Η κενότητα της ύπαρξης

στις

The Emptiness of Existence

Δοκίμιο του Άρθουρ Σοπενχάουερ

Screen Shot 2017-11-12 at 20.46.15

Μετάφραση-επιμέλεια: Πυθεύς

Αυτή η κενότητα βρίσκει έκφραση σε όλες τις εκδηλώσεις της ύπαρξης, στην αντιδιαστολή της απεραντοσύνης του Χρόνου και του Χώρου με την περατότητα του ατόμου εντός τους· στο φευγαλέο παρόν, που αλλιώς δεν υπάρχει πραγματικά· στην αλληλεξάρτηση και την σχετικότητα όλων των πραγμάτων· στο «γιγνόμενον μὲν ἀεί͵ ὂν δὲ οὐδέποτε» (αυτό που πάντα γίνεται αλλά ποτέ δεν είναι)· στην διαρκή επιθυμία που ουδέποτε ικανοποιείται· στην ακατάπαυστη αποθάρρυνση των προσπαθειών κάποιου να παρασκευάσει ζωή, μέχρι να κερδηθεί η νίκη. Ο Χρόνος και η παροδικότητα όλων των πραγμάτων, είναι απλά η μορφή με την οποία η θέληση για ζωή, αναλλοίωτη —όπως τὸ τοιοῦτον ἀεί (κάτι το οποίο είναι πάντοτε τέτοιο), φανέρωσε στην ροή του χρόνου την ματαιότητα των προσπαθειών της. Χρόνος είναι αυτό μέσω του οποίου ανά πάσα στιγμή όλα τα πράγματα γίνονται τίποτα στα χέρια μας κι έτσι χάνουν όλη την αληθινή αξία τους.

Ό,τι υπήρξε κάποτε, δεν υπάρχει τώρα· κι όταν υπάρχει διαρκεί μόνο για τόσο λίγο, όσο εκείνο που δεν υπήρξε ποτέ. Αλλά και όλα αυτά που υπάρχουν, την επόμενη στιγμή λέμε ότι υπήρξαν. Ως εκ τούτου κάτι που ανήκει στο παρόν—όσο ασήμαντο κι αν είναι— είναι ανώτερο από κάτι σημαντικό που ανήκει στο παρελθόν· αυτό συμβαίνει επειδή το πρώτο είναι μια πραγματικότητα και σχετίζεται με το τελευταίο όπως το κάτι με το τίποτα.

Προς μεγάλη του έκπληξη ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ξαφνικά την ύπαρξή του, μετά την κατάσταση ανυπαρξίας στην οποία βρισκόταν για πολλές χιλιάδες χρόνια, όταν, πολύ σύντομα και πάλι βρεθεί στο χείλος του αφανισμού για ένα εξίσου μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια, λέει η καρδιά· ακόμη και ο πρωτόγονος νους, αν δείξει ενδιαφέρον για το ζήτημα, θα πρέπει να προαισθάνεται κάτι για την ιδανικότητα του Χρόνου. Αυτή η ιδανικότητα, μαζί μ᾽εκείνη του Χώρου, είναι το κλειδί για κάθε αξιόπιστο σύστημα μεταφυσικής, διότι βρίσκει χώρο για μια εντελώς διαφορετική τάξη πραγμάτων από από την αναμενόμενη για την φύση. Γι αυτό ο Καντ είναι τόσο σπουδαίος.

Μόνο για μία στιγμή μπορούμε να πούμε ότι ένα από τα γεγονότα της ζωής μας «είναι»· έκτοτε πρέπει να λέμε «ήταν». Κάθε σούρουπο, μας βρίσκει φτωχότερους κατά μία μέρα. Πιθανότατα θα θυμώναμε αντιλαμβανόμενοι το μικρό αυτό χρονικό διάστημα που ξεγλιστρά μακριά, αν δεν διαθέταμε άρρητη συνείδηση, στα πιο απομακρυσμένα βάθη της ύπαρξής μας, ότι η πηγή της αιωνιότητας μας ανήκει και ότι μέσα σ᾽αυτή έχουμε πάντοτε τη δυνατότητα ν᾽ ανανεώνουμε τη ζωή.

