Ο «Χειμερινός» πόλεμος (30 Νοε. 1939 έως 13 Μαρ. 1940)

Γράφει ο Χείλων

Μετά την διανομή της Πολωνίας, ο Στάλιν ήθελε να διασφαλίσει την Βαλτική πλευρά της Ρωσίας έναντι μελλοντικής απειλής προερχομένης από τον προσωρινό εταίρο του, Χίτλερ. Σύμφωνα μ’ αυτήν την επιθυμία, η Σοβιετική Κυβέρνηση έσπευσε να εξασφαλίσει τον στρατηγικό έλεγχο των περιοχών – αναστολέων που είχε παλαιότερα η Ρωσία στη Βαλτική. Έως τις 10 Οκτωβρίου 1939, είχε συνάψει συμφωνίες με την Εσθονία, την Λετονία και την Λιθουανία, οι οποίες έδιναν το δικαίωμα σε στρατεύματά της να σταθμεύουν σε ζωτικά σημεία των εν λόγω χωρών. Στις 9 Οκτωβρίου, άρχισαν οι συνομιλίες με τη Φινλανδία και στις 14 του ιδίου μηνός, η Σοβιετική Κυβέρνηση διατύπωσε τις αξιώσεις της, οι οποίες είχαν τρεις βασικούς στόχους:

1ον Να καλύψουν τις θαλάσσιες προσβάσεις προς το Λένινγκραντ ως εξής:

       α. Ενισχύοντας την άμυνα του Φινλανδικού Κόλπου με πυροβολικό προκειμένου να αποκλεισθεί η είσοδος πολεμικών ή μεταγωγικών πλοίων στον Κόλπο.

      β. Αποτρέποντας τον εχθρό να καταλάβει τα νησιά του Φινλανδικού Κόλπου που βρίσκονται δυτικά και νοτιοδυτικά της εισόδου προς το Λένινγκραντ. Για τους ανωτέρω λόγους ζητήθηκε από τούς Φινλανδούς να παραχωρήσουν τα νησιά Χόγκλαντ, Σεισκάρι, Λαβανσκάρι, Τιταρσκάρι και Λοϊβίστο, παρέχοντας ως αντάλλαγμα άλλες περιοχές. Επιπλέον ζητήθηκε να δανείσουν το λιμάνι Χανγκέ για τριάντα χρόνια, ώστε να μπορέσουν οι Ρώσοι να εγκαταστήσουν εκεί ναυτική βάση με παράκτιο πυροβολικό, η οποία σε συνδυασμό με τη ναυτική βάση στο Παλντάσκι στην απέναντι ακτή, να φράσσει την είσοδο στον Κόλπο της Φινλανδίας.

2ον Να εξασφαλισθεί καλύτερη κάλυψη στις χερσαίες προσβάσεις προς το Λένινγκραντ με μετατόπιση των Φινλανδικών συνόρων προς τα πίσω, στον Ισθμό της Καρελίας, σε μια γραμμή από την οποία το εχθρικό βαρύ πυροβολικό δεν θα μπορούσε να προσβάλει το Λένινγκραντ. Η αναπροσαρμογή των συνόρων θα άφηνε ανέπαφες τις οχυρώσεις στην Γραμμή Μαννερχάιμ.

3ον Να προσαρμοσθούν τα όρια στο βορειότερο τμήμα «στην περιοχή του Πετσάμο όπου τα σύνορα είχαν τεχνητή και κακή χάραξη». Ήταν μια ευθεία γραμμή που διήρχετο μέσα απ’ το στενό ισθμό της Χερσονήσου Ρυμπάτσι και έκοβε το δυτικό άκρο της χερσονήσου. Αυτή η αναπροσαρμογή είχε προφανή σκοπό να εξασφαλίσει την θαλάσσια πρόσβαση προς το Μουρμάνσκ, εμποδίζοντας τον εχθρό να εγκατασταθεί στην Χερσόνησο Ριμπάτσι.

