Μυθολογικὸν τοῦ Συντίπα τοῦ Φιλοσόφου

στις

«Τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων ὁποὺ εἶναι εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἐξέτασαν μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν καὶ ἄλλοι καὶ τὴν ἐπαράδωσαν ἐκείνων ὁποὺ ἦλθαν κατόπιν ὕστερα ἀπὸ ἐκείνους, πλὴν ὁ Αἴσωπος φαίνεται νὰ μηδὲν εἶναι μακριὰ ἀπὸ κάποιαν θεοτικὴν πνεύσιν καὶ ἔφτασεν τὴν διδασκαλίαν τὴν τακτικὴν καὶ ἐπέρασεν εἰς τὰ μέτρα πολλὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ ἐκείνους, διότις ἐκεῖνα ὁποὺ ἔλεγεν μηδὲ τὰ ἐσυλλογᾶτον μηδὲ ἀπὸ ἄλλες ἱστορίες ἢ γνῶμες τὰ ἔπαιρνεν, μόνον ἀπὸ ἐδικήν του γνῶσιν…» γράφει ὁ μεταγλωττιστὴς τοῦ Βίου τοῦ Αἰσώπου ποὺ συνέταξε ὁ Βυζαντινὸς λόγιος Μάξιμος Πλανούδης. Οἱ Βυζαντινοί, ὅπως καὶ οἱ ἀρχαῖοι θεωροῦσαν τὸν Αἴσωπο πρόσωπο ὑπαρκτό καὶ τοῦ χρέωναν τὴ δημιουργία τῶν καλύτερων ἀπὸ τοὺς μύθους ζώων ποὺ κυκλοφοροῦσαν εὐρύτατα στοὺς κύκλους τῶν λογίων, συγγραφέων καὶ ἐκπαιδευτικῶν. Παραδέχονταν ὅμως καὶ τὴν ὕπαρξη πολλῶν ἄλλων, κυρίως διασκευαστῶν. Στὴν πραγματικότητα, αὐτὴ ἡ λογοτεχνικὴ παράδοση ποὺ ὀνομάζουμε «Αἰσωπική», ἡ πιὸ μακραίωνη καὶ πολύπλοκη σὲ διακειμενικότητα ἀπὸ ὅσες γνωρίζουμε, συνίσταται ἀπὸ ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ μύθων τοὺς ὁποίους, λίγο ὡς πολύ, ὅλοι οἱ συγγραφεῖς τοῦ εἴδους ἀποδίδουν στὴ μυθικὴ προσωπικότητα τοῦ Αἰσώπου. Ὁ λατινόφωνος Φαῖδρος, ὁ ἑλληνόφωνος Μπάμπριους, ὁ λατίνος Ἀβιανός, ὁ Αὐθόνιος καὶ ἡ ἔκδοση τοῦ Πλανούδη εἶναι μερικὲς ἀπὸ τὶς διασημότερες πηγὲς τῶν «Μύθων τοῦ Αἰσώπου».

Τὸ περίφημο «Μυθολογικὸν τοῦ Συντίπα τοῦ Φιλοσόφου», ἀποτελούμενο ἀπὸ 62 μύθους, ἐκ τῶν ὁποίων μόνο μερικοὶ δὲν συναντοῦνται στοὺς ὑπολοιπους συγγραφεῖς, ἀνήκει σὲ αὐτὴ τὴν παράδοση καὶ ἔχει μιὰ πολὺ παράξενη ἱστορία.

Ἐμφανίστηκε τὸν 11ο μ.Χ. αἰώνα, σὲ ἀττικίζουσα μετάφραση ἀπὸ τὴ συριακὴ γλώσσα ποὺ πραγματοποίησε κάποιος ἄγνωστος κατὰ τὰ λοιπὰ Βυζαντινὸς λόγιος, ὁ Μιχαὴλ Ἀνδρεόπουλος. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ τὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἀραβικοῦ ἢ περσικοῦ ἢ ἰνδικοῦ βιβλίου «Ἱστορία τοῦ φιλοσόφου Σινδιβάδ». Τὸ βιβλίο αὐτὸ ποὺ μέχρι καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα διασκευαζόταν συνεχῶς καὶ κυκλοφοροῦσε σὲ λαϊκὰ φυλλάδια, τὰ ἐπιλεγόμενα «Φυλάδες» ἢ λαϊκότερα «Φλάδες», περιέχει τοὺς παραπάνω μύθους καὶ ἕνα ἀφήγημα διδακτικοῦ χαρακτήρα γνωστὸ μὲ τὸν τίτλο «Ἱστορικὸν Συντίπα τοῦ Φιλοσόφου ὡραιόταν πάνυ». Τὸ «Ἱστορικὸν» ποὺ ἀνήκει στὸ ἴδιο λογοτεχνικὸ εἶδος μὲ τὶς «Χίλιες καὶ μία Νύχτες» ἀφηγεῖται τὴν ἐκπαίδευση ἑνὸς βασιλόπουλου ἀπὸ τὸ σοφὸ Συντίπα καὶ τὴν προσπάθεια ἑπτὰ σοφῶν νὰ πείσουν μὲ ἱστορίες τὸν πατέρα του νὰ μὴν τὸ ἐκτελέσει, ὅταν ἡ μητριά του τὸ κατηγόρησε γιὰ ἀνήθικες προτάσεις. Ἡ λαϊκὴ πρακτικὴ σοφία ποὺ διατρέχει τὶς ἱστορίες τῶν σοφῶν τὸ ἔκανε διάσημο καὶ πυροδότησε πολλὲς διασκευὲς καὶ μιμήσεις στὸ δυτικὸ κόσμο, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ μεσαιωνικὸς «Δολόπαθος» καὶ ἡ «Ἱστορία τῶν ἑπτὰ σοφῶν τῆς Ρώμης». Ἡ πηγὴ τοῦ ἔργου αὐτὴ εἶναι σκοτεινή. Ὁ Ἀνδρεόπουλος ποὺ τὸ μετέφρασε ἀπὸ τὰ συριακά, κατ᾿ ἐντολὴ τοῦ διοικητῆ Γαβριὴλ τῆς ἀρμενικῆς Μελιτηνῆς, τὸ ἀποδίδει σὲ κάποιον Πέρση Μουσᾶ. Ἡ ἔρευνα ἀπέδειξε πὼς τὸ ἔργο ἔχει ἰνδικὴ καταγωγή καὶ πὼς μεταφράστηκε πρῶτα στὰ περσικὰ καὶ μετὰ στὰ συριακά. Ὁ Μουσᾶ εἶναι πλασματικὸ πρόσωπο ἢ κάποιος ἀντιγραφέας. Μόνο ὁ Ἴμπν Μπατούτα, στὰ ταξίδια του κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα, ἀναφέρει μερικὲς δεκάδες Μουσᾶ. Φαίνεται πὼς οἱ διάφοροι ἰσλαμιστὲς θεολόγοι ἔπαιρναν πολὺ εὐκολα αὐτὸ τὸ ὄνομα. Τὸ ὄνομα Συντίπας, ἐξ ἄλλου, μέχρι σήμερα μόνο μιὰ λογικὴ καταγωγὴ μπορεῖ νὰ ἔχει. Στὴν ἰνδική, τὸ ὄνομα Σιδδαπὰτι σημαίνει ὁ βασιλιᾶς τῶν σοφῶν.

Οἱ μύθοι τοῦ «Μυθολογικοῦ» ὅμως; Ἀπλὰ πρόκειται γιὰ λάθος τοῦ Ἀνδρεόπουλου. Καθὼς τοὺς βρῆκε σὲ χειρόγραφο μαζὶ μὲ τὸ «Ἱστορικό», τοὺς ἀπέδωσε καὶ αὐτοὺς στὸν ἴδιο συγγραφέα. Βέβαια, εἶναι μεταφρασμένοι ἀπὸ τὰ συριακά, ἀλλὰ τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἀνήκουν στὴ συλλογὴ κάποιου Σύριου λογίου μὲ τὸ ὄνομα Ἰωσήπ. Φυσικὰ, ὁ Ἰωσὴπ ἦταν χριστιανὸς καὶ εἶχε ὑπ᾿ ὅψη του τουλάχιστον τὸν Μπάμπριους. Οἱ μύθοι χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἀνατολίτικη ἐλευθεροστομία καὶ πλεονάζοντα κυνισμό, ἀλλὰ ὑπάρχουν σαφῶς στοιχεῖα χριστιανικῆς νοοτροπίας. Δὲ γνωρίζουμε ἀσφαλῶς ποῦ καὶ πῶς «ἔβαλε χέρι» ὁ Ἀνδρεόπουλος, ὁ ὁποῖος στὸ ποίημα που προτάσσει σὰν εἰσαγωγή, δηλώνει πιστὸς χριστιανός.

