Η μάχη της Badr (624 μ.Χ)

Γράφει ο Χείλων

Η προ ισλαμική Αραβία ήταν μια αραιοκατοικημένη περιοχή βεδουίνων νομάδων, κτηνοτρόφων και πλούσιο κέντρο συναλλαγών στις οάσεις της ερήμου. Οι επικρατούσες θρησκείες, ήταν ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και ο Ζωροαστρισμός Ωστόσο περί το 610 μ.Χ, λίγο έξω από το κέντρο εμπορικών συναλλαγών της Μέκκας, ένας βεδουίνος ονόματι Μωάμεθ είχε ένα όραμα – θεία αποκάλυψη στο οποίο ο Θεός του αποκάλυψε ότι οι οπαδοί του Αβραάμ, ήτοι οι Εβραίοι και Χριστιανοί, ήσαν μεν στο σωστό δρόμο, αλλά δεν είχαν «πλήρη εικόνα» της θρησκείας τους και ο Μωάμεθ ως τελικός αγγελιοφόρος του Θεού, θα τελειοποιούσε τον μονοθεϊσμό.  

Η Μέκκα ήταν η γενέτειρά του Μωάμεθ, όμως οι πλούσιοι και ισχυροί έμποροι της πόλης (οι έμποροι της εποχής ήσαν Κουραϊσίτες μια πανίσχυρη φυλή η οποία ήλεγχε το εμπόριο της Μέκκας) δεν έδιναν σημασία – αξία στις προφητείες του. Εξάλλου οι υπάρχοντες θεοί είχαν «υπηρετήσει» την Μέκκα πολύ καλά και δεν υπήρχε ανάγκη νέας ερμηνείας των Αβρααμικών θρησκειών (οι τρείς μεγαλύτερες μονοθεϊστικές θρησκείες, ήτοι ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και ο Μουσουλμανισμός). Το 622, έδιωξαν τον προφήτη και την μικρή ομάδα οπαδών του, οι οποίοι μετακόμισαν στην κοντινή πόλη της Μεδίνας.  

Από εκείνη την χρονική περίοδο και εντεύθεν υπήρχαν συνεχείς αψιμαχίες μεταξύ των μουσουλμάνων οπαδών του Μωάμεθ και των κατοίκων της Μέκκας. Όταν τα πλούσια καραβάνια πλησίαζαν την Μεδίνα ο  Μωάμεθ και οι οπαδοί του επιτίθεντο και τα λεηλατούσαν. 

Αρχές του 624 ένα καραβάνι αποτελούμενο από χίλιες καμήλες, το οποίο μετέφερε εμπορεύματα αξίας 50.000 δηναρίων και περιφρουρείτο από 30 – 40 «Μεκκανούς» πλησίαζε στην Μεδίνα. Ο Μωάμεθ συγκέντρωσε τον στρατό του, αποτελούμενος από περίπου 330 άνδρες και προετοίμασε την ενέδρα στην όαση της Badr, 155 χλμ νοτιοδυτικά της Μεδίνας. 

σημερινή όψη τοποθεσίας της μάχης
σημερινή όψη τοποθεσίας της μάχης

Ο επικεφαλής του καραβανιού Abu Sufyan, όταν πληροφορήθηκε ότι μία δύναμη Μουσουλμάνων μετακινήθηκε από την Μεδίνα προς άγνωστη κατεύθυνση, άλλαξε την πορεία του καραβανιού κατευθυνόμενος δυτικά προς την ακτή, αποφεύγοντας τα επικίνδυνα σημεία συμπεριλαμβανομένου του Badr και παράλληλα έστειλε μήνυμα στην Μέκκα ζητώντας ενισχύσεις. 

Όταν οι Μεκκανοί πληροφορήθηκαν για τον στρατό του Μωάμεθ, έστειλαν ενισχύσεις αποτελούμενες από 1000 περίπου άνδρες προκειμένου να προφυλάξουν το πολύτιμο φορτίο τους. Μάλιστα πολλοί έμποροι οι οποίοι διακινούσαν εμπορεύματα στο εν λόγω καραβάνι εντάχθηκαν στις ενισχύσεις. Πίστευαν ότι μία αριθμητικά υπέρτερη δύναμη θα απέτρεπε τον Μωάμεθ από τέτοιου είδους ενέργειες. 

Όταν οι δύο στρατοί απείχαν περίπου μίας ημέρας απόσταση από την όαση Badr, κάποιοι ανιχνευτές του Μωάμεθ συνέλαβαν δύο κατασκόπους των Μεκκανών, οι οποίοι τους αποκάλυψαν το πόσο κοντά είχε φθάσει η δύναμη του καραβανιού, καθώς και το πολύτιμο φορτίο που μετέφερε. Αιφνιδιασμένος από το πόσο γρήγορα είχαν έρθει οι Μεκκανοί αλλά και αποφασισμένος να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να ταπεινώσει τους επικριτές του, ο Μωάμεθ επιτάχυνε την προώθηση του στρατού του και την νύχτα της 14ης Μαρτίου 624 στρατοπέδευσαν στην κοιλάδα Badr.

 Η μάχη

σχεδιάγραμμα μάχης
σχεδιάγραμμα μάχης

Την ίδια στιγμή που οι Mουσουλμάνοι οπαδοί του Μωάμεθ προετοιμάζονταν για την σύγκρουση, ο στρατός της Μέκκας «πληροφορήθηκε» ότι το καραβάνι ήταν ασφαλές και απρόσιτο στον στρατό του Μωάμεθ. Αυτό είχε ως συνέπεια δύο από τις συμμετέχουσες φυλές να θεωρήσουν ότι πέτυχαν τον σκοπό τους και να επιστρέψουν στην Μέκκα. Πάντως ο κύριος όγκος του στρατού απεφάσισε να επιτεθεί στην Badr, θεωρώντας ότι ήταν ατιμωτικό να αποχωρήσουν χωρίς μάχη.

Ο Μωάμεθ ο οποίος είχε φθάσει πρώτος στην όαση, διέταξε τους άνδρες του να παραταχθούν κοντά στα πηγάδια, εκτός εκείνου που ήταν πλησιέστερο στην Μέκκα. Αν οι Μεκκανοί ήθελαν νερό θα έπρεπε να πολεμήσουν.

Κοράνιο
Κοράνιο

 Το πρωί της 15ης Μαρτίου όταν πλησίασε στην όαση ο στρατός αιφνιδιάστηκε που οι μουσουλμάνοι ήταν ήδη εκεί παρατεταγμένοι και τους περίμεναν. Στις μάχες ένας εναντίον ενός οι μαχητές του Μωάμεθ σκότωσαν αρχικά πολλούς ικανούς πολεμιστές της Μέκκας και στο τέλος εξουδετέρωσαν το σύνολο του στρατού. Το Κοράνι αναφέρει ότι ο στρατός του Μωάμεθ ενισχύθηκε «με χίλιους αόρατους αγγέλους». Σε κάθε περίπτωση ο στρατός του Μωάμεθ επικράτησε του αντίστοιχου υπεράριθμου της Μέκκας του οποίου οι επιζήσαντες ετράπησαν σε φυγή.

 Συνέπειες

Εκείνο το απόγευμα πολλοί επιφανείς άνδρες της Μέκκας έχασαν την ζωή τους στο πεδίο της μάχης, συμπεριλαμβανομένου του διώκτη του Μωάμεθ Abu Jahl. Οι μουσουλμάνοι έχασαν συνολικά 14 άνδρες, ενώ οι Μεκκανοί έχασαν 70 και άλλοι τόσοι αιχμαλωτίσθηκαν. 

Ο Μωάμεθ διέταξε όπως κρατηθούν οι πλούσιοι αιχμάλωτοι προκειμένου να ανταλλαγούν με λύτρα και οι φτωχοί να απελευθερωθούν. Επίσης διαμοίρασε την λεία από το καραβάνι ισομερώς μεταξύ των ανδρών του, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την αφοσίωσή τους. Οι κινήσεις αυτές του Μωάμεθ διαμόρφωσαν την εικόνα ενός μεγαλόθυμου και φιλεύσπλαχνου ηγέτη, ενισχύοντας την αξιοπιστία του όχι μόνο μεταξύ των οπαδών του αλλά και των υπολοίπων φυλών. 

Αν και η μάχη της Badr, ήταν περισσότερο μία εμφύλια αψιμαχία, παρά μια σοβαρή ένοπλη αντιπαράθεση, εντούτοις σηματοδότησε την απαρχή της Ισλαμικής εξάπλωσης. Ο προφήτης Μωάμεθ πέθανε το 632 μ.Χ και τα επόμενα 120 έτη οι οπαδοί του κατέλαβαν όχι μόνο την Μέκκα και την Αραβική χερσόνησο, αλλά επεκτάθηκαν δυτικά μέχρι την Ισπανία και ανατολικά μέχρι τα σύνορα της Κίνας και της Ινδίας. Υπήρξε μία από τις εντυπωσιακότερες εξαπλώσεις – επεκτάσεις η οποία εξακολουθεί να επηρεάζει μέχρι σήμερα το γεωπολιτικό γίγνεσθαι……………………και όλα άρχισαν από την μάχη της Badr.

 

Πηγές
Karen Armstrong. «Muhammad: A Biography of the Prophet» 1993.
Encyclopedia Britannica «Battle of Badr».
John Esposito «Islam: The Straight Path» 1988.

5 Comments Add yours

  1. …. (συνέχεια) ….