Σε αντάλλαγμα των εδαφικών αναπροσαρμογών, η Σοβιετική Ένωση προσφερόταν να παραχωρήσει στην Φινλανδία τις περιοχές της Ρέπολα και Ποραγιόρπι – μια ανταλλαγή, η οποία σύμφωνα με την Φινλανδική Λευκή Βίβλο θα έδινε στην Φινλανδία 5.525 τετραγωνικά χιλιόμετρα ως αποζημίωση για την παραχώρηση στην Ρωσία περιοχών, η συνολική έκταση των οποίων ανήρχετο σε 2760 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Η αντικειμενική εξέταση των όρων καταδεικνύει ότι είχαν θεσπισθεί σε λογική βάση, για να δώσουν μεγαλύτερη ασφάλεια στο Ρωσικό έδαφος, χωρίς σοβαρή μείωση της ασφάλειας της Φινλανδίας. Θα εμπόδιζαν σαφώς την χρησιμοποίηση της Φινλανδίας, ως σημείο εξορμήσεως μιας Γερμανικής επιθέσεως κατά της Ρωσίας, αλλά δεν θα έδιναν στην Ρωσία κάποιο σημαντικό πλεονέκτημα για επίθεση κατά της Φινλανδίας. Στην πραγματικότητα, τα εδάφη που η Ρωσία προσφέρθηκε να παραχωρήσει στην Φινλανδία, καθιστούσαν ευρύτερη την ήδη στενόχωρη γραμμή της μέσης Φινλανδίας.

Το εθνικό αίσθημα ωστόσο, δυσκόλευε τους Φινλανδούς να συμφωνήσουν σε μια διαρρύθμιση βάσει των ανωτέρω όρων. Ενώ ήσαν πρόθυμοι να παραχωρήσουν όλα τα νησιά εκτός από το Χόγκλαντ, υπήρξαν ανένδοτοι στο αίτημα παραχωρήσεως του λιμανιού του Χανγκέ………ισχυριζόμενοι ότι αυτό ήταν ασυμβίβαστο με την πολιτική της αυστηρής ουδετερότητας. Οι Σοβιετικοί τότε πρότειναν ν’ αγοράσουν το εν λόγω εδαφικό τμήμα, υποστηρίζοντας ότι η αγορά θα ήταν σύμφωνη με τις υποχρεώσεις ουδετερότητας της Φινλανδίας. Οι συζητήσεις έγιναν εριστικές, ο τόνος των σχολίων του Σοβιετικού Τύπου κατέστη απειλητικός και στις 28 Νοεμβρίου η Σοβιετική Κυβέρνηση κατήγγειλε τη συνθήκη μη επιθέσεως του 1932. Στις 30 Νοεμβρίου ξεκίνησε η εισβολή και ο Χειμερινός ή Ρωσο Φινλανδικός Πόλεμος.

Major Soviet offensives from 30 November – 22 December 1939

Η αρχική προέλαση έληξε πρόωρα με ανάσχεση που προξένησε κατάπληξη στον κόσμο. Μια προέλαση κατευθείαν από το Λένινγκραντ στον Ισθμό της Καρελίας σταμάτησε στις προωθημένες τοποθεσίες της γραμμής Μαννερχάιμ, ενώ μια άλλη προέλαση κοντά στην λίμνη Λαντόγκα δεν σημείωσε πρόοδο. Στην άλλη άκρη του μετώπου οι Ρώσοι απέκοψαν το μικρό λιμάνι του Πετσάμο στον Αρκτικό Ωκεανό, για να αποκλείσουν την είσοδο βοήθειας στην Φινλανδία.

Δυο ακόμη απειλητικές εισβολές έγιναν στο μέσον της Φινλανδίας. Η πιο βορεινή εισβολή, περνώντας από την Σάλα, έφτασε στο Κεμιγιάρβι, στα μισά του δρόμου απ’ το Βοθνικό Κόλπο, όπου όμως αποκρούσθηκε από την αντεπίθεση μιας Φινλανδικής Μεραρχίας που είχε μεταφερθεί σιδηροδρομικώς από το νότο. Η νοτιότερη εισβολή, αφού πέρασε το Σουομουσάλμι, ανεκόπη με την σειρά της από μια αντεπίθεση στις αρχές Ιανουαρίου 1940. Παρακάμπτοντας το πλευρό των εισβολέων, οι Φινλανδοί αφού απέκοψαν την γραμμή ανεφοδιασμού και τις οδούς διαφυγής, ανέμεναν μέχρις ότου οι Σοβιετικοί στρατιώτες εξαντληθούν από το κρύο και την πείνα και κατόπιν έκαναν επίθεση και τους συνέτριψαν.

