Μέγας Αλέξανδρος………..η κατάληψη της Αόρνου Πέτρας (άνοιξη 326 π.Χ)

Η άλωση των Ώρων (η αρχαία πόλις Ώρα πιθανολογείται ότι βρισκόταν κάπου στη δυτική όχθη του Ινδού) ήταν σημαντική διότι οι υπερασπιστές των Βαζίρων αντελήφθησαν ότι ήταν σε δυσχερή θέση και αφού εγκατέλειψαν νύχτα την πόλη τους κατέφυγαν σε μία οχυρή τοποθεσία. Το ίδιο έπραξαν και άλλοι Ινδοί οι οποίοι εγκατέλειπαν μαζικά τις πόλεις τους και κατέφευγαν σε ένα φυσικό οχυρό, την Άορνο Πέτρα.

Οι αρχαίες πηγές δεν συμφωνούν στην περιγραφή αυτού του οχυρού. Κατά τον Αρριανό η Άορνος Πέτρα (Πιρ Σαρ) ήταν βράχος απρόσβλητος και μοναδική πρόσβαση ήταν μόνο ένα μονοπάτι, τεχνητό και δύσβατο. Το πόσο δύσκολη ήταν η πρόσβαση τονίζεται από το Eλληνικό της όνομα (Ἄ-ορνος), που δηλώνει ότι ούτε ὄρνις, δηλαδή πουλί, δεν μπορούσε να την πατήσει. Ωστόσο πρόκειται για εσφαλμένη ετυμολόγηση, διότι πλησίον του Eλληνικού άορνος βρίσκεται ακουστικά το Σανσκριτικό αβάρνα ή αβαράνα, που σημαίνει φρούριο ή κρησφύγετο.

Η Άορνος Πέτρα είχε περιφέρεια περί τα 200 στάδια (37 χλμ) και ύψος στο χαμηλότερο σημείο της 11 στάδια (περίπου 2 χμ). Στην κορυφή του βράχου άφθονο νερό άρδευε δάση και γη η οποία ήταν εύφορη και αρκετή για να δουλέψουν 1.000 άνθρωποι. Δηλαδή ήταν τεράστια η δυσκολία για τους πολιορκητές και απίστευτη η άνεση για τους πολιορκημένους. Κατά τον Διόδωρο ήταν κυκλικός βράχος, ύψους 16 σταδίων (περίπου 3 χμ), περιφέρειας 100 σταδίων (περίπου 18,5 χμ), άρα επιφάνειας περί τα 27 τχμ και στους νότιους πρόποδές του έρεε ο Ινδός. Ο Κούρτιος συμφωνεί ότι στους πρόποδες έρεε ο Ινδός, αλλά την περιγράφει ως κακοτράχαλη, κωνική και με μυτερή απόληξη. Πρέπει να θυμίσουμε ότι την επιβεβαιωμένη περιγραφή του Αρριανού ο Κούρτιος την έχει δώσει νωρίτερα και εσφαλμένα σε κάποιο φυσικό οχυρό της Αρείας.

Ο Ηφαιστίων και ο Περδίκκας στο μεταξύ οχύρωσαν την Οροβάτιδα (Πεσαουάρ) και έζευξαντον Ινδό. Ο Αλέξανδρος αφού μετέτρεψε σε φρούρια τα Ώρα και τα Μάσσαγα, οχύρωσε τα Βάζιρα ως πόλη, μετέβη στον Ινδό όπου είχε καταληφθεί η πόλη Πευκελαώτιδα και ακολουθούμενος από τους Ινδούς διοικητές της περιοχής, Κωφαίο και Ασσαγέτη, κατέλαβε πολλές μικρές παραποτάμιες πόλεις. Στα Εμβόλιμα, κοντά στην Άορνο Πέτρα, εγκατέστησε τον Κρατερό με διαταγές να συγκεντρώσει εφόδια για μακρόχρονη πολιορκία. Σε περίπτωση, που η Άορνος Πέτρα δεν έπεφτε με έφοδο, θα βασιζόταν στην εξάντληση των υπερασπιστών της.