Προσπάθησα νὰ μεταφέρω τὸ ξεχωριστὸ κλίμα τῶν μύθων στὴ νέα ἑλληνική, χωρίς ὑπερβολές. Ἐπειδὴ εἶναι φανερὸς ὁ «σαρκικὸς» προσανατολισμὸς τῶν χαρακτήρων, εὔκολα θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιτευχθοῦν ἀναχρονισμοὶ μετα-μοντέρνου τύπου. Ἀλλὰ νομίζω πὼς ἀπὸ μόνοι τους οἱ μύθοι αὐτοὶ διαθέτουν ἀρκετὴ μονερνικότητα

Ο γάιδαρος κι ο τζίτζικας

Ὁ γάιδαρος ἄκουσε κάποτε τὸ τζίτζικα καὶ κατευχαριστήθηκε. «Μὰ τί τρῶς κι ἔχεις τόσο γλυκιὰ φωνή;» τὸν ρώτησε. «Ἀέρα καὶ δροσιά» ἀπάντησε ἐκεῖνος. Τότε ὁ γάιδαρος νόμισε πὼς ἔμαθε τὸ μεγάλο μυστικὸ ποὺ κάνει τὶς ὄμορφες φωνές. Ἄνοιξε λοιπὸν τὸ στόμα του, γιὰ νὰ χορτάσει τάχα μπόλικο ἀέρα καὶ δροσιά, κι ἔμεινε ἔτσι χάσκοντας, μέχρι ποὺ πέθανε ἀπὸ τὴν πείνα.

Ο μύθος λέει πὼς δὲν ἔχουμε, οὔτε πρέπει νὰ ἔχουμε, ὅλοι τὴν ἴδια φύση καὶ πὼς εἶναι καθαρὴ ἀπερισκεψία νὰ προσπαθοῦμε ἀφύσικα πράγματα.

Ο φτωχός κι ο θάνατος

Κάποιος φτωχός, εἶχε φορτωθεῖ ἕνα δεμάτι ξύλα καὶ τραβοῦσε τὸ δρόμο του. Ἐκεῖ ποὺ πήγαινε, σὰν νὰ ζαλίστηκε. Ξεφορτώθηκε τὰ ξύλα, κάθισε κατάχαμα, κι ἀπ᾿ τὴν πολλή του κούραση καὶ τὴν ἀπελπισία, ἔβγαλε φωνὴ σπαραχτική: «Ἄχ, ποῦ εἶσαι θάνατε…» Δὲν πρόλαβε ν᾿ ἀποτελειώσει καὶ νάσου ὁ θάνατος μπροστά του. «Γιατὶ μὲ φωνάζεις;» τὸν ρωτάει. Κι ἐκεῖνος: «Γιὰ τὰ ξύλα· βάλε ἕνα χεράκι νὰ τὰ σηκώσουμε».

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦν τὴ ζωή τους, ὅσα βάσανα καὶ στενοχώριες κι ἂν τοὺς τύχουν.

Το χελιδόνι και ο κόρακας

Τὸ χελιδόνι καὶ ὁ κόρακας λογομαχοῦσαν γιὰ τὰ κάλλη τους. Λέει λοιπὸν ὁ κόρακας στὸ χελιδόνι: «Ἡ ὀμορφιά σου κρατάει ὅσο κι ἡ Ἄνοιξη. Τὴν παγωνιὰ δὲν τὴν ἀντέχει. Ὅμως τὸ δικό μου σῶμα καὶ τὸ κρύο τοῦ Χειμώνα ὑποφέρει καὶ τη ζέστη τοῦ Καλοκαιριοῦ».

Ὁ μύθος λέει πὼς ἡ ὑγεία καὶ ἡ ἀντοχή, ἀξίζουν περισσότερο ἀπὸ τὰ κάλλη ὅλου τοῦ κόσμου.

Τα ποτάμια και η θάλασσα

Μαζεύτηκαν λοιπὸν τὰ ποτάμια κι ἄρχισαν νὰ κατηγοροῦν τὴ θάλασσα. «Δὲ μᾶς λές, γιατὶ ἀφοῦ ἐμεῖς εἴμαστε γλυκὰ καὶ πόσιμα, ὅταν μποῦμε μέσα σου ἁλμυρίζουμε καὶ πικρίζουμε;» Κι ἡ θάλασσα ποὺ εἶδε πὼς εἶχαν παραπάρει φὸρα: «Μὴν ἔρχεστε, γιὰ νὰ μὴν ἁλμυρίζετε!»

Ὁ μύθος κατακρίνει αὐτοὺς ποὺ χρωστᾶνε καὶ ζητᾶνε καὶ τὰ ρέστα.

Η γάτα και η λίμα

Μιὰ γάτα μπῆκε στὸ χαλκωματάδικο κι ἀνακάλυψε τὴ σιδερένια λίμα. Ἄρχισε τότε νὰ τὴ γλύφει μὲ μανία. Ἄναψε ἡ γλώσσα της καὶ γδάρθηκε καὶ μάτωσε, ἀλλὰ ἐκείνη τὸ διασκέδαζε, γιατὶ νόμιζε πὼς τρώει τὸ σίδερο. Συνέχισε λοιπὸν ἀκάθεκτη νὰ τὸ ἀποτελειώσει, ὥσπου τῆς τέλειωσε ἡ γλώσσα.

Ὁ μύθος αὐτός, λέει πὼς ὅποιος καταπιάνεται μὲ ἀνώφελη δουλειά, πρὶν τὴν τελειώσει, θὰ τὸν τελειώσει.

Ο κυνηγός κι ο λύκος

Κάποιος κυνηγὸς εἶδε ἕνα λύκο νὰ ὁρμάει στὸ κοπάδι καὶ νὰ κατασπαράζει μὲ ἄνεση τὰ περισσότερα πρόβατα. Σοφίστηκε λοιπὸν μιὰ παγίδα, τὸν ἔπιασε, τὸν ἔδωσε στὰ σκυλιά του καὶ ὕστερα τοῦ εἶπε: «Ποὺ πῆγε τὼρα ἐκείνη ἡ φοβερὴ καὶ τρομερή σου ἄνεση, θηρίο ἀνήμερο;»

Ὁ μύθος λέει πὼς… καθένας στὸ εἶδος του, κι ὁ μάστορας στὴ μαστοριά του.

Δύο οι κόκορες ένας ο αετός

Δυὸ κόκορες ἔστησαν ἄγριο καυγά. Αὐτὸς ποὺ ἔχασε, τραβήχτηκε σὲ μιὰ γωνιά. Ὅσο γιὰ τὸν ἄλλο, τὸ μεγάλο νικητή, ἀνέβηκε ὅσο πιὸ ψηλὰ μποροῦσε στὸ κοτέτσι καὶ φούσκωνε καὶ κόμπαζε, ὥσπου τὸν ἅρπαξε ἕνας ἀετὸς περαστικός.

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος, πὼς δὲ χρειάζεται νὰ ὑπερβάλλουμε ὡς πρὸς τὶς ἐπιτυχίες μας καὶ πὼς εἶναι μάλλον ἀπερισκεψία νὰ τὶς παίρνουμε στὰ σοβαρά.

Διψασμένο περιστέρι

Ἕνα περιστέρι ἦταν τόσο διψασμένο, ὥστε πετοῦσε σὰν τρελὸ ἐδὼ κι ἐκεῖ γιὰ νὰ βρεῖ λίγο νερό. Ξαφνικά, εἶδε σὲ κάποιο τοῖχο ζωγραφισμένο ἕνα κανάτι καὶ νόμισε πὼς εἶναι ἀληθινό. Πῆρε φόρα λοιπὸν κι ὄρμησε νὰ ξεδιψάσει μὲ τὸ νερὸ ποὺ τάχα ἦταν γεμάτη ἡ ζωγραφιά. Φυσικὰ, ἔσκασε στὸν τοῖχο καὶ τραυματίστηκε θανάσιμα. Λίγο πρὶν ξεψυχήσει, ψιθύρισε: «Τί ἀτυχία κι αὐτή! Ἀπ᾿ τὴν πολλή μου δίψα, ξέχασα, τὸ δύστυχο, πὼς ὑπάρχει καὶ θάνατος».

Ὁ μύθος λέει πὼς ἡ ὑπομονή εἶναι προτιμότερη ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη βιασύνη.

Το κοράκι μιμείται τον αετό

Τὸ κοράκι εἶδε κάποτε τὸν ἀετὸ ν᾿ ἁρπάζει ἕνα ἀρνὶ ἀπ᾿ τὸ κοπάδι καὶ θέλησε νὰ τὸν μιμηθεῖ. Ἔπεσε λοιπὸν πάνω σὲ κάποιο κριάρι, τάχα γιὰ νὰ τὸ ἁρπάξει. Ὅμως τὰ νύχια του μπλέχτηκαν στὴν προβειὰ κι ὅταν ἦρθε ὁ βοσκός, τὸ σκότωσε ἀκαριαῖα.

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς ὅταν ὁ ἀδύναμος προσπαθεῖ νὰ παραστήσει τὸ δυνατό, δὲ γίνεται μόνο ρεζίλι, ἀλλὰ κινδυνεύει νὰ πεθάνει κιόλας ἀπὸ καθαρὴ βλακεία.

Ο λαγός στο πηγάδι κι η αλεπού

Ἕνας λαγὸς διψοῦσε καὶ κατέβηκε στὸ πηγάδι γιὰ νὰ πιεῖ νερό. Ἀφοῦ ξεδίψασε μὲ τὴν ψυχή του, ἀποφάσισε ν᾿ ἀνέβει. Ἀλλὰ διαπίστωσε πὼς δὲν ὑπῆρχε τρόπος κι ἔπεσε σὲ μαύρη ἀπελπισία. Κάποια ἀλεπού, ποὺ ἔτυχε νὰ περνάει ἀπὸ ἐκεῖ, τὸν εἶδε σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔκανες μεγάλο λάθος. Ἔπρεπε πρῶτα νὰ σκεφτεῖς πῶς θ᾿ ἀνέβεις κι ὕστερα νὰ κατέβεις… ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς».