Στην Δύση, η συμπάθεια προς την Φινλανδία, ως ένα νέο θύμα επιθέσεως, είχε γρήγορα μετατραπεί σε ενθουσιασμό για την φαινομενική επιτυχία του αδύνατου που απέκρουσε τον ισχυρό. Αυτή η εντύπωση παρακίνησε τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και Βρετανίας να εξετάσουν την αποστολή μιας εκστρατευτικής δυνάμεως στο θέατρο πολέμου με αντικειμενικό σκοπό όχι μόνο να βοηθήσει τη Φινλανδία, αλλ’ επίσης να εξασφαλίσει τα μεταλλεία σιδήρου στο Γκελλιβάρε, από τα οποία η Γερμανία έπαιρνε μετάλλευμα, ενώ θα δημιουργούσε μια θέση που θα απειλούσε το Βαλτικό πλευρό της Γερμανίας.

Όμως αυτό το σχέδιο, λόγω των ενστάσεων που προέβαλαν η Νορβηγία και η Σουηδία, δεν υλοποιήθηκε εγκαίρως πριν την κατάρρευση της Φινλανδίας. Η Γαλλία και η Βρετανία απαλλάχτηκαν έτσι από την εμπλοκή σε πόλεμο με την Ρωσία, όπως με την Γερμανία, σε μια εποχή που οι αμυντικές δυνάμεις τους ήσαν επικίνδυνα ανίσχυρες. Αλλά η προφανής απειλή μιας Συμμαχικής κίνησης στην Σκανδιναβία επίσπευσε την απόφαση του Χίτλερ να καταλάβει την Νορβηγία.

Finnish ski patrol the invisible enemy
Φινλανδική περίπολος σκιέρ με χειμερινή παραλλαγή.

Ένα άλλο αποτέλεσμα των αρχικών επιτυχιών της Φινλανδίας υπήρξε το γεγονός ότι ενίσχυσε την γενική τάση που υπήρχε στους Συμμάχους, να υποτιμούν τη Σοβιετική στρατιωτική ισχύ. Η άποψη αυτή διατυπώθηκε στην ραδιοφωνική διαβεβαίωση του Ουΐνστον Τσώρτσιλ στις 20 Ιανουάριου 1940, ότι η Φινλανδία «είχε εκθέσει…….για να διαπιστώσει ο κόσμος την στρατιωτική ανικανότητα του Ερυθρού Στρατού». Σ’ αυτήν τη λανθασμένη εκτίμηση, συμφωνούσε μερικώς και ο Χίτλερ – με σοβαρές συνέπειες τον επόμενο χρόνο. Όμως η ψύχραιμη εξέταση της εκστρατείας, ανέδειξε τις πραγματικές αιτίες για την μη αποτελεσματικότητα της αρχικής προελάσεως, καθότι δεν υπήρχε κατάλληλη προετοιμασία για την οργάνωση μιας ισχυρής επιθετικής ενέργειας, εφοδιασμένης με ικανά αποθέματα πυρομαχικών και υλικού απ’ τις Ρωσικές πηγές.

Υπήρξαν σαφείς ενδείξεις ότι οι Σοβιετικές αρχές παραπλανήθηκαν από τις πηγές πληροφοριών τους για την κατάσταση στην Φινλανδία και αντί να υπολογίζουν σε σοβαρή αντίσταση, φαντάστηκαν ότι θα ήταν αρκετό να υποστηρίξουν μια εξέγερση του Φινλανδικού λαού εναντίον της αντιδημοκρατικής κυβερνήσεως. Το έδαφος της χώρας δυσχέραινε τον εισβολέα σε κάθε βήμα, διότι ήταν γεμάτο από φυσικά εμπόδια, που στένευαν τις λεωφόρους προσπελάσεως και βοηθούσαν στην άμυνα. Μεταξύ της λίμνης Λαντόγκα και του Αρκτικού Ωκεανού, τα σύνορα φαίνονται στον χάρτη ότι έχουν μεγάλη έκταση, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένα συνονθύλευμα λιμνών και δασών, ιδεώδες για την τοποθέτηση παγίδων, καθώς και για σθεναρή αντίσταση.

