Νικηταράς ο Τουρκοφάγος (Νικήτας Σταματελόπουλος)

Γεννήθηκε στην Νέδουσα (Μεγάλη Αναστάσοβα) Μεσσηνίας το 1787 αλλά καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκα της Φαλαισίας (Ν. Αρκαδίας). Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Τουρκολέκας και μητέρα του η Σοφία Καρούτσου, αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Λόγω της καταγωγής του υπέγραφε με το όνομα Τουρκολέκας ή Τουρκολακιώτης,  το δε επώνυμο Σταματελόπουλος προέκυψε από το όνομα του πατέρα του Σταματέλος.

Ο Νικηταράς υπήρξε μαθητής του καπετάν Ζαχαριά (Ζαχαρίας  Μπαρμπιτσιώτης). Ο Ζαχαριάς μπορεί να έφυγε από τη ζωή αλλ’ άφησε πίσω του φύτρα από τη σπορά που έκανε. Υπήρξε ο δάσκαλος της Κλεφτουριάς και κορυφαίοι πολεμιστές του ‘21 όπως ο Μητροπέτροβας, ο Κολοκοτρώνης,  ο Νικηταράς  και άλλοι  υπήρξαν μαθητές του.

Ο Ζαχαρίας  Μπαρμπιτσιώτης γεννήθηκε  στην Μπαρμπίτσα στις 22 Οκτώβρη του 1759 από την οικογένεια Παντελάκου. Τον πατέρα του τον λέγανε Θοδωρή. Το 1775, οι Τούρκοι έσφαξαν τον αδελφό του Παντελή και αυτό  τον έκανε να βγει στο βουνό σαν κλέφτης για να εκδικηθεί τον άδικο θάνατό του. Το 1780 παντρεύτηκε  την αδελφή του Αντώνη Νικολόπουλου, με την οικογένεια του οποίου αργότερα έγινε  άσπονδος εχθρός. Είχε  δύο κόρες, την Αγγελίνα την οποία παντρεύτηκε ο Νικηταράς, την Κωνσταντίνα, καθώς και δύο γιους,  

Με την Αγγελίνα, ο Τουρκοφάγος απέκτησε έναν γιο, τον Γιάννη, που έγινε στρατιωτικός και δύο κόρες: την Ρεγγίνα και άλλη μία που τρελάθηκε από την λύπη της όταν τον είδε σε κακή κατάσταση μετά την πολύμηνη φυλάκιση του στην Αιγινα  και το όνομά της δεν έγινε γνωστό.

Ο Νικηταράς υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους οπλαρχηγούς του 1821, ανιψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και από τους στενότερους συνεργάτες του. Το 1805 σκοτώνεται ο πατέρας του από Τούρκους και ακολουθεί τον Κολοκοτρώνη στα Επτάνησα όπου εντάσσεται στα Ρωσικά τάγματα. Το 1818 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και το Φεβρουάριο του 1821 φθάνει στην Καλαμάτα για να συμμετάσχει στην κήρυξη της Επανάστασης.

Μετά την απελευθέρωση της Καλαμάτας μαζί με τον Παπαφλέσσα και τον Κολοκοτρώνη βαδίζει προς την Αρκαδία για την άλωση της Τριπολιτσάς. Μετά τη σύγκρουση στο Βαλτέτσι, δίνει μάχη στα Δολιανά όπου με 200 άνδρες αποκρούει επίθεση 6000 Τούρκων, οι οποίοι παρότι διέθεταν πυροβολικό είχαν τριακόσιους νεκρούς και απώλεσαν όλο τον οπλισμό τους……………..τότε ήταν που του δόθηκε το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος».

«Νικηταρά – Νικηταρά

πού’χεις στα πόδια σου φτερά

και στην καρδιά ατσάλι»

Το 1822 μαζί με άλλους οπλαρχηγούς συντρίβει τον Δράμαλη στα Δερβενάκια προκαλώντας μεγάλες απώλειες στα στρατεύματα του στη θέση Αγινόρι.