Ὁ μύθος κατακρίνει αὐτοὺς ποὺ κάνουν τοῦ κεφαλιοῦ τους, χωρὶς νὰ συμβουλεύονται κανένα.

Ο ταύρος, η λιονταρίνα και το αγριογούρουνο

Ἕνας ταῦρος βρῆκε ἔπιασε τὸ λιοντάρι στὸν ὕπνο καὶ τὸ σούβλισε μὲ τὰ κέρατά του.Ἡ μάνα τοῦ θηρίου, κάθισε δίπλα στὸ κουφάρι καὶ μοιρολογοῦσε.Ἕνα ἀγριογούρουνο ποὺ τὴν εἶδε νὰ χτυπιέται, τῆς φώναξε ἀπὸ μακριά: «Πόσοι καὶ πόσοι ἄνθρωποι δὲν κλαῖνε, ἐτούτη τὴ στιγμὴ, τὰ παιδιὰ ποὺ τοὺς φάγατε».

Ὁ μύθος λέει πὼς μὲ τὸ μὲτρο ποὺ μετρᾶς θὰ σὲ μετρήσουν.

Ο βοσκός και το λιοντάρι

Κάποιος βοσκὸς ἔχασε ἕνα πρόβατο κι ἔταξε στὸ θεὸ πὼς ἂν τὸ ἔβρισκε, θὰ τοῦ θυσίαζε σ᾿ ἀντάλαγμα ἕνα ἄλλο. Τά ῾φερε ἔτσι ὁ θεὸς λοιπόν, ὥστε νὰ βρεῖ τό πρόβατο τὴν ὥρα ποὺ τὸ κατασπάραζε ἕνα λιοντάρι. Εἶπε τότε σιγανά: «Κάνε νὰ μὴ μὲ πάρει τὸ θηρίο μυρουδιά κι ἐγῶ διπλασιάζω τη θυσία».

Λέει ὁ μύθος πὼς καθένας προκειμένου νὰ σώσει τὴ ζωή του, δίνει ὅ,τι ἔχει καὶ δὲν ἔχει, χωρίς νὰ τὸ πολυσκεφτεῖ.

Το λιοντάρι και οι δύο ταύροι

Ἕνα λιοντάρι στρίμωξε κάποτε δυὸ ταύρους κι ἤθελε νὰ τοὺς σκοτώσει. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι πρόταξαν τὰ κέρατά τους καὶ δὲν τὸ ἄφηναν νὰ τοὺς γραπώσει. Εἶδε τὸ λιοντάρι πὼς δὲν θὰ τοὺς ἔκανε καλὰ μὲ τίποτε καὶ τοὺς δυὸ μαζί κι ἀποφάσισε νὰ ξεγελάσει τὸ ἕνα.«Ἂν ἀφήσεις ἀκάλυπτο τὸ σύντροφό σου, δὲν πρόκειται νὰ σὲ πειράξω» τοῦ εἶπε.Ἔτσι, κατάφερε νὰ τοὺς κατασπαράξει καὶ τοὺς δυό.

Σύμφωνα μὲ τὸ μύθο τὸ ἴδιο συμβαίνει στοὺς ἀνθρώπους καὶ στὶς κοινωνίες. Ὅταν εἶναι ἑνωμένοι καὶ δὲν ἀνοίγουν κουβέντες μὲ τοὺς ἐχθρούς τους, ἐπιβιώνουν. Ἀντίθετα, ὅταν περιφρονοῦν τὴν ἑνότητα, καταντοῦν παιχνίδι στὰ χέρια τῶν ἀντιπάλων.

Η αλεπού κι ο πίθηκος

Ἡ ἀλεποὺ κι ὁ πίθηκος ταξίδευαν μαζί. Ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν, ἔτυχε νὰ περάσουν ἀπὸ κάποιο νεκροταφεῖο. «Τοὺς βλέπεις αὐτοὺς;» εἶπε ὁ πίθηκος στὴν ἀλεπού. «Ἦταν ὅλοι δοῦλοι τῶν γονιῶν μου, ἀλλὰ τοὺς ἐλευθέρωσαν». Κι ἡ ἀλεπού λέγει στὸν πίθηκο: «Λέγε ὅσα ψέματα θέλεις. Ἔτσι κι ἀλλιῶς, οἱ πεθαμένοι δὲν πρόκειται νὰ σὲ διαψεύσουν».

Ὁ μύθος δείχνει κατὰ τὴ μεριά αὐτῶν ποὺ ξέρουν νὰ ξεμπροστιάζουν τοὺς ψεῦτες κι αὐτῶν ποὺ λένε ψέματα χοντροκομμένα.

Το ελάφι στο ποτάμι και οι κυνηγοί

Ἕνα ἐλάφι διψασμένο κατέβηκε στὸ ποτάμι καὶ καθὼς ἔσκυβε νὰ ξεδιψάσει, εἶδε στὸ νερὸ τὸ εἵδωλό του. Τά πόδια του τοῦ φάνηκαν πολύ λεπτά καὶ ντράπηκε. Ἀντίθετα, θαύμασε τὰ μεγάλα κέρατά του. Ξαφνικά, ἐμφανίστηκαν κυνηγοὶ κι ἄρχισαν νὰ τὸ καταδιώκουν. Τὸ ἐλάφι, ὅσο ἔτρεχε στὴν πεδιάδα, τοὺς ξέφευγε. Κάποτε ὅμως, ἔφτασε σ᾿ ἕνα βάλτο καὶ προσπαθώντας νὰ τὸν περάσει, πιάστηκαν τὰ κέρατά του σὲ κάτι κλαδιά. Τὴν ὥρα που τὸ γράπωναν οἱ κυνηγοί, στέναξε καὶ εἶπε: «Τί ἔπαθα, τὸ δύστυχο! Μ᾿ ἔσωσε ντροπή μου, γιὰ νὰ μὲ σκοτώσει τὸ καύχημά μου».

Ὁ μύθος λέει πὼς δὲν πρέπει νὰ παινευόμαστε παρὰ μόνο γιὰ ὅ,τι χρήσιμο καὶ ὠφέλημο διαθέτουμε.

Ο σκύλος και οι χαλκωματάδες

Ἕνας σκύλος ζοῦσε κάποτε στὸ σπίτι κάποιων χαλκωματάδων. Ὅταν ἐκεῖνοι δούλευαν, αὐτὸς κοιμόταν τοῦ καλοῦ καιροῦ. Ἀλλὰ μόλις κάθονταν γιὰ φαγητό, ξυπνοῦσε κι ἔτρεχε ὅλο χαρά, νὰ χωθεῖ ἀνάμεσά τους. Τοῦ ἔλεγαν λοιπόν, κάθε φορά, οἱ χαλκωματάδες: «Μὰ πῶς γίνεται νὰ μὴν ξυπνᾶς μὲ τόση φασαρία ποὺ κάνουν τὰ σφυριὰ καὶ νὰ πετάγεσαι ὅρθιος μὲ τὴν παραμικρὴ δαγκωματιά;»

Ὁ μύθος λέει πὼς οἱ ἄνθρωποι κουφαίνονται καὶ γίνονται δυσκίνητοι ὅταν κάτι δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει. Μὰ ὅταν πρόκειται νὰ κερδίσουν ὁτιδήποτε, βρίσκουν ἀμέσως καὶ τὴν ἀκοή τους καὶ τὴν εὐλυγισία τους.

Το παγιδευμένο λιοντάρι και η αλεπού

Ἡ ἀλεποῦ εἶδε κάποτε ἕνα λιοντάρι πιασμένο σε παγίδα. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, τὸ πλησίασε κι ἄρχισε νὰ τὸ λοιδωρεῖ. «Πάει καλὰ» τῆς εἶπε τὸ λιοντάρι, «ἀλλὰ νὰ ξέρεις πὼς δὲν μὲ βρίζεις ἐσὺ, ἡ ἀτυχία ποὺ μοῦ ῾λαχε μὲ βρίζει!»

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς ὅταν οἱ σημαντικοὶ ἄνθρωποι παραπατήσουν καὶ πέσουν, τρέχουν οἱ ἀσήμαντοι καὶ οἱ χυδαῖοι γιὰ νὰ τοὺς ἀποτελειώσουν.

Το τσαλαπατημένο φίδι

Σερνότανε λοιπὸν τὸ φίδι καὶ τὸ τσαλαπατοῦσαν. Μιὰ καὶ δυό, πάει στὸ βωμὸ τοῦ Ἀπόλλωνα, καὶ τί τοῦ λέει ἐκεῖνος; «Ἂν δάγκωνες τὸν πρῶτο ποὺ σὲ πάτησε, κανεῖς δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ τὸ ἐπαναλάβει!»

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅταν τιμωρεῖται ὁ πρῶτος παραβάτης, ἀποθαρρύνονται ὁπωσδήποτε οἱ μιμητὲς του.

Τα σκυλιά που κατασπάραζαν τη λεοντή

Κάποια σκυλιὰ βρῆκαν μιὰ λεοντὴ κι ἔπεσαν πάνω της. Μιὰ ἀλεποὺ ποὺ πέρναγε ἀπὸ ἐκεῖ, τὰ εἶδε νὰ σπαράζουν τὸ ἄδειο τομάρι καὶ τοὺς εἶπε: «Ἂν ζοῦσε ἀκόμη ἐτοῦτο τὸ λιοντάρι, θὰ διαπιστώνατε πὼς τὰ νύχια του μποροῦν νὰ κάνουν μεγαλύτερη ζημιὰ ἀπὸ τὰ δόντια σας».

