Κατανοώντας τον Gilles Deleuze

στις

© Πυθεύς, Ι.Τζάνος

Άδεια Creative Commons

 

Το παρόν άρθρο αποτελεί ξενάγηση στο νοητικό σύμπαν του Gilles Deleuze με την βοήθεια του βιβλίου της Claire Colebrook, Understanding Deleuze, την Ελληνόφωνη παρουσίαση του οποίου στοχεύουμε να ολοκληρώσουμε τμηματικά, με την ευδιάκριτη ένθεση αποσπασμάτων από άλλα φιλοσοφικά έργα για την καλύτερη κατανόησή του, διατηρώντας το αρχικό ύφος της συγγραφέως. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να παρουσιάσει κάποιος τον Deleuze στον οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο. Οι προκλήσεις για την αντίληψη και οι νεολογισμοί που χρησιμοποιεί, ενδέχεται να εξαντλήσουν τους υπάρχοντες ορίζοντες προτείνοντας νέους, ανεξερεύνητους. Η εμμονή του Deleuze στην πρακτική και όχι τόσο στην θεωρητική αξία της φιλοσοφίας, καθιστά το ταξίδι αυτό συναρπαστικό. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι περισσότερο από παγιωμένες και εναντιωματικές θέσεις, έχουμε ανάγκη μια φιλοσοφία που θα ρέει όπως η ζωή, διαρκώς μεταβαλλόμενη και δημιουργική. 

 Ο αντίκτυπος

Συχνά νοούμε την φιλοσοφία ως αποκλειστικά ακαδημαϊκή εξάσκηση, βουτιά σε αφηρημένες έννοιες και δυσνόητα επιχειρήματα. Υπάρχει, ωστόσο, μια φιλοσοφική παράδοση αντίθετη σε τέτοιου είδους οριοθέτηση. Ο Ζιλ Ντελέζ [Gilles Deleuze (1925–95)] αυτοπροσδιορίστηκε ως μέλος της σχολής αυτής, η οποία έθεσε σε δοκιμασία και αποδόμησε παγιωμένα εννοήματα της ζωής, έτσι ώστε νέες αντιλήψεις και ιδέες να αντικρύσουν νέους ορίζοντες δυνατοτήτων δράσης και εφαρμογής. Ένα από τα πρόσωπα κλειδιά σε τούτη την παράδοση, την οποία θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε με τον όρο πρακτική φιλοσοφία, ήταν ο Καρλ Χάινριχ Μαρξ, ο οποίος ενέμενε στο ότι, στην πραγματικότητα, η ιδέα ενός ξεχωριστού βασιλείου επινοημάτων, η θεωρία ή η διάνοια, αναδύονται συμπτωματικά από έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Μπορούμε να απομακρύνουμε την θεωρία από τον κόσμο, με αντάλλαγμα την πρακτική, μόνον όταν οι ιδέες μας έχουν αρχίσει να επικαλύπτουν παρά να διευρύνουν την ερμηνευτική μας για την ζωή. Εφόσον χάσουμε επαφή με τον κόσμο, η διάνοιά μας μοιάζει να λειτουργεί σε δική της, ιδεατή σφαίρα. Για τον λόγο αυτό ο Μαρξ επέμενε ότι μια πραγματικά επιτυχής φιλοσοφία δεν θα πρέπει να προσθέτει απλά μια ακόμη ερμηνευτική ιδέα στον κόσμο· έχει χρέος να διαφοροποιήσει την αντίληψή μας γι᾽ αυτόν.

Παρά το γεγονός ότι πολλές από τις επαναστάσεις που πραγματοποιήθηκαν στο όνομά του δεν ήσαν πιστές στο πνεύμα του Μαρξισμού, οι ιδέες του μοιάζουν να απαιτούν από εμάς διαφορετική προσέγγιση —σκέψη και δράση— και υπό αυτήν την έννοια, ήταν επαναστατικές. Εφόσον οι απόψεις μας είναι συναρμοσμένες με την ζωή και την δράση, τότε μπορούμε πάντοτε να υποβάλλουμε την οποιαδήποτε στο εξής ερώτημα: τί είδους ζωή εξυπηρετεί; Άπαξ και ασπασθούμε την Μαρξιστική άποψη, ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε και να διαφοροποιήσουμε τον κόσμο μας μέσω της πολιτικής και κοινωνικής μας ύπαρξης, τότε μπορούμε, επιτρέποντας νέα ενδεχόμενα και δυνατότητες, να χαράξουμε πρωτότυπα μονοπάτια στην ζωή. 

Michel Foucault

Πιθανόν η σπουδαιότερη προσωπικότητα της πρακτικής παράδοσης κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα ήταν ο Γάλλος στοχαστής Μισέλ Πωλ Φουκώ, σύγχρονος του Ντελέζ και θέμα μεταγενέστερης εργασίας του (Foucault, 1988). Ο Μαρξ είχε μετασχηματίσει την σχέση ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη, ισχυριζόμενος ότι οι ιδέες ή απόψεις μας — οι νοητικές παραστάσεις που χρησιμοποιούμε για να κατανοήσουμε τον κόσμο— δεν είναι αθώες, με την έννοια ότι ο τρόπος με τον οποίο σκεπτόμαστε ή αναπαριστούμε τον κόσμο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το πράττειν και το επιθυμείν.

Ο Μαρξ, για παράδειγμα, επινόησε την έννοια της ιδεολογίας (ο όρος μπορεί να είχε χρησιμοποιηθεί νωρίτερα, αλλά ο Μαρξ ήταν αυτός ο οποίος τον αναμόρφωσε ριζικά). Η ιδεολογία περιγράφει τον τρόπο που ζούμε στον κόσμο μας μέσω εννοιών και αντιλήψεων. Η έννοια «γυναίκα» για παράδειγμα, είναι ιδεολογική. Πράττω, επιθυμώ και έχω συγκεκριμμένες πεποιθήσεις επειδή κατέχω (ή σκέφτομαι τον εαυτό μου μέσα από) αυτή την έννοια. Η ιδεολογία περιγράφει το πώς οι σχέσεις και οι πεποιθήσεις μας —και κατά συνέπεια, ό,τι κάνουμε— είναι εκ των προτέρων διαρθρωμένες από δυνάμεις που υπερβαίνουν κάθε μεμονωμένο παράγοντα. Δεν επινοώ ή αποφασίζω σαν γυναίκα, αλλά η έννοια της γυναίκας είναι αναπόσπαστο και στοιχειώδες συστατικό της ύπαρξής μου. Επιπλέον, ο τρόπος που βιώνω αυτή την έννοια είναι πολιτικός· με προσδένει σε συγκεκριμένες σχέσεις με άλλους και με ωθεί να αναλαμβάνω ορισμένα δικαιώματα, καθήκοντα και υποχρεώσεις.

Κατανοώντας ιδεολογικά την πολιτική, δεν προϋποτίθεται ότι είμαστε όλοι μεμονωμένοι παράγοντες οι οποίοι εκ των υστέρων διαπραγματευόμαστε σχέσεις εξουσίας· η ιδεολογία συγκροτεί το άτομό μας με αρκετά συγκεκριμένες θέσεις εξουσίας. Θα μπορούσαμε να πούμε λοιπόν ότι ο Μαρξ συνάρμοσε την θεωρία ή τις ιδέες, με τις πράξεις και την ζωή, μέσω κατανόησης της ισχύος. Οι έννοιες και οι πεποιθήσεις μας δεν αναπαριστούν τον κόσμο μας· παράγουν σχέσεις και δυνάμεις εξουσίας, συμπεριλαμβανομένων των ταξικών και φυλετικών συσχετισμών. Η έννοια «γυναίκα» μπορεί να παράξει θετικές και αρνητικές δυναμικές σχέσεις: ενδέχεται να με αποδυναμώσει συσχετιζόμενη με αυτήν του «άντρα» αλλά μπορεί να με ενθαρρύνει αν αναλογισθώ τα «δικαιώματα των γυναικών» ή το «φεμινιστικό κίνημα».

Ο Φουκώ, ανέδειξε μια έννοια της εξουσίας η οποία μετασχημάτισε την ήδη ριζοσπαστική Μαρξιστική παράδοση για την σχέση ανάμεσα σε ιδέες και ζωή. Η Μαρξιστική αντίληψη για την ιδεολογία επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο, ιδέες, αντιλήψεις, θεωρίες ή γλώσσες, παράγουν δυναμικούς συσχετισμούς. Ο Φουκώ υποστήριξε ότι μια τέτοια κατανόηση παρέμενε πολύ αρνητική: είναι σαν να έχουμε την ζωή από την μια πλευρά και την ιδεολογία ή τις σχέσεις εξουσίας από την άλλη· σαν οι δομές της εξουσίας να καθορίζουν την ζωή από ψηλά. Ενάντια σε αυτό, ο Φουκώ διαμόρφωσε μια νέα, θετική αντίληψη για την εξουσία. Εδώ, δεν υπάρχει ζωή έξω από την εξουσία. Αντιπαραθέστε αυτό με την ιδεολογία. Μπορώ να σκεφτώ την έννοια γυναίκα ως ιδεολογική, αν φανταστώ ότι είμαι άνθρωπος, προσωπικότητα ή ύπαρξη, ο οποίος εκ των υστέρων θεωρώ τον εαυτό μου γυναίκα, σαν η έννοια της γυναίκας να μου επιβλήθηκε και ως τέτοια, δύναμαι να ελευθερωθώ από την ιδεολογία, την δύναμη ή τα στερεότυπα.

Για τον Φουκώ δεν είναι σαν να υπάρχουν πρώτα τα όντα και μετά οι σχέσεις εξουσίας. Τα πάντα είναι προϊόντα της εξουσίας ή των δυνάμεων της ζωής. Μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου ως άνθρωπο ή μεμονωμένο άτομο, μόνον επειδή υπάρχουν έννοιες όπως «γυναίκα». Η πιό δημοφιλής ιδέα του Φουκώ ήταν η κριτική του στην «κατασταλτική υπόθεση» —θεωρούμε ότι έχουμε ύπαρξη και σεξουαλικότητα η οποία στην συνέχεια επικαλύπτεται ή καταπιέζεται από κοινωνικές νόρμες και πολιτιστικές προσδοκίες. Αλλά το αντίθετο είναι η περίπτωση —δεν έχουμε ανθρωπότητα ή σεξουαλικότητα η οποία να κρύβεται πίσω από μια ιδεολογία ή καταστολή·  σκεφτόμαστε μόνο αυτό που προηγείται ή υπόκειται ιδεολογίας, έννοιες και σχέσεις μετά το παραγωγικό αποτέλεσμα τους. Η πραγματική ή υποκείμενη σεξουαλικότητα είναι αποτέλεσμα εξουσίας, όχι κάτι καταπιεσμένο από αυτήν. Μόνο στον ψυχαναλυτή, κατά την διερεύνηση της σεξουαλικότητας, έχω σεξουαλικότητα (Foucault 1981). Αυτό σημαίνει ότι συσχετισμοί δυνάμεων  —τέτοιοι όπως μεταξύ ασθενή και αναλυτή ή εγκληματία και κατηγόρου ή ανθρώπινης ύπαρξης και κοινωνικού επιστήμονα— παράγουν θέσεις ισχύος. 

Δεν είναι σαν να υπάρχουν αφέντες και δούλοι και ακολούθως αντιλήψεις και θεωρίες που δικαιολογούν και διαμορφώνουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Κυριαρχία και σκλαβιά είναι αμφότερες περιπτώσεις ισχύος που προκύπτουν η μία από την άλλη. Για τον Φουκώ, τόσο οι θεωρίες όσο και οι πράξεις συνιστούν μεθόδους εξουσίας. Για να αναφερθείς σε ένα σώμα λέγοντας «λευκό» «αρσενικό» ή «ομοφυλόφιλο» πρέπει να δημιουργήσεις έναν συσχετισμό δυνάμεων· αλλά το να σημαδέψεις, να τιμωρήσεις ή να ντύσεις αυτό το σώμα είναι επίσης σχέση ισχύος. Εν τούτοις ο Φουκώ δημιούργησε εντελώς νέο τρόπο σκέψης γισ την σχέση μεταξύ θεωρίας και πράξης. Οι αντιλήψεις μας δεν καλύπτουν, δικαιολογούν ή διατηρούν απλά τις σχέσεις ισχύος· παράγουν και παράγονται από αυτές· από σχέσεις ανάμεσα σε σώματα, ανάμεσα σε λέξεις και ανάμεσα σε λέξεις και σώματα. Αν ο Μαρξ θεωρούσε την εξουσία με αρνητικό τρόπο —ως ιδεολογία, η οποία μπορεί να επικαλύψει ή να παραμορφώσει τις πραγματικές σχέσεις —ο Φουκώ έβλεπε την εξουσία θετικά, ως δύναμη η οποία παράγει διακριτές σχέσεις.

Ο Ντελέζ πήγε την παράδοση αυτή ένα βήμα παραπέρα, εισάγοντας την έννοια «επιθυμία».  Αν σκεφτούμε την ζωή ως επιθυμία, δεν έχουμε πλέον το παραμικρό έρεισμα ή αρχή στην οποία η σκέψη οφείλει να υπακούσει. Ο Ντελέζ όρισε καθήκον του να σκέπτεται την επιθυμία θετικά: όχι την επιθυμία κάποιου για κάτι που θέλει ή του λείπει· αλλά μία επιθυμία η οποία είναι μόνο παραγωγική και δημιουργική ενέργεια, παλιρροϊκή λαχτάρα, δύναμη και διαφορά, επαναστατική θέληση την οποία δεν υπάρχει λόγος να σκεφτούμε με τρόπους που θα διατάρασσαν την κοινή λογική και την καθημερινή ζωή.

Félix Guattari

Ο Ντελέζ ήταν γνωστός στον Αγγλόφωνο κόσμο πρωτίστως από την μετάφραση του έργου “ Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: Ο Αντι-Οιδίπους” αποκύημα της συνεργασίας του με τον Φελίξ Γκουαταρί το 1972, το οποίο όμως δεν είχε μεταφραστεί στα Αγγλικά μέχρι το 1977. Παρότι ο Ντελέζ είχε συγγράψει μεγάλο αριθμό πιο συμβατικών φιλοσοφικών έργων από το 1950 και μετά, ήταν η έννοια της επιθυμίας που φανέρωσε τον μετασχηματισμό στην σχέση ανάμεσα στην σκέψη και την πράξη.  

Όπως και ο Φουκώ, οι Ντελέζ και Γκουαταρί μίλησαν για μια έμφυτη και θετική φιλοσοφία, σταθερά και απαρέγκλιτα. Ιδέες, θεωρίες και έννοιες δεν προστίθενται σε μια ζωή με σκοπό να την απεικονίσουν ή να την αντιπροσωπεύσουν·  η θεωρία δεν είναι κάτι άλλο παρά άρνηση (αδρανοποίηση) της ζωής. Η ζωή εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους και ένας από αυτούς είναι μέσω της σκέψης (μέσω λέξεων, εννοιών, ιδεών και θεωριών). Παρομοίως με την έννοια της εξουσίας του Φουκώ, αυτή της επιθυμίας των Ντελέζ και Γκουαταρί, μας επιτρέπει να σκεφτούμε παραγωγικά τα γεγονότα και τις σχέσεις της ζωής. Η ειδοποιός διαφορά με την επιθυμία είναι ότι αναφέρεται στους ποικίλους τρόπους με τους οποίους η ζωή εξελίσσεται ή παράγει συσχετισμούς. Δεν πρόκειται για σώματα ή πράγματα τα οποία εκ των υστέρων διέπονται από δεσμούς εξουσίας, ούτε υπάρχει γενικό πλαίσιο συσχετισμών, όπως η γλώσσα ή ο πολιτισμός, το οποίο να παράγει διαφορετικές υπάρξεις.

Αυτό που «είναι» κάτι, είναι η ροή της επιθυμίας του και τέτοιες δυνάμεις δημιουργούν αποκλίνουσες και πολλαπλές σχέσεις. Το σώμα μου είναι «θηλυκό» για παράδειγμα, δια μέσου της επιθυμίας του για άλλα σώματα (η επιθυμία δεν εδράζει στην απουσία ή την έλλειψη, αλλά είναι παραγωγική). Το θηλυκό κορμί παράγεται μέσα από ορισμένους συσχετισμούς επιθυμίας, όμως, διαφορετικές συσχετίσεις πρόκειται να παράξουν διαφορετικό σώμα. Το ίδιο σώμα μπορεί να είναι θηλυκό, ομοφυλόφιλη γυναίκα, μητέρα, πολίτης κ.ο.κ. Αυτοί δεν είναι όροι που υπαγορεύονται σ᾽ ένα σώμα. Το σώμα γίνεται αυτό που είναι, μέσα από αυτούς τους συσχετισμούς.  Ακόμα και η σχέση του να είσαι άνθρωπος είναι σχέση επιθυμίας· γίνομαι άνθρωπος αντιλαμβανόμενος άλλα σώματα σαν το δικό μου, επιθυμώντας ή οραματιζόμενος κάποιο κοινό έδαφος με αυτά. Ουσιώδες για τον Ντελέζ είναι ότι η επιθυμία δεν χρειάζεται να κατασταλλεί ή να τιθασευτεί προκειμένου να ενταχθούμε στην κοινωνία· είναι πάντα παραγωγική και στην πραγματικότητα παράγει την ίδια την ιδέα της κοινωνίας.

110921-deleuze-collage-2
image source

Στον Αντι-Οιδίποδα, Ντελέζ και Γκουαταρί εμμένουν στην αντι-οιδιπόδεια φύση της ιδέας τους για την επιθυμία. Η οιδιπόδεια επιθυμία, όπως προσδιορίζεται από τον Φρόυντ, είναι αρνητική και καταπιεστική· αισθανόμαστε ότι οφείλουμε να αποκηρύξουμε τις πρωτόγονες, χαοτικές και βασικές επιθυμίες μας, ώστε να γίνουμε μέλη της κοινωνίας. Πρέπει να εγκαταλείψουμε τα μητρικά δεσμά και να ταυτιστούμε με τους πατεράδες μας. Η Οιδιπόδεια επιθυμία, υποστηρίζουν οι Ντελέζ και Γκουαταρί, αποτελεί μέρος μακράς παράδοσης καταπιεστικής και υπερβατικής σκέψης.  Υποδουλώνουμε την ζωή σε κάποια πρωταρχική ή υπερβατική αξία —όπως αυτή του καλού πολίτη ο οποίος έχει παροπλίσει τις επιθυμίες του χάριν της εικόνας του κοινού ανθρώπου. Τουναντίον, η αντι-οιδιπόδεια επιθυμία, είναι θετική και έμφυτη. Δεν είναι κάτι που συμπιέζουμε για να γίνουμε πολιτισμένοι. Κοινωνίες, πολιτισμοί, εικόνες του ατόμου και ο «άνθρωπος» είναι όλα εντυπώσεις και παράγωγα της επιθυμίας.