Yστερα από τη μάχη στα Δερβενάκια, ο Νικηταράς,  που τόσο καταστροφή προξένησε στους Τούρκους  στέλνει στην σύζυγό του Αγγελίνα ένα καλοτυλιγμένο πακετάκι.

Όλοι νόμισαν ότι θα περιείχε κάποιο διαμαντένιο κόσμημα, από τα τόσα που έπεσαν στα χέρια των παλικαριών, που μοιράστηκαν τους θησαυρούς του Τούρκου πασά. Γι’ αυτό όσοι τόμαθαν,  έτρεξαν  περίεργοι να το περιεργαστούν.

Καθώς όμως η σύζυγος του  άνοιξε το δέμα, βρήκε μια ξύλινη ταμπακιέρα κι ένα σημείωμα του άντρα της που έγραφε:

…Τα παλικάρια μου, μου πρόσφεραν τούτη την ταμπακέρα κι ένα σπαθί στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Το σπαθί το χάρισα στη διοίκηση της Ύδρας, για να χρησιμεύσει στο αρμάτωμα του στόλου που τόσο χρειάζεται στην Πατρίδα. Την ταμπακέρα τη στέλνω σε σένα που μου είσαι το πιο αγαπημένο πρόσωπο που έχω στον κόσμο ύστερα από την Πατρίδα….

Μετά την Απελευθέρωση τάχθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια κι έγινε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του. Εγινε υπασπιστής του και πήρε μέρος στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους ( το 1829), ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου.

ΝΙκηταράς Δολιανά

Εκείνο το χρόνο, με συνέταιρο τον Αρχιμανδρίτη Πύρρο τον Θετταλό,ίδρυσαν χαρτοποιείο στο Κεφαλάρι του Αργους, καταβάλλοντας 3.000 γρόσια ο καθένας. Κατασκεύασαν τότε χίλια περίπου φύλλα χαρτιού  και περίμεναν να πουληθεί. Τα χρήματα όμως τελειώνουν κι έτσι οι εργασίες σταμάτησαν. Μη έχοντας την δυνατότητα να συνεχίσουν την παραγωγή, απευθύνθηκαν στον Καποδίστρια. 

Ο Πύρρος δεν συμπαθουσε τον Κυβερνήτη και πολλές φορές είχε εκφράσει τις εχθρικές διαθέσεις του. Πίστευε όμως ότι θα ενδώσει και θα τους προσφέρει την βοήθειά του, χάριν της φιλίας του με τον Νικηταρά. Ο Καποδίστριας γνώριζε ότι την εποχή εκείνη μια τέτοια επιχείρηση δεν είχε  μέλλον. Εξ᾽ άλλου θεωρούσε ότι προτεραιότητα είχαν άλλες ανάγκες και ενέργειες σχετικές με την ανώμαλη πολιτική κατάσταση και δεν απαντά καθόλου στο αίτημα των δύο συνεταίρων.

Ο Νικηταράς  συνειδητοποίησε  ότι η δουλειά του χαρτοποιείου δεν μπορεί να προχωρήσει.  Σταμάτησε  και μετέφερε τις μηχανές στο σπίτι του, στο Άργος.

Το 1830 διορίστηκε Γενικός Αρχηγός της Πολιτικής Φρουράς Πελοποννήσου, το 1831 Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου των Ελαφρών και το 1832 Γενικός Αρχηγός του Στρατοπέδου Κορίνθου και έπειτα Αρχηγός της Μεσσηνίας.

Μετά  την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, στις 25 Ιανουαρίου 1833, ο Νικηταράς και ο Πύρρος απευθύνουν  αίτημα προς αυτόν, ζητώντας την συνδρομή του για την επανεκκίνηση των εργασιών του χαρτοποιείου. Αλλά και ο Όθωνας δείχνει να μη συμμερίζεται τις απόψεις των δύο συνεταίρων. Η κατάσταση οδηγεί σε αδιέξοδο. Η επιχείρηση χαρτοποιίας λήγει άδοξα.