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅλοι περιφρονοῦν τοὺς δυνατούς, ὅταν χάσουν τὴν ἐξουσία τῆς δύναμῆς τους.

Το άρρωστο ελάφι

Κάποιο ἄρρωστο ἐλάφι, βρῆκε ἕνα ξέφωτο καὶ ξάπλωσε. Τὰ ἄλλα ζῶα τὸ εἶδαν καὶ πῆγαν κοντὰ του τάχα γιὰ συμπαράσταση. Σὲ λίγο, ἄρχισαν νὰ βόσκουν τὸ χορτάρι ποὺ φύτρωνε γύρω-γύρω, ὥσπου τὸ ἐξαφάνισαν. Κάποτε τὸ ἐλάφι συνῆλθε, ἀλλὰ δὲν εἶχε τίποτε νὰ φάει καὶ πέθανε γιὰ τὰ καλά.

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος συναναστρέφεται ἀχρείαστους ἀνθρώπους, ἐχθροὺς συναναστρέφεται.

Ο κυνηγός και ο σκύλος

Κάποιος κυνηγὸς συνάντησε ἕνα σκύλο κι ἄρχισε νὰ τοῦ ρίχνει ἁπλόχερα ψωμί. Τότε τοῦ λέει ὁ σκύλος: «Δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μὲ πείσεις, ἄνθρωπέ μου. Τόση φροντίδα, μάλλον τὸ ἀντίθετο μοῦ μυρίζει».

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅσοι τὸ παρακάνουν μὲ τὰ δῶρα, καταντοῦν ἐντελῶς ἀναξιόπιστοι.

Οι λαγοί και οι αλεπούδες

Οἱ λαγοὶ κήρυξαν πόλεμο στὸν ἀετὸ καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὶς ἀλεποῦδες νὰ συμμαχήσουν μαζί τους. «Πολὺ εὐχαρίστως θὰ σᾶς βοηθούσαμε, ἂν δὲν ξέραμε καλὰ ποιοὶ εἶστε καὶ μὲ ποιὸν πολεμᾶτε» τοὺς ἀπάντησαν ἐκεῖνες.

Ὁ μύθος ἐπιπλήττει αὐτοὺς ποὺ τὰ βάζουν μὲ τους δυνατότερους, ἐκθέτοντας τοὺς ἑαυτούς τους σὲ μεγάλο κίνδυνο.

Το παιδί που πλενόταν

Ἕνα παιδί μπῆκε σὲ κάποιο ποτάμι γιὰ νὰ πληθεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἤξερε κολύμπι, ἄρχισε νὰ πνίγεται. Βλέποντας κάποιον περαστικό, ἔβαλε τὶς φωνές. Ἐκεῖνος βούτηξε νὰ τὸ σώσει, λέγοντὰς του: «Τί ἤθελες καὶ μπῆκες σὲ τόσο νερό, ἀφοῦ δὲν ἤξερες κολύμπι;» Καὶ τὸ παιδί: «Σῶσε με πρῶτα κι ὕστερα μὲ μαλώνεις ὅσο θέλεις!»

Ὁ μύθος λέει πὼς οἱ ἐπιπλήξεις ποὺ γίνονται σὲ λάθος στιγμή, καταντοῦν προσβολὲς χωρὶς κανένα νόημα.

Ο αετός κι η αλεπού

Ὁ ἀετὸς ἔπιασε φιλίες μὲ τὴν ἀλεπού, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο τῆς ἔφαγε τὰ νεογέννητα παιδιά. Ἐκείνη, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ, προσευχόταν νὰ πάθει τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Συνέβη τὼρα νὰ γίνεται κάποια θυσία καὶ νὰ καῖνε τὸ θύμα στὸ βωμό. Ὁ ἀετὸς ὅρμησε, ἅρπαξε ἕνα κοψίδι καὶ τὸ πῆγε στὰ παιδιά του. Αὐτὰ τὸ καταβρόχθισαν ὅπως ἦταν καυτὸ καὶ πέθαναν ἀμέσως.

Ὁ μύθος λέει πὼς οἱ τύραννοι καὶ οἱ ἄδικοι, μπορεῖ νὰ μὴν κινδυνεύουν ἀπὸ τὰ ἀδύναμα θύματά τους, ἀλλὰ κινδυνεύουν ἀπό τὶς προσευχές τους. Γιατὶ τὸ ἄδικο προκαλεῖ τὴ θεία ὀργή.

Ο άντρας που περιμάζεψε την οχιά

Χειμώνα καιρό, μιὰ ὀχιὰ κειτόταν παγωμένη στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Θὰ πέθαινε τὸ δίχως ἄλλο απὸ τὸ τσουχτερὸ κρύο, ἄν δὲν τύχαινε νὰ φανεῖ κάποιος περαστικός. Τὴν εἶδε, τὴ λυπήθηκε, τὴ μάζεψε καὶ τὴν ἔχωσε στὸν κόρφο του. Ἐκείνη, μόλις ζεστάθηκε, τοῦ ἔδωσε μιὰ δαγκωνιὰ καὶ τὸν σκότωσε.

Ὁ μύθος λέει πὼς ὁ κακὸς ὁ ἄνθρωπος κι ἄν εὐεργετηθεῖ, μὲ κακία θὰ ξεπληρώσει τὸν εὐεργέτη του.

Ο κυνηγός και η πέρδικα

Κάποιος κυνηγὸς ἔπιασε μὲ ξόβεργα μιὰ πέρδικα κι ἑτοιμάστηκε νὰ τὴ σφάξει. Ἡ πέρδικα ποὺ δὲν ἦταν διατεθημένη νὰ χάσει τὴ ζωή της ἔτσι εὔκολα, προσπάθησε νὰ κάνει μαζί του μιὰ συμφωνία. «Ἂν μὲ ἀφήσεις ἐλεύθερη» τοῦ εἶπε, «θὰ ξεγελάσω καὶ θὰ σοῦ παραδώσω πολλὲς πέρδικες». Ὁ κυνηγὸς ὄχι μόνο δὲν πείσθηκε, ἀλλὰ ἐξοργίστηκε τόσο πολύ, ποὺ τὴν ἔσφαξε ἀμέσως.

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος σκάβει τὸ λάκκο ἄλλων, πέφτει ὁ ἴδιος μέσα καὶ πέφτει ἄσχημα πολύ.

Η κότα με τα χρυσά αυγά

Εἶχε κάποιος μιὰ κότα ποὺ τοῦ ἔκανε ἕνα χρυσὸ αὐγό τὴ μέρα. Ἀλλὰ δὲν τοῦ ἔφτανε τοῦ πλεονέκτη. Τὴν ἅρπαξε λοιπόν, τὴν ἔσφαξε, τὴν ξεκοίλιασε κι ἄρχισε νὰ ψάχνει τὰ ἐντόσθιά της, γιὰ νὰ βρεῖ τὸ μεγάλο θησαυρὸ! Φυσικά, δὲ βρῆκε τίποτε καὶ εἶπε στὸν ἑαυτό του: «Στηρίχτηκες στὴν ἐλπίδα πὼς θὰ βρεῖς μεγάλο θησαυρό, κι ἔχασες ἀκόμη καὶ τὸ λίγο ποὺ εἶχες!»

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος πάει γιὰ τὰ πολλά, χάνει καὶ τὰ λίγα.

Ο σκύλος με το κρέας

Ὁ σκύλος ἅρπαξε ἀπ᾿ τὸ χασάπικο ἕνα κομμάτι κρέας καὶ τὸ ἔβαλε στὰ πόδια, ὥσπου ἔφτασε σ᾿ ἕνα ποτάμι. Μπῆκε μέσα γιὰ νὰ περάσει ἀπέναντι καὶ ξαφνικὰ εἶδε πάνω στὸ νερὸ τὴ σκιά τοῦ κρέατος ποὺ κρατοῦσε, διπλή καὶ τρίδιπλη. Παράτησε λοιπόν τὸ λάφυρο καὶ ρίχτηκε γρήγορα καταπάνω τὴ σκιά, ἀλλὰ τὴν ἔχασε ἀμέσως ἀπ᾿ τὰ μάτια του καὶ γυρίζοντας νὰ ξαναπιάσει τὸ ἀληθινό κρέας, διαπίστωσε πὼς εἶχε γίνει ἄφαντο, γιατὶ στὸ μεταξύ, τὸ ἅρπαξε ἕνας κόρακας καὶ τὸ καταβρόχθισε. Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτά, τιμωροῦσε τὸν ἑαυτό του, λέγοντας καὶ ξαναλέγοντας: «Καλὰ νὰ πάθω. Ἄφησα, ὁ τρελός, αὐτὸ ποὺ εἶχα κι ἔτρεξα πίσω ἀπὸ τὸ φάντασμά του. Δὲν ἔπιασα τὸ ψεύτικο, ἔχασα καὶ τὸ ἀληθινό!»

Ὁ μύθος δείχνει κατὰ τοὺς ἀχόρταγους κι αὐτοὺς ποὺ θέλουν πάντα κάτι παραπάνω γιὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν.