skiisandguns

Επιπλέον, στην Σοβιετική πλευρά των συνόρων, οι σιδηροδρομικές συγκοινωνίες περιορίζονταν στην γραμμή Λένινγκραντ – Μουρμάνσκ, η οποία σ’ όλη την έκταση των 1290 χιλιομέτρων έχει μόνο έναν κλάδο που οδηγεί στα Φινλανδικά σύνορα. Αυτός ο περιορισμός φανερώνεται στο γεγονός ότι οι επιθέσεις στην «μεσαία
γραμμή» που αντηχούσαν τόσο τρομερές στις υπερβολικά χρωματισμένες ανταποκρίσεις απ’ τη Φινλανδία, είχαν γίνει με μόνο τρεις μεραρχίες η κάθε μια, ενώ τέσσερις χρησιμοποιήθηκαν στον κυκλωτικό ελιγμό βόρεια της Λαντόγκα.

Η κατά πολύ καλύτερη προσπέλαση στην Φινλανδία ήταν διαμέσου του Ισθμού της Καρελίας, μεταξύ της λίμνης Λαντόγκα και του Φινλανδικού Κόλπου, αλλ’ αυτή ήταν φραγμένη από τη γραμμή Μαννερχάιμ και τις 6 Φινλανδικές μεραρχίες ενεργού στρατού, οι οποίες ήταν συγκεντρωμένες εκεί από την αρχή. Οι Ρωσικές διεισδύσεις βορειότερα, αν και υπέφεραν σημαντικά, εξυπηρέτησαν τον σκοπό ν’ απασχολήσουν μέρος των Φινλανδικών εφεδρειών, ενώ γίνονταν πλήρεις προπαρασκευές και μεταφέρονταν 14 μεραρχίες για την εκδήλωση μαζικής επίθεση κατά της γραμμής Μαννερχάιμ.

Simo Häyhä ο "Λευκός Θάνατος" πηγή wikipedia
Simo Häyhä ο «Λευκός Θάνατος» πηγή wikipedia

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι στις μάχες της Λάντογκα διακρίθηκε ως ελεύθερος σκοπευτής, ο Σίμο Χέιχε ο επονομαζόμενος από τους Σοβιετικούς «Λευκός Θάνατος» – ο σκοπευτής με τις περισσότερες επιτυχημένες βολές (505) που έχουν καταγραφεί σε πόλεμο.

Αυτή εξαπολύθηκε την πρώτη ημέρα του Φεβρουάριου, υπό την διεύθυνση του στρατηγού Μερέτσκωφ. Το βάρος της είχε επικεντρωθεί σ’ έναν τομέα δεκαέξι χιλιομέτρων κοντά στην Σούμμα, ο οποίος δεχόταν το σφυροκόπημα ενός τρομερού βομβαρδισμού πυροβολικού. Όταν τα αμυντικά έργα καταστράφηκαν, άρματα και πεζικό μεταφερόμενο με έλκηθρα προχωρούσαν για να καταλάβουν το έδαφος, ενώ η Σοβιετική αεροπορία ματαίωνε και κατέστρεφε τις απόπειρες αντεπιθέσεων.

Ύστερα από ένα 15ήμερο περίπου απ’ αυτήν την μεθοδική ενέργεια, δημιουργήθηκε ρήγμα σ’ ολόκληρο το βάθος της γραμμής Μαννερχάιμ. Έπειτα οι Ρώσοι κινήθηκαν προς τα έξω για να καθηλώσουν Φινλανδικές δυνάμεις στο κάθε πλευρό, πριν προχωρήσουν προς το Βιιπούρι (Βίμποργκ). Βόρεια του παγωμένου Φινλανδικού Κόλπου, έλαβε χώρα μια ευρύτερη επιχείρηση, από στρατεύματα που προχώρησαν απ’ το νησί Χόγκλαντ – τριγυρισμένο από πάγους – και έφτασαν αρκετά πίσω απ’ το Βιιπούρι.

