Μαντώ Μαυρογένους (1796-1840)

στις

Στο εξώφυλλο: Η Μαντώ Μαυρογένους σε λιθογραφία του Adam Friedel

Την 8η Οκτωβρίου 1822, ο Οθωμανικός στόλος απέπλευσε από την Κρήτη για να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Περνώντας ανάμεσα από τα νησιά των Κυκλάδων αγκυροβόλησε στο λιμάνι της Σύρου, όπου οι Έλληνες καθολικοί κάτοικοι έσπευσαν να προσκυνήσουν, απορρίπτοντας την πρόταση των Ορθοδόξων συμπολιτών τους να πολεμήσουν τον κοινό εχθρό. Την ίδια ημέρα δύο Αλγερινά μπρίκια προχώρησαν με αργό ρυθμό προς την παραλία της Μυκόνου. Εκεί όμως δεν υπήρχαν Φραγκεμένοι Έλληνες, αλλά Έλληνες πού κράτησαν την Ορθόδοξη πίστη τους στο πέρασμα των αιώνων και ήσαν αποφασισμένοι να πολεμήσουν τον Αγαρηνό. Στη Μύκονο υπήρχε και η Μαντώ Μαυρογένους.

Μόλις φάνηκαν τα εχθρικά πλοία στον ορίζοντα της Μυκόνου, άρχισαν να κτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών με αποτέλεσμα να συρρεύσουν στο λιμάνι εκατοντάδες Μυκονιάτες. Από εκεί παρατήρησαν τίς βάρκες πού κατέβηκαν από τα εχθρικά μπρίκια και μετέφεραν ένοπλους Αλγερινούς σε μία ακτή μακριά από το λιμάνι. Η πρόθεση των Αλγερινών ήταν η αρπαγή τροφίμων, γυναικών και η λεηλασία. Οι Μυκονιάτες, από τον καιρό ακόμα τού Μπαρμπαρόσα, γνώριζαν τούς Αλγερινούς πειρατές και τούς έτρεμαν αφού οι ληστές της θάλασσας ανέκαθεν αποτελούσαν μάστιγα για όλα τα νησιά τού Αιγαίου Πελάγους. Τώρα όμως ήταν αποφασισμένοι να κτυπήσουν τούς ληστές, οι οποίοι βγήκαν στην παραλία με τίς γυμνές χατζάρες και τα βραχύκαννα τρομπόνια τους. Η Μαντώ (Μαγδαληνή) Μαυρογένους ήταν η πρώτη πού εμψύχωσε τούς κατοίκους της Μυκόνου και τούς προέτρεψε να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. Οι άνδρες τού νησιού, βλέποντας μία νεαρή και όμορφη γυναίκα να ηγείται τού αγώνα, έσπευσαν να την μιμηθούν.

«Η Μαντώ είναι ο ωραιότερος καρπός τού δοξασμένου δένδρου των Μαυρογένηδων, μιας από τίς ιστορικότερες οικογένειες τού Φαναρίου, μιας ολόκληρης μπορούμε να πούμε βυζαντινής δυναστείας, πού συγγένευε και με το δούκα και ναύαρχο της Βενετίας Φραγκίσκο Μοροζίνη (θεωρείται ότι είχε Eλληνικές ρίζες). Η αρχική τους καταγωγή, κρατούσε από την Εύβοια. Κατα το 1672 ο βεζίρης της Χαλκίδος τούς δήμευσε την περιουσία αποτελούμενη από απέραντα τσιφλίκια. Από εκεί κατέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πρώτος Μαυρογένης εξελέγη Ναυτικός Διερμηνεύς της Πύλης. Οι περισσότεροι των Μαυρογένηδων ήταν μεγάλοι τιτλούχοι διορισμένοι από την Υψηλή Πύλη επί ένα σχεδόν αιώνα ως ηγεμόνες ή βοεβόδες. Την τιμή αυτή οι περισσότεροι την πλήρωσαν με τη ζωή τους.