Συλλογισμοί παρόμοιας φύσης με τους παραπάνω, μπορούν πράγματι να εδραιώσουν την πεποίθηση ότι η μεγαλύτερη σοφία συνίσταται αφενός από την απόλαυση του παρόντος και αφετέρου από το να γίνει τούτο πρωταρχικός σκοπός στη ζωή κάποιου· γιατί μονάχα το παρόν είναι αληθινό και όλα τα υπόλοιπα δεν είναι παρά παιχνίδια της σκέψης. Όμως ένας τέτοιος σκοπός θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και αυτό που λέμε «η μεγαλύτερη ανοησία», διότι αυτό το οποίο την επόμενη στιγμή δεν υπάρχει και εξαφανίζεται ολοκληρωτικά, όπως το όνειρο, ουδέποτε μπορεί να αξίζει σοβαρή προσπάθεια.

Η ύπαρξή μας βασίζεται αποκλειστικά στο πάντοτε φευγαλέο παρόν. Ουσιαστικά, ως εκ τούτου, πρέπει να πάρει την μορφή της συνεχούς κίνησης δίχως ποτέ να υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να σταματήσουμε μετά την απόκτηση αυτού για το οποίο πάντοτε πασχίζουμε. Είναι το ίδιο μ᾽ έναν άνθρωπο που κατεβαίνει τρέχοντας από μία πλαγιά: πέφτει αν επιχειρήσει να σταματήσει και μόνο η διατήρηση της ταχύτητας μπορεί να τον κρατήσει στα πόδια του· είναι σαν να ισορροπεί κάποιος μία ράβδο στις άκρες των δαχτύλων του ή σαν έναν πλανήτη που θα έπεφτε πάνω στον ήλιο του με το που θα σταματούσε το κυνήγι της τροχιάς του. Ως εκ τούτου η αναταραχή προσδιορίζει την ύπαρξη.

Σ᾽ ένα κόσμο σαν αυτόν, που δεν υπάρχει κανένα είδος σταθερότητας, καμία δυνατότητα για οτιδήποτε διαρκεί, αλλά τα πάντα ρίχνονται σε μια αεικίνητη δίνη αλλαγής, όπου τα πάντα επιταχύνονται, πετούν και διατηρούνται σε ισορροπία μέσω συνεχόμενης προώθησης και κίνησης, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς την ευτυχία. Όπως λέει ο Πλάτων, δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα σ᾽ έναν αέναο κύκλο γενέσεως και φθοράς. Πρώτα απ᾽ όλα, ουδείς είναι ευτυχισμένος· πασχίζει σε όλη την διάρκεια της ζωής του για μια φαντασιακή ευτυχία, την οποία σπανίως επιτυγχάνει κι αν αυτό συμβεί, είναι μονάχα για ν᾽ απογοητευθεί· και κατά κανόνα στο τέλος βυθίζεται και μπαίνει στο λιμάνι δίχως εξάρτιση. Τότε γίνονται όλα ίδια, είτε υπήρξε ευτυχής, είτε δυστυχής, δεν έχει καμιά σημασία για μιά ζωή που πλάστηκε από ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παρόν και τώρα βρίσκεται μπροστά στο τέλος.

Στο μεταξύ είναι εκπληκτικό για όποιον αντιληφθεί, σε αμφότερους του κόσμους ανθρώπων και ζώων, ότι αυτή η μεγαλειώδους κλίμακας, πολυσχιδής και αδιάκοπη κίνηση, συντηρείται και συνεχίζεται μέσω δύο απλών παρορμήσεων —της πείνας και του σεξουαλικού ενστίκτου, υποβοηθούμενων, ενδεχομένως, λίγο από την ανία― και ότι αυτοί οι παλμοί αρκούν για την σύσταση του πρώτου κινούντος (primum mobile) — ενός τόσο πολύπλοκου μηχανισμού— βάζοντας σε κίνηση την πολυπρόσωπη παράσταση!