Παρ’ ότι για αρκετές εβδομάδες εξακολούθησε μια πεισματική άμυνα μπροστά στο Βιιπούρι, οι περιορισμένες δυνάμεις της Φινλανδίας είχαν εξαντληθεί στην προσπάθεια να κρατήσουν τον Ισθμό Καρελίας. Όταν δημιουργήθηκε ρήγμα στην διάβαση και οι συγκοινωνίες των Φινλανδών απειλούνταν, η τελική κατάρρευση ήταν βέβαιη. Η συνθηκολόγηση ήταν ο μόνος τρόπος για να αποτραπεί, αφού η Γάλλο – Βρετανική εκστρατευτική δύναμη που είχε προσφερθεί, δεν είχε ακόμα φτάσει, αν και ήταν σχεδόν έτοιμη να ξεκινήσει.

Στις 6 Μαρτίου 1940, η Φινλανδική Κυβέρνηση έστειλε αντιπροσωπεία για να διαπραγματευτεί ειρήνη. Εκτός από τους αρχικούς Σοβιετικούς όρους, ζητήθηκε επιπλέον απ’ τη Φινλανδία να παραχωρήσει περιοχές στις κοινότητες της Σάλλα και Κουνσάμο, ολόκληρο τον Ισθμό της Καρελίας μαζί με το Βιιπούρι, καθώς επίσης και το Φινλανδικό τμήμα της Χερσονήσου Ρυμπάτσι. Ζητήθηκε ακόμη από τους Φινλανδούς να κατασκευάσουν μια σιδηροδρομική γραμμή απ’ το Κεμιγιάρβι ως τα σύνορα (που δεν είχε ακόμη κατασκευαστεί), για να συνδεθεί με τη Ρωσική γραμμή. Στις 13 Μαρτίου ανακοινώθηκε ότι οι Σοβιετικοί όροι είχαν γίνει αποδεκτοί.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες που είχαν ριζικά μεταβληθεί, ιδιαίτερα μετά την τρομερή κατάρρευση στον τομέα της Σούμμα της γραμμής Μαννερχάιμ, στις 12 Φεβρουάριου, οι νέοι Σοβιετικοί όροι υπήρξαν ιδιαίτερα μετριοπαθείς. Όμως ο στρατάρχης Μαννερχάιμ, ο οποίος όντας περισσότερο ρεαλιστής από τους πολιτικούς και αμφιβάλλοντας ορθά, ως προς τις πιεστικές Γαλλο- Βρετανικές προθέσεις για βοήθεια, απαίτησε να γίνουν δεκτοί οι Σοβιετικοί όροι. Ο Στάλιν, αυξάνοντας ελάχιστα τις απαιτήσεις του, επέδειξε επίσης πολιτική ευελιξία, ενώ προφανώς επιθυμούσε ν’ απαλλαγεί από μια εμπλοκή, που είχε απασχολήσει περισσότερο απ’ ένα εκατομμύριο Ρώσους στρατιώτες, καθώς και μεγάλη αναλογία των αρμάτων και της αεροπορίας, σε μια εποχή που η κρίσιμη άνοιξη του 1940 βρισκόταν πολύ κοντά.

Σοβιετικοί στρατιώτες επιδεικνύουν Φινλανδική σημαία. πηγή wikipedia
Σοβιετικοί στρατιώτες επιδεικνύουν Φινλανδική σημαία. πηγή wikipedia

Ενώ οι συνθήκες στην Πολωνία ήσαν πολύ ευνοϊκές για μια επίθεση κεραυνοβόλου πολέμου, έναντι οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη, η Φινλανδία αποτελούσε το πλέον ακατάλληλο θέατρο επιχειρήσεων για μια τέτοια απόπειρα, ειδικότερα την εποχή κατά την οποία έγινε η εισβολή.

Η γεωγραφική κύκλωση των Πολωνικών συνόρων έγινε εντονότερη λόγω της πληθώρας των Γερμανικών συγκοινωνιών και της πενιχρότητας των αντίστοιχων Πολωνικών. Η ακάλυπτη φύση του εδάφους προσέφερε άνεση στις προελάσεις των μηχανοκίνητων δυνάμεων, οι οποίες ήταν εγγυημένες από τον αίθριο καιρό του Σεπτεμβρίου. Ο Πολωνικός Στρατός παραμένοντας πιστός στην επιθετική παράδοση, πιο πολύ από κάθε άλλο στρατό, ήταν ασθενέστερος στην χρησιμοποίηση των πενιχρών μέσων για αμυντική δράση.