Η Μαντώ είναι κόρη τού Νικολάου Δημ. Μαυρογένη, εξοχότατου Σπαθάρη και ανεψιού τού μεγάλου Οσποδάρου, ηγεμόνος της Μολδοβλαχίας, γνωστού στην ιστορία για την πολιτική και τη στρατηγική του αξία, για τα πατριωτικά του ευεργετήματα και για τον αποκεφαλισμό του στη Βελίνα της Βουλγαρίας επί Σελίμ τού Γ’ το 1790, ύστερα από ένδεκα έτη εντιμότατης υπηρεσίας στην Αυλή Βλαχίας και Μολδαβίας.

Μετά την πτώση τού μεγάλου Οσποδάρου (ηγεμόνα) της Μολδοβλαχίας και τον τραγικό του αποκεφαλισμό, ο πατέρας της Μαντούς, φοβούμενος την έχθρα τού τρομερού μεγάλου βεζίρη Ρουχτσουκλή Χασάν πασά, καταφεύγει στην Βιέννη για να σώσει το κεφάλι του. Εκεί όμως αισθάνεται μίαν ανελεύθερη ατμόσφαιρα να τον περιβάλλει, γεμάτη σκευωρίες από την Αυστριακή πολιτική. Κατεβαίνει το 1792 στην Τεργέστη όπου υπήρχε τότε ακμάζουσα Ελληνική παροικία και εγκαθίσταται με την οικογένειά του. Εκεί επιδίδεται στο εμπόριο. Παρ’ όλο πού οι Τούρκοι τού έχουν δημεύσει αρκετό μέρος της περιουσίας του, ο Νικόλαος Μαυρογένης είναι πλουσιότατος. Κατέχει σπίτια στη Χίο, στη Σμύρνη, στην Αγία Πετρούπολη καθώς και μεγάλα κτήματα στην Πάρο και Μύκονο.

Madon_Daughter_of_Nicolas_Mavrogyeny_Friedel_Adam_1830_wkipedia

Την Τεργέστη είχε τότε ως βάση των πολεμικών επιχειρήσεων ο θαλασσομάχος Λάμπρος Κατσώνης. Ο Νικόλαος Μαυρογένης μυστικά τον δανείζει 20.000 γρόσια καθώς αναφέρουν τα εμπορικά του βιβλία. Ο πρώην σπαθάρης φροντίζει συγχρόνως να δώσει εγκυκλοπαιδική μόρφωση στα παιδιά του. Έχει τρείς γιούς και δύο θυγατέρες από το γάμο του με τη Μυκονιάτισσα αρχόντισσα, σπαρτιατικής καταγωγής, τη Ζαχαράτη Χατζή Μπάτη, γυναίκα γλωσσομαθή πού τού κρατάει τα εμπορικά του κατάστιχα.

Η Μαντώ είναι η μικρότερη κόρη τους. Πολύ νωρίς οι καθηγηταί της θαυμάζουν ανεπιφύλακτα την πνευματική της υπεροχή και τη βαθυστόχαστη σκέψη της. Από τα 13 της χρόνια είναι θρεμμένη με τα τραγούδια τού Ρήγα, με τούς στίχους τού Σελλεϋ, με τίς ζωντανές παραδόσεις τού εθνικού και τού οικογενειακού της μαρτυρολογίου. Παρευρίσκεται στις συνελεύσεις των Ελλήνων πού συγκεντρώνονται στο σπίτι τού πατέρα της. Έχει εξαιρετική μόρφωση. Μιλά άπταιστα τη μητρική της γλώσσα, την ιταλική, τη γαλλική και την τουρκική.

Κατά το 1812 βρίσκουμε τη Μαντώ στην Τήνο όπου είχε εγκατασταθεί και ένας της αδελφός ο Γεώργιος Μαυρογένης. Μένει κοντά σ’ έναν σεβάσμιο ιερέα και συγγενή της, τον παπά Μαύρο. Ο πατέρας της πεθαίνει από δηλητηρίαση και η Μαντώ μένει πολύ νωρίς ορφανή. Ο παπά Μαύρος της παραστέκει σαν φιλόστοργος πατέρας. Επιμελείται την ανατροφή της, της αναπτύσσει το θρησκευτικό μαζί με το πατριωτικό της αίσθημα.