Με μιά πιό κοντινή ματιά, βλέπουμε στην αρχή ότι η ύπαρξη της ανόργανης ύλης δέχεται συνεχή επίθεση από χημικές δυνάμεις οι οποίες τελικά την αποσυνθέτουν. Ενώ η οργανική ύπαρξη καθίσταται δυνατή μόνο χάρη στην αδιάκοπη μεταβολή της ύλης, ώστε να διατηρεί ένα αιώνιο απόθεμα για το οποίο, κατά συνέπεια, θα πρέπει να λαμβάνει εξωτερική βοήθεια. Επομένως η οργανική ζωή είναι σαν να ισορροπεί κάποιος μία ράβδο πάνω στο χέρι του· πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και να διαθέτει σταθερή προμήθεια ύλης, στην αδιάλειπτη ανάγκη της οποίας βρίσκεται διηνεκώς. Εν τούτοις, μόνο στο μέτρο αυτής της οργανικής ζωής, είναι εφικτή η συνείδηση.

Συνεπώς αυτή είναι μια πεπερασμένη ύπαρξη και η αντίθεσή της θα ήταν μία άπειρη, ουδέποτε εκτεθειμένη σε οποιαδήποτε εξωτερική προσβολή και ως εκ τούτου πάντοτε σε αιώνια ανάπαυση (ἀεί ὡσαύτως)· [οὔτε γιγνόμενον, οὔτε ἀπολλύμενον] αμετάβλητη, άχρονη και μοναδική· η αρνητική γνώση της οποίας είναι θεμελιώδες νήμα στην Πλατωνική σκέψη (η γνώση του τι δεν είναι). Η άρνηση της θέλησης για ζωή αποκαλύπτει την διαδρομή προς μια κατάσταση σαν αυτή.

Οι σκηνές της ζωής μας είναι σαν ψηφίδες μωσαϊκού, οι οποίες, από κοντά δεν ασκούν κάποια επίδραση, αλλά πρέπει να ειδωθούν από κάποια απόσταση ώστε να διακρίνουμε την ομορφιά τους. Έτσι ώστε το να αποκτήσουμε κάτι που έχουμε επιθυμήσει, είναι να διαπιστώσουμε ότι είναι ασήμαντο· ζούμε ελπίζοντας πάντοτε σε κάτι καλύτερο, ενώ συχνά την ίδια στιγμή μετανοιώνουμε και λαχταράμε πράγματα που ανήκουν στο παρελθόν. Δεχόμαστε το παρόν σαν κάτι που είναι μόνο παροδικό και το θεωρούμε αποκλειστικά σαν μέσο για την επίτευξη του σκοπού μας. Έτσι που οι περισσότεροι άνθρωποι αν κοιτάξουν πίσω, όταν η ζωή τους τελειώνει, θα δούν ότι έζησαν ισόβια στο μεσοδιάστημα και θα ανακαλύψουν έκπληκτοι ότι αυτό στο οποίο επέτρεψαν να περάσει απαρατήρητο δίχως να το απολαύσουν, ήταν κυριολεκτικά η ζωή τους —δηλαδή ήταν το ίδιο πράγμα με την προσδοκία του οποίου έζησαν. Κι έτσι μπορεί να ειπωθεί γενικότερα για τον άνθρωπο, ότι ξεγελασμένος από την ελπίδα, χορεύει στην αγκαλιά του θανάτου.

Έπειτα, υπάρχει και πάλι η ακόρεστη δίψα κάθε μεμονωμένης επιθυμίας· κάθε φορά που ικανοποιείται, μιά νέα ευχή γεννιέται και δεν υπάρχει τέλος για τους αιώνια διακαείς πόθους της.

Αυτό συμβαίνει επειδή αυτή καθαυτή η Βούληση αφεντεύει τους κόσμους· αφού τα πάντα της ανήκουν, δεν ικανοποιείται με τα επιμέρους αλλά μονάχα με το όλο, το οποίο ωστόσο, είναι ατέρμονο. Εν τω μεταξύ ο οίκτος μας θα πρέπει να εξάπτεται όταν αναλογιζόμαστε πόσο υπερβολικά λίγα λαμβάνει αυτή η αρχόντισσα του κόσμου, όταν παρουσιάζεται με σάρκα και οστά· κατά κύριο λόγο μόλις τα αναγκαία για να συντηρήσει το σώμα. Για τούτο ο άνθρωπος είναι τόσο πολύ δυστυχισμένος.