    70 από τους αρχηγούς των παγανιστών καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν. Όσοι απ’ τους παγανιστές που πιάστηκαν αιχμάλωτοι μπορούσαν να πληρώσουν λύτρα, το έκαναν και αφέθηκαν ελεύθεροι ενώ οι υπόλοιποι υποχρεώθηκαν απλά να παραμείνουν αιχμάλωτοι μέχρι να μάθουν σε ορισμένο αριθμό μουσουλμάνων ο καθένας να γράφουν και να διαβάζουν.

    Ο Άμπου Τάλχα (ραντιγιαλλάχου άνχου) είπε ότι ο προφήτης διέταξε 24 από τα σώματα των νεκρών ηγετών των Κουρέις να πεταχτούν σε ένα από τα πηγάδια του Μπαντρ. Όποτεδήποτε νικούσε κάποιον, συνήθιζε να μένει στην περιοχή τρεις ημέρες. Την τρίτη ημέρα μετά τη μάχη του Μαντρ λοιπόν, διέταξε να σελώσουν την καμήλα του και ξεκίνησε, ακολουθούμενος από τους σαχάμπα (ακολούθους) του. Εκείνοι έλεγαν: – “Υποθέτουμε μόνο ότι πηγαίνει σε κάτι σημαντικό”. Σταμάτησε στην άκρη του πηγαδιού (όπου πετάχτηκαν οι 24 Κουρέις) και άρχισε να τους καλεί έναν έναν με τα ονόματα και τα ονοματεπώνυμα τους: – “Ω τάδε και τάδε γιε του τάδε και τάδε, ω τάδε και τάδε και τάδε γιε του τάδε και τάδε! Δεν θα σας είχε ευχαριστήσει να είχατε υπακούσει τον ΑΛΛΑΧ και τον απεσταλμένο Του; Βρήκαμε ό,τι μας υποσχέθηκε ο Κύριος μας αληθινό. Εσείς βρήκατε ό,τι σας υποσχέθηκε ο κύριος σας αληθινό”; Τότε ο Όμαρ Ιμπν Αλ Χαττάμπ (ραντιγιαλλάχου άνχου) ρώτησε: – “Απεσταλμένε του Θεού! Μιλάτε στα άψυχα σώματα;” και ο προφήτης απάντησε: – “Μα τον Ένα στο χέρι Του Οποίου είναι η ψυχή του Μουχάμμεντ, δεν ακούτε καλύτερα από ό,τι ακούνε αυτοί”. Ο Κατάντα τότε είπε: – “Ο ΑΛΛΑΧ τους έφερε στη ζωή έτσι ώστε να μπορούσαν να ακούν ό,τι τους είπε (ο προφήτης) σαν παρατήρηση, να τους υποτιμήσει και σαν εκδίκηδη, λύπη (γι’ αυτούς) και μεταμέλεια” (Sahih Bukhari, chapter 67. Book of Expeditions, 3757;).

    Ο Ιμπν Ουαχχάμπ είπε:

    “Ο ήρωας Μουάβίντ Ιμπν Άφρα (ραντιγιαλλάχου άνχου), ένας από τους δεκατέσσερις μάρτυες της μάχης στο Μπαντρ, του είχε κοπεί το χέρι κατά τη διάρκεια της μάχης, από τον Άμπου Τζαχλ. Πήρε το κομένο του χέρι με το άλλο του χέρι και πήγε στον προφήτη. Τότε ο απεσταλμένος του Θεού έβαλε το χέρι στη θέση του και το άλλοιψε με λίγο από το σάλιο του. Τότε αυτό θεραπεύτηκε. Ο Μουάβιντ τότε ξαναγύρισε στη μάχη και συνέχισε να πολεμάει, μέχρι που μαρτύρησε” (Qadi Iyad, ash-Shifa, 1:324; Ali al-Qari, Sharhu’sh-Sifa, 1:656; Ibn Sayyidi’n-Nas, Uyunu’l-Athar, 1:261.).

    Ο Ιμάμ Τζαλίλ Ιμπν Ουαχχάμπ επίσης ανέφερε:

    “Κατά τη διάρκεια της ίδιας μάχης ο Χουντάιμπ Ιμπν Γιάσαφ χτυπήθηκε στον ώμο με ένα σπαθί τόσο ώστε του έγινε ένα βαρύ τραύμα, με μέρος αυτού (του ώμου) σπασμένο. Ο απεσταλμένος του Θεού τότε έβαλε το χέρι στον ώμο του Χουντάιμπ έτσι όπως ήταν πριν και ξεφύσηξε πάνω στο τραύμα και αυτό θεραπεύτηκε” (Bayhaqi, Dalailu’n-Nubuwwa: 6:178; Ibn Hajar, al-Isaba, 1:418; Ibnu’l-Athir, Usdu’l-Ghaba, 2:118.).

    Κατά τη διάρκεια της μάχης του Μπαντρ, έσπασε το σπαθί του Ουκκάσα Ιμπν Μουχάσσιν Αλ Άσαντι (ραντιγιαλλάχου άνχου). Τότε ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέιχι ουά σαλάμ) του έδωσε ένα γερό κλαδί από ένα δέντρο, λέγοντας του: “Πολέμα με αυτό”. Ξαφνικά το κλαδί έγινε ένα μακρύ άσπρο σπαθί και ο Ουκκάσα πολέμησε με αυτό (αποκαλούσαν αυτό το σπαθί “Άουν” και το κράτησε (το σπαθί) για το υπόλοιπο της ζωής του, μέχρι που σκοτώθηκε ως μάρτυρας στη μάχη της Αλ Γιαμάμα.

    Επίσης, κατά τη διάρκεια της μάχης, σε κάποια φάση ο προφήτης είδε τον Ουκκάσα να κρατάει το χέρι του που του είχε κοπεί και μόλις που κρεμόταν από το μπράτσο του. Τότε ο προφήτης έριξε από το σάλιο του πάνω στην πληγή και το τραύμα θεραπεύτηκε θαυματουργικά και το χέρι του ξαναέγινε όπως ήταν πριν.

    (Qadi Iyad, al-Shifa’, i, 333; ‘Ali al-Qari, Sharh al-Shifa’, i, 671; al-Khafaji, Sharh al-Shifa’, iii, 156; Ibn Hisham, Sirat al-Nabi, i, 637; Ibn al-Qayyim, Zad al-Ma’ad (Tahqiq: Arnavudi), iii, 186).

    Μου αρέσει!