Στην Φινλανδία, αντίθετα, ο αμυνόμενος πλεονεκτούσε σαφώς διότι είχε ένα πολύ καλύτερο σύστημα εσωτερικών συγκοινωνιών, σιδηροδρομικών και οδικών, απ’ εκείνο που είχαν στη διάθεσή τους οι Ρώσοι από την δική τους πλευρά συνόρων. Οι Φινλανδοί είχαν πολλές σιδηροδρομικές γραμμές παράλληλες προς το μέτωπο για την ταχεία μετακίνηση των εφεδρειών τους.

Οι Ρώσοι διέθεταν μόνο την γραμμή Λένινγκραντ – Μουρμάνσκ με τον κλάδο προς τα Φινλανδικά σύνορα. Σε κάθε άλλο σημείο οι Ρώσοι ήταν υποχρεωμένοι να προχωρήσουν σε βάθος από 80 ως 240 χιλιόμετρα απ’ τη σιδηροδρομική γραμμή, για να περάσουν τα σύνορα και σημαντικά μακρύτερα πριν μπορέσουν να απειλήσουν κάποιο σημείο στρατηγικής σημασίας. Αυτή η προέλαση επιπλέον, έπρεπε να γίνει σε μια χώρα με λίμνες και δάση και σε δρόμους δύσβατους οι οποίοι καλύπτονταν από πυκνό χιόνι.

Αυτές οι δυσκολίες έθεσαν ένα στενό όριο στις δυνάμεις τις οποίες η Σοβιετική Ένωση θα μπορούσε να κινήσει και να συντηρήσει, εκτός απ’ την περίπτωση μιας ευθείας προελάσεως διαμέσου του Ισθμού της Καρελίας εναντίον της ισχυρά οργανωμένης γραμμής Μαννερχάιμ. Αυτός ο εδαφικός λαιμός, πλάτους 112 χιλιομέτρων στον χάρτη, είναι πολύ στενότερος στην στρατηγική πραγματικότητα. Ο μισός από αυτόν φράσσεται από τον ποταμό Βουόσκι, ενώ μεγάλο τμήμα από τον υπόλοιπο καλύπτεται από μια σειρά λιμνών με δάση. Μόνο κοντά στη Σούμμα υπήρχε χώρος για την ανάπτυξη σημαντικών δυνάμεων.

Επιπλέον, εκτός απ’ τις στρατηγικές δυσκολίες για τη συγκέντρωση μεγάλων δυνάμεων στα ανοιχτά τμήματα των Φινλανδικών συνόρων και την προώθηση αυτών βαθιά μέσα στην εχθρική χώρα, υπήρχε και η τακτική δυσκολία της καταστολής των αμυνόμενων, οι οποίοι γνώριζαν το έδαφος και ήσαν ικανοί να εκμεταλλευθούν τα πλεονεκτήματά του.

Οι λίμνες και τα δάση αναγκάζουν τον εισβολέα να ακολουθεί στενές κατευθύνσεις προελάσεως όπου μπορεί να θεριστεί από τα πυρά των πολυβόλων, καθότι αυτές προσφέρουν αναρίθμητές σχεδόν ευκαιρίες για αθέατους πλευρικούς ελιγμούς, καθώς και παρενόχληση από αντάρτες. Η διείσδυση σε μια τέτοια χώρα, όταν κάποιος αντιμετωπίζει έναν ικανό αντίπαλο, είναι αρκετά επικίνδυνη το καλοκαίρι και ακόμη πιο δύσκολη να την επιχειρήσει κάποιος τον Αρκτικό χειμώνα, όταν οι βαριές φάλαγγες είναι τόσο δυσκίνητες………σαν κάποιος με ξυλοπάπουτσα, να προσπαθεί να παλέψει με αντίπαλο που φορά αθλητικά παπούτσια.