Ο γάιδαρος που μακάριζε το άλογο

Ὁ γάιδαρος καὶ τὸ ἄλογο εἶχαν τὸ ἴδιο ἀφεντικὸ, ἀλλὰ ἔκαναν διαφορετικές δουλειές. Τὸ ἄλογο ἀπολάμβανε πολλὲς ἀνέσεις. Ἔτρωγε καλὰ, τοῦ ἔκαναν μποῦκλες ὄμορφες στὴ χαίτη οἱ ἱπποκόμοι κι ἔπαιρνε τὸ μπάνιο του καθημερινά. Ὁ γάιδαρος κουβαλοῦσε συνέχεια κι ἔλιωνε σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὰ βάρη. Μιὰ μέρα ὅμως, τὸ ἀφεντικό καβάλλησε τὸ ἄλογο κι ἔφυγε γιὰ τὸν πόλεμο. Στὴ διάρκεια μιᾶς μάχης, τὸ ἄλογο πληγώθηκε καὶ πέθανε. Ὅταν ὁ γάιδαρος ἔμαθε τὰ καθέκαστα, ἄρχισε νὰ μακαρίζει τὸν ἑαυτό του καὶ τὴ βαριὰ δουλειά του.

Ὁ μύθος λέει πὼς ἡ σιγουριὰ τῆς φτώχειας εἶναι προτιμότερη ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ πλούτου.

Η ζέμπρα και ο γάιδαρος

Ἡ ζέμπρα εἶδε τὸ γάιδαρο καταφορτωμένο καὶ θεώρησε ντροπὴ μιὰ τέτοια δουλειά. «Χαρὰ σὲ μένα» τοῦ εἶπε, «ποὺ εἶμαι ἐλεύθερη καὶ κάνω ὅ,τι θέλω. Δὲ χρειάζεται νὰ κουράζομαι γιὰ νὰ ζήσω, ἀφοῦ βρίσκω τὴν τροφή μου στὰ βουνά. Ἐσέναν ὅμως σὲ τρέφει ἄλλος καὶ γι᾿ ἀντάλαγμα σὲ ὑποβάλλει σὲ τόσους κόπους καὶ βάσανα». Πάνω στὴν ὥρα, φάνηκε ἕνα λιοντάρι κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ πλησιάσει τὸ γάιδαρο, γιατὶ ἦταν δίπλα του τὸ ἀφεντικό του, ξεμονάχιασε τὴ ζέμπρα, ὅρμησε πάνω της καὶ τὴν κολάτσισε.

Ὁ μύθος λέει πὼς ἐπειδή οἱ ἀνυπότακτοι καὶ οἱ σκληροτράχηλοι συνηθίζουν νὰ κάνουν τοῦ κεφαλιοῦ τους καὶ νὰ μὴ ζητοῦν ποτέ βοήθεια, εἶναι πολύ εὐκολο νὰ μεταβληθοῦν σὲ πτώματα.

Η συκιά και η ελιά

Κάποιο χειμώνα, τὴν ὥρα ποὺ ἡ συκιά ἔριχνε τὰ φύλλα της, ἄκουσε τὴν ἐλιὰ ἀπὸ δίπλα νὰ τῆς λέει περιφρονητικά: «Ἐμένα τὰ φύλλα μου μὲ στολίζουν χειμώνα-καλοκαίρι, γιατί εἶμαι ἀειθαλής. Ἐνῶ ἐσύ μόνο τὸ καλοκαίρι διαθέτεις μιὰ κάποια ὀμορφιά». Δὲν εἶχε προλάβει τελειώσει τὸ ἐγκώμιο τοῦ ἑαυτοῦ της, ὅταν ἔπεσε ἕνας κεραυνὸς σταλμένος ἀπὸ χέρι θεϊκὸ καὶ τὴν κατάκαψε. Ἡ συκιὰ δὲν ἔπαθε τίποτε.

Ἔτσι καταντοῦν ὅλοι ὅσοι ἐγκωμιάζουν τὰ πλούτη καὶ τὴν τύχη τους: πτώματα μεγαλοπρεπή.

Ο κηπουρός που πότιζε τα λάχανα

Κάποιος εἶδε ἕναν κηπουρὸ νὰ ποτίζει λάχανα καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲ μοῦ λές, πῶς εἶναι δυνατὸν τ᾿ ἀγριολούλουδα ποὺ φυτρώνουν ὅπου νά ῾ναι καὶ κανεὶς δὲ τὰ φροντίζει, νὰ γίνονται τόσο ὄμορφα καὶ τὰ προϊόντα τῆς κηπουρικῆς μας νὰ ξεραίνονται μὲ τὸ παραμικρό;» Κι ὁ κηπουρὸς τοῦ ἀντιγύρισε: «Γιατὶ τ᾿ ἀγριολούλουδα τὰ φροντίζει ἡ θεία πρόνοια, ἐνῶ τ᾿ ἄλλα τὰ χέρια τὰ δικά μας».

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς ἡ ἀνατροφὴ ποὺ δίνει ἡ μητέρα στὰ παιδιά της εἶναι πολὺ καλύτερη ἀπὸ τὴν ἀνατροφὴ ποὺ δίνει ἡ μητριά.

Ο σκύλος και ο χασάπης

Ἕνας σκύλος μπῆκε στὸ χασάπικο κι ἅρπαξε μιὰ καρδιά τὴν ώρα ποὺ ὁ χασάπης ἦταν ἀπασχολημένος. Ὅμως τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγε τὸν εἶδε καὶ τοῦ φώναξε: «Τώρα ἐσὺ νομίζεις πὼς μὲ ξεγέλασες, ἀλλὰ ἐγὼ σοῦ λέω πὼς ἡ καρδιὰ ποὺ ἔκλεψες μοῦ χάρισε μιὰν ἄλλη. Ξαναέλα ἂν σοῦ βαστάει καὶ θὰ δεῖς!»

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς ὅποιος παθαίνει, μαθαίνει καὶ προσέχει.

Ο κηπουρός κι ο σκύλος

Ἕνας σκύλος ἔπεσε στὸ πηγάδι κάποιου κηπουροῦ. Ὁ κηπουρὸς μπῆκε μέσα γιὰ νὰ τὸν βγάλει, ἀλλὰ ἐκεῖνος νόμισε πὼς ἤθελε νὰ τὸν πνίξει καὶ τοῦ ἔκοψε μιὰ γερὴ δαγκωματιά. «Καλὰ νὰ πάθω!» εἶπε τότε ὁ κηπουρός. «Ἐγὼ ἔτρεξα πρόθυμα νὰ σε γλυτώσω κι ἐσὺ μὲ πλήρωσες μὲ μιὰ πληγή».

Ὁ μύθος τὰ βάζει μὲ τοὺς ἀχάριστους καὶ τοὺς ἀγνώμονες.

Η κοιλιά και τα πόδια

Κάποιου ἀνθρώπου ἡ κοιλιά ἱσχυριζόταν πὼς εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὰ πόδια. Μιὰ καὶ δυό, τῆς λένε τὰ πόδια: «Ἐμεῖς εἴμαστε πιὸ δυνατά, γιατὶ σὲ στηρίζουμε». Κι ἐκείνη: «Ναί· ἀλλὰ ἂν δὲν ἤμουν ἐγὼ νὰ ὑποδέχομαι τὸ φαγητό, πόδαράκια μου, δὲν θὰ εἴχατε δύναμη οὔτε κἂν νὰ σταθεῖτε!»

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς γιὰ νὰ εἶναι ἑτοιμοπόλεμος ἕνας στρατός, θὰ πρέπει νὰ φροντίσει ἀπὸ πρὶν ὁ στρατηγὸς νὰ τὸν γυμνάσει καὶ νὰ τὸν ἐμψυχώσει.

Η νυχτερίδα ο γλάρος και ο βάτος

Ἡ νυχτερίδα, ὁ γλάρος καὶ ὁ βάτος συνεταιρίστηκαν τάχα γιὰ νὰ κάνουν ἐμπόριο. Δανείστηκε λοιπὸν χρυσάφι ἡ νυχτερίδα, χαλκὸ τὸ γλαρόνι καὶ ὑφάσματα ὁ βάτος. Τὰ φόρτωσαν σ᾿ ἕνα καράβι καὶ μιὰ καὶ δυὸ ἀνοίξανε πανιά. Ξαφνικά, ξέσπασε μεγάλη καταιγίδα. Τὸ πέλαγο φουρτούνιασε κι ἀγρίεψε καὶ κατάπιε τὸ καράβι, μὲ ὅλο τὸ φορτίο. Ἀπὸ τότε, ἡ νυχτερίδα κρύβεται καὶ βγαίνει μόνο τὴ νύχτα, γιατὶ φοβᾶται τοὺς δανειστές της· ὁ βάτος ἁρπάζει τὰ ροῦχα ὅποιου περάσει ἀπὸ δίπλα του, μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς κάποτε θὰ ξαναφτιάξει τὴ χαμένη περιουσία κι ὁ γλάρος ἀκόμη βουτᾶ στὴ θάλασσα, ψάχνοντας γιὰ τὸ χρυσάφι.

Ὁ μύθος λέει πὼς ἀφοῦ περάσουμε κάποια μεγάλη ἀτυχία, πρέπει νὰ προσέχουμε, μήπως οἱ συνέπειές της καταντήσουν ἀκόμη μεγαλύτερες καί μονιμότερες συμφορές.