Την σύγχρονη εποχή, η οποία είναι ανήμπορη πνευματικά και αξιομνημόνευτη για την υπόκλισή της μπροστά σε οποιαδήποτε μορφή λαμβάνει το κακό —μια κατάσταση που απλά συμφωνεί με την επινόηση του όρου «Jetztzeit» (τώρα), τόσο επιτηδευμένου όσο και κακόφωνου— οι πανθεϊστές διατρανώνουν ότι η ζωή, όπως την αποκαλούν, είναι «αυτοσκοπός» [an end-in itself]. Αν η ύπαρξή μας σε τούτο τον κόσμο ήταν αυτοσκοπός, θα ήταν το πιο παράλογο τέλος που είχε ποτέ αποφασιστεί· ούτε ο εαυτός μας ή οποιοσδήποτε άλλος θα μπορούσε να το έχει φανταστεί.

Η ζωή παρουσιάζεται έπειτα σαν καθήκον, το καθήκον της συντήρησης, να κερδίσεις τη ζωή σου [de gagner sa vie]. Αν βρεθεί λύση γι᾽ αυτό, τότε εκείνο το οποίο κερδήθηκε γίνεται φορτίο που εμπεριέχει το δεύτερο καθήκον, της απαλλαγής από αυτό, ώστε να αποτραπεί η ανία, η οποία σαν πουλί αρπακτικό είναι έτοιμη να πέσει πάνω σε οποιαδήποτε ζωή απαλλαγμένη από επιθυμία.

Αποτέλεσμα εικόνας για The Emptiness of Existence by Arthur Schopenhauer

Δηλαδή, το πρώτο καθήκον είναι να κερδίσεις κάτι και το δεύτερο, αφού κερδηθεί κάτι, να το ξεχάσεις, διότι αλλιώς γίνεται φορτίο.

Αυτό που γίνεται αρκετά σαφές από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι μια σύνθεση αναγκών οι οποίες είναι δύσκολο να εκπληρωθούν, είναι το ότι η ανθρώπινη ζωή πρέπει να είναι κάποιο είδος λάθους· επιπλέον, εφόσον οι ανάγκες ικανοποιηθούν, το μόνο όφελος για τον άνθρωπο είναι μια κατάσταση «απουσίας πόνου» όπου το μόνο εφικτό είναι να παραδοθεί στη βαρεμάρα. Αυτή είναι μια ακριβής απόδειξη για τη μηδενική αξία που έχει καθαυτή η ύπαρξη, δεδομένου ότι η πλήξη είναι απλά το αίσθημα κενότητας της ζωής. Αν, για παράδειγμα, η ζωή, της οποίας η λαχτάρα και μόνο συνιστά την ύπαρξή μας, είχε μέσα της κάποια θετική και πραγματική αξία, η πλήξη δεν θα μπορούσε να υπάρχει· η ύπαρξη καθαυτή θα μας εφοδίαζε με τα πάντα και ως εκ τούτου θα μας ικανοποιούσε. Αλλά η ύπαρξή μας δεν θα ήταν χαρούμενη αν δεν μοχθούσε για κάτι· η απόσταση και τα εμπόδια που έχουμε να ξεπεράσουμε, αναπαριστούν στην συνέχεια τον στόχο μας σαν κάτι το οποίο θα μας ικανοποιούσε —πλάνη η οποία εξαφανίζεται μόλις ο σκοπός επιτευχθεί· ή όταν καταπιανόμαστε με κάποιο αντικείμενο σαφώς διανοητικής φύσεως, όταν, στην πραγματικότητα, έχουμε αποσυρθεί από τον κόσμο, ώστε να μπορούμε να τον παρατηρούμε απ᾽ έξω, όπως οι θεατές μιας θεατρικής παράστασης. Ακόμη και η ικανοποίηση των αισθήσεων στην ουσία τους δεν είναι παρά υπερβάλλων ζήλος, ο οποίος παύει αμέσως με την επίτευξη του σκοπού. Την στιγμή που δεν είμαστε απασχολημένοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά ανατρέχουμε στην ίδια την ύπαρξη, πειθόμαστε για την κενότητα και την ευτέλειά της· και αυτό είναι που αποκαλούμε ανία. Αυτή η εγγενής και ανεκρίζωτη λαχτάρα για ό,τι βρίσκεται έξω από τα συνηθισμένα, αποδεικνύει πόσο χαιρόμαστε να διακόπτουμε την φυσική και ανιαρή πορεία των πραγμάτων. Ούτε η λάμψη, ούτε το μεγαλείο των πλουσίων στα μεγαλοπρεπή παλάτια τους είναι κατά βάθος κάτι παραπἀνω από μια μάταιη προσπάθεια αποφυγής του καθαρού αποστάγματος της ύπαρξης, τη δυστυχία.

