Ο Οράτιος Κόκλης (Horatius Cocles)

στις

Ο Οράτιος Κόκλης σε έργο του Hendrick Goltzius 1586_wikipedia

Περί το έτος 510 π.Χ (χρονολόγηση του Μάρκου Τερέντιου Βάρρονα) οι Ρωμαίοι εξόρισαν τον βασιλέα Λεύκιο Ταρκήνιο (επονομαζόμενος και Ταρκήνιος ο Υπερήφανος) και με εμπνευστή τον Λεύκιο Ιούνιο Βρούτο, εγκαθίδρυσαν καθεστώς Δημοκρατίας με δύο Υπάτους, ενώ μετά τον θάνατο του Βρούτου, ηγέτης των Ρωμαίων ανεδείχθη ο Πόπλιος Βαλέριος. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο, ο Ταρκήνιος συμμάχησε με τον Ετρούσκο βασιλέα Πορσήννα του Γλουσίου (σύγχρονη Chiusi) ο οποίος προσβλέποντας στην κατάκτηση της Ρώμης, παρά την αποκατάσταση του Ταρκηνίου, βάδισε εναντίον της. Οι πληροφορίες του Λίβιου δεν απέχουν από την πραγματικότητα, αφού το όνομα Πορσήννας, προέρχεται από την Ετρουσκική λέξη purthne η οποία σημαίνει «ανώτατος δικαστής».

O Οράτιος Κόκλης ήταν Ρωμαίος ήρωας του 6ου αιώνα π.Χ, ο οποίος υπερασπίστηκε την Σουμπλικία (Sublician) γέφυρα (γέφυρα του Τίβερη) εναντίον του Πορσήννα και ολόκληρου του Ετρουσκικού στρατού, αρχικά με δύο συντρόφους και τελικά μόνος του, δίνοντας έτσι στους Ρωμαίους τον χρόνο να καταστρέψουν την γέφυρα και κατόπιν βούτηξε στον ποταμό Τίβερη κολυμπώντας στην αντίπερα όχθη, με τις εκδοχές να διαφέρουν ως προς το κατά πόσον μπόρεσε να φθάσει ασφαλής, ή πνίγηκε.

Ο μύθος προέκυψε πιθανώς από αρχαίο άγαλμα που βρέθηκε στον ναό του θεού Βούλκαν (Vulcan= ο θεός Ήφαιστος των Ρωμαίων) και αναπαριστούσε μονόφθαλμο άνδρα (Κόκλης σημαίνει «μονόφθαλμος»). Οι αρχαίοι ισχυρίζονταν ότι αντιπροσώπευε τον πληγωμένο Κόκλη, αλλά ίσως να είναι άγαλμα του θεού, ο οποίος ήταν κουτσός και παραδοσιακά σχετιζόταν με τους Κύκλωπες (μονόφθαλμος). Η ιστορία αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Έλληνα ιστορικό Πολύβιο τον 2ο αιώνα π.Χ.

1280px-Le_Brun,_Charles_-_Horatius_Cocles_defending_the_Bridge_-_Google_Art_Project
Ο Οράτιος Κόκλης υπερασπιζόμενος την γεφυρα σε πίνακα του Charles Le_Brun_Google_Art_Project_wikipedia

Τίτος Λίβιος

Στο κείμενο που ακολουθεί ο ιστορικός Τίτος Λίβιος περιγράφει με γλαφυρότητα την ηρωική πράξη του Οράτιου Κόκλη:

«Με την εμφάνιση του εχθρού οι Ρωμαίοι κατέφυγαν έντρομοι στην πόλη προκειμένου να προφυλαχθούν. Τα ευάλωτα τμήματα επανδρώθηκαν από στρατιώτες, ενώ τα τείχη και ο Τίβερης θεωρείτο ότι παρείχαν επαρκή προστασία. Εκείνη την αξέχαστη ημέρα ο εχθρός θα τους εξωθούσε πέρα από την Σουμπλικία γέφυρα αν δεν υπήρχε ο Οράτιος Κόκλης, ο οποίος για καλή τύχη της Ρώμης υπήρξε το προπύργιό της.