Με τους τοξότες, τους Αγριάνες, την τάξη του Κοινού, τους καλύτερους και ελαφρύτερους πεζούς, περί τους 200 εταίρους και 100 ιπποτοξότες κινήθηκε από τα Εμβόλιμα ξανά προς την Άορνο Πέτρα και στρατοπέδευσε εκεί κοντά. Την επομένη μετακίνησε το στρατόπεδο ακόμη πιο κοντά στο βράχο. Τότε τον πλησίασαν μερικοί ντόπιοι και προσφέρθηκαν έναντι αμοιβής να του υποδείξουν το πιο ευπρόσβλητο σημείο του βράχου. Εκείνος έστειλε μαζί τους τον Πτολεμαίο με τους Αγριάνες, τους άλλους ψιλούς και μερικούς επίλεκτους υπασπιστές με διαταγές να καταλάβουν την περιοχή, να εγκαταστήσουν φρουρά και να τον κρατούν ενήμερο. Ο Πτολεμαίος αφού πέρασε από ένα δύσβατο δρομολόγιο, χωρίς να γίνει αντιληπτός από τις δυνάμεις των Ινδών, κατέλαβε τον αντικειμενικό σκοπό του και οχύρωσε το στρατόπεδο του με τάφρο και χάρακα. Ο Αλέξανδρος είδε τον πυρσό, που άναψε ο Πτολεμαίος, και την επομένη ξεκίνησε να τον συναντήσει. Όμως οι Ινδοί, που γνώριζαν καλά την κακοτράχαλη περιοχή, προέβαλαν σκληρή αντίσταση και τον εμπόδισαν. Ο Αλέξανδρος αναδιπλώθηκε και εκείνοι στράφηκαν κατά του Πτολεμαίου πιστεύοντας ότι τον είχαν αποκόψει. Η επίθεση των Ινδών ήταν σφοδρότατη και παρότι υστερούσαν έναντι των Μακεδόνων σε τοξεύματα, χρειάστηκε να πέσει η νύχτα, για να υποχωρήσουν.

Ήταν φανερό ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να ενωθεί με τον Πτολεμαίο. Έστειλε λοιπόν μήνυμα με έναν πιστό Ινδό αυτόμολο και με το πρώτο φως της επομένης ημέρας ξεκίνησε στο δρομολόγιο, που είχε ακολουθήσει και ο Πτολεμαίος. Κατά το μεσημέρι ήρθαν σε επαφή με τους Ινδούς, που βρέθηκαν πλέον μεταξύ των τμημάτων του Πτολεμαίου και του Αλεξάνδρου. Οι Ινδοί πολέμησαν και πάλι πολύ σκληρά, αλλά οι Μακεδόνες δεν καταπονήθηκαν πολύ, επειδή τα τμήματα κρούσης του Αλεξάνδρου διαδέχονταν το ένα το άλλο κατά κύματα. Τελικά, με μεγάλη δυσκολία και μόλις κατά το σούρουπο κατάφεραν να απωθήσουν όλους τους Ινδούς από το πέρασμα.

Ολόκληρη η στρατιά πλέον προέλασε προς το σημείο της Αόρνου Πέτρας, που τους υπέδειξαν οι Ινδοί αυτόμολοι, και στρατοπέδευσε. Με το πρώτο φως της ημέρας οι στρατιώτες διατάχθηκαν να κόψουν από 100 πασσάλους ο καθένας. Μετά, πρώτος ο Αλέξανδρος άρχισε να ρίχνει χώμα στη πλαγιά από την κορυφή του λόφου, όπου είχαν στρατοπεδεύσει, για να δημιουργήσει πρόχωμα. Ήθελε να φτάσει στο ύψος του βράχου, ώστε τα τοξεύματά του να πλήττουν τους οχυρωμένους Ινδούς. Την πρώτη μέρα το πρόχωμα προχώρησε περί το ένα στάδιο (περίπου 185 μ). Τις επόμενες δύο μέρες οι εργασίες προχώρησαν υπό την κάλυψη καταπελτών από το σταθερό έδαφος και σφενδονητών από το πρόχωμα, που απέκρουαν τις επιθέσεις Ινδών κατά των εργαζομένων στην πρόσχωση. Την τέταρτη μέρα λίγοι Μακεδόνες κατέλαβαν ένα ύψωμα, που είχε το ίδιο ύψος με την Άορνο Πέτρα. Αμέσως ο Αλέξανδρος έστρεψε την πρόσχωση προς εκείνο το ύψωμα, ώστε να ανεβάσει τις δυνάμεις του στο ίδιο ύψος με τους πολιορκούμενους.