Στη γαλήνια εκείνη γωνιά τού Αιγαίου, φθάνουν όπως χρόνια τώρα κάθε ημερα, τα θλιβερά μαντατα για διωγμούς, σφαγές, προδοσίες, για τα πάνδεινα μαρτύρια των Χριστιανών. Και η Μαντώ χύνει πύρινα δάκρυα, σαν άλλη Μαντώ, προφητική θυγατέρα τού Τειρεσίου, πού από το πολύ της κλάμα για τη δυστυχία της πατρίδας της, γέμισε καθώς λέει ο θρύλος μία λίμνη δάκρυα στη Μικρασία.» (Μαντώ Μαυρογένους – Αθηνάς Ταρσούλη)

Η Μαντώ Μαυρογένους είχε γεννηθεί στην Trieste (Τεργέστη) το 1796. Στην Ιταλική αυτή πόλη ήταν εγκατεστημένος ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, ο οποίος έλκυε την καταγωγή του από το Φανάρι της Πόλης. Ο θείος και συνονόματος τού πατέρα της Νικόλαος Μαυρογένης είχε διατελέσει δραγουμάνος τού Οθωμανικού στόλου και ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας. Το 1770 είχε συνοδεύσει το ναύαρχο Τζεζάρλη Χασάν πασά με το στόλο του πού είχε εκστρατεύσει στην Πελοπόννησο για να καταστείλει την επανάσταση των Oρλωφικών.

Στίς παραμονές τού αγώνα, η θυγατέρα τού Μαυρογένη βρισκόταν στην Τηνο με τον πνευματικό της πατέρα τον Φιλικό παπα – Μαύρο, ο οποίος την μύησε στο μυστικό της Φιλικής Εταιρίας. Στη συνέχεια μετακόμισε στη Μύκονο, όπου άναψε τη φωτιά της επανάστασης στο νησί με τούς πύρινους λόγους της αλλά κυρίως με την μεγάλη περιουσία της. Η Μαντώ θά διέθετε εξ ολοκλήρου την περιουσία της για τίς ανάγκες τού αγώνα, μισθώνοντας αμέσως με την κήρυξη της επανάστασης, δύο τσερνίκια με πεζοναύτες και κανόνια. Οι καπετάνιοι των πλοίων Νικοκλής και Αζορβάς ενώθηκαν με το στόλο τού Τομπάζη από την πρώτη κιόλας εξόρμηση τού Ελληνικού στόλου.

Το 1822, η Μαντώ από την πώληση των κοσμημάτων της εξόπλισε ακόμη ένα μπρίκι τού Μαρκάκη Νιόρδου με πλήρωμα 65 ανδρών το οποίο και τροφοδοτούσε για ένα χρόνο. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδος και έφθασε μέχρι τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου καθημερινά έφθαναν γράμματα της με τα οποία απηύθυνε εκκλήσεις βοηθείας κυρίως στις ευγενείς κυρίες των Παρισίων:

«Μιά κόρη απλή πού ανετράφη σ’ ένα βράχο και μεγάλωσε στη θλίψη αναπνέουσα τον πατριωτισμό, θα ακουσθή άραγε από ένα πλήθος γυναικών βυθισμένων στις απολαύσεις της ζωής, στην πολυτέλεια, στις χαρές της τέχνης και τού πολιτισμού; Και δεν κινδυνεύω να γελοιοποιηθώ, άν μιλήσω για την επαναστατημένη ηρωϊκή μου πατρίδα σε γυναίκες πού δεν ασχολούνται παρά μόνο με τίς επαναστάσεις της μόδας;

Δεν δυσκολεύομαι να σάς ομολογήσω ότι λαχταρώ για μια ημέρα μάχης, όπως εσείς στενάζετε ύστερ’ από ένα χορό. Έχετε καθηγητάς τού χορού, της μουσικής, τού τραγουδιού, εγώ δεν έχω παρά τη φύση και ένα σοφό για δασκάλους μου. Ο πατριωτισμός είναι για σάς ένα αίσθημα ενοχλητικό, στο άκουσμά του θα σάς πιάνει πονοκέφαλος.

