Κατανοώντας τον Gilles Deleuze … Πέρα από την αναπαράσταση και την δομή

στις

© Πυθεύς

Άδεια Creative Commons

 

Το παρόν άρθρο αποτελεί ξενάγηση στο νοητικό σύμπαν του Gilles Deleuze με την βοήθεια του βιβλίου της Claire Colebrook, Understanding Deleuze, την Ελληνόφωνη παρουσίαση του οποίου στοχεύουμε να ολοκληρώσουμε τμηματικά, με την ευδιάκριτη ένθεση αποσπασμάτων από άλλα φιλοσοφικά έργα για την καλύτερη κατανόησή του, διατηρώντας το αρχικό ύφος της συγγραφέως. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να παρουσιάσει κάποιος τον Deleuze στον οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο. Οι προκλήσεις για την αντίληψη και οι νεολογισμοί που χρησιμοποιεί, ενδέχεται να εξαντλήσουν τους υπάρχοντες ορίζοντες προτείνοντας νέους, ανεξερεύνητους. Η εμμονή του Deleuze στην πρακτική και όχι τόσο στην θεωρητική αξία της φιλοσοφίας, καθιστά το ταξίδι αυτό συναρπαστικό. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι περισσότερο από παγιωμένες και εναντιωματικές θέσεις, έχουμε ανάγκη μια φιλοσοφία που θα ρέει όπως η ζωή, διαρκώς μεταβαλλόμενη και δημιουργική. 

Στο πρώτο μέρος της σειράς «Κατανοώντας τον Gilles Deleuze» παρουσιάστηκαν τα παρακάτω κεφάλαια:

Ο αντίκτυπος

Εισαγωγή

Σκεπτόμενοι φιλοσοφικά, επιστημονικά και καλλιτεχνικά

Το πρόβλημα

Υπαρξισμός, φαινομενολογία, ανθρωπισμός: 

Από το πραγματικό στο εικονικό

Μη ανθρώπινη διαφορά

Εγχειρίδιο βασικών όρων της Ντελεζιανής φιλοσοφίας

Εξώφυλλο του βιβλίου της Claire Colebrook, Understanding Deleuze

Πέρα από την αναπαράσταση και τη δομή

Ηλιθιότητα και κοινή λογική

Ο Ντελέζ, όπως αρκετοί άλλοι συγγραφείς του 20ου αιώνα, θεώρησε την δυτική σκέψη, σε γενικές γραμμές, υποταγμένη στα δόγματα της κοινής λογικής και της αναπαράστασης. Η ίδια η έννοια της αναπαραστατικής σκέψης προϋποθέτει ότι υπάρχει ένας αντικειμενικός, σημερινός, πραγματικός και εξωτερικός κόσμος, ο οποίος στην συνέχεια αναπαρίσταται από την σκέψη, σαν η σκέψη να ήταν μια παθητική εικόνα ή αντίγραφο του κόσμου. Θα υπήρχε ο αληθινός κόσμος (ο πραγματικός, ο σημερινός) και δευτερευόντως το εικονικό του αντίγραφο. Ο Ντελέζ επιδιώκει να αντιστρέψει και να υποσκάψει τα θεμέλια αυτής της ιεραρχίας. Αμφότερα το αληθινό και το εικονικό είναι πραγματικά και το εικονικό δεν υποτάσσεται στο αληθινό. Αντιθέτως, το εικονικό είναι το μονοσήμαντο επίπεδο του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος· η ολότητα αυτών που είναι, ήταν και θα είναι. Εντούτοις πρόκειται για μια μη περατή ολότητα ή σύνολο, το οποίο ουδέποτε έχει δοθεί ή ολοκληρωθεί πλήρως. Το εικονικό, μπορεί λοιπόν ακολούθως, να πραγματωθεί λαμβάνοντας συγκεκριμένες μορφές.

Το καλύτερο δείγμα μοιάζει να είναι η εξέλιξη. Η ζωή είναι ένα απολύτως ανοικτό επίπεδο, διαρκώς δημιουργικό και μεταποιητικό, αλλά μόνο συγκεκριμένες μορφές ζωής θα λάβουν σάρκα και οστά. Το DNA για παράδειγμα, περιέχει μια εικονική μορφή ή πληροφορία η οποία μπορεί ή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ανάλογα με την υλοποίηση άλλων εικονικών μορφών. 

Ο Keith Ansell-Pearson (Βρεττανός φιλόσοφος ειδικευμένος στην μελέτη του έργου των Μπερξόν, Νίτσε και Ντελέζ) υποστήριξε η φιλοσοφία του Ντελέζ και η πολιτική του εικονικού μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα από την θέση μιας ριζοσπαστικής εξελικτικής θεωρίας.

Στον αντίποδα μιας υποτιθέμενης Δαρβινικής εξέλιξης που θα αντιλαμβανόταν την ζωή ως προσπάθεια διατήρησης και επιλογής για το καλό των ειδών και των οργανισμών, στην χρήση της εξέλιξης από τον Ντελέζ τονίζεται η πάλη της δημιουργικότητας με την διαφορά. Η εξέλιξη δεν προχωρά με σκοπό την επιτυχή δημιουργία ειδών ή όντων· δεν διέπεται από υπαρκτούς στόχους ή ήδη παρόντες οργανισμούς. Αυτούσια η εξέλιξη είναι εικονική δύναμη: η ικανότητα ή η δυνατότητα για αλλαγή και μεταμόρφωση, η οποία διαπερνά τους οργανισμούς.  (Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει, για παράδειγμα, ότι η σεξουαλική αναπαραγωγή δεν είναι κάτι που εμείς κάνουμε με σκοπό την συνέχιση του είδους μας· εμείς υπάρχουμε και αναπαραγόμαστε για χάρη της μεταβολής. Η σεξουαλικότητα είναι κάτι που διέρχεται από εμάς και μας ξεπερνά —όχι ένστικτο το οποίο εμείς διαθέτουμε).

Στόχος της εξέλιξης είναι αυτές καθαυτές οι έννοιες της μεταβολής και της δημιουργίας, όχι η δημιουργία οποιουδήποτε πραγματικού όντος:  Το είδος, ωστόσο, μια έννοια η οποία προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στον Δαρβίνο, καθώς ένας ακριβής ορισμός της αποδεικνύεται ιδιαίτερα δυσνόητος, είναι μια υπερβατική εντύπωση σε σχέση με την εικονική – πραγματική κίνηση της ζωής, η οποία εξελίσσεται πάντοτε στην κατεύθυνση παραγωγής εξατομικεύσεων (Ansell-Pearson 1999, p. 93). Είναι η αντιπαράθεση με τα νέα επιτεύγματα της επιστήμης που δίνει την ικανότητα στην φιλοσοφία, τον στοχασμό και τον άνθρωπο να μεταμορφώνουν τον εαυτό τους. Δεν θα λαμβάνουμε πλέον το ποιοί είμαστε (το πραγματικό) ως βάση και μέτρο για την ζωή· θα αναγνωρίσουμε την ζωή ως μια εικονική δύναμη εξέλιξης, η οποία μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα απρόβλεπτο μέλλον

Από την οπτική γωνία της αναπαράστασης και της κοινής λογικής, ο πραγματικός κόσμος παρέχει ένα θεμέλιο ή εξωτερικό μοντέλο (υπέρβαση) και η σκέψη οφείλει να είναι πιστό αντίγραφο ή αναπαραγωγή του πραγματικού. Εφόσον πρόκειται να δεχτούμε κάτι τέτοιο, τότε η σκέψη θα κριθεί για την ακρίβεια ή την ορθότητα ή τον βαθμό στον οποίο αναγνωρίζει κάτι εκτός αυτής ή την εξωτερική πραγματικότητα (υπέρβαση). Αυτό θα μας παρείχε κάποια έννοια της κοινής λογικής (τον σωστό τρόπο με το οποίο θα έπρεπε να σκεφτόμαστε). Για τον Ντελέζ, η φιλοσοφία δυναστεύθηκε από αυτή την δογματική εικόνα της σκέψης και μόνο, την ιδέα ενός υποκειμένου το οποίο παθητικά και από καθήκον αναγνωρίζει και αναπαριστά τον κόσμο. Η φιλοσοφία, υποστηρίζει, συχνά έχει ως αφετηρία τα πλέον παιδαριώδη παραδείγματα αναγνώρισης —όπως «αυτό είναι ένα τραπέζι»— αλλά η πραγματική σκέψη με όλες τις διαφορές της, η βία και η εφευρετικότητα, δεν περιλαμβάνονται στην κοινή λογική της καθημερινότητας αλλά σε παράξενες πτυχές ηλιθιότητας, πρωτοτυπίας, ακόμα και κακοήθειας.