Η πιό ιδανική εκδἠλωση της θέλησης για ζωή, η οποία αυτοπροβάλλεται με τον εξαιρετικά ευφυή και πολύπλοκο οργανισμό του ανθρώπου, πρέπει να βουτήξει στις λάσπες και τελικά να παραδώσει όλη της την ύπαρξη στη διάλυση και αυτός είναι ο ανεπιτήδευτος τρόπος με τον οποίο η Φύση, πάντοτε αληθινά και αυθεντικά, διαμηνύει ότι όλη η προσπάθεια της θέλησης είναι κατά βάθος ανούσια. Αν υπήρχε κάποια αξία μέσα της, κάτι εγγενές, το τέλος της δεν θα ήταν η ανυπαρξία. Τούτο είναι το κυρίαρχο μήνυμα στο όμορφο τραγούδι του Γκαίτε: Hoch auf dem alten Thurme steht (Ghost‑Greetings).

High up on the ancient tower stands
The hero’s noble ghost,
Which, whenever a boat passes by,
Bids it a fair journey.
«Behold, this muscle was once strong,
This heart so firm and savage,
These bones full of a Knight’s marrow,
The cup overflowing;
«Half my life I stormed forth,
I spent the other half in peace;
And you, you little man-made boat,
Journey ever, ever forth!»

Το ότι ο άνθρωπος δεν είναι παρά φαινόμενο, ότι δεν είναι το «νοούμενο» —εννοώ δεν είναι «όντως ον» (δεν μπορεί να γεννηθεί «αφ᾽ εαυτού» διότι αν γεννηθεί, τότε μοιραία θα πεθάνει, ενώ το «όντως ον» είναι αιώνιο και άφθαρτο)— αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο θάνατος είναι μια αναγκαιότητα.

Και πόσο διαφορετική είναι η αρχή της ζωής μας σε σχέση με το τέλος! Το πρώτο φτιάχνεται από πλανεύτρες ελπίδες, απόλαυση των αισθήσεων, ενώ το τελευταίο ακολουθείται από την αποσύνθεση του σώματος και την δυσωδία του θανάτου.

Ο δρόμος που διαχωρίζει τα δύο, σε ό,τι αφορά στην ευημερία και την απόλαυση της ζωής, είναι κατηφορικός· η ονειροπόλα παιδική ηλικία, τα χαρμόσυνα νιάτα, οι δυσκολίες της μέσης ηλικίας, η αδυναμία και συχνά, η μελαγχολία των γεραμάτων, οι οδύνες της τελευταίας μας αρρώστιας και τελικά, η πάλη με τον θάνατο —όλα τούτα δεν κάνουν κάποιον να αισθανθεί ότι η ύπαρξη δεν είναι παρά ένα λάθος, οι συνέπειες του οποίου γίνονται βαθμιαία όλο και πιο προφανείς;

Σοφότερο θα ήταν να δούμε τη ζωή σαν απογοήτευση (desengaño)· η πρόθεση να είναι όλα έτσι, είναι επαρκώς ξεκάθαρη.

Η ζωή μας είναι μικροσκοπικής φύσης· ένα αδιαίρετο σημείο το οποίο, ειδωμένο μέσα από τους ισχυρούς φακούς του Χρόνου και του Χώρου, μεγενθύνεται σημαντικά.