Οι αιώνες της τυραννίας μάς έχουν εντελώς εξαντλήσει οικονομικώς. Ο ηρωϊσμός δεν ωφελεί όταν στερείται τ’ απαραίτητα οργανικά μέσα για να εκδηλωθή, χρήμα, όπλα, πυρομαχικά, τροφή, ενδύματα. Και αν τολμώ να επικαλεσθώ τη συμπάθειά σας, σκοπός μου είναι η εξασφάλιση ενός ασύλου για τα κατατρεγμένα γυναικόπαιδα στην Εύβοια.

Απαρνήθητε τας απολαύσεις τού πολιτισμού, απεσπάσθητε από τας οικογενείας σας, από τούς φίλους σας και ήλθετε να αντιμετωπίσετε τούς κινδύνους φρικτού θανάτου και να συντρέξετε λαόν πτωχών σκλάβων.

Ίδετε τον πόλεμον περιφέροντα την φρίκην τού θανάτου εις τας ερήμους πεδιάδας μας. Ίδετε το πένθος των οικογενειών εις τας ερημωθείσας πόλεις. Εδώ μητέρα ολοφυρομένην υιόν πεσόντα εις την μάχην ή θυγατέρα ατιμασθείσα και αχθείσαν εις την δουλείαν, εκεί θλιβεράν σύζυγον, καθήμενη εις το κατώφλιον της θύρας της, με δακρυσμένα μάτια και αναμένουσα τον αγαπημένο της, τον οποίον είδε να απομακρύνεται την πρωΐαν πάνοπλον. Δεν θα επανέλθει πλέον. Οι Τούρκοι τον έσφαξαν.»»

Αντίστοιχες εκκλήσεις προς τους φιλέλληνες της Ευρώπης έγραψαν η Ειρήνη Μιαούλη, η Μαρία Τομπάζη, η Ελένη Σαχίνη, η Ευανθία Καΐρη και πολλές άλλες. Μετά την σφαγή της Χίου, η Μαντώ αγόρασε όπλα, τα οποία μοίρασε σε όλους τούς κατοίκους της Μυκόνου, ώστε να μην βρεθούν άοπλοι και έχουν την ίδια μοίρα με τούς άτυχους Χιώτες.

Η Μαντώ γνώρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη και απέκτησαν πολύ στενές σχέσεις, κάτι για το οποίο η συντηρητική κοινωνία της εποχής την κατέκρινε. Ίσως και αυτός να είναι ο λόγος για τον οποίο έχουν διασωθεί περισσότερες αναφορές για την Μαντώ Μαυρογένους από ξένους παρά από Έλληνες. Ο Francois Pouqueville, ο Maxim Raybaud, ο Ginouvier και ο Δανός Friedel της αφιέρωσαν πολλές αναφορές και αρκετές λιθογραφίες. Ο Blancard δημοσίευσε τη βιογραφία της με τίτλο «Les Mavroyeni«.

«Ξημέρωνε η 22α Οκτωβρίου 1822. Από τ’ ανατολικά της Μυκόνου προς την βραχώδη νησίδα «Σταπόδια», φάνηκε απ’ τον ορίζοντα ο Οθωμανικός στόλος τού Καπουδάν πασά, ερχόμενος από τη Σούδα. Οι φρουροί πού αγρυπνούσαν μερόνυχτα, στο ψηλότερο μέρος τού νησιού, έδωσαν αμέσως το σινιάλο τού κινδύνου.

Ο εχθρικός στόλος στρέφοντας πλώρη τώρα ολόισια προς την Τήνο γέμιζε με τα καράβια του το ανάμεσα σε Τήνο και Μύκονο πλατύ κανάλι. Μια Αλγερινή γαλέρα πλέει σε πολύ μικρή απόσταση σχεδόν ξυστά από τη Μύκονο, με πρόθεση επιθετική. Έχουν σωθεί οι τροφές τους κι’ οι Αφρικανοί θέλουν να λεηλατήσουν τα κοπάδια τού νησιού. Ο πληθυσμός περίτρομος κακά προμαντεύει. Τα νησιώτικα παλληκάρια όμως με τη Μαντώ επί κεφαλής ανοίγουνε τουφέκι κατ’ επάνω της. Μεσ’ από πολεμικά τραγούδια, κατάρες και βρισιές για τον προφήτη, τούς στέλνουν βροχή τίς σφαίρες.