Εφόσον πορευθούμε με την κοινή λογική, τότε λογίζουμε ως πρωταρχική μέθοδο παραγωγής εμπειριών, την αναγνώριση εξωτερικών αντικειμένων ή γεγονότων.  Κατά συνέπεια αντιλαμβανόμαστε τη λογοτεχνία ή την τέχνη, ως αναπαράσταση δεύτερης τάξης. Αλλά με βάση ποιά αρχή επιλέξαμε αυτή την μορφή της αναπαραστατικής σκέψης ως θεμελιώδη ή παραδειγματική; Η αναπαραστατική σκέψη υποθέτει την ύπαρξη διατεταγμένου (κατά παραγγελία) και διαφοροποιημένου κόσμου, τον οποίο στην συνέχεια έχουμε καθήκον να αναπαριστούμε· δεν επιτρέπει στην ίδια την σκέψη να παράξει διαφορά και δεν αντιλαμβάνεται την διαφορά ως θετική και επινοητική δύναμη διαφοροποίησης. Αν η σκέψη ήταν απλή αναπαράσταση, τότε θα μπορούσαμε μόνο να φανταστούμε την διαφορά ως διάκριση μεταξύ των διαφορετικών οντοτήτων που αναγνωρίζουμε: «ο κόσμος της αναπαράστσης χαρακτηρίζεται από την ανικανότητα να συλλάβει την διαφορά από μόνος του», υποστηρίζει ο Ντελέζ. 

Στον αντίποδα της αναπαράστασης και της προϋπόθεσης ότι πίσω από την σκέψη υπάρχει κάποιο πρότυπο στοχαστή, καλής θελήσεως και κοινής λογικής, ο Ντελέζ προτείνει άλλες περιπτώσεις σκέψεις, οι οποίες επιδεικνύουν εντελώς διαφορετικές δυνατότητες. Ενδεχομένως η ηλιθιότητα, περισσότερο από την κοινή λογική, μπορεί να μας φανερώσει ότι η σκέψη δεν ανταποκρίνεται απαραίτητα σε ορθολογικά μοντέλα και ίσως η τέχνη να μην είναι εναλλακτικός τρόπος μεταβίβασης πληροφοριών. Πιθανόν η σκέψη να μην είναι παράσταση υποκειμενικής κρίσεως σε κάποιο σύμπαν γεγονότων. Ο στοχασμός, επιμένει ο Ντελέζ, είναι γεγονός που μας συμβαίνει, δεν εδράζει στην απόφαση· δεν είναι η καταγραφή διαφορετικών εξωτερικών αντικειμένων. Ο στοχασμός εισβάλλει σε εμάς. Πράγματι, δεν είναι το εμείς, ούτε κάποιο υποκείμενο ή ανεξάρτητο άτομο, το οποίο προπορεύεται και ελέγχει την ενέργεια της σκέψης. Υπάρχει το σκέπτεσθαι και από τις εκδηλώσεις της σκέψης εικάζουμε την ύπαρξη κάποιου υποκειμένου ή της κοινής λογικής σε ρόλο υποβολέα. Ο στοχασμός διαφοροποιείται από ότι δεν του ανήκει: 

«Η σκέψη είναι πρωτίστως καταπάτηση και βιαιότητα, εχθρός —τίποτε δεν υποθέτει την φιλοσοφία: τα πάντα ξεκινούν με το μίσος για την σοφία, την αντιφιλοσοφίαΜη βασίζεστε στο ότι η σκέψη διασφαλίζει την σχετική αναγκαιότητα του τι σκέφτεται. Αντ᾽αυτού υπολογίστε στο απρόοπτο μιας αναμέτρησης με τις δυνάμεις που ετοιμάζονται να ορθώσουν το ανάστημά τους και εκπαιδευτείτε στην απόλυτη αναγκαιότητα μιας πράξης της σκέψης ή ενός πάθους για σκέψη. Οι συνθήκες μιας αληθινής κριτικής και μιας πραγματικής δημιουργίας είναι οι ίδιες: η καταστροφή μιας εικόνας της σκέψης η οποία προϋποθέτει τον εαυτό της και η γένεση του σκέπτεσθαι μέσα στην ίδια την σκέψη. Κάτι στον κόσμο μας αναγκάζει να σκεφτούμε. Αυτό το κάτι, αντί να είναι απλά κάτι αναγνωρίσιμο θα πρέπει να κατανοηθεί ως στοιχειώδης αναμέτρηση.» (Deleuze 1994, p. 139)

Για τα δόγματα που έχουν διαποτίσει την δυτική σκέψη, ο Ντελέζ παραθέτει παραδειγματικά τους διαλόγους του Πλάτωνος, αν και υποστηρίζει ότι όλοι οι φιλόσοφοι στους οποίους επικεντρώνεται (συμπεριλαμβανομένου του Καρτέσιου, του Καντ και του Χέγκελ) προσέφεραν κι εκείνοι θετικές ενοράσεις που μεταφέρουν την σκέψη πέρα από την αναγνώριση και την κοινή λογική. Οι διάλογοι του Πλάτωνος (όπως  οι Στοχασμοί του Καρτέσιου ή η Κριτική του Καντ) εξυψώνουν μια μορφή σκέψης η οποία είναι απλή αναγνώριση (συνειδητοποίηση) οντοτήτων που έχουν ήδη διαφοροποιηθεί: 

Στο σημείο αυτό ελοχεύει ένας διπλός κίνδυνος που στοιχίζει πολλά στην φιλοσοφία. Από την μία, είναι οφθαλμοφανές ότι οι πράξεις της αναγνώρισης υπάρχουν και καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας: αυτό είναι τραπέζι, αυτό είναι μήλο, αυτό είναι ένα κομμάτι κερί, Καλημέρα Θεαίτητε. Αλλά ποιός μπορεί να πιστέψει ότι σ᾽αυτές τις πράξεις η μοίρα της σκέψης διακυβεύεται και ότι όταν αναγνωρίζουμε, σκεπτόμαστε;  (Deleuze 1994, p. 135)

Ο Πλάτων στους διαλόγους του, στήνει μια αντιπαράθεση μεταξύ εκείνων που είναι σωστοί κι εκείνων που λανθάνουν. Αυτούς που δεν υπολογίζουν ωστόσο οι φιλόσοφοι, είναι οι ηλίθιοι, οι φαύλοι ή οι κακόβουλοι. Αν συμφωνούμε όλοι στις βασικές αρχές της λογικής ή των μαθηματικών, είναι εύκολο να επισημάνουμε που πάμε στραβά ή σφάλλουμε —και η περισσότερη φιλοσοφία είναι γραμμένη με αυτόν τον τρόπο, σαν να μοιραζόμαστε μια λογική βάση η οποία διορθώνει ή απελευθερώνει από τα λάθη. Τι συμβαίνει όμως αν δεν αναγνωρίζουμε ή αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε τους βασικούς κανόνες;

Ο Ντελέζ παραθέτει τον υποχθόνιο χαρακτήρα του Ντοστογιέφσκι στο έργο «Σημειώσεις από το υπόγειο» ο οποίος παρακινείται από επιθυμία να αντιταχθεί σε οτιδήποτε αναγνωρίζεται ως ανθρώπινο, κοινόχρηστο ή αυταπόδεικτο. Μπορούμε όμως να σκεφτούμε και παραδείγματα μη αναπαραστατικής σκέψης, βγαλμένα από την λαϊκή παράδοση, όπως για παράδειγμα, την παράλογη ευχαρίστηση που προσλαμβάνουμε από δραματοποιήσεις κωμικών περιστάσεων, όπου ακολουθούνται τα πλέον παράξενα λογικά σχήματα ή τον θυμό που νοιώθουμε να φουντώνει μέσα μας όταν ακούμε διάφορες άσχετες απόψεις κατά την διάρκεια κάποιας ραδιοφωνικής ακρόασης.