Οι ιδέες δεν έρχονται από κάπου έξω για να ορίσουν και να καταπιέσουν την ζωή μας· αποτελούν μέρος της, ενυπάρχουν. Η ζωή είναι επιθυμία. Όταν ένας σπόρος λαμβάνει φως και υγρασία, εξελίσσεται σε φυτό δια μέσου της σχέσης του με αυτές τις άλλες δυνάμεις και τούτη είναι μια ροή επιθυμίας. Όταν ένα ανθρώπινο σώμα σμίγει μ᾽ένα άλλο, ένα παιδί γεννιέται σε σχέση με κάποιον γονιό ή μια μητέρα συνδέεται με ένα παιδί· αυτή είναι μια άλλη ροή επιθυμίας. Όταν συνδέονται σώματα και διαμορφώνουν φυλές, κοινωνίες ή έθνη, παράγουν επίσης νέους δεσμούς και ροές επιθυμίας. Επομένως, ταυτότητες και εικόνες δεν είναι, πρόσθετα αφηρημένα νοήματα στην ζωή και την επιθυμία· είναι συμβάντα της ρέουσας επιθυμίας.

Μέσα από αυτό το πρίσμα για την επιθυμία, Ντελέζ και Γκουαταρί ανέδειξαν μια πρόκληση για την σχέση ανάμεσα σε θεωρία και ζωή. Πώς θα μπορούσαμε να διαφοροποιήσουμε την σκέψη μας, ώστε να αποφύγουμε την αίσθηση ότι έχουμε καθορισμένη ταυτότητα ή ύπαρξη την οποία συμπλέκουμε με τις αντιλήψεις μας; Θα ήταν άραγε δυνατόν να σκεφτούμε δίχως να προϋποθέτουμε κάποιο δοθέν (ή υπερβατικό) μοντέλο; Εφόσον δεχτούμε ότι η ζωή είναι επιθυμία —ροή δυνάμεων ή οποία παράγει συσχετισμούς— τότε μπορούμε να μην εξαρτώμαστε πλέον από μία και μόνη σχέση ή ύπαρξη, στην οποία να θεμελιώνεται η σκέψη μας.  Μπορούμε να πάψουμε να λογίζουμε την ανθρωπότητα, την γλώσσα ή τον πολιτισμό, ως το χώμα της ζωής, διότι η ανθρώπινη ζωή και ο στοχασμός θα αποτελούσαν μια ροή επιθυμίας μεταξύ άλλων. Ο Αντι-Οιδίπους επηρέασε βαθύτατα και με την αυθεντική έκδοση του στα Γαλλικά και με την αγγλική μετάφραση· ήταν όμως ακρογωνιαίος λίθος ενός κατά πολύ μεγαλύτερου σχεδίου. Είχε στόχο να απελευθερώσει την επιθυμία από παγιωμένες εικόνες, να φανταστεί μία επιθυμία που δεν θα ήταν καθηλωμένη από κάποια ανθρώπινη νόρμα δοθείσα εκ προοιμίου (όπως η οιδιπόδεια εικόνα παιδιού συσχετισμένου με τους γονείς του). 

Το υπόλοιπο έργο του Ντελέζ, επεδίωξε με πολλούς και διάφορους τρόπους να αποδεσμεύσει την ζωή από καθορισμένα και ανελαστικά μοντέλα, όπως η εικόνα του υποκειμένου της λογικής, η εικόνα του ανθρώπου ή ακόμα και οι ιδέες της σκέψης ως πληροφορία και επικοινωνία. Η φιλοσοφία για τον Ντελέζ δεν είχε αντικείμενο την ορθή απεικόνιση ή τις θεωρίες για την ζωή, αλλά τον μετασχηματισμό της. Η φιλοσοφία δεν είναι κάτι το οποίο εφαρμόζουμε στην ζωή. Σκεπτόμενοι διαφορετικά, δημιουργούμε εκ νέου τους εαυτούς μας, μη αποδεχόμενοι πλέον τις ήδη κατασκευασμένες και αποδεκτές αξίες και θεωρήσεις. Καταστρέφουμε την κοινή λογική και το ποιοί είμαστε με σκοπό να μεταμορφωθούμε.

Εισαγωγή

Σκεπτόμενοι φιλοσοφικά, επιστημονικά και καλλιτεχνικά

Συνήθως θεωρούμε τον πολιτισμό και τις πολιτισμικές αξίες ως κοινωνικά κατασκευάσματα. Δεν πιστεύουμε πλέον σε άχρονες αξίες ή ουσίες. Εκτιμούμε τον Σαίξπηρ εξαιτίας των πολιτιστικών μας πεποιθήσεων ή θεσμών, αλλά μπορούμε εύκολα να φανταστούμε κοινωνίες όπου ο Άμλετ είτε δεν θα έχει λόγο ύπαρξης, είτε καμία αξία στην πραγματικότητα.  Φαίνεται ανώφελο να φανταστούμε κάποια ουσία της τέχνης· τέχνη είναι απλά αυτό που τα πανεπιστήμια ή οι κριτικοί κατηγοριοποιούν ή καταξιώνουν. Είναι εξίσου μάταιο να πράξουμε το ίδιο για άλλα είδη ουσιών. Ζούμε τον κόσμο μας διαμέσου νοημάτων και αναπαραστάσεων. Αυτό που κατανοούμε με τις λέξεις “θηλυκότητα” ή “καλό” θα είναι εντελώς διαφορετικό σε άλλη εποχή ή πολιτισμό. Σήμερα, έχουμε την τάση να σκεπτόμαστε ότι ο κόσμος μας νοηματοδοτείται πολιτισμικά μέσω συμβολισμών ή αναπαραστάσεων και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται ανούσια η διερεύνηση της προέλευσής τους.

Διαφωνώντας με το υπόβαθρο αυτό ο Ντελέζ εισήγαγε την φιλοσοφία του περί διαφοράς. Αρχής γενομένης από τον ισχυρισμό ότι συμβολισμοί και αναπαραστάσεις δεν είναι απλά κατασκευάσματα ή πολιτισμικές συγγένειες, ο Ντελέζ εμμένει στο ότι μπορούμε και οφείλουμε, να εντρυφήσουμε στις γενεσιουργές δυνάμεις της επιθυμίας.  Κάνοντάς το, υποστηρίζει ο Ντελέζ, θα μεταφερθούμε μακριά από τα δόγματα της κοινής λογικής με εντελώς νέες δυνατότητες σκέψης. Έτσι, παρά την απουσία διαχρονικών και στατικών αποσταγμάτων στα ουσιαστικά νοήματα που κρύβονται πίσω από τις αναπαραστάσεις μας, υπάρχουν ωστόσο στοιχειώδεις διανοητικές ικανότητες ή δυνάμεις οι οποίες μπορούν να πραγματώσουν κάθε σκέψη ή αναπαράσταση. 

Screen Shot 2017-09-07 at 5.11.05 PM
image source

«Η θεμελιώδης ανακάλυψη συνίσταται στο ότι η γνωστική ικανότητα είναι νομοθετική ή, και ακριβέστερα, ότι υπάρχει κάτι νομοθετικό στην γνωστική ικανότητα (όπως υπάρχει κάτι νομοθετικό στην επιθυμητική ικανότητα). Έτσι το έλλογο ον ανακαλύπτει μέσα του καινούργιες δυνάμεις. Το πρώτο πράγμα που μας μαθαίνει η κοπερνίκεια επανάσταση είναι ότι εμείς κυβερνάμε»

Η έμφαση στην κατασκευαστική λειτουργία της ανθρώπινης νόησης συνεπάγεται και έναν περιορισμό στο αντικείμενο της φιλοσοφίας: η  φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι μια θεωρία του πως έχουν τα πράγματα (ή του τρόπου με τον οποίο μπορούμε να γνωρίσουμε το πως έχουν τα πράγματα), αλλά μόνο μια θεωρία του τι κάνουμε, των πρακτικών που μας επιτρέπουν να έχουμε γνώση.

Η Φύση συμμορφώνεται στο “είναι”. Η ανθρώπινη φύση συμμορφώνεται στη φύση -αλλά με ποια έννοια; Μέσα στο δεδομένο διαμορφώνουμε σχέσεις  και διαμορφώνουμε ολότητες. Αλλά οι τελευταίες δεν εξαρτώνται από το δεδομένο, αλλά περισσότερο από τις αρχές  που γνωρίζουμε: είναι πλήρως λειτουργικές. Και οι λειτουργίες συμφωνούν με τις κρυφές δυνάμεις από τις οποίες εξαρτάται το δεδομένο, αν και δεν γνωρίζουμε αυτές τις δυνάμεις. Ονομάζουμε «σκοπιμότητα» αυτή τη συμφωνία ανάμεσα στην προθετική τελικότητα και τη φύση. Αυτήν τη συμφωνία μπορούμε μόνο να τη σκεφτούμε και είναι χωρίς αμφιβολία η πιο αδύναμη και  άδεια από τις σκέψεις. Η φιλοσοφία θα πρέπει να συγκροτήσει τον εαυτό της ως τη θεωρία του τί κάνουμε και όχι τη θεωρία του τί υπάρχει. Ότι κάνουμε έχει τις αρχές του. Και το “είναι” μπορούμε να το προσεγγίσουμε μόνο ως το αντικείμενο μιας συνθετικής σχέσης με τις ίδιες τις αρχές που ορίζουν το τί κάνουμε.


Θέσεις, Π.Σωτήρης, Ο Νομαδικός Εμπειρισμός του Ζ. Ντελέζ (url)

Ο Ντελέζ αναγνώρισε την σπουδαιότητα και άλλων στοιχειωδών δυνάμεων: παράλληλα με την φιλοσοφία, μπορούμε επίσης να σκεπτόμαστε με επιστημονικό και καλλιτεχνικό τρόπο. Μπορεί να μην υφίσταται κοινός παρονομαστής ή ουσία σε όλα τα δημιουργήματα της τέχνης που διαθέτουμε, αλλά μπορούμε και συνιστάται, να αναζητήσουμε την στοιχειώδη δύναμη που κάνει δυνατές όλες τις διαφορετικές εκφάνσεις της τέχνης. Δεν θα βρούμε την ουσία της τέχνης, αλλά θα διαπιστώσουμε κάτι αναφορικά με την δύναμη της σκέψης, την ικανότητα ή την δυναμική της να παράγει καλλιτεχνικά γεγονότα ή εκδηλώσεις τέχνης.

Η πρόκληση της σκέψης του Ντελέζ είναι ότι η πορεία της καταγράφεται ανάμεσα σε δυό κυρίαρχα παραδείγματα. Όπως αρκετοί στοχαστές εκείνης της περιόδου, ο Ντελέζ επέμεινε στην απουσία τελικού αιτίου (λόγου) ή θεμελίου· όποιες και να είναι οι αξίες που έχουμε συνιστούν δημιουργήματα, παρά δάνεια. Αντέδρασε επίσης και για το άλλο άκρο, όπου όλες οι αξίες μας είναι απλώς παραστάσεις ή κατασκευές. Η εναλλακτική του ήταν η εξής: μπορούμε να επιλέξουμε και να αποτιμήσουμε τις αρχές μας αποφεύγοντας να τις ονοματίσουμε χάριν κάποιου εσχάτου νοήματος ή θεμελίου, αλλά με την προοπτική του τι κάνουν. Αναζητήσετε, επέμενε, όχι το νόημα ενός κειμένου αλλά το έργο του. Ως φιλοσοφία, αυτή η θέση μας προσγειώνει ξεκάθαρα στο έδαφος της τέχνης και του πολιτισμού. Η τέχνη, υποστήριξε ο Ντελέζ, δεν συνίσταται απλά και μόνο από ακολουθίες παραστάσεων· αλλά μέσω αυτής κατορθώνουμε να διακρίνουμε την δύναμη και την δημιουργία των παραστάσεων, τον τρόπο που λειτουργούν ώστε να παράξουν συνειρμούς και τρόπους σκέψης. Η τέχνη και ειδικότερα η λογοτεχνία, είναι τρόπον τινά συμπτωματολογική, τρόπος διάγνωσης των περιορισμών της γλώσσας και του ύφους που οριοθετούν την σκέψη μας. Η τέχνη μπορεί να μας φανερώσει την ενέργεια ή την παραγωγική δύναμη των αξιών μας.

«Η φιλοσοφία είναι η τέχνη να σχηματίζουμε, εφευρίσκουμε, κατασκευάζουμε έννοιες» (Deleuze – Guattari 1994). Αυτό όμως απαιτεί και μια επερώτηση της έννοιας. Θεωρούν έτσι ότι είναι λάθος η ταύτισή της με μια δεδομένη γνώση ή αναπαράσταση, αφού η έννοια δεν είναι δεδομένη αλλά δημιουργημένη, δεν σχηματίζεται πάνω σε κάποια δεδομένα, αλλά η ίδια δημιουργείται και αυτοτοποθετείται, με τη διαφορά όμως ότι η δημιουργία των εννοιών γίνεται σε στιγμές ενικές. Αντίθετα με τη μετα-Καντιανή προσπάθεια να συγκροτηθεί μια καθολική εγκυκλοπαίδεια της έννοιας, γύρω από την έννοια της καθαρής υποκειμενικότητας απαιτείται μια παιδαγωγική της έννοιας που να αναλύει «τις συνθήκες της δημιουργίας ως παραμέτρους πάντα ενικών στιγμών» (Deleuze – Guattari 1994).

Θέσεις, Π.Σωτήρης, Ο Νομαδικός Εμπειρισμός του Ζ. Ντελέζ (url)

Το πρόβλημα

Σύμφωνα με τον Ντελέζ, για να ξεκινήσουμε την αναγνώριση και την απόκριση σε κάθε γεγονός, πρέπει να αντιληφθούμε το υποκείμενο «πρόβλημά» του. Αν θελήσουμε να κατανοήσουμε μια πρόοδο στην εξέλιξη, όπως ο σχηματισμός του ματιού, τότε θα χρειαστούμε να ανατρέξουμε στο πρόβλημα του οργανισμού να ανταποκριθεί στο φως: ένας οργανισμός δεν είναι τίποτα, αν όχι η λύση κάποιου προβλήματατος, καθώς το καθένα από τα διάφορα όργανά του επιλύει κάποιο πρόβλημα, όπως το μάτι με το φως. Αν επιθυμούμε να καταλάβουμε κάποιον συγγραφέα ή σκηνοθέτη θα χρειαστεί να ανατρέξουμε πέρα από την ιστορία ή το αφήγημα στο ερώτημα που απαντούν το έργο και το ύφος. Η χρήση ελάσσονος λογοτεχνικής γραφής (βλ. Αναφορές: αποεδαφοποίηση) από τον Φραντς Κάφκα, για παράδειγμα, αντιστοιχεί στο πρόβλημα του να γράφεις στην Γερμανική γλώσσα όντας Τσέχος υπήκοος.

Αν επιχειρήσουμε να αντιληφθούμε τον μεταδομισμό και την ιδιαίτερη θέση που κατέχει ο Ντελέζ εντός του, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από την ιστορική συγκυρία του 1968 και το φιλοσοφικό πρόβλημα που έθεσε ο δομισμός.  Η ιστορία, όπως υποστήριξε ο Ντελέζ, συχνά λογίζεται ως κατάλογος ημερομηνιών σχεδιασμένος σε ένα επίπεδο της ανθρώπινης ζωής: «Όλα όσα κάνει η ιστορία είναι να εξηγεί την συνύπαρξη διαδοχικών συμβάντων. Αντιθέτως μια ιστορία αποτελεσμάτων και προβλημάτων, εστιάζει στο πώς ορισμένες διαταραχές δημιουργούν νέες αντιλήψεις για την ζωή, τον άνθρωπο, τον χρόνο και τον χώρο». Ο Ντελέζ αναφέρει επίσης μια «γεωλογία» η οποία εξετάζει πολυεπίπεδα την ζωή, στο πλευρό της γενεαλογίας που ιχνηλατεί χρονολογικά διαφορετικές μορφές της.

Εφόσον δανειστούμε την ορολογία του Ντελέζ και πούμε ότι το 1968 είναι λιγότερο ημερομηνία από γεγονός ή πρόβλημα, τότε ξεκινάμε να μελετάμε την ιστορία όχι σαν σειρά ταξινομημένων συμβάντων αλλά ως αριθμό από ακολουθίες αντιφατικών ζητημάτων. Κανένα ιστορικό ή βιολογικό γεγονός δεν έχει ένα και μοναδικό αίτιο· είναι απόκριση σε επικαλυπτόμενες, διαφορετικές και αντικρουόμενες ακολουθίες γεγονότων. Αυτό είναι που προσδιορίζει το πρόβλημα: η πολλαπλότητα αρκετά διαφορετικών παραγόντων που παρορμούν στην δημιουργία μιας απόκρισης. Για τον Ντελέζ, πρόβλημα δεν σημαίνει απλή ερώτηση που επισύρει την ανάγκη να βρεθεί κάποια απάντηση· πρόβλημα είναι κάτι που διακόπτει την ροή της ζωής και της σκέψης, προκαλώντας κινήσεις και αντιδράσεις. Ακόμα και η ζωή σε μοριακό επίπεδο συνεχίζεται μέσω προβλημάτων· ολόκληρη η εξέλιξη και τα κοινωνικο-ιστορικά κινήματα, πρέπει να κατανοηθούν μέσα από τα προβλήματα που προκαλούν την κίνησή τους. Στο επίκεντρο όλων των σκέψεων του Ντελέζ απαντάμε την επιμονή στην απαίτηση της κατανόησης και της σκέψης να κινηθούμε πέρα από την φαινομενική τάξη και ομοιογένεια των πραγμάτων προς το χαοτικό και ενεργό εξελισσόμενοι σε αυτό που είναι ο παλμός της ζωής. Η πρόκληση είναι να δούμε την ζωή σαν πρόβλημα, έναν συνεχή πολλαπλασιασμό ζητημάτων που παράγει ακόμα πιο σύνθετες ακολουθίες περαιτέρω προβλημάτων. 

Το έργο του Ντελέζ ξεκινά μεν από δύο προβλήματα, προχωρά δε, πολύ πέρα απ᾽αυτά: αφενός την μεθοδολογία του δομισμού (structuralism) και αφετέρου το ιστορικο-πολιτικό ζήτημα του 1968. Ο δομισμός εισήχθη σαν τρόπος κατανόησης της ζωής μέσα από μεταβαλλόμενους συσχετισμούς: πώς δημιουργείται η ταυτότητα  οποιουδήποτε όντος ή αντικειμένου  από την διαφορά του με τα άλλα όντα ή αντικείμενα. Το πολιτικό πρόβλημα του Γαλλικού Μάη ήταν εάν θα μπορούσε να υπάρξει μια ενεργή πολιτική θεωρία, ένας τρόπος καθορισμού εξουσίας και επανάστασης, ο οποίος δεν θα βασίζεται σε ήδη δοθείσες ηθικές αντιθέσεις όπως αυτή μεταξύ του “κακού” καπιταλισμού και των “αθώων” εργαζομένων.