  2. Yπήρξαν διάφορες μάχες οι κυριότερες απ’ τις οποίες ήταν α) η μάχη του Μπαντρ, β) η μάχη του Ούχουντ, γ) η μάχη του Χάντακ, δ) η μάχη του Χουνάϊν, ε) η κατάληψη του φρουρίου Χάϊμπαρ, στ) η εξτρατεία στο Τάμπουκ, ζ) η μάχη της Μούτα και η) η μάχη του Γιαρμούκ. Oι πρώτοι μουσουλμάνοι υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια απ’ τους παγανιστές κατοίκους της Μέκκας (άλλοι μουσουλμάνοι βασανίστηκαν, άλλοι δολοφονήθηκαν, μουσουλμάνες γυναίκες βιάστηκαν) κ.τ.λ. Έτσι λοιπόν στην αρχή 11 άντρες και 4 γυναίκες μετανάστευσαν στην Αιθιοπία (στην αυλή ενός Χριστιανού βασιλιά ο οποίος αργότερα δέχτηκε το Ισλάμ) και αργότερα τους ακολούθησαν άλλα 80 άτομα. Κάποια στιγμή που οι μουσουλμάνοι πίστεψαν ότι ήταν πλέον ασφαλείς, επέστρεψαν στη Μέκκα αλλά εκεί δυστυχώς τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Μάλιστα οι μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν να συγκεντρωθούν όλοι σε μια συνοικία ενώ οι παγανιστές τους είχαν επιβάλει ένα κανονικό εμπάργκο (δεν τους μιλούσαν, δεν τους πουλούσαν τα προϊόντα τους και τους κυνηγούσαν με κάθε ευκαιρία). Οι Κουραϊσίτες αποφάσισαν να μποϊκοτάρουν τον προφήτη Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ) και τους συγγενείς του, σε όλα τα επίπεδα και υπέγραψαν όλοι μια συμφωνία που ανέφερε ότι δεν θα κάθονταν με τους Μπανού Χάσιμ, ούτε θα δέχονταν καμιά αγοραπωλησία μαζί τους, ούτε θα έμπαιναν στα σπίτια τους, ούτε θα αφήνουν να τους φτάσει κανένα αγαθό, μέχρις ότου παρέδιδαν τον προφήτη για σκοτωμό. Και δεσμεύτηκαν μεταξύ τους ότι δε θα συμβιβάζονταν ούτε θα γίνονταν επιεικείς μαζί τους, μέχρι να τον παρέδιδαν για εκτέλεση. Οι Κουραϊσίτες σημείωσαν όσα συμφώνησαν σε ένα έγγραφο και το κρέμασαν στην Κάαμπα, ώστε να γίνει πιο δεσμευτικό. Έτσι, οι Μπανού Χάσιμ έμειναν στα μέρη τους για τρία χρόνια με πολλές δυσκολίες και δοκιμασίες. Οι Κουραϊσίτες τους έκοψαν και την ελάχιστη ποιότητα φαγητού, ενώ μόλις διατείθονταν η ελάχιστη ποσότητα έσπευδαν να την αγοράσουν, προκειμένου να μη φτάσει στους μουσουλμάνους. Κάποιοι κάτοικοι της Μεδίνας είχαν γνωρίσει τον προφήτη Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ) και στον 12ο χρόνο της προφητείας ήρθαν 12 άτομα με τον αρχηγό τους (τον Άσαντ ιμπν Δουράρα) και συναντήθηκαν με τον προφήτη σε μία περιοχή έξω απ’τη Μέκκα που λεγόταν “Ακαμπα”. Εκεί έγινε μεταξύ τους και πρώτη λεγόμενη “Συμφωνία της Άκαμπα” με όρους να πιστεύουν στην ύπαρξη Ενός μόνο Θεού, να μη κλέβουν, να μη μοιχεύουν, να μη συκοφαντούν αθώες γυναίκες και να δείχνουν υπακοή στον προφήτη. Τον επόμενο χρόνο 75 άτομα απ’τη Μεδίνα που είχαν ασπαστεί το Ισλάμ, ήρθαν στη Μέκκα όπου έγινε η λεγόμενη “Δεύτερη συμφωνία της Άκαμπα” και όπου οι άνθρωποι που ήρθαν απ’τη Μεδίνα υποσχέθηκαν να προστατέψουν τους μουσουλμάνους της Μέκκας και να τους δεχτούν στην πόλη τους. Αργότερα (στα 622 μ.Χ.) έγινε η λεγόμενη εγίρα. Ο προφήτης ανακάλυψε ότι η φυλή των Κουράις σχεδίαζε να τον δολοφονήσει παρά να του επιτρέψουν να μετοικήσει στη Μεδίνα, όπου θα μπορούσε να οχυρώσει τις δυνάμεις του Ισλάμ και να σταθεί δυναμικά ενάντια στη Μέκκα, αφού από εκεί θα μπορούσε να κόψει τον εμπορικό δρόμο με την Αλ-Σαμ (σημερινή Μέση Ανατολή). Κάνεις δεν είχε αμφιβολία ότι ο προφήτης από τη στιγμή εκείνη θα άρπαζε κάθε ευκαιρία προκειμένου να επιτύχει το σχέδιο της μετανάστευσης. Όμως κανείς δε γνώριζε τα σχέδια του, ούτε καν ο Αμπού Μπακρ (ραντιγιαλλάχου άνχου) -μετέπειτα ο πρώτος Χαλίφης- ο οποίος είχε διαταγές να έχει δύο ζώα σε ετοιμότητα για οποιαδήποτε στιγμή που ο προφήτης θα του ζητούσε να μεταναστεύσει. Και όμως, ο προφήτης του ζήτησε να περιμένει. Ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ) παρέμεινε στη Μέκκα μέχρι που έμαθε για το σχέδιο δολοφονίας του από τους Κουράις και αφού είχαν απομείνει πλέον ελάχιστοι μουσουλμάνοι στη Μέκκα. Περίμενε την εντολή του Κυρίου Του για την αναχώρηση. Όταν τελικά ήρθε αυτή η εντολή, πήγε στο σπίτι του Αμπού Μπακρ και τον πληροφόρησε ότι είχαν λάβει την Θεία Εντολή και του ζήτησε αν ήθελε να τον συνοδέψει. Ο Αλί στο κρεβάτι του προφήτη___ Έτσι ξεκινά μία από τις μεγαλύτερες περιπέτειες που γνώρισε η Ιστορία με σκοπό την αλήθεια και την θρησκευτική πεποίθηση, η ευγενέστερη και ομορφότερη περιπέτεια. Ο Άμπου Μπακρ είχε διαλέξει δύο καμήλες και τις είχε δώσει στον Αμπντουλλάχ ιμπν Ουράικιτ να τις προσέχει μέχρι να τις χρειαστούν. Η καμήλα που διάλεξε ο προφήτης (και επέμεινε να πληρώσει τον Άμπου Μπακρ σαράντα Ντίρχαμ γι’ αυτήν, έτσι ώστε η μετανάστευση τους να είναι πλήρης) τη φώναζαν ‘Κούσουα’ και ψόφισε λίγο μετά τον θάνατο του προφήτη. Όταν οι δύο άνδρες σχεδίαζαν να εγκαταλείψουν τη Μέκκα ήταν απόλυτα σίγουροι ότι οι Κουράις θα ακολουθούσαν τα ίχνη τους με σκοπό να τους συλλάβουν και να τους φέρουν πίσω. Έτσι ο προφήτης αποφάσισε να εκπλήξει τους εχθρούς του, φεύγοντας με τέτοιο τρόπο που ήταν ασύλληπτος για την εποχή εκείνη. Οι δύο άνδρες που είχαν βάλει οι Κουράις να τον δολοφονήσουν φύλαγαν το σπίτι του τη νύχτα από φόβο μήπως τους ξεφύγει. Τη νύχτα της Εγίρας (Χίτζρα), ο προφήτης εμπιστεύτηκε το σχέδιο του στον ξάδερφο του Αλή (ραντιγιαλλάχου άνχου), γιο του Αμπού Τάλιμπ και του ζήτησε να φορέσει τον πράσινο μανδύα του και να κοιμηθεί στο κρεβάτι του. Μετά του ζήτησε να παραμείνει στη Μέκκα μέχρι να επιστρέψει όλα τα υπάρχοντα του προφήτη στους νόμιμους δικαιούχους (μέχρι την τελευταία στιγμή οι παγανιστές παρόλο που ήθελαν να σκοτώσουν τον προφήτη, τον θεωρούσαν ως το πιο έμπιστο άτομο και του ανέθεσαν να φυλάει τα χρήμα και τους θυσαυρούς τους). Οι δύο επίδοξοι δολοφόνοι (του προφήτη) καθησυχάστηκαν αφού μπορούσαν να δουν από μία τρύπα στον τοίχο κάποιον με τον μανδύα του προφήτη να κοιμάται στο κρεβάτι του. Λίγο πριν την αυγή ο προφήτης βγήκε από το σπίτι και από μία πίσω πόρτα και τότε περνώντας ανάμεσα από τους παγανιστές, ο προφήτης πήρε λίγο χώμα, το έριξε πάνω τους και απήγγειλε από το Άγιο Κοράνι: “Για Σιν. Ορκίζομαι στο Πάνσοφο Κοράνι, στ’ αλήθεια είσαι ένας από τους απεσταλμένους (που βαδίζουν) στον ίσιο δρόμο. Είναι μια Αποκάλυψη που έχει σταλεί από τον Παντοδύναμο, τον Πολυεύσπλαχνο, για να προειδοποιήσεις έναν λαό που οι πατέρες του δεν έχουν προειδοποιηθεί