Τέτοιου είδους εμπειρίες σκέψης, φανερώνουν απλά πόσο αθέμιτο είναι να υποθέτουμε ότι όλοι μας μοιραζόμαστε μια βασική λογική. Αλλά, παρομοίως, λογική και μαθηματικά μας εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε κάποιον γενικό κανόνα σκέψης. Υπάρχουν ανταγωνιστικές λογικές και ριζικές διενέξεις σχετικά με την φύση της μαθηματικής θεωρίας. Με το που θα δεχθεί κάποιος ένα σύστημα λογικής, τότε όλοι συμφωνούμε. Όμως το άτομο που λειτουργεί σε διαφορετικό σύστημα δεν είναι ακατάλληλο ούτε σφάλλει· όπως ο παράλογος χαρακτήρας σε μια κωμωδία, εργάζεται δια μέσου ενός εντελώς διαφορετικού μοτίβου νοητικών συνδέσεων και εξαγωγής συμπερασμάτων. Η πραγματική σκέψη, επιμένει ο Ντελέζ, δεν είναι η διαχείρηση των συμβόλων μέσα σε ένα σύστημα που όλοι αναγνωρίζουμε· είναι μη συστημική, μη αναγνωρίσιμη και ενδεχομένως, μη ανθρώπινη.

Ηλιθιότητα ή κακοήθεια διαφοροποιούνται από το σφάλμα· η ηλιθιότητα δεν συνιστά απλά λάθος σ᾽ ένα πλαίσιο κανόνων καλής σκέψης. Δεν υπακούει στις ίδιες νόρμες. Υιοθετεί μια εντελώς διαφορετική ή πεισματική λογική. 

Για τον Ντελέζ, ηλιθιότητα και κακοήθεια είναι αναγκαίες ακριβώς επειδή αποκαλύπτουν κάτι για την σκέψη και την διαφορά. Οι φιλόσοφοι συζήτησαν για τον κόσμο σαν να ήταν ήδη πλήρης νοήματος, αναγνωρίσιμος και λογικά διατεταγμένος. Θεώρησαν την σκέψη σαν παθητική επανάληψη του εγγενούς νοήματος και της λογικής του κόσμου. Ηλίθιες ή φαύλες σκέψεις ωστόσο, φανερώνουν ότι η σκέψη δεν αντιγράφει με φυσικό τρόπο τον κόσμο ή μοιραία προσφέρει ένα ακόμη παράδειγμα κοινής λογικής. Υπάρχει μια φυσική αποχαύνωση στο «σκέπτεσθαι» ακριβώς επειδή η σκέψη δεν είναι κάτι που εξουσιάζεται ολοκληρωτικά ή επιλέγεται· το «σκέπτεσθαι» εδράζει σε κάτι που δεν έχει μορφοποιηθεί από την διαδικασία της σκέψης: «Η ηλιθιότητα δεν είναι το αρχέτυπο ούτε το άτομο, αλλά καλύτερα, η σχέση κατά την οποία το άτομο φέρνει το αρχέτυπο στην επιφάνεια, δίχως να είναι σε θέση να του δώσει μορφή». Πως γίνεται, ρωτά ο Ντελέζ, να έχουμε εξυψώσει μια σκέψη ορθή, αναγνωρίσιμη και συμβατή, κατά κοινή ομολογία; Αυτή η δογματική εικόνα της σκέψης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια βαθιά άρνηση της διαφοράς.

Αδιάφορη διαφορά

Μέσα σ᾽ έναν σύμπαν αναπαράστασεων και κοινής λογικής, σκεπτόμαστε έναν κόσμο φυσικής παρουσίας και ταυτοτήτων. Ένα πράγμα είναι απλά ότι είναι και η διαφορά του από κάτι άλλο, δεν επηρεάζει το να είναι ότι είναι. (Είμαι θηλυκό και ακόμη κι αν όλα τα αρσενικά του είδους εξαφανίζονταν αύριο, θα εξακολουθούσα να είμαι θηλυκό. Μπορώ να δώ τον εαυτό μου να διαφοροποιείται από τους άντρες εφόσον κάτι ή κάποιος έχει τοποθετηθεί παραπλεύρως της αυθεντικής μου ταυτότητας.) Η διαφορά σε τούτο το μοντέλο, είναι η σχέση ανάμεσα σε ήδη αναγνωρίσιμα πράγματα. Τουλάχιστον μέχρι τον 18ο αιώνα αυτή ήταν η επικρατούσα σύλληψη της διαφοράς και ο στοχασμός γινόταν κατανοητός σαν την πιστή αναπαράσταση τέτοιων διαφορών. Ο κόσμος ήταν σύστημα αναγνωρίσιμων ειδών, τα οποία μπορούσαν να ομαδοποιηθούν σε μεγαλύτερες κατηγορίες (ή γένη) και διαφορά ήταν απλά οι σχέσεις μεταξύ αυτών των ήδη διακριτών όντων. Η οντότητα εθεωρείτο αμφίσημη, επιμερισμένη σε ποικιλία διαφορετικών ειδών. Κατά συνέπεια, γλώσσα και αναπαράσταση θα ήταν τρόπος οργάνωσης αυτών των διαφορετικών υπάρξεων. Διαφορά ή γλώσσα ή σχέσεις θα ήταν δευτερεύουσες ή υποδεέστερες της ύπαρξης και της ταυτότητας.

Hegel_portrait_by_Schlesinger_1831_wikipedia

Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Γερμανός φιλόσοφος Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ (1770–1831) αναφέρθηκε σε αυτή την σύλληψη της διαφοράς με τον όρο «αδιάφορη διαφορά». Επιτέθηκε στην οπτική της κοινής λογικής για την διαφορά: η διαφορά, όπως την βλέπει η κοινή λογική, είναι αδιάφορη· δεν επιδρά στην ταυτότητα της ύπαρξης. Η διαφορά ανάμεσα σε μια καρέκλα κι ένα τραπέζι δεν διαφέρει από αυτήν μεταξύ ενός ζώου κι ενός φυτού. Οι καρέκλες, τα τραπέζια, τα ζώα και τα φυτά είναι ότι είναι, ανεξάρτητα των όποιων σχέσεων έχουν με άλλα πράγματα. Διαφορά είναι απλά η εξωτερική σχέση μεταξύ αυθύπαρκτων οντοτήτων· η ίδια η διαφορά είναι ανούσια.