Το πρόβλημα του δομισμού, σε απάντηση του οποίου έρχεται ο μετα-δομισμός Ντελέζ, είναι το ζήτημα της εμφάνισης ή της γέννησης όλων εκείνων των δομών δια μέσου των οποίων ερμηνεύουμε την ζωή, όπως η γλώσσα, πολιτισμός, νόημα ή αναπαράσταση. Σκεπτόμαστε, αισθανόμαστε και μιλάμε μέσω της γλώσσας, αλλά πώς θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε την προέλευσή της; Οι μετα-δoμιστές υποστήριξαν με διάφορους τρόπους ότι οι καταβολές των δομών δεν είναι δυνατόν να αναπαρασταθούν. Η αναπαραγωγή είναι εφικτή  για δοθείσες δομές· αναπαριστούμε την ζωή δια μέσου της γλώσσας με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να κάνουμε το ίδιο για τις ρίζες που προηγούνται της εμφάνισης της γλώσσας. Για τον δομισμό λοιπόν, παραμένουμε πάντα εντός δομών, μέσα σε σύστημα αναπαραστάσεων από το οποίο δεν μπορούμε ποτέ να ξεμυτήσουμε. Για να αποκριθούμε πραγματικά στο πρόβλημα του δομισμού χρειαζόμαστε την επέκταση ή ανατροπή των αναπαραγωγικών σχημάτων, πρέπει να αναλογισθούμε τις δυνάμεις εκείνες που τα παράγουν. Για τον Ντελέζ, αυτό σήμαινε ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, εφόσον δεν αποδεχόμαστε την τρέχουσα ορολογία και την ορθοδοξία των ιδεών μας, είναι να σκεπτόμαστε ή να επιλύουμε προβλήματα.

•••

Στο σημείο αυτό, μια συνοπτική ματιά  στις βασικές αρχές του δομισμού, θα διευκόλυνε την κατανόηση των δογμάτων του κινήματος και το «πρόβλημα» που οδήγησε στον μετα-δομισμό. 

Τόσο οι σπουδές φύλου όσο και η θεωρία λογοτεχνίας επηρεάστηκαν δραστικά από τη θεωρητική επανάσταση που έφερε ο δομισμός, που βασίστηκε στη δομιστική γλωσσολογική θεωρία του Φερντινάν ντε Σωσσύρ (Ferdinand de Saussure, 1857-1913) και στις μεταγενέστερες επεξεργασίες αυτής της θεωρίας.

Ο δομισμός προβληματοποίησε τη σχέση της γλώσσας και του λόγου με τον κόσμο.

Το γλωσσικό «σημείο» είναι αυθαίρετο.

Το σημείο αποτελείται από το «σημαίνον» και το «σημαινόμενο»

Οι λέξεις είναι «σημαίνοντα» που συνδέονται με «σημαινόμενα»: δηλαδή η κάθε λέξη σημαίνει κάτι, έχει ένα σημαίνον, μία σημασία. Αλλά η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου είναι μία αυθαίρετη κοινωνική σύμβαση: Δεν υπάρχει κανένας εγγενής λόγος για μία λέξη (δηλαδή ένα σύνολο ήχων) να σημαίνει αυτό που σημαίνει, γι αυτό εξάλλου διαφορετικές γλώσσες έχουν άλλα σημαίνοντα (λέξεις) για τα ίδια σημαινόμενα. «K α ρ έ κ λ α», ή «chair» ή «chaise» είναι διαφορετικά σημαίνοντα που σημαίνουν όλα το ίδιο, στην ελληνική, την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα.

Προσοχή: το σημαίνον είναι η έννοια «καρέκλα» που έχουμε στο μυαλό μας, όχι το αντικείμενο. Το «αναφερόμενο», δηλαδή το αντικείμενο καρέκλα είναι εκτός του γλωσσικού σημείου.

Έτσι, πολύ απλά, τα σημεία δεν είναι τα πράγματα. Η γλώσσα και η λογοτεχνία στον δομισμό αντιμετωπίζονται ως συστήματα σημείων που λειτουργούν, σε μεγάλο βαθμό, ανεξάρτητα και αυτόνομα από την πραγματικότητα.

Τα σημεία παράγουν νόημα όχι επειδή αναφέρονται στα πράγματα αλλά επειδή διαφέρουν από άλλα σημεία που ανήκουν στην ίδια «αλυσίδα» ή διαφοροποιητικό δίκτυο. Το σημείο «πολυθρόνα» έχει το νόημα που έχει μέσω της διαφοράς του από το σημείο «καρέκλα» ή το σημείο «καναπές». Τα σημεία «κόρη», «γυναίκα», «σύζυγος», «γεροντοκόρη», έχουν νόημα επειδή μπορούν να συγκριθούν και να συσχετισθούν μεταξύ τους.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αντιθέσεις ανάμεσα σε σημεία (πνεύμα- σώμα, άσπρο-μαύρο, γυναίκα-άνδρας, κλπ.). Αυτά τα λεγόμενα «αντιθετικά δίπολα» είναι θέμα που απασχολεί ιδιαίτερα τη φεμινιστική κριτική και θα τα εξετάσουμε περαιτέρω στη συνέχεια.

Για τον δομισμό, η γλώσσα σε μεγάλο βαθμό συνιστά τον κόσμο, δεν καταγράφει απλώς πράγματα που προϋπάρχουν αυτής. Το νόημα αποδίδεται πάντοτε στα αντικείμενα από το ανθρώπινο μυαλό που σκέφτεται μέσω της γλώσσας που έχει μάθει. Έτσι αναδύονται ερωτήματα όπως: Το νόημα περιέχεται ή όχι μέσα στα πράγματα και τις καταστάσεις; Κλασικό παράδειγμα είναι η επιλογή ανάμεσα σε εναλλακτικές διατυπώσεις, όπως «τρομοκράτης» ή «αντάρτης», «συμμορίτης» ή «πολεμιστής της ελευθερίας». Γιατί και πότε κάποιοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τον όρο «συμμοριτοπόλεμο» ενώ άλλοι «ανταρτοπόλεμο» και γιατί σήμερα έχει επιβληθεί ο όρος «εμφύλιος»;

Οι ανθρωπολόγοι μελετητές των μύθων και οι δομιστές φιλόλογοι παρατήρησαν ότι η γλώσσα παράγει νόημα (συμβατικό, κοινωνικό, ιστορικό) με βάση τα λεγόμενα αντιθετικά δίπολα: τέχνη/ζωή, άντρας/γυναίκα, συγγενής/ξένος, πολιτισμός/φύση, κ.ά.

Αργότερα ο σημαντικός θεωρητικός του δομισμού Ρολάν Μπαρτ θα εντάξει αυτά τα δίπολα στον λεγόμενο «συμβολικό κώδικα». Αυτές οι δομές «αντιθέτων» θεωρούνται από τους δομιστές θεμελιώδεις για τον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και οργανώνουν την πραγματικότητα.

Η μεταδομιστική προσέγγιση της λογοτεχνίας συχνά προσπαθεί να τορπιλίσει και να ανατρέψει αυτά τα δίπολα.

Πριν από τη γλωσσική στροφή η γλώσσα θεωρούνταν «διαφανές» μέσο αναπαράστασης της πραγματικότητας. Δηλαδή θεωρούνταν αυτονόητο ότι οι λέξεις αποτυπώνουν με ακρίβεια τις καταστάσεις ή τα πράγματα στα οποία αναφέρονται. Για παράδειγμα, από τα λογοτεχνικά κινήματα, ο νατουραλισμός του 19ου αιώνα (παρακλάδι του ρεαλισμού) παρομοίαζε το μυθιστόρημα με ένα «διαφανές τζάμι» πίσω από το οποίο βλέπουμε πεντακάθαρα τον κόσμο και την (εξωκειμενική) πραγματικότητα. Αυτήν ακριβώς την αντίληψη αμφισβητεί δραστικά ο δομισμός.

Έτσι δημιουργούνται πολλά ερωτήματα και προβληματισμοί αναφορικά με τη σχέση λογοτεχνίας και πραγματικότητας. Η λογοτεχνία μας δίνει μια αξιόπιστη εικόνα της πραγματικότητας και της αλήθειας, την ερμηνεύει, την κρίνει ή τη διαστρεβλώνει ή την κατασκευάζει εξ ολοκλήρου;

Η απάντηση στο ερώτημα «ποιος είμαι» ή «ποια είμαι», σύμφωνα με τον δομισμό, είναι: είμαι το υποκείμενο της γλώσσας που χρησιμοποιώ, η οποία γλώσσα βρίσκεται εκεί πριν από μένα, μαθαίνω να την χρησιμοποιώ, και μέσω της γλώσσας «μπαίνω στη θέση» που μου αναλογεί στο πολιτισμικό, δηλαδή το γλωσσικό και κοινωνικό, σύστημα στο οποίο κατοικώ. Η γλώσσα είναι μία σύμβαση.

Καθώς η δομιστική θεωρία εξετάζει τις διαδικασίες μέσω των οποίων «υποκειμενοποιούμαστε» ή μπαίνουμε σε μία «θέση υποκειμένου», π.χ. γυναίκα, ετεροφυλόφιλη, Ελληνίδα, Χριστιανή, κλπ.., αποκαλύπτει και ανατρέπει τις διαδικασίες της «φυσικοποίησης».

Φυσικοποίηση είναι η «αυτονόητη» παραδοχή ότι «είμαστε αυτοί που είμαστε». Η «αυτονόητη», κυρίαρχη, παραδοσιακή αντίληψη είναι ότι το κάθε άτομο μπορεί να διαχωριστεί από τα άλλα άτομα αλλά και από τις κοινωνικές διαδικασίες και δομές. (Αλλο η δομή, άλλο το άτομο.) Συγχρόνως θεωρείται «αυτονόητο» ότι κάποια άτομα είναι γυναίκες και κάποια άνδρες, ότι ανήκουν σε κατηγορίες όπως άνδρες και γυναίκες, νέοι, ηλικιωμένοι, Έλληνες, Χριστιανοί, κλπ.

Πιο αναλυτικά, φυσικοποίηση σημαίνει το να θεωρείται κάτι «φυσικό», όταν αυτό δεν οφείλεται στ’ αλήθεια στη φύση, αλλά είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών και ιστορικών πρακτικών, λόγων και διεργασιών.

Το γεγονός ότι οι ταυτότητες είναι ιστορικές και όχι διαχρονικές και φυσικές φαίνεται πιο καθαρά όταν μελετάμε το παρελθόν. Για παράδειγμα, στον 18ο αιώνα κυριαρχούσε η πεποίθηση στην Ευρώπη ότι οι γυναίκες από τη φύση τους είναι τόσο έρμαια των αισθημάτων τους που δεν είναι σε θέση να αναπτύξουν λογική και κριτική σκέψη, με αποτέλεσμα να θεωρείται περιττό να μαθαίνουν γράμματα τα κορίτσια και να πηγαίνουν σχολείο. Σήμερα αυτή η αντίληψη φαίνεται παράλογη αλλά τότε κυριαρχούσε ως αυτονόητη.

Η μεταδομιστική θεωρία που είναι εξέλιξη του δομισμού τονίζει, επιπλέον, το γεγονός ότι η υποκειμενοποίηση είναι:

1. Συνήθως ημιτελής, με την έννοια ότι κανένας δεν προσαρμόζεται απολύτως στην συμβατική του θέση (π.χ. καμία γυναίκα δεν είναι η «τέλεια» γυναίκα, καθώς όλες και όλοι «αντιστεκόμαστε», στις επιταγές των κοινωνικών συμβάσεων).

2. Ότι η υποκειμενοποίηση έχει πολιτική διάσταση και σημασία, καθώς είναι ιστορικό και πολιτισμικό φαινόμενο και όχι δεδομένο της φύσης.

Ένα κεντρικό πρόβλημα του δομισμού και του μεταδομισμού αφορά, ακριβώς, το ζήτημα του «υποκειμένου»: αν «μας φτιάχνει» η γλώσσα μήπως τελικά δεν είμαστε υποκείμενα αλλά «αντικείμενα» της γλώσσας; Έρμαια των κυρίαρχων λόγων; Αν «κατασκευαζόμαστε» από τους λόγους που στηρίζουν και συναποτελούν τους θεσμούς όπως το σχολείο, η εκκλησία, η οικογένεια, κλπ., από πού αντλείται η πρωτοβουλία μας, η βούλησή μας, η θέλησή μας, οι προσωπικές μας επιλογές, κλπ.;

Συμπερασματικά

Δομισμός: εντοπίζει και περιγράφει τους κανόνες και τις συμβάσεις των διαφόρων εκδηλώσεων και εκφάνσεων του πολιτισμού (π.χ. κοινωνικές δομές, θεσμούς, αλλά και γλώσσα, λογοτεχνία, κλπ.)

Μεταδομισμός: Εστιάζει στη θέση του υποκειμένου μέσα στη δομή και στη σχέση του με τη δομή. Προσπαθεί να επιφέρει αλλαγές και στα δύο.

Δομισμός, μεταδομισμός, το τρίτο «κύμα» του φεμινισμού και η επίδρασή τους στις Σπουδές φύλου και στις Λογοτεχνικές σπουδές_Ευγενία Σηφάκη (βλ. Αναφορές)

•••

Τούτο το φιλοσοφικό κίνημα μπορεί επίσης να ειδωθεί σαν πολιτική αντίδραση στα γεγονότα του τέλους της δεκαετίας του 1960. Ήταν μετά τα συμβάντα του 1968 που οι μετα-δομιστές στοχαστές αντιλήφθηκαν ότι η πολιτική χρειαζόταν κι εκείνη να προχωρήσει πέρα από τα συνήθη σημεία των αναπαραστάσεων· υπήρχε ανάγκη να κατανοηθεί η πολιτική εκτός ανταγωνιστικών αξιώσεων τάξεων ή ομάδων. Επιβάλλεται να κατανοήσουμε το πώς σχηματίζονται αυτές οι τάξεις και οι ταυτότητες. Πρέπει να βρεθούμε στο επίπεδο που προηγείται της αναπαράστασης για να αντιληφθούμε πώς αναδύθηκε το τρέχον πολιτικό σκηνικό. Πώς είναι το να σκεφτούμε την πολιτική σαν την ανταγωνιστική σχέση μεταξύ ατόμων και τάξεων της οποίας έδρα και κριτήρια είναι οικονομικά;  Εκείνη την περίοδο του 1960 οι ταξικές πολιτικές κατέληξαν να είναι προβληματικές για μια σειρά από λόγους. Πρωτίστως συνέβησαν οικονομικές επαναστάσεις, κυρίως στην Ρωσσία και την Κίνα, όπου οι υποτιθέμενες καινοτόμες κομμουνιστικές διακυβερνήσεις ήσαν τόσο καταπιεστικές, αν όχι περισσότερο, όσο και οι προγενέστερες τυραννίες για τις αγορές. Αυτό έκανε επιτακτική την ανάγκη για κάτι πέρα από μια οικονομική ανατροπή· η αλλαγή ενδεχομένως να έπρεπε να ξεκινήσει από την αποδόμηση των τρόπων με τους οποίους σκεπτόμαστε την ανθρώπινη ζωή.

Υπαρξισμός, φαινομενολογία, ανθρωπισμός:

Από το πραγματικό στο εικονικό

Το ζήτημα του 1968, σύμφωνα με τον συνήθη απολογισμό, φαίνεται να πηγαίνει κάπως έτσι: για το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής Γαλλίας τα επικρατέστερα σχήματα σκέψης ήταν ο υπαρξισμός και η φαινομενολογία αμφότερα με την υποστήριξη του Μαρξισμού. Ο υπαρξισμός, όπως διατυπώθηκε από τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, υποστήριξε την ανάγκη ανατροπής ιδεών, όπως αυτή που έχουμε για την ανθρώπινη φύση, ότι είμαστε απόλυτες και αμετάβλητες ουσίες· αντίθετα, οι ανθρώπινες υπάρξεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά διαδικασίες αποφάσεων· κάθε στιγμή της ζωής μας είμαστε ριζικά ελεύθεροι. Δεν υπάρχουν κανόνες, ερμηνείες ή ουσίες διαφορετικές πέρα από εκείνες που παράγουμε μέσα από την ύπαρξή μας. Η ελευθερία δεν είναι κάτι που έχουμε ή δεν έχουμε σαν να επρόκειτο για ποιότητα ή χαρακτηριστικό. Κάθε δράση, κάθε τρόπος με τον οποίο σκεπτόμαστε τον κόσμο είναι παντελώς αθεμελίωτα. Κάθε αναφορά στην φύση του ανθρώπου, τον Θεό, την βιολογία ή την αιτιοκρατία, είναι αποφάσεις που λαμβάνουμε για τον εαυτό μας. Σε αντίθεση με τα όντα της φύσης, τα οποία δεν αποφασίζουν και δεν ερμηνεύουν τον εαυτό τους, οι άνθρωποι είναι αυτοπροσδιοριζόμενες υπάρξεις.

Η φαινομενολογία, κίνημα σχετικό με τον υπαρξισμό, υποστήριξε επίσης ότι ο κόσμος των ανθρώπων ήταν εφικτός απλά και μόνο επειδή η ανθρώπινη ζωή παράγει ή συνιστά έναν κόσμο ο οποίος βρίθει νοημάτων· δεν υπάρχει κόσμος εκτός του ανθρώπινου αυτού πλέγματος που δημιουργεί η λογική αισθήσεων και τα νοήματα (Έντμουντ Χούσερλ, 1970). Έχουμε κόσμο μόνο και μόνο επειδή διαθέτουμε γλώσσα, αλλά έχουμε γλώσσα μόνο επειδή έχουμε σχέδια και σκοπούς. Η γλώσσα ξεπηδά από ιδιαίτερες ανάγκες της ζωής όπως η επικοινωνία, η συναναστροφή με άλλους, ο προγραμματισμός  και η επιβολή τάξης στον κόσμο μας.