Το γέρικο λιοντάρι και η αλεπού

Γέρασε τὸ λιοντάρι κι ἔχασε τὴ δύναμή του καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ κυνηγήσει, γι᾿ αὐτὸ σκέφτηκε κάποιο κόλπο. Ἔκανε τάχα τὸ ἄρρωστο καὶ δὲν ἔβγαινε ἀπ᾿ τὴ σπηλιά του. Ἕνα-ἕνα τὰ ζῶα πήγαιναν νὰ τὸ ἐπισκεφθοῦν κι ἐκεῖνο τ᾿ ἅρπαζε καὶ τὰ καταβρόχθιζε. Βλέποντας ἡ ἀλεποῦ τὴν ἀπάτη που σκαρφίστηκε, δὲν ἔλεγε νὰ πλησιάσει· καθόταν κάπου μακριὰ καὶ τὸ ρωτοῦσε γιὰ τὴν ὑγεία του. «Μά, γιατὶ δὲν ἔρχεσαι νὰ τὰ ποῦμε ἀπὸ κοντά;» ἀπόρησε τὸ λιοντάρι. «Γιατί βλέπω πολλές πατημασιὲς νὰ μπαίνουν στὴ σπηλιά σου, ἀλλὰ καμιὰ νὰ βγαίνει» ἀπάντησε ἐκείνη.

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς πρέπει νὰ κρατιόμαστε μακριά ἀπὸ τοὺς ἐπικίνδυνους ἀνθρώπους καὶ νὰ φυλαγόμαστε ἀπὸ τὴν ὑποκριτικὴ φιλία τους ποὺ σκοπεύει στὴν ἐξόντωσή μας.

Ο σκύλος κυνηγάει το λύκο

Ὁ σκύλος ἔστρωσε στὸ κυνήγι τὸ λύκο κι ἔμεινε ἄναυδος μὲ τὴν ταχύτητα καὶ τὴν ἀντοχὴ τῶν ἴδιων τῶν ποδιῶν του. Κόντευε νὰ πιστέψει πὼς ὁ λύκος ἔτρεχε γιατί τὸν φοβόταν, ὅταν τὸν εἶδε νὰ γυρίζει καὶ νὰ τοῦ λέει: «Μὴ νομίζεις πὼς σὲ ὑπολογίζω· τὸ ἀφεντικό σου φοβᾶμαι μὴ φανεῖ».

Λέει ὁ μύθος πὼς δὲν πρέπει νὰ κοκκορευόμαστε μὲ ξένη γενναιότητα.

Ο νέος που έπιανε ακρίδες κι ο σκορπιός

Ἕνας νέος γύριζε στὶς ἄγριες ἐρημιὲς κι ἔπιανε ἀκρίδες. Κάποια στιγμή, εἶδε ἀνάμεσά τους ἕνα σκορπιό, τὸν πέρασε γι᾿ ἀκρίδα κι ἅπλωσε τὸ χέρι νὰ τὸν πιάσει. Ἐκεῖνος ἑτοίμασε τὸ κεντρί του καὶ τοῦ εἶπε: «Ἂν τολμήσεις νὰ μὲ ἀγγίξεις, πᾶς χαμένος· κι ἐσὺ καὶ οἱ ἀκρίδες σου!»

Ὁ μύθος λέει πὼς δὲν πρέπει νὰ πλησιάζουμε καὶ τοὺς καλοὺς καὶ τοὺς ἀνάποδους ἀνθρώπους μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀλλὰ τὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὶς συνήθειές του.

Ο ταύρος και τ᾽αγριοκάτσικα

Ὁ ταῦρος ἔτρεχε νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ λιοντάρι καὶ βλέποντας μιὰ σπιλιά, χώθηκε μέσα. Ἔτυχε τώρα νὰ βρίσκονται ἐκεῖ κάποια ἀγριοκάτσικα ποὺ ἄρχισαν ἀμέσως νὰ τὸν χτυποῦν μὲ τὰ κέρατά τους. «Καρφὶ δὲ μοῦ καίγεται γιὰ τὰ κέρατά σας» τοὺς φώναξε ἐκεῖνος. «Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀπ᾿ ἐξω φοβᾶμαι».

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος πέσει θύμα τῶν ἱσχυρῶν, γίνεται παίγνιο τῶν ἀδυνατων.

Ο μαύρος

Εἶδε κάποιος ἕνα μαῦρο Ἰνδὸ νὰ πλαίνεται στὸ ποτάμι καὶ τοῦ εἶπε: «Ἂδικα ταράζεις καὶ θολώνεις τὸ νερό. Δὲν πρόκειται ν᾿ ἀσπρίσεις».

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς μὲ φυσικὸ τρόπο τίποτε φυσικὸ δὲν ἀλλάζει.

Η γυναίκα και η κότα

Κάποια χήρα ἀγόρασε μιὰ κότα ποὺ τῆς ἔκανε ἕνα αὐγὸ τὴ μέρα. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ τὴν παραταΐζει, ἐλπίζοντας πὼς ἔτσι θὰ τῆς κάνει δύο αὐγά. Ἀλλὰ ἡ κότα πάχυνε κι ἔγινε νωθρὴ καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ κάνει οὔτε τὸ ἕνα.

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος θέλει τὰ πολλά, χάνει καὶ τὰ λίγα.

Ο μέρμηγγας κι ο τζίτζικας

Ὁ μέρμηγγας ἀπολάμβανε, μέσα στὸν ἄγριο χειμώνα, τὸ σιτάρι ποὺ εἶχε μαζέψει ἀπὸ τὸ καλοκαίρι. Πῆγε λοιπὸν ὁ τζίτζικας καὶ τοῦ ζήτησε λιγάκι νὰ φάει κι αὐτός. «Καὶ τί ἔκανες ὅλο τὸ καλοκαίρι; Πῶς τὰ κατάφερες νὰ μείνεις χωρὶς σιτάρι;» τὸν ρώτησε ὁ μέρμηγγας. «Τραγουδοῦσα» ἀπάντησε ἐκεῖνος «καὶ δὲ μοῦ ἔμεινε καιρὸς». «Ἐ, ἀφοῦ τραγούδησες καλά-καλὰ, ἦρθε κι ἡ ὥρα νὰ χορέψεις!» εἶπε γελώντας ὁ μέρμηγκας κι ἔκρυψε τὸ σιτάρι πιὸ βαθιὰ στὴ φωλιά του.

Ὁ μύθος λέει γιὰ τοὺς τεμπέληδες καὶ τοὺς ἀνοργάνωτους ἀνθρώπους ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ ἀνόητα πράγματα καὶ στὸ τέλος δὲν ἔχουν οὔτε νὰ φᾶνε.

Ο λύκος και η κατσίκα

Ἡ κατσίκα ἔβοσκε στὴν κορυφὴ ἑνὸς βράχου. Ὁ λύκος πέρασε, τὴν εἶδε, τὴν ὀρέχτηκε καὶ βάλθηκε νὰ τὴ φτάσει, ἀλλὰ ὁ βράχος ἦταν πολὺ ψηλὸς καὶ δὲν μποροῦσε ν᾿ ἀνέβει. Στάθηκε τότε ἀπὸ κάτω καὶ τῆς εἶπε: «Ἄφησες, φουκαριάρα μου, τὰ λιβάδια καὶ τοὺς κάμπους κι ἀνέβηκες στὰ κατσάβραχα νὰ βοσκήσεις; Δὲ βλέπεις πὼς κινδυνεύεις νὰ τσακιστεῖς;» «Ἐγὼ αὐτὸ ποὺ βλέπω εἶναι πὼς ἀφοῦ δὲν κατάφερες νὰ μὲ φτάσεις, προσπαθεῖς νὰ μὲ κατεβάσεις, γιὰ νὰ μὲ φᾶς» του γύρισε ἐκεῖνη.

Ὁ μύθος λέει πὼς ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ μποροῦν νὰ δώσουν στὸν ἄλλον τὴ χειρότερη συμβουλή, ἂν εἶναι νὰ βγοῦν οἱ ἴδιοι κερδισμένοι.

Το πουλάρι

Ἕνας ἄνθρωπος ταξίδευε καβάλα στὴν γκαστρωμένη φοράδα του. Ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν, τὸ ἄλογο γέννησε καὶ τὸ πουλάρι ἄρχισε νὰ τοὺς ἀκολουθεῖ. Ὅμως ὁ δρόμος ἦταν πολὺς καὶ κουράστηκε. Γύρισε τότε κι εἶπε στὸν καβαλάρη τῆς μητέρας του: «Μπορεῖ νὰ σοῦ φαίνομαι μικρὸ κι ἀσυνήθιστο στὰ ταξίδια. Μάθε ὅμως πὼς ἂν μ᾿ ἐγκαταλείψεις σίγουρα θὰ πεθάνω, ἐνῶ ἂν μὲ σηκώσεις καὶ μὲ πᾶς στὸ σπίτι σου καὶ μ᾿ ἀναθρέψεις, θὰ μεγαλώσω καὶ θὰ σὲ ταξιδεύω μιὰ χαρά».

Θέλει νὰ πεῖ ὁ μύθος πὼς πρέπει νὰ φροντίζουμε ὅσους μπορεῖ κάποια στιγμή νὰ μᾶς φροντίσουν.