Από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, η θεωρία για την οποία ο Χέγκελ αναφέρθηκε με τους όρους κοινή λογική ή αδιάφορη διαφορά, δέχθηκε συνεχή επίθεση. Ο πρώτος φιλόσοφος που επέμεινε πράγματι στην πρωτοκαθεδρία της διαφοράς ήταν ο ίδιος ο Χέγκελ, ο οποίος υποστήριξε ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει οντότητα ή ταυτότητα δίχως διαφορά. Η διαφορά, για τον Χέγκελ, ήταν αναγκαία, απόλυτη και αρνητική. Το μεγαλύτερο ποσοστό της διανόησης του 20ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών έργων για τον φεμινισμό, τις θεωρίες των φύλων και της πολιτικής, οφείλεται στον Χέγκελ, για τον οποίο αυτό που είναι κάτι, προσδιορίζεται από το άλλο, την άρνησή του ή από αυτό που δεν είναι.  Μπορούμε να έχουμε αίσθηση του όντος, μονάχα μέσω του μή όντος, του ανθρώπου και της ζωής, μέσω του τι είναι απάνθρωπο και πέρα από την ζωή και της ταυτότητας μέσω της διαφοράς. Τα μεταδομιστικά έργα, συμπεριλαμβανομένων αυτών του Ντελέζ, συχνά διαβάστηκαν σαν προσπάθεια επέκτασης και κριτικής στην επιμονή του Χέγκελ για την προτεραιότητα της διαφοράς (Descombes 1980). Ο Χέγκελ υποστηρίζει ότι μπορούμε να σκεφτούμε την ύπαρξη ή αυτό που υπάρχει, μονάχα εφόσον δεν ανήκουμε στις υπάρξεις· αν είμαστε αντίθετοι ή διαφοροποιούμε τον εαυτό μας από την ύπαρξη. Αν η ύπαρξη ήταν απλά απαράλλαχτη προβολή του εαυτού μας, τότε δεν θα είχαμε αίσθηση ή αντίληψη της ύπαρξης.  (Ας φανταστούμε την ύλη ή την ύπαρξη που απλά είναι. Την στιγμή που τα ονομάζουμε ύλη ή ύπαρξη ή λέμε ότι είναι, έχουμε ήδη μιλήσει γι αυτά, ή σχετικά με αυτά κι έτσι δεν είναι απλά ύπαρξη ή πράγμα· είτε είμαστε σε σχέση με την ύπαρξη, είτε διαφορετικοί.)  Για να είναι η ύπαρξη, θα πρέπει να διαφοροποιηθεί· θα πρέπει να υπάρχει επίσης μια έννοια που να μας λέει ότι η ύπαρξη είναι. Συνεπώς θα πρέπει να υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ της καθεαυτόν ύπαρξης και της σκέψης ή της αντίληψης της ύπαρξης. Χρειαζόμαστε γλώσσα, σκέψη ή έννοια του μη όντος, ώστε να μας φανερωθεί το ον.  Σύμφωνα με τον Χέγκελ, αυτή η αρνητική δύναμη της διαφοράς δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Εφόσον θέλουμε να σκεφτούμε ή να αναφερθούμε σε κάτι που βρίσκεται εκτός της γλωσσικής διαφοράς ή των εννοιών, μπορούμε να το κάνουμε μονάχα μέσω εννοιών. Τα προ-γλωσσικά γίνονται γνωστά μόνο ως διαφορετικά, ή όχι, από τα γλωσσικά. Αυτό σημαίνει ότι η οποιαδήποτε ταυτότητα είναι συνέπεια διαφοράς. Δεν μιλάμε για την ύπαρξη ενός κόσμου οντοτήτων για τις οποίες ακολούθως αντιλαμβανόμαστε τις μεταξύ τους διαφορές —υπαρκτό γίνεται κάτι μόνο μέσα από την διαφορά του με κάτι άλλο.  Η σύγχρονη φεμινίστρια Judith Butler έχει χρησιμοποιήσει αυτό το επιχείρημα για να αμφισβητήσει την σεξουαλική ταυτότητα —μπορώ να αντιληφθώ την πραγματική μου σεξουαλικότητα μόνο σαν κάτι διαφορετικό από τα υπάρχοντα στερεότυπα (Butler 1993). Ο Slavoj Zizek μελέτησε την πολιτιστική και εθνική ταυτότητα αξιοποιώντας τον Χέγκελ —μπορώ να σκεφτώ για το έθνος ή την κοινότητά μου μόνο σε σχέση με κάποιον άλλο, ο οποίος απειλεί αυτή την ενότητα (Zizek 1991). Πράγματι, σκεπτόμενοι τι είναι διαφορετικό από την σκέψη, τι δεν είμαι εγώ, έχουμε μόνον ένα κόσμο. Κι έχουμε αίσθηση του εγώ ή του εαυτού, μόνον όντας <άλλοι> ή διαφορετικοί από τον κόσμο. 

Ο Χέγκελ όρισε, επομένως, την διαλεκτική σκέψη στον αντίποδα της αναπαραστατικής (Hegel 1977b). Ο Fredric Jameson τοποθέτησε τον Ντελέζ σ´αυτή την διαλεκτική παράδοση, η οποία δεν δέχεται τι είναι ένα πράγμα, αλλά ερευνά το πώς κάθε τι που μας γίνεται βίωμα, αποκτά οντότητα μέσω άλλων, μη εμπειρικών (Jameson 1997). Η αναπαραστατική σκέψη απλά δέχεται διαφοροποιημένους όρους. Σ᾽ένα αναπαραστατικό αφήγημα, οι άντρες είναι άντρες, οι γυναίκες είναι γυναίκες και από αυτές τις ταυτότητες μπορούμε να αναλογισθούμε όλες τις επιμέρους διαφορές ανάμεσά τους. Αντιθέτως σ᾽ένα διαλεκτικό αφήγημα, οι άντρες νοούνται ώς άντρες μόνο μέσα από την διαφοροποίησή τους από τις γυναίκες (και αντίστροφα). Δεν είναι ότι υπάρχουν δύο φύλα τα οποία στη συνέχεια σχετίζονται· υπάρχει σχέση, άρνηση ή αντίθεση, με την οποία μπορούμε να συλλάβουμε το αρσενικό και το θηλυκό. Οι άντρες δεν εγκυμονούν, δεν έχουν  στήθη, έχουν στενότερη λεκάνη·  είναι άντρες επειδή δεν είναι γυναίκες. Και οι φεμινίστριες υποστηρίζουν εδώ και καιρό, μολονότι επικριτικά, ότι οι γυναίκες προσδιορίστηκαν σε σχέση με τους άντρες ως παράλογες, δίχως εξωτερικά γεννητικά όργανα, πιο αδύναμες. 

Για τον Χέγκελ, δεν μπορεί κάποιος να έχει επίγνωση της ύπαρξης ή της ταυτότητας κάποιου πράγματος δίχως την έννοιά του, η οποία ωστόσο, είναι πάντα διαφορετική από την πρωτοβάθμια αμεσότητά του. Διαφοροποιεί το αντικείμενο από τα υπόλοιπα· η οντότητα δέχεται την διαμεσολάβηση των εννοιών που διαθέτουμε γι αυτή. Μπορούμε μόνο, να σκεφτούμε τι είναι ή τι δεν είναι ένα πράγμα μέσω της διαφοράς. Ακόμα και η λέξη ύπαρξη είναι έννοια (ιδέα ή αντίληψη, παράσταση που σχηματίζεται στο νου) και δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι είναι δίχως μια τέτοια έννοια.  Οι έννοιες επιτρέπουν καθεαυτόν τον στοχασμό της ύπαρξης (του είναι) και λειτουργούν μέσω των διακρίσεων (της διαφοροποίησης). Συνεπώς, απέχοντας από το να είναι δευτερεύουσα, αδιάφορη ή απλώς η εξωτερική σχέση ανάμεσα στις υπάρξεις, η διαφορά είναι εκείνη που επιτρέπει την ύπαρξη (δίνει την δυνατότητα σε κάτι να υπάρχει). Η διαφορά, επιμένει ο Χέγκελ, είναι απόλυτη· κάθε φορά που επιχειρούμε να σκεφτούμε τί βρίσκεται πέρα από την δύναμη διάκρισης των εννοιών, μπορούμε να το κάνουμε μόνο διαμέσου εννοιών, σε σχέση με έννοιες (ή όπως όταν κάτι διαφέρει από τις ιδέες μας). Μπορούμε να γνωρίζουμε το είναι, μόνο μέσω αυτών που δεν είναι. Κι αυτό επειδή η σκέψη δεν είναι ύπαρξη, ή διαφέρει από την ύπαρξη, με την οποία καθίσταται δυνατή η κατανόηση της ύπαρξης ή ο συσχετισμός μ᾽εκείνη.  Δεν μπορεί να εννοηθεί το οτιδήποτε δίχως διαφορά. Η σκέψη του προ-εννοιολογικού απολύτου, εξακολουθεί να νοείται μόνο ως προ-εννοιολογική. Κατά συνέπεια για τον Χέγκελ δεν ισχύει ότι υπάρχει μια λέξη, η οποία μετά αναπαρίσταται από τις έννοιες —μόνο μέσω της διαφοράς των εννοιών αποκτούμε ολοκληρωτικά την σκέψη του υπάρχοντος κόσμου. Η εμπειρία δέχεται μεσολάβηση, αντιδιαστολή και ταξινόμηση μέσω των εννοιών. Ο Ντελέζ χαρακτήρισε τη φιλοσοφία του Χέγκελ ατέρμονη αναπαράσταση (Deleuze 1994, p. 42) επειδή έβαζε την αναπαράσταση του κόσμου στην θέση της απόλυτης ύπαρξής του. Ο κόσμος ή η ύπαρξη, για τον Χέγκελ, δεν υπάρχει εκτός της διακριτικής διαδικασίας της αναπαράστασης και ο άνθρωπος είναι απλά το όχημα για την αναπαράσταση του κόσμου. 