Ταυτότητα "Χειμερινού Πολέμου"
Ταυτότητα «Χειμερινού Πολέμου»

Συμπεράσματα – συνέπειες

Φινλανδία

Οι 105 ημέρες του πολέμου επέδρασαν καταλυτικά στην Φινλανδία. Η διεθνής υποστήριξη ήταν ελάχιστη – έφτασε αργά και οι περισσότερες αποστολές εξοπλισμών εμποδίστηκαν από τον Γερμανικό αποκλεισμό. Η περίοδος των 15 μηνών που μεσολάβησε μεταξύ του Ρωσο – Φινλανδικού πολέμου και της Συνέχισης των Επιχειρήσεων (Continuation War) ονομάσθηκε Προσωρινή Ειρήνη.

Μετά το τέλος του πολέμου, η κατάσταση του Φινλανδικού στρατού στον Ισθμό Καρελίας απετέλεσε αντικείμενο προβληματισμού και προς τούτο εκδόθηκαν διαταγές όσον αφορά στην υποχώρηση στην επόμενη γραμμή άμυνας στον τομέα του Ταϊπάλε. Οι εκτιμήσεις του κατά πόσον ο Ερυθρός Στρατός θα μπορούσε να αντέξει σε στατικές επιχειρήσεις κυμαίνονταν από μερικές ημέρες έως μερικές εβδομάδες, ή σε δύο μήνες το μέγιστο.

Οι απώλειες των Φινλανδών ανήλθαν σε περίπου 70.000.

Σοβιετική Ένωση

Την περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ του του πολέμου και της περεστρόικα στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Σοβιετική ιστοριογραφία βασίσθηκε αποκλειστικά και μόνο στις ομιλίες του Βιατσεσλάβ Μολότωφ για τον Χειμερινό Πόλεμο. Στην ραδιοφωνική ομιλία του στις 29 Νοεμβρίου 1939, ο Μολότωφ υποστήριξε ότι η Σοβιετική Ένωση προσπαθούσε να διαπραγματευτεί εγγυήσεις ασφάλειας για το Λένινγκραντ επί δύο μήνες. Ωστόσο, οι Φινλανδοί είχαν τηρήσει εχθρική στάση προκειμένου να «ευχαριστήσουν τους ξένους ιμπεριαλιστές». Η Φινλανδία είχε αναλάβει στρατιωτική δράση και η Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε να τηρήσει πλέον το σύμφωνο μη επίθεσης. Σύμφωνα με τον Μολότωφ, η Σοβιετική Ένωση δεν ήθελε να καταλάβει ή να προσαρτήσει την Φινλανδία· ο στόχος ήταν καθαρά η διασφάλιση του Λένινγκραντ.

Mια άλλη πηγή που χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην Σοβιετική ιστοριογραφία ήταν η ομιλία του Μολότωφ στο Ανώτατο Σοβιέτ, στις 29 Μαρτίου 1940, όπου κατηγόρησε τις Δυτικές χώρες για την έναρξη του πολέμου υποστηρίζοντας ότι είχαν χρησιμοποιήσει την Φινλανδία ως υποχείριο εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Επιπλέον οι Δυτικοί είχαν προσπαθήσει να προσηλυτίσουν τις ουδέτερες Σουηδία και Νορβηγία. Έτσι ως «εγκέφαλοι» του πολέμου κατεδείχθησαν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, όπως επίσης η Σουηδία, οι Ηνωμένες
Πολιτείες και η Ιταλία, οι οποίες είχαν διαθέσει στην Φινλανδία τεράστιες ποσότητες υλικού, χρημάτων και ανδρών. Σύμφωνα με τον Μολότωφ, η Σοβιετική Ένωση ήταν φιλεύσπλαχνη στους όρους ειρήνης, καθότι είχε πλέον λυθεί το πρόβλημα ασφάλειας του Λένινγκραντ.

Οι απώλειες των Σοβιετικών ανήλθαν σε περίπου 360.000.

Στρατιωτικές συνέπειες

Το Ανώτατο Στρατιωτικό Σοβιέτ συνεδρίασε τον Απρίλιο του 1940, επανεξετάζοντας τα διδάγματα από την Φινλανδική εκστρατεία και πρότεινε μεταρρυθμίσεις. Ο ρόλος των πολιτικών κομισάριων στην πρώτη γραμμή ήταν μειωμένος και επανακαθορίσθηκαν οι ;αναχρονιστικές μορφές πειθαρχίας. Βελτιώθηκαν τα είδη ένδυσης, ο εξοπλισμός και η τακτική για τις χειμερινές διαδικασίες. Ωστόσο 15 μήνες αργότερα, οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί, όταν οι Γερμανοί άρχισαν την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα.