Ο χρόνος είναι ένα στοιχείο στο νου μας το οποίο, μέσω της διάρκειας, προσδίδει ίχνη πραγματικότητας στην απόλυτα κενή ύπαρξη των πραγμάτων και των εαυτών μας.

Πόσο ανόητο είναι για κάποιον άνθρωπο να μετανοιώνει και να οικτίρει τον εαυτό του επειδή δεν εκμεταλλεύτηκε παρελθούσες ευκαιρίες, οι οποίες ενδεχομένως να του είχαν εξασφαλίσει τούτη ή την άλλη ευτυχία ή απόλαυση. Τι έχει απομείνει τώρα από αυτές; Μόνο το φάντασμα μιας θύμησης! Και είναι το ίδιο με οτιδήποτε πέφτει πραγματικά στα χέρια του πεπρωμένου μας. ´Ετσι που καθεαυτή η μορφή του χρόνου και πόσο υπολογίζουμε σ᾽ αυτή, είναι ένας ξεκάθαρος τρόπος να μας αποδειχθεί η ματαιότητα κάθε γήινης απόλαυσης.

Η ύπαρξή μας, όπως και αυτή όλων των ζώων, δεν είναι κάποια που διαρκεί, είναι μονάχα προσωρινή, απλά μιά ύπαρξη ροής (existentia fluxa), η οποία μπορεί να συγκριθεί μ᾽ ένα νερόμυλο στο ότι συνεχώς αλλάζει.

Αληθεύει ότι η μορφή του σώματος διατηρείται για κάποιο χρονικό διάστημα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η ύλη διαρκώς μεταβάλλεται, η γηρασμένη απορρίπτεται και αναπληρώνεται με νεότερη. Βασικό έργο όλων των ζωντανών πλασμάτων είναι να εξασφαλίζουν συνεχή εφοδιασμό με την κατάλληλη ύλη. Ταυτόχρονα, διαθέτουν επίγνωση ότι η ύπαρξή τους είναι έτσι πλασμένη ώστε να διαρκεί ορισμένο χρόνο, όπως έχει ήδη ειπωθεί. Γι᾽αυτό προπαθούν, όταν φεύγουν από τη ζωή, να την παραδώσουν σε κάποιον άλλο ο οποίος θα πάρει τη θέση τους. Aυτή η προσπάθεια παίρνει μορφή σεξουαλικού ενστίκτου στην αυτο-συνείδηση και στη συνείδηση άλλων πραγμάτων παρουσιάζει τον εαυτό της αντικειμενικά —το οποίο σημαίνει, με τη μορφή γενετήσιου ενστίκτου. Τούτο το ένστικτο μπορεί να συγκριθεί μ᾽ ένα κολιέ από μαργαριτάρια· η διαδοχή του κάθε ατόμου από κάποιο άλλο γίνεται τόσο σύντομα όπως περνάμε το βλέμμα μας από την μιά χάντρα στην άλλη. Αν εμείς επισπεύσουμε με την φαντασία μας αυτή τη διαδοχή, θα δούμε ότι η ύλη αλλάζει διαρκώς σε όλη την ακολουθία όπως αλλάζουν οι χάντρες, διατηρώντας την ίδια μορφή: τότε θα αντιληφθούμε ότι έχουμε μόνον οιονεί ύπαρξη. Το ότι υπάρχουν μόνο Ιδέες και η σκιώδης φύση του πράγματος που τους αντιστοιχεί, είναι η βάση της διδασκαλίας του Πλάτωνα.