γι’ αυτό και δεν προσέχουν. Ο Λόγος (του Θεού) έχει επαληθευτεί για τους περισσότερους απ’ αυτούς γιατί δεν πρόκειται να πιστέψουν. Και βάλαμε χαλινάρια στον λαιμό τους μέχρι το σαγόνι, ώστε το κεφάλι τους να σηκώνεται (για να μη βλέπουν) και βάλαμε στα χέρια τους ένα φράγμα και από πίσω τους ένα φράγμα και τους σκεπάσαμε (ολότελα) ώστε να μη μπορούν να βλέπουν” (Κοράνι, 36:1-9) και κατευθύνθηκε στη σπηλιά του Θάουρ μαζί με τον Άμπου Μπακρ (ραντιγιαλλάχου άνχου). Το ότι κινήθηκαν νότια ήταν κάτι που κανείς δεν θα το προέβλεπε. Ο Άμπου Μπακρ (ραντιγιαλλάχου άνχου) όμως τότε συγκινήθηκε και έκλαψε. Γι’ αυτό ένα ποίημα λέει: “Ήρθε το γράμμα του αγαπημένου, θα με επισκεφτεί. Από τα μάτια μου θα κυλίσουν χιλιάδες δάκρυα. Μου επιτέθηκε η χαρά, τώρα θα με πλημμυρίσει. Με έκανε να κλάψω, υπάρχει σε αυτό κάτι θαυμαστό; Ω μάτι! Έγινε συνήθεια σου, το να ρίχνεις τα δάκρυα σου. Το να κλαις από την ευτυχία και από τη θλίψη”. Επειδή στον δρόμο προς τη σπηλιά Θάουρ ο Άμπου Μπακρ (ραντιγιαλλάχου άνχου) περπατούσε πότε μπροστά και πότε πίσω από τον προφήτη, ο προφήτης απόρρησε και τότε ο Άμπου Μπακρ του είπε: “Ω απεσταλμένε του Θεού! Σκέφτομαι μήπως κάποιοι έχουν κρυφτεί προπορευόμενοι από μας και κοιτάω μροστά και από την άλλη σκέφτομαι μήπως μας ακολουθεί κανείς και κοιτάω προς τα πίσω. Να γίνω εγώ θυσία για ‘σας αν χρειαστεί”. (Ruhu’l Beyan Tefsiri) Κανείς δε γνώριζε την κρυψώνα τους εκτός από τον Αμπντουλλάχ, γιο του Αμπού Μπακρ, τις δύο αδερφές του Άισα και Άσμα, καθώς και τον υπηρέτη τους, Αμίρ ιμπν Φουχάιρα. Ο Αμπντουλλάχ ήταν όλη μέρα στη Μέκκα, μαθαίνοντας ό,τι ακουγόταν και σχεδιαζόταν εναντίον του προφήτη και αργότερα τα μετέφερε στον πατέρα του και στον προφήτη κρυφά τη νύχτα. Ο Αμίρ βοσκούσε τα πρόβατα του Άμπου Μπακρ και πέρασε από τη σπηλιά το απόγευμα για να τους δώσει λίγο γάλα και κρέας. Όταν ο Αμπντουλλάχ πήγαινε στη σπηλιά, ο Αμίρ τον ακολουθούσε με όλα τα πρόβατα για να σβήσει τα ίχνη του πρώτου. Για τρεις ημέρες, οι δύο άνδρες έμειναν στη σπηλιά και οι Κουράις τους αναζητούσαν επίμονα χωρίς αποτέλεσμα. Για τους Κουράις ήταν ζωτικής σημασίας το να βρεθεί ο προφήτης και να αποφευχθεί η μετανάστευσή του στη Μεδίνα (τότε λεγόταν Γιαθρίμπ). Στο μεταξύ ο προφήτης προσευχόταν συνεχώς και επιζητούσε την ευλογία του Θεού, ενώ ο Άμπου Μπακρ παραφύλαγε συνεχώς μήπως τους ακούσει κανείς και αγωνιούσε για την ασφάλειά τους. Το θαύμα της σπηλιάς___ Οι δύο άνδρες των Κουράις που είχαν επιλεγεί να σκοτώσουν τον προφήτη συνέχισαν να ψάχνουν μαζί με άλλους και έφτασαν κοντά στη σπηλιά ένοπλοι και πανέτοιμοι. Βρήκαν εκεί κοντά έναν βοσκό και τον ρώτησαν για τον προφήτη και τον Αμπού Μπακρ και εκείνος τους είπε ότι ίσως να ήταν μέσα στη σπηλιά, αν και δεν είδε κανέναν ούτε να μπαίνει ούτε να βγαίνει. Ο Αμπού Μπακρ όταν άκουσε την απάντηση αυτή έτρεμε από το φόβο του και περίμενε από στιγμή σε στιγμή τους Κουράις να εισβάλλουν. Κάθισε σε μια γωνιά και έχοντας πίστη στο Θεό έμεινε ακίνητος. Κάποιοι σκαρφάλωσαν στο χείλος της και μόλις είδαν την είσοδο γύρισαν πίσω. Οι υπόλοιποι τους ρώτησαν γιατί δεν μπήκαν και ο ένας είπε: “Η είσοδος είναι καλυμμένη με ιστούς αράχνης και ένα ζευγάρι αγριοπερίστερα καθόντουσαν στο κατώφλι. Είναι φανερό ότι κανείς δεν θα μπορούσε να μπει χωρίς να χαλάσει τους ιστούς και χωρίς να ενοχλήσει τα περιστέρια”. Τη στιγμή εκείνη, ο προφήτης προσευχόταν ενώ ο Αμπού Μπακρ (ραντιγιαλλάχου άνχου) εξακολουθούσε να τρέμει από το φόβο. Τότε ο προφήτης του είπε “Μη θρηνείς, ο Θεός είναι μαζί μας”. . Σύμφωνα με κάποια αχαντίθ (λόγια) του προφήτη αναφέρεται πώς όταν οι Κουράις έφτασαν στην είσοδο της σπηλιάς ο Άμπου Μπακρ αναφώνησε “Αν κάποιος από αυτούς κοιτάξει τα πόδια του θα μας δει” και ο προφήτης είπε “Πώς μπορείς να φοβάσαι δύο άνδρες τη στιγμή που έχουμε συνεχώς μαζί μας σύντροφό μας τον ίδιο το Θεό”; Οι Κουράις πείστηκαν ότι δεν υπήρχε κανείς στη σπηλιά όταν είδαν την είσοδό της σκεπασμένη με τα κλαδιά ενός δέντρου. Έπειτα συμφώνησαν να φύγουν και να επιστρέψουν στη Μέκκα. Μόνο τότε, οι δύο φυγάδες μέσα στη σπηλιά ησύχασαν. Η Πίστη των δύο ανδρών δυνάμωσε και ο προφήτης προσευχήθηκε λέγοντας “Δόξα τω Θεώ! Μέγας είσαι Κύριε”! Οι ιστοί της αράχνης, τα δύο αγριοπερίστερα και το δέντρο με τα κλαδιά του, είναι θαύματα που τα βιογραφικά βιβλία τα σχετίζουν με την κρυψώνα στη σπηλιά Θάουρ. Το θαύμα είναι ότι τίποτε από αυτά δεν υπήρχε πριν να καταφύγει ο προφήτης στο εσωτερικό της σπηλιάς με τους συντρόφους του και τότε μόνον οι αράχνες έσπευσαν να υφάνουν τους ιστούς και τα περιστέρια να φτιάξουν τη φωλιά τους και να γεννήσουν τα αυγά τους και το δέντρο να απλώσει τα κλαδιά του μπρος στην είσοδο. Όταν ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέιχι ουά σαλάμ) και ο Άμπου Μπακρ (ραντιγιαλλάχου άνχου) μπήκαν στη σπηλιά, ο προφήτης διέταξε το δέντρο “Ουμ Γαϊλάν” που βρισκόταν μπροστά από τη σπηλιά και τότε τα κλαδιά του κάλυψαν την είσοδο της σπηλιάς. Ο Haddadi είπε ότι όταν ο προφήτης και ο Άμπου Μπακρ έφτασαν στη σπηλιά, είδαν ένα μικρό και αδύναμο δέντρο που λεγόταν “Θουμάνα” και ο προφήτης το διέταξε να καλύψει την πόρτα της σπηλιάς. Τότε ο ΑΛΛΑΧ Σουμπχάνα ουά Ταάλα έστειλε την αράχνη και ύφανε τον ιστό της ανάμεσα στα κλαδιά’ ιστό λες και είχαν περάσει 4 χρόνια (χωρίς κάποιος να μπει και να βγει από τη σπηλιά). Ο Μολλά Τζάμι είπε: “Οι 2-3 ιστοί που ύφανε η αράχνη, έγιναν μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς ένας θυρωρός (προστάτης) για τον Μουχάμμεντ”. Αν και ο προφήτης είχε πει να σκοτώνουν τις αράχνες, εκείνη την ημέρα δεν τη σκότωσε εκείνη την αράχνη αλλά είπε ότι ήταν ένας από τους στρατιώτες του ΑΛΛΑΧ. Ο Μαουλάνα Τζαλάλ ουντ Ντιν Αρ Ρούμι (ραχίμαχουλλάχ) έγραψε: “Στη γη και στον ουρανό όλα τα άτομα (τα μόρια της ύλης) γίνονται στρατιώτες του Θεού τον καιρό της δοκιμασίας” (Μεσνεβί) (Ruhu’l Beyan Tefsiri). Σύμφωνα με αυτό, ο ανατολιστής Dermenghem έγραψε: “Τα τρία αυτά πράγματα είναι τα μόνα θαύματα που είναι καταγεγραμμένα στην αυθεντική Ισλαμική Ιστορία (αν και κάνει λάθος γιατί υπάρχουν και άλλα θαύματα του προφήτη): ο ιστός μιας αράχνης, η αγάπη ενός περιστεριού, το άνθισμα ενός λουλουδιού, τρία θαύματα που συμβαίνουν καθημερινά τη γη του