Το ίδιο έτος, Φινλανδία και Σουηδία διαπραγματεύθηκαν μια στρατιωτική συμφωνία, αλλά οι διαπραγματεύσεις έληξαν όταν κατέστη σαφές ότι Γερμανία και Σοβιετική Ένωση αντιτίθεντο σε μία τέτοια συμφωνία.

Γερμανία

Ο χειμερινός πόλεμος υπήρξε μια πολιτική επιτυχία για τους Γερμανούς. Τόσο ο Ερυθρός Στρατός, όσο και η Κοινωνία των Εθνών ταπεινώθηκαν και το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο απεδείχθη χαοτικό και ανίσχυρο. Ωστόσο, η Γερμανική πολιτική ουδετερότητας δεν ήταν ιδιαίτερα προσφιλής στο εσωτερικό της χώρας και οι σχέσεις με την Ιταλία υπέστησαν ισχυρό πλήγμα. Μετά της Ειρήνη της Μόσχας, η Γερμανία δεν δίστασε να κινηθεί προς την βελτίωση των δεσμών με τη Φινλανδία και μέσα σε δύο εβδομάδες οι Γερμανο – Φινλανδικές σχέσεις βρέθηκαν στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας.

Πιο σημαντικό ήταν το γεγονός ότι η πολύ κακή απόδοση του Σοβιετικού Στρατού ενθάρρυνε τον Χίτλερ να σκεφτεί ότι μια επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης θα ήταν επιτυχής.

Κατά τη διάρκεια της Προσωρινής Ειρήνης, η Φινλανδία ανέπτυξε στενούς δεσμούς με την Γερμανία ελπίζοντας να διεκδικήσει περιοχές που παραχώρησε στην Σοβιετική Ένωση. Τρεις ημέρες μετά την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα, ξεκίνησε η Συνέχιση των Εχθροπραξιών (Continuation War) μεταξύ Φινλανδίας – Σοβιετικής Ένωσης, με την συμμετοχή της Γερμανίας και Ιταλίας στο πλευρό της Φινλανδίας και της Μεγ. Βρετανίας στο πλευρό της Σοβιετικής Ένωσης.

Δυτικοί σύμμαχοι

Ο Χειμερινός Πόλεμος έθεσε υπό αμφισβήτηση, την οργάνωση και την αποτελεσματικότητα του Ερυθρού Στρατού, καθώς του αντίστοιχου και των Δυτικών Συμμάχων. Το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο δεν μπόρεσε να διαμορφώσει ένα εφαρμόσιμο σχέδιο, αποκαλύπτοντας την ακαταλληλότητά του στην διεξαγωγή ενός αποτελεσματικού πόλεμου στην Βρετανία ή την Γαλλία. Αυτή η αποτυχία οδήγησε στην κατάρρευση της κυβέρνησης Νταλαντιέ στη Γαλλία.

——————————-

Σε γενικές γραμμές, οι Σοβιετικοί έπρεπε ν’ αναμένουν ότι σχέδια που είχαν βασιστεί σε λανθασμένες προϋποθέσεις, δε θα πετύχαιναν όταν δοκιμάζονταν στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό να αποτελεί απόδειξη στρατιωτικής ανεπάρκειας του Σοβιετικού στρατού σ’ όλη την κλίμακα.

Ενώ κατά κύριο λόγο τα απολυταρχικά πολιτεύματα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην φύση αναφορών που συμφωνούν με τις επιθυμίες τους, εν τούτοις ουδέν καθεστώς διακυβέρνησης απαλλάσσεται από τέτοιους κινδύνους. Ας μην λησμονούμε ότι στην νεότερη ιστορία, η μεγαλύτερη απ’ όλες τις λανθασμένες εκτιμήσεις, είναι εκείνη στην οποία βασίστηκαν τα Γαλλικά σχέδια του 1914 και του 1940.

Βιβλιογραφία

History of the Second World War (London, Weidenfeld Nicolson, 1970) by Lidell Hart.

One Comment Add yours

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s