Δομική διαφορά

Την εποχή του Ντελέζ, ο δομισμός ήταν η κυρίαρχη θεωρία για την διαφορά. Εμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, σε γενικές γραμμές ως μέθοδος κατανόησης του νοήματος. Επιπλέον της δομιστικής γλωσσολογίας του Ferdinand de Saussure (1857–1913) υπήρχε επίσης δομιστική ανθρωπολογία (Claude Lévi-Strauss, 1908–2009) δομιστικές σπουδές μαζικής κουλτούρας (Roland Barthes, 1915–80), δομιστικός Μαρξισμός (Louis Althusser, 1918–90) και πολυάριθμοι δομιστικοί αναλυτές της λογοτεχνίας. Ο Ντελέζ περιλαμβάνεται συχνά στο γενικό κίνημα του μεταδομισμού και η θεωρία του για την διαφορά είναι τόσο χρεωμένη όσο και ιδιαίτερα επικριτική στον δομισμό.  

Ο Δομισμός (ή Στρουκτουραλισμός) θεωρήθηκε γενικότερα ως επιστημονική μελέτη του του ανθρώπινου νοήματος· είχε τη δυνατότητα να το πράξει επειδή αυτοπροσδιοριζόταν ενάντιος στην ασάφεια της ιστορικής ανάλυσης.  Αντί να εκκινούν από κάποια ιστορική ύπαρξη, οι δομιστές υποστήριξαν ότι κάθε οντότητα θα μπορούσε να γίνει γνωστή μόνο μέσα από κάποιο σύστημα διαφορών. Δεν είναι εφικτή η γνώση της ιστορίας κάποιου πράγματος, μέχρι να αποκτήσουμε σύστημα ή δομή που θα το διαφοροποιεί και θα το καταγράφει ως τέτοιο: συνεπώς, πριν από την μελέτη οποιασδήποτε γλώσσας, πολιτισμού ή κειμένου, οφείλουμε να σκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίο εκείνη η γλώσσα ή ο πολιτισμός παρουσιάζεται διαφοροποιημένος. Στον αντίποδα της κατανόησης ενός τεχνήματος, ας πούμε, πρέπει να μελετήσουμε την κουλτούρα ή το σύστημα των εννοιών που επέτρεψαν στο αντικείμενο αυτό να διακριθεί ως τέχνη. Σύστημα και δομή πρέπει να προηγούνται της ιστορίας ή της «γενέσεως». Ο Χέγκελ είχε υπερασπιστεί την πρωτοπορία της διαφοράς, αλλά θεωρούσε εκείνη την διαφορά, ιστορική: εκείνη η οντότητα είχε διαφοροποιηθεί ή συλληφθεί με το πέρασμα του χρόνου (και η ανθρώπινη ζωή θα μπορούσε να αντιληφθεί και να κατανοήσει την κατασκευή της ταυτότητάς της αναλογιζόμενη την ίδια της την ιστορία). Ο Χέγκελ επιχειρηματολόγησε υπέρ της άποψης ότι η ανθρώπινη ζωή θα πρέπει αρχικά να διανοηθεί έναν κόσμο διαφορετικό από τον δικό της (άρνηση). Τότε αντιλαμβανόμαστε ότι ένας τέτοιος κόσμος μπορεί να νοηθεί μονάχα μέσα από ιδέες που έχουμε γι αυτόν (έτσι η άρνηση παράγεται διαμέσου ιδεών ή ιδεαλισμού). Όμως, αν είναι έτσι και ότι διαθέτουμε είναι ιδέες και οι ιδέες μας παρέχουν την διαφορά μας από τον κόσμο, τότε φθάνουμε στην διαφοροποιητική δύναμη μιας απόλυτης ιδέας (απόλυτος ιδεαλισμός ή απόλυτη διαφορά). Στο τέλος της ιστορίας υποστηρίζει ο Χέγκελ, πρόκειται να αναγνωρίσουμε αυτούσια την διαφορά· η διαφορά δεν θα βρίσκεται πλέον έξω από την σκέψη. Δεν χρησιμοποιούμε την διαφορά για να συλλογισθούμε· και η διαφορά δεν είναι κάτι το οποίο διαπερνάται από τη σκέψη. Το σκέπτεσθαι είναι διαφορά και ότι διαφέρει από την σκέψη —το πραγματικό— είναι αποτέλεσμα της διαφοράς. 

Οι δομιστές αμφισβήτησαν την ιδέα ότι θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε την διαφορά, προσεγγίζοντας έτσι το νόημα και την γλώσσα αντι-ιστορικά (αντι-ανθρωπιστικά). Με σκοπό να σκεφτούμε το οτιδήποτε, θα πρέπει εκείνο να έχει διαφοροποιηθεί μέσα από ένα γλωσσικό σύστημα. Για τους δομιστές, δεν είναι η σκέψη αυτή που διαφοροποιεί τον κόσμο, αλλά το γλωσσικό σύστημα. Μπροστά από την ικανότητα να σκεφτούμε να σκεφτούμε ή να συλλάβουμε κάποια ιδέα, θα πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα διακριτών σημείων —όπως τα γράμματα μιας γλώσσας— το οποίο να επιτρέπει την οργάνωση της διαφοράς. Η σκέψη δεν είναι αυτόνομη, αλλά θα πρέπει να εντοπίζεται ανάμεσα σε κάποιο σύστημα ήχων, σημείων ή σημαινόντων, ώστε να πραγματώνεται εκεί η ταξινόμηση ιδεών ή νοημάτων. Συνεπώς, οι δομιστές υποστήριξαν ότι το νόημα θα μπορούσε να ερμηνευθεί αποκλειστικά από δομές ή συστήματα διαφοράς, όπως οι γλώσσες. Η μέθοδός τους ωστόσο ήταν συγχρονικήάχρονη —και όχι διαχρονική όπου η γλώσσα μελετάται στην εξελικτική της πορεία της μέσα στον χρόνο).