Ο πίθηκος και ο ψαράς

Ὁ ψαρὰς ἔριχνε τα δίχτυα του, ὅταν πέρασε ὁ πίθηκος, τὸν εἶδε καὶ πολὺ λαχτάρησε νὰ ψαρέψει λιγάκι κι αὐτός. Κάποια στιγμή ὁ ψαρὰς θέλησε νὰ ξεκουραστεῖ. Ἄφησε λοιπὸν τὰ δίχτυα στὴν ἀκροθαλασσιά κι ἀποσύρθηκε σὲ μιὰ σπηλιά. Ὁ πίθηκος πλησίασε, ἅρπαξε τὰ δίχτυα καὶ βάλθηκε τάχα νὰ ψαρεύει. Ὅμως δὲν ἤξερε πὼς νὰ τὰ χρησιμοποιήσει. Τὰ ἔφερνε ἀπὸ ἐδῶ, τὰ ἔφερνε ἀπὸ ἐκεῖ, ὥσπου στὸ τέλος μπλέχτηκε μέσα τους, ἔπεσε στὸ νερὸ καὶ πνίγηκε. «Χαμένε, ε, χαμένε! Σ᾿ ἔφαγε ἡ βλακεία σου κι ἡ ἀδεξιότητά σου» μουρμούρισε ὁ ψαρὰς καθὼς τραβοῦσε τὸ κουφάρι ἀπ᾿ τὸ νερό.

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς ὅσοι προσπαθοῦν νὰ πετύχουν πράγματα πάνω ἀπ᾿ τὶς δυνάμεις τους, μπαίνουν σὲ μεγάλο κίνδυνο.

Το κουνούπι και ο ταύρος

Τὸ κουνούπι πῆγε καὶ κάθισε πάνω στὸ κέρατο τοῦ ταύρου τάχα γιὰ νὰ τοῦ γίνει βάρος. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν ἀντέδρασε καθόλου, τὸ ἔντομο χοροπήδησε μὲ σκοπὸ νὰ τὸν «ἐξαντλήσει» ἐντελῶς καὶ τοῦ εἶπε: «Ἂν δὲν ἀντέχεις ἄλλο, πές μου νὰ σὲ ἀπαλλάξω ἀπὸ τὸ βάρος!» Κι ὁ ταῦρος: «Οὔτε πότε ἦρθες κατάλαβα, οὔτε πότε θὰ φύγεις!»

Ὁ μύθος λέει πὼς μερικοὶ ἄνθρωποι εἶναι τόσο παράλογοι καὶ τιποτένιοι, ὥστε νὰ ἔχουν τὴν ἀπρονοησία νὰ περνιοῦνται ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς ἔντιμους καὶ λογικούς.

Ο κύκλωπας

Κάποιος θεοφοβούμενος καὶ ἴσως περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο ἔπρεπε ὑπερήφανος ἄνθρωπος, ζοῦσε ἄνετα μὲ τὰ παιδιά του. Κάποτε ὅμως ἔπεσε σὲ μεγάλη φτώχια κι ἀπελπίστηκε καὶ βλαστήμησε τὸ θεὸ κι ἀποφάσισε νὰ δώσει τέλος στὴ ζωή του. Ἅρπαξε λοιπὸν ἕνα σπαθὶ καὶ βγῆκε στὶς ἐρημιές, προτιμώντας νὰ πεθάνει παρὰ νὰ ζεῖ στὴν ἀνέχεια. Ἐκεῖ ποὺ πήγαινε, εἶδε ἕνα μεγάλο λάκκο καὶ μέσα χρυσάφι πολύ, μαζεμένο ἀπὸ κάποιο γίγαντα ποὺ τὸν ἔλεγαν Κύκλωπα. Πανικοβλήθηκε ὁ ἄνθρωπος καὶ χάρηκε μαζί. Φτερούγισε ἡ ἐλπίδα στὴν καρδιά του, πέταξε τὸ σπαθί, μάζεψε τὸ χρυσάφι καὶ γύρισε γρήγορα στὰ παιδιά του. Στὸ μεταξύ, ἦρθε ὁ Κύκλωπας στὸ λάκκο καὶ βλέποντας ἀντὶ γιὰ τὸ χρυσάφι τὸ σπαθί, τὸ ἅρπαξε καὶ αὐτοκτόνησε.

Λέει λοιπὸν ὁ μύθος πὼς στὸ τέλος οἱ κακοὶ ἀποκομίζουν συμφορές, ἐνῶ οἱ καλοὶ καὶ θεοφοβούμενοι θησαυρίζουν ἀγαθά.

Ο κυνηγός κι ο καβαλάρης

Κάποιος ἐπέστρεφε ἀπ᾿ τὸ κυνήγι, κρατώντας τὸ λαγὸ ποὺ εἶχε σκοτώσει. Στὸ δρόμο συνάντησε ἕναν καβαλάρη ποὺ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν δεῖ ἀπὸ κοντὰ τάχα γιὰ νὰ τὸν ἀγοράσει. Μόλις τὸν ἅρπαξε στὰ χέρια του, τὸ ἔσκασε καλπάζοντας. Ὁ κυνηγὸς ρίχτηκε πίσω του νὰ τὸν προλάβει, ἀλλὰ ὅταν εἶδε πὼς ὁ ἄλλος ξεμάκραινε ὁλοένα καὶ περισσότερο, σταμάτησε καὶ τοῦ φώναξε: «Καλὰ λοιπόν, φύγε. Ἔτσι κι ἀλλιῶς θὰ σοῦ τὸν χάριζα!»

Ὁ μύθος λέει πὼς μερικοὶ ἄνθρωποι ὅταν πέσουν θύματα κλοπῆς προσποιοῦνται πὼς εὐεργέτησαν τὸν κλέφτη.

Ο σκύλος κι ο λαγός

Ὁ σκύλος πῆρε στὸ κυνήγι ἕνα λαγὸ κι ἀφοῦ τὸν ἔπιασε, πότε τὸν δάγκωνε καὶ πότε ἔγλυφε τὸ αἷμα ποὺ ἔτρεχε ἀπὸ τὶς πληγές. Ὁ λαγὸς νόμισε πὼς τὸν φιλοῦσε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἢ χάιδευέ με σὰν φίλος ἢ δάγκωνέ με σὰν ἐχθρός!»

Ὁ μύθος λέει πὼς μερικοὶ ἄνθρωποι συμπεριφέρονται σὰν φίλοι, ἀλλὰ σκέφτονται σὰν ἐχθροί.

Τα ποντίκια και οι γάτες

Κάποτε οἱ γάτες κήρυξαν πόλεμο στὰ ποντίκια καὶ τὰ κατατρόπωσαν. Τὰ ποντίκια, ξέροντας πὼς νικήθηκαν ἀπ᾿ τὴν ἀδυναμία καὶ τὴ δειλία τους, διόρισαν ἀρχηγούς καὶ στρατηγούς. Οἱ ἀρχηγοὶ μόλις ἐκλέχτηκαν λοιπόν, ἀποφάσισαν νὰ ξεχωρίσουν ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους κι ἔβαλαν κέρατα στὰ κεφάλια τους, γιὰ νὰ δείχνουν τάχα πιὸ γενναῖοι. Στὸ μεταξύ, οἱ γάτες ξανάκαναν ἐπίθεση καὶ τοὺς ἔστρωσαν στὸ κυνήγι. Τὰ ποντίκια ἔτρεξαν γρήγορα καὶ χώθηκαν στὶς τρύπες τους. Ἔτρεξαν κι οἱ ἀρχηγοί τους, ἀλλὰ τὰ κέρατα τοὺς ἐμπόδισαν νὰ τρυπώσουν κι οἱ γάτες τοὺς κατασπάραξαν.

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιοι ἐμπιστεύονται μόνο τὰ ὅπλα τους καὶ δὲ ζητοῦν τὴ θεία συνδρομή, πέφτουν ἀπὸ μόνοι τους στὰ νύχια τῆς δυστυχίας.

Ο λύκος και το λιοντάρι

Κάποιος λύκος ἅρπαξε ἕνα γουρούνι καὶ τὸ ἔβαλε στὰ πόδια. Ἐκεῖ ποὺ ἔτρεχε, ἔπεσε πάνω σ᾿ ἕνα λιοντάρι ποὺ χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ τοῦ ἅρπαξε μὲ τὴ σειρά του τὸ γουρούνι. Ὁ λύκος ἔμεινε ἐκεῖ μονολογώντας: «Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς γιὰ κλοπιμαῖο, ἀρκετὰ κατάφερα νὰ τὸ κρατήσω».

Ὁ μύθος λέει πὼς τὰ κλεμένα πράγματα, δὲν τὰ χαίρεται πολὺ ὁ κλέφτης.

Το παγώνι και το κοράκι

Κάποτε τὰ πουλιὰ συγκάλεσαν γενικὴ συνέλευση μὲ θέμα τὸ πιὸ ἀπ᾿ ὅλα ἄξιζε τὸν τίτλο τοῦ βασιλιά. Εἶπε λοιπὸν τὸ παγώνι: «Φυσικά, ὁ τίτλος τοῦ βασιλιὰ ἀνήκει σὲ μένα, γιατὶ εἶμαι τὸ πιὸ ὡραῖο καὶ φανταχτερό». Τ᾿ ἄλλα πουλιὰ καλύφθηκαν ἀπὸ τὴν τοποθέτηση· ὅλα, ἐκτὸς ἀπ᾿ τὸ κοράκι ποὺ βγῆκε στὴ μέση καὶ εἶπε: «Γιὰ πές μας τώρα· ἂν γίνεις βασιλιᾶς κι ἐμφανιστεῖ ὁ ἀετός, θὰ μπορέσεις νὰ μᾶς προστατεύσεις;»

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς βασιλιάδες πρέπει νὰ γίνονται οἱ δυνατοὶ καὶ οἱ γενναῖοι κι ὄχι οἱ ὄμορφοι καὶ οἱ κομψοί.