Στα 1835 η ζωή του Νικηταρά είναι κοινωνική και ενδιαφέρουσα. Εκαλείτο σε τελετές και δεξιώσεις, ακόμα και στα ανάκτορα και στο σπίτι του πρωθυπουργού Αρμανσπεργκ.

Ο Ρώσος Βλαδίμηρος Δαβίδοβ, αρχιτέκτονας και μέλος της Ακαδημίας Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης,  στις  «Οδοιπορικές Σημειώσεις» του, αρχές του 1835, δίνει μια ενδιαφέρουσα  περιγραφή ενός χορού στο μέγαρο Βλαχούτση.

«Χθες εσπέρας ο καγκελλάριος είχε πολυπληθή εσπερίδα ως συνήθως έχει τοιαύτας δις της εβδομάδος. Αι αίθουσαι έγεμον κυρίων και κυριών. Εκ των ανακτόρων μέχρι της οικίας του κόμιτος Αρμανσπέργου κατεσκευάσθη λεωφόρος αμαξητή…Σχεδόν άπασα η ομήγυρις συνίστατο εκ διπλωματών Βαυαρών και Ελλήνων. Μεταξύ των τελευταίων διεκρίνετο  Νικηταράς  ο Τουρκοφάγος και έταιροι γνωστοί εκ της ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως…Ωσαύτως λίαν περίεργον είναι να διέλθη τις μίαν εσπερίδα παρά τω Ελλήνι καγκελλαρίω, εάν επιθυμεί να λάβει μικράν τουλάχιστον ιδέαν περί της ποικιλίας της εγχωρίου κοινωνίας».

Στη συνέχεια όμως ο Νικηταράς περιέπεσε σε δυσμένεια, επειδή υποστήριζε το αντιπολιτευόμενο Ρωσικό Κόμμα.

Όντας στο κόμμα των Ναπαίων (Ρωσόφιλων) το1839 συνελήφθη με την άδικη κατηγορία της συνομωσίας σαν μέλος της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας» που στρεφόταν εναντίον του Όθωνα. Τον εμφάνισαν μάλιστα ως στρατιωτικό αρχηγό της οργάνωσης αυτής, που είχε στόχους την απελευθέρωση των υπόδουλων περιοχών και την στήριξη της ορθόδοξης πίστης. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι και στις 11 Ιουλίου 1840 δικάστηκε, αλλά λόγω έλλειψης στοιχείων αθωώθηκε.

Όμως η αθωωτική απόφαση προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης η οποία με την προσυπογραφή του Όθωνα τον  φυλάκισε στην Αίγινα.  Από τότε άρχισε το μαρτύριό του. Κάθε μέρα οι Βαυαροί τον έβγαζαν στο δρόμο και τον  χτυπούσαν με μπαστούνια και τον περιγελούσαν μπρος στα μάτια των Ελλήνων που έρχονταν να δουν τον ήρωα τους.

Ανάμεσα στους θεατές ήταν και η δεύτερη  κόρη του η οποία δεν άντεξε να βλέπει τον πατέρα της σε αυτή την κατάσταση και τρελάθηκε, ενώ αυτός αρρώστησε με ζάχαρο το οποίο του κατέστρεψε τα μάτια. 

Λόγω των ταλαιπωριών και φυλακίσεων η υγεία του είχε κλονισθεί σοβαρά. Σε μια δίκη του είχε προσαχθεί καθιστός από αδυναμία.

Τελικά στις 18 Σεπτεμβρίου 1841, δια  προσωπικής παρέμβασης του στρατηγού Μακρυγιάννη,  αμνηστεύτηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός.