Διακόσιοι Τούρκοι και Αλγερίνοι με την πράσινη σημαία τους, σαν μαινόμενα λιοντάρια επιχειρούν απόβαση κι’ ορμούν να κατασπαράξουν τούς Μυκονιάτες, φωνάζοντας σα δαιμονισμένοι.

– «Αλλάχ, Αλλάχ, Μωχάμετ. Θάνατο στους γκιαούρ!»

Η Μαντώ με όλα τα παλληκάρια της ορμάει ακάθεκτη αναμεσά τους. Οι εχθρικές σφαίρες τη βάζουν στόχο. Μα εκείνη, αψηφώντας το θάνατο, ορθώνεται γιγάντια με το σπαθί υψωμένο και κτυπάει αλύπητα τον εχθρό. Ύστερα από λυσσώδη αγώνα οι Αφρικανοί σκορπίζονται, φεύγουν νικημένοι προς τη θάλασσα σαν πνεύματα τού σκότους μπρος στην πύρινη ρομφαία ενός Αρχαγγέλου.

Αφήνουν πίσω 17 νεκρούς και 60 πληγωμένους και πολλά πυρομαχικά. Και ως βλέπει η Μαντώ στα πόδια της το κεφάλι τού μαύρου αρχηγού τους, φωνάζει θριαμβευτικά υψώνοντας τη σημαία:

– «Νίκη στο Σταυρό μας, τιμή και δόξα στους γενναίους μας!»» (Μαντώ Μαυρογένους – Αθηνάς Ταρσούλη).

Στις 22 Φεβρουαρίου 1823, η Μαντώ στρατολόγησε 1000 Μυκονιάτες, υποθηκεύοντας κοσμήματα της μητέρας της, παρά τη θέληση της τελευταίας, η οποία δεν μπορούσε να κατανοήσει το πνεύμα της νέας Πενθεσίλειας και διαρκώς την επέπληττε.

«Κόρη μου έχεις ξοδέψει ένα μιλιούνι γρόσια, δεν έχουμε τίποτα πιά. Το σεντούκι άδειασε».

– «Μητέρα, να χρεώσεις την πατρίδα. Αν κερδίσουμε στον μεγάλον τούτο αγώνα, η πατρίδα δεν θα φανεί άδικη».

– «Κόρη μου ένα σού λέω. Θα απομείνεις έρημη και μόνη στους πέντε δρόμους.»

Η Μαντώ Μαυρογένους έφθασε με τον μικρό στρατό της στην Κάρυστο, όπου της έγινε μεγαλοπρεπής υποδοχή από τον λαό και τον κλήρο της Εύβοιας. Φορούσε ανδρική περιβολή, στο κεφάλι χρυσό καλπάκι και έναν αδαμαντοκόλλητο σταυρό τού αγίου Βλαδιμήρου, οικογενειακό κειμήλιο, ενώ στο πλευρό της είχε κρεμασμένο το σπαθί της Αικατερίνης της Ρωσίας, το οποίο η αυτοκράτειρα είχε χαρίσει στον πατέρα της.

Η μάχη των Ελλήνων κατά τού πανίσχυρου Ομέρ μπέη της Καρύστου δεν στέφθηκε με επιτυχία και η Μαντώ έφυγε από την Εύβοια συνεχίζοντας να πολεμά στο Πήλιο και στην Φθιώτιδα ηλεκτρίζοντας τα μαχόμενα παλληκάρια, μεταδίδοντάς τους ανδρεία και θάρρος ακατάβλητο. Ένας νέος πού ήταν ερωτευμένος μαζί της, ο Υάκινθος Μπλάκαρης σκοτώθηκε πολεμώντας στο πλευρό της, προστατεύοντάς την από τίς εχθρικές σφαίρες. Η Μαντώ είχε πολλούς θαυμαστές Έλληνες και ξένους, οι οποίοι προσπαθούσαν να κερδίσουν την καρδιά της. Σε όλους απαντούσε ότι την καρδιά της θα την δώσει μόνο σε ελεύθερο Έλληνα δοσμένο ολόψυχα στον αγώνα για την ανεξαρτησία της πατρίδος του, «un homme occupe de la gloire de son pays«.

Πηγή: http://www.agiasofia.com/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s