Το ότι δεν είμαστε τίποτα παρά φαινόμενα σε αντιδιαστολή με το όντως ον, επιβεβαιώνεται, παραδειγματίζεται και γίνεται σαφές από το γεγονός ότι η κατάσταση εκ των ων ουκ άνευ (sine qua non) της ύπαρξής μας, είναι μία διαρκής ροή από και προς την ύλη η οποία, με την μορφή τροφής, αποτελεί σταθερή ανάγκη. Έτσι ώστε μοιάζουμε με φαινόμενα όπως ο καπνός, η φωτιά ή ένας πίδακας νερού, τα οποία στο σύνολό τους εκλείπουν ή τερματίζονται με το που θα πάψει η παροχή ύλης. Ακολούθως μπορεί να ειπωθεί ότι η θέληση για ζωή αυτοπαρουσιάζεται με μορφή καθαρών φαινομένων τα οποία καταλήγουν στο τίποτα. Εντούτοις αυτό το κενό μαζί με τα φαινόμενα, παραμένουν εντός των ορίων της θέλησης για ζωή και βασίζονται σ᾽ αυτή. Παραδέχομαι ότι αυτό είναι κάπως ασαφές.

Αν προσπαθήσουμε με μιά ματιά ν᾽ αποκτήσουμε γενική εικόνα της ανθρωπότητας, θα δούμε παντού μιά διαρκή πάλη και επιβλητικές μάχες για την ζωή και την ύπαρξη· θα δούμε το ψυχικό και το σωματικό σθένος να επιβαρύνονται σε μέγιστο βαθμό και να αντιτίθενται σε απειλές, πραγματικούς κινδύνους και δεινά κάθε είδους.

Και αν αναλογισθούμε το τίμημα που πληρώνεται για όλο αυτό, ύπαρξη και ζωή καθεαυτή, θα διαπιστωθεί ότι υπήρξε ένα διάστημα που η ύπαρξη ήταν απαλλαγμένη από τον πόνο —ένα διάστημα, ωστόσο, που ακολουθήθηκε άμεσα από ανία η οποία με τη σειρά της τερματίστηκε γρήγορα από φρέσκους πόθους.

Το ότι η ανία ακολουθείται άμεσα από καινούριες ανάγκες, είναι γεγονός που επαληθεύεται και από την ανώτερη τάξη των ζώων, επειδή η ζωή δεν περικλείει στην ουσία της κάποια αληθινή και αυθεντική αξία, αλλά διατηρείται σε κίνηση απλά μέσω αναγκών και ψευδαίσθησης. Την στιγμή που αυτά δεν υπάρχουν, αντιλαμβανόμαστε την απόλυτη γύμνια και κενότητα της ύπαρξης.

Αν πάψει κάποιος να ατενίζει την μεγάλη εικόνα της πορείας του κόσμου και συγκεκριμένα, την εφήμερη και κίβδηλη ύπαρξη του ανθρώπου —έτσι όπως διαδέχεται τάχιστα ο ένας τον άλλο— και στρέψει την προσοχή του στη λεπτομέρεια της ζωής, πόσο μοιάζει με κωμωδία!

Μας εντυπωσιάζει όπως μια σταγόνα νερού στο μικροσκόπιο, γεμάτη εγχυματικά ζωύφια (infusoria) ή ένας μικρός πληθυσμός από ακάρεα τυριού, τα οποία διαφορετικά θα ήταν αόρατα. Η ενεργητικότητα και η διαπάλη μεταξύ τους σ᾽ ένα τόσο δα μικρό χώρο, μας διασκεδάζουν πολύ. Το ίδιο συμβαίνει και στη μικρή διάρκεια της ζωής —σοβαρή και ειλικρινή δράση παράγει κωμική αντίδραση.

Ουδείς αισθάνθηκε ποτέ απόλυτα ευτυχής στο παρόν· διαφορετικά θα τον είχε μαγέψει.

The Emptiness of Existence by Arthur Schopenhauer

Αναφορές

[http://www.gutenberg.org/files/11945/11945.txt]

https://ebooks.adelaide.edu.au/s/schopenhauer/arthur/essays/chapter4.html

 

ΤΑ ΤΡΙΤΤΑ ΓΕΝΗ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΙΜΑΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ
Διπλωματική Εργασία [http://nemertes.lis.upatras.gr/jspui/bitstream/10889/8675/3/Tsartsaraki%28phis%29.pdf]

Advertisements

Ένα Σχόλιο

  1. Ο/Η Αβερράνδος λέει:

    Χαίρετε…..δείτε & εδώ https://wp.me/p1HAa1-2ee

    Μου αρέσει!

Τα σχόλια έχουν κλείσει.