Ασθενής και ταλαιπωρημένος έφτασε στο σπίτι του στο Άργος, . Μολονότι δεν είχε καμιά σχέση με τον τόπο αυτό, δέθηκε μαζί του. Εξ᾽ άλλου ένα αγρόκτημα στην θέση Σερεμέτι, κοντά στα όρια του Άργους προς το Ναύπλιο και την Νέα Κίο, που τότε βέβαια δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί, ήταν όλη του η περιουσία, αν και όπως αναφέρεται στους «Μύλους της Αργολίδας» του Γιώργου Αντωνίου, ο οποίος επικαλείται κείμενο του Θεόδωρου Δ. Γιαννακόπουλου στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ 1998, στο οποίο αναφέρεται ότι « …ο Νικηταράς είχε τρεις υδρόμυλους στο Κεφαλάρι Άργους (σύμφωνα με την διαθήκη της συζύγου του Αγγελικής, 197/1863 του συμβολαιογράφου Ναυπλίας Ι. Σαριγιάννη). Στο  Σερεμέτι πάντως ακούμπησε τις ελπίδες του για επιβίωση δική του και της οικογένειας του. Εκεί ο ηρωϊκός στρατηγός πότισε με τον ιδρώτα του την βαλτώδη γη και την μετέτρεψε σε γόνιμη και καλλιεργήσιμη

Τελικά πήρε  την οικογένειά του  και ήρθε στον Πειραιά, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στα χρόνια αυτά ευτύχησε να τύχει κάποιας αναγνώρισης… Μετά την Επανάσταση του 1843 ονομάστηκε υποστράτηγος, ενώ μετά την συνταγματική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1847 διορίστηκε γερουσιαστής, μέλος της Γερουσίας……….. θέση που του απέφερε μια πενιχρή σύνταξη τον μοναδικό πόρο της ζωής του. Τότε υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στους Τερτσέτη και Σούτσο.

Η αρμόδια αρχή που χορηγούσε τις θέσεις στους επαίτες, είχε ορίσει για τον ήρωα – επαίτη μια θέση κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα η εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπε να επαιτεί κάθε Παρασκευή!!!

Τότε δεν υπήρχε ούτε η εκκλησία (χτίστηκε το 1892) ούτε το  Γηροκομείο (χτίστηκε το 1891)  και είναι απορίας άξιο ποιοι περνούσαν από εκεί, από τους οποίους ζητιάνευε, αφού ο Πειραιάς δεν είχε αναπτυχθεί.

Με αυτήν την πενιχρή σύνταξη έζησε λίγα ακόμη χρόνια και πέθανε τελικά στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 67 ετών στον Πειραιά…………τυφλός, πάμπτωχος και επαίτης. Ετάφη δίπλα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη – όπως ήταν η επιθυμία του – στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας, τον δε επιτάφιο ο Παναγιώτης Σούτσος.

Χαρακτηριστικό της της υπερηφάνειας του ήρωα αποτελεί και το παρακάτω περιστατικό:

Η ένδεια του Νικηταρά έγινε γνωστή στην Ρωσική πρεσβεία και κάποια στιγμή απεσταλμένος της πήγε στην θέση που ζητιάνευε ο στρατηγός.

Μόλις αντελήφθη ο Νικηταράς ποιος ήταν μάζεψε αμέσως το απλωμένο του χέρι και σύμφωνα με τα θρυλούμενα ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος:

– Τι κάνετε στρατηγέ μου; Ρώτησε ο απεσταλμένος.

– Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα! Απήντησε περήφανα ο ήρωας.

–  Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στο δρόμο;

– Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά εγώ έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος……αντέτεινε ο περήφανος Νικηταράς.

– Αντιλαμβανόμενος ο ξένος ότι ο στρατηγός δεν πρόκειται να εκμυστηρευθεί  την κατάστασή του, γύρισε να φύγει χαιρετώντας ευγενικά. Φεύγοντας όμως, άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες ώστε να μην προσβάλει τον πάμπτωχο στρατηγό.

Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί το ψηλάφισε και φώναξε στον ξένο.

     «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρτο για να μην το βρει κανείς και το χάσεις»

Πηγές

«Οι Ένδοξοι Έλληνες του 1821, Οι Πρωταγωνισταί της Ελλάδος». Αγαπητός Σ. Αγαπητός (Πάτρα 1877).

http://www.koutouzis.gr

One Comment Add yours

  1. Ο/Η Αντώνης Ζαβουδάκης λέει:

    Δόξα και τιμή στον ήρωα….. Λύπη για μας τους ανάξιους.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s