Ο νέος και η γριά

Κάποιος νέος ταξίδευε μέσ᾿ στὸ λιοπύρι κι ἔτυχε νὰ συναντήσει μιὰ γριὰ ποὺ πήγαινε στὸ ἴδιο μέρος. Βλέπονάς την νὰ ἀγκομαχάει ἀπὸ τὴ ζέστη καὶ τὴν κούραση, κατάλαβε πὼς ἀπ᾿ ὥρα σ᾿ ὥρα θὰ κατέρρεε. Ἔτσι, τὴν πῆρε στὴν πλάτη του καὶ συνέχισαν. Ὅμως ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν, ὁ νέος ἔβαλε πονηρὰ πράγματα στὸ νοῦ του καὶ φούντωσε κι ἐρεθίστηκε καὶ σηκώθηκε τὸ ἐργαλεῖο του. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ἀκούμπησε τὴ γριὰ στὴ γῆ κι ἄρχισε τὰ παιχνίδια. «Τί μοῦ κάνεις;» τὸν ρώτησε ἐκείνη, τάχα ἀνήξερα. «Νά, ξέρεις, ἐπειδὴ παραβάρυνες, εἶπα νὰ σὲ τρύψω λίγο νὰ ἐλαφρύνεις» ἀπάντησε ἐκεῖνος καὶ τὴν πήδηξε κανονικά. Μόλις τελείωσε, τὴ φορτώθηκε πάλι καὶ ξαναπήρανε τὸ δρόμο. Δὲν εἶχαν προχωρήσει πολύ, ὅταν ἄκουσε τὴ γριὰ νὰ λέει: «Ἂν σὲ βαραίνω, μπορεῖς νὰ μὲ τρύψεις πάλι, νὰ ἐλαφρύνω!»

Ὁ μύθος λέει πὼς ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ κάνουν τὸ κέφι τους κι ὔστερα παριστάνουν πὼς δὲν ἤξεραν τί ἔκαναν.

Ο ήλιος κι ο βοριάς

Ὁ ἥλιος κι ὁ βοριᾶς καυγάδιζαν γιὰ τὸ ποιὸς θὰ κατάφερνε νὰ πάρει τὸ πανωφόρι τοῦ ἀνθρώπου. Πρῶτος ἄρχισε ὁ βοριᾶς. Βάλθηκε νὰ φυσάει μὲ μανία· κι ὅσο φύσαγε, τόσο κρύωνε ὁ ἄνθρωπος καὶ τυλιγόταν στὸ πανωφόρι του γερά καὶ τὸ κρατοῦσε, μὴ τοῦ τὸ πάρει ὁ ἄνεμος. Εἶδε κι ἀποεῖδε ὁ βοριᾶς καὶ κατάλαβε πὼς δὲν θὰ κατάφερνε τίποτε. Ὕστερα, ἦρθε ἡ σειρὰ τοῦ ἥλιου. Ἔλαμψε λοιπὸν στὸν οὐρανὸ κι ἔκανε τὸν κόσμο καμίνι ἀπὸ τὴ ζέστη. Ἄναψε ὁ ἄνθρωπος, ἔβγαλε τὸ πανωφόρι του, τὸ δίπλωσε καὶ τὸ κρέμασε στὸν ὥμο.

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς ἡ ταπεινότητα εἶναι καὶ πιὸ πρακτικὴ καὶ πιὸ ἀποτελεσματικὴ ἀπὸ τὴν ἀλαζονία.

Σκύλος τον δάγκωσε

Ἕναν ἄντρα τὸν δάγκωσε σκύλος κι ἄρχισε ὁ ἄνθρωπος νὰ γυρίζει καὶ νὰ ρωτάει ὅποιον εὕρισκε πῶς θὰ γιατρέψει τὴν πληγή. «Ξέρεις τί πρέπει νὰ κάνεις;» τοῦ εἶπε κάποιος. «Πᾶρε ἕνα κομμάτι ψωμί, μούσκεψέ το μὲ τὸ αἷμα τῆς πληγῆς καὶ δῶσε το στὸ σκύλο νὰ τὸ φάει. Ἡ πληγὴ θὰ γιατρευτεῖ ὁπωσδήποτε». «Μὰ ἔτσι δὲ θὰ μείνει σκύλος στὴν πόλη ποὺ νὰ μὴ μὲ δαγκώσει!» τοῦ ἀντιγύρισε ἐκεῖνος.

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ ποιὸς ὅποιος σεβαστεῖ καὶ περιποιηθεῖ τὸν ἀχρεῖο ἄνθρωπο ποὺ δὲν τὸν σεβάστηκε, γίνεται τιμητὴς ὅλων τῶν ἀχρείων.

Η κότα και το χελιδόνι

Μιὰ κότα βρῆκε κάτι αὐγὰ φιδιοῦ κι ἔκατσε στὴ φωλιά τους νὰ τὰ κλωσσήσει. «Ἀνόητη, κοκκορόμυαλη» τῆς φώναξε κάποιο περαστικὸ χελιδόνι « φιδόπουλα κλωσσᾶς; Ὅταν μεγαλώσουν πρώτη θὰ φάνε ἐσένα καὶ μετὰ ὅλους τοὺς ἄλλους!»

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς δὲν πρέπει νὰ πηγαίνουμε μὲ τὰ νερὰ τῶν ἀδίκων, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν εὐνοιά τους.

Η τσίχλα στη μυρτιά

Μιὰ τσίχλα εἶχε κάνει φωλιὰ στὴ μυρτιὰ καὶ δὲν κουνιόταν ἀπὸ ἐκεῖ, γιατὶ τῆς ἄρεσαν τὰ φύλλα της. Τὸ γεγονὸς ἔπεσε στὴν ἀντίληψη κάποιου ποὺ ἔβαζε ξόβεργες, τὴν παγίδευσε καὶ τὴν ἔπιασε. «Τί ἔκανα ἡ ἄθλια;»μουρμούρισε ἡ τσίχλα τὴν ὥρα ποὺ τὴν ἔσφαζε ὁ κυνηγός. «Γιὰ λίγο νόστιμο φαγητὸ ἔχασα τὴ ζωή μου!»

Ὁ μύθος λέει πὼς μερικοὶ ἄνθρωποι, γιὰ χάρη κάποιων σύντομων ἐπίγειων ἀπολαύσεων, καταντοῦν ἀξιοθρήνητοι καὶ κινδυνεύουν.

Η καμήλα που δεν είχε κέρατα

Η καμήλα δὲν εἶχε κέρατα καὶ παρακάλεσε τὸν Δία νὰ τῆς δώσει. Ἐκεῖνος ὁργίστηκε μὲ τὴν ἀπληστία της καὶ τῆς μίκρυνε τ᾿ αὐτιά.

Ὁ μύθος λέει πὼς ὅποιος ζητάει τὰ πολλὰ, χάνει κι αὐτὰ ποὺ ἔχει.

Οι κύκνοι και οι χήνες

Οἱ κύκνοι ἔπιασαν φιλίες μὲ τὶς χῆνες καὶ βγῆκαν στὴν πεδιάδα νὰ βοσκήσουν. Ξαφνικά, ἔπεσαν πάνω τους ὅλοι μαζὶ οἱ κυνηγοί. Οἱ κύκνοι, σὰν πιὸ γρήγοροι ποὺ εἶναι, πέταξαν κι ἔφυγαν ἀμέσως. Ὅμως οἱ ἀργὲς ἀπὸ φυσικοῦ τους χῆνες, ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν κυνηγῶν.

Ὁ μύθος δείχνει ἐκείνους ποὺ θεωροῦν πὼς πρέπει νὰ βρίσκονται κοντὰ στοὺς φίλους τους μόνο στὶς καλὲς περιστάσεις.

Οι λύκοι πίνουν το ποτάμι

Κάποιοι λύκοι εἶδαν να πλέουν στὸ ποτάμι δέρματα βοδιῶν καὶ σκέφτηκαν νὰ τὰ πιάσουν. Ἀλλὰ τὸ ποτάμι ἦταν βαθὺ κι ὁρμητικὸ καὶ δὲν τολμοῦσαν νὰ μποῦν μέσα. Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ πιοῦν τὸ νερὸ καὶ νὰ περπατήσουν μὲ ἀσφάλεια μέχρι τὰ δέρματα. «Μὰ ἂν πιεῖτε ὅλο αὐτὸ τὸ νερὸ, θὰ σκάσετε», τοὺς εἶπε κάποιος περαστικός.

Ὁ μύθος κολάζει τοὺς ἀνόητους ποὺ προσπαθοῦν νὰ κατορθώσουν τὰ ἀκατόρθωτα.

Ο τζίτζικας κι ο άντρας

Ὁ τζίτζικας εἶδε τὸν ἄντρα ν᾿ ἀγωνίζεται νὰ τὸν πιάσει καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲν ἀσχολεῖσαι καλύτερα μὲ ἐκεῖνα ἐκεῖ τὰ πουλιά, ποὺ θὰ σοῦ δώσουν καὶ κάτι παραπάνω; Ἂν πιάσεις ἐμένα δὲν πρόκειται νὰ κερδίσεις τίποτε».

Ὁ μύθος θέλει νὰ πεῖ πὼς δὲν πρέπει νὰ ἀσχολούμεθα μὲ ἄχριστα καὶ περιττὰ πράγματα.

Αναφορά

[http://users.uoa.gr/~nektar/history/tributes/aesop’s_fables/syntipas_translation.htm]

[http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/3/b/d/metadata-312-0000103.tkl]

[https://www.mikrosapoplous.gr/syntipas.html]

 

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΟΝ

ΣΥΝΤΙΠΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Advertisements