Για αμφότερα τα κινήματα του υπαρξισμού και της φαινομενολογίας, λοιπόν, η ανθρώπινη ζωή είναι δημιουργική ουσία, επειδή στερείται οποιουδήποτε θεμελίου από την φύση της· οι άνθρωποι είναι ιστορικά οι πλάστες του κόσμου. Για τούτο, ο υπαρξισμός και η φαινομενολογία ήταν πολύ συμβατές με ένα νέο πρόσωπο του Μαρξισμού το οποίο θα απαντούσε στις αποτυχίες του αυστηρά Μαρξιστικού οικονομικού συστήματος. Η ορθόδοξη θέση του Μαρξισμού υποστήριζε ότι αν συνέβαινε κάποια οικονομική επανάσταση —αν οι λαοί και όχι η αγορά είχαν υπό τον έλεγχό τους την παραγωγή—  τότε όλες οι ιδεολογικές αυταπάτες μας θα ξεδιαλύνονταν. Πλέον δεν θα είμασταν υποταγμένοι στην ψευδαίσθηση του καπιταλισμού ότι η αγορά είναι ελεύθερη και δίκαιη, όπως και ότι είμαστε όλοι ίσοι εντός των τειχών της· οι ιδέες μας θα ελευθερώνονταν μονομιάς εφόσον θα είχαμε απαλλαχθεί από τον κίβδηλο, ανηλεή και αδίστακτο χαρακτήρα της αγοράς. Η φαινομενολογία και ο υπαρξισμός, παραχώρησαν προτεραιότητα στον ανθρώπινο παράγοντα έναντι των υλικών ή των οικονομικών δυνάμεων· εφόσον επιθυμούμε την αλλαγή του κόσμου μας οφείλουμε να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεπτόμαστε. Χρειάζεται να μετασχηματίσουμε την αρχική δομή των ιδεών μας. 

Ο Μαρξισμός που ήταν συνδεδεμένος με την φαινομενολογία και τον υπαρξισμό επέμενε ότι η πολιτική επανάσταση θα μπορούσε να ξεκινήσει εφόσον η ανθρώπινη ζωή αναγνωρίσει ότι, όλα εκείνα τα θεμέλια των νοητικών του προϊόντων τα οποία έμοιαζαν φυσικά και ακλόνητα —όπως οι συνθήκες εργασίας, η εκμετάλλευση και η οικονομική αιτιοκρατία— ήταν στην πραγματικότητα αποφάσεις της ύπαρξης του ανθρώπου, οι οποίες θα μπορούσαν να αλλάξουν. Τα γεγονότα του 1968 ήταν σημείο καμπής για την ανάπτυξη αυτής της αντίληψης, της υπεροχής της ελευθερίας του ανθρώπου και της αφιέρωσής του σε μια Μαρξιστική επανάσταση, με πολλούς Γάλλους διανοητές να τάσσονται υπερ της ιδέας μιας επανάστασης στην σκέψη (Μάϊος 1994).

Μια τέτοια επανάσταση δεν θα φώτιζε την ανθρώπινη ελευθερία και το πεπρωμένο που άρμοζε στον άνθρωπο· αντιθέτως, θα έθετε υπό αμφισβήτηση τις ἐννοιες της παγκόσμιας ιστορίας, την ελευθερία του ατόμου και την έμφαση του Μαρξισμού στην άρση της ιδεολογίας ώστε να αποκαλυφθούν τα πραγματικά μας ενδιαφέροντα. Επιπροσθέτως, εξαιτίας των ζητημάτων που προκύπτουν τώρα για την αξία ή την ύπαρξη αυθεντικής και καθολικής ανθρώπινης ελευθερίας η οποία απλά υπήρχε και έμενε να αναγνωρισθεί, συγγραφείς όπως ο Ντελέζ άρχισαν να αναδεικνύουν φαινομενικά μη ορθολογικούς τρόπους σκέψης, όπως η τρέλλα, η ριζοσπαστική τέχνη και ο μοντερνισμός. Χάσμα άρχισε να βαθαίνει ανάμεσα στον συμβατικό Μαρξισμό —και την πολιτική που βασίζονταν σε ταξικές ομάδες, οικονομικά κριτήρια και εκπροσώπηση— και μια μετα-δομιστική πολιτική βασισμένη στην αποδόμηση των ιδεών, την απουσία ταυτότητας και την μακράν πιο ριζοσπαστική άποψη για την ελευθερία.

Η ελευθερία του ανθρώπου έγινε πρόβλημα. Αν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι, τότε μήπως αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος “ιδανικός” άνθρωπος ο οποίος μπορεί να ελευθερωθεί από τις δυνάμεις της παραγωγής ή μήπως η ριζοσπαστική ελευθερία συνεπάγεται την απουσία κάθε ανθρώπινης ουσίας την οποία μπορεί να ελκύσει η πολιτική;

Όλο αυτό, οδήγησε στις καταλήψεις των φοιτητών και τις αναταραχές του 1968. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 συνέβησαν διαδηλώσεις σε όλη την Ευρώπη, οι οποίες ήταν τυχαίες, απερίσκεπτες και κινητοποιημένες όχι τόσο πολύ από την οικονομικά προσδιορισμένη τάξη των εργατών, αλλά περισσότερο από σπουδαστές και διανοητές. Στον απόηχό τους διαφάνηκε ότι η πολιτική είχε πάψει να είναι υπόθεση των οικονομικών τάξεων και των πολυπληθών ομάδων ή των τραπεζικών κύκλων. Τοπικές διαταραχές στο επίπεδο της γνώσης, των ιδεών και της ταυτότητας μπορούσαν να αναμορφώσουν το πολιτικό σκηνικό. Ο Ντελέζ και άλλοι, εγκαινίασαν την πολιτική της αναπαράστασης: δεν ήταν πλέον αποδεκτό ότι η καθημερινή υλική πραγματικότητα, όπως η οικονομία, παρήγαγε ιδέες. Αρκετοί επέμειναν ότι η φαινομενολογία (η εικονική πραγματικότητα που διαμορφώνεται από φαινόμενες εικόνες, επιθυμίες, έννοιες) ήταν άμεσα παραγωγική για την κοινωνική πραγματικότητα.

•••

Προς διεύρυνση της αντίληψης σχετικά με τον προβληματισμό αυτό, παρατίθενται μερικές από τις σκέψεις του Κορνήλιου Καστοριάδη:

Πολλοί και ποικίλοι είναι οι παράγοντες που βάζουν τα άτομα κάτω από τον ζυγό της θεσμισμένης (θεσμοποιημένης/συγκροτημένης) κοινωνίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η έλλειψη πολιτικών μηχανισμών για τη συνειδητή διεύθυνση και οικοδόμηση της κοινωνίας, όπως και οι σχέσεις εξουσίας και οι επιρροές της κοινωνικοποίησης που εγχαράσσουν στα άτομα κανόνες οι οποίοι αναπαράγουν την κρατούσα τάξη πραγμάτων. Ο Καστοριάδης δίνει μεγάλη σημασία σε νομιμοποιητικές πεποιθήσεις που εμπεδώνουν την πίστη στις θεσμοθετημένες κοινωνικές μορφές μέσω της «αυτοσυγκάλυψης της κοινωνίας ως αρχής δημιουργίας». Διάφορες κοινωνίες έχουν αποδώσει την πηγή του σχηματισμού τους σε παράγοντες ανεξάρτητους από την κοινωνική πράξη, όπως είναι ο Θεός, η φύση, η αυθεντία των προγόνων, ο λόγος ή οι νόμοι της ιστορίας. Οι φαντασιακές αυτές αρχές φυσικοποιούν τους κοινωνικούς θεσμούς ή τους προσδίδουν απόλυτο κύρος, διαγράφοντας τη δυνατότητα παρεμβάσεων πάνω τους. Τα άτομα διδάσκονται ότι οι κυρίαρχες αξίες και ρυθμίσεις δεν υπόκεινται σε αλλαγή μέσω κοινωνικών δράσεων και πρωτοβουλιών (Καστοριάδης, 1997: 17, 86, 165, 265-6).

Για να θέσει τις βάσεις για μια πραγματική αυτονομία, μια ριζοσπαστική δημοκρατία απορρίπτει την ιδέα ότι υπάρχουν αρχές και σχέσεις που δεν επιδέχονται νόμιμης αμφισβήτησης (Καστοριάδης, 1991: 38, 114-5), και διαπαιδαγωγεί αυτόνομα άτομα καλλιεργώντας τους τη συνείδηση ότι η κοινωνία αποτελεί μια αυτο-θεσμιζόμενη ανθρώπινη δημιουργία. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι κοινωνικές αρχές και δομές νοούνται ως φαντασιακά προϊόντα της ιστορίας και έτσι κάθε νόμος και ρύθμιση ανοίγεται σε μια ριζική διερώτηση: «Γιατί αυτός ο νόμος και όχι ένας άλλος» αφού είναι μια κατασκευή και επιλογή που στερείται φυσικής ή ορθολογικής αναγκαιότητας; (Καστοριάδης, 1990: 21-23, 61-64, 66). Εφόσον διαμορφώθηκαν από κοινωνικούς φορείς, οι κοινωνικές ρυθμίσεις μπορούν να ανασυγκροτηθούν σύμφωνα με τις τωρινές ανάγκες και επιδιώξεις. «Μια αυτόνομη κοινωνία θα ’πρεπε να ’ναι μια κοινωνία που ξέρει πως οι θεσμοί της, οι νόμοι της είναι δικό της έργο και δικό της προϊόν. Κατά συνέπεια, μπορεί να τους αμφισβητήσει και να τους αλλάξει» (Καστοριάδης, 2000: 31).

Φιλοσοφίες της ελευθερίας: Από τον Μαρξ και τον κλασικό φιλελευθερισμό ως τον Καστοριάδη, τον Foucault και τη δημοκρατία των κοινών
Αλέξανδρος Κιουπκιολής Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
(σελ.104 – βλ. Αναφορές)

•••

Αυτό ανέτρεπε την απλή έννοια της ιδεολογίας, την ιδέα ότι εικόνες και πεποιθήσεις παράγονταν από τις τάξεις της εξουσίας ώστε να μας παραπλανήσουν σχετικά με τις πραγματικές κοινωνικές συνθήκες. Πρέπει να κρατηθούμε μακριά από την ιδέα ότι υφίσταται κάποια απόλυτη πολιτική πραγματικότητα πίσω από όλες τις παραστάσεις μας. Οι εικόνες δεν είναι απλά τα επιφανειακά αποτελέσματα κάποιας υφέρπουσας οικονομικής αιτίας· εικόνες και φαινόμενες εικόνες έχουν την δική τους αυτόνομη ισχύ. Σε αυτό το σημείο διασταυρώθηκε ο δομισμός με την πολιτική μετά το 1968. Είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε τις γλώσσες μας και γενικότερα τις μεθόδους αναπαράστασης, όχι σαν μάσκες ή σημάδια του πραγματικού, αλλά ως εξ᾽ολοκλήρου αυτόνομες πραγματικές δυνάμεις. Ο τρόπος που σκεπτόμαστε, μιλάμε, επιθυμούμε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, είναι στην ουσία του πολιτικός·  παράγει σχέσεις, επιπτώσεις και συντονίζει τα σώματά μας. 

Η φιλοσοφία και η πολιτική θεωρία μετά το 1968, συχνά θεωρούνται απαντήσεις σε αυτό το πρόβλημα: είναι δυνατόν να υπάρχει πολιτική που να μην βασίζεται σε κάποια απόλυτη ιδέα της κοινής αντίληψης των ανθρώπων; Αν πράγματι δεν υφίσταται κοινή αντίληψη στην ανθρώπινη φύση ή ουσία και αν πράγματι η ιστορία είναι απόφαση και ελευθερία, πώς μπορούμε να αιτιολογήσουμε το οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα; Το σπουδαιότερο, υπάρχει τρόπος να σκεφτούμε πολιτικά ο οποίος να μην εδράζει τελικά σε οικονομικές ομάδες ή τάξεις; Είναι δυνατόν να υπάρξει μη ανθρώπινη πολιτική που θα εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους παράγεται η εικόνα του ανθρώπου ως πολιτικό υποκείμενο αποκλειστικά και μόνο διαμέσου των δυνάμεων της ζωής και της επιθυμίας; Αυτό θα σήμαινε —και αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η κατεύθυνση της φιλοσοφίας μετά το 1968 στην Γαλλία— ότι χρειάζεται να αναγνωρίσουμε την θετική δύναμη γεγονότων άσχετων με την οικονομία. Η τέχνη, ο πολιτισμός, εικόνες και επιρροές, παράγουν και δεν αναπαριστούν απλά, τις διακριτές δυνάμεις και τους όρους της πολιτιστικής και της πολιτικής ζωής. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική δεν αφορά στις σχέσεις των ανθρώπων γενικότερα.

Για τον Ντελέζ, η πολιτική ξεκινά με την παραγωγή ανθρώπινων παραγόντων σαφέστατα διαφορετικών από τις δυνάμεις και τις ροές της ζωής. Και αυτό εγείρει το ζήτημα το οποίο αρθρώνει ποικιλοτρόπως ο Ντελέζ στα γραπτά του:  μπορεί η νόηση να συλλάβει τις δυνάμεις ή τις διαφορές που προηγούνται και την δημιουργούν ή για χρησιμοποιήσουμε ντελεζιανό όρο, είναι δυνατόν να υπάρχει μικροπολιτική; Αυτή θα εξέταζε τους τρόπους με τους οποίους η εικόνα μας για το ανθρώπινο σχηματίζεται από γεγονότα εκτός των ορίων της ανθρώπινης απόφασης. Καθήκον της σκέψης είναι να ξεχωρίσει τις δυνάμεις που γεννούν το πολιτικό και πολιτισμικό πεδίο και να μην αποδεχθεί απλά τους προϋπάρχοντες όρους γι᾽ αυτό.

Οι φεμινιστές έχουν επίσης συναντήσει στο έργο του Ντελέζ κάποιον σύμμαχο για σκέψεις πέρα από τα κλειστά ζητήματα του ανθρωπισμού. Συχνά, κινήματα όπως ο φεμινισμός διχάζονταν στο αν θα συμπεριελάμβαναν τις γυναίκες στην ανθρωπότητα, υποστηρίζοντας ότι είμαστε όλοι ίσοι, ή θα επιχειρηματολογούσαν υπέρ της ουσιαστικής διαφοράς των γυναικών.  Ο φεμινισμός που ακολούθησε τον υπαρξισμό και την φαινομενολογία, όπως φαίνεται από το έργο της Σιμόν ντε Μποβουάρ (1908–86) διεφώνησε με την διαφορετικότητα των γυναικών (με την ιδέα του Άλλου): πάντα καθορίζονται από την αντίθεση ή την άρνηση των ανδρών. Η αντίληψη πως οι γυναίκες είναι παρέκκλιση από το κανονικό ή ότι είναι παρείσακτες που προσπαθούν να εξομοιωθούν με την κανονικότητα, θα έπρεπε να καταρριφθεί αν ο φεμινισμός ήθελε να ελευθερωθεί, υποστήριξε η Μποβουάρ.  

Οι φεμινιστές οι οποίοι εμπνεύστηκαν από τον Ντελέζ, αμφισβήτησαν τούτο τον αρνητικό απολογισμό, εμμένοντας στην άποψη ότι οι εικόνες αμφοτέρων ανδρών και γυναικών είναι αποτέλεσμα δημιουργίας και μικροπολιτικής προγενέστερο της εμφάνισης του ανθρώπου· αμφότεροι, παράγονται διαμέσου πολλαπλότητας συγγενειών και σχέσεων, δίχως κανείς τους να υπολείπεται ή να προηγείται του άλλου. Μια από τις διάσημες φράσεις των Χιλίων Επιπέδων [Mille Plateaux-Gilles Deleuze, Félix Guattari (1980)] «χίλια μικροσκοπικά φύλα»,  χρησιμοποιήθηκε από συγγραφείς όπως η Elizabeth Grosz, η οποία θεωρεί ότι το ανθρώπινο σώμα είναι αρχικά ενιαίο και ως απόρροια των διαδικασιών της επιθυμίας και της μεταμόρφωσης, λαμβάνει την τελική μορφή του.

Ενάντια σε υπαρξισμό και φαινομενολογία, ο Ντελέζ υποστήριξε ότι οποιαδήποτε εικόνα και αν έχουμε για τον εαυτό μας, είμαστε επηρεασμένοι από δυνάμεις που βρίσκονται εκτός των ορίων της αποφασιστικής δράσης μας. Η ελευθερία πρέπει να επαναπροσδιορισθεί, όχι σαν απομονωμένη απόφαση υφιστάμενων ανθρωπίνων παραγόντων, αλλά ως δύναμη δηλωτική όλων εκείνων που μας ξεπερνούν και μόνο μια διευρυμένη αντίληψη μπορεί να τις προσεγγίσει.   

Ord_A_Schzo-Philosopher's_Colouring_Book_Artaud_Celine_Guattari_Deleuze
image source

Μη ανθρώπινη διαφορά

Από την εποχή που συνέγραψε τα πρώτα φιλοσοφικά του έργα έως τότε που ασχολήθηκε με την πολιτική, την τέχνη και τον πολιτισμό, ο Ντελέζ επέμεινε στο πρόβλημα που προηγείται της εμφάνισης του ανθρώπου. Ποιές είναι οι δυνάμεις, οι διαφορές οι διαδικασίες ή (για να χρησιμοποιήσουμε δικό του όρο) οι συνθέσεις, οι οποίες παράγουν αναγνωρίσιμες οντότητες όπως οι ανθρώπινες ή οι πολιτειακές τάξεις; Με τους όρους του δομισμού θα έπρεπε να εκφράσουμε το πρόβλημα με αυτόν τον τρόπο: ποιές είναι οι δυνάμεις της διαφοράς που παράγουν τις δομές της γλώσσας, πολιτισμό και πολιτική, τα οποία μας επιτρέπουν να ζήσουμε σ᾽ έναν κόσμο προκαθορισμένο και πλήρη νοημάτων; Χρησιμοποιώντας πολιτικούς όρους, ποιές είναι οι τάσεις και οι δυνάμεις που έχουν δημιουργήσει τις ποικίλες πολιτικές αρένες στην ιστορία, συμπεριλαμβανομένου του καπιταλισμού και της εικόνας του ελεύθερου ανθρώπινου παράγοντα; 

Αν δεχθούμε ότι αυτό είναι το πρόβλημα του Ντελέζ, τότε μπορούμε να καταλάβουμε γιατί (όπως και πολλοί άλλοι Γάλλοι θεωρητικοί της γενιάς του) είναι τόσο δυσνόητος. Αν η σκέψη και η ανθρώπινη ζωή δεν έχουν σταθερή ουσία και αν η σκέψη είναι απόρροια δυνάμεων που δεν έχουν αποφασισθεί από την ίδια την σκέψη, τότε χρειάζεται να αναπτύξουμε έναν γραφικό χαρακτήρα, ο οποίος θα δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Αντί απλά να αποδεχθούμε τα ζητήματα και τους όρους διαμέσου των οποίων ήδη λειτουργεί κάποιος πολιτισμός, πρέπει να εξετάσουμε (και να μεταποιήσουμε) τις θεωρήσεις, τις προτάσεις, τις διακρίσεις ή τις διαφορές πάνω στις οποίες εδράζει κάθε σύστημα σκέψης. Αλλά αυτό δεν σημαίνει να εξετάσουμε την γλώσσα με την στενή έννοια του όρου, διότι η γλώσσα συνιστά μόνο έκφραση βαθύτερων διαφοροποιημένων δυνάμεων.  

Ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα καταμερίζει τον κόσμο, αποτελεί ένδειξη πολύ πιο λεπτοφυών διαφορών. Ας δούμε ένα παράδειγμα: είναι πλέον σύνηθες να χρησιμοποιούμε το «αυτοί/αυτές» ή «αυτός/αυτή» ή «ανθρωπότητα» αντί του γενικού «αυτός» ή «άνθρωπος». Η ιδέα πίσω από αυτή την αλλαγή είναι ότι δεν θα πρέπει πλέον να θεωρούμε τον άντρα ως πρότυπο και την γυναίκα υποδεέστερη ή άσχετη. Η αλλαγή της γλώσσας μας, αναμένεται να καταβάλλει τούτη την προκατάληψη στην σκέψης μας.

Για τον Ντελέζ, ωστόσο, το πρόβλημα βρίσκεται πολύ βαθύτερα. Πώς καταλήξαμε να σκεπτόμαστε με όρους παγκοσμιοποιημένου ανθρώπου; Αλλάζοντας ένα λήμμα στο λεξικό μας ούτε θα εξαλλείψουμε ούτε θα φωτίσουμε μια κατά πολύ βαθύτερη δέσμευση της σκέψης μας.  Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να εξετάσουμε τις δυνάμεις, την ιστορία και τις θεωρήσεις που παράγουν την ίδια την ιδέα ή την έννοια του ανθρώπου, ανεξάρτητα από τους συγκεκριμένους όρους που χρησιμοποιούμε για να αναφερθούμε σε αυτήν. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η γλώσσα είναι ένας τρόπος με τον οποίο γνωρίζουμε τις δομές και τις εικασίες του σκεπτικού μας. Όμως, αυτό, το πεδίο της σκέψης μας, χρειάζεται να το αλλάξουμε: όχι μόνο αυτή ή εκείνη την λέξη αλλά  τους εννοιολογικούς συσχετισμούς και τα νοήματα που προσανατολίζουν την σκέψη μας. Κάποιοι στοχαστές εμπνευσμένοι από τον Ντελέζ, άρχισαν να φράφουν μη-ανθρώπινες ιστορίες για την ανθρώπινη ζωή.

Ο Manuel de Landa στο έργο του A Thousand Years of Nonlinear History (1997) διερευνά το πώς γεωλογικές μετακινήσεις όπως οι προσχώσεις και οι ιζηματογενείς αποθέσεις, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να «διαβαστεί» η δημιουργία των ανθρώπινων πόλεων, ενώ στο έργο του War in the Age of Intelligent Machines (1991), όπως υπαινίσσεται ο τίτλος, εξετάζει το πώς οι τεχνολογικές μεταλλάξεις μπορούν να επηρεάσουν ενέργειες και αλληλεπιδράσεις εκτός των ορίων της ανθρώπινης βούλησης ή του ανθρώπινου σώματος. 

Η γλώσσα είναι απλά μια δομή ανάμεσα σε άλλες και εκφράζει ριζικές διαφορές σε βάθος χρόνου που ξεπερνά τον άνθρωπο. Οι διαφοροποιημένες κατασκευές μέσω των οποίων ζούμε —όπως είναι η γλώσσα ή ο πολιτισμός— είναι οργανωμένα ή κωδικοποιημένα σχήματα αδιόρατων διαφορών. Αυτές οι διαφορές είναι «ανεπαίσθητες» ακριβώς γιατί δεν προκαθορίστηκαν, οργανώθηκαν και αναπαραστάθηκαν σε κανένα συστηματικό σχηματισμό. Μπορούμε να σκεφτούμε τις διαφορές στους ήχους που δεν ακούμε όταν μια λέξη αρθρώνεται με διαφορετικές προφορές ή τις γενετικές διαφορές που δεν αντιλαμβανόμαστε όταν επιχειρούμε ταυτοποιώντας μια ομάδα να την κατατάξουμε στο ίδιο είδος.  

Αυτές οι μοριακές διαφορές είναι παραγωγικές και θετικές. Δεν έχουμε γλώσσα ή είδη δίχως αυτές (τις παραλλαγές του ήχου ή τις γενετικές μεταλλάξεις) αλλά η αντίληψή μας ή ο τρόπος που ζούμε στον κόσμο, τις αντιμετωπίζει ως αρνητικές, σαν αποκλίσεις από την κανονικότητα ή την μορφή.  Για τον Ντελέζ, η δυτική σκέψη υπηρέτησε αναπαραστατικά δόγματα τα οποία εκλαμβάνουν τούτες τις παραγωγικές διαφορές αρνητικά, σαν κάτι εκτός αντίληψης και σκέψης. Αποκρινόμενος σε αυτό ο Ντελέζ παντρεύει φιλοσοφία και πολιτική, σφραγίζοντας την συνεχή επανάσταση στην σκέψη που πυροδότησαν αυτές οι θετικές, αδιόρατες και παραγωγικές διαφορές. Ο Ντελέζ, αναφέρεται συνήθως στο σύνολο ή το επίπεδο αυτών των προ-ανθρώπινων, προ-γλωσσικών και βαθύτερων ανομοιοτήτων με αρκετούς τρόπους: αφηρημένη μηχανή, χάος, σώμα δίχως όργανα, καθ᾽εαυτόν διαφορά ή εικονική πολλαπλότητα.  

Ο λόγος για τον οποίο δεν υιοθετεί μόνο μία ή σταθερή ορολογία, έχει να κάνει με την φύση του προβλήματος. Κάθε σκέψη ή εικόνα που ενδεχομένως έχουμε γι᾽αυτό το πρώιμο πεδίο (επίπεδο) διαφοράς, συλλαμβάνει πάντοτε μόνο ένα μέρος ή μια έκφραση της διαφοράς. Πρέπει διαρκώς να ανατρέπουμε, να αμφισβητούμε και να διαταράσσουμε τις ορολογίες και τις διαφορές μας. Η πραγματική νόηση δεν λειτουργεί με εφαλτήριο κάποια «εικόνα της σκέψης» όπως αυτή του «αυτοπροσδιοριζόμενου ορθολογικού ανθρώπου», αλλά, επιχειρεί να μεταφέρει την σκέψη πέρα από κάθε προκαθορισμένη εικόνα της. 

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ντελέζ αντιτίθεται στον υπαρξισμό και την φαινομενολογία. Αποδέχεται ότι δεν υπάρχει έσχατο νόημα ή σταθερή ουσία, όπου θα μπορούσε η ανθρωπότητα να στηρίξει τις αποφάσεις της, αλλά δεν προχωρά στον ισχυρισμό ότι αυτό καθιστά την ζωή αυτόβουλη και αυτοκαθοριζόμενη. Απορρίπτει την διάκριση μεταξύ μιας ελεύθερης ζωής, υπεύθυνης για την εξέλιξή της και μιας αυθύπαρκτης και προκαθορισμένης φύσης. Η ζωή στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένης της οργανικής, της ανόργανης, ακόμα και της εικονικής, είναι μια συνεχής μεταμόρφωση. Θα πρέπει να εξαλείψουμε την ιδέα ότι η φύση απλά υπάρχει, την ώρα ο άνθρωπος καθορίζει την ύπαρξή του. Για το πρώτο, μπορούμε να νοήσουμε συνολικά την φύση ως απόφαση, ως δημιουργική απόκριση ενώπιον των δυνάμεων που διασταυρώνονται εντός της. Για το δεύτερο, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε την έννοια της ανθρώπινης απόφασης· διότι πρόκειται λιγότερο για δική μας απόφαση στο ερώτημα ποιοί είμαστε και περισσότερο των δυνάμεων που μας προσδιορίζουν.

Οι γλώσσες, τα γονίδια, τα σώματα, οι επιθυμίες, μας, οι ιστορικές τάσεις, οι κοινωνικές δυνάμεις —όλα τους διασταυρώνονται και διαρκώς μεταλλάσσονται, με τρόπο τέτοιο ώστε αυτό που είμαστε να μην μπορεί να ανιχνευθεί πίσε σε μια μόνο στιγμή της καταγωγής ή σε κάποια μεμονωμένη πρόθεση. Αποστασιοποιημένοι από την αποδοχή της ανθρώπινης άποψης και ερμηνείας του κόσμου μέσα από το πρίσμα τοανθρώπινου νοήματος, χρειάζεται να αντιληφθούμε το πώς οι διαδικασίες νοηματοδότησης και η ανθρώπινη ζωή παράγονται από ό,τι είναι επι της ουσίας προ-ανθρώπινο, την ανάδυση της διαφοράς. Συνεπώς, οι φιλόσοφοι δεν θα πρέπει να μας παρέχουν ορισμούς του τι είναι καλό ή ανθρώπινο, αλλά να διαμορφώνουν έννοιες που θα μας οδηγούν στην αμφισβήτηση του τι ακριβώς είναι το ανθρώπινο.

Διακριτή δύναμη, η οποία επίσης αντιτίθεται στην κοινή λογική, διαθέτει και η τέχνη. Ενώ οι φιλόσοφοι κατασκευάζουν έννοιες οι οποίες θα μας βοηθήσουν να σκεφτούμε την διαφορά, η τέχνη φανερώνει μοναδικές (ενικές) διαφορές: χρώμα, ήχος, χροιά, ευαισθησία, όλα τους αυτούσιες υπάρξεις. Ωστόσο, ούτε η τέχνη, ούτε η φιλοσοφία, ούτε η επιστήμη είναι δομές αναπαράστασης ή ερμηνείας. Δεν επαναπροσδιορίζουν έναν κόσμο ο οποίος παραμένει απαθής έξω από το πεδίο δράσης της σκέψης μας. Η φιλοσοφία δεν είναι μεθερμήνευση· δεν είναι η ανακάλυψη της ουσίας του ανθρώπου σε όλα τα γεγονότα της ζωής του. Η φιλοσοφία —όπως η τέχνη και η επστήμη— οφείλει να δημιουργεί διαφορές. Η φιλοσοφία, για τον Ντελέζ, δεν συνιστά είδος μετα-κώδικα ο οποίος μας καθιστά ικανούς να αποκωδικοποιούμε άλλα σημάδια (όπως είναι για παράδειγμα η μετα-γλώσσα για την γλώσσα)· φιλοσοφία δεν είναι η ακύρωση της διαφοράς η οποία θα φώτιζε όλα τα σημάδια προς κάποια αρχική ιδέα η εννόημα.

Η φιλοσοφία επιβάλλεται να δημιουργεί, να συλλαμβάνει και να επιβεβαιώνει όλες εκείνες τις διαφορές (τις τάσεις) που επιτρέπουν την ανάδυση θεμάτων και νοημάτων. Δεν ερμηνεύεις ένα βιβλίο ή μια κινηματογραφική ταινία χρησιμοποιώντας την φιλοσοφία· επιτρέπεις στην λογοτεχνία ή τον κινηματογράφο να μετασχηματίσει και ανακαινίσει την φιλοσοφία. Η σκέψη δεν είναι μετάφραση: τι σημαίνει αυτή η ταινία; —είναι μεταμόρφωση: τι κάνει αυτή η ταινία; Και αυτή η ερώτηση, για την τάση ή την δύναμη μιας θεωρίας, μιας ταινίας ή ενός κειμένου— σημαίνει ότι χρειάζεται να εξετάσουμε όλα τα συμβάντα της ζωής όχι ως τέτοια που χρήζουν ερμηνείας, αλλά ως δημιουργήματα τα οποία οφείλουν να  επιλεχθούν και να αξιολογηθούν σε συμφωνία με την ικανότητά τους να επιδρούν και να παρεμβαίνουν στην ροή της ζωής. Η θεωρία είναι κι αυτή κατασκεύασμα, ισοδύναμο με το αντικείμενό της.

Για πολλούς η φιλοσοφία είναι κάτι το οποίο δεν φτιάχτηκε αλλά προϋπήρχε ετοιμοπόλεμη σ᾽ έναν προκαθορισμένο ουρανό. Ωστόσο, η φιλοσοφική θεώρηση είναι στην ουσία της πρακτική όσο και το αντικείμενό της. Δεν είναι πιο αφηρημένη από αυτό. Είναι πρακτική εφαρμογή ιδεών και θα πρέπει να κριθεί στο φώς άλλων πρακτικών στις οποίες παρεμβαίνει. Οντότητες, εικόνες, έννοιες, όλα τα είδη των γεγονότων, συμβαίνουν στο επίπεδο παρεμβολής πολλών τέτοιων πρακτικών.

Εγχειρίδιο βασικών όρων της Ντελεζιανής φιλοσοφίας

O Ντελέζ ξεκίνησε την καριέρα του ως φιλόσοφος μέσα στο ιδιαίτερα ανταγωνιστικό και απαιτητικό «κύκλο» της διανόησης του Παρισιού στη δεκαετία του ’50. Κατά τη δεκαετία του 1970 ένωσε τις δυνάμεις του με τον Γάλλο ψυχαναλυτή Φελίξ Γκουαταρί κι επεκτάθηκαν σε πολύ λιγότερο συμβατικούς τρόπους φιλοσοφικής γραφής (συμπεριλαμβάνοντας αναφορές στα μαθηματικά, στη βιολογία, στη γεωλογία, στη κοινωνιολογία, στη φυσική, στη λογοτεχνία και στη μουσική). Περισσότερο από κάθε άλλο στοχαστή του καιρού του, το έργο του Ντελέζ δεν αποτελεί τόσο μια σειρά αυτοδύναμων επιχειρημάτων, όσο ότι αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ολόκληρου νέου τρόπου σκέψης και γραφής.

Γι’ αυτό το λόγο δημιούργησε μία σειρά νέων όρων και δανείστηκε εξειδικευμένους όρους από προγενέστερους φιλοσόφους. Ακολουθώντας τα βήματα του Benedict de Spinoza (1632-77) η ορολογία του Ντελέζ δεν συνίσταται σε απλούς, αυτόνομους και προσδιορίσιμους όρους-κλειδιά. Η φιλοσοφία του Σπινόζα διαμόρφωσε μια σειρά συμπλεκόμενων αξιωμάτων και προτάσεων, ένα είδος φιλοσοφίας που θεωρητικά καθρέφτιζε έναν κόσμο, ο οποίος δεν υπάρχει έξω από το «είναι» μας για να τον κρίνουμε, αλλά ως ένα δυναμικό επίπεδο δυνάμεων εντός του οποίου βρισκόμαστε εμείς οι ίδιοι. (Deleuze, 1992)

Η φιλοσοφία, τόσο για τον Ντελέζ όσο και για τον Σπινόζα, δεν δύναται να έχει μία διακριτή βάση ή σημείο εκκίνησης, διότι η ζωή που μελετά συνήθως έχει ήδη αρχίσει κι ο φιλόσοφος, ο επιστήμονας ή ο καλλιτέχνης που γράφει για τη ζωή, αποτελεί επίσης μέρος της ροής της ζωής. Μία φιλοσοφία ή μία μορφή γραφής, η οποία σκοπεύει να επιβεβαιώσει την κινητικότητα της ζωής, πρέπει αυτή καθεαυτήν να βρίσκεται εν κινήσει, δημιουργώντας όλα εκείνα τα είδη συνδέσεων και ακολουθώντας καινούρια μονοπάτια. Γι’ αυτό το λόγο το έργο του Ντελέζ χαρακτηρίζεται από μια «κυκλική φύση»: από τη στιγμή που θα κατανοήσει κάποιος έναν όρο, δύναται να τους κατανοήσει όλους, αλλά πάλι φαίνεται ότι χρειάζεται να κατανοήσει όλους τους όρους για να μπορέσει να κατανοήσει έστω κι έναν.

Ο Ντελέζ υποστήριξε ότι οι έννοιες περιπλέκονταν με τον ακόλουθο ακριβώς τρόπο: δημιουργώντας «νέους συνδέσμους για σκέψη», δίνοντας πρόσβαση σε ολόκληρα νέα «επίπεδα σκέψης». Οι Ντελέζ και Γκουαταρί επιχειρηματολόγησαν υπέρ των «ριζωματικών» τρόπων σκέψης, στις οποίες δεν θα υπήρχε τόσο  ένα σταθερό κέντρο ή σειρά, όσο μία πολλαπλότητα διευρυνόμενων και αλληλο-επικαλυπτόμενων συνδέσεων. Προκειμένου να διαβάσει κανείς τον Ντελέζ, πρέπει ν’ αποδεχτεί ότι η κατανόηση του έργου του δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από μια απλή παράθεση προτάσεων. Αλλά και το «όλο» φαίνεται να μετασχηματίζεται με την ερμηνεία κάθε νέας ενότητας. Οι αναγνώστες θα δύνανται μονάχα να κατανοήσουν πραγματικά την αρχή αυτού του έργου την στιγμή που θα έχουν φθάσει στο τέλος του, αλλά αυτό είναι ένα βασικό γνώρισμα της στοχοθεσίας του Ντελέζ —η οποία αποβλέπει στην αμφισβήτηση της αβίαστης αποδοχής και συνειδητοποίησης των τρόπων με τους οποίους σκεπτόμαστε.

Η σκέψη, κατά τον Ντελέζ, δεν είναι μία ανεξάρτητη πράξη κρίσης υπέρ ή κατά της ζωής· η σκέψη είναι μέρος της δυναμικής ροής της ζωής. H ανώτερη σκέψη, είτε λαμβάνει τη μορφή της τέχνης, της φιλοσοφίας ή της επιστήμης, δεν «στεριώνει» με ένα σταθερό σύστημα ή βάση. Δημιουργούμε έννοιες όχι για να χαρακτηρίσουμε τη ζωή και να βάλουμε σε σειρά τις ιδέες μας αλλά για να μετασχηματίσουμε τη ζωή και να περιπλέξουμε τις ιδέες μας.

  • Επίδραση:affect

Κατά την γενικότερη έννοια της, «επίδραση» είναι ό,τι μας συμβαίνει όταν βιώνουμε μία κατάσταση: φόβος, κατάθλιψη, γέλιο, τρόμος ή πλήξη είναι όλες πιθανές «επιδράσεις» της τέχνης· Η επίδραση δεν ενέχει τη σημασία της εμπειρίας αλλά της αντίδρασης που αυτή προκαλεί. Ο Ντελέζ τελειοποιεί αυτήν την έννοια για να υποστηρίξει ότι η τέχνη είναι δημιούργημα των «επιδράσεων» και των «αισθήσεων». Ενώ οι επιδράσεις και οι αντιλήψεις εναπόκεινται στους παρατηρητές/θεατές —μπορούμε να πούμε έχω μια «αίσθηση» του κόκκινου ή ότι «νιώθω» φόβο— ο Ντελέζ διατείνεται πως η τέχνη δημιουργεί επιδράσεις κι αντιλήψεις, οι οποίες δεν είναι τοποθετημένες από μία οπτική γωνία.  