Έτυχε να είναι σε επιφυλακή στη γέφυρα όταν είδε να καταλαμβάνεται ο λόφος Janiculum (ο υψηλότερος λόφος της Ρώμης) από μια ξαφνική επίθεση και ο εχθρός να ξεχύνεται προς το ποτάμι, ενώ οι δικοί του άνδρες, να τρέχουν πανικόβλητοι εγκαταλείποντας τις θέσεις τους και ρίχνοντας μακριά τα όπλα τους. Αφού έψεξε τον έναν μετά τον άλλο για τη δειλία τους, προσπάθησε να τους σταματήσει επικαλούμενος ακόμη και τα θεία, λέγοντας ότι ήταν μάταιο να αναζητήσουν ασφάλεια στην φυγή αφήνοντας την γέφυρα αφύλακτη, διότι πολύ σύντομα θα υπήρχαν περισσότεροι εχθροί στον Παλατινό λόφο και το Καπιτώλιο απ’ ότι στον Janiculum.

Έτσι τους φώναξε να καταστρέψουν την γέφυρα χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε πρόσφορο μέσο, ενώ την ίδια στιγμή προχώρησε προς την είσοδο της γέφυρας για να τους αντιμετωπίσει. Ανάμεσα στους φυγόμαχους και τους Ετρούσκους, στεκόταν αυτός κοιτάζοντας τον αντίπαλο κατάματα οπλισμένος και έτοιμος για μάχη σώμα με σώμα. Ο εχθρός ήταν έκπληκτος με το υπερφυσικό του θάρρος. Μόνο δύο άνδρες έμειναν να πολεμήσουν μαζί του ο Σπούριος Λάρτιος (Spurius Lartius) και ο Τίτος Ερμίνιος (Titus Herminius) αμφότεροι γνωστοί για την γενναιότητα και το θάρρος τους.

Με αυτούς απέκρουσε το πρώτο θυελλώδες κύμα επίθεσης. Στη συνέχεια και ενώ απέμενε μόνο ένα μικρό τμήμα της γέφυρας πριν την κατεδάφιση, οι στρατιώτες που ασχολούνταν με την καταστροφή της γέφυρας φώναξαν να υποχωρήσουν. Κοιτάζοντας γύρω με μάτια σκοτεινά και γεμάτα οργή κατά των Ετρούσκων, τους προκάλεσε σε μάχη κατηγορώντας τους ως σκλάβους του τυράννου βασιλέα.

Εκείνοι φάνηκε να δίστασαν για λίγο, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον περιμένοντας κάποιον να κάνει το πρώτο βήμα. Τελικά ξεθάρρεψαν και με μία κραυγή όρμησαν από όλες τις πλευρές εξακοντίζοντας τα ακόντιά τους στον μοναχικό αντίπαλο. Αυτός τους απέκρουσε προτάσσοντας την ασπίδα και με ακλόνητη θέληση παρέμεινε στην θέση του με τα πόδια καρφωμένα στην γέφυρα. Οι Ετρούσκοι ενώ προσπαθούσαν να τον απωθήσουν, ξαφνικά αισθάνθηκαν την συντριβή της γέφυρας και ακούγοντας την ζητωκραυγή που αναφώνησαν οι Ρωμαίοι βλέποντας να ολοκληρώνεται η κατεδάφιση, σταμάτησαν την επίθεση και καταλήφθηκαν από πανικό.

Τότε ο Κόκλης είπε: «Τιβερίνε, άγιε Πατέρα, προσεύχομαι σ’ εσένα να ευνοήσεις αυτά τα όπλα και τον πολεμιστή που τα φέρει.» Έτσι πάνοπλος, πήδησε στον ποταμό Τίβερη και παρόλη την βροχή ακοντίων και βελών εναντίον του κολύμπησε απέναντι με ασφάλεια στους φίλους του………..μια πράξη τόλμης, γενόμενη από αυταπάρνηση παρά για λόγους υστεροφημίας.