Οι Ινδοί είχαν μείνει έκπληκτοι από την επιμονή και την αποτελεσματικότητα του μηχανικού των Μακεδόνων και ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Όταν ο Αλέξανδρος έμαθε ότι σκόπευαν να κωλυσιεργήσουν μέχρι το βράδυ, οπότε θα ξεγλιστρούσαν από το βράχο, τους διευκόλυνε στην απαγκίστρωση. Είχε στήσει όμως ενέδρες, τους επετέθη και σκότωσε πολλούς κατά τη φυγή τους, όπως λέει ο Αρριανός. Κατά τον Διόδωρο απλώς τους άφησε να διαφύγουν, αλλά αυτή η εκδοχή δεν είναι συνεπής με τη γενικότερη τακτική του. Ίσως ο Διόδωρος θέλησε να αντισταθμίσει την αρνητική εικόνα του Αλεξάνδρου, που δίνει στη σφαγή των μισθοφόρων στα Μάσσαγα. Ο Κούρτιος δεν αναφέρει τίποτα για τη μετάβαση του Αλεξάνδρου από την Άορνο Πέτρα στον Ινδό ποταμό και ξανά πίσω, ούτε για την προετοιμασία μακρόχρονης πολιορκίας, ούτε για την αντίσταση στην προσέγγιση του Αλεξάνδρου στην Άορνο Πέτρα, ενώ για την κατάληψή της λέει ότι χρησιμοποιήθηκαν αναρριχητές, όπως και στη Σογδιανή Πέτρα. Λέει ότι οι Ινδοί προέβαλαν αποτελεσματική άμυνα, σκότωσαν αρκετούς αναρριχητές και πανηγύριζαν με τυμπανοκρουσίες επί δύο ημέρες. Εντούτοις για κάποιο λόγο, που δεν εξηγεί ο Ρωμαίος ιστορικός, την τρίτη νύχτα άρχισαν να εγκαταλείπουν το οχυρό. Τότε ο Αλέξανδρος διέταξε όλη τη στρατιά να αλαλάξει, οι Ινδοί πίστεψαν ότι δέχονταν γενική επίθεση, πανικοβλήθηκαν και προσπαθώντας να ξεφύγουν μέσα στο σκοτάδι οι περισσότεροι σκοτώθηκαν στους αδιάβατους γκρεμούς της περιοχής.

Κάπως έτσι ο Αλέξανδρος κατέλαβε τον βράχο, τον οποίο ο μύθος ήθελε απόρθητο ακόμη και από τον Ηρακλή. Φυσικά, δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι πρόκειται για τον Ηρακλή του Eλληνικού πανθέου, κι ο Αρριανός πιστεύει ότι μάλλον πρόκειται για τοπικό μύθο, τον οποίο οι επικοινωνιολόγοι του Αλεξάνδρου ευχαρίστως υιοθέτησαν για να μεγεθύνουν το κατόρθωμά του. Οι Ινδοί, που τον καθοδήγησαν, πήραν 80 τάλαντα ως αμοιβή για τις υπηρεσίες τους. Στην κορυφή του βράχου ο Αλέξανδρος έκανε θυσίες στην Αθηνά Νίκη, κατασκεύασε φρούριο και εγκατέστησε ως φρούραρχο τον Σισίκοτο, έναν Ινδό αυτόμολο.

Βιβλιοθήκη
1. Αρριανός Δ.28
2. Διόδωρος ΙΖ.85
3. Κούρτιος 8.11

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s