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου)

Ερμάννος Λούντζης

Μαρίνος Σιγούρος

Ο Μαρίνος Σιγούρος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο. Καταγόταν από την οικογένεια τον Σιγούρων με καταβολές στους Νορμανδούς ιππότες Segur. Τέλειωσε το Εθνικό Λύκειο της Αθήνας και τη Νομική Σχολή του Πανεπισημίου Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εργάστηκε ως διπλωματικός ακόλουθος στο Υπουργείο Εξωτερικών από το 1909 ως το 1932. Στο χώρο της λογοτεχνίας ασχολήθηκε με την ποίηση και τη μετάφραση, γνωστός είναι ωστόσο κυρίως ως ιστορικός και μελετητής της Επτανησιακής Λογοτεχνίας. Πρωτοεμφανίστηκε το 1901 ως συνεργάτης του Ημερολoγίου του Γ.Σκόκκου, ενώ συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά Παναθήναια, Νέα Εστία, Ιόνιος Ανθολογία και άλλα. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Μαρίνου Σιγούρου βλ. Άγρας Τέλλος, «Σιγούρος Μαρίνος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια21. Αθήνα, Πυρσός, 1933 και «Μαρίνος Σιγούρος», Παπαϊωάννου Μ.Μ. (εισαγωγή), Η ελληνική ποίηση· Ανθολογία – Γραμματολογία, σ.425-426. Αθήνα, Σοκόλης, 1980 και χ.σ., «Σιγούρος Μαρίνος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας12. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.

Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

Αγιος Γεώργιος των Φιλικών

Στο Ψήλωμα, λίγα μέτρα από τον κεντρικό δρόμο που ανηφορίζει από την πόλη της Ζακύνθου προς τη Μπόχαλη, δίπλα ακριβώς από το Εβραϊκό Κοιμητήριο, βρίσκεται ο μικρός, ιστορικός Ναός του Αγίου Γεωργίου του Λατίνου ή των Φιλικών. Εδώ, γινόταν η ορκωμοσία των μελών που μυούνταν στα ιδανικά της Εταιρείας με αιχμή την οργάνωση και υλοποίηση της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Ναός ανήκει πλέον στην Ιστορική Εδρα του Δήμου Ζακυνθίων, στη Μπόχαλη. Χτίστηκε από το Γεώργιο Λατίνο, το 17ο αιώνα και αποτελεί ένα από τα ιστορικότερα σημεία όλης της Ελλάδας, καθώς εδώ, εκτός από την ορκωμοσία αναρίθμητων μελών, ορκίστηκε και ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η προτομή του βρίσκεται άλλωστε στον προαύλιο χώρο του Ναού. Οι απανωτοί ισχυρότατοι σεισμοί που πλήττουν τη Ζάκυνθο δεν άφησαν αλώβητο το ναό. Κατέρρευσε πρώτη φορά στο μεγάλο σεισμό του 1893, ξαναχτίστηκε αλλά γκρεμίστηκε και πάλι στους σεισμούς του Αυγούστου του 1953 και βέβαια ανοικοδομήθηκε εκ νέου. Οι Φιλικοί ορκίζονταν από τον ηπειρώτη ιερωμένο Ανθιμο Αργυρόπουλο μπροστά στο «Τρίμορφο», την εικόνα του Χριστού που τότε βρισκόταν σε κελί χτισμένο μερικά μέτρα πιο μακριά και που επίσης κατέρρευσε το 1953 κι δεν ανοικοδομήθη εκ νέου. Σήμερα το εικόνισμα φυλάσσεται και εκτίθεται στο Μεταβυζαντινό Μουσείο της πόλης.

Ο πίνακας του επτανήσιου Διονύσιου Τσόκου (1849) που έχει θέμα τη μύηση αγωνιστών στη Φιλική Εταιρεία είναι από τους πιο γνωστούς που σχετίζονται με τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στην Ελληνική Επανάσταση κατά των Τούρκων και χρησιμοποιείται ευρέως από εκπαιδευτικούς και ιστορικούς για να περιγράψουν τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Το ερώτημα, ποιοι «πρωταγωνιστούν» στο διάσημο πίνακα έχει ενδιαφέρον να απαντηθεί. Ο αγωνιστής που έχει γονατίσει είναι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο ιερέας που τον ορκίζει στο Ευαγγέλιο είναι ο Άνθιμος Αργυρόπουλος, ιερομόναχος, ηγούμενος του μοναστηριού στα Θεοδώριανα Άρτας. Μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα γίνεται η μύηση του γέρου του Μωρηά παρουσία του θρυλικού Αναγνωσταρά (Αναγνώστης Παπαγεωργίου), στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818…. (συνέχεια)

Niccolò Tommaseo

Χρυσό δουκάτο ή τσεκίνι

ΝΤΙΝΟΣ ΚΟΝΟΜΟΣ (1918-1990)

Ο Ντίνος Κονόμος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέρασε τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια. Ασχολήθηκε από νεαρή ηλικία με τα γράμματα και ειδικότερα στην αρχειακή έρευνα για την επτανησιακή ιστορία και λογοτεχνία. Δημοσίευσε και εξέδωσε μελέτες, διηγήματα και ποιήματα. Το αποτέλεσμα των μελετών του όμως καταστράφηκε κατά τη σεισμοπυρκαγιά στη Ζάκυνθο το 1953. Μετά το 1953 ο Κονόμος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συνέχισε το ερευνητικό του έργο. Το 1944 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, με θέμα τη ζωή του φίλου του ποιητή Σπύρου Γκούσκου, που σκοτώθηκε στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου. Το 1945 ίδρυσε το περιοδικό Επτανησιακά Φύλλα, το οποίο διηύθυνε ως το θάνατό του. Επιμελήθηκε της εκδόσεως των απάντων του Γεωργίου Τερτσέτη και έργο ζωής του αποτέλεσε το βιβλίο Ζάκυνθος (πεντακόσια χρόνια) 1478-1978. Τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, όπου έσωσε από την καταστροφή και αποκατέστησε τα Αρχεία της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Για το σύνολο του έργου του τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Πέθανε στο Λονδίνο από καρδιακή προσβολή. Η σορός του μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο.

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=490

Εικόνα εξωφύλλου: Εκδοτική Αθηνών

Γεώργιος-Μάρκος Τερτσέτης, λογοτέχνης και δικαστικός, ελαιογραφία
(Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Advertisements