Το κράτος έδειξε την ευγνωμοσύνη του για το θάρρος του ανεγείροντας ανδριάντα στο Comitium και παραχωρώντας του τόση γη όση μπορούσε να οργώσει ένα άροτρο σε μία ημέρα. Εκτός από την δημόσια τιμήν, οι πολίτες ατομικά εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους, προσφέροντας θυσίες προς τιμήν του.

Έτσι παρουσιάζεται το συμβάν από τον Λίβιο και πιθανόν να ισχύει, αφού τα ονόματα Spurius Lartius και Titus Herminius ήσαν υπαρκτά στις αρχές του 5ου αιώνα και η ατομική μάχη εξέλιπε ως τακτική από τις πολεμικές επιχειρήσεις 4ο αιώνα.

Πολιορκία της Ρώμης από τους Ετρούσκους κάτω Lars Porsena. Αυτή η κινούμενη απεικόνιση δείχνει τις φάσεις της μάχης, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας της γέφυρας από Horatius.
Πολιορκία της Ρώμης από τους Ετρούσκους . H κινούμενη απεικόνιση δείχνει τις φάσεις της μάχης, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας της γέφυρας από Οράτιο Κόκλη_wikipedia.

Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς

Η στάση του Οράτιου στην γέφυρα καταγράφηκε και από τον Έλληνα ιστορικό Διονύσιο της Αλικαρνασσού, όπου στο έργο του Ρωμαϊκή Αρχαιολογία το οποίο διαιρείται σε είκοσι βιβλία, περιγράφει την ιστορία της αρχαίας Ρώμης. Η αναφορά του στον Οράτιο Κόκλη (κεφ. V 1-39) έχει ως εξής:

«Οι Herminius και Lartius, άρχισαν να υποχωρούν σταδιακά αφού τα αμυντικά όπλα τους κατέστησαν σχεδόν άχρηστα από τα συνεχή χτυπήματα που έλαβαν. Κάλεσαν τον Οράτιο να υποχωρήσει αλλά αυτός αντιλαμβανόμενος την τακτική ανάγκη να μην επιτρέψει στον εχθρό να διασχίσει την γέφυρα παρέμεινε στην θέση του, λέγοντάς τους να πουν στους υπολοίπους να γκρεμίσουν την γέφυρα. Οι εχθροί τον θεώρησαν τρελό και αποφασισμένο να αυτοκτονήσει παίρνοντας μαζί του όσους περισσότερους μπορούσε, αφού τον είδαν να καλύπτεται πίσω από τα πτώματα αυτών που είχε σκοτώσει. Αυτός συνέχισε να ανταποδίδει τα εχθρικά χτυπήματα και τελικά κάποια στιγμή τραυματίστηκε χτυπημένος από βέλος στον γλουτό, ακούγοντας ταυτόχρονα μια κραυγή, προερχόμενη από την άλλη άκρη ότι η γέφυρα γκρεμίζεται. Τότε βούτηξε στο ποτάμι και κολύμπησε στην απέναντι όχθη σώος και αβλαβής.»

Η ηρωική πράξη του Οράτιου σταμάτησε την Ετρουσκική επίθεση, αναγκάζοντας τον Πορσήννα, να στραφεί σε παρατεταμένη πολιορκία της Ρώμης, η οποία τελικά κατέληξε σε σύναψη ειρήνης, αφήνοντας την πόλη άθικτη.

Πηγές

Emmy Πάτση-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας» εκδόσεις Χάρη Πάτση, 1969

Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς «Ρωμαϊκή Αρχαιολογία»

Τίτος Λίβιος «Ιστορία της Ρώμης»

livius.org

Advertisements

Ένα Σχόλιο Προσθέστε το δικό σας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s