Συγχρονική διάσταση τής γλώσσας

Οι γλωσσολόγοι λένε πως πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα κάθε γλώσσα είναι μια ιδιαίτερη δομή, μια ξεχωριστή μορφή, ένα αυτόνομο σύστημα. Αυτό σημαίνει πως δεν δεχόμαστε ότι η γλώσσα είναι μόνο λέξεις –ένα απλό άθροισμα λέξεων. Αν η γλώσσα ήταν απλώς λέξεις, θα μπορούσαμε εύκολα να μάθουμε μια ξένη γλώσσα, θα μπορούσαμε επίσης εύκολα να μεταφράσουμε από τη μια γλώσσα στην άλλη κ.ο.κ. Κι όμως ξέρουμε ότι αποτελεί άθλο το να μάθεις σωστά μια ξένη γλώσσα, όπως αποτελεί άθλο το να μπορείς να μεταφράσεις σωστά δύσκολα, λογοτεχνικά ιδίως, κείμενα. Επομένως γλώσσα δεν είναι μια απλή διαδοχή λέξεων. Είναι πάνω απ’ όλα μορφή ή, αλλιώς, δομή. Λέγοντας δε δομή, εννοούμε ένα οργανωμένο, αυτόνομο σύστημα στοιχείων που συνδέονται με συγκεκριμένες σχέσεις, επιτελούν ορισμένες λειτουργίες, νοούμενες και εξαρτώμενες πάντοτε από ένα ήδη διαμορφωμένο σε κάθε γλώσσα γενικότερο σύστημα.[…]

Κάθε λεκτικό στοιχείο μιας οποιασδήποτε γλώσσας, λ.χ. το σημείο δίδω τής ελληνικής, δεν είναι μια απλή λέξη. Είναι μια αξία στη γλώσσα. Τι εννοούμε μ’ αυτό; Ότι καταλαμβάνει μια ιδιαίτερη, μοναδική θέση μέσα σ’ ένα πλέγμα σχέσεων που συνιστούν το σύστημα τής συγκεκριμένης γλώσσας, εν προκειμένω τής ελληνικής. Το δίδω υπάρχει -όντας αυτό που όλοι καταλαβαίνουμε όταν λέμε δίδω- διότι συνδέεται με μια σειρά σημασιών με τις οποίες συνωνυμεί – τις σημασίες : «προμηθεύω», «εφοδιάζω», «παρέχω» κ.τ.ό. Συνδέεται ακόμη με μια σειρά από τις οποίες αντωνυμεί, αντιτίθεται- εννοώ τα: «δέχομαι», «λαμβάνω» κ.τ.ό. Συνδέεται τέλος με μια σειρά σύνθετα τής ρίζας δίδω : με τα «παραδίδω», «επιδίδω», «προσδίδω» κ.τ.ό. Ακόμη συνάπτεται με μια σειρά ομορρίζων, τα «δίνω», «δώσω», «δοτός», «δώρο» κ.τ.ό. Τέλος το στοιχείο δίδω είναι συνδυασμένο με μια σειρά από σχέσεις, όπως ότι δέχεται ένα υποκείμενο, δράστη (π.χ. «ο Χ δίδει το βιβλίο στον πατέρα»), έναν αποδέκτη δράσεως, έμμεσο αντικείμενο («στον πατέρα»), κι έναν φορέα τής δράσεως, άμεσο αντικείμενο («το βιβλίο»). 

Επομένως, κάθε στοιχείο στη γλώσσα είναι τμήμα ενός σύνθετου και πολύπλοκου μηχανισμού που απαρτίζεται από ένα τέτοιο πλέγμα σχέσεων. Υπ’ αυτή την έννοια, κάθε στοιχείο στη γλώσσα είναι μοναδικό σ’ ένα σύστημα που και στο σύνολό του είναι επίσης μοναδικό. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι το ελληνικό δίδω δεν συμπίπτει ούτε με το αγγλικό give ούτε με το γερμανικό geben ούτε με το γαλλικό donner κ.ο.κ. Δεν συμπίπτουν, γιατί καθένα από αυτά αποτελεί ένα ιδιαίτερο πλέγμα σχέσεων, τόσο σύνθετο και πολύπλοκο, που είναι αδύνατο να συμπέσει στο σύνολό του με το σύστημα τού give ή τού geben κ.ο.κ.
Συμπέρασμα : Τα συστατικά τής γλώσσας ως στοιχεία δομής έχουν ιδιαιτερότητα∙ το σύστημα τής γλώσσας ως πολύπλοκο σύστημα σχέσεων έχει ιδιαιτερότητα∙ το σύνολο τής γλώσσας ως δομή, ως ιδιαίτερο και αυτόνομο σύστημα, έχει ιδιαιτερότητα. Η ιδιότητα αυτή συνιστά ό,τι ονομάζουμε φυσιογνωμία μιας γλώσσας.

Που οφείλεται, όμως, αυτή η ιδιαιτερότητα της γλώσσας;

Κάθε γλώσσα είναι μια άλλη σύλληψη, οργάνωση και έκφραση τού κόσμου μας. Είναι, όπως λένε οι γλωσσολόγοι, μια διαφορετική ταξινομία τού κόσμου μας. Έτσι, η ελληνική γλώσσα δεν είναι το ίδιο λ.χ. με τη γαλλική. Με τις διάφορες γλώσσες δεν λέμε απλώς τα ίδια πράγματα με άλλες λέξεις. Συλλαμβάνει, οργανώνει και εκφράζει διαφορετικά ο κάθε λαός τον κόσμο με τη γλώσσα του. (Από το βιβλίο τού Γ. Μπαμπινιώτη «Ελληνική Γλώσσα: Παρελθόν -Παρόν -Μέλλον», Αθήνα 1994, σελ 14 κ. εξ.)

Προτού μπορέσουμε να διερευνήσουμε την πορεία οποιουδήποτε πράγματος στο χρόνο ή την ιστορία, θα πρέπει να το έχουμε ταυτοποιήσει και ο μόνος τρόπος για να το κάνουμε είναι με την χρήση ολοκληρωμένου συστήματος χαρακτηρισμών (markings) ή σημαινόντων (signifiers). Η μέθοδος αυτή είναι άχρονη· μπορούμε μόνο να αναλογισθούμε το χρόνο επειδή υπάρχει ένα στατικό σύστημα, γιατί ο χρόνος εδράζει στο νόημα και την ακολουθία (πρόοδο), αλλά το νόημα παράγεται πάντα μέσω κάποιου άχρονου συστήματος (λεξικής αναπαράστασης) όπως είναι η γλώσσα. (Μπορούμε μόνο να γράψουμε για μια ιστορική μετάβαση από το ένα γλωσσικό σημείο, την μία λέξη, στην άλλη, αν διαθέτουμε κάποιο σύστημα, όπως η γλώσσα, το οποίο θα μπορούσε να συνδέσει εκείνα τα δύο σημεία. Οι δομιστές καθόρισαν την συγχρονική τους μέθοδο ενάντια στις διαχρονικές ή ιστορικές προσεγγίσεις.

{σημαίνον [signifier] H ακουστική εικόνα μιας λέξης – σημαινόμενο [signified] H έννοια, το νόημα μιας λέξης – γλωσσικό σημείο [linguistic sign] Η αδιάρρηκτη ένωση μιας έννοιας ή σημαινόμενου με μια ακουστική εικόνα ή σημαίνον. Π.χ. το γλωσσικό σημείο (η λέξη) μήλο αποτελεί την ένωση της έννοιας «μήλο» και της ηχητικής ακολουθίας [milo]. Το βασικό χαρακτηριστικό του γλωσσικού σημείου είναι ότι διέπεται από αυθαιρεσία: δεν υπάρχει φυσική και αιτιολογημένη σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, με την έννοια ότι δεν υπάρχει κάποιος λόγος που μια έννοια αποδίδεται με τη συγκεκριμένη ακουστική εικόνα· η σχέση είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής σύμβασης. Απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι η ίδια έννοια («μήλο») αντιπροσωπεύεται διαφορετικά στις διάφορες γλώσσες: αγγλ. apple, γαλλ. pomme, ελλ. μήλο.