Θεού” [E. Dermenghem, op. cit., p. 149]. Κάποιες βιογραφίες παραλείπουν την ιστορία αυτή. Το θαύμα αυτό δεν αναφέρεται στη βιογραφία του Ιμπν Χισάμ. Η δική του εκδοχή είναι λίγο διαφορετική. Όμως στο Άγιο Κοράνι μνημονεύεται το γεγονός: “Αν δεν βοηθήσετε (τον Μουχάμμεντ) πράγματι τον βοήθησε ο ΑΛΛΑΧ όταν οι άπιστοι τον καταδίωξαν’ δεν είχε περισσότερο από έναν σύντροφο και να οι δυο τους μέσα σε μια σπηλιά. Και όταν είπε στον σύντροφο του: {Μη λυπάσαι, ο ΑΛΛΑΧ είναι μαζί μας}, τότε ο ΑΛΛΑΧ έστειλε πάνω του τη γαλήνη Του και τον υποστήριξε με στρατιώτες που δεν βλέπατε και ταπείνωσε τον λόγο των απίστων, ενώ τον λόγο του ΑΛΛΑΧ τον ανέβασε (στα ύψη). Γιατί ο ΑΛΛΑΧ ίναι Πανίσχυρος, Σοφός” (Κοράνι, 9:40). Και η σπηλιά που αναφέρεται εδώ, είναι η σπηλιά ‘Θάουρ’ στο βουνό Θάουρ η οποία σπηλιά ονομαζόταν και “Θάουρ ουλ Άθαλ”. Η ιστορία του Σουράκα___ Μέσα στον κίνδυνο ξεκίνησαν και έφυγαν για τη Μεδίνα, ακολουθόντας μία ασυνήθιστη διαδρομή. Ωστόσο η ανακοίνωση των Κουράις για έπαθλο εκατό καμήλες σε όποιον έφερνε πίσω ή έδινε πληροφορίες που θα οδηγούσαν στην αιχμαλωσία του προφήτη, ήταν αρκετή για να κινητοποιήσει τους Μεκκανούς που διψούσαν για πλούτο να τον αναζητήσουν. Επίσης οι Άραβες των Κουράις θεωρούσαν τον προφήτη κατ’ εξοχήν εχθρό τους και ήταν τόσο εκδικητικοί και παθιασμένοι με τόσο μίσος, που τίποτα δεν θα τους σταματούσε από το να πλήξουν τους αδύναμους και τους αθώους. Έτσι διπλασίασαν την προσοχή τους και ανανέωσαν τη δύναμή τους για αναζήτηση. Σύντομα ένας άνδρας έφτασε στη Μέκκα ανακοινώνοντας ότι στο δρόμο του συνάντησε τρεις ταξιδιώτες που νόμιζε ότι ήταν ο προφήτης και οι σαχάμπα (ακόλουθοι) του. Όταν άκουσε αυτά, ο Σουράκα ιμπν Μάλικ ιμπν Τζούσουμ είπε αμέσως “Αυτοί είναι οι γιοι του τάδε και του τάδε”. Σκοπός του ήταν να αποπροσανατολίσει τους υπόλοιπους και να συλλάβει μόνος του τον προφήτη για να κερδίσει τις εκατό καμήλες. Αμέσως μετά, επέστρεψε σπίτι του, αρματώθηκε και ζήτησε από τον υπηρέτη του να του φέρει το άλογό του στα περίχωρα της Μέκκας για να μην τον δει κανείς να φεύγει. Εκεί προετοιμάστηκε για τη μάχη, ανέβηκε στο άλογό του και κινήθηκε προς το μέρος που είχε εντοπιστεί ο προφήτης. Εκείνη τη στιγμή ο προφήτης και οι σύντροφοί του είχαν σταματήσει σε ένα δέντρο για να ξεκουραστούν να φάνε και να ανακτήσουν και πάλι τις δυνάμεις τους. Κόντευε απόγευμα όταν οι άνδρες ετοιμάζονταν να ανεβούν πάλι στις καμήλες τους και να συνεχίσουν το ταξίδι. Ο Σουράκα ήταν τόσο μακριά που ίσα που φαινόταν στον ορίζοντα. Εξαντλημένο από το συνεχή καλπασμό, το άλογο του Σουράκα έπεσε δύο φορές στο δρόμο. Εντομεταξύ, προσπάθησε να χτυπήσει τον προφήτη με το τόξο του αλλά εκείνη τη στιγμή ένοιωσε τα χέρια του να παραλύουν. Όταν μπορούσε πλέον να δει τους ταξιδιώτες και συνειδητοποίησε πως μπορούσε να τους συλλάβει ή να τους σκοτώσει, ο Σουράκα ξέχασε πως το άλογό του είχε ήδη πέσει δύο φορές. Το σπηρούνιασε άλλη μια φορά και το πίεσε να τους πιάσει. Το άλογο έπεσε μαζί με τον αναβάτη του. Στο σημείο αυτό ο Σουράκα ένοιωσε ανήσυχος ότι οι “θεοί” ήταν ενάντια στη εκτέλεση αυτού του σχεδίου και πως αυτό μπορούσε να του κοστίσει τη ζωή του, πίεσε για τέταρτη φορά το άλογό του να τους φτάσει. Αφού σταμάτησε φώναξε στους ταξιδιώτες: “Είμαι ο Σουράκα Ιμπν Τζουσουμ, περιμένετέ με δεν έχω σκοπό να σας πειράξω”. Όταν τους πλησίασε, βούλιαξε στην άμμο και αυτός και το άλογο του. Τότε ζήτησε από τον προφήτη βοήθεια: – “Ω Μουχάμμεντ! Προσευχήσου να βγω από ‘δω’ το άλογο μου βούλιαξε. Υπόσχομαι ότι θα φύγω και θα παραιτηθώ απ’ τον σκοπό μου” και ο προφήτης προσευχήθηκε. Ο Σουράκα τότε βγήκε από την άμμο αλλά αμέσως προσπάθησε για δεύτερη φορά να χτυπήσει τον προφήτη. Τότε βούλιαξε ξανά στην άμμο με το άλογο του και πάλι ζήτησε από τον προφήτη προσευχή και βοήθεια λέγοντας: – “Ω προφήτη! Αν ελευθερωνόμουν, θα υπότασα τα χέρια μου σε ‘σένα και θα επέστρεφα στη Μέκκα. Μάλιστα θα απέτρεπα και όποιον άλλον ήθελε να σε κυνηγήσει”. Τότε ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέιχι ουά σαλάμ) προσευχήθηκε ξανά και ο Σουράκα απελευθερώθηκε απ’ την άμμο. Ο Σουράκα τότε είπε στον προφήτη ότι προέβλεψε πως μία ημέρα το Ισλάμ θα κυριαρχίσει και μετά του ζήτησε ένα σημείωμα που να αποδεικνύει ότι τους συνάντησε και ΄να υπόσχεται ο προφήτης ότι θα φερθεί δίκαια στον Σουράκα, όταν θα γίνει (ο προφήτης) η κεφαλή του Ισλαμικού κράτους. Ο προφήτης έδωσε εντολή στον Αμπού Μπακρ και του έγραψε ένα σημείωμα το οποίο πήρε ο Σουράκα και ξεκίνησε για να επιστρέψει πίσω. Τότε όμως προφήτης τον φώναξε και του είπε: “Μία ημέρα θα φορέσεις τα βραχιόλια του Χουσρέβ (του Χοσρόη) του Ιράν”. Ο Σουράκα ρώτησε τον προφήτη αν εννοούσε τον Χοσρόη μπιν Ορμούζ, βασιλιά του Ιράν και ο προφήτης έγνεψε καταφατικά και ο Σουράκα έφυγε και επέστρεψε στη Μέκκα. Μετάνιωσε πικρά από την ατυχή του περιπέτεια και διέδωσε την είδηση ότι οι ταξιδιώτες δεν ήταν ο προφήτης και οι σύντροφοί του. Αποκάλυψε την αλήθεια μόνο στον Άμπου Τζαχλ. Οκτώ χρόνια λοιπόν ύστερα από την Εγίρα, οι μουσουλμάνοι κατέκτησαν τη Μέκκα και ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέιχι ουά σαλάμ) χορήγησε γενική αμνηστία στους κατοίκους της (πλην 10 ατόμων). Ο Σουράκα τότε παρουσιάστηκε στον προφήτη, είπε τη σαχάντα: “ασχάντου αν λα ιλάχα ίλλΑΛΛΑΧ ουά ασχάντου άννα Μουχάμμεντ ουν ρασούλΑΛΛΑΧ” (υπευθύνως μαρτυρώ ότι δεν υπάρχει άλλη Θεότητα άξια λατρείας εκτός του Θεού και υπευθύνως μαρτυρώ ότι ο Μουχάμμεντ είναι ο απεσταλμένος Του) και έγινε μουσουλμάνος. Αφού πέρασαν τα χρόνια, το Ιράν κατακτήθηκε από τον μουσουλμανικό στρατό με αρχηγό τον Σαντ Ιμπν Άμπου Ουακκάς (ραντιγιαλλάχου άνχου), στα χρόνια που επικεφαλής του Χαλιφάτου ήταν ο Όμαρ Ιμπν Αλ Χαττάμπ (ραντιγιαλλάχου άνχου). Ο Όμαρ (ραντιγιαλλάχου άνχου) έλαβε μία επιστολή από τον Σαντ Ιμπν Άμπου Ουακκάς (ραντιγιαλλάχου άνχου), μαζί με το 1/5 από τα λάφυρα της μάχης (τα οποία θα πήγαιναν προς όφελος της Ισλαμικής Κοινότητας). Στα λάφυρα αυτά είχαν συμπεριληφθεί το διάσημο στέμμα του Χοσρόη διακοσμημένο με ρουμπίνια, μία χρυσή ζώνη διακοσμημένη με κοσμήματα και τα χρυσά του βραχιόλια. Ο Όμαρ (ραντιγιαλλάχου άνχου) τα κοίταζε ένα ένα και ξαφνικά φώναξε τον Σουράκα και του ζήτησε να τα φορέσει και