Ας φανταστούμε έναν πίνακα ζωγραφικής που είναι απλώς τρομακτικός ή μας προκαλεί θλίψη· μπορεί ενδεχομένως να μην μελαγχολήσουμε ή τρομοκρατηθούμε όταν τον δούμε, αλλά είναι παρούσα η «επίδραση» της κατάθλιψης ή του τρόμου. Φανταστείτε ένα μυθιστόρημα που περιγράφει ένα σταθερό φως· μπορεί να μην βλέπουμε το φως αλλά συνυπάρχουμε με ό,τι θα μπορούσε να αντιληφθεί ένα τέτοιο φως ή με ό,τι είναι μια τέτοια αντίληψη ανεξάρτητα από το ποιος αντιλαμβάνεται· αυτή είναι μία αντίληψη.

  • Συναρμολόγηση:assemblage

Όλη η ζωή είναι μία διαδικασία συνένωσης κι αλληλεπίδρασης. Κάθε σώμα ή πράγμα είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας συνδέσεων. Ένα ανθρώπινο σώμα είναι ένα σύνολο γενετικού υλικού, ιδεών, ικανοτήτων δράσης και συσχετισμού με άλλα σώματα. Μία φυλή είναι ένα σύνολο, μία συγκέντρωση σωμάτων. Οι Ντελέζ και Γκουαταρί αναφέρονται στα «μηχανικά» σύνολα, παρά σε οργανισμούς ή μηχανισμούς, προκειμένου  να ξεφύγουν από την αντίληψη ότι τα σύνολα/ολότητες προϋπάρχουν των συνδέσεων.

Δεν υπάρχει οριστικότητα, τέλος ή τάξη που θα «κυβερνούσε» το σύνολο ως μια ολότητα· ο νόμος του κάθε συνόλου δημιουργείται από τις συνδέσεις του. Έτσι το πολιτικό Κράτος, για παράδειγμα, δεν δημιουργεί κοινωνική τάξη κι ατομικές ταυτότητες· το Κράτος είναι το αποτέλεσμα της συγκέντρωσης των σωμάτων. Δεν υπάρχει καμία εξελικτική ιδέα ή στόχος του ανθρώπου που ελέγχει τη γενετική παραγωγή των ανθρωπίνων σωμάτων· ο άνθρωπος είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς συνόλων: του γενετικού, κοινωνικού και ιστορικού.

  • Γίγνεσθαι-Γυναίκα:Becoming-Woman

Αυτός ο όρος συνδέεται με τις φράσεις «να γίνεσαι ζώο», «να γίνεσαι ισχυρός» και «να γίνεσαι ανεπαίσθητος». Το πρόβλημα με την δυτική σκέψη είναι ότι αρχίζει από το «είναι», το οποίο έπειτα το φαντάζεται σαν να περνάει μέσα από την διαδικασία του γίγνεσθαι ή της κίνησης. Επιπλέον, έτεινε να ευνοεί τον άνδρα ως το κυρίαρχο ον επί γης· είναι ο άνδρας που αποτελεί έναν σταθερό γνώστη ή υποκείμενο που παρακολουθεί τον κόσμο να αλλάζει και να διέρχεται από την διαδικασία του γίγνεσθαι.

Εντούτοις ο Ντελέζ επιμένει ότι ολόκληρη η ζωή είναι μία γενετική διαδικασία και ότι η αντίληψη σχετικά με τα σταθερά κυρίαρχα όντα —όπως ο άνδρας— είναι το αποτέλεσμα του γίγνεσθαι. Προκειμένου να συλλογιστούμε και ν’ αντιμετωπίσουμε πραγματικά τη ζωή, δεν πρέπει πλέον να τη βλέπουμε με αμετάβλητους και αμετακίνητους όρους. Αυτό σημαίνει ότι η σκέψη αυτή καθεαυτήν πρέπει να καταστεί μία σκέψη εν κινήσει και ν’ αυτο-απελευθερωθεί από την σταθερή κυριαρχία των ανδρών, καθώς ο φιλόσοφος φαντάζεται την ολότητα της ύπαρξης κι όχι μόνο αυτό που είναι δεδομένο και βρίσκεται «in presentia», ήτοι είναι παρόν.

  • Επιθυμία και Επιθυμητικές μηχανές:Desire and Desiring machines

Η αντίληψη της ζωής κυριολεκτικά ως μιας μηχανής, μας επιτρέπει ξεκινήσουμε από τις λειτουργίες και τις συνδέσεις προτού να φανταστούμε τις οποιεσδήποτε παραγόμενες τάξεις, προϋποθέσεις, σύνολα ή σκοπούς. Ένας μηχανισμός επιθυμίας είναι, επομένως, το αποτέλεσμα κάθε σειράς συνδέσεων: το στόμα που συνδέεται με το στήθος, η σφήκα που συνδέεται με μία ορχιδέα, ένα μάτι που αντιλαμβάνεται ένα σμήνος πουλιών ή το σώμα ενός παιδιού που συνδέεται με έναν συρμό.

Συλλογιζόμενοι την επιθυμία κατ’ αυτόν τον τρόπο απομακρυνόμαστε από την έννοια της επιθυμίας που σχετίζεται με την έννοια της στοιχειώδους ελλείψεως. Κατά τον Ντελέζ και τον Γκουαταρί, η επιθυμία δεν παρακινείται από σώματα που έχουν διαχωριστεί ή αποκοπεί από τη ζωή. Αντιτίθενται στην έννοια της κούρσας του θανάτου μέσω του οποίου ολόκληρη η ζωή εύχεται να ξεπεράσει την απώλεια και το τραύμα της γέννας και να επιστρέψει σε μία κατάσταση αδράνειας/ηρεμίας.

Η επιθυμία είναι η σύνδεση, κι όχι το να ξεπεράσει κανείς την απώλεια ή τον διαχωρισμό· επιθυμούμε, όχι επειδή στερούμαστε (πράγματα) ή βρισκόμαστε σε κατάσταση ανάγκης, αλλά επειδή η ζωή είναι μια διαδικασία συνεχούς προσπάθειας κι αυτό-βελτίωσης. Η επιθυμία είναι μία διαδικασία συνεχούς ανάπτυξης, σύνδεσης και δημιουργίας. Η επιθυμία είναι «μηχανική» ακριβώς επειδή δεν γεννάται από κλειστούς οργανισμούς ή εαυτούς· είναι η παραγωγική διαδικασία της ζωής, η οποία παράγει οργανισμούς κι εαυτούς.

machine
image source
  • Αποεδαφοποίηση: déterritorialization

Όρος των Ντελέζ και Γκουαταρί, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο έργο τους L’Anti-Œdipe το 1972 και ο οποίος επανέρχεται σε πολλά έργα τους: Kafka (1975), Rhizome (1976), Mille Plateaux (1980) και Qu’est-ce que la philosophie? (1991).

Συνδεδεμένος με τον όρο της «επιθυμίας» στην ντελεζιανή φιλοσοφία, η αποεδαφοποίηση χρησιμοποιήθηκε και από άλλους κλάδους των ανθρωπιστικών σπουδών, όπως την ανθρωπολογία και την πολιτισμική γεωγραφία, όπου καταδεικνύει το γεγονός της διαρραγής της σχέσης της εδαφικότητας ανάμεσα σε μία κοινωνία και σε έναν τόπο, μία εδαφική επικράτεια.

Οι Ντελέζ και Γκουαταρί προσδιόρισαν την «αποεδαφοποίηση» ως ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού που ονομάζουν «ελάσσονα λογοτεχνία» (littérature mineure). Πρόκειται για μία λογοτεχνία της οποίας τα βασικά χαρακτηριστικά δεν υπάγονται στον κανόνα της λογοτεχνικής γραφής. «Η ελάσσονα λογοτεχνία δεν είναι η λογοτεχνία που γράφεται σε μία ελάσσονα γλώσσα, αλλά εκείνη που μία μειονότητα αναπτύσσει με μία μείζονα γλώσσα» (1975: 29). Αυτή η λογοτεχνία επιβάλλει στην κυρίαρχη γλώσσα μία μεταχείριση που την καθιστά ξένη στην ίδια της την υπόσταση και την οδηγεί «στα άκρα και στα όριά της» (1975: 42). Η απο-εδαφοποίηση της γλώσσας χαρακτηρίζει την ελάσσονα λογοτεχνία, ενώ, στο πλαίσιο αυτής της αποεδαφοποίησης, «κάθε ατομική υπόθεση γίνεται άμεσα και πολιτική» (1975: 30).

Έτσι, ενώ στις «μεγάλες» λογοτεχνίες, ο κοινωνικός χώρος δεν παρουσιάζεται παρά ως φόντο όπου εκτυλίσσεται η ατομική υπόθεση, η ελάσσονα λογοτεχνία, οπλισμένη με τη δυναμική της ρήξης με τις καθεστηκυίες δυνάμεις, έρχεται αντιμέτωπη με το ζήτημα της υποταγής και της εξουσίας. Ο όρος «αποεδαφοποίηση» αναφέρεται από τους μελετητές που διερευνούν την παγκοσμιοποίηση, τη μετανάστευση, τις ταυτότητες, τους υβριδισμούς, και την πολιτισμική κληρονομιά (deterritorialization of cultural heritage).

Ντελέζ και Γκουαταρί, χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από τον χώρο της βοτανικής-ζωολογίας, αυτό της συμβίωσης ή καλύτερα της «μη παράλληλης εξέλιξης» της σφήκας με την ορχιδέα, φωτίζουν τις έννοιες της απεδαφοποίησηςεπανεδαφοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, από τη μία πλευρά η σφήκα απεδαφοποιείται αποτελώντας μέρος της αναπαραγωγικής διαδικασίας της ορχιδέας, ενώ από την άλλη η ορχιδέα απεδαφοποιείται αποτελώντας μέρος της τροφοσυλλεκτικής διαδικασίας της σφήκας. Βέβαια την ίδια στιγμή η σφήκα επανεδαφοποιεί την ορχιδέα μεταφέροντας τη γύρη της, ενώ η ορχιδέα επανεδαφοποιεί τη σφήκα προσφέροντας της τη γύρη. Έχουμε λοιπόν τη συνύπαρξη ενός «γίγνεσθαι-σφήκα» της ορχιδέας και ενός «γίγνεσθαι-ορχιδέα» της σφήκας.

Η ζωή δημιουργεί και επεκτείνεται μόνη της σχηματίζοντας συνδέσεις και εδάφη. Το φως συνδέεται με τα φυτά για να καταστεί δυνατή η διαδικασία της φωτοσύνθεσης. Τα πάντα, από τα σώματα ως τις κοινωνίες, συνιστούν μία μορφή εδαφοποίησης ή τη σύνδεση των δυνάμεων προκειμένου να παράγουν διακριτά σύνολα/διακριτές ολότητες.

Αλλά παραπλεύρως κάθε εδαφοποίησης βρίσκεται επίσης η ικανότητα της απο-εδαφοποίησης. Το φως που συνδέεται με το φυτό ώστε να του επιτραπεί η ανάπτυξή του, του αφήνει επίσης το περιθώριο να γίνει κάτι άλλο από αυτό καθαυτό: ο υπερβολικός ήλιος θα μαράνει το φυτό ή ενδεχομένως θα το μεταμορφώσει σε κάτι άλλο (όπως από τα αποξηραμένα στον ήλιο φύλλα φτιάχνεται ο καπνός ή όπως από τα μουλιασμένα στον ήλιο σταφύλια γίνονται οι σουλτανίνες (σταφίδες). Αυτές ακριβώς οι συνδετικές δυνάμεις που επιτρέπουν κάθε μορφή της ζωής να γίνει αυτό που είναι (εδαφοποιούν) του επιτρέπουν επίσης να γίνει αυτό που δεν είναι (από-εδαφοποιούν). 

T’ ανθρώπινα σώματα που συγκεντρώνονται για να σχηματίσουν μία φυλή ή μία κολεκτίβα (συνεταιρισμό) (εδαφοποίηση) μπορούν να παράγουν ένα σύνολο που μετέπειτα τους επιτρέπει να κυβερνώνται από έναν φύλαρχο ή έναν τύραννο (δεσπότη) (από-εδαφοποίηση, όπου οι δυναμική τους για συγκέντρωση προκάλεσε μία συλλογική αποδυνάμωση). Μπορεί επίσης να συμβεί επαν-εδαφοποίηση. Η φυλή μπορεί να αποσπάσει τον απο-εδαφοποιημένο όρο (όπως τον ηγεμόνα ή τον τύραννο) και να τον επιστρέψει στην κολεκτίβα: είμαστε όλοι μας αρχηγοί ή όλοι μας είμαστε κύριοι του εαυτού μας (όπως συμβαίνει στον σύγχρονο ατομισμό).

whatisgroundingcover (1)
image source

Η εδαφοποίηση μπορεί να υφίσταται σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Τα γονίδια συνδέονται ή εδαφοποιούνται για να δημιουργήσουν τα είδη, αλλά αυτές οι ίδιες συνδέσεις καθιστούν επίσης δυνατές τις μεταλλάξεις (από-εδαφοποίηση). Μια τέτοια μετάλλαξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί  ή να απωθηθεί, προκειμένου να ενισχυθεί το έδαφος που αρχικά ήταν το αποτέλεσμα μιας τυχαίας  μετάλλαξης: επί παραδείγματι στην γονιδιακή θεραπεία ή στην γενετική τροποποίηση, όπου η κινητήριος δύναμη για αλλαγή κι απo-εδαφοποίηση (γενετική) χρησιμοποιείται για ν’ αναστείλει την αλλαγή και την μετάλλαξη (επανεδαφοποίηση).

Ντελέζ και Γκουαταρί γράφουν για την απόλυτη απόεδαφοποίηση, που θα μπορούσε να είναι η απελευθέρωση από κάθε είδους σύνδεση και οργάνωση. Μια τέτοια διαδικασία μπορεί μονάχα να νοηθεί ή να την φανταστεί κανείς παρά να επιτευχθεί, διότι κάθε αντίληψη της ζωής είναι ήδη σε διάταξη ή εδαφοποίηση· μπορούμε να εννοήσουμε την απόλυτη από-εδαφοποίηση ως μια έσχατη πιθανή λύση.

  • Differenciation:Διαφοροποίηση/Differentiation:Διάκριση

Ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε είναι φτιαγμένος από διαφοροποιημένα πράγματα, ξεχωριστές ονομασίες ή αντικείμενα.  Αλλά για να κατανοήσουμε έναν διαφοροποιημένο κόσμο θα πρέπει να υπάρχει κάποια διακριτική ικανότητα (διαπίστωση διαφοράς). Έχουμε ιδιαίτερα ή διαφοροποιημένα είδη, λόγω της παραλλακτικότητας που παρατηρείται στην γενετική, δηλαδή, της παραγωγής διαφοροποιημένων απογόνων εξαιτίας της ικανότητας ανασυνδυασμού των γονιδίων. Έχουμε διαφοροποιημένους γλωσσικούς όρους επειδή υπάρχει η δύναμη διάκρισης διαφορετικών ήχων και νοημάτων. Έχουμε το φάσμα των διαφοροποιημένων χρωμάτων και μόνο επειδή υπάρχει η διακριτική ικανότητα του λευκού φωτός. 

«…θέληση για δύναμη, σημαίνει μία άμορφη και απρόσωπη πλαστική αρχή ως το διαφορικό και γενετικό στοιχείο των απανταχού δυναμικών σχέσεων, αφού ουσιαστικά αυτό που επιζητά μια θέληση είναι να επιβεβαιώσει τη διαφορά της», αναφέρει ο Ντελέζ στο έργο του: Ο Nietzsche και η Φιλοσοφία [μτφρ. Γ. Σπανός, Πλέθρον, Αθήνα, 2002, σσ 78, 21]

Γενεαλογία/Γεωλογία:Geneaology/Geology

Ο Ντελέζ δανείζεται την έννοια της γενεαλογίας από τον στοχαστή του όψιμου 19ου αιώνα Friedrich Nietzsche (1844-1900) O Νίτσε αμφισβήτησε την παραδοσιακή έννοια της ιστορίας μέσω της οποίας διαβάζουμε το τέλος μιας εξέλιξης στην αρχή της. Η Γενεαλογία αποβλέπει στην χαοτική, πολλαπλή και τυχαία ανάδυση του παρόντος. Αντί να βλέπουμε την ιστορία ως κάτι που μας οδηγεί στα διάφορα ήθη, στο έργο του On the Genealogy of Morals/Για την γενεαλογία των ηθών, ο Νίτσε υποστήριξε πως τα σύγχρονα ιδεώδη της ηθικής και της απανθρωπιάς οφείλονται σε αυθαίρετα κι απάνθρωπα αίτια. Η τιμωρία, για παράδειγμα, αρχίζει ως «μια μορφή εύθυμης βαναυσότητας», η απόλυτη ισχύς και απόλαυση του επιβαλλόμενου πόνου προκειμένου επιβεβαιωθεί η δύναμη κάποιου. Αλλά ακολούθως φανταζόμαστε έναν νόμο και μία ηθική που θα αιτιολογούσε και θα έβαζε σε τάξη αυτήν την ευχαρίστηση της επιβεβαιωμένης δύναμης· για να το πετύχουμε αυτό «επινοούμε» τον άνθρωπο και την ηθική.

Η γενεαλογία δεν αποδέχεται την σύγχρονη λογική ή  κατανόηση του παρόντος· Ανατρέχει στο παρελθόν προκειμένου ν’ «αναστατώσει» το παρόν, να δείξει πως δεν υπάρχει καμία αιτιολόγηση για το παρόν. Δύο μείζονα έργα των Ντελέζ και Γκουαταρί, o Αντι-Οιδίπους και τα Χίλια Επίπεδα, αποτελούν γενεαλογίες του καπιταλισμού και του ουμανισμου· και τα δύο αποπειρώνται να καταδείξουν πως ο «άνθρωπος» και το «κεφάλαιο» αναδύονται από το παιχνίδι των δυνάμεων και των αλληλοεπιδρώντων σωμάτων. Οι Ντελέζ και Γκουαταρί συνέγραψαν επίσης καταλεπτώς μια γενεαλογία των ηθών. Αυτό επέκτεινε την αντίληψη ότι δεν υπάρχει μόνο μία ιστορία ή μία μεμονωμένη εξελικτική πορεία, αλλά επικαλυμμένα στρώματα ή επίπεδα: η ιστορία της απάνθρωπης και ανόργανης ζωής, καθώς επίσης και οι διαφοροποιημένες ιστορίες μέσα στην ανθρώπινη σφαίρα.