[Λεξικό γλωσσολογικών όρωνhttp://www.greeklanguage.gr/%5D

Αν ήθελα να μελετήσω μια γλώσσα ιστορικά ή διαχρονικά, θα εξέταζα τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις εξελίχθηκαν από προγενέστερες γλώσσες (Λατινικές ή Ελληνικές καταβολές) και θα παρακολουθούσα το ταξίδι του νοήματος στον χρόνο. Ενδεχομένως να διάλεγα την λέξη monster (τέρας), η οποία σήμερα αναφέρεται σε πλάσματα τύπου Φρανκενστάιν ή εξώκοσμες φιγούρες και θα κατέδειχνα τον συσχετισμό της αρχικά με πνευματικούς οιωνούς και την προέλευση από το Λατινικό ρήμα monstrare (to show, επιδεικνύω). Κι αυτό θα μπορούσε να με πληροφορήσει ότι η λέξη monster φέρει το νόημα του να είμαι σημαντικός ή αποκαλυπτικός. Τέτοια ιστορική (ή διαχρονική) ανάλυση, προϋποθέτει ότι υπάρχει κάτι, όπως μια σημασιακά πλήρης ανθρώπινη ιστορία, το οποίο στη συνέχεια εκφράστηκε γλωσσικά. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε ποιοί είμαστε και πώς μιλάμε, ανατρέχοντας στις καταβολές και την εξέλιξη. Αυτό παραπέμπει σε γενεσιολογικός απολογισμός ή έμφαση στην γένεση. Τουναντίον, το στρουκτουραλιστικό αφήγημα εξετάζει κάθε όρο στο υπάρχον σύστημα· εγκαταλείπει οποιαδήποτε ιδέα αναδρομής στην καταγωγή του νοήματος. Για τους δομιστές, βρισκόμαστε πάντα μέσα στα πλαίσια κάποιου ερμηνευτικού συστήματος και δεν μπορούμε ποτέ να κινηθούμε έξω από αυτό για να κατανοήσουμε την προέλευση ή την γέννησή του. Αυτό που εννοούμε με την λέξη monster, θα εξηγηθεί αναζητώντας τους τρόπους με τους οποίους η υπάρχουσα γλώσσα και ο πολιτισμός διαφοροποιούν το τερατώδες από το φυσιολογικό, το ανώμαλο, το αποκρουστικό και το παραμορφωμένο. Μπορούμε να φανερώσουμε το νόημα μιας λέξης, όχι ερμηνεύοντας το παρελθόν, αλλά αναζητώντας την μέθοδο με την οποία η δομή κάθε γλώσσας κατανέμει τον κόσμο της. Οι δομιστές υποστήριξαν ότι οι ιστορικές μορφές των ερμηνευτικών μελετών ήταν αντι-επιστημονικές και απείχαν πολύ από τον ανθρωπισμό. Όπως και ο Χέγκελ, επέμειναν στο ότι δεν υπήρχε εμπειρία η οποία να μην έχει ήδη διαφοροποιηθεί από αντιλήψεις. Ήθελαν όμως να ξεπεράσουν τον Χέγκελ, απορρίπτοντας τον ιδεαλισμό του. Ο Χέγκελ πίστευε ότι η μεσολάβηση, άρνηση ή διαφοροποίηση του κόσμου, παραγόταν από τις ιδέες, τις ενέργεις του νου ή το πνεύμα. Οι δομιστές διατείνονταν ότι οι διακρίσεις δεν είναι ιδεατές αλλά υλικές. Είμαστε σε θέση να έχουμε σύστημα ιδεών ή εννοιών μόνον επειδή υπάρχουν υλικές δομές, όπως οι ήχοι ή γραφή μιας γλώσσας. Προτού υπάρξουν νοήματα, πρέπει να συλλάβουμε ό,τι είναι ουσιαστικά αυθαίρετο, ανούσιο και πιθανό σύστημα διαφοράς. Γι᾽ αυτό οι δομιστές μελέτησαν προσωπογραφίες, μόδα, μύθους, καθαγιασμένα σύμβολα (τοτέμ) και άλλα συστήματα τα οποία δεν ανήκουν στην γλωσσολογία, με τη στενή έννοια του όρου. Επέμειναν ότι οι σπουδές τους ήταν επιστημονικές επειδή ακριβώς δεν προϋπέθεταν την ανθρώπινη συνείδηση ή την ιστορική της ανάπτυξη· μελέτησαν στατικά νοηματικά συστήματα. Η ανάλυσή τους ήταν συγχρονική, όχι διαχρονική. Δεν μπορούμε να έχουμε ένα γενετικό αφήγημα ακριβώς επειδή η αναζήτηση της καταγωγής ενός πράγματος προϋποθέτει ότι υπάρχει κάποια αυθεντική οντότητα η οποία στην συνέχεια ταξιδεύει στον χρόνο ή την ιστορία. Οι δομιστές υποστήριξαν ότι δεν υπήρχαν οντότητες ή ταυτότητες η οποίες αυτοδιακρίθηκαν με το πέρασμα του χρόνου από κάποιο σημείο γένεσης, υπάρχουν μόνο οντότητες ή ρίζες εξαιτίας των συστημάτων δομικής διαφοράς. Κάθε ρίζα ή γένεση, μπορεί να συλληφθεί ή να νοηθεί μονάχα δια μέσου και εντός δομής. Γνωρίζουμε την προέλευση ή την γένεση ενός συστήματος μόνο μέσα από το ίδιο το σύστημα. Αν θέλω να καταλάβω πώς νοηματοδοτείται μια λέξη, δεν ιχνηλατώ τις καταβολές της. Αναζητώ την διαφορική της σχέση με όλες τις άλλες λέξεις μιας γλώσσας. Έργο της γλώσσας είναι η διαφοροποίηση του κόσμου. 

Πέρα από τον Χέγκελ και τον στρουκτουραλισμό:

Γένεση και δομή

Η φιλοσοφία του Ντελέζ για την διαφορά, όπως ο ιδεαλισμός και ο δομισμός του Χέγκελ, κατευθύνεται αντίθετα από τον κοινό νου. Ο Ντελέζ αισθανόταν κι αυτός ότι η διαφορά ήταν πρωταρχική, αλλά την παρουσίασε συνδυάζοντας την προϋπόθεση της γένεσης (την καταγωγή της διαφοράς που συμβαίνει διαμέσω του χρόνου) και την δομή (ότι εκείνη η ρίζα, ουδέποτε είναι κάτι το οποίο μπορεί να ταυτοποιηθεί, αλλά είναι ήδη από μόνο του διαφοροποιημένο). Ο Ντελέζ θεωρούσε ότι υψηλή φιλοσοφία, τέχνη και διανόηση συνιστούσαν προσπάθειες να αντιμετωπίσουμε το στοιχείο της γένεσης, αλλά τούτη η γένεση ή δύναμη της διαφοράς και δημιουργίας, δεν ήταν δυνατόν να εντοπισθεί μέσα σε κάποιο σύστημα (γλώσσα ή δομή) ή οντότητα (συνείδηση ή προέλευση). Η διαφορά μάλλον είναι αβάσιμη, αναρχική, μονίμως παραγωγική και ποτέ κάποιου πράγματος ίδιου με τον εαυτό της. Δεν μπορούμε να λέμε «αυτό διαφέρει», θεωρώντας ότι η διαφορά μας φέρνει αντιμέτωπους με τα απώτερα όρια της γλώσσας (ή της τάσης μας να χρησιμοποιούμε ονόματα και συμβατικές προτάσεις): «Η διαφορά πρέπει να εμφανίζεται διαφορετική» (Deleuze 1994, p. 56).