τον βοήθησε να φορέσει το ρούχο το κεντημένο με χρυσό, το στέμμα και τα βραχιόλια του Χοσρόη. Ο Σουράκα (ραντιγιαλλάχου άνχου) όμως, από την ταπείνωση του και από τη λύπη που τον είχε καταβάλλει από τον θάνατο του προφήτη και μετά, ένοιωσε άβολα και παρόλο που εκπληρώθηκε έτσι η προφητεία του προφήτη, σήκωσε τα χέρια στον ουρανό και είπε: “Πώς θα μπορούσα να φορέσω κάτι που ο απεσταλμένος Σου δικαιούνταν πιο πολύ απ’ ότι εγώ; Στα αλήθεια μυρίζω τον αέρα της τιμωρίας σε αυτό”, έβγαλε τα πράγματα αυτά από πάνω του και ζήτησε να μοιραστούν για τις ανάγκες των φτωχών μουσουλμάνων. Οι δυσκολίες της διαδρομής___ Ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ) και οι δύο του σύντροφοι όδευαν προς τη Μεδίνα (που τότε λεγόταν Γιαθρίμπ) μέσα από βουνά, λόφους και ερήμους που η άμμος τους γυάλιζε από τη ζέστη. Αφού χρησιμοποιούσαν απάτητα μονοπάτια ήταν πολύ δύσκολο να βρουν κάτι στο δρόμο που να τους ανακουφίσει από τον ήλιο και τη δίψα. Πέρα από αυτό, ήταν σε συνεχή επιφυλακή μήπως οι Κουράις ή άλλοι τους αιφνιδιάσουν και τους αιχμαλωτίσουν. Η μόνη τους παρηγοριά ήταν η καρτερική πίστη τους στο Θεό και η Αλήθεια που φανέρωσε στον προφήτη Του. Για επτά συναπτές ημέρες ταξίδευαν, με αργούς ρυθμούς στη ζεστή ημέρα και με μεγάλη βιάση κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στην ηρεμία της νύχτας και με τη λάμψη των αστεριών ένοιωθαν ασφαλείς. Όταν έφτασαν στην περιοχή της φυλής Σαμπίν, όπου ο γηραιότερος Μπουράϊντα έσπευσε να τους χαιρετίσει, ο φόβος τους μειώθηκε και για πρώτη φορά οι καρδιές τους σκίρτησαν με την ελπίδα και την αίσθηση της επιτυχίας. Είχαν σχεδόν φτάσει στον προορισμό τους. Περιμένοντας τον Προφήτη στη Μεδίνα___ Κατά τη διάρκεια του μεγάλου και εξαντλητικού ταξιδιού του προφήτη, τα νέα έφτασαν στους συντρόφους του στη Μεδίνα που είχαν ήδη μετοικήσει από τη Μέκκα για να τον ακολουθήσουν. Γνωρίζοντας την εχθρότητα των Κουράις και τις απόπειρές τους να ακολουθήσουν και να σταματήσουν τον προφήτη, οι μουσουλμάνοι ανυπομονούσαν για την άφιξή του και περίμεναν όλο ανυπομονησία να μάθουν τον τρόπο που δραπέτευσε από τη Μέκκα. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν δει ποτέ τον προφήτη, παρόλο που είχαν ακούσει πολλά για την ευφράδεια και την αποφασιστικότητά του. Ήταν φυσικό να λαχταρούν να τον γνωρίσουν. Μπορούμε να φανταστούμε τον ενθουσιασμό των ανθρώπων αυτών, καθώς γνωρίζουμε ότι ένας μεγάλος αριθμός επιφανών κατοίκων της Μέκκα τον ακολούθησαν χωρίς καν να τον γνωρίζουν από κοντά. Η γνωριμία τους ήταν μέσω των συντρόφων τους που μιλούσαν γι’ αυτόν με θερμά λόγια αγάπης και μετέφεραν με αφοσίωση το μήνυμά του. Η εξάπλωση του Ισλάμ στη Μεδίνα___ Ο Σαντ ιμπν Ζουράρα και ο Μούσαμπ ιμπν Ουμάιρ κάθισαν κάποτε στην αυλή της φυλής Ζαφάρ, ακούγοντας τους λόγους εκείνων που είχαν ασπαστεί το Ισλάμ. Τα νέα έφτασαν στους αρχηγούς των φυλών τους τον Σαντ ιμπν Μουάδ και Ουσάιντ ιμπν Χουντάιρ. Ο Σαντ είπε στον Ουσάιντ – “Πήγαινε στους δύο αυτούς άνδρες που ήρθαν να μας υπονομεύσουν με τα ανθρωπάρια. Τιμώρησέ τους αυστηρά και απαγόρευσέ τους να έρθουν πάλι εδώ. Μπορείς να τα καταφέρει καλύτερα από εμένα γιατί ο Σαντ ιμπν Ζουράρα είναι εξάδελφός μου και δεν μπορώ να είμαι αρκετά σκληρός μαζί του”. Ο Ουσάιντ πήγε να αναζητήσει τους δύο άνδρες. Ο Μούσαμπ είπε – “Δεν θα καθίσεις λίγο μαζί μας να μας ακούσεις; Αν ακούσεις κάτι χρήσιμο αποδέξου το. Εάν από την άλλη ακούσεις κάτι άχρηστο μπορείς να το τερματίσεις αμέσως”. Ο Ουσάιντ αποκρίθηκε ότι αυτό ήταν δίκαιο και καρφώνοντας τη λόγχη του στο έδαφος κάθισε κάτω, ακούγοντας το κήρυγμα του Μούσαμπ για το Ισλάμ. Πριν καλά-καλά τελειώσει το κήρυγμά του, ο Ουσάιντ είχε ήδη γίνει μουσουλμάνος. Επιστρέφοντας, ο συναρχηγός του Σαντ ενοχλήθηκε πολύ και αποφάσισε να βρει μόνος του αυτούς τους δύο. Του έκαναν την ίδια πρόταση και αυτός επίσης με τη σειρά του ασπάστηκε το Ισλάμ. Στη συνέχεια πήγε στο λαό του και τους είπε: – “Λαέ μου, τι γνώμη έχετε για μένα”; του απάντησαν – “Εσύ είσαι ο αρχηγός μας, εσύ είσαι ο αγαπημένος μας συγγενής, ο σοφός μας ηγέτης και ο δίκαιος εκπρόσωπός μας”. Τους είπε: – “Τότε θα απαγορέψω στον εαυτό μου να σας μιλάω σε άνδρες και γυναίκες μέχρι να πιστέψετε στο Θεό και τον Απόστολό Του”. Τότε η φυλή Αμπντ αλ Ασχάλ ασπάστηκε συνολικά το Ισλάμ. Το Ισλάμ απλώθηκε τόσο στη Μεδίνα και οι μουσουλμάνοι ενδυναμώθηκαν πολύ πριν ακόμη την μετανάστευση του προφήτη, που κάποιοι νέοι τόλμησαν και επιτέθηκαν στα είδωλα των απίστων. Προφανώς το Ισλάμ είχε αποκτήσει τέτοια δύναμη που οι μουσουλμάνοι της Μέκκα δεν είχαν φανταστεί (ωστόσο και πάλι οι μουσουλμάνοι ήταν πολύ πολύ λιγότεροι μέσα στην παγανιστική πλυμηρίδα της αραβικής χερσονήσου). Ο Αμρ ιμπν αλ Τζαμούχ είχε ένα ξύλινο είδωλο που το αποκαλούσε Μανάτ, το οποίο φύλαγε στο σπίτι του σύμφωνα με το έθιμο της αριστοκρατίας, καθώς ήταν ένας από τους ευγενείς της φυλής Σάλαμα. Όταν οι νέοι της φυλής του μπήκαν στο Ισλάμ, εισέβαλλαν στο σπίτι του τη νύχτα και χωρίς εκείνος να το γνωρίζει του έκλεψαν το άγαλμα και το πήγαν στη χωματερή στην άκρη της πόλης. Το πρωί ο Αμρ άρχισε να ψάχνει το άγαλμά του. Όταν το βρήκε, το καθάρισε καλά και το τοποθέτησε στη θέση του. Όλη την ώρα έβριζε και καταριόταν αυτούς που του το έκαναν αυτό. Οι νέοι συνέχισαν τις επιθέσεις τους στο άγαλμα αυτό ώσπου μία μέρα ο Άμρ κρέμασε το σπαθί του στον ώμο του αγάλματος και του είπε: – “αν υπάρχει ίχνος δύναμης επάνω σου, να το σπαθί μου υπερασπίσου τον εαυτό σου”. Το επόμενο πρωί βρήκε το άγαλμα χωρίς το σπαθί και δεμένο σε ένα ψόφιο σκύλο μέσα σε μια λακκούβα. Τότε οι νέοι αυτοί του μίλησαν και του έδειξαν πόσο άχρηστη είναι η ειδωλολατρία. Τότε πείστηκε και ασπάστηκε το Ισλάμ. Με όλες αυτές τις επιτυχίες να συμβαίνουν στη Μεδίνα, οι κάτοικοί της περίμεναν πια με ανυπομονησία την άφιξη του προφήτη, όταν έμαθαν για την μετανάστευσή του. Πολλές μέρες πριν τον ερχομό του, πήγαιναν στην άκρη της πόλης από την αυγή αναζητώντας σημάδια του ερχομού του προφήτη. Ήταν Ιούλιος και οι μέρες ήταν ζεστές. Ο προφήτης έφτασε στην Κούμπα, όπου ήταν δύο φυλές της Μεδίνα (εξήμισι μίλια έξω από τη πόλη) και έμεινε τέσσερις μέρες με τον Αμπού Μπακρ. Κατά τη διάρκεια αυτού του διαλείμματος ίδρυσε ένα τέμενος (αριστερά στη φωτογραφία το τέμενος αυτό έτσι όπως είναι σήμερα) και πριν αναχωρήσει για τη Μεδίνα, τον συνάντησε και ο Αλή ιμπν Αμπού Τάλιμπ και συνέχισαν μαζί. Ο Αλή (ραντιγιαλλάχου άνχου) είχε επιστρέψει τα περιουσιακά στοιχεία που τον είχε επιφορτίσει ο προφήτης να μοιράσει στους νόμιμους δικαιούχους και έφτασε στη Μεδίνα περπατώντας. Κρυβόταν την ημέρα και περπατούσε τη νύχτα. Ήταν δύο εβδομάδες στο δρόμο προκειμένου να ακολουθήσει τον προφήτη και τους μουσουλμάνους της Μεδίνας. Η είσοδος του προφήτη Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ) στη Μεδίνα έγινε με τον προφήτη καθισμένο στην καμήλα του (θυμηθήτε την προφητεία του Ησαϊα από την Παλαιά Διαθήκη -Ησαϊας 21:7- σχετικά με το πέσιμο της Βαβυλώνας και τον συμβολισμό του Ιησού/αυτού που θα ερχότανε με γαϊδουράκι και του προφήτη Μουχάμμεντ/αυτού που θα ερχότανε με την καμήλα, καθώς επίσης τα εδάφια του Ησαϊα 21:14-15 για τους διψασμένους και πεινασμένους φυγάδες που έφυγαν για να γλυτώσουν από το ξίφος). Μία ημέρα, καθώς οι μουσουλμάνοι περίμεναν τον ερχομό του προφήτη, ένας Εβραίος της Μεδίνας τους ανακοίνωσε “Ω, άνδρες της Κουάιλα, ο άνδρας αυτός τελικά έφτασε”. Ήταν Παρασκευή και ο προφήτης έκανε την προσευχή του στη Μεδίνα, στο τέμενος που βρισκόταν στην κοιλάδα Ρανούκνα. Οι μουσουλμάνοι της Μεδίνας έφτασαν από κάθε πλευρά της πόλης για να δουν τον άνδρα εκείνον που δεν είχαν δει αλλά τον είχαν αγαπήσει με το μυαλό και την καρδιά τους, του οποίου το μήνυμα είχαν πιστέψει και του οποίου το όνομα μνημόνευαν πολλές φορές καθημερινά στην προσευχή τους. Πολλοί ευγενείς προσκάλεσαν τον προφήτη να μείνει στα σπίτια τους και να απολαύσει τις ανέσεις, την ασφάλεια και την προστασία τους. Καθώς ο προφήτης ευγενικά αρνιόταν, έλυσε την καμήλα του, την οποία και άφησε ελεύθερη να πάει όπου ήθελε μέσα στην πόλη. Καθώς έτρεχε εμπρός περικυκλωμένη από τους μουσουλμάνους που της άνοιγαν το δρόμο, οι κάτοικοι της Μεδίνας, είτε Εβραίοι είτε ειδωλολάτρες, κοιτούσαν με έκπληξη την νέα αφυπνισμένη ατμόσφαιρα και τη ζωντάνια που τύλιξε την πόλη. Κοιτούσαν τον σπουδαίο αυτό επισκέπτη που δεχόταν επευφημίες από όλους, από φυλές που μεταξύ τους υπήρξαν θανάσιμοι εχθροί. Κανείς δε συνειδητοποιούσε τη νέα αυτή κατεύθυνση, τη σημαντική αυτή στιγμή της Ιστορίας που έμελλε να κάνει την πόλη αυτή αιώνια. Η καμήλα του προφήτη συνέχιζε να τρέχει μέχρι που σταμάτησε σε μία αυλή που ανήκε σε δύο ορφανά της φυλής Νατζάρ. Εκεί η καμήλα κάθισε στη γη και ο προφήτης κατέβηκε. Καθώς έψαχναν τον ιδιοκτήτη της αυλής αυτής, έμαθε πως ανήκε στους Σάλ και Σουαΐλ, γιους του Αμρ. Του ζήτησαν να φτιάξει εκεί ένα τζαμί και υποσχέθηκε να φροντίσει τα ορφανά. Ο προφήτης αποδέχθηκε το αίτημα χτίζοντας εκεί το τέμενος καθώς επίσης και την κατοικία του. Αργότερα οι μουσουλμάνοι (κατά τη διάρκεια κάποιων μηνών που θεωρούνταν ιεροί απ’ τους παγανιστές) επιτέθηκαν σε ένα καραβάνι των παγανιστών που έρχονταν από τη Δαμασκό και πήγαινε προς τη Μέκκα (όπου ειδωλολάτρες κατέσχεσαν τα υπάρχοντα που οι μουσουλμάνοι είχαν αφήσει πίσω στην πόλη τους) και αυτό έγινε αιτία να ξεσπάσει η μάχη του Μπαντρ. Λέγεται στο Ιερό Κοράνι: “..ακριβώς όπως όταν ο Κύριος σου σε έβγαλε από το σπίτι σου πάνω στο δίκαιο, όταν μια μερίδα των πιστών δεν το ήθελε. Λογομαχώντας με ‘σένα αφού πλέον η αλήθεια είχε φανερωθεί, σαν να οδηγούνταν στον θάνατο που τον ατένιζαν όταν ο ΑΛΛΑΧ σας υποσχέθηκε μια από τις δύο (εχθρικές) ομάδες να είναι δική σας, τότε εσείς θα επιθυμούσατε να ήταν δική σας η άοπλη ο ΑΛΛΑΧ όμως θέλει να ανυψώνει την αλήθεια με τους λόγους Του και να καταστρέψει τους άπιστους, για να ανυψώσει την Αλήθεια και να ακυρώσει το ψεύδος, έστω και αν αυτό είναι μισητό απ’ τους ενόχους” (Κοράνι 8:5-8). Στο καραβάνι αυτό βρίσκονταν 40 άτομα όπως ο Άμπου Σουφιάν, ο Αμρ ιμπν Ας, ο Μάχραμα ιμπν Νάουφαλ και άλλοι παγανιστές. Ο Άμπου Σουφιάν τότε έστειλε τον Νταμντάμ ιμπν Αμρ Γκιφάρι στη Μέκκα για να ειδοποιήσει τους ειδωλολάτρες Κουρέϊς, ότι επρόκειτο το καραβάνι να συναντηθεί με τους μουσουλμάνους και να γίνει μάχη. “..ο Κύριος σου σε έβγαλε από το σπίτι σουπάνω στο δίκαιο, όταν μια μερίδα των πιστών δεν το ήθελε” (Κοράνι, 8:5). Ο αρχάγγελος Γαβριήλ (στα αραβικά “Τζεμπραήλ” (αλέϊχι σαλάμ)) μετέφερε την εντολή και την άδεια του ΑΛΛΑΧ Σουμπχάνα ουά Ταάλα να χτυπηθούν οι δυνάμεις των παγανιστών, τη στιγμή που κάποιοι μουσουλμάνοι δήλιασαν και δεν θέλησαν να πολεμήσουν. Όταν λοιπόν το νέο έφτασε στη Μέκκα, ο Άμπου Τζαχλ ανέβηκε στην Κάαμπα και έβγαλε λόγο προς τους Μεκκανούς ειδωλολάτρες: “Λαέ της Μέκκας, χωρίς να υπολογίζετε δυνατό και αδύνατο, τρέξτε να σώσετε τα υπάρχοντα σας επειδή αν το καραβάνι περάσει στα χέρια του Μουχάμμεντ, τότε αιωνίως θα είστε ανασφαλείς” (Beyhaki, Delail, 3, 32-33). Τρεις ημέρες όμως πριν φτάσει ο Ντάμνταμ στη Μέκκα, η Άτικα ιμπν Αμπντουλ-Μουτάλιμπ είδε ένα όνειρο και το εξιστόρισε στον αδερφό της Αμπμπάς ιμπν Αμπντουλ-Μουτάλιμπ: “Είδα κάτι πολύ παράξενο. Σαν να κατέβηκε άγγελος από τον ουρανό. Έσμπρωξε μία μεγάλη πέτρα από την κορυφή του βουνού και έπεσε κάτω. Πέφτωντας ο βράχος από την κορυφή του βουνού, έσπασε σε κομμάτια και κάθε κομμάτι μπήκε σε κάθε σπίτι της Μέκκας. Δεν έμεινε κανένα σπίτι στη Μέκκα που να μην το αγγίξει η πέτρα αυτή”. Ο Αμπμπάς εξήγησε το όνειρο στον φίλο του Ούτμπα ιμπν Ράμπια, αυτός το ανέφερε στην αδερφή του και έτσι δεν έμεινε κανένας χωρίς να το έχει ακούσει. Τότε ο Άμπου Τζαχλ είπε στον Αμπμπάς: – “Ε Άμπου Φαντλ (Αμπμπάς)! Δε φτάνει που οι άντρες σας ασχολήθηκαν με την προφητεία (του Μουχάμμεντ)’ τώρα ασχολούνται και οι γυναίκες σας;” (Ibn Sad, Tabakat, 8, 43-44 & Beyhaki, Delail, 3, 29). Τότε ο Άμπου Τζαχλ βγήκε στους δρόμους με άντρες για να υπερασπιστούν το καραβάνι το οποίο είχε ακολουθήσει διαδρομή από την πλευρά της ακτής και θεώρησαν ότι θα σωζόταν. Οι παγανιστές τότε έφτασαν και στρατοπέδευσαν στο Μπαντρ, όπου υπήρχαν πηγάδια και όπου μία φορά τον χρόνο συγκεντρώνονταν οι ειδωλολάτρες. “..όταν ο ΑΛΛΑΧ σας υποσχέθηκε μια από τις δύο (εχθρικές) ομάδες να είναι δική σας, τότε εσείς θα επιθυμούσατε να ήταν δική σας η άοπλη..” (Κοράνι, 8:7). Οι δύο αυτές ομάδες που αναφέρονται στο Άγιο Κοράνι είναι το καραβάνι των Κουρέϊς και η άλλη ο στρατός των Κουρέϊς που ερχόταν από τη Μέκκα για να υπερασπιστεί το καραβάνι. Υπήρξαν διαφωνίες για το ποια ομάδα θα έπρεπε να πολεμηθεί πρώτα. Ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ) πρότεινε να πολεμήσουν με τον στρατό των παγανιστών Μεκκανών αλλά οι σαχάμπα του διαφωνούσαν και είχαν διάφορες γνώμες. Ο Άμπου Μπακρ, ο Όμαρ ιμπν Αλ Χαττάμπ, ο Σαντ ιμπν Ουμπάντα και ο Μικντάντ ιμπν Αμρ υποστήριξαν τη γνώμη του προφήτη. Το ίδιο και ο Σαντ ιμπν Μουάδ που ήταν από τους κατοίκους της Μεδίνας και παρόλο που η αρχική συμφωνία ήταν να προστατέψουν οι Μεδιναίοι τους μουσουλμάνους εντός της Μεδίνας, εκείνοι τώρα τον στήριξαν και αποφάσισαν να βγουν εκτός της πόλης και να επιτεθούν στους Μεκκανούς παγανιστές. Τότε ο προφήτης είπε: “Πορευθείτε με τη μπάρακα (ευλογία) του ΑΛΛΑΧ. Ας είναι σαν είδηση για σας. Ο ΑΛΛΑΧ μου έδωσε τη μία από τις δύο ομάδες. Πράγματι μα τον Θεό, είναι σαν να βλέπω τους παγανιστές της Μέκκας να χτυπήθηκαν και να έπεσαν από τις θέσεις τους” (Beyhaki, Delail, 3, 32-34). “Λογομαχώντας με ‘σένα αφού πλέον η αλήθεια είχε φανερωθεί, σαν να οδηγούνταν στον θάνατο που τον ατένιζαν” (Κοράνι, 8:6). Κάποιοι τότε από τους μουσουλμάνους φοβήθηκαν. Γι’ αυτό αναφέρεται στο εδάφιο: “σαν να οδηγούνταν στον θάνατο..” και δεν ήθελαν να πολεμήσουν με τον στρατό των Μεκκανών επειδή θεωρούσαν ότι ήταν λίγοι και επειδή ήταν πεζοί. Στο σύνολο τους οι μουσουλμάνοι μαχητές ήταν 313. Ανάμεσα τους άλογα είχαν ο Ζουμπάιρ και ο Μικντάντ. Είχαν 70 καμήλες και 6 θώρακες. Οι παγανιστές ήταν πολύ περισσότεροι (et-Te’vilatu’n-necmiyye). Ο Μαουλάνα Τζαλάλ ουντ Ντιν Αρ Ρούμι (ραχίμαχουλλάχ) έγραψε: “Το λιοντάρι του κόσμου ψάχνει θήραμα και τροφή, το λιοντάρι του ΑΛΛΑΧ ψάχνει την ελευθερία και τον θάνατο, επειδή βλέπει στον θάνατο εκατοντάδες φορές τη ζωή. Καίει την περιουσία του (τα υλικά του αγαθά) σαν πυρομανής και της βάζει φωτιά. Κάθε τι άλλο εκτός του ΑΛΛΑΧ είναι μάταιο. Για ‘Κείνον όμως δεν είσαι μάταιος, μη ψάχνεις περιουσία (υλικά αγαθά)…” (Μεσνεβί) Δηλαδή τα υλικά αγαθά αυτού του κόσμου είναι μάταια. Κάποιοι λοιπόν από τους μουσουλμάνους τότε δήλιασαν από τον φόβο αυτού του κόσμου και προτίμησαν να επιτεθούν στο καραβάνι για να πάρουν λάφηρα αντί να πολεμήσουν με τον στρατό των Μεκκανών. Γι’ αυτό αναφέρεται στο Ιερό Κοράνι: “όταν ο ΑΛΛΑΧ σας υποσχέθηκε μια από τις δύο (εχθρικές) ομάδες να είναι δική σας, τότε εσείς θα επιθυμούσατε να ήταν δική σας η άοπλη..” (Κοράνι, 8:7) το καλύτερο όμως για κάποιον είναι να επιθυμεί περισσότερο το θέλημα και την επιθυμεία του ΑΛΛΑΧ και του προφήτη Του, πάνω από την προσωπική του επιθυμία’ ο μουσουλμάνος δηλαδή πρέπει να μην είναι σαν το λιοντάρι αυτού του κόσμου που επιζητεί κοσμικά και υλικά κέρδη αλλά να είναι το “λιοντάρι” του ΑΛΛΑΧ Σουμπχάνα ουά Ταάλα και να ελπίζει στον Κύριο του. Στη μάχη αυτή συμμετείχαν ακόμα και άγγελοι (500 από τη δεξιά πλευρά με τον άγγελος Γαβριήλ και 500 από την αριστερή πλευρά των μουσουλμάνων με τον Μιχαήλ) οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί από πολλούς, για να εμψυχωθούν οι πιστοί: “Θυμηθείτε όταν παρακαλέσατε τη βοήθεια του Κυρίου σας και σας απάντησε: ‘Θα σας Υποστηρίξω με χίλιους απ’ τους αγγέλλους που ο ένας ακολουθεί τον άλλο‘ Και δεν το έκανε ο ΑΛΛΑΧ παρά μόνο σαν σημείο νίκης, ελπίδας και για να ησυχάσουν οι καρδιές σας. Δεν υπάρχει καμία νίκη παρά μόνο απ’ τον ΑΛΛΑΧ. Ο δε ΑΛΛΑΧ είναι Παντοκράτορας Πάνσοφος (Θυμηθείτε) όταν σας προστάτεψε με ένα είδος νάρκης για να σας ηρεμήσει και έστειλε πάνω σας βροχή απ’ τον ουρανό για να σας εξαγνίσει μ’ αυτήν ώστε να διώξει από πάνω σας την πανουργία του σατανά και να δυναμώσει τις καρδιές σας και να στεριώσει τα πόδια σας. (Θυμηθείτε) όταν ο Κύριος σου είχε εμπνεύσει τους αγγέλους: ‘Εγώ είμαι ο Κύριος σας, δώστε σταθερότητα σε όσους πιστεύουν. Θα εγκαταστείσω τον τρόμο στις καρδιές των απίστων και πλήξτε πάνω απ’ τον αυχένα τους και κτυπήστε τις άκρες απ’ τα δάχτυλα τους‘ και αυτό επειδή ανταγωνίστηκαν τον ΑΛΛΑΧ και τον Απεσταλμένο Του. Και όποιος (αγωνίζεται) ενάντια στον ΑΛΛΑΧ και στον Απεσταλμένο Του, τότε ο ΑΛΛΑΧ είναι αυστηρός στην τιμωρία. Αυτή λοιπόν είναι (η τιμωρία). Δοκιμάστε την λοιπόν γιατί για τους άπιστους υπάρχει το μαρτύριο της φωτιάς” (Κοράνι 8:9-14). Τότε λοιπόν βλέποντας ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ) τους πάνω από χίλους στρατιώτες των Μεκκανών παγανιστών και αντιλαμβανόμενος ότι ο στρατός των μουσουλμάνων ήταν μικρότερος και πιο αδύναμος, γύρισε σύμφωνα με τα όσα μας μετέδωσε ο Όμαρ ιμπν Αλ Χαττάμπ (ραντιγιαλλάχου άνχου) προς τη Μέκκα, σήκωσε τα χέρια προς τον ουρανό και είπε: “Για ΑΛΛΑΧ (Ω Θεέ)! Κάνε αυτό που μου υποσχέθηκες. Θεέ μου! Αν καταστρέψεις αυτή την κοινότητα (των μουσουλμάνων), πλέον πάνω στη γη δεν θα λατρεύεσαι από κανέναν”. Τόσο πολύ σήκωσε ο προφήτης τα χέρια του που του έπεσε ο μανδύας που είχε στον ώμο του. Ο Άμπου Μπακρ (ραντιγιαλλάχου άνχου) το πήρε από κάτω, το έβαλε στον ώμο του προφήτη και για να μη ξαναπέσει, είπε στον προφήτη: “Για ρασούλουλλάχ (Ω απεσταλμένε του Θεού)! Φτάνει τόσο που ικέτεψες τον Κύριο σου. Σίγουρα χωρίς αμφιβολία Εκείνος θα πραγματοποιείσει αυτό που σου υποσχέθηκε” (Beyhaki, Delail, 3, 51;) Η μάχη έγινε στις 17 του μήνα Ραμαδάν τον 2ο χρόνο μετά την εγίρα (13/3/624) κοντά στο πηγάδι του Μπαντρ, όπου σκοτώθηκαν 24 παγανιστές και 14 μουσουλμάνοι έγιναν μάρτυρες. Μάλιστα, στα σώματα των νεκρών παγανιστών φάνηκαν τα τραύματα από τα χτυπήματα των αγγέλων. Ο Αρ Ράμπι Ιμπν Άνας (ραντιγιαλλάχου άνχου) είπε: – “Την ημέρα του Μπαντρ οι άνθρωποι μπορούσαν ανάμεσα στους νεκρούς να δουν αυτούς που χτυπήθηκαν από τους αγγέλους, από τα χτυπήματα πάνω στους λαιμούς τους και στις άκρες των δαχτύλων τους, τα οποία (τα χτυπήματα) φαινόταν σαν να τους είχε κάψει η φωτιά” (Bayhaki). Επίσης, 70 από τους αρχηγούς των παγανιστών καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν. Όσοι απ’ τους παγανιστές που πιάστηκαν α Μου αρέσει!Μου αρέσει!
    1. Ο/Η Xείλων λέει:

      Κύριε Αλή αλ Γιουνάνι

      Ευχαριστώ για το σχόλιο και τον χρόνο που διαθέσατε στην μελέτη του άρθρου.

      Μου αρέσει!

      1. Να είστε καλά.

        Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s