  • Εμμένεια: immanence

Αυτός είναι ένας από τους βασικούς όρους (και στόχους) της Ντελεζιανής φιλοσοφίας. Το βασικό ολίσθημα της δυτικής σκέψης ήταν η  υιοθέτηση της έννοιας της υπερβατικότητας. Ξεκινούμε από κάποιο όρο που εναντιώνεται ή βρίσκεται έξω από τη ζωή, όπως Θεός, υποκειμενικότητα, ύλη· Συλλογιζόμαστε τη ζωή και τη σκέψη που καθορίζει ή αναπαριστά τη ζωή. Η υπερβατικότητα είναι ακριβώς αυτό που βρίσκεται πέρα από την φαντασία μας (η ανώτατη σκέψη ή η ανώτατη αντίληψη).

Παρ’ όλα αυτά η εμμένεια, δεν βρίσκεται πέρα από την φαντασία μας και δεν έχει τίποτα άλλο πέρα από τον ίδιο της τον εαυτό. Αντί να συλλογίζεται κανείς έναν Θεό που στη συνέχεια δημιουργεί έναν υπερβατικό κόσμο ή ένα υποκείμενο που στη συνέχεια γνωρίζει τον υπερβατικό κόσμο, ο Ντελέζ επιχειρηματολογεί υπέρ της εμμένειας της ίδιας της ζωής. Η δύναμη της δημιουργίας δεν λαμβάνει χώρα έξω από τον κόσμο, όπως κάποιος ξεχωριστός Θεός-δικαστής· η ίδια η ζωή είναι μία διαδικασία δημιουργικής ικανότητας. Η σκέψη δεν τίθεται ποτέ ενάντια στον κόσμο έτσι που να αναπαριστά τον κόσμο· η σκέψη είναι μέρος της ροής του κόσμου.  Η διαδικασία του σκέπτεσθαι δεν συμβολίζει την αναπαράσταση της ζωής αλλά την μεταμόρφωση και την δράση μέσα στην ίδια τη ζωή.

  • Lines of flight: Γραμμές φυγής

Κάθε μορφή της ζωής, όπως ένα σώμα, μια κοινωνική ομάδα, ένας οργανισμός ή ακόμα και μια έννοια, είναι δομή διασυνδέσεων, μια πολλαπλότητα. Τα γονίδια συναθροίζονται για την δημιουργία σωμάτων· τα σώματα συγκεντρώνονται για τον σχηματισμών φυλών. Η έννοια άνθρωπος, για παράδειγμα, συνδέει τον ορθολογισμό, κάποιο σώμα (λευκό, αρσενικό κλπ) την ικανότητα ομιλίας κοκ. Αλλά, κάθε σύνδεση ενεργοποιεί επίσης μια ροή· στην πορεία της μπορεί πάντα να συμβεί μια γενετική μετάλλαξη. Ο προσδιορισμός του ανθρώπου ως λογικού όντος, μπορεί επίσης, να αφήνει περιθώριο για διαμάχη σχετικά με τις συνιστώσες της έννοιας (άνθρωπος): είναι λογικό να φυλάσσονται πυρηνικά όπλα;  Έτσι κάθε ορισμός, γνωστικό πεδίο ή σώμα, κάθε σημείο πολλαπλότητας δηλαδή, μπορεί να εκταθεί σε μια ευθεία γραμμή, η οποία συμβολίζει την φυγή προς τον μετασχηματισμό του σε κάτι άλλο.

Μπορούμε να σκεφτούμε το σημείο σύγκλισης (vanishing point:σημείο εκμηδένισης) που χρησιμοποιείται στην τέχνη για την απεικόνιση του τρισδιάστατου χώρου σε επιφάνεια δύο διαστάσεων.

Παράδειγμα+σχεδιασμού+γραμμής+τρένου+με+προοπτική+με+ένα+σημείο+φυγής

Όμως σε αυτό το σημείο, απαιτεί την προσοχή μας η έννοια του ριζώματος, θεωρητικός νεολογισμός των Ντελέζ και Γκουαταρί. «Το ρίζωμα συνδέει κάθε σημείο σε κάθε σημείο και τα γνωρίσματα του δεν συνδέονται αναγκαστικά με γνωρίσματα του ίδιου είδους: φέρνει στο παιχνίδι πολύ διαφορετικά καθεστώτα σημείων, ακόμα και με καταστάσεις μη-σημειακές.

Το ρίζωμα δεν ανάγεται ούτε στο Ένα ούτε στο πολλαπλό. Δεν είναι το Ένα που γίνεται Δύο ή ακόμα και απευθείας τρία, τέσσερα, πέντε κλπ. Δεν είναι το πολλαπλό που απορρέει από το ένα ή το οποίο προστίθεται (ν+1). Δεν συνθέτεται από μονάδες αλλά από διαστάσεις, ή μάλλον από κατευθύνσεις στην κίνηση. «Το ρίζωμα δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος· βρίσκεται πάντοτε στο μέσον, ανάμεσα στα πράγματα, δι-είναι (inter-être), ιντερμέδιο»Δομεί γραμμικές πολλαπλότητες με ν διαστάσεις χωρίς να έχει ούτε αντικείμενο ούτε υποκείμενο, που μπορεί να σχεδιαστεί σε ένα επίπεδο συνοχής και από το οποίο το Ένα πάντα αφαιρείται (ν-1).

Όταν η πολλαπλότητα τέτοιου είδους αλλάζει τη διάσταση, αλλάζει αναγκαστικά και σε φύση, παθαίνοντας μία μεταμόρφωση. Αντίθετα από τη δομή, που προσδιορίζεται από μία ομάδα σημείων και θέσεων, το ρίζωμα γίνεται μόνο από γραμμές· γραμμές τμηματοποίησης και διαστρωμάτωσης σαν να είναι οι διαστάσεις του και μία γραμμή φυγής ή απεδαφικοποίησης ως μια επιπλέον διάσταση μετά την οποία η πολλαπλότητα υφίσταται μεταμόρφωση.  

Αυτές οι γραμμές, ή σύνδεσμοι, δεν πρέπει να συγχέονται με την καταγωγή γεναολογικού δέντρου, που είναι απλά τοπικοποιήσιμοι δεσμοί ανάμεσα σε σημεία και θέσεις. Αντίθετα με τις γραφικές τέχνες, σχέδιο ή φωτογραφία, αντίθετα με τις χαράξεις, το ρίζωμα ανήκει σε έναν χάρτη που πρέπει να παραχθεί, να κατασκευαστεί, έναν χάρτη που είναι πάντα κινητός, συνδέσιμος, κατασκευάσιμος, τροποποιήσιμος, και έχει πολλαπλές εισόδους και εξόδους και τις δικές του γραμμές φυγής.

  • Ρίζωμα/Ριζωματικός: Rhizome/Rhizomatics
Drum+Map
image source

Οι Deleuze και Guattari επεξηγούν αυτούς τους όρους κάνοντας μία αρχική διάκριση μεταξύ του «ριζωματικού» και του «δενδροειδούς». H παραδοσιακή σκέψη και γραφή έχει ένα κέντρο ή ένα υποκείμενο από το οποίο μετέπειτα εκφράζονται οι ιδέες. Οι γλώσσες, για παράδειγμα, φαίνεται να μοιράζονται μια βασική δομή και γραμματική, η οποία μετέπειτα εκφράζεται διαφορετικά στα γαλλικά, γερμανικά ή τα Hindi. Αυτός ο τρόπος σκέψης και γραφής χαρακτηρίζεται δενδροειδής (ομοιάζει με δέντρο), δημιουργώντας μια διακριτή σειρά και κατεύθυνση. Ο ριζωματικός, αντιθέτως, δημιουργεί τυχαίες, πολλαπλασιαζόμενες και αποκεντρωμένες συνδέσεις. Στην περίπτωση των γλωσσών, θα εγκαταλείπαμε την ιδέα μιας υποβόσκουσας δομής και γραμματικής και θα αναγνωρίζαμε ότι υπάρχουν απλώς διαφορετικά συστήματα και τρόποι ομιλίας, ότι η προσπάθειά να βρούμε το «δέντρο» ή τη «ρίζα» σ’ όλες αυτές τις διαφορές είναι κατοπινό κατασκεύασμα της φαντασίας.

Η ριζωματική μέθοδος, επομένως, δεν ξεκινάει από την διάκριση ή ιεραρχία μεταξύ αιτίου και συνεπακόλουθου, αιτίας κι αποτελέσματος, υποκειμένου κι έκφρασης. Κάθε σημείο μπορεί να δημιουργήσει μια αρχή ή ένα σημείο σύνδεσης για κάθε άλλο σημείο. Αυτό είναι αντιπροσωπευτικό της μεθόδου των Ντελέζ και Γκουαταρί. Δεν χρησιμοποιούν τη φιλοσοφία για να ερμηνεύσουν τη βιολογία ή τη βιολογία για να εξηγήσουν τη φιλοσοφία. Επιτρέπουν στους δύο τρόπους σκέψης να συμπλέκονται, να μετασχηματίζονται και να αλληλοεπικαλύπτονται.

Επιπλέον, επιμένουν πως ό,τι μοιάζει με δίπολο ή αντίθεση στη σκέψη τους —όπως η διάκριση μεταξύ ριζώματος και δέντρου— δεν είναι μια αντίθεση αλλά ένας τρόπος δημιουργίας πλουραλισμού. Ξεκινάει κανείς με τη διάκριση ριζωματικού/δενδροειδούς μόνο για να δει πως όλες οι διακρίσεις κι οι ιεραρχίες είναι λειτουργικές κατασκευές, οι οποίες με τη σειρά τους είναι ικανές να δημιουργήσουν επιπλέον διακρίσεις και διαρθρώσεις.

Screen Shot 2017-09-07 at 5.09.07 PM
image source
  • Μειονοτικός/Πλειοψηφικός: Minoritarian/Majoritarian

Η σχέση της μειονότητας και της πλειονότητας έχει απασχολήσει τους Ντελέζ-Γκουαταρί, οι οποίοι έχουν οδηγηθεί στην εξής διατύπωση: «…είναι πολύ πολύπλοκη η έννοια της μειονότητας, με τις νομικές και πολιτικές συνδηλώσεις της. Η μειονότητα και η πλειονότητα δεν αντιδιαστέλλονται κατά τρόπο απλώς ποσοτικό. Η πλειονότητα προϋποθέτει μία σταθερά, έκφρασης ή περιεχομένου, ένα μέτρο-γνώμονα σε σχέση με το οποίο αξιολογείται».

Για να γίνει περαιτέρω κατανοητή η έννοια της πλειονότητας χρησιμοποιούν το παράδειγμα του ανθρώπου ως γνώμονα: «Ας υποθέσουμε ότι η σταθερά ή ο γνώμονας είναι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος –λευκός –αρσενικός –ενήλικος –κάτοικος των πόλεων –ομιλητής μιας τυποποιημένης ευρωπαϊκής γλώσσας –ετεροφυλόφιλος. Είναι προφανές ότι ο «άνθρωπος» έχει την πλειοψηφία, έστω και αν αριθμητικά είναι πιο ολιγάριθμος απ’ ό,τι τα κουνούπια, τα παιδιά, οι γυναίκες, οι μαύροι, οι αγρότες, οι ομοφυλόφιλοι κ.λπ. Και αυτό διότι εμφανίζεται δύο φορές: στην σταθερά και στην μεταβλητή απ’ όπου αντλείται η σταθερά. Η πλειονότητα προϋποθέτει μία κατάσταση εξουσίας και επιβολής, και όχι το αντίστροφο. Προϋποθέτει το μέτρο-γνώμονα, και όχι το αντίστροφο. Ένας άλλος καθορισμός λοιπόν σε σχέση με τη σταθερά θα θεωρείται πάντοτε μειοψηφικός εκ φύσεως και όποιος κι αν είναι ο αριθμός του, δηλαδή ως ένα υπο-σύστημα ή ως κάτι εκτός συστήματος».

Για τους Ντελέζ-Γκουαταρί, όμως, η παραπάνω σχέση μπορεί να πάρει και μια άλλη διάσταση και συνεχίζουν λέγοντας: «…αλλά, στο σημείο αυτό, όλα αντιστρέφονται. Διότι η πλειονότητα, στο μέτρο που αναλυτικά περιλαμβάνεται στον αφηρημένο γνώμονα, δεν είναι ποτέ κανείς, είναι πάντοτε ο Κανένας, ενώ η μειονότητα είναι το γίγνεσθαι όλου του κόσμου, το δυνητικό του γίγνεσθαι καθόσον αποκλίνει από το μοντέλο. Υπάρχει ένα πλειοψηφικό «γεγονός», αλλά είναι το αναλυτικό γεγονός του Κανενός, το οποίο αντιδιαστέλλεται προς το γίγνεσθαι-μειονότητα όλου του κόσμου. Γι’ αυτό πρέπει να διακρίνουμε: το πλειονοτικό ως ομογενές και σταθερό σύστημα, τις μειονότητες ως υπο-συστήματα, και το μειονοτικό ως δυνητικό γίγνεσθαι, δημιουργημένο και δημιουργικό. Δεν υπάρχει πλειονοτικό γίγνεσθαι, η πλειονότητα δεν είναι ποτέ γίγνεσθαι. Υπάρχει μόνο μειονοτικό γίγνεσθαι. Οι γυναίκες, όποιος και αν είναι ο αριθμός τους, είναι μειονότητα, ορίσιμη ως κατάσταση ή υποσύνολο· αλλά δεν δημιουργούν, παρά μόνο καθιστώντας δυνατό ένα γίγνεσθαι, το οποίο δεν είναι κτήμα τους, στο οποίο πρέπει οι ίδιες να εισέλθουν, ένα γίγνεσθαι-γυναίκα που αφορά τον άνθρωπο στο σύνολό του, τόσο τους άντρες όσο και τις γυναίκες».

Η φιγούρα της καθολικής μειονοτικής συνείδησης κινείται σε ένα έδαφος διαφορετικό από εκείνο της εξουσίας και της επιβολής. Η μειονοτική διάσταση, τα μειονοτικά γίγνεσθαι ενέχουν σημαντική απελευθερωτική δυναμική. «Είναι η διαρκής διαφοροποίηση που συνιστά το μειονοτικό γίγνεσθαι όλου του κόσμου, σε αντιδιαστολή προς το πλειονοτικό γεγονός του Κανενός. Με το να χρησιμοποιούμε πολλά μειονοτικά στοιχεία, να τα συνδέουμε, να τα συζεύγνουμε, μπορούμε να επινοήσουμε ένα ειδικό, απρόβλεπτο αυτόνομο γίγνεσθαι».

Με τους όρους [minor:mineur:ελάσσων] και [minoritarian:μειονοτικός] δεν περιγράφουν ομάδες ως προς το αριθμητικό τους σύνολο αλλά ως προς τον τρόπο δημιουργίας τους. Οι γυναίκες, για παράδειγμα, αποτελούν μια μειονότητα. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή υπάρχουν λιγότερες γυναίκες, αλλά επειδή ο κυρίαρχος όρος είναι εκείνος του «άνδρα». Επιπλέον, μία πλειονότητα χαρακτηρίζεται από μια σταθερή νόρμα. Υπάρχει μία εικόνα ή ένα ιδεώδες για τον άνθρωπο ή τον άνδρα, το οποίο έπειτα εξουσιάζει αναφορικά με το ποιός δύναται ή όχι να γίνει δεκτός, εξαιρουμένων όλων όσοι χαρακτηρίζονται ως μη ανθρώπινοι.

Οι μειονοτικές ομάδες, ωστόσο, δεν ακολουθούν μια βασική νόρμα. H ταυτότητα της ομάδας καθορίζεται από το κάθε νέο μέλος· Το φεμινιστικό κίνημα, για παράδειγμα, διερωτάται συνεχώς εάν υπάρχει τέτοιο πράγμα που λέγεται «γυναίκα». Μία ελάσσονα λογοτεχνία, επίσης, δεν ακολουθεί μία νόρμα αλλά δημιουργεί και μετασχηματίζει κάθε έννοια της νόρμας. Εάν θέλω να γράψω ένα κινηματογραφικό σενάριο που να μοιάζει ακριβώς στο δημοφιλές και οικονομικά επιτυχημένο έργο Star Wars (ακολουθεί το πνεύμα και την παράδοση του αμερικανικής επιστημονικής φαντασίας), τότε αυτό είναι ένα μείζων έργο. Εάν όμως σκοπεύω να γράψω ένα έργο, το οποίο οι κριτικοί ίσως ακόμα και να μην το αναγνωρίσουν ως έργο ή από το οποίο θα απαιτείται ο επαναπροσδιορισμός του κινηματογράφου, τότε δημιουργώ ένα ελάσσων έργο.

Για τους Ντελέζ και Γκουαταρί, ολόκληρη η «κλασική» λογοτεχνία είναι ελάσσονα λογοτεχνία, αρνούμενη κάθε  καθιερωμένη νόρμα  αναγνώρισης ή  επιτυχίας. Παρομοίως, μία αποτελεσματική πολιτική χαρακτηρίζεται από ένα μειονοτικό γίγνεσθαι, το οποίο δεν εξαρτάται από το ποιοι είμαστε, αλλά από το τι μπορούμε να γίνουμε.

  • Μονάδα:Monad

Πρόκειται για έναν όρο που ο Ντελέζ δανείζεται από τον Γερμανό φιλόσοφο Gottfried Wilhelm Leibniz (1646–1716). Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ως ένα σύνολο συσχετισμένων όρων: τα μόρια που συνθέτουν ένα φυτό ή τα σώματα που δημιουργούν μια κοινωνία. Αλλά κάθε αντιληπτό σύνολο σχέσεων δημιουργείται από μονάδες, οι οποίες είναι αυτόνομες ουσίες προγενέστερες όλων των σχέσεων. Κάθε μονάδα αντιλαμβάνεται το σύνολο του κόσμου από την δική της οπτική γωνία, δημιουργώντας τις δικές της αντιληπτές σχέσεις. Υπάρχουν, επομένως, τόσοι πολλοί κόσμοι όσες και μονάδες. H ζωή στο σύνολό της είναι απλώς το άθροισμα όλων των άπειρων αντιλήψεων ή κόσμων που ξεδιπλώνονται μέσω της εκάστης μονάδας.

Για τον Ντελέζ, η σπουδαιότητα αυτής της αντίληψης έγκειται σε δύο βασικούς όρους. Πρώτον, εάν η ζωή στο σύνολό της δημιουργείται από μονάδες, τότε η ζωή στο σύνολό της δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα αντιληπτικό επίπεδο —το φυτό αποτελείται από την αντίληψη της ζέστης, του φωτός και της  υγρασίας. Δεν υπάρχει καμία κοινή ή εκ Θεού ορώμενη οπτική που θα άφηνε στο περιθώριο έναν κόσμο, αλλά μόνο τους κόσμους των ανθρώπινων, μη ανθρώπινων, οργανικών ή ανόργανων μονάδων. Δεύτερον, αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ως προς τις σχέσεις από την δική μας οπτική γωνία —αντιλαμβανόμαστε το φως πάντα σε σχέση με τα οπτικά μας όργανα— αλλά τέτοιου τύπου σχέσεις δεν είναι ενδογενής. Υπάρχει η δύναμη του φωτός αυτού καθαυτού κι όχι απλά η σχέση μας προς αυτό. Η πραγματική σκέψη, κατά τον Ντελέζ, αποσκοπεί στο να συλλάβει όλες τις μη ανθρώπινες αντιλήψεις και δυνάμεις, πέρα από την δική μας οπτική γωνία.