Άποψη της κοινής λογικής είναι ότι έχουμε νοήματα, ιδέες ή εμπειρία και χρησιμοποιούμε την γλώσσα για να μεταφέρουμε εκείνη την αίσθηση σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Ο δομισμός αντιστρέφει αυτή τη σειρά· διαθέτουμε νοήματα και εμπειρία μόνον επειδή έχουμε σύστημα διακρίσεων μέσω του οποίου βάζουμε σε τάξη και αναγνωρίζουμε τον κόσμο. Οποιοσδήποτε μιλά περισσότερες από μία γλώσσα θα γνωρίζει ότι υπάρχουν συγκεκριμένες διαφορές, πιθανές για μια γλώσσα αλλά όχι για άλλη. Τα γερμανικά έχουν δύο λέξεις για την εμπειρίαErlebnis και Ehrfahrung: η μία αναφέρεται στην εμπειρία ενός αντικειμένου, η άλλη, στη ζωντανή εμπειρία ή την εμπειρία που βιώνουμε. Μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα αυτής της διαφοράς αν αρχίσουμε να  αμβλύνουμε τους όρους μας, αλλά η διαφορά θα πρέπει να βελτιστοποιηθεί προσεκτικά· δεν είναι αυτόδηλη πτυχή της γλώσσας μας.  Το νόημα (το σημαινόμενο) παράγεται ή μορφοποιείται και από τις δύο λέξεις ή σημαίνοντα. Έτσι, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι ο τρόπος που σκεφτόμαστε και χτίζουμε τον κόσμο μας εξαρτάται από τις αντιθέσεις της ιδιαίτερης γλώσσας μας. Στα αγγλικά (αντίθετα με τα Γερμανικά) δεν έχουμε δύο σημαίνοντα για την εμπειρία και κατά συνέπεια δεν έχουμε δύο νοήματα. Για τους δομιστές δεν υπάρχει νόημα εκτός τους συστήματος των σημαινόντων. Οι διαφορές μιας γλώσσας παράγουν νοήματα, δημιουργούν συνείδηση ή γεννούν τον κόσμο μας. Αυτές οι γλωσσικές διαφορές είναι βασικά ανούσιες: οι ήχοι της γλώσσας μας είναι πιο πολύ θόρυβοι, η γραφή πιο πολύ υλική σήμανση. Όμως, ήχος και γραφή βγάζουν νόημα επειδή είναι συστηματοποιημένα, επαναλαμβανόμενα και ανταλλασσόμενα. Γνωρίζουμε τι σημαίνει μια λέξη, όχι επειδή συλλαμβάνουμε κάποια νοητική εκδήλωση του ομιλητή, αλλά γιατί κι εμείς οι ίδιοι χρησιμοποιούμε, ανταλλάσσουμε κι επαναλαμβάνουμε το ίδιο σύστημα. Όταν «μεταφράζουμε» από μία γλώσσα σε άλλη, μετακινούμαστε από την μια ομάδα διαφορών στην άλλη. 

Η βασική πρόκληση της σκέψης του Ντελέζ, βρίσκεται στην αποδοχή του προβλήματος της γένεσης και της δομής. Από την μία, αντίθετα με τον Χέγκελ, πρέπει να αναγνωρίσουμε την θετικότητα της διαφοράς. Δεν υπάρχει ρίζα (όπως η συνείδηση) η οποία οφείλει να αντιταχθεί στον κόσμο ώστε να μπορέσει να τον συλλογιστεί, γιατί η ίδια η συνείδηση θα πρέπει να είναι ήδη διαφοροποιημένη. Η διαφορά εντούτοις δεν εδράζει πουθενά αλλού παρά μόνο στον εαυτό της. Μόνο μέσω της διαφοράς μπορούμε να σκεφτούμε την οποιαδήποτε ρίζα, συμπεριλαμβανομένης της συνείδησης. Από την άλλη, ο Ντελέζ δεν θα αποδεχτεί την αυθαίρετη ύπαρξη ενός συστήματος διαφορών. Εμμένει στη σκέψη της γένεσης ή την εκπόρευση της διαφοράς: τι σημαίνει το ότι έχουμε ένα σύστημα διαφοροποιημένων σημάτων; Πώς φθάσαμε να σκεπτόμαστε τους εαυτούς μας διαφοροποιημένους από τον κόσμο, ως υποκείμενα; Ο Ντελέζ εμμένει στην άποψη ότι οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα σκεπτόμενοι μια θετική διαφορά. Μόνο η θετική διαφορά μπορεί να εξηγήσει την ανάδυση οποιουδήποτε διαφοροποιημένου πράγματος, είτε αυτό είναι το σύστημα διαφορών μιας γλώσσας είτε η διαφοροποιημένη ανθρώπινη προσωπικότητα.  Η σκέψη μιας θετικής διαφοράς δεν είναι κάτι εύκολο ωστόσο,  γιατί είναι η ίδια η φύση της σκέψης, όπως η κοινή λογική, να δέχεται έναν κόσμο ήδη ταυτοποιημένο και να θεωρεί την σχετική διαφορά μεταξύ των ταυτοτήτων αυτών, ήσσονος σημασίας. Η θετική διαφορά πρέπει εντούτοις να καταστρέψει  την ειρηνοποιό και σταθεροποιητική νοημοσύνη της κοινής λογικής· πρέπει να επιτρέψει στη σκέψη να κινηθεί πέρα από τη λογική των παγιωμένων όρων. Για τον Ντελέζ, η θετική διαφορά δεν είναι τόσο μια θεωρία ή πρόταση, όσο μια διηνεκής πρόκληση. Τείνουμε να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ήδη διαφοροποιημένο· δεν συνειδητοποιούμε, για παράδειγμα, τις διαφοροποιημένες γενετικές δυνάμεις που παράγουν οργανισμούς. Οποιαδήποτε στιγμή προσπαθήσουμε να αναλογισθούμε την διαφορά που παράγει διακριτούς όρους, τείνουμε να την χαρακτηρίζουμε, να την ταυτοποιούμε και να την υποβιβάζουμε,  για μια ακόμη φορά, στην κοινή λογική και την αναπαράσταση. Στο επόμενο κεφάλαιο καταγράφεται η εναντίωση του Ντελέζ στην αρνητικότητα της διαφοράς, αλλά θα διερευνηθεί επίσης ο λόγος που ένα τέτοιο αρνητικό πρόσημο προσδίδει συνεχή τάση για σκέψη. 

 

o-35871

Ακολουθούν

Πολιτική της ζωής και θετική διαφορά

Ύφος και εμμένεια

«Κάνοντας φιλοσοφία»: διεπιστημονικότητα

Ιστορία της επιθυμίας

Αντίληψη, χρόνος, κινηματογράφος

 Αναφορές

Understanding Deleuze
Claire Colebrook
National Library of Australia URL⇒https://seminario2012.files.wordpress.com/2012/02/colebrook-claire-understanding-deleuze.pdf ]

Φιλοσοφίες της ελευθερίας
Από τον Μαρξ και τον κλασικό φιλελευθερισμό ως τον Καστοριάδη, τον Foucault και τη δημοκρατία των κοινών
Αλέξανδρος Κιουπκιολής Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ

Δομισμός, μεταδομισμός και σπουδές φύλου
5.1. Βασικές αρχές του δομισμού

5.1.1. Δομισμός, μεταδομισμός και υποκειμενοποίηση
5.1.2. Διαφορές ανάμεσα στον δομισμό και τον μεταδομισμό
Τι είναι η φυσικοποίηση;

  • URL⇒ [https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/5726/1/%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%205.pdf ]

Δομισμός, μεταδομισμός, το τρίτο «κύμα» του φεμινισμού και η επίδρασή τους στις Σπουδές φύλου και στις Λογοτεχνικές σπουδές

  • URL⇒
    [http://eclass.uth.gr/eclass/modules/document/file.php/SEAB113/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82/6.%20%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.pdf ]

Α.Π.Θ.

Μεταπτυχιακή εργασία: Ακριβόπουλος Ηλίας
ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΠΙΘΥΜΙΑ:

Η Κοινωνικοπολιτική οντολογία των Gilles Deleuze & Felix Guattari 

Θέσεις
Ο ΝΟΜΑΔΙΚΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ Ζ. ΝΤΕΛΕΖ
του Παναγιώτη Σωτήρη

Θέσεις
Γραμμές διαφυγής, μειονότητες, μηχανές πολέμου:
Μπορεί να υπάρξει μια Ντελεζιανή πολιτική;
του Παναγιώτη Σωτήρη

  • URL⇒
    [http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1339&Itemid=29]

«Μετανάστευση και λογοτεχνική γραφή: ορισμοί, διαδράσεις, εννοιολογικοί σχηματισμοί»

  • URL 
    [ https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/5226/1/Kef.%204.pdf ]

Χώρος και Περιθώριο
Πολυτεχνείο Κρήτης Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Ιούλιος 2013

  • URL⇒
    [http://www.greekarchitects.gr/site_parts/doc_files/89.14.01.pdf]
Advertisements