  • Πολλαπλότητα:Multiplicity

Ως απλώς ειπείν, μία πολλαπλότητα είναι ένα σύνολο ή μία σύνδεση μερών. Ο Ντελέζ χρησιμοποιεί τον όρο με ποικίλους τρόπους, αλλά ενας εκ των πιο σημαντικών είναι η διάκρισή του μεταξύ εντεινόμενης και επεκτεινόμενης πολλαπλότητας, η οποία βασίζεται στην διάκριση μεταξύ εντεινόμενης κι επεκτεινόμενης διαφοράς.

Η επεκτεινόμενη διαφορά μπορεί να γίνει αντιληπτή καθώς ξεκινούμε από την επέκταση χωροταξικά διακριτών κι οριοθετημένων σημείων.  Εάν μπορούσαμε να παρατηρήσουμε όλα τα μέλη μιας οικογένειας που αναπαρίστανται σ’ ένα οικογενειακό δένδρο, κάθε ένας από τους οποίους θα ήταν ένας “Smith”, αυτό θα προσομοίαζε την επεκτεινόμενη πολλαπλότητα (του επωνύμου). Μία πολλαπλότητα αυτού του τύπου είναι πάντοτε μια πολλαπλότητα κάποιου ευδιάκριτου/ξεχωριστού, γενικευμένου και οριοθετημένου σώματος —τέτοιες πολλαπλότητες μπορούν να νοηθούν ως σύνολα πραγμάτων, σωμάτων, αριθμών, χαρακτηριστικών ή ειδών.

Εναλλακτικά, θα μπορούσαμε να ρίξουμε μια ματιά στις μικροσκοπικές, γενετικές, κοινωνικές, ιστορικές μεταλλάξεις και διαβαθμίσεις που υφίστανται αυτά τα σώματα, έτσι ώστε ένα γενετικό χαρακτηριστικό ενδεχομένως να συνέδεε δύο σώματα, να διαφοροποιούσε δύο άλλα και μεταλασσόταν σε ένα τρίτο σώμα. Η εντεινόμενη διαφορά δεν μπορεί να εντοπιστεί σε καθαρά και διακριτά σημεία· επίσης, διαφοροποιείται καθώς αυτο-εκφράζεται μέσα στο χρόνο.  Βρίσκεται πιο κοντά στον δυναμισμό, στην εξελισσόμενη και παροδική ρευστότητα της πραγματικής διαφοράς παρά στην χωροταξική, δομημένη κι οργανωμένη επεκτεινόμενη διαφορά. Μία εντεινόμενη πολλαπλότητα δεν είναι μια πολλαπλότητα ενός αναγνωρίσιμου συστήματος· είναι μία ουσιώδης πολλαπλότητα. Ό,τι είναι εν τέλει, είναι το αποτέλεσμα των συνδέσεων της (ή του πολλαπλού γίγνεσθαι).

  • Νομαδολογία: Nomadology

Η δυτική σκέψη, στο μεγαλύτερο μέρος της, έτεινε να λειτουργεί έχοντας ως αρχή της ένα σταθερό και δεδομένο αξίωμα: είτε το αξίωμα του άνδρα είτε του υποκειμένου της ανθρωπότητας. Ακόμη και πέρα από την ανθρώπινη σφαίρα, η ζωή καταφέρνει μέσα από τις σταθερές αντιλήψεις να δημιουργήσει ένα ον που αντιλαμβάνεται αλλά και γίνεται αντιληπτό, ένα εσωτερικό κι ένα εξωτερικό. Ο σκοπός της νομαδολογίας είναι να ελευθερώσει την σκέψη από μία καθιερωμένη οπτική ή κρίση. Η νομαδολογία επιτρέπει στην σκέψη να περιπλανιέται, να κινείται πέρα από κάθε αναγνωρισμένο έδαφος ή περιβάλλον, να δημιουργεί νέα «εδάφη».

  • Οιδιπόδειο: Oedipal

Η φροϋδική θεωρία σχετικά με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα λειτούργησε ως κλειδί για την ψυχαναλυτική μέθοδο. Εδώ, η είσοδος στη ζωή και στην ανθρωπότητα συμβαίνει όταν το παιδί εγκαταλείπει τη μητέρα, του οποίου το σώμα είναι στην αρχή ιδιαίτερα επιθυμητό, διότι εκείνη συναντά σ’ αυτό τις βιολογικές ανάγκες  της ζωής, αλλά στην συνέχεια γίνεται φαντασίωση καθώς ανταποκρίνεται στην όλη επιθυμία. Το παιδί μπορεί να αποβάλλει την επιθυμία από τη μητέρα υπό τον κίνδυνο του ευνουχισμού. Είναι η πατρική φιγούρα, ως σύμβολο της κοινωνικής δύναμης, η οποία αντιπροσωπεύει το νόμο που αποτρέπει την μητέρα. Το παιδί πρέπει ν’ απαρνηθεί την μητέρα του και να ταυτιστεί με την κοινωνική και φαλλική (η μη-μητρική) δύναμη του πατέρα.

Για τους Ντελέζ και Γκουαταρί, αυτό το οιδιπόδειο κατασκεύασμα είναι το αποκορύφωμα μιας δυτικής πολιτικής παράδοσης της στέρησης. Φανταζόμαστε ότι εισερχόμαστε στη κοινωνία και στο νόμο (το πεδίο του πατέρα ή του φαλλού) διότι αποκηρύξαμε ένα απαγορευμένο κι αδύνατο αντικείμενο (την μητέρα). Η επιθυμία μας καθίσταται οιδιπόδεια εάν φαντάζει ως ένα σημαίνον ή υποκατάστατο ενός απολεσθέντος αντικειμένου. Είμαστε οιδιπόδεια υποκείμενα εφόσον φανταζόμαστε τους εαυτούς μας αυτο-τιμωρούμενους ή αυτο-απαγορευόμενους για χάρη κάποιου καθολικού νόμου ή ενοχής. 

  • Σχιζοανάλυση: Schizoanalysis

Κατά την άποψη των Ντελέζ και Γκουαταρί, το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής σκέψης έχει οικοδομηθεί πάνω σε μια παρανοϊκή δομή. Οι ίδιοι αναφέρονται ακόμη και στην «παρανοϊκή κοινωνική μηχανή». Η παράνοια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την προβολή και το άκουσμα καταδιωκτικών φωνών. Συνήθως ακούμε τη φωνή του νόμου, της κοινωνίας, της συνείδησης ή του πατέρα (ή στον καπιταλισμό, την φωνή της κεφαλαιοαγοράς).

Η παράνοια έχει ερμηνευτικό χαρακτήρα: ρωτάμε πάντοτε τι σημαίνουν τα πράγματα, προσπαθώντας να εντοπίσουμε το νόμο, την αιτία ή την αρχή πίσω από τoυς συμβολισμούς. H παραδοσιακή ψυχανάλυση εντείνει απλώς αυτήν την τάση, ερμηνεύοντας όλα τα όνειρα και τις επιθυμίες μας ως μηνύματα προερχόμενα από την ένοχη συνείδησή μας. Έναντι αυτού, οι Ντελέζ και Γκουαταρί διακηρύσσουν τη «σχίζα» και την «σχιζοανάλυση». Αντί να επιστρέφουν όλες οι εικόνες κι οι επιθυμίες σ’ ένα απόκρυφο σημείο (όπως ο νόμος, ο Θεός, το υποκείμενο ή το «εγώ») η σχιζοανάλυση αποσυνδέει και καταστρέφει τις εικόνες για να τις αντιμετωπίσουμε ως μοναδικές ενέργειες. O νόμος, για παράδειγμα, θα συντίθεται από έναν σταθερά επιβλητικό τόνο της φωνής, μία υψηλή έκφραση, ένα ανδρικό σώμα, την τήβεννο του δικαστή κι ούτω καθεξής.  Η σχιζοανάλυση —εν αντιθέσει με την ψυχανάλυση—δεν εστιάζει  στις ψυχές ή ερμηνεύει τις επιθυμίες για να ανακαλύψει την ψυχή που μιλάει. Η σχιζοανάλυση εστιάζει στο πως η εικόνα της ψυχής, του εγώ ή του ατόμου έχουν συνδεθεί υπό το πρίσμα του προνομίου και της εναπόθεσης σε σταθερά μέρη του σώματος: το μυαλό που στοχάζεται, το μάτι που κρίνει, το αυτόνομο και λογικό  σώμα ή το επικριτικό στόμα.

  • Υπέρβαση: transcendence/Υπερβατικός: transcendental

O Deleuze κληρονόμησε αυτή τη λεπτή διάκριση από την γερμανική φιλοσοφική παράδοση, ειδικά από τον Immanuel Kant (1724-1804) και τον Edmund Husserl (1859–1938) εκ των οποίων και οι δύο, όπως κι ο Ντελέζ, θεωρούν ιδίους υπερβατικούς φιλοσόφους.

Η υπέρβαση, ή καλύτερα το υπερβατικό, είναι κάτι που αισθανόμαστε πέραν της συνειδήσεως ή της εμπειρίας. Βιώνουμε τον πραγματικό κόσμο ως υπερβατικό, ως άλλος «εμείς» ή ως κάτι εξωτερικό. Μια υπερβατική φιλοσοφία ή μέθοδος διερωτάται πως είναι δυνατή η υπέρβαση. Για παράδειγμα, μπορώ να έχω έναν πραγματικό ή έναν εξωτερικό κόσμο εάν προβώ σε μια διάκριση ανάμεσα στο τι εμφανίζεται σε μένα (αντιλήψεις και παρουσίες) και σ’ έναν κόσμο ο οποίος μου εμφανίζεται  (το αντιληπτό ή φαινομενικό αντικείμενο).

Τόσο ο Kant όσο κι ο Husserl, υποστήριξαν ότι ο υπερβατικός ή πραγματικός κόσμος «έξω από το εγώ» μπορούσε να προϋπάρχει κι εκεί έπρεπε να βρίσκεται η έννοια του «εγώ» (ή του υποκειμένου) από το οποίο διακρίθηκε ο πραγματικός κόσμος. Ο Ντελέζ υποστηρίζει κι αυτός ότι δεν θα έπρεπε απλώς ν’ αποδεχτούμε τον υπερβατικό ή εξωτερικό κόσμο (ή πραγματικότητα) ως σημείο εκκίνησης καθώς και ότι χρειάζεται να διερωτηθούμε πως αναδύεται κάτι τέτοιο όπως η διάκριση ανάμεσα στο μέσα και στο έξω (ή στο υποκείμενο και στο αντικείμενο).

Το σφάλμα της δυτικής σκέψης είναι το γεγονός πως ξεκινάει από κάτι που είναι ήδη υπάρχον, από κάποια υπέρβαση, από μια δεδομένη πραγματικότητα (όπως η ύλη, το υποκείμενο, ο Θεός ή η ύπαρξη/το ον). O Ντελέζ επιμένει ότι είναι ανάγκη να κατανοήσουμε πως η εμπειρία του κόσμου ως ενός πραγματικού κι εξωτερικού κόσμου είναι δυνατή: αυτή ακριβώς είναι μια υπερβατική προσέγγιση.

  • Υπερβατικός Εμπειρισμός: Transcendental Empiricism

Η μέθοδος του Ντελέζ είναι υπερβατική επειδή αρνείται να ξεκινήσει από οτιδήποτε δεδομένο (ή υπερβατικό), όπως η ύλη, η πραγματικότητα, ο άνδρας, η συνείδηση ή «ο κόσμος». Είναι, όμως, υπερβατικός, διότι επιμένει στο να ξεκινάει κανείς από το «πεπειραμένο» ή το «δεδομένο ως τέτοιο», δηλαδή που προέρχεται από την εμπειρία (ο εμπειρισμός φέρει ως αρχή του την έμφαση στην εμπειρία ως το σημείο εκκινήσεως μιας έρευνας, παρά σε ιδέες κι έννοιες). Ο εμπειρισμός είναι υπερβατικός επειδή, όταν ο Ντελέζ ξεκινάει από την εμπειρία, δεν ξεκινάει από την ανθρώπινη εμπειρία. Για τον Ντελέζ, η εμπειρία περιλαμβάνει την αντιληπτική ικανότητα των φυτών, των ζώων, των μικροβίων και όλων των ειδών μηχανών.

  • Εικονική διαφορά: Virtual difference

H διαφορά δεν πρέπει να νοηθεί ως κάτι το οποίο αναφέρεται σε ήδη διακριτά σημεία ή νοήματα. Η διαφορά ξεκινάει ως δημιουργία εντάσεων από τις εικονικές κατευθύνσεις. Πάρτε ως παράδειγμα τόσο την ζωή του ανθρώπου όσο και των ζώων: οφείλουν την καταγωγή τους στη ροή γενετικού υλικού, το οποίο έχει την τάση να αναπλάθεται από μόνο του σε ποικίλα είδη. Οι Ντελέζ και Γκουαταρί αναφέρονται σ’ αυτό, όπως στην «έντονη σπερματική διείσδυση» η οποία μετά πρέπει να υλοποιηθεί σε διευρυμένα σώματα. Ορισμένες τάσεις δεν θα λάβουν πραγματική υπόσταση. Είναι όλες τους  γενετικές αποτυχίες, απάτητα μονοπάτια και δυνατότητες μη υλοποιήσιμες.

Η δυτική σκέψη, ωστόσο, πάντοτε έδινε προνόμιο στην πολιτική του πραγματικού έναντι του δυνατού/πιθανού και το έκανε αυτό δίνοντας έμφαση στην ανθρώπινη ζωή όπως ήδη έχει εκδηλωθεί και οικοδομηθεί. Θεωρούμε ότι η πολιτική βασίζεται στον άνδρα και στο Κράτος και αδιαφορούμε για τις δυνάμεις που δημιούργησαν το Κράτος. Μόνον εάν συλλογιστούμε αυτές τις εικονικές ή ανεκπλήρωτες δυνατότητες μπορούμε να μετασχηματίσουμε το παρόν σ’ ένα πραγματικά καινούριο μέλλον.

Η πολιτική της δυνατότητας ή των εικονικών δυνάμεων της ζωής αποβλέπουν σ’ όλες αυτές τις μη πραγματοποιήσιμες τάσεις προκειμένου ν’ αναρωτηθούμε τι θα μπορούσαμε να γίνουμε (Hardt & Negri 1994). Θα στρέφαμε το βλέμμα μας μακριά από την εικόνα του Κράτους, ως μιας άμεσης έκφρασης του ποιοι είμαστε για τις μικροπολιτικές δυνάμεις: ποια είναι, λοιπόν, τα τυχαία γεγονότα που δημιούργησαν τη συγκεκριμένη εικόνα της ανθρώπινης ζωής; Και τι συμβαίνει με όλες αυτές τις εκδηλώσεις της ζωής που δεν υλοποιούνται από μόνες τους όπως ανθρώπινη ύπαρξη;

O Deleuze θεωρούσε τις σταθερά λογοτεχνικές εκφράσεις της μοχθηρίας, του κακού και της ανοησίας, ως πραγματικά ταραχοποιές για την καθημερινή μας κοινή λογική. Σε όλο το φάσμα της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας και της ζωής γενικότερα, είναι όλες τους, τύποι εκφράσεων που δεν έχουν αναγνωριστεί ως ουσιαστικά ανθρώπινες. Γιατί θα έπρεπε να εκλάβουμε τη σύγχρονη εικόνα του ορθολογικού πολιτικού παράγοντα ως μία έκφραση που να περιγράφει τι είναι η ανθρώπινη ζωή; Εάν παρατηρήσουμε όλες τις παράξενες, αποκλίνουσες και διαφορετικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής αρχίζουμε να διαισθανόμαστε, ότι οι εικονικές δυνάμεις είναι ικανές να μετασχηματίσουν τη ζωή προσπερνώντας το τι πραγματικά αυτή είναι, εστιάζοντας στο τι ενδέχεται να γίνει.

o-35871

Ακολουθούν

Πέρα από την αναπαράσταση και την δομή

Πολιτική της ζωής και θετική διαφορά

Ύφος και εμμένεια

«Κάνοντας φιλοσοφία»: διεπιστημονικότητα

Ιστορία της επιθυμίας

Αντίληψη, χρόνος, κινηματογράφος

Αναφορές

Understanding Deleuze
Claire Colebrook
National Library of Australia URL⇒https://seminario2012.files.wordpress.com/2012/02/colebrook-claire-understanding-deleuze.pdf ]

Φιλοσοφίες της ελευθερίας
Από τον Μαρξ και τον κλασικό φιλελευθερισμό ως τον Καστοριάδη, τον Foucault και τη δημοκρατία των κοινών
Αλέξανδρος Κιουπκιολής Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ

Δομισμός, μεταδομισμός και σπουδές φύλου
5.1. Βασικές αρχές του δομισμού

5.1.1. Δομισμός, μεταδομισμός και υποκειμενοποίηση
5.1.2. Διαφορές ανάμεσα στον δομισμό και τον μεταδομισμό
Τι είναι η φυσικοποίηση;

  • URL⇒ [https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/5726/1/%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF%205.pdf ]

Δομισμός, μεταδομισμός, το τρίτο «κύμα» του φεμινισμού και η επίδρασή τους στις Σπουδές φύλου και στις Λογοτεχνικές σπουδές

  • URL⇒
    [http://eclass.uth.gr/eclass/modules/document/file.php/SEAB113/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82/6.%20%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.pdf ]

Α.Π.Θ.

Μεταπτυχιακή εργασία: Ακριβόπουλος Ηλίας
ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΠΙΘΥΜΙΑ:

Η Κοινωνικοπολιτική οντολογία των Gilles Deleuze & Felix Guattari 

Θέσεις
Ο ΝΟΜΑΔΙΚΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ Ζ. ΝΤΕΛΕΖ
του Παναγιώτη Σωτήρη

Θέσεις
Γραμμές διαφυγής, μειονότητες, μηχανές πολέμου:
Μπορεί να υπάρξει μια Ντελεζιανή πολιτική;
του Παναγιώτη Σωτήρη

  • URL⇒
    [http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1339&Itemid=29]

«Μετανάστευση και λογοτεχνική γραφή: ορισμοί, διαδράσεις, εννοιολογικοί σχηματισμοί»

  • URL 
    [ https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/5226/1/Kef.%204.pdf ]

Χώρος και Περιθώριο
Πολυτεχνείο Κρήτης Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Ιούλιος 2013

  • URL⇒
    [http://www.greekarchitects.gr/site_parts/doc_files/89.14.